Εγώ ο ίδιος είχα τηλεγραφήσει στο Gran Hotel να μού κρατήσουν δυο δωμάτια -ένα για τη Βιολέτα κι άλλο για μένα- έτσι που η φράση του διευθυντή του ξενοδοχείου, που την επαναλάμβανε ασυγκίνητος: «Σύμφωνα με τις οδηγίες σας κρατήσαμε μόνο ένα», με γέμισε με αγανάκτηση. Τι θα πίστευε τώρα η φίλη μου; Πώς θα τήν έπειθα ότι δε δοκίμασα να καταχραστώ την εμπιστοσύνη της, ότι δεν τής έστησα μια παγίδα; Βρισκόμουν σε δύσκολη θέση. Το Gran Hotel ήταν γεμάτο. Να σύρω μια κυρία σ' ένα οποιοδήποτε ξονοδοχείο, δεν ήταν των αρχών μου. Να έφευγα μόνος, θα σήμαινε όχι μόνο να παραιτηθώ από κάθε κρυφή ελπίδα, που μπορεί να 'ταν και φρούδα, αλλά κι από τη μεγάλη γοητεία των διακοπών μου, στο βουνό. Έβαλα τότε τις φωνές: «Να μού δείξετε το τηλεγράφημα», όταν άκουσα τη Βιολέτα να λέει με γλυκιά φωνή:
«Εμένα δε με νοιάζει αν πρόκειται να μοιραστούμε το δωμάτιο. Γιατί χολοσκάνεις;»
Η συγκίνηση με παρέλυσε. Πρόφερα τη λέξη «ευχαριστώ», κανείς όμως δε βρισκόταν κοντά μου, να την ακούσει. Άρχισα να τρέχω στους διαδρόμους, πίσω από τη Βιολέτα και τον ξενοδόχο. Φαντάστηκα πως το δωμάτιό μας θα 'ταν προπαντός ένα μεγάλο, διπλό κρεβάτι, όμως γελάστηκα. Ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο, με δυο στενά κρεβάτια παράλληλα, κολλημένα στους δυο αντίθετους τοίχους, και αλίμονο -με αρκετή απόσταση ανάμεσά τους. Δεν έμοιαζε με δωμάτιο ξενοδοχείου παρά με υπνοδωμάτιο πύργου. Το ξέρετε άλλωστε το ξενοδοχείο. Φαντάζει σαν το τεράστιο παλάτι μιας πολυάριθμης οικογένειας, που έχει ανάγκη από εκατοντάδες δωμάτια. Την ώρα του ερχομού τους άλλοι θα κοιτάζουν άκεφοι το χαλί με το αβέβαιο χρώμα, που όλα τα καταπίνει -σαν τη θάλασσα- τις ξεθωριασμένες πολυθρόνες, τα κοντά κρεβάτια με το βαθύ κι ανεξιχνίαστο παρελθόν, και το γκρίζο λουτρό. Για μένα ωστόσο, επειδή με συνόδευε το πρόσωπο που περισσότερο θαυμάζω κι αγαπώ, όλα γύρω μου, τα πράγματα, το σπίτι, ο κόσμος, λαμποκοπούσαν μαγικά. Όταν ο ξενοδόχος έκλεισε την πόρτα και μάς άφησε μόνους, σκέφτηκα: Μια σημαντική περίοδος της ζωής αρχίζει τώρα, μια περίοδος αξέχαστη.
Το ταξίδι το αποφασίσαμε η Βιολέτα, ο άντρας της κι εγώ. Ο Χαβιέ (ο άντρας της) μού είπε:
«Για τις χειμωνιάτικες διακοπές η Βιολέτα θα πάει στην Κόρδοβα. Εγώ δε μπορώ να τη συνοδέψω. Δεν πας εσύ;»
Ερώτηση περιττή.
Θυμάμαι πως το απόγευμα εκείνο είχαμε μια ζωηρή συζήτηση για την αλήθεια. Η αλήθεια, έλεγε ο Χαβιέ, είναι μια και απόλυτη. Όμως εγώ πιστεύω πως είναι σχετική. Αδέξια κάπως, και ίσως όχι με περισσότερη λογική, παρ' ολίγο να προβάλω για παράδειγμα σχετικής αλήθειας το ταξίδι που σχεδιάζαμε. Οι λόγοι του Χαβιέ, να συνοδέψω τη Βιολέτα, και οι δικοί μου, αλληλοσυγκρούονταν: ωστόσο και των δυο μας δικαιολογούνται.
Ο Χαβιέ πιστεύει πως η Βιολέτα είναι σε ασφάλεια κοντά μου. Το ξέρει πως την αγαπώ: συμπεραίνει πως την προστατεύω. Το ξέρει πως είμαι ζηλιάρης: συμπεραίνει πως τη φροντίζω. Φαντάζεται πως εκείνη τον λατρεύει: συμπεραίνει πως δεν έχω ελπίδες. Μάς βλέπει όπως είμαστε: εγώ πολύ ερωτευμένος για να συμβιβαστώ με μια περιπέτεια με τη γυναίκα του: εκείνη, ζωηρή κι ευτυχισμένη μέσα στους άντρες, γοητευτική, φανταχτερή, πάντα φρόνιμη. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Χαβιέ ξέρει και τα πρόσωπα και το πρόβλημα: όμως βλέπει μόνο την μια όψη της αλήθειας. Επειδή εγώ βλέπω και τις δυο, είπε πως έχω δίκιο (Θεέ μου, αν όλα είναι σχετικά, τότε πόσο δίκιο έχω;). Ξέρω ή μού φαίνεται να ξέρω, πως οι γυναίκες έρχεται μέρα που πέφτουν, σαν τον ώριμο καρπό, στην αγκαλιά του καρτερικού ερωτευμένου. Φυσικά, δεν πρέπει να εξευτελιστεί κανείς δείχνοντας υπερβολική καρτερία και πίστη. Αλλά κι έτσι ακόμα οι γυναίκες πέφτουν, γιατί φέρνει απ' όλα η ζωή, κι όταν η ώρα του χαμού φτάσει, παρουσιαζόμαστε σαν βράχος σωτηρίας, κι όταν η ώρα της αβεβαιότητας φτάσει, ριχνόμαστε σαν στρατηγός με το στρατό του. Πιστεύω ακόμα πως πάντα στάθηκα σαν τον άγρυπνο στρατηγό, και πως φρόντισα το γόητρό μου. Με τι αποτέλεσμα; Ανιστόρησα στη Βιολέτα, μία προς μία, όλες τις περιπέτειές μου με άλλες γυναίκες. Τις ακούει με την ίδια πάντα συμπάθεια και τις σχολιάζει (μόνο μαζί μου, κι ύστερα από σκέψη) με σαρκασμό. Είναι σ' αυτές τις συνομιλίες που πληρώνω για τις εξομολογήσεις μου. Η Βιολέτα (η πιο γλυκιά κοπέλα, κάπως πικρόγλωσση) θέλει να με κάνει να δω, μα σε κάθε περίπτωση, μια μαϊμού στην κάθε συνένοχό μου. Όσο για μένα, με συγκρίνει μ' ένα σάτυρο, επιμένοντας πως απ' τα δύο ζώα ο σάτυρος είναι το πιο γελοίο. Στο τέλος της συζήτησης βγαίνω ανεπανόρθωτα κακοποιημένος -η προσωπικότητά μου, η δράση μου, η αντίληψή μου της ζωής είναι σφαλερές- όμως εγώ δεν απελπίζομαι, γιατί υπάρχει η Βιολέτα. Όσοι δεν την ξέρουν δε θα με πιστέψουν. Όταν τη σκέφτομαι, βλέπω μια λάμψη, σαν εκείνη που προδίνει μια πολιτεία, όταν ταξιδεύουμε νύχτα. Εικόνα, βέβαια, φτωχή. Η ομορφιά, η χάρη και το φως όλο αντανακλούν στη φίλη μου. Η ζωή πλάι στη λάμψη της αποζημιώνει για κάθε κακοτυχία. Αν κάτι κακό μού συμβεί, σκέφτομαι αμέσως πώς να το εισπράξω από τη Βιολέτα. Και το εισπράττω, μοιραία. Δραπετεύει ο διαχειριστής μου με όλες τις οικονομίες μου, καίεται το πατάρι με τα ενθύμια του πατέρα μου, πεθαίνει ο αδελφός μου...
Πώς αντιδρώ; Φωνάζω τη Βιολέτα, χωρίς αργοπορία. Γιατί; Για λίγη συντροφιά, για λίγα τρυφερά λόγια. Αν κανείς κρίνει πως ικανοποιούμαι με το τίποτε, ας σκεφτεί πως όλα είναι σχετικά, πως για μένα το τίποτε αξίζει πολύ, σημαίνει πως οι κακοτυχίες μου γίνονται πολύτιμες θύμησες. Συχνά πιστεύω πως η καρδιά μου τις αποζητά, τις εύχεται. Ποιος θα το 'λεγε πως μια πλατωνική αγάπη, όπως τις λένε, ή ακόμα χειρότερο, αγάπη χωρίς ανταπόκριση, μπορούσε να ξυπνήσει τόσο ζωντανά αισθήματα; Όσο απίστευτο κι αν σάς φαίνεται, η δυσάρεστη αυτή κατάσταση με γεμίζει με μια περηφάνεια πικρή, όμως σταθερή. Αγαπώ, ζηλεύω, ελπίζω και υποφέρω, χωρίς ανταπόδοση καμιά, και πιστεύω πως γι' αυτό το λόγο ηθικά ξεχωρίζω απ' όσους κάθε νύχτα εισπράττουν αμοιβή. Θα μού άρεσε να γίνω, φυσικά, ο άρχοντας της Βιολέτας. Αφού δεν το πετυχαίνω ευχαριστιέμαι μόνο με την οικειότητα, τη γεμάτη στοργή, που η κοπέλα θα χάριζε σ' ένα συνομήλικο συγγενή της, στον πιο γενναιόδωρο θείο της, ή στο πιο αγαπημένο κατοικίδιο από τις γάτες και τους σκύλους της. Το να συμμορφώνεται κανείς δε σημαίνει και πως μετανιώνει. Όταν ο ξενοδόχος μάς άφησε, μέτρησα τις νύχτες που είχαμε μπροστά μας και είπα μέσα μου: Ποτέ η ελπίδα μου δεν ήταν πιο κοντινή, αλλά κι αν ακόμα δεν πετύχω τίποτε, θα μείνω με τη γλυκιά θύμηση πως συμμερίστηκα την οικειότητα μιας γυναίκας. Διακόπτοντας αυτές τις σκέψεις, η Βιολέτα πρότεινε:
«Δε βγαίνουμε μια βόλτα, πριν νυχτώσει;»
Κατεβήκαμε, κι από μια γυάλινη πόρτα βγήκαμε στην εξωτερική στοά. Κοιτάζοντας από κει έχεις την εντύπωση πως βρίσκεσαι σ' ένα καράβι -περιτριγυρισμένο από στεγνό και σκονισμένο χορτάρι- ή στις Βερσαλλίες: Ο κήπος απλώνεται σε διαφορετικά επίπεδα, με δεξαμενές και μια λίμνη στο βάθος. Σεργιανίσαμε σ' εκείνες τις Βερσαλλίες, τις γεμάτες ασπράγκαθα, παλάτια και καλύβες, και την ξερή πρασινάδα, που πάνω της κυλούσαν κατάστεγνα χαρτιά κι εφημερίδες, ηλιοψημένες σαν φρυγανιές.
«Τι καθαρός αέρας», φώναξα. «Δε σού φαίνεται πως αφήσαμε στο Μπουένος Άϊρες τον μεσόπονό μας;»
«Μεσόπονο δεν έπαθα ποτέ μου», απάντησε η Βιολέτα.
«Εγώ, ναι».
Σκέφτηκα μ' ευχαρίστηση το μέλλον: τόσες μέρες ήσυχης ζωής, στον τόπο αυτό της ανάρρωσης και της τεμπελιάς, ήσυχης ζωής, που από τριάντα ή σαράντα χρόνια περνάν εδώ οι Αργεντινοί: σωστή παράδοση μιας πολυέξοδης ασκήμιας.
Φτάσαμε στο τέρμα του πάρκου. Μέσα σ' ένα χρυσό σύννεφο σκόνης και τους ήχους νοσταλγικής ντόπιας μουσικής, περνούσε από κάποιο δρόμο του χωριού ένα φορτηγό, ξεφωνώντας απειλητικά συνθήματα του κυβερνητικού κόμματος. Είπα με σταθερή φωνή:
«Πίσω, στον παράδεισό μας. Ένα ζεστό τσάι θα μάς κάνει καλό».
Ίσια ίσια προσφέρανε το τσάι -χλιαρό, φυσικά, μέσα σε φλιτζάνια που μυρίζανε γάλα, με νοτισμένα μπισκότα και φρυγανιές ψημένες ποιος ξέρει πότε- στην αίθουσα με τον μπαλσαμωμένο αετό και την ελαιογραφία του Σαν Μαρτίν. Οι περισσότεροι θαμώνες ήταν γέροι. Είπα μέσα μου: θα περνούσα τη ζωή μου ολόκληρη συζητώντας ήρεμα, μ' ένα τσάι μπροστά μου. Κρίμα που οι γαλήνιες συζητήσεις είναι σπάνιες, ο συνομιλητής λέει ανοστιές, κι εγώ δεν έχω τίποτε να πω. (Όχι όμως με τη Βιολέτα). Ξανάρχισα τα επιφωνήματα:
«Τι αέρας! Μια σταγόνα του τονώνει έναν ελέφαντα. Ομολόγησε πως ξανάνιωσες τριάντα χρόνια».
Η Βιολέτα δεν απάντησε. Τι ν' απαντήσει; Εδώ και τριάντα χρόνια δεν υπήρχε καν. Η αλήθεια είναι πως από το μονοπάτι της αγάπης φτάνει κανείς σε παράξενες καταστάσεις και τέλος καταντάει νταντά. Τι λέω τέλος, πολύ σύντομα. Δε μού επαναλαμβάνουν όλοι πως βρίσκομαι στο άνθος της ζωής; Η καθημερινή συναναστροφή με κάνει να πιστεύω πως η Βιολέτα κι εγώ έχουμε την ίδια ηλικία, ώσπου ξάφνου ανακαλύπτω το λάθος. Θα έπρεπε να την κουμαντάρω, σαν μια παιδούλα, όμως η Βιολέτα με κουμαντάρει. Και για δυστυχία των μεσόκοπων, ο συνομήλικος της αγαπημένης δεν αργεί να φανεί. Στην περίπτωσή μου δεν πρόκειται για ένα μόνο, παρά για ολόκληρη ομάδα Γάλλων χιονοδρόμων, περαστικών από την Κόρδοβα, καλεσμένων να διεκδικήσουν ένα πρωτάθλημα στο δρόμο του Ποτρερίζος.
Μίλια μάς χωρίζουν από τη γυναίκα που έχουμε στο πλάι μας. Θα ορκιζόμουνα πως κανείς λογικός άνθρωπος δε θα 'χε διάθεση να προσέξει αυτούς τους άξεστους. Κι όμως τραβούν όλες τις γυναίκες. Είναι νέοι, είναι βαρβάτοι, και δεν τους κινεί παρά ο πόθος και το γρήγορο αποτέλεσμα. Ένα φως λάμπει στα μάτια τους; Μην αμφιβάλλετε: ανακάλυψαν ένα ποτήρι γάλα, ή ένα γλύκισμα ή τη γυναίκα του πλησίον. Ανήκουν σε μια οικογένεια ζώων που φαντάζουν για το ανάστημά τους, για το κόψιμο των μαλλιών τους και για το πλήθος των πλεχτών τους. Δε μοιάζουν ανάμεσά τους, κι έτσι ξεχωρίζω χωρίς δυσκολία τον ασυνήθιστο και σπάνιο Πετί Μπομπ, που μονομιάς τον έκρινα πολύ επικίνδυνο, και τον Πιερρό, έναν κρεμανταλά, που φαντάζει γίγαντας όταν δε βρίσκεται πλάι στον Πετί Μπομπ. Ας αναγνωρίσουμε σ' αυτόν τον Πιερρό μια αισθηματική πλευρά, σαν του τίγρη, να πούμε, που τον αποκοιμίζει η μουσική. Μόνο που δεν είναι για τη μουσική που γουρλώνει τα μάτια του ο Πιερρό, παρά για τη Βιολέτα. Αψηφώντας την παρουσία μου (πάντα είμαι παρών), την κορτάρει αδιάντροπα. Τι μειονέκτημα για τον άντρα που η μεγαλύτερη δύναμή του είναι το πνεύμα. Όταν δεν εκτιμούν τριγύρω μας την πνευματικότητα, χάνεται στη σκιά, τη θολώνει ο πόνος, σβήνει. Ζηλεύω τη δύναμη του κτήνους. Αν αποφάσιζα (ας πούμε) να χτυπηθώ με τον Πιερρό, το χειρότερο δε θα 'ταν τα χώματα της ήττας. Θα 'ταν πως δεν θα κατάφερνα να τον χτυπήσω, πως θα 'μενα κρεμασμένος από τα χέρια του, γρονθοκοπώντας και κλωτσώντας τον αέρα. Η σκηνή αυτή μού έγινε σωστός εφιάλτης.
Από την αρχή κατάλαβα πως τα πράγματα δεν πήγαιναν καθόλου καλά. Έβλεπα με υποψία ιδιαίτερη ένα χώρο με αυγού σχήμα, που το λέγανε boite, όπου μαζευόμασταν κάθε νύχτα. Όταν ο Πιερρό έπαιρνε τη Βιολέτα να χορέψουν, εγώ υπόφερα, όμως εκείνη μού απόδειχνε αμέσως πως οι φόβοι μου ήταν αβάσιμοι. Δε χόρευε με τον Πιερρό τον επόμενο χορό. Τον χόρευε με οποιονδήποτε άλλο, ή ερχόταν στο πλάι μου, να κουβεντιάσουμε. Πώς να ευχαριστήσω τόση λεπτότητα, τόση γενναιόδωρη προσοχή; Μην ξεχνάτε πως η ζήλεια -φανερή, κρυφή- είναι πάντα μισητή. Όταν όμως έρχεται από πρόσωπο που δεν έχει κανένα δικαίωμα, σαν και μένα, είναι ολωσδιόλου ανυπόφορη.
Για να ξεχάσω τις έγνοιες μου, στράφηκα σε άλλες γυναίκες. Κάποτε το ενδιαφέρον μου γι' αυτές ξύπνησε. Όταν χόρευε η Βιολέτα, έλεγα πως δεν ήταν σωστό να την κοιτάζω με μάτια σκύλου. Και καθώς πρέπει κάπου να ρίξει κανείς τη ματιά του, τις τελευταίες νύχτες κοίταξα επίμονα το πρόσωπο, τα χέρια και ιδιαίτερα τα μπράτσα μιας κάποιας Μόνικας. Αυτές οι Κορδοβέσες έχουν χέρια και πόδια θαυμάσια. Τη νύχτα που ο άντρας της ταξίδεψε στο Μπουένος Άϊρες, η Μόνικα ήπιε μια μποτίλια και με υποχρέωσε, να τη χορέψω. Θα ήθελα να καταλάβω τη δυσαρέσκεια της Βιολέτας: Να 'ρχεται από ανία, όπως λέει, για την «ξεδιάντροπη ασέλγεια», ή μήπως η ζήλεια δεν είναι παράνομη; Σκέφτηκα: Αν ζηλεύει, είναι γιατί θέλει να με κρατήσει. Αν ζηλεύει, δεν είναι τέλεια. Αν δεν είναι τέλεια, κι αν είναι μια κοπέλα σαν τις άλλες, γιατί να μη μ' αγαπήσει μια μέρα;
Φτάνουν πια τα όνειρα. Τώρα θέλω να σάς ανιστορήσω τα γεγονότα όπως συμβήκανε. Ξάφνου, στις διακοπές της Κόρδοβας πρόβαλε κάτι νέο, που δεν ήταν μόνο συναισθηματική αγωνία. Ο καθημερινός μας περίπατος καβάλα, στη σιέρρα, το μαύρισμα στον ήλιο, το διάβασμα του Αγίου Ιωάννη του Σταυρού πλάι στο ρυάκι, τα μύρα που μάς έφερνε το αγέρι, ήταν κάτι το θαυμάσιο, γιατί τα μοιραζόμουνα με την αγαπημένη μου. Το τελευταίο ρήμα μού ξυπνάει θύμησες, που τις προτιμώ απ' όλες τις σιέρρες κι απ' όλους τους κάμπους του κόσμου. Θύμησες, από το κοινό μας δωμάτιο ή από πράγματα που έβλεπα, σαν κάτι το πολύ συνηθισμένο, πάνω σε μια καρέκλα, ένα γυναικείο εσώρουχο. Κι ακόμα την εικόνα της γυναίκας αυτής, όταν έσκυβε να βγάλει τις κάλτσες της, και τα χέρια της ακολουθούσαν όλο αφέλεια τις γραμμές των ποδιών της.
Οι νύχτες ωστόσο περνούσαν -οι νύχτες που είχα φαντασθεί πως μού υπόσχονταν τόσα- και η ελπίδα έσβηνε. Έσβηνε όμως και ο φόβος. Έφτασα σ' ένα συμπέρασμα ολοφάνερο: Αν η Βιολέτα δε μού παραδινότανε, δε θα παραδινόταν ούτε στους άλλους. Με την έλλειψη αυτή φόβου κι ελπίδας εξηγώ τη νύχτα της 15ης Ιουλίου (1). Νομίζουμε πως είμαστε η αφορμή των όσων συμβαίνουν.
Στις 15, την ώρα του πρωινού, μιλώντας από κρεβάτι σε κρεβάτι, μού λέει η Βιολέτα:
«Θα μπορούσαμε να κάνουμε σήμερα μια εκδρομή με τον Δον Λεοπόλδο».
«Σύμφωνοι», απάντησα.
«Θα μπορούσαμε να γευματίσουμε στο βουνό».
Στο μάκρος της ζωής μου έχω διαπιστώσει πόσο αρέσουν στις γυναίκες τα πικ - νικς και οι άλλες υπαίθριες γιορτές, που σακατεύουν. Εγώ γυρνώ από τέτοιους περιπάτους με τα νεφρά σπασμένα, με το στομάχι ανακατεμένο, με πονοκέφαλο και με τα χέρια ιδρωμένα. Φώναξα:
«Θαυμάσια ιδέα!»
Η απάντησή μου ήταν τίμια. Ένα πικ - νικ με τη Βιολέτα θα μού άφηνε, μοιραία, καλές αναμνήσεις. Οδηγός της συμπεριφοράς μου, ιδιαίτερα με τις γυναίκες, είναι να πετύχω άφθονες και διάφορες θύμησες, γιατί αυτές αποτελούν ό,τι πιο διαρκέστερο στη ζωή.
«Εγώ θα φροντίσω για τα φαγώσιμα», δήλωσε η Βιολέτα.
«Κι εγώ για τ' άλογα και τον Δον Λεοπόλδο», απάντησα.
«Μην κοιμηθείς, και μάς φύγει με άλλους ο Δον Λεοπόλδο».
«Με άλλους; Στο ξενοδοχείο δεν υπάρχουν παρά γριές μούμιες και Γάλλοι ντιστεγκέδες».
Με αυτά μου τα λόγια εγώ υπόσκαφτα τη θέση των αντιπάλων μου. Λούστηκα και βγήκα. Στη γωνιά του μπακάλικου «Ο Πασατέμπος» συναντήθηκα με τη Μόνικα. Δεν ήταν άσκημη.
«Αύριο γυρνάει ο άντρας μου», λέει, «γιατί δεν περνάς απόψε από το σπίτι μου να συνδειπνήσουμε...»
Απάντησα με κάποια φιλοφρόνηση και αοριστίες, για να μην πάρω υποχρέωση. Συνεχίζοντας το δρόμο μου, σκεφτόμουνα: «Οι γυναίκες με καλοπιάνουν, μεγάλη μου τύχη». Ο Δον Λεοπόλδο βρισκόταν στο στέκι του. Νοίκιασα δυο άλογα και τον παρακάλεσα να μάς συνοδέψει στην εκδρομή μας. Τα κανονίσαμε όλα μια χαρά.
Προσέχω πολύ όταν κουβεντιάζω με τον Δον Λεοπόλδο. Ο άνθρωπος της πολιτείας, προσπαθώντας να πει πολλά, μιλώντας βιαστικά και χειρονομώντας, μοιάζει, πλάι σ' αυτόν τον κύριο, σωστό νευρόσπαστο. Ακόμα και τα ρούχα μάς καταδικάζουν. Δεν ξέραμε πως τα δικά μας είναι τόσο καινούρια και τόσο άγαρμπα.
Καβαλικέψαμε, και σέρνοντας το τρίτο άλογο από τα γκέμια, τραβήξαμε για το ξενοδοχείο. Παρακάλεσα τον Δον Λεοπόλδο να μού υποδείξει τον καλύτερο περίπατο. Ανάφερε την κορυφή του Σαν Φερνάνδο, τη Μεσάδα, το Κρυμένο Νερό, το Νερό των Λεόντων (πρόφερε λιόντων). Κρίνοντας από τα ονόματα, προτίμησα το τελευταίο.
Μού εξήγησε ο Δον Λεοπόλδο πως ο περίπατος ήταν μακρινός, και τότε είπα στη Βιολέτα πως θα 'ταν καλά να βιαστεί, να ξεκινήσουμε αμέσως. Ο χρόνος είναι το μήλο της έριδος ανάμεσα στους άντρες και τις γυναίκες. Τι τέχνη που είχε η Βιολέτα να χασομεράει! Ακόμα δυο - τρεις καυγάδες και θα μάς πέρνανε για παντρεμένους. Δεν ξεκινήσαμε πριν από το μεσημέρι. Το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής το αποτελούσαν στενά μονοπάτια, στην απόκρημνη πλαγιά της σιέρρας. Ο Δον Λεοπόλδο μάς έδειξε από μακριά τους Τρεις Ζυγούς, το Σαν Φερνάνδο, το Ζαχαρόψωμο.
Ήταν τρεις το απόγευμα όταν ξεπεζέψαμε και ήπιαμε το νερό των λεόντων, που το βρήκαμε νοστιμότατο, στρώσαμε καταγής ένα τραπεζομάντιλο στερεώνοντάς το με πέτρες στις γωνιές, ανοίξαμε τα καλάθια μας και γευματίσαμε. Δεν κρυώναμε στον ήλιο.
Τα πολλά χρόνια της ζωής του Δον Λεοπόλδο είχαν κυλήσει σε τούτες εδώ τις σιέρρες, και μάς μιλούσε για τον τόπο του σαν να έκλεινε όλη τη γεωγραφία, όλη τη βλάστηση, όλο το ζωικό βασίλειο, την ιστορία και τις παραδόσεις όλου του κόσμου. Τις πλούμιζε με τίγρεις, με λιοντάρια (που κατέβαιναν τα ξημερώματα την πλαγιά, να δροσιστούν στη βρύση τους), με δράκους, με νεράιδες, βασιλιάδες, ακόμα κι εργάτες. Βέβαια, οι χαρές μου και οι λύπες μου όλες έχουν την πηγή τους στη Βιολέτα, για τιμή ωστόσο του φτωχού γέρου, που μάς σεργιάνισε μέσα από τόπους σε μεγάλη αρμονία με την ψυχή μας, θα ομολογήσω πως τον καιρό που βρισκόμουνα κοντά του μού φαινότανε πως η ζωή και η ευτυχία είναι ζήτημα λίγης καλής κρίσης.
Είχε πια σκοτεινιάσει, όταν γυρίσαμε στο ξενοδοχείο. Είπε η Βιολέτα:
«Είμαι τόσο κουρασμένη, που δε θέλω ούτε να φάω. Πάω να πέσω στο κρεβάτι».
Συλλογίστηκα πως η σοφία του Δον Λεοπόλδο θα με συμβούλευε να μην απομακρυνθώ από τη Βιολέτα, εξετάζοντας όμως τις ελπίδες μου έχασα την πίστη. Ίσως και να σκέφτηκα πως η Βιολέτα βρισκόταν σε τόπο σίγουρο, και πως εγώ είχα κάποια υποχρέωση με τη Μόνικα. Χωρίς εξηγήσεις τράβηξα για το σπίτι της. Το κρύο, που το απόγευμα στάθηκε τονωτικό της χαράς μας, πονούσε τώρα στο πρόσωπο και στα πόδια.
Η Μόνικα μού ζήτησε να τη βοηθήσω στο στρώσιμο του τραπεζιού. Μού φάνηκε πως παίζαμε το παιχνίδι των παντρεμένων (τρελαίνονται οι εργένηδες γι' αυτά τα παιχνίδια). Όπως και να 'ναι, είτε γιατί δε με τραβούσε υπερβολικά η Μόνικα, είτε για τη μποτίλια το κόκκινο κρασί, που ήπιαμε πριν φάμε, είτε για τις μπουκάλες που αδειάσαμε αργότερα, γεγονός είναι πως διατηρώ από το επεισόδιο αυτό -υποδοχή, τραπέζι, κλπ.- μια πολύ θολή θύμηση.
Βγαίνοντας, με περίμενε μια έκπληξη: είχε χιονίσει. Βρέθηκα σ' ένα τοπίο κάτασπρο, φωτισμένο από ένα μεταλλικό φεγγαρίσιο φως. Θα χιόνισε ώρα πολλή, γιατί όλα ήταν σκεπασμένα. Με απίστευτη διαύγεια πρωτοείδα πως το κρύο θα με συνέφερνε, όμως γελάστηκα. Δεν ξέρω τι ναρκωτικό έριξε η Μόνικα στο κόκκινο κρασί της. Στην άλλη όχθη του ρυακιού, κοντά στο μπακάλικο «Ο Πασατέμπος», είδα ένα σπιτάκι που δεν είχε τη συνηθισμένη πινακίδα: «Δε γίνονται δεκτοί άρρωστοι», παρά μια πολύ διαφορετική, που τότε δε μού φάνηκε παράξενη, αν και μπορούσε να είναι (σκέφτομαι τώρα) μια φαντασία του κρασιού. Η πινακίδα έλεγε: «Εργοστάσιο σπηλαίων». Η ζήτηση σπηλαίων δικαιολογεί την ίδρυση εργοστασίων στη Δημοκρατία μας; Αποφάσισα να ξαναπεράσω να δω την πινακίδα, πριν φύγω για το Μπουένος Άιρες. Έπρεπε να εξακριβώσω αν έλεγε αλήθεια ή αν είχα ονειρευτεί.
Τέλος, έφτασα στο ξενοδοχείο. Ήμουνα ξύπνιος τόσο, όσο για να επιθυμώ να είναι η Βιολέτα κοιμισμένη, να μη δει τα χάλια μου. Έτσι και συνέβηκε. Στο σεληνόφως, που γλιστρούσε από τις μισοκλεισμένες κουρτίνες του μπαλκονιού, είδα τη Βιολέτα μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι της. Ξεντύθηκα με πολλή δυσκολία, κι έπεσα στο δικό μου.
Ήταν βαθιά νύχτα όταν ξύπνησα, βέβαιος πως κάτι συνέβαινε, έξω από τον ύπνο μου. Ξύπνησα σαν τον ναρκωμένο, σαν αυτόν που έχει πιει το κουράρε (2), νιώθει μα δε μπορεί να σαλέψει. Ποιος να πει τι έριξε στο κρασί μου η Μόνικα! Άλλες φορές μού συνέβηκε να πιω περισσότερο, ποτέ μου δεν έπαθα τέτοια ντροπή. Σε λίγο βλέπω την πόρτα ν' ανοίγει. Ο γίγας, ο Πετί Μπομπ, μπαίνει στο δωμάτιο, κοιτάζει δεξιά κι αριστερά, σιμώνει στο κρεβάτι της συντρόφισσάς μου, στέκεται μια στιγμή, έπειτα γέρνει σαν να κατεβαίνει από ψηλά, την παίρνει από τους ώμους, τη γυρίζει ανάσκελα, ρίχνεται απάνω της. Μη με ρωτήσετε πόσος καιρός πέρασε όσο να σηκωθεί, ο άξεστος. Τον είδα να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού, να βγάζει ένα δέμα τσιγάρα, ν' ανάβει ένα, να το βάζει στα χείλια της Βιολέτας, να βγάζει άλλο, να το ανάβει για τον εαυτό του. Καπνίσανε σιωπηλοί τα τσιγάρα τους, οπότε τον άκουσα να λέει:
«Αυτή τη νύχτα κλαίνε δυο».
Άκουσα και τη φωνή της Βιολέτας, να με πληγώνει:
«Δυο, που κλαίνε;»
«Δυο! Ένας είναι ο Πιερρό, ο ερωτευμένος σου. Τον υποχρέωσα να στοιχηματίσει ένα γεύμα, πως δε θα κατάφερνα να πλαγιάσω τη νύχτα τούτη μαζί σου. Κρίνοντας από το πόσο άργησα, κατάλαβε πως έχασε».
Ξανάκουσα τη φωνή της Βιολέτας:
«Είπες δυο».
«Ο άλλος είναι αυτός που βρίσκεται στο άλλο κρεβάτι, κάνει τον κοιμισμένο, τα είδε όλα, και κλαίει».
Ασυναίσθητα έφερα ένα χέρι στα μάτια. Έπιασα δέρμα βρεμένο. Με τη ράχη του χεριού βούλωσα το στόμα.
Μισοπνιγμένος, ξύπνησα την άλλη μέρα. Η πρώτη μου σκέψη στάθηκε ν' ανακρίνω τη Βιολέτα. Όμως χρειάστηκε να περιμένω την καμαριέρα ν' ανοίξει τις κουρτίνες, να μάς ετοιμάσει τους δίσκους για το πρωινό, πρώτα τον ένα ύστερα τον άλλο, ν' αλλάξει τις πετσέτες του λουτρού, και να φύγει. Όλο τούτο τον καιρό η Βιολέτα μιλούσε κι έλεγε πως τη νύχτα κρύωνε, πως πλάγιασε πολύ νωρίς, πως δε μ' ένιωσε όταν γύρισα, με τόση φυσικότητα -τόσο παρόμοια με τη Βιολέτα που γνώριζα- ώστε άρχισα να αμφιβάλλω. Δεν τόλμησα να τη ρωτήσω, και γι' αυτό ίσως να σκέφτηκα πως θα 'ταν καλύτερα να περιμένω πιο κατάλληλη στιγμή. Φαντάστηκα πως θ' ανακάλυπτα το μυστικό, παρακολουθώντας τη συνάντηση Βιολέτας και Πετί Μπομπ. Την κάρφωσα με το βλέμμα χωρίς οίκτο, χωρίς να προδώσω την αγωνία μου, το θυμό μου, την πίκρα μου. Δεν ανακάλυψα τίποτε. Δεν ήταν καν συνάντηση. Είδα τη Βιολέτα και τον Πετί Μπομπ αδιάφορους, μακρινούς. Ξέρω πως ύστερ' από τον έρωτα, γυναίκα και άντρας αποφεύγονται (πράγμα που δεν τους εμποδίζει να ποθιούνται σαν τα ζώα, λίγες μέρες αργότερα). Η αλήθεια είναι πως ούτε πριν από τη νύχτα της 15ης Ιουλίου δεν πολυβλέπονταν οι δυο τους. Αποφάσισα να ζητήσω εξηγήσεις από τον Πιερρό, άντρας προς άντρα. Ύστερα συλλογίστηκα πως όσο και να είχα ψυχρανθεί με τη Βιολέτα, δεν ταίριαζε να συζητήσω γι' αυτήν με πρόσωπο που το περιφρονούσα.
Τώρα βρισκόμαστε στο Μπουένος Άιρες. Δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω αν σ' εκείνο το χωριό της Κόρδοβας υπήρχε αληθινά ένα εργοστάσιο σπηλαίων. Τι δε θα έδινα, όμως, να μάθω πως τη νύχτα εκείνη όλα συμβήκανε στον ύπνο που μού προξένησε το κρασί της Μόνικας. Συχνά το πιστεύω, ξαναλέγοντας στον εαυτό μου πως η Βιολέτα δε μπορούσε να κάνει μια τέτοια υπερβολή. Μα θα 'ταν, άραγε, υπερβολή; Αν εξαιτίας μου -τόσες φορές τής είπα: Τα πάντα ή τίποτε- μού παραδινότανε, θα σήμαινε να παρατήσει άντρα και παιδιά. Όμως μέσα στη νύχτα, ένας έρωτας μ' έναν ξένο, ίσως να μην είχε γι' αυτήν πολλή σημασία, να 'ταν κάτι που ύστερα θα το ξεχνούσε, σαν να μην είχε συμβεί ποτέ. Χωρίς αμφιβολία, εγώ βλέπω το πράγμα διαφορετικά. Όμως εγώ δεν έπαιξα κανένα ρόλο σ' αυτή την υπόθεση, δεν είμαι ενδιαφερόμενος.
Κασάρες Αντόλφο Μπιόυ
(Μετφρ. Γ. Δ. Χουρμουζιάδης)
Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 1009,
Αθήνα, Ιούλιος 1969
Σημειώσεις:
(1) Αντιστοιχεί με τις 15 Ιανουαρίου στην Ευρώπη.
(2) Φαρμάκι των Ινδιάνων της Αμερικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου