Ξυπόλυτος στα δεκατρία του μα φορτωμένος λίρα στα σαράντα του, κι' όχι εδώ, στην Αμερική, που τα περιμένεις κάτι τέτοια. Κι' αγράμματος άνθρωπος, μονάχα τα νούμερα διάβαζε καλά και τα κατάφερνε να γράφει και τ' όνομά του.
Κι' όταν κατάχτησε ο Ιορδάνης, ο πατέρας του Αριστοτέλη, τη λίρα, ήθελε να καταχτήσει και τ' άλλα καλά και όμορφα της ζωής. Γυναίκα από οικογένεια -με γράμματα, με γαλλικά, με πιάνο- ν' ανοίξει σπίτι και να δέχεται την καλύτερη κοινωνία. Και διάλεξε την Αντιόπη που λογιζόταν αριστοκράτισσα, μονάχα που φτώχυνε τελευταία ο πατέρας της.
Ο Αριστοτέλης πήρε απ' τον πατέρα του κείνα τα μάτια τα κατάμαυρα και τα μαλλιά τα κατσαρά τα κορακάτα. Απ' τη μάνα του πήρε το φιλντισένιο πρόσωπο, το λίγο μακρουλό, και τη βεργολύγιστη κορμοστασιά.
Τη φινέτσα της, τους καλούς της τρόπους και τον αριστοκρατικό αέρα, τα πήρε κατόπι.
Με χρυσό κουτάλι γεννήθηκε ο Αριστοτέλης και τον κουκούλωσαν από μωρό με όλα τ' αγαθά της γης. Η μάνα του τού κουβάλησε στο σπίτι -στο σαράι- τις καλύτερες παραμάνες, νταντάδες και γκουβερνάντες. Γαλλίδες, αγγλίδες, γερμανίδες!... Ύστερα έφερε και τους καλύτερους δασκάλους, προφεσόρους και μαέστρους για γράμματα και μουσική κι' ακόμα και για γυμναστική.
Λάτρευε τον Αριστοτέλη η Αντιόπη, κι' άρχισε τα όνειρα για το παιδί της προτού να ξέρει αν θα 'τανε αγόρι ή κορίτσι.
Τόνε λάτρευε και γιατί κάτι έπρεπε να λατρεύει η ρομαντική ψυχή της. Ήθελε με τον Αριστοτέλη να μπει και στο μάτι κάποιων που χαμογελούσανε όταν τη βλέπανε δίπλα στον Ιορδάνη. Όση μόρφωση έλειπε απ' αυτόν, όση ευγένεια και λεπτότητα, θα τα είχε με το παραπάνου το παιδί της.
Δε δέχτηκε να τον στείλουν στο σκολειό κι' ας λαχταρούσε ο Αριστοτέλης όταν έβλεπε τα παιδιά με τις σάκκες τους, παρέες - παρέες, να πηδούν και να σαλτέρνουν λεύτερα στο δρόμο σα σκολνούσανε. «Θα μάθει κακούς τρόπους το παιδί μας στο σκολειό, δίπλα στα παιδιά της κάθε τσιλτίκας», είπε στον Ιορδάνη, όταν μια μέρα κάτι ανάφερε αυτός, και δεν ξαναμίλησε γι' αυτό το ζήτημα. Η Αντιόπη ήξερε καλύτερα. Αυτός ήταν αγράμματος άνθρωπος.
- Άλλωστε ένα παιδί το έχουμε. Γιατί να κουράζεται αφού μπορούμε να πάρουμε στο σπίτι τους καλύτερους δασκάλους για τη μόρφωσή του; Και σα μεγαλώσει τον στέλνουμε και στο Παρίσι να τελειώσει τις σπουδές του.
Μα κάποια μέρα διάβασε σε κάποιο γαλλικό περιοδικό πως τα μοναχοπαίδια πρέπει οι γονείς να τα στέλνουν μακριά τους σε σκολειό, «να μάθουν να ζουν με τον άλλο κόσμο και ν' αναπτύξουν δική τους θέληση και χαρακτήρα» κι' η Αντιόπη που τώρα που 'ταν αρκετά μεγάλος ο Αριστοτέλης δεν της φαινότανε πως ήταν όπως τον ήθελε (με όλες τις χάρες και τις αρετές του κόσμου) τον πήρε και τον πήγε στο Μπεμπέκι, που 'ταν το αμερικάνικο κολλέγιο και θα τον είχε σπίτι μονάχα τα σαββατοκύριακα και στις γιορτές.
Εκεί έμαθε πρώτη φορά να δένει μοναχός του τη γραβάτα του.
Μα κι' αν δεν ήξερε να δένει τη γραβάτα του, ήξερε να λύνει προβλήματα, άλγεβρα, λατινικά, γαλλικά, αγγλικά, γερμανικά. Κι' όχι γιατί είχε στο σπίτι τους καλύτερους δασκάλους και παραδασκάλους, μα γιατί τα έπαιρνε τα γράμματα ο Αριστοτέλης.
Δεν ήταν ευτυχισμένος στο κολλέγιο. Δεν ταίριαζε με τ' άλλα τα παιδιά. Τη μια στιγμή νόμιζε τον εαυτό του ανώτερο απ' όλους και πως γι' αυτόν έβγαινε ο ήλιος το πρωί, την άλλη στιγμή αισθανότανε κατώτερος απ' όλους, «χαλβάς, λαπάς, είμαι», είπε μια μέρα στη μητέρα του. Μα τέλειωσε με «μάγκνα κουμ λόντι» κι' η Αντιόπη με τον Ιορδάνη κλαίγανε από συγκίνηση και περηφάνια και καμάρι μεγάλο.
Εκεί ένας καθηγητής έπεισε τον Αριστοτέλη, και τη μητέρα του, αντίς στο Παρίσι να τόνε στείλουν στο Νέο Κόσμο να τελειώσει τις σπουδές του -στο Χάρβαρντ Γιουνιβέρσιτυ. Στην αρχή πού να τ' ακούσει η Αντιόπη! Γιατί στην Αμερική τότες (κατά το '22) ερχόντανε μονάχα φτωχοί να δουλέψουν και να βρούνε τύχη. Αλλά όμως είχε αρχίσει να φαίνεται πως πήγαινε μπροστά με γοργό ρυθμό η Αμερική σε όλα και γλήγορα θα έπαιρνε πρώτη θέση στη ζωή του κόσμου, κι' η Αντιόπη ήθελε το γιο της πρώτο και καλύτερο απ' όλους (να μην κρυφογελούν κάποιοι όπως όταν άνοιγε το στόμα του ο Ιορδάνης) και ήθελε να φανεί κι' η ίδια μοντέρνα, με ιδέες προοδευτικές, και δέχτηκε.
«Ντεκαντάνς στην Ευρώπη», είπε. «Η Ουάσιγκτον θα γίνει η πρωτεύουσα της οικουμένης», και ετοίμασε μισή ντουζίνα βαλίτσες από μαροκινό, και με την τελευταία βαποριά νύφες με φωτογραφία που κουβάλησε το «Μέγας Αλέξανδρος» από την Ελλάδα και την Πόλη, κουβάλησε και τον Αριστοτέλη με τις βαλίτσες του και με μια νύφη.
Μα ο Αριστοτέλης δε διάλεξε την Κατερίνα από φωτογραφία (όπως διάλεγαν τότε οι γραικοαμερικάνοι που δε μπορούσαν να πάνε στο χωριό τους να διαλέξουν γυναίκα), αυτός τη διάλεξε μέσα από τις καμαριέρες της μητέρας του, κρυφά απ' αυτήν βέβαια.
Κάποιοι νομίζουν πως δεν ήταν όμορφη η Κατερίνα. Μα ο Αριστοτέλης την ερωτεύτηκε τρελά. Λένε πως την ερωτεύτηκε τρελά γιατί έμοιαζε της μάνας του. Είχε μάτια θαλασσιά και μαλλιά ξανθά κι' η Κατερίνα -όπως και η Αντιόπη.
Άλλοι λένε πως την ερωτεύτηκε γιατί έμοιαζε του πατέρα του που τόνε θαύμαζε κι' ας ήτανε είκοσι χρονώ παληκάρι (θέλουν να πουν αυτοί που καταγίνουνται με τα τέτοια πως ως τα δώδεκα - δεκαπέντε θαυμάζει το αγόρι τον πατέρα του, μα ο Αριστοτέλης μπορεί να 'ταν ακόμα δώδεκα - δεκαπέντε σε μια άκρα του). Κι' αλήθεια ίδιος ο Ιορδάνης σε καπατσοσύνη η Κατερίνα, κι' είχε κι' αυτή πλάτες τετραγωνικές και χερούκλες θεριακωμένες και διάβαζε κι' αυτή μονάχα τα νούμερα καλά.
Και λένε πως δεν κλέφτηκαν τα δυο παιδιά. Λένε πως η Κατερίνα έκλεψε τον Αριστοτέλη -ήταν και τρία χρόνια μεγαλύτερή του. Στα είκοσι τρία πατούσε αυτή.
Στη Νέα Υόρκη όσα λεφτά έφερε ο Αριστοτέλης (κι' όσα είχε και η Κατερίνα από μιστά), τελείωσαν προτού να γεννηθεί το πρώτο τους παιδί κι' η Κατερίνα δούλευε φινισίτρια στις γούνες ως την τελευταία μέρα.
Προσπάθησε να βρει δουλειά κι' ο Αριστοτέλης. Μα τι να κάνει αυτός που μονάχα γράμματα ήξερε; Και τα γράμματα δεν έχουν πουθενά μεγάλη πέραση. Ήταν και κείνος ο φόβος μην τον πιάσουν οι μεταναστευτικές αρχές. Γιατί αυτός δεν ήρθε σα μετανάστης, δεν ήρθε να δουλέψει. Ήρθε να σπουδάσει, μα δεν πάτησε στο Χάρβαρντ.
Δοκίμασε σερβιτόρος σε γραικικά μαγαζιά. Μα οι σερβιτόροι δουλεύανε για τα τιπς, τα τυχερά (πουρμπουάρ που λένε στην Ευρώπη) και για να σου πετάξει ο άλλος λεφτά δίχως να 'ναι υποχρεωμένος πρέπει εσύ ο σερβιτόρος να έχεις μάτια και στην πλάτη και να χαμογελάς και να κάνεις ρεβερέντζες ακόμα κι' όταν θέλεις να κλάψεις ή να σπάσεις το κεφάλι του πελάτη.
Δοκίμασε και πιατάς. Σε τρεις μέρες τον έδιωξε ο μπόσης του. «Πατριωτάκι, άμα σε κρατήσω εσένα πρέπει ν' ανοίξω φάμπρικα για πιάτα και ποτήρια», είπε, γιατί πέφτανε απ' τα χέρια του Αριστοτέλη.
Η Κατερίνα με το πραχτικό μυαλό της είπε να γράψουν για λεφτά στα γονικά του.
- Ποτέ μου δε θα γράψω για λεφτά ακόμα κι' αν είναι να πεθάνουμε από την πείνα, λέει αυτός.
- Τότες να σκωθούμε και να πάμε πίσω, λέει αυτή.
- Κατερίνα, την έκαψα τη γέφυρα και πίσω δε γυρίζω, κι' έγινε τότες ο πρώτος τους συζυγικός καυγάς.
- Α, ντρέπεσαι να με παρουσιάσεις εκεί για γυναίκα σου! Κι' ο Αριστοτέλης ορκίζεται πως δεν είν' αυτός ο λόγος και πως τη θαυμάζει και τη λατρεύει.
Κι' αλήθεια, κανένας απ' όσους παντρεύτηκαν «μις Αμέρικα» δεν την αγάπησαν τόσο όσο ο Αριστοτέλης τη γυναίκα του, μήτε και τη μαντάμ Κιουρί τη θαύμαζε έτσι ο άντρας της όπως αυτός την Κατερίνα.
- Αγάπη μου, έχεις δύναμη εσύ κι η δύναμη είναι μεγάλη ομορφιά... Εμένα όλη η καπατσοσύνη της γενιάς μου εξαντλήθηκε με τον πατέρα μου... με τη μάνα μου εξαντλήθηκαν και τα όνειρα κι' οι φιλοδοξίες για ύψη και μεγαλεία κι' ανεβάσματα κοινωνικά... Μα κάτι θα βρω να κάμω κι' εγώ, αγαπίτσα μου, σα νομιμοποιήσω την παραμονή μου εδώ, και θα ζήσουμε ευτυχισμένα στο Νέο Κόσμο που έχει τους ουρανοξύστες, τ' απέραντα πλάτια, τα τιτάνια βουνά, τα χίλια ποτάμια και τις χίλιες χιλιάδες λίμνες και τις τόσες φυλές με τις αμέτρητες γλώσσες και θρησκείες που ζούνε όλοι τους πλάι - πλάι, λέει ο Αριστοτέλης κι' η Κατερίνα τον κοιτάει περίεργα.
- Κατερίνα, αγάπη μου, θα σου πω και κάτι άλλο που δεν το μαντεύεις... Πρώτη φορά, Κατερίνα μου, νιώθω λεύτερος άνθρωπος κι' ας ξέρω πως με καταζητούν οι μεταναστευτικές αρχές!... Εκεί όλη τη ζωή μου ένιωθα πάνου απ' το κεφάλι μου τη μάνα μου με το καμουτσίκι να με κρατάει σούζα και να με πιέζει να διακριθώ στα γράμματα και στους τρόπους, να ξεπλυθεί το στίγμα της, που αυτή, με γράμματα, με πιάνο, με γαλλικά, πήρε τον πατέρα μου το ξύλο το απελέκητο, όπως τον έλεγε σα θύμωνε... Και δε μ' άφησε, Κατερινούλα μου, να κυλιστώ κι' εγώ στα χώματα, να παλαίψω, να δαρθώ και να ματώσω, όπως τ' άλλα τα παιδιά, λέει λυπητερά, με χαμηλή φωνή, γιατί μικρός - μικρός έμαθε να μιλάει με χαμηλή φωνή, «μη γίνεσαι σαν τον πατέρα σου χωριάτης».
Δούλευε στις γούνες η Κατερίνα και ζούσανε αγαπημένα στο Ήστ Σάιντ, σ' ένα καλούτσικο απάρτμεντ (το 'βλεπε και ήλιος), μονάχα που είχε κάτι ποντικούς που τους φοβότανε το γατί που τους έδωκε ένας γείτονάς τους Ιταλός.
- Δεν είναι από σόι το γατί, γι' αυτό και πάει και κρύβεται κάτου απ' το κρεβάτι σα βγούνε τα ποντίκια, λέει η Κατερίνα.
- Μπορεί κι' αυτό. Μα είναι και παραχορτασμένο από της μάνας του την κοιλιά και δε χρειάστηκε να δοκιμάσει τη δύναμή του, να σπαράξει άλλο ζώο, και να γευτεί τη γλύκα της ζεστής σάρκας, λέει ο Αριστοτέλης που τώρα που έγινε πατέρας, ο μισός ήταν γεροντάκι, κι' ο άλλος μισός μικρό παιδάκι.
Μια μέρα έσπρωχνε το καροτσάκι με το μωρό του και βρέθηκε μπροστά στο ελληνικό βιβλιοπωλείο. Μπαίνει και θέλει να πάρει πολλά βιβλία. Μα πήρε μονάχα ένα με ποιήματα της Σβορώνου, θαρρώ.
Έρχεται το βράδυ απ' τη δουλειά κουρασμένη, νευριασμένη, η Κατερίνα, δε βρίσκει φαΐ έτοιμο να φάνε, το μωρό έκλαιγε κι' ο Αριστοτέλης διάβαζε με δάκρυα στα μάτια.
- Κατερίνα μου, τούτη η ποιήτρια έχει πάθος κι' αγγίζει η ψυχή της την ψυχή μου. Κι' αρχίζει ν' απαγγέλνει ένα ποίημα, κι' η Κατερίνα θεριό!
- Το 'ξερα εγώ πως μια μέρα εσύ θα έπεφτες σε έρωτα με καμιά γραμματιζούμενη άχρηστη σαν εσένα, λέει και φοβερίζει πως τέτοιες προσβολές δεν τις δέχεται και θα πάρει διαζύγιο. «Εδώ είναι Αμερική», του λέει (στο γουναράδικο τη γλυκοκοίταζε κάποιος Καστοριανός με πλατάρες και χερούκλες) και χρειάστηκε να φέρει ο Αριστοτέλης τον παπά Κουρκουλή να βεβαιώσει την Κατερίνα πως η ποιήτρια αυτή ήταν πεθαμένη και θαμμένη κάπου στη Σάμο, είπε.
Μα οι καυγάδες παίρναν και δίναν πια (μόνο της Κατερίνας η φωνή ακουγότανε βέβαια) και κανένας δε μπορούσε να ρίξει το άδικο, ή το δίκιο, στην Κατερίνα ή στον Αριστοτέλη.
Αυτή εννιά ώρες την ημέρα σκυμμένη στις γούνες δούλευε «πίσγουορκ» (με το κομμάτι), που είναι έτσι σάμπως να σε κυνηγούν. Γιατί όσες περισσότερες γούνες βγάζεις, τόσο περισσότερα λεφτά κάνεις. Κι' όλο θες να βγάλεις και περισσότερες, ακόμα κι' όταν δεν τα χρειάζεσαι τα λεφτά, και στο τέλος καταντάς να μη μπορείς να πας σιγά και να το θέλεις, γιατί πια γίνεσαι αυτόματο, νευρόσπαστο.
Εκείνος πάλι, αφού δε μπορούσε να πιάσει μια δουλειά της προκοπής, πήρε κάρτα, κι' έβγαζε βιβλία και βιβλία! Κι' η Κατερίνα τώρα θα προτιμούσε ζωντανή την ποιήτρια στο σπίτι, παρά τόσα βιβλία μεγάλα και χοντρά. Γιατί φοβότανε και μην κουρκουτιάσει το μυαλό του από το πολύ το διάβασμα.
Μα σα γεννήθηκε το δεύτερο παιδί τους και δε μπορούσε πια να δουλέψει η Κατερίνα, κι' αυτός ακόμα τίποτα δουλειά, πήγε και βρήκε τον Καστοριανό και του μίλησε με πόνο μεγάλο.
«Αγαπητέ μου Κώστα, ίσως να σου φανώ παράξενος. Μα η Κατερίνα είναι ξένη εδώ και δίχως συγγενείς και το καθήκον μου είναι να φροντίσω για την αποκατάστασή της... Πόσο την αγαπώ και την εχτιμώ, το ξέρεις. Μα για το καλό της, και το καλό των παιδιών μας, πρέπει να χωρίσουμε. Κώστα, είσαι προκομμένος και με θετικό μυαλό και θα πας μπροστά. Μα είσαι, αγαπητέ μου, σε ηλικία που έπρεπε να είχες παντρευτεί. Εδώ λίγες οι ανύπαντρες Ελληνίδες κι' έχουν τη μύτη τους ψηλά. Με το νέο νόμο, που έκλεισε η μετανάστευση, δε μπορείς να φέρεις από την πατρίδα γυναίκα με φωτογραφία τώρα. Το νομοσχέδιο που έχουν στο Κονγκρέσσο -να μπορεί να φέρνει κανείς τη γυναίκα που παντρεύεται σε άλλη χώρα- ποιος ξέρει αν θα περάσει, και πότε... Θα δώσω, Κώστα, διαζύγιο στην Κατερίνα να την παντρευτείς εσύ που ξέρω πως θα ζήσετε καλά. Μα θα υιοθετήσεις τα παιδιά μου. Γιατί αφού δεν είμαι ικανός να πληρώνω για τη διατροφή τους, καλύτερα να λείψω από τη μέση, να μη διχαστεί η ψυχούλα τους με δυο πατέρες. Μόλις υπογράψουμε τα χαρτιά της υιοθέτησης, θα φύγω απ' εδώ να μη με γνωρίσουν για πατέρα τους». Κι' έφυγε.
Κάποιοι είπαν πως θα έγινε Χόμπο. Αυτοί οι Χόμπο έχουν δικό τους τρόπο ζωής, που τον προτιμούν και μερικοί απ' τους γραμματισμένους, λένε. Καβαλικεύουν φορτηγά και δίχως να πληρώνουν μια πεντάρα τρέχουν από τη μιαν άκρα της Αμερικής στην άλλη. Κι' αν τύχει και τους χρειαστούν λεφτά (οι ανάγκες τους λίγες), σταματούν σε καμιά φάρμα και δουλεύουν μερικές μέρες στα χωράφια -στα εργοστάσια δεν πατούν!... Μήτε οικογένεια, μήτε φροντίδες, μήτε σπίτι, μήτε και βαλίτσα! Ένα μπογαλάκι στον ώμο και τίποτα άλλο! Κι' επειδή δεν πήρε μήτε μια βαλίτσα ο Αριστοτέλης, είπαν πως θα έγινε Χόμπο.
Μα στα '32 τον ανταμώνω στην Καλιφόρνια, στο Σαν Φρανσίσκο μάλιστα στο σουπ λάιν. Δηλαδή εκεί που πηγαίναμε και τρώγαμε μεσημέρι - βράδυ σούπα οι άνεργοι εργένηδες στον καιρό τότε της μεγάλης ανεργίας. Σχηματίζαμε ουρά κι' ώσπου να 'ρθει η σειρά μας τραγουδούσαμε να περνάει λίγο ευχάριστα η ώρα. Ο Αριστοτέλης ήταν ο μαέστρος μας. Φάνηκε χρήσιμη η μουσική που έμαθε μικρός. Κι' όταν άρχιζε το τραγούδι που βγάλαμε για τη σούπα και την αναδουλειά κι' έλεγε το ρεφραίν «ζούουπππ, δέη γκεβ μι α μπολ οβ μσουπ» κι' άρπαζαν το σκοπό οι Πολωνέζοι, οι Ιταλιάνοι, οι Νορβηγέζοι, οι Νέγροι (οι νέγροι έχουν φωνές καμπάνες), ξεχνούσες και φτώχεια κι' ανεργία και ξενιτιά και βάσανα!
Ο Αριστοτέλης τότες ήταν το «ανφάν γκατέ» ανάμεσα στους ανέργους και τον έλεγαν όλοι Άρις. Μόνο εμείς οι γραικοί τότε λέγαμε Αριστοτέλη, κι' ένας προφέσορας της λατινικής, που πάντα ρούφαγε και τη μισή τη σούπα του Αριστοτέλη. Τον έλεγαν και «Γκρηκ Απόλλων» και τον αγαπούσαμε όλοι μας πολύ και φαινότανε χαρούμενος κι' ευτυχισμένος κι' ας μην είχε μήτε δυο σέντσια στην τσέπη του.
Αλλά μετά παρουσιάστηκαν κάτι δουλειές στην Καλιφόρνια. Έπρεπε να ξεριζωθούν καμιά πενηνταριά χιλιάδες δέντρα. Ροδακινιές, πορτοκαλιές, βερικοκιές, κι' άλλα. Γιατί γινότανε μεγάλη παραγωγή από φρούτο, κι' έπεφτε πληθώρα ο καρπός στην αγορά, και ξέπεσαν τόσο πολύ οι τιμές (αιτία η ανεργία, δεν είχε κι' ο κόσμος πολλά λεφτά) που δεν έμνησκε κέρδος, κι' αποφασίσανε οι παραγωγοί να ξεριζώσουν από τις εκτάσεις τους τόσα δέντρα ο καθένας.
Τον Αριστοτέλη, μαζί με κάτι Μεξικάνους, τον έστειλαν να ξεριζώνει δέντρα στο Σάντα Κλάρα Βάλεϊ, που είναι κείνες οι απέραντες εκτάσεις με τις δαμασκηνιές.
Πώς τα κατάφερε δεν έμαθα. Δεν ανταμώσαμε ξανά. Αλλά μετά τον πόλεμο, όποτε έπεσε το μάτι μου σε γραικοαμερικάνικη εφημερίδα, σε κείνα τα «Ζητούνται Διευθύνσεις» που πιάνουν κάποτες μισή σελίδα (βλέπεις κάποιος να ζητάει το συγγενή του που στο ... 1916 ήταν στο Τέξας!), βλέπω και μια καταχώρηση της μάνας του Αριστοτέλη που με ρίχνει σε θλίψη και συλλοή: «... το 1922 διαμονή Νέα Υόρκη. Ενυμφεύθη την Αικατερίνη Τζορμπατζή εκ Μαρμαρά. Παρακαλείται ο γνωρίζων τι περί αυτού να επικοινωνήσει μετά της μητρός του κ. Αντιόπης...» και τα ρέστα.
Στην Αθήνα μένει τώρα η μητέρα του. Και φαίνεται τώρα πως ο Αριστοτέλης δεν της έγραφε ποτέ.
Συλλογίζομαι τι να έγινε αυτός ο άνθρωπος, πώς να χάθηκε.
Βέβαια στην Αμερική υπάρχουν πολλοί τρόποι να χαθείς. Μα ο Αριστοτέλης σίγουρα θα «πέρασε τα σύνορα». Λένε πως έτσι χάνουνται στην Αμερική δέκα χιλιάδες νέγροι το χρόνο. Που πα να πει πως άμα ένας νέγρος μπορεί να περάσει για άσπρος -και το θέλει- πάει σε πολιτεία που δεν τόνε γνωρίζουν, αλλάζει όνομα, δεν έχει πάρε - δώσε με νέγρους και χάνεται κι' η μάνα του ας πα να τον γυρεύει -αν και θέλουν να πουν πως η νέγρα σα δει το παιδί της πως «πέρασε τα σύνορα» και να το βρει κάνει πως δεν το γνωρίζει άμα είναι μπροστά άσπροι, γιατί έχει την ιδέα πως ως άσπρος θα έχει καλύτερη ζωή.
Από τους δικούς μας κάποιοι περνούν τα σύνορα σαν ξέρουν καλά τα εγγλέζικα και μετά κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν της μάνας τους τη γλώσσα -όπως ένας ξάδερφός μου.
Από τότες που τελείωσε ο πόλεμος κάθε τόσο τον γυρεύουν στις εφημερίδες οι αδερφές του αυτόν τον ξάδερφό μου. Είπα θα πέθανε σε καμιά άκρια της Αμερικής! Μα πάω μια μέρα για ψάρεμα κι' έτυχε να 'χουν βαφτίσματα οι Χόλλυ-ρόλερς. Ως τη μέση με τα ρούχα κάποιος στο νερό τους βουτούσε ντυμένους στο ποτάμι με φωνές και υμνωδίες και βγαίναν και κυλιόντανε στην άμμο (το απαιτεί το θρήσκευμα, γι' αυτό λέγουνται Χόλλυ-ρόλερς -ιεροκυλιστοί ας το πούμε στη γλώσσα μας) και στάθηκα και χάζευα. Μου φαινότανε σα γνωστός αυτός που τους βάφτιζε, μα δεν πήγε το μυαλό μου στον ξάδερφό μου. Αυτός νομίζει πως με προσηλύτισαν και βγαίνει να με τραβήξει να με βαφτίσει!... Γνωριστήκαμε!
«Ξάδερφε», φωνάζω, «ξάδερφε», μ' αυτός λέει αμερικάνικα, κι' όπως τα μιλούν στο Σάουθ μάλιστα, «δεν καταλαβαίνω αυτή τη γλώσσα. Εγώ είμαι νέγρος από την Αλαμπάμα, από άσπρο πατέρα» και τραβάει να φύγει!
«Ξάδερφε Μήτσο», φωνάζω, «δε με γνωρίζεις ή με ξέχασες. Ξέχασες τα σύκα τα καβάκια που κλέβαμε εκεί στον τόπο μας από τη συκιά της θεια Μαργιορής που έφαγες και μια πετριά της στο κούτελό σου κι' ακόμα έχεις το σημάδι», και πιάνει τότες κάτι κλάματα, κάτι κλάματα!
Να έκλαιγε για την πετριά που έφαγε τότες, ή για τα σύκα του τόπου μας, που στάζανε μέλι, και που ποτέ πια δε θα τα ξαναγευτούμε.
«Έντεκα χρόνια, ξάδερφε, δεν άκουσα τη γλώσσα μας», λέει και ρωτάει αν ζει ακόμα η θεια Μαργιορή κι' αν ξέρω και τίποτα για τις αδερφές του.
«Απελπίστηκα και είπα να χαθώ πια όταν εκείνο το ξόανο, ο Παναγιός, που δε μπορούσε να βάλει μιαν υπογραφή, έστειλε στην Ελλάδα, που πήγανε και οι δικοί του σα φύγανε από τα μέρη μας, χιλιάδες δολάρια, κι' εγώ, που στραβωθήκανε στο ασπροκέντι οι αδερφές μου να με στείλουν να μάθω γράμματα, δε μπόρεσα μήτε μ' εκατό δολάρια να τις βοηθήσω... Έχασα κάθε υπόληψη στον εαυτό μου και καλά που έμπλεξα με τους Χόλλυ-ρόλερς και ξαναβρήκα λίγο τον αυτοσεβασμό μου, γιατί αυτοί μ' εκτιμούν και με θαυμάζουν», λέει.
Κι' αλήθεια. Γύρω μας είχαν μαζευτεί άσπροι και νέγροι Χόλλυ-ρόλερς, γυναίκες κι' άντρες, κι' άκουγαν εκστατικοί. Θα νομίζανε πως μιλούσε κάποια γλώσσα θεϊκιά -κι' ίσως να μην είχαν λάθος σ' αυτό.
Φαίνεται έτσι θα χάθηκε κι' ο Αριστοτέλης που τα εγγλέζικα τα μιλούσε κι' από μικρός, θα πέρασε τα σύνορα! Κι' όλα αυτά τα χρόνια που τον γυρεύει η μάνα του δε θα έπεσε στο χέρι του ελληνική εφημερίδα. Αλλιώς θα τη συχωρούσε και κείνος, όπως τον συχώρεσε κι' αυτή, που τον έστειλε να πάρει δίπλωμα από το Χάρβαρντ κι' αυτός πήρε την Κατερίνα που εκείνη δεν την έβλεπε με τα μάτια του Αριστοτέλη.
Ίσως να έγινε κι' αυτός παπάς σε κανένα από τα τόσα και τόσα δόγματα που έχουμε 'δω. Μα ίσως και να έγινε και τίποτα άλλο, εκατομμυριούχος! Εδώ είναι Αμερική. Το Γουόλ Στρητ, που βρίσκεις τους μεγαλύτερους μπαγκέρηδες του κόσμου, δυο βήματα από το Μπάουρυ που βρίσκεις τους μεγαλύτερους αλήτες. Μα και το Λα Σαλ, το Γουόλ Στρητ του Σικάγου, τρία βήματα από το Μάντισον Στρητ που βρίσκεις ξαπλωμένους στο πεζοδρόμιο αυτούς με τη μποτίλια αγκαλιά που κάποτε μπορεί και να τους είδες πρίγκιπες ή βασιλιάδες στον κινηματογράφο.
Μάργαρη - Παπάζογλου Θεανώ
«ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.
