Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2022

ΜΑΥΡΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

  
   Όταν τους αντίκρισε στο μισοσκόταδο σφιχταγκαλιασμένους, έχασε το φως του. Για να το ξαναβρεί, έπρεπε να εξοστρακίσει από τη ζωή του πρόσωπα, αναμνήσεις, αισθήματα. Μόνο τους πελάτες του κράτησε. Άλλον κανένα.
   Φυσικά, τους θεωρούσε άρπαγες κι αυτούς, όλους ανεξαιρέτως, ωστόσο τους φερόταν με υποδειγματική ευγένεια για χάρη του μαγαζιού του.
   Πολλές πελάτισσες τον λιμπίζονταν -νέος άντρας, καλοφτιαγμένος- μα εκείνος έβρισκε τον πληρωμένο έρωτα καλύτερο απ' όλους και την παρέα της τηλεόρασης την πιο καλή παρέα.
   Όσο για το μαγαζί, όχι μόνο ξεπέρασε τις δυσκολίες των καιρών, αλλά χάρη στην αφοσίωσή του εμπλουτίστηκε και επεκτάθηκε πέραν πάσης προσδοκίας.
   Στα ψιλικά και τα τσιγάρα πρόσθεσε σταδιακά εφημερίδες και περιοδικά, ψωμί και τυποποιημένα τρόφιμα. Τοποθέτησε γυάλινο φανάρι με τυρόπιτες και άλλα παρόμοια. Επίσης εξοφλούσε λογαριασμούς οργανισμών κοινής ωφελείας.
   Ήταν ανοιχτό πρωί απόγευμα, κάθε μέρα, και επιπλέον τα πρωινά της Κυριακής.  Στην ανάγκη μπορούσε κανείς να εξυπηρετηθεί και τις πιο ακατάλληλες ώρες, μιας κι ο ιδιοκτήτης έμενε στο πίσω μέρος του ίδιου κτίσματος.
   Μόνο μία πόρτα χώριζε το χώρο εργασίας από το χώρο διαμονής, ο οποίος είχε συρρικνωθεί σ' ένα δωμάτιο, καθώς το άλλο ενώθηκε με το μαγαζί, όταν αποφάσισε να το εμπλουτίσει με κατεψυγμένα προϊόντα, χαρτικά και σχολικά είδη.
   Ο άντρας διατηρούσε πεντακάθαρο το μαγαζί του, ξεσκονισμένα ράφια κι εμπορεύματα, όλα με τάξη τοποθετημένα. Το τζάμι του ψυγείου λαμπερό, ούτε μια δαχτυλιά επάνω του ούτε ένας κόκκος σκόνης.
   Ναι, το μαγαζί του ήταν η ζωή του. Πολλές Κυριακές απόγευμα, που παρέμενε κλειστό, άναβε τα μέσα φώτα και περπατούσε πάνω κάτω στο μοναδικό διάδρομο, ανάμεσα στα φορτωμένα ράφια που έφταναν ως το ταβάνι. Με το χέρι ή μ' ένα σκουπόξυλο για τα ψηλά διόρθωνε ό,τι έδειχνε στραβό, περνούσε με στραγγισμένο πανί όλα τα γυάλινα μπουκάλια και βαζάκια, και ικανοποιημένος επέστρεφε στην τηλεόρασή του.
   Μια τέτοια Κυριακή, μες στο χειμώνα, χτύπησε η πόρτα. Ήταν νωρίς το απόγευμα, μα είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Του φάνηκε ωστόσο, καθώς πλησίαζε προς τη τζαμόπορτα, πως είδε φως.
   Πλούσια ξανθά μαλλιά, αυτά φεγγοβολούσαν, ενώ μια μικροκαμωμένη κοπέλα του χαμογελούσε μ' ένα κουτάβι στην αγκαλιά της. Ήθελε χρωματιστούς μαρκαδόρους. Της είπε πως απαγορεύεται η είσοδος στα ζώα και να 'ρθει αύριο μονάχη. Ο τρόπος που έσβησε το χαμόγελό της τον έκανε σχεδόν να λυπηθεί. Όταν η κοπέλα έφυγε, εκείνος, χωρίς να ξέρει γιατί, γύρισε και κοίταξε προς το δρόμο.
   Την άλλη μέρα ήρθε μόνη να διαλέξει μαρκαδόρους. Πήρε όλα τα διαθέσιμα χρώματα κι ένα μπλοκ ζωγραφικής. Θα πρέπει να παντρεύτηκε μικρή, για να έχει παιδί που ζωγραφίζει, σκέφτηκε. Δεν την ρώτησε, δεν τον αφορούσε.
   Από αυτά που αγόραζε -σοκολάτες, παγωτά, γλειφιτζούρια, πατατάκια- δεν μπορούσε να συμπεράνει αν το παιδί της ήτανε αγόρι ή κορίτσι. Ό,τι όμως κι αν ήταν, πρέπει να ζωγράφιζε πολύ, γιατί κάθε βδομάδα του αγόραζε καινούργιο μπλοκ ζωγραφικής.
   Παράξενο που δεν το έφερνε ποτέ μαζί της. Όσες φορές έτυχε να τη δει στο δρόμο, κρατούσε στην αγκαλιά της το κουτάβι ή έπαιζε μαζί του. Τον χαιρετούσε πρόσχαρα και τα μαλλιά της πάντα φεγγοβολούσαν.
    Έκανε τη σκέψη ότι ίσως το παιδί να ήταν άρρωστο, κλεισμένο για το λόγο αυτό στο σπίτι, αλλά τότε πώς δικαιολογούνταν τόση ανεμελιά; Ακόμη και σε ίδρυμα να το είχε παραδώσει, δεν μπορεί να το ξέχασε, αφού του αγόραζε τόσα δωράκια...
   Αν ρωτούσε, θα μάθαινε, αλλά δε ρωτούσε. Ποτέ δε ρωτούσε τους πελάτες οτιδήποτε προσωπικό. Αρκούσαν οι τιμές των προϊόντων, ο καιρός, τα προγνωστικά του ποδοσφαίρου...
   Την Κυριακή είδε στην τηλεόραση μια εκπομπή για τη συσκευή Κίρλιαν, ή κάπως έτσι, που φωτογραφίζει την αύρα των ανθρώπων. Η κόκκινη σήμαινε οργή, η πορτοκαλιά ζήλια, η πράσινη μοχθηρία και διάφορα άλλα, που τα ξέχασε. Είχε όμως την ξαφνική βεβαιότητα πως η δικιά της αύρα έπρεπε να είναι λευκή, όπως η αύρα των αθώων.
   Η κοπέλα είχε μέρες να φανεί, όταν στο μαγαζί μπήκε μια μεσόκοπη γυναίκα και ζήτησε χρωματιστούς μαρκαδόρους και μπλοκ ζωγραφικής. Τους φόλιασαν το σκυλάκι, είπε, και το παιδί δεν μπορεί να συνέλθει απ' τη στενοχώρια του. Πονάει, λέει, η καρδιά του.
   Αυτή, λοιπόν, ήταν η γιαγιά του παιδιού. Χαροκαμένη του φάνηκε. Χτυπώντας στην ταμειακή το λογαριασμό, είπε χωρίς να καταλάβει πως: «Πολύ θα ήθελα να δω τις ζωγραφιές που φτιάχνει...»
   Την Κυριακή το απόγεμα ήρθε η μικρομάνα στο μαγαζί. Άνοιξη πια κι η μέρα είχε μεγαλώσει. Γι' αυτό, φαίνεται, δε φεγγοβολούσε πίσω απ' τη τζαμόπορτα.
   Μπήκε με το γνωστό της χαμόγελο, μονάχα λίγο λυπημένο. Κρατούσε μερικά μπλοκ ζωγραφικής για να του δείξει. Ο άντρας σκέφτηκε προς στιγμήν να προφασιστεί κάποια ασχολία και να τη διώξει, μα δεν το έκανε. Δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί η κοπέλα τον κοιτούσε στα μάτια όπως τα σκυλιά. Και τα μαλλιά της πρώτη φορά θαμπά.
   Την προσκάλεσε στο σπίτι. Κάθισαν στο τραπέζι της κουζίνας και άνοιξαν το πρώτο μπλοκ. Ένα χέρι παιδικό είχε ζωγραφίσει ένα σπιτάκι με κήπο και τον ήλιο να λάμπει. Έναν άντρα και μια γυναίκα πιασμένους χέρι χέρι. Τον άντρα να κόβει ξύλα. Τη γυναίκα να μαγειρεύει κι οι ακτίνες του ήλιου να περνούν απ' το παράθυρο. Το σπιτάκι πάλι. Από την καμινάδα του βγαίνει πυκνός καπνός. Σύννεφα πολλά και βρέχει. Τον άντρα, τη γυναίκα, ένα κοριτσάκι ανάμεσά τους και τον ήλιο να βγαίνει απ' τα σύννεφα. Μια σχοινένια κούνια να κρέμεται από ένα δέντρο. Ο άντρας κουνάει το κοριτσάκι ψηλά, ως τον ήλιο. Ο άντρας κρέμεται απ' το ίδιο σκοινί...
   Η κοπέλα γυρίζει τις σελίδες αμίλητη. Μια λίμνη ή μια θάλασσα. Βάρκες, καράβια. Θάλασσα μάλλον. Η γυναίκα με το κορίτσι και μια βαλίτσα στο χέρι. Ταξιδεύουν με καράβι. Ο ήλιος δύει πίσω απ' τα βουνά.
   Θάλασσα και βουνά μαζί. Μπορεί νησιά, μπορεί και όχι. Καράβια πολλά, λιμάνι μεγάλο. Δρόμοι, σπίτια, αυτοκίνητα, άνθρωποι. Αστέρια, μισοφέγγαρα, λουλούδια και ήλιοι. Ένας άντρας χαϊδεύει ένα σκύλο. «Αυτός», του λέει χαμογελώντας, «είσαι εσύ! Άνθρωπος καλός...»
   Ο άντρας τα χάνει. Δε ρωτάει πώς τον γνωρίζει το παιδί ούτε πώς ξέρει αν είναι καλός ή όχι. Εκείνη θα του έχει μιλήσει γι' αυτόν ή ίσως η γιαγιά του. Όπως και να 'χει, δε συνηθίζει να ρωτάει τα προσωπικά των άλλων. Δεδομένο αυτό.
   Στο τελευταίο μπλοκ το παιδικό χέρι ζωγραφίζει τη ζωή ενός σκύλου. Η ιστορία αρχίζει με τη σκύλα που θηλάζει το νιογέννητο. Έπειτα δείχνει το κουτάβι να παίζει με τ' αδέρφια του. Ο ήλιος λάμπει. Το κουτάβι πεταμένο στον κάδο των σκουπιδιών. Μια γυναίκα ακούει το κλάμα του και το μαζεύει. Το παίρνει αγκαλιά και το πηγαίνει σπίτι της. Του δίνει νερό και τροφή. Στρώνει με χρωματιστά πανιά ένα χαρτοκιβώτιο, να κάνει τη φωλίτσα του. Καθώς το κουτάβι μεγαλώνει, τα χρώματα πληθαίνουν, με τους ήλιους μαζί.
   Ο άντρας παρακολουθεί σιωπηλός την κοπέλα που γυρίζει τις σελίδες. Το μπλοκ εξαντλείται.
   «Θέλεις κι άλλο;» τον ρωτάει.
   Ναι, της γνέφει, θέλει.
   Η κοπέλα συνεχίζει με το τελευταίο μπλοκ.
   Το σκυλάκι παίζει με μια μπαλίτσα. Γύρω λουλούδια και ήλιοι. Τρέχει και πηδάει. Πηγαίνει βόλτα με τη γυναίκα. Κοιμάται στα πόδια του κρεβατιού της. Ονειρεύεται πως πετάει. Η γυναίκα ονειρεύεται κι αυτή πως πετάει, πως πετάνε μαζί.
   «Μακριά!» λέει. «Μακριά! Μακριά!» και θρηνεί.
   Ο άντρας τα χάνει. Της φιλάει τα δάκρυα, την κλείνει στην αγκαλιά του. Μέσα στη νύχτα τα μαλλιά της φέγγουνε πάλι. Μένουν μαζί ως το πρωί. Το μέλι της σε κάθε άκρη του κορμιού του, σε κάθε άκρη της ψυχής του τον σκιάζει. Της ζητάει να φύγει απ' το σπίτι κι απ' τη ζωή του. Η γυναίκα κλαίει με παράπονο, όπως μαλώνεις άδικα ένα παιδί. Φεύγει σαν διωγμένο σκυλί.
   Οι μέρες περνούν. Ο άντρας περιμένει πως θα έρθει να πάρει τις ζωγραφιές της. Στο τέλος πηγαίνει εκείνος στο σπίτι της και χτυπάει την πόρτα. Δεν του ανοίγει κανείς. Μετά από λίγο καιρό ξαναπερνάει. Χτυπάει επίμονα το κουδούνι χωρίς ανταπόκριση. Βροντάει με τα δυο του χέρια την πόρτα. Από το διπλανό διαμέρισμα βγαίνει ένας άντρας και τον πληροφορεί πως οι δυο γυναίκες έχουν φύγει. Για πού δεν ήξερε να του πει. Από τα λόγια της μάνας -«το καημένο το κορίτσι τι να ξέρει...»- γνώριζε μόνο πως είχαν έρθει άλλοτε από μακριά, από μια ήμερη παραθάλασσα του Πόντου, που ξεγελάει με τη γλυκύτητά της όποιον πρόκειται να διασχίσει την αληθινή θάλασσα, τη Μαύρη.
   Ο άντρας δεν μπόρεσε να μάθει τίποτε περισσότερο, παρ' όλ' αυτά δεν πέταξε τις ζωγραφιές. Ίσως το παιδί που τις ζωγράφισε να έρθει κάποια μέρα να τις ζητήσει, σκέφτεται. Άλλωστε τόσους ήλιους πού αλλού θα μπορέσει να βρει...
 
Μεγάλου - Σεφεριάδη Λία
Κρυμμένες εικόνες (Διηγήματα)
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2005

Κυριακή 27 Νοεμβρίου 2022

Ο ΆΝΘΡΩΠΟΣ ΜΕ ΤΑ ΝΕΡΑ ΤΟΥ ΕΥΡΙΠΟΥ

 
   Στο μικρό φούρνο του Παγκρατιού, τις νύχτες, στην ώρα της δουλειάς, είναι ησυχία πολλή. Ο πρώτος ζυμωτής, ο Μετσοβίτης, πλάσμα ημερότατο του Κυρίου, είναι ένας μεσόκοπος, λιγνός, αποστεωμένος άνθρωπος. Όλα πάνω στο κορμί του φαίνονται να ηρεμούν, για να υπάρξει η ένταση μοναχά σ' ένα σημείο: ψηλά, στο κρανίο. Αυτή η ένταση αστράφτει κάθε τόσο στη ματιά, στις βαθουλωμένες κόγχες, πάλι καταλαγιάζει.
   Ο δεύτερος ζυμωτής είναι ένας θαλασσινός, Κουμιώτης. Τούτος είναι η άλλη άκρη. Έχει τη σβελτάδα, την πονηριά, το χαμογελαστό των νησιωτών. Βλέπει πάνω στη ζύμη τύχη και κύματα, εκεί που ο Μετσοβίτης βλέπει ανάγκη. 
   Ο Κουμιώτης λέει:
   «Βρε Γληγόρη, μίλησε! Πες, επιτέλους, κάτι!»
   Ο Μετσοβίτης:
   «Πρώτον: Λέγε με Γρηγόριον. Σου το είπα χίλιες φορές. Γρηγόριος είναι το όνομά μου. Εις ημάς, στην Ήπειρον, τίποτε δεν αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη».
   «Καλά. Καλά. Σε λέω Γρηγόριο. Πες, το λοιπόν, ρε Γρηγόριε, τίποτα να περάσει η νύχτα! Ο άνθρωπος θέλει ν' ακούγει και μια φωνή!»
   «Όταν θα ομιλήσω εγώ θα ιδείς τι έχω να πω. Όπου να 'ναι...»
   «Για κείνο λες;»  
   «Υπάρχει τίποτε άλλο οπού πρέπει να συλλογίζομαι; Όπου να 'ναι... Ολοένα πλησιάζω...»
   «Εγώ λέω, μωρέ Γρηγόριε, συνάδερφε Μετσοβίτη, πως από τότες που μπήκε αυτός ο διάολος, το άτιμο μυστήριο, ανάμεσό μας, σα να ράγισε κάτι τις, να έσπασε. Άλλαξες, μωρέ! Γίνηκες σαν σκαντζόχοιρος, μονόχνωτος, γίνηκες κι εγώ δεν ξέρω τι. Ακόμα κι η λαλιά σου άλλαξε· ήταν που ήταν, τώρα παράγινε μ' αυτά τα παπαδικά, τα περί δια γραμμάτου που βάζεις στο στόμα σου. Τι το 'θελα κι εγώ να σου πω τότες αυτά για τον Έγριπο!»
   «Εύριπος είναι το όνομα, μην αλλάζεις τας λέξεις! Αι λέξεις είναι σαν την ψυχήν: πράγματα ιερά, δεν πεθαίνουν, δεν αλλάζουν. Και μάλιστα ο Εύριπος, όνομα ξακουστόν!»
   «Τι ήθελα να σου πω εγώ, μωρέ Γηγόρη ή Γρηγόριε, για Έγριπο! Όμως πες μου, στο θεό σου: Τι σε γνοιάζει, μωρέ εσένα, για τα νερά του στενού του νησιού μας; Τι σε γνοιάζει, μωρέ, αν πάνε έξι ώρες τ' απάνου, κατά το βοριά, έξι ώρες τα κάτου -το γιατί πάνε; Τόσοι ανθρώποι αρχαίοι και δε βρήκανε απόκριση στο μυστήριο. Κι έμεινε σ' εσένα, μωρέ, τον αρτεργάτη του Παγκρατιού, να το ξεδιαλύνεις; Κι ύστερα, ας πούμε πως το ξεδιάλυνες. Τι έβγαλες;»
   Ο Μετσοβίτης χαμογέλασε αδιόρατα, πάτησε με δύναμη τις χούφτες του στη ζύμη, είδε τη σφιχτή μάζα να μαζεύεται, ύστερα πάλι να φουσκώνει αργά απ' την ένταση που είχε μέσα της.
   «Ήσουν η καλή μου τύχη...» είπε στο νησιώτη χωρίς να τον κοιτάζει.
   Πέρασε λίγη ώρα. Ησυχία στο φούρνο. Η ζύμη του ψωμιού. Να δέρνεται, να συμμαζώνεται, να θέλει να τιναχτεί πάλι, να αναζητήσει την πρώτη μορφή.
   Πάλι ο Κουμιώτης έσπασε τη σιωπή.
   «Έλα, μωρέ Γρηγόριε, να γυρίσουμε στα πρωτινά! Τότες που ο Έγριπος δεν είχε μπει ανάμεσό μας. Έλα, σαν και τότες: Εσύ να μου λες ιστορίες για Μέτσοβο, για Γιάννινα, για τον Αλή Πασά. Εγώ να σου λέω για τους κουρσάρους και τους κοντραμπατζήδες και τα παλαιά του νησιού μας. Έτσι θα περνά η ώρα».
   Ο Μετσοβίτης κοίταζε τη ζύμη. Η ματιά ολοένα γινόταν πιο σκληρή, σα να ζητούσε να φτάσει σ' έναν πυρήνα, σ' ένα συσχετισμό: Πρώτον η ζύμη του ψωμιού· δεύτερον ο Εύριπος. Να υπήρχε καμιά μυστική τους σχέση; Και ποια να ήταν;
   Ο Κουμιώτης κοίταζε τον σύντροφό του, αναθυμόταν. Τον είχε βρει, τον Μετσοβίτη, να δουλεύει σε τούτον το φούρνο εδώ και δυο χρόνια, όταν αυτός ήρθε απ' το νησί του. Ο Μετσοβίτης είχε ριζώσει στο φούρνο του Παγκρατιού απ' τα πρώτα χρόνια της Κατοχής, όταν ξεπατρίστηκε απ' την Ήπειρο. Και φαίνεται πως πια θα ήταν δύσκολο να γυρίσει στο φαράγγι της Κατάρας. Παντρεύτηκε στο Παγκράτι, δέθηκε.  Το Μέτσοβο έμενε μαγεία και δίψα.
   Απ' την πρώτη κιόλας νύχτα που άρχισαν να δουλεύουν μαζί, ο Μετσοβίτης έπιασε να λέει στον Κουμιώτη για την Ήπειρο. Ανακατεύονταν: παραμύθια και θρύλοι, θεριά και άγγελοι, μεγάλοι ευεργέτες και δήμιοι, βουνά και φαράγγια δασωμένα, το Περιστέρι και η Βακαράτσα, ο Αλής κι ο Κοσμάς ο Αιτωλός, ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο ληστής ο Θύμιο - Γάκης κι η Ευδοκία Αβέρωφ που την είχε αρπάξει ο ληστής και τη φύλαξε στο λημέρι του. Ο Μετσοβίτης ερχόταν από ένα σόι κολόγερων και ασκητών. Στον καιρό τον παλαιό ο παπάς της Αγια - Παρασκευής του Μετσόβου, πρόγονός του, είχε καθίσει, λέει, κάτω απ' τον μεγάλο πλάτανο της εκκλησιάς και συνδιαλέχτηκε με τον Κοσμά τον Αιτωλό για το ζήτημα που τον έκαιγε τον άγιο άνθρωπο: για το τι είχε το Γένος περισσότερη χρειά: εκκλησίες ή σχολεία; Όταν ήταν αμούστακο παλικαράκι ο ζυμωτής μας έκανε τον αριστερό ψάλτη στην Αγια - Παρασκευή του Μετσόβου. Οι δικοί του λέγαν να φορέσει κι αυτός το ράσο, όπως ο πατέρας του. Όμως ήρθαν έτσι τα πράματα, ξεστράτισε, έγινε ζυμωτής. Έχοντας κλίση στα γράμματα και στα ιερά, είχε διαβάσει στο χωριό του φυλλάδες πολλές. Άλλες τις βρήκε στο πατρογονικό του, άλλες τού τις έδινε ο αρχιμανδρίτης του Μετσόβου. Χρονογραφίες για την Ήπειρο και για το Μέτσοβο -ιστορικά του ξακουσμένου Αραβαντινού και άλλα- γλώσσα παλαιϊκή και πράματα παλαιϊκά. Έτσι είχε γίνει κι αυτός, ο ζυμωτής, λίγο παλαιϊκός. Η γλώσσα που μιλούσε ήταν όπως στις χρονογραφίες της Ηπείρου. Τις αποστήθιζε σε πολλά.
   «Ω, πού να ξεύρεις εσύ τι εστάθη το Μέτσοβον στους χρόνους της Τουρκοκρατίας!» έλεγε στον Κουμιώτη. «Ήτον βασίλειον αληθινόν, τόπος ιερός, κατά προσταγήν του Διβανίου, με φιρμάνι σουλτανικόν. Όποιος χριστιανός, ή οθωμανός, ή γιαχουντής, κάθε θρησκείας και τάξεως υποκείμενον, ήθελε καταφύγει μέσα εις την  μετσοβιτικήν δικαιοδοσίαν, ήτον προστατευμένος, κανείς δεν είχε το ελεύθερον να τον καταδιώξει».
   «Μωρέ, αληθινά είναι όλα αυτά, για παραμύθια;» ρωτούσε ξαφνιασμένος ο Κουμιώτης.
   «Και πού να ξεύρεις ακόμα! Όσοι Οθωμανοί έπρεπε να διαβούν από το Μέτσοβον ήτον αναγκασμένοι, εβγαίνοντας από τα όρια τα μετσοβίτικα, να τινάζουν τα πέταλα των αλόγων τους. Ότι μήτε ένα δράμι από χώμα μετσοβίτικον δεν έπρεπε να σηκώσουν και να πάρουν μαζί τους».
   «Ω, μωρέ Γληγόρη, σα να τα παραλές για το χωριό σου! Και γιατί, μαθές, τούτη η προτίμηση περί Μέτσοβο; Ο λόγος ποιος;»
   «Μάθε το λοιπόν: ο λόγος δια την φιλίαν. Και δια την καλήν πράξιν. Άκου, να μάθεις: Κάποτε ένας βεζίρης υπέπεσε εις την οργήν και καταδίωξιν του Διβανίου. Έφυγε κρυφά, τιπτίλι, δηλαδή μεταμφιεσμένος, από την Κωνσταντινούπολιν, έφθασε εις την Ήπειρον. Ο ιερεύς ενός χωριού τον ελυπήθη,  τον έκρυψε εις το σπίτι του, με μυστικότητα πολλήν. Έπειτα ο ιερεύς επήγε, ευρήκε τον φίλον του τον βλαχοποιμένα Στέργιον Φλόκκαν τον Μετσοβίτην, του λέει το μυστικόν. Κρύψε τον, χριστιανέ, του λέει. Είναι άνθρωπος διωκόμενος. Και ημείς είμεθα χριστιανοί, πρέπει ν' αγαπώμεν τον διωκόμενον. Λοιπόν, τον επήρε τον βεζίρη ο Φλόκκας, τον ένδυσε βλαχοποιμένα, τον περιέθαλπε ως αδελφόν. Τον χειμώνα τον είχε εις τα καλύβια των χειμαδιών του, εις περιφέρειαν Ζάρκου - Γριζάνου των Τρικάλων, τα καλοκαίρια εις το Μέτσοβον όπου έμαθε και την κουτσοβλαχικήν. Οπόταν ο Σουλτάνος Μεχμέτ εβεβαιώθη δια την αθωότητα του βεζίρη του. Έβγαλε φιρμάνι που του έδιδε αμνηστίαν. Και έπεψε ταχυδρόμους να τον γυρέψουν εις την αυτοκρατορίαν και να τον φέρουν να καταλάβει την μεγαλοβεζιρικήν θέσιν. Οι ταχυδρόμοι του Σουλτάνου επέρασαν και από το Μέτσοβον, διανυκτέρευσαν εις το κονάκι του Φλόκκα. Ήτον εκεί και ο βεζίρης, ενδυμένος τα βλάχικα. Οι ταχυδρόμοι του Σουλτάνου είπαν εις την ομιλίαν δια το φιρμάνι οπού είχαν, ο βεζίρης εζήτησε να το ιδεί. Και όταν εβεβαιώθη δια την αλήθειαν, είπε εις τους ταχυδρόμους ποίος είναι. Και αυτοί τότε τον έφεραν εις την Πόλιν με τιμήν πολλήν. Φεύγων ο βεζίρης από το Μέτσοβον ευχαρίστησε πολλά τον σωτήρα του Φλόκκαν. Έλα να με ευρείς εις την Πόρτα οπού πηγαίνω, του είπε. Ο Φλόκκας εταξίδευσε και επήγε εις Κωνσταντινούπολιν. Ο βεζίρης τον ενηγκαλίσθη, τον εδεξιώθη με τιμάς μεγάλας. Και κατά την ζήτησιν οπού του έκαμε ο χριστιανός, του έδωσε το φιρμάνι με τα προνόμια και τας παραχωρήσεις υπέρ του Μετσόβου».
   «Ε, και τι κάνατε με τα προνόμιά σας αυτά οπού λες, μωρέ Γρηγόριε;» ρώτησε ο Κουμιώτης. «Γινήκατε μαθές πιο καλοί απ' ό,τι ήσαστε;»
   «Και βέβαιαν δια το καλύτερον ήτον! Τότε έλαμψε το Μέτσοβον! Η θέσις του, καθώς υπάρχει πολλά αναγκαία δια τας συγκοινωνίας της Ηπείρου και της Θεσσαλίας, έγινε σταυροδρόμι σπουδαίον. Εμπορικόν και των πνευματικών. Έμποροι δραστήριοι, άνθρωποι του Θεού, ιερωμένοι οπού εκήρυτταν την θέλησιν του Κυρίου και τον εξυπνημόν του Γένους, αρματολοί και μάρτυρες και υφαντουργοί και ξυλογλύπται και χρυσικοί εφανερώθηκαν εις το χωριό μας. Και πολλά ακουσθήκανε όλοι τους, και ήκμασαν. Εταξίδευαν με άλογα έως την Βιέννην, την χώραν του Αυστρούγγρου, επήγαιναν εκεί και επουλούσαν υφαντά, έφερναν τσόχες και φέσια και ό,τι άλλο, και εκέρδιζαν. Τόσοι εθνικοί ευεργέται, υποκείμενα σπουδαία, εξεκίνησαν από το Μέτσοβον».
   Άκουγε ο νησιώτης τον Ηπειρώτη, θαμπωνόταν απ' τα λεγόμενα, όμως δεν ήθελε να το βάλει κάτω, να φανεί πως υστερούνε σε τίποτα τα νησιά απ' τα βουνά.
   Ο Ηπειρώτης έλεγε:
   «Τι έχεις τώρα εσύ, Ευβοτικέ, να ειπείς δια το μέρος σου ωσάν αυτά που σου λέγω εγώ δια το εδικόν μου; Τι έχεις να ειπείς δια την Εύβοιαν;»
   Ο άλλος:
   «Μπας και δε σου είπα για τους κουρσάρους, και για τα κάστρα μας και για τον Αχμέτ Αγά; Τι άλλο να σου πω;»
   «Αυτά, τα κάστρα, οι πειραταί, περνάνε, χάνονται. Δείχνουν την βίαν του ανθρώπου. Το Μέτσοβον έμεινε δια τα άλλα του, τα θαυμαστά. Τι έχεις εσύ να μου ειπείς δια την Εύβοιαν οπού να μένει;»
   Ο άλλος δεν αποκρινόταν. Ο Μετσοβίτης το ξανάλεγε, το έκανε φωνή θριάμβου, υπεροπτική:
   «Τι έχεις να μου ειπείς δια την Εύβοιαν θαυμαστόν, οπού να μένει;»
   Πάλι:
   «Τι έχεις να μου ειπείς δια την Εύβοιαν θαυμαστόν; Έχεις;» 
   Όταν, μια νύχτα που ζύμωναν, η θύμηση ήρθε στον Κουμιώτη σαν αποκάλυψη. Χτύπησε το κούτελό του με τα χέρια του τα γεμάτα ζύμη.
   «Τι έχεις να ειπείς θαυμαστόν δια την Εύβοιαν;»
   «Μ' έσκασες!» φώναξε ο νησιώτης θριαμβευτικά. «Ε, ναι, μωρέ, έχω να σου πω! Πώς έγινε και το ξεχνούσα; Λέω, το λοιπόν, πως στην Εύβοια είναι τα νερά! Τα νερά, μωρέ!»
   «Δια ποία νερά, λες;»
   «Μωρέ, λέω για τον Έγριπο! Για το στενό του Έγριπου! Για τα νερά του και για το ρέμα του!» 
   Ο Ηπειρώτης δεν είχε ακούσει άλλη φορά για Έγριπο και για νερά. Είπε:
   «Σε ερωτώ πάλι: Τι είναι αυτά τα ακατάληπτα δια Έγριπο και δια νερά;»
   «Αχαχούχα! Μιλάς παπαδίστικα, σαν πολύξερος γραμματικός, και δεν ξέρεις τι είναι τα νερά του Έγριπου! Είναι το θάμα, μωρέ Γληγόρη! Άκου που σου λέω, το θάμα ολουνού του κόσμου! Πουθενά στον κόσμο, όπου να γυρίσεις, δε γίνεται αυτό. Μοναχά στο νησί μας! Έξι ώρες τα νερά της θάλασσας στο στενό του Γριπονησιού πάνε καταπάνου, κατά το βοριά. Έξι ώρες κατά κάτου, κατά το νοτιά. Με το ρολόι. Ύστερα ξανά, το ίδιο βιολί: έξι ώρες απάνου, έξι κάτου. Λοιπόν, σε αρωτώ: Τι έχει το Μέτσοβο μπροστά σε τούτο το μέγα μυστήριο;»
   Ο Μετσοβίτης σάστισε, δεν αποκρίθηκε, δε ρώτησε άλλο. Τέλειωσε η νύχτα τους στο φούρνο, φύγανε.
   Την άλλη νύχτα ο Μετσοβίτης έκαμε ν' αρχίσει πάλι κάτι για Μέτσοβο όταν ο Ευβοτικός τον αποπήρε:
   «Τώρα σταμάτα περί δια Μέτσοβο! Τ' ακούσαμε! Συλλογίσου τώρα αυτό που σου είπα εγώ: τα νερά του Έγριπου. Τέτοιο θάμα, σου λέω, πουθενά στον κόσμο!»
   Ο Μετσοβίτης δισταχτικά:
   «Για ξαναπές μου το πάλι, φίλε. Πώς είπες ότι γίνεται αυτό με τα νερά;»
   «Είπα: Έξι ώρες τρέχουν τ' απάνου, κατά το βοριά. Ύστερα σταματάνε, κάνουνε βόλτα, αρχινάν να κατεβαίνουν την ανάποδη, πάλι έξι ώρες. Με δύναμη φοβερή. Και πάλι τ' απάνου έξι ώρες, πάλι τα κάτου. Από τότες που γίνηκε ο κόσμος!»  
   «Και κανείς δεν εξεδιάλυνε ως τώρα το μυστήριον αυτό;»
   «Να ξεδιαλύνει το μυστήριο;! Έτσι λες εσύ πως ξεδιαλύνουνται τέτοια μυστήρια; Θαρρείς πως είναι τίποτα βεζίρης κρυμμένος στο Μέτσοβο για να τον βρούνε; Από τότες που γίνηκε ο κόσμος, έχουνε να λένε πως οι σοφοί πασκίζουνε να βρουν μια άκρη στο μυστήριο. Όμως άκρη δε βρίσκεται. Και μήτε θα βρεθεί ποτές! Αυτό είναι το Γριπονήσι μας, Γρηγόριε από Μέτσοβο!»
   
   Αυτό ήταν. Το σουβλί μπήκε μες στην ψυχή του Ηπειρώτη, τη θρεμμένη με θρύλους, με συναξάρια, με χρονογραφίες, την προετοιμασσμένη για ό,τι είναι έξω απ' το μέτρο, θαυμαστό:
   «Διατί κινούνται έτσι τα νερά αυτά;»
   Άρχισε η λειτουργία, η πρώτη, του πάθους:
   Γιατί;
   Κάθε μέρα που περνούσε ο Μετσοβίτης απολησμονούσε το Μέτσοβο, χωνόταν μες στη δίνη την άλλη, στο ρέμα το άλλο.
   Γιατί;
   Γύρεψε φυλλάδες, ρώτησε τον απόμαχο γερο - δάσκαλο, τον Καππαδόκη, της ενορίας, ανίχνευε την ιστορία του Ευρίπου.
   «Ποία να είναι η αιτία της κινήσεως αυτών των νερών; Τι την ρυθμίζει; Διατί;»
   Η απόκριση που δίναν τα βιβλία, οι άνθρωποι, τοποθετούσαν την εξήγηση στον ουρανό, στην επίδραση των άστρων. Ο Μετσοβίτης συλλογιζόταν:
   «Διατί εις τον ουρανό; Ό,τι είναι εις την γη πρέπει να έχει την εξήγησίν του εις την γη».
   Δεν έλεγε τίποτα στον σύντροφό του, σώπαινε και στοχαζόταν.
   Ο Κουμιώτης βλέποντας αυτή την κατάσταση, τη μουγκαμάρα του Ηπειρώτη, επαναστατούσε.
   «Μωρέ Γληγόρη, τι σ' έπιασε; Έλα, μωρέ, να πούμε πάλι περί Μέτσοβο και περί Αγίους. Ό,τι θες. Για δε μιλάς;»
   Ο άλλος κοίταζε τη ζύμη, που δούλευε η μηχανή, την κίνησή της.
   «Γιατί δε μιλάς;»
   Ο Μετσοβίτης:
   «Δεν έχω να ειπώ τίποτε. Σκέπτομαι».
   «Και τι βγάζεις που σκέφτεσαι; Μεγαλώνει το μεροκάματο; Η σκέψη δε φελά. Θα έχουμε απεργία, λένε».
   Ο Μετσοβίτης:
   «Εγώ λέω δια τα νερά οπού σκέπτομαι. Όχι δια το μεροκάματο».
   «Για ποια νερά λες;»
   Κι ύστερα, σα να το θυμόταν ξαφνικά:
   «Α, μπας κι είναι για τον Έγριπο που λες;»
   «Δεν υπάρχει Έγριπος. Υπάρχει Εύριπος. Και είναι το μέγα θαύμα. Μην αλλάζεις τα ονόματα».
   Ο Κουμιώτης:
   «Καλά, τα είπαμε για Έγριπο. Μια φορά, δυο φορές, τέλειωσε. Δεν έχει άλλο!»
   «Τι λες, άνθρωπε; Εσύ εκόμπαζες δια τον Εύριπον. Τώρα εβαρέθηκες; Τώρα που δι' εμέ αρχίζει;... Σου λέω λοιπόν...»
   Κι έλεγε τις σκέψεις του, τις υποθέσεις που έκανε. Το απλοϊκό μυαλό του δούλευε εξαντλητικά, γυρεύοντας την εξήγηση: «Γιατί τα νερά αλλάζουν κίνηση κάθε έξι ώρες; Ποιος τα κινεί;» Διάβασε κι άλλες ιστορίες για τον Εύριπο, η ψυχή του έκαιγε κάθε μέρα, κάθε νύχτα:
   Γιατί;
   Μια νύχτα, αναπάντεχα, ο Κουμιώτης τού είπε:
   «Ξέρεις, την Κυριακή λέμε να πάμε με τη συμβία στη Χαλκίδα. Δεν παίρνεις τη γυναίκα σου να 'ρθεις κι εσύ; Θα δεις και τα νερά».
   «Έρχομαι!» είπε ο Μετσοβίτης και τα μάτια του λάμψανε.
   Μα την άλλη νύχτα είπε στο σύντροφό του.
   «Όχι. Δεν έρχομαι. Δεν έχω ανάγκη να ιδώ τα νερά».
   «Γιατί δεν έχεις ανάγκη; Έτσι θα δεις με τα ίδια σου τα μάτια το μυστήριο και θα σου φύγει η λόξα να το σκέφτεσαι. Καταπώς δεν το σκέφτομαι εγώ».  
   «Όχι. Δεν πρέπει», είπε ο άλλος.
   Και σε λίγο διόρθωσε:
   «Δεν χρειάζεται».
   Όχι, δεν πρέπει να το ιδώ, έλεγε μέσα του ο Μετσοβίτης. Δεν μπορούσε να το ξεκαθαρίσει, αλλά ήταν αυτό: με το να μην έχει δει τα νερά του Ευρίπου τα κρατούσε στην περιοχή όπου όλα είναι αφαίρεση -πνεύμα και απορία που θέλει απάντηση. Φοβόταν πως αν έβλεπε τα νερά του στενού, την κίνησή τους, θα τα έχανε δια παντός. Όπως οι χιλιάδες άνθρωποι της Χαλκίδας που τα έχουν πλάι τους, τα βλέπουν καθημερινά, και όμως μπορούν να κοιμούνται ήσυχα, χωρίς απορία. Αυτός δεν ήθελε να χάσει την αγρύπνια του:
   «Διατί κινούνται έτσι τα νερά του Ευρίπου;»
   Η γυναίκα του Κουμιώτη προσπάθησε να παρασύρει στην εκδρομή τη γυναίκα του Μετσοβίτη.
   «Να πάμε, καλέ, να δείτε τον Έγριπο, το θάμα!»
   Μα ο Μετσοβίτης έμενε αμετάπειστος.
   «Να σου κάμω το ναύλο να πας εσύ», είπε στη γυναίκα του.  «Αλλά εγώ, όχι!»
   «Μα τι σ' έπιασε, καλέ, και λες όχι, έτσι πεισματικά, γι' αυτόν τον Έγριπο; Καλά, κάνε μου τα ναύλα να πάω με τους φίλους μας».
   Φύγαν Κυριακή πρωί, γύρισαν το βράδυ. Ο Μετσοβίτης όλη αυτή τη μέρα της σκόλης καθόταν στα καρφιά.
   «Τι θα ιδεί, άραγε, η δική μου; Πώς να είναι, άραγε;»
   Η γυναίκα του έφτασε στο σπίτι αργά τη νύχτα, γυρίζοντας με το τραίνο απ' τη Χαλκίδα, θαμπωμένη και κατασκοτωμένη.
   «Τι θάμα είναι αυτό που γίνεται κει πέρα, άντρα μου! Πώς να σου το πω!»
   «Το είδες με τα μάτια σου;»  
   «Αν το είδα, λες, άντρα μου! Ένα γεφύρι δένει τις δυο στεριές, στο στενό, πάνω απ' τη θάλασσα. Έσκυψα απ' το γεφύρι, είδα από κάτω τα νερά, φρύαξα. Στριφογυρίζανε, κάνανε ρουφήχτρες κατεβαίνοντας από ψηλά, από βοριά. Πώς γίνεται στο δικό μας το ποτάμι το ηπειρώτικο, τον Αχέροντα, εκεί στη σπηλιά του Άγιου Δονάτου, πριν απ' τη Σκάλα της Τζαβέλαινας; Έτσι. Ύστερα, σαν ήρθε η ορισμένη ώρα, άξαφνα γίνηκε ησυχία στο στενό της θάλασσας. Τα νερά σταματήσαν να κατεβαίνουν. Και κει που δεν το περίμενες, άρχισαν, σιγά - σιγά στην αρχή, ύστερα πάλι με δύναμη, με ρουφήχτρες, όμως τούτη τη φορά απ' την ανάποδη, να κυλάνε παλαβά από νοτιά σε βοριά. Έκανα το σταυρό μου, έλεγα: Ιησού Χριστέ, πώς γίνεται τούτο το θάμα; Έλεγα: Ιησού Χριστέ, το χέρι σου θα 'ναι στον πάτο της θάλασσας ετούτης, σ' ετούτο το στενό, και δίνει φόρα στα νερά, μια τ' απάνω, μια τα κάτω...»
   Ο Μετσοβίτης άκουγε ναρκωμένος, αμίλητος. Όμως, στις τελευταίες λέξεις της γυναίκας τινάχτηκε.
   «Πώς το είπες το τελευταίο, γυναίκα;»
   «Είπα πως το χέρι του Θεού θα 'ναι στον πάτο της θάλασσας, σ' αυτό το στενό. Άμα το δεις θα καταλάβεις: Ό,τι γίνεται, γίνεται στον πάτο. Από κει ανεβαίνει η δύναμη».
   «Αυτό είναι!» χτύπησε την παλάμη του στο κούτελό του ο Μετσοβίτης. «Καλά το είχα σκεφθεί εγώ! Το μυστήριον είναι εις την γη, όχι εις τον ουρανό. Είναι όχι σεληνιακόν, είναι γήινον».
   «Τι είπες;»
   Μα αυτός δεν αποκρίθηκε. Συλλογιζόταν:
   «Αγαθή γυναίκα είναι, όμως ιδές πώς επλησίασε την αλήθεια, όσον δεν το έκαμαν οι σοφοί. Φαίνεται πλέον καθαρά πως ο Θεός εφύλαξε δι' εμέ αυτή την τύχη, να λύσω το μυστήριον εγώ, ν' ακουσθεί πάλιν το Μέτσοβον».
   Πήγε στον Άι - Γιώργη του Παγκρατιού, προσκύνησε, ονοματίζοντας τον Άι - Γιώργη του Μετσόβου που είναι στην άκρη του χωριού τους, κάτω απ' τη σκιά της Κατάρας. Παρακάλεσε:
   «Άι - Γιώργη, βοήθησε και εμέ, όπως έκαμες με τους άλλους Μετσοβίτες. Με τον Γεώργιον Αβέρωφ, που έκαμε το θωρηκτόν, με τους άλλους...»
   Γιατί έτσι το είχε ακουστά: Όλοι οι Μετσοβίτες, πριν φύγουν για τα ξένα κυνηγώντας τύχη και πλούτο, προσκυνούσαν τον Άι - Γιώργη του χωριού τους γυρεύοντας να τους βοηθήσει. Κάνανε τάμα. Κι ο Άι - Γιώργης τους παράστεκε και προκόβανε, και γίνονταν ευεργέτες του Γένους. Ο Γεώργιος Αβέρωφ, για να ευχαριστήσει τον Άγιο, του έκαμε κήπο πολλά ωραίον, με λουλούδια αλλοεθνή, του έκαμε και καμπαναριό, ευγνώμων.
   «Άι - Γιώργη μου», έλεγε ο Μετσοβίτης ικετεύοντας, «εκείνοι ακουστήκανε, άλλος με το θωρηκτόν, άλλος με σχολάς οπού έκτισαν, άλλος με φυλακήν οπού έκτισε, με τούτο, με εκείνο. Εγώ θα ακουσθώ με το μυστήριον του Ευρίπου. Βοήθησε και εμέ, Άγιε προστάτη μας, να ευρώ το χέρι του Θεού εις το βάθος του βυθού, εις το βάθος της γης. Διότι κάτι κάμνει ο Κύριος εις το βάθος της γης και κινεί τα νερά του Ευρίπου. Βοήθησέ με να το ανακαλύψω, και κάτι θα σου κάμω και εγώ, όπως σου έκαμε ο Αβέρωφ, εκείνος του πλοίου». 
   Αφού είπε αυτά είπε να βάλει και τάξη, ρυθμό στην εργασία του:
   «Είμαι ζυμωτής, αρτεργάτης, έχω φαμελιάν, πρέπει να δουλεύω σωστά και την ζύμην και τον Εύριπον. Η δουλειά δια το μυστήριον θα είναι μακροχρόνιος. Πρέπει, λοιπόν, να βάλω πρόγραμμα: ένα λεπτόν την ώρα, κάθε ώρα, θα σκέπτομαι την λύσιν του Ευρίπου. Ένα λεπτόν. Εις όλη μου την ζωήν».
 
   Έτσι, κάθε μέρα που περνούσε, ο άνθρωπος του Μετσόβου χωνόταν πιο βαθιά στον κόσμο του αγνώστου. Παρατηρούσε τα πάντα, μελετούσε την κίνησή τους, τη διάταξή τους: τα βουνά, τους ανθρώπους, τα δέντρα, τη γη, τα πηγάδια, τη ζύμη του φούρνου. Καταλάβαινε, με το απλοϊκό του μυαλό, το σωστό δρόμο μεθόδου: η παρατήρηση οδηγεί στην ερμηνεία.
   Μια Κυριακή πρωί τράβηξε μονάχος κατά το μοναστήρι της «Κριού Κεφαλής» -το μοναστήρι της Καισαριανής. Περπάτησε τον φιδωτό, ανηφορικό δρόμο που οδηγεί τον οδοιπόρο στους πρόποδες του Υμηττού. Κοίταζε αποθαυμάζοντας τη διάταξη των χαμηλών λόφων· στο βάθος, απ' το άνοιγμα του φαραγγιού, την Ακρόπολη των Αθηνών. Σαν έφτασε στην αυλή του μοναστηριού στάθηκε πολύ έξω απ' την πύλη, στη βρύση με το κεφάλι του κριού, κοίταζε την αέναη ροή του νερού. Είδε τα ψηλά κυπαρίσσια που περιβάλλουν το μοναστήρι, μπήκε μέσα στην εκκλησιά. Η άγρια ματιά του Παντοκράτορα τον κράτησε φοβισμένον κάτω απ' τη δύναμή της.
   Βγήκε έξω, κάθισε στον αιωνόβιο πλάτανο της αυλής. Είχε ένα τεφτέρι και το κουβαλούσε, εδώ και λίγον καιρό, μαζί του, για να καταχωρεί τις ιδέες που του έρχονταν, μπας και φύγουν. Άρχισε να ανασυνθέτει τη μορφή του κόσμου, όπως τη σχημάτιζε το απλοϊκό μυαλό του. Έβγαλε το τεφτέρι, άρχισε να γράφει έπειτα από συλλογή πολλή:
   «Τι παρατηρούμεν επί της γης; Παρατηρούμεν την θάλασσαν, όρη, κοιλάδας, λόφους και εξογκώματα. Λίμνας, ποταμούς, πηγάς υδάτων. Πηγάδια, ως και εις ύψος δύο χιλιάδες μέτρα, να αναβλύζουν ύδωρ, το οποίον αποσπάται ή από λίμνας, ή από ποταμούς, ή από φλέβας της γης. Και εις πλαγιάς ορέων παρατηρούμεν να είναι δασωμέναι, και τότε υποστηρίζομεν ότι διέρχεται νερό, το οποίον εκσπά συνήθως επί των κλιτύων των ορέων και σχηματίζονται οι ποταμοί. Εκσπά και άλλο νερό επί των πλαγιών του βουνού, όπου ημείς οι χωρικοί της Ηπείρου σχηματίζομεν το χωρίον μας και κατασκευάζομεν νερομύλους. Και αλέθομεν διάφορα σιτηρά».
   Η εικόνα του νερόμυλου, μαζί με τη θύμηση του χωριού του, τον σταμάτησε. Σκέφτηκε:
   «Μήπως βοηθά εις τίποτε, δια τη λύσιν του μυστηρίου, ο τρόπος οπού λειτουργούνε οι υδρόμυλοι; Μήπως υπάρχει κάποια σχέσις: ο νερόμυλος και τα νερά του Ευρίπου;»
   Προσπάθησε να ξαναφέρει πάλι εκεί, μπροστά του, μες στην ερημιά του μοναστηριού της Καισαριανής, την εικόνα του νερόμυλου της Ηπείρου, τη λειτουργία του. Συνέχισε να γράφει στο τεφτέρι του:
   «... Πώς κατασκευάζομεν νερομύλους και αλέθομεν διάφορα σιτηρά; Ένα οίκημα, και εις μίαν του πλευράν κατασκευάζομεν μίαν δεξαμενήν ως χωνί, ύψος πέντε έως έξ μέτρα, και το στενεύομεν βαθμηδόν προς τα κάτω. Επί της οποίας δεξαμενής (κοινώς καρούτα) κατασκευάζομεν μίαν τεχνητήν οπήν, επί της οποίας θέτομεν σωλήνα με στόμιον στενόν. Και εξ αυτού εξέρχεται το νερό, όχι πλέον ως πολτός -όπως πίπτει εκ του αύλακος εις την δεξαμενήν (κοινώς καρούτα)- αλλά πολύ συμπυκνωμένον, ως συμπαγές, ή ως σιδηρά ράβδος. Και κτυπά εις τας ακτίνας της πτερωτής, η οποία πτερωτή είναι όμοια με ρόδα διτρόχου οχήματος, και γυρίζει ο γύρος τη μυλόπετρα, ήτις είναι δεμένη, συνδεδεμένη δι' ενός ξυλίνου άξονος, στερεωμένη εις το έδαφος της γης και του πατώματος του οικήματος του μύλου. Που εάν θελήσωμεν να βάλωμεν το ένα δάκτυλό μας εις το νερό θα κοπεί· εάν την παλάμην μας, θα πάθωμεν εξάρθρωσιν αυτής -τόσον πολλή είναι η δύναμίς του, ένεκα το πολύ ύδωρ οπού έχει η δεξαμενή, κοινώς καρούτα».
   Ο Μετσοβίτης σταμάτησε, ξαναδιάβασε την εικόνα, την περιγραφή· σα να ταξιθετούσε τα περί υδρομύλων. Ύστερα, έχοντας μείνει ικανοποιημένος απ' την ταξιθέτηση, προχώρησε στα πέραν. Στην ουσία. Σκέφτηκε πολύ απάνω σ' αυτή τη μεταμόρφωση του νερού: στη δύναμη που αποκτά μέσον της δεξαμενής, κοινώς καρούτας, που έχει οπήν και το νερόν «εξέρχεται όχι ως πολτός, αλλά ως σιδηρά ράβδος».
   Πήρε το μολύβι του, έγραψε:
   «Τόση είναι αυτή η δύναμις του νερού ώστε, εάν δεν σταματήσει εις την ακτίνα της πτερωτής, δύναται να φθάσει υπέρ τα τριάντα έως τα σαράντα μέτρα ως σιδηρά ράβδος, και με ταχύτητα την οποία υπολογίζω να είναι περί τα 100.000 χιλιόμετρα την ώραν. Που εάν, κατά την ώραν της κινήσεως, ο μύλος πάθει βλάβην τινά, ο μυλωνάς δεν δύναται να εισέλθει προς διόρθωσιν, εάν δεν διακόψει το νερό του αυλακίου ίνα μη πίπτει επί της δεξαμενής...»
   Το ξαναδιάβασε. Του άρεσε πολύ ότι άρχισε τώρα να χρησιμοποιεί και αριθμούς, υπολογίζοντας: πόσα μέτρα μπορεί να πέφτει «ως σιδηρά ράβδος» το νερό απ' την καρούτα, και με πόση ταχύτητα.
   Ύστερα κουράστηκε. Έκλεισε το τεφτέρι και γύρισε στο Παγκράτι.
   Μήνες ολάκερους, μέρα νύχτα, ο νους του δούλευε προς την κατεύθυνση του μύλου. Να έχει καμιά αντιστοιχία η δύναμη του νερού του υδρόμυλου με τη δύναμη των νερών του Ευρίπου; Δύναμη υγρή το ένα, δύναμη υγρή το άλλο. Όταν δεν δούλευε στο φούρνο, τις σκόλες, γύριζε στα εξοχικά μέρη της Αττικής, όπου υπήρχαν νερά, γυρεύοντας να βρει ένα νερόμυλο, να ελέγξει από κοντά όσα θυμόταν απ' το χωριό του. Επειδή ήταν φαμελίτης φτωχός, και δεν είχε άλλο απ' το μεροκάματό του, γύριζε με τα πόδια στην Αττική. Κατασκοτωνόταν.
   «Μήπως βρίσκεται εδώ κανείς νερόμυλος;  Έχει ο τόπος σας νερά;»
   Όμως οι νερόμυλοι είχαν χαθεί απ' την Αττική. Φαίνεται θα σώζονταν μονάχα στα βουνά της Ηπείρου. Ο ήρωάς μας ολοένα γινόταν πιο αμίλητος, πιο κλειστός.
   Η γυναίκα του γκρίνιαζε γι' αυτές τις αλλόκοτες περιπλανήσεις. Γκρίνιαζε επειδή τον έβλεπε που ολοένα έρεβε, που δεν έτρωγε και δεν κοιμόταν όσο έπρεπε.
   «Έννοια σου, και μια μέρα θα χαρείς πολύ δια τον άνδρα σου», της έλεγε.  
   «Μα τι έχεις και σε τρώγει; Τουλάχιστον να το ξέρω! Μπας κι είναι πάλι για κείνα τα καταραμένα τα νερά;»
   «Όχι! Όχι!»
   Δεν ήθελε πια να μιλά σε κανέναν, μήτε στη γυναίκα του, μήτε στο φούρνο, για τα νερά του Ευρίπου, για τις αναζητήσεις του. Καταλάβαινε πως όταν ο άνθρωπος μπαίνει σ' αυτά τα σύνορα είναι κατάμονος.
   Έτσι η ζωή του γινόταν ολοένα πιο ερημική, πιο αινιγματική, όπως τα νερά του ισθμού.
   Μια νύχτα σκέφτηκε:
   «Μήπως υπάρχει καμία δεξαμενή, είδος καρούτα, εις το βάθος της γης;»
   Δούλεψε πολύ την ιδέα, άρχισε να συμπεραίνει. Κατέγραψε στη φυλλάδα του:
   «Εάν δεν υπήρχε κάτι ως λιμνοθάλασσα εις το μέσον και ενδότερον σημείον της γης, αι τόσες καύσεις της μετάλλων, οπού έχει εις διάφορα μέρη της, θα έκαιαν το επάνω σώμα της γης και δεν θα υπήρχε γη. Δια να υπάρχει γη θα υπάρχει μέσα της και λιμνοθάλασσα και σβήνουν αι καύσεις της. Ως ένας σπόγγος θα είναι η γη».
   Ωραία. Χώνεψε την ιδέα μιας καρούτας, λιμνοθάλασσας, εις το ενδότερον της γης. Έτσι θα ήταν. Αλλά, τώρα πώς σχετίζεται αυτό με τα νερά του Ευρίπου; Το δούλευε μέσα του. Κοίταζε το ζυμωτήριο του φούρνου.
   «Μήπως και τούτο το ζυμωτήριον οπού ζυμώνεται ο άρτος δεν περιστρέφεται καθώς η γη;»  
   Ο καιρός περνούσε. Ήταν η εποχή η αμέσως μετά την απελευθέρωση της Αθήνας, έτος 1944. Ο τόπος ζούσε μέρες φοβερές, λυσσομανούσε το πάθος στην καρδιά των Ελλήνων, το αίμα έτρεχε καυτό, γύρευε εκδίκηση, πριν στεγνώσει, άλλο αίμα έμπαινε στη θέση του. Όλοι είχαν να πολεμήσουν: με τους άλλους, με τον εαυτό τους. Μονάχα ο άνθρωπος με τα νερά του Ευρίπου στεκόταν έξω απ' την τρικυμία. Σα να είχε κλείσει γι' αυτόν οριστικά ο άλλος κόσμος έξω από ένα κάστρο. Μες στα τείχη του κάστρου ήταν ο Εύριπος και το μυαλό του. Τώρα είχε γίνει ακόμα πιο λιγομίλητος, η ματιά του είχε φέγγος ασκητικό.
   Στο φούρνο δεν του μιλούσε πια κανένας συνάδελφός του αρτεργάτης. Ο Κουμιώτης είχε ανακατευθεί στα πάθη, μια νύχτα βρέθηκε σκοτωμένος. Κι η γυναίκα του Μετσοβίτη είχε συνθηκολογήσει: έπαψε να του γκρινιάζει, να τον συμβουλεύει.
   «Ο καθένας έχει τη βίδα του. Στον άντρα μου η βίδα ήρθε αργά. Όμως εγώ τι έχω να κάμω; Οι βίδες θα είναι από Θεού».
   Ο Μετσοβίτης κατάγραφε τώρα στο τεφτέρι του τις ύστατες αναλύσεις του από το θέαμα του κόσμου. Γύρεψε να δει μια πυξίδα. Έμεινε άφωνος απ' την κίνησή της. Του φάνηκε ωσάν να ανάπνεε η γη:
   «... Η γη είναι ζωντανή, έχει ζωήν, πνοήν, εννοώ τον μαγνήτην της, οπού μας δεικνύει πάντα τον βορράν η ναυτική πυξίς, αμφιταλαντευομένη ωσάν να αναπνέει. Η γη δεν έχει ώτα, οφθαλμούς, ομιλίαν, δεν έχει νοημοσύνην. Αλλά τώρα εγώ ο ερχόμενος Γρηγόριος ο Μετσοβίτης θα συμπληρώσω την νοημοσύνην. Η γη έχει νερόν εις όλον της το σώμα. Αυτό το νερόν το μεταδίδει φλεβικώς εις τα κατά τόπους της. Θα το μεταδίδει και εκεί, κατά τον ισθμό του Ευρίπου. Πώς το μεταδίδει; Αυτό θα το εύρω εγώ. Ο Εύριπος είναι φαινόμενον γεωλογικόν, όχι σεληνιακόν, ηλιακόν...»
 
   Ώσπου ο ζυμωτής ο Μετσοβίτης, ο αρτεργάτης Γρηγόριος, τον όγδοο χρόνο από τότε που πρωτάκουσε για το μυστήριο των νερών του Ευρίπου, πίστεψε πως επιτέλους έφτασε στο τέρμα, πως βήκε την εξήγηση. Η αστραπή δεν τον ξάφνιασε, δεν τον αναστάτωσε. Επειδή είχε εξοικειωθεί πια, τόσα χρόνια, με την ιδέα πως ήταν ο προορισμένος.
   Πήρε κόλλα δίφυλλη, ριγωτή, διαγωνισμού, και διατύπωσε τη λύση του. Έσχισε την κόλλα, πήρε άλλη, ξανάγραψε το πόρισμά του. Πάλι. Πάλι. Τέλος, στη δέκατη ριγωτή κόλλα διαγωνισμού νόμισε πως έφτασε στην οριστική διατύπωση. Σαν άνθρωπος υπομονής οπού ήταν, τον απασχόλησε πολύ και το ύφος. Έπρεπε να είναι ανεπανάληπτο, όπως και η λύση του.
   Έγραψε:
   «Ορμώμενος από τον υδρόμυλον του χωρίου μου, δεύτερον από το ζυμωτήριον οπού ζυμώνω τον άρτον, κατέληξα εις την λύσιν. Βασίζομαι και στηρίζω την λύσιν μου εις τα: εξ ώραι κινήσεις των υδάτων του Ισθμού από βορρά προς νότον, και πάλιν εξ ώραι από νότου προς βορράν. Ωσάν αυτό να μας διδάσκει ότι εις εν σημείον της γης υπάρχει ρωγμή φυσιολογική της γης, καλυπτομένη πάντοτε από θάλασσαν. Η οποία ρωγμή, ερχομένη καθέτως του Ευρίπου Ισθμού, αφού πρωτίστως  διέρχεται όλον το εσωτερικόν της γης, φθάνουσα εις το μέσον αυτής -εννοώ το κέντρον του εσωτερικού της- συναντά μεγάλην φυσιολογικήν λιμνοθάλασσαν, ήτις είναι υδροδότις όλης της γης και των ποταμών και του Ευρίπου Ισθμού. Χωρίς να αποκλείεται ότι εις το βάθος της γης, εκ της επιφανείας του Ευρίπου πιθανόν 50 έως 100 χιλιόμετρα, να υπάρχει -και υπάρχει κατ' εμέ- ετέρα δεξαμενή, ως η ξυλίνη δεξαμενή του υδρομύλου, η οποία εκσφενδονίζει το ύδωρ με μεγάλην πίεσιν, όχι ως πολτόν ύδατος αλλά συμπαγές, ως το νερό της δεξαμενής του μύλου. Και μη συναντών ακτίνα -πτερωτήν του μύλου- φθάνει περί τα 7 έως 8 χιλιόμετρα υπό θάλασσαν ως συμπαγές. Έτσι έχομεν το φαινόμενον επί εξ ώρας. Αλλά η γη εις εξ ώρας διήνυσε έν τέταρτον του κύκλου της, και δεν είναι πλέον καθέτως η μία ρωγμή της. Και τα νερά του Ευρίπου τείνουν να επανέλθουν εις την προτέραν των βάσιν. Εις το έτερον όμως αυτό εξάωρον συναντά την ετέραν φυσιολογικήν ρωγμήν της γης, και αυτή, καλυπτομένη πάντα υπό θαλάσσης και ερχομένη και αυτή καθέτως του Ευρίπου, έχομεν πάλιν την ροήν εκ βορρά προς νότον ή αντιθέτως».
   Ο Μετσοβίτης διάβασε τις λέξεις που έδιναν τη μαγική λύση, τις ξαναδιάβασε, ζαλίστηκε να τις αναμασά: οι ρωγμές της γης, η δεξαμενή η υδροδότις, η περιστροφή της γης. Έμεινε ικανοποιημένος. Η πολυπόθητη ώρα είχε έρθει: να βάλει σταυρό στο κείμενό του, όπως οι γιαπιτζήδες βάζουν σταυρό σαν φτάσουν στη στέγη του γιαπιού.
   Έβαλε σταυρό στο τέλος της γραφής του. Έβαλε χρονολογία. Ύστερα έγραψε:
   «Τώρα θέλω να ειπώ μίαν θρησκευτικήν λέξιν: Κύριε, τα πάντα εν σοφία εποίησες».
   Έβαλε κι άλλον σταυρό μετά τη θρησκευτική λέξιν. Ύστερα έγραψε τ' όνομά του. Μόνο το μικρό όνομα και την καταγωγή του:
   «Γρηγόριος Μετσοβίτης, δούλος του Θεού και του Αγίου Γεωργίου του από Μετσόβου».  
   Κι ύστερα κοιμήθηκε βαθιά.
 
   Τώρα, τι το δέον; Τι κάνουν οι άνθρωποι όταν έχουν βρει την εξήγηση ενός τόσον μεγάλου μυστηρίου της φύσης; Ύστερα από τόσους αιώνες που το αναζητούσε ο κόσμος;
   Ο Μετσοβίτης, εδώ, τα έχασε. Νέα αναστάτωση. Πήγε και βρήκε τον απόμαχο δάσκαλο του Παγκρατιού, τον γέροντα Καππαδόκη. Διστάζοντας, δειλά, με κομμένες φράσεις, προσπάθησε να του εξηγήσει.
   «Ξεύρεις, δάσκαλε... Ευρήκα μίαν λύσιν... Νομίζω ότι έχω τον Εύριπον και τη λύσιν του μυστηρίου».
   Είδε τον γέροντα να μην ξαφνιάζεται. Σταμάτησε. Χρειάστηκε να ξαναδεί πολλές φορές τον Καππαδόκη, να του πει καταλεπτώς τα συμβάντα, ξανά, ξανά, για να τον πάρει με το μέρος του. Του είπε για τις ατέλειωτες ώρες που δούλεψε το μυαλό του παλεύοντας, συνδυάζοντας τις ρωγμές της γης, τις υπόγειες δεξαμενές της, τις καρούτες της.
   Ο Καππαδόκης χαμογέλασε στην αρχή. Ύστερα, με τη σοφία των χρόνων του, κατάλαβε. Έπαψε να χαμογελά. Είπε στον Μετσοβίτη:
   «Λοιπόν, εύρες το μυστήριον. Και εγώ το βλέπω πως έτσι είναι. Το εύρες».
   «Με πιστεύεις, δάσκαλε;»
   «Σε πιστεύω».
   «Τι πρέπει να κάμω τώρα; Τι γίνεται εις ομοίας περιστάσεις;» 
   «Μα να το πεις στη γυναίκα σου! Να σε πιστέψει κι αυτή. Είναι ο πιο κοντινός σου άνθρωπος».
   Ο Μετσοβίτης είχε ζωηρές αντιρρήσεις.
   «Μα τι λες, δάσκαλε! Αυτά δεν είναι δια γυναίκες! Η δική μου, είμαι βέβαιος, δεν θα το καταλάβει».
   «Καλά, τότε μην το πεις. Όμως στον φούρνο τι θα κάμεις;»
   «Τι έχω να κάμω εις τον φούρνον; Τίποτε!»
   «Καλά, αλλά πώς πάει η δουλειά σου στον φούρνο; Αυτό ερωτώ. Μήπως παραμέλησες την εργασία σου;»  
   «Α, όχι! Ο άρτος, άρτος! Τον πλάθω πάντα όπως πρέπει. Ζυμωτής καλός. Αλλά τώρα δεν είναι δια τον φούρνο. Δια την ανακάλυψιν τι να πράξω;»
   Ο Καππαδόκης λέει:
   «Θέλεις να βγάλεις από επάνω σου το μυστικό; Θέλεις να ελαφρώσεις; Αυτό είναι;»
   «Ό,τι θέλω είναι δια την πατρίδα μου, το Μέτσοβον. Να μάθει ο κόσμος ότι ο Γρηγόριος ο εκ Μετσόβου...»
   Ο Καππαδόκης δεν ήξερε τι να τον συμβουλέψει. Δεν ήθελε να τον αφήσει στο σκώμμα των ανθρώπων. Η σοφία της Ανατολής μιλούσε μέσα του συμπονετικά. Προσπάθησε να συγκρατήσει τον Μετσοβίτη.
   «Δεν σου φτάνει, αδελφέ μου, ότι εσύ ησύχασες ύστερα από τόσον κόπο, τόσα έτη που έψαχνες; Μήπως πασκίζομεν για εμάς τους ίδιους, όχι για τους άλλους; Δεν σου φτάνει ότι εσύ επάσχισες για τον εαυτό σου τόσο;...»
   Όμως ο Μετσοβίτης οραματιζόταν τη δόξα να ξαναστεφανώνει το Μέτσοβο. Να ταξιδεύουν μαζί: το θωρηκτό του Γεωργίου Αβέρωφ, το Εθνικόν Μετσόβιον Πολυτεχνείον, τα νερά του Ευρίπου. Κάθισε κι έκαμε αντίγραφα της θεωρίας του, ιχνογράφησε σε χωριστά φύλλα το σχέδιο της γης με ενδείξεις: για τις ρωγμές της, για τους υπόγειους ποταμούς. Έστειλε τα αντίγραφα στους σοφούς του Πανεπιστημίου, στις εφημερίδες, στο Αστεροσκοπείο.
   Περίμενε μέρες, μήνες. Καμιά απάντηση.
   Τότε τον κυρίεψε ο πανικός:
   «Τώρα τι θα κάμω;»  
   Οχτώ χρόνια είχε συνηθίσει στην υπερένταση, να αγρυπνά, να γυρεύει. Τώρα όλα αυτά είχαν τελειώσει. Έμενε χωρίς σκοπό, χωρίς ελπίδα, χωρίς αντίσταση, χωρίς πυρετό. Καταλάβαινε το μυαλό του να θολώνει απ' την αδυναμία, τα μάτια του να μη βλέπουν καλά, τα πόδια του να μην μπορούν να τον στηρίξουν. Άρχισε να φοβάται πως σε λίγο δε θα μπορούσε να δουλέψει μήτε στον φούρνο. Τα νερά του Ευρίπου, ησυχασμένα, ξεμάκραιναν, σβήναν.
   Όταν μια μέρα αλάλαξε ο κόσμος. Οι εφημερίδες βγάζανε απανωτές εκδόσεις. Το νέο ήταν στα χείλη ολονών. Όλα τα μάτια είχαν ανοίξει απ' το ξάφνιασμα:
   Ο άνθρωπος είχε στείλει στο διάστημα ένα σώμα, κατανικώντας για πρώτη φορά την έλξη της γης. Το σώμα αυτό, ο τεχνητός δορυφόρος, περιστρεφόταν τώρα στον πλανήτη μας και του έστελνε σήματα.
   Η είδηση έσεισε σαν βίαιος άνεμος την ψυχή του Μετσοβίτη. Σαν να είχε γίνει φως. Σαν ν' άνοιγε πάλι μια ρωγμή για το φως του Θεού.
   «Τι γίνεται άραγε εις τον κόσμον τον επάνω οπού γυρίζει αυτός ο δορυφόρος;» σκέφτηκε μονομιάς. «Τι θα είναι το μυστήριον του απείρου οπού θα βλέπει ο δορυφόρος;»
   Μόλις έθεσε το ερώτημα κατάλαβε πως χανόταν μες στις αμέτρητες διακλαδώσεις του. Άρχισε να το περιορίζει, θέλοντας να το εντοπίσει σε ένα μυστήριο, συγκεκριμένο, όπως συγκεκριμένα ήταν τα νερά του Ευρίπου.
   «Ας πούμε το φεγγάρι. Τι υπάρχει εκεί επάνω εις την σελήνη; Υπάρχουν ρωγμαί και δεξαμεναί υδροδότιδες και καρούται;»
     Αγόρασε τετράδιο μεγάλο, καινούργιο, έκαμε στην πρώτη σελίδα του ένα σταυρό. Έγραψε από κάτω τ' όνομά του. Ύστερα έγραψε:
   «Α π ό    Θ ε ο ύ»
   Κι άρχισε να συλλογίζεται το πρόβλημα.
   Τότε μονομιάς ηρέμησε. Του ήρθε κι η όρεξη, που την είχε χάσει. Γύρεψε, την πρώτη κιόλας μέρα, απ' τη γυναίκα του μισό ψωμί και τρία αυγά τηγανητά.
   «Όχι αυγά. Ξέχασες πως είναι νηστεία, σαρακοστή;» είπε εκείνη.  «Θα φας χαλβά. Έχει και θαλασσινά».
   «Θα φάω χαλβά, ό,τι έχεις. Πλην θαλασσινών. Αυτά δεν είναι δια Ηπειρώτας».
   Έφαγε χαλβά, πλην θαλασσινών. Το πρόσωπό του σε λίγες μέρες έγινε πάλι φεγγερό -το μέτωπο, τα μάτια. Δεν είπε σε κανέναν τίποτα για το νέο μυστήριο που καταπιανόταν να λύσει. Μόνο την Κυριακή, αντί να πάει στο μοναστήρι της «Κριού Κεφαλής», στην Καισαριανή, τράβηξε στο άλσος του Παγκρατιού.
   Εκεί ο γέρο - Καππαδόκης ήταν πάντα στο παγκάκι του, σκυμμένος στη γη, να προετοιμάζεται για να επιστρέψει στη γη.
   Ο Μετσοβίτης σεβάστηκε λίγο τους διαλογισμούς του γέροντα, ύστερα πλησίασε, στάθηκε όρθιος μπροστά του, τον χαιρέτησε με ταπεινοσύνη.
   «Α, εσύ είσαι, Ηπειρώτη; Κάθισε», είπε ο Καππαδόκης με αγαθότητα.
   Ο Μετσοβίτης κάθισε πλάι του, στον πάγκο.  Δεν αποφάσιζε να μιλήσει. Ο Καππαδόκης περίμενε. Φανταζόταν πως ο λόγος του Ηπειρώτη θα ήταν για κείνο: παράπονα για τη σιωπή των σοφών γύρω στο εύρημα, στη θεωρία του περί Ευρίπου.
   Μα αυτός δε μιλούσε. Ο Καππαδόκης παραξενεύτηκε. Σήκωσε τα μάτια του απ' τη γη, τον κοίταξε εξεταστικά.
   «Σα να άλλαξες, χριστιανέ. Βλέπω ότι είσαι καλύτερα».
   Πάλι ο Καππαδόκης:
   «Σα να άλλαξες. Τι έχεις, άνθρωπε;»
   Τότε ο Μετσοβίτης τον κοίταξε γλυκά, του έδειξε τον ουρανό. Του είπε αινιγματικά:
   «Ωσάν να ακούω τον βόμβον...»
   «Τον βόμβον;! ... Για ποιον βόμβον λες;»
   «Λέγω δι' εκείνον τον βόμβον. Τον ένα. Τον μοναδικόν. Του δορυφόρου...»
   Ο Καππαδόκης ξαφνιασμένος:
   «Του δορυφόρου είπες; Τι έχεις να κάμεις εσύ με αυτόν τον βόμβον;»
   «Ω!» λέει ο Μετσοβίτης. «Μυστήριον των νερών θα υπάρχει μόνον εις την γην, εις τα έγκατα; Δεν θα υπάρχει άραγε και εις το ύψος; Κάπου εκεί...» -έδειξε τον ουρανό.
   Τότε ο Καππαδόκης κατάλαβε. Χαμήλωσε πάλι αργά τα μάτια του στη γη, σώπασε. Κοίταζε μόνο επίμονα τη γη. 
   Πέρασε ώρα. Σα να είχαν αποξεχάσει ο ένας τον άλλον. Ο Καππαδόκης σήκωσε πρώτος το κεφάλι του. Κοίταξε τον Ηπειρώτη. Τα μάτια τους συναπαντήθηκαν.
   «Δεν είναι πια καιρός να σταματήσεις;» είπε σιγά ο Καππαδόκης. «Σου το είπα και άλλοτε: Εσύ εγύρεψες, άνθρωπε, στη ζωή σου. Εγύρεψες πολύ».
   Καμιά απάντηση.
   Ο Καππαδόκης πάλι:
   «Δεν ήταν, λέω, πια καιρός να σταματήσεις, άνθρωπε;» 
   Καμιά απάντηση.
   Πάλι.
   «Δεν ήταν πια καιρός να σταματήσεις;»
   Ο Μετσοβίτης, αποτραβηγμένος στον εαυτό του, κοίταζε τώρα πίσω απ' τα δέντρα ψάχνοντας, με μάτια απλανή, να βρει τον ορίζοντα κατά τα μέρη του Υμηττού, προς το μοναστήρι της «Κριού Κεφαλής», πέρα απ' το βουνό, στο ύψος.
   «Γίνεται να σταματήσει η ψυχή του ανθρώπου;» ψιθύρισε.
 
Βενέζης Ηλίας
Αρχιπέλαγος
 Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» Ι. Δ. Καλλάρου και Σίας Α.Ε.
Αθήνα 1991