Θα 'πρεπε να 'ναι πολύ ευχαριστημένος ο στρατηγός. Καλύτερο γάμο για την Όλγα του δε θα μπορούσε να φανταστεί. Νέος, πλούσιος, από καλή εμπορική οικογένεια ο γαμπρός, μορφωμένος, κι απάνου στ' άλλα τρελά ερωτευμένος με την αρρεβωνιαστικιά του. Το διάβαζε κανείς στα μάτια του αυτό, το 'βλεπε ολοφάνερα από τον τρόπο που της φερνότανε, από τις περιποιήσεις που της έκανε, από τον ενθουσιασμό του. Δυο μήνες τώρα ήταν που την είχε γνωρίσει και δεν έβλεπε την ώρα να γίνουν οι γάμοι τους.
Καθισμένος στη δυσμική βεράντα της βίλας ο γερο στρατηγός, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και τη ματιά καρφωμένη μακριά στον ορίζοντα, απάνω από τις κορφές των δέντρων, ένιωθε όλο το χινόπωρο μέσα στην καρδιά του. Και συλλογιζότανε πως ύστερ' από δυο τρεις βδομάδες θα 'μνησκε μόνος, μέσα στην απόμερη κείνη βίλα, στην άκρια της πόλης με τη συντροφιά ενός γέρου υπηρέτη κι ενός γέρου σκύλου. Η Όλγα του παντρεμένη πια, θ' ακολουθούσε τον άντρα της στην ξενιτειά, στην Αγγλία, κι από κει πιο πέρ' ακόμη, στις Ινδίες, όπου ο Νίκος της διεύθυνε μια μεγάλη εμπορική επιχείρηση. Και ο γέρο πατέρας -που η χηρεία κι οι ρευματισμοί και τ' άλλα βάσανα τον είχανε τσακίσει- συλλογιζότανε από τώρα την ερημιά του και την εύρισκε πλατιά και αβάσταχτη...
Η βραδιά κατέβαινε μουντή από το συγνεφιασμένο ουρανό. Το μικρό δάσος ανατρίχιαζε από την πνοή του υγρού ανέμου. Μερικές χοντρές στάλες βροχής χτύπησαν τον απόστρατο στο πρόσωπο. Ο σκύλος που ήτανε πλαγιασμένος μπροστά στα πόδια του τινάχτηκε ορθός και μύρισε τον αέρα. Έπειτα κάρφωσε τα μάτια του ερωτηματικά στον αφέντη του. Εκείνος, ακουμπώντας με κόπο στα μπράτσα της πολυθρόνας, σηκώθηκε και μπήκε μέσα ακολουθούμενος από το πιστό του ζώο.
Εσήμανε το κουδούνι.
Ο γέρο υπηρέτης παρουσιάστηκε.
«Βασίλη, άναψε τα φώτα... Όλα τα φώτα!...»
Και αμέσως επρόσθεσε:
«Ήρθανε;»
Μέσα στο μισοσκόταδο ακούστηκε χαμηλόφωνη η απάντηση.
«Όχι ακόμη».
Κρακ! Και άναψε το τρίφωτο. Τα μεγάλα φωτεινά λουλούδια του πολυέλαιου άνοιξαν και η σάλα ελαμποκόπησε.
Ο στρατηγός εκάθησε, πήρε την εσπερινή εφημερίδα που του έφερε ο Βασίλης, μα δεν πρόφτασε να την ανοίξει. Τρουμπέτα αυτοκινήτου ακούστηκε κοντά και μετά λίγες στιγμές βήματα και φωνές πρόσχαρες στη σκάλα. Το ζευγάρι των αρρεβωνιασμένων γύριζε από την πόλη. Η Όλγα με το γκρίζο ταγιέρ της, αφρός και κρίνος ομορφιάς και νιότης, χύθηκε στη σάλα και αγκάλιασε τον πατέρα της. Πίσω της, ο καλότυχος ο Νίκος, φορτωμένος κουτιά και λουλούδια και την ερμίνα της αγαπημένης του, γέμιζε το άνοιγμα της πόρτας με το συμπαθητικό πάχος του.
Πέρασε ένας μήνας, κι άλλος ένας.
Το ζευγάρι των νιόπαντρων ταξιδεύει. Ο γέρο στρατηγός βρίσκεται μόνος τώρα, με το γέρο υπηρέτη και το γέρο σκύλο. Και οι τρεις, μέσα στην κρύα εκείνη χειμωνιάτικη βίλα που τη δέρνουν όλοι οι άνεμοι, σωριάζοντας τα πεθαμένα φύλλα γύρω τους, και τα τρία γέρικα πλάσματα νιώθουνε ολοένα και πιο βαθύ τον πόνο: Ο πατέρας που έχασε την ψυχοπόνια του, ο δούλος ο πιστός την καλή του κυρία κι ο Μπόμπης -ο καημένος ο Μπόμπης, που δεν ξέρει τι του γίνεται και γυρίζει ανήσυχος και ψάχνει πότε μέσα στις αλέες του απέραντου κήπου και πότε στις μεγάλες κάμαρες του σπιτιού.
«Κακομοίρη Μπόμπη, του κάκου ψάχνεις... του κάκου προσμένεις... Η κυρά μας έφυγε μακριά... μας την πήρε η ξενιτειά η καταραμένη...»
Κι ο Βασίλης δόστου και γιομίζει ποτήρια κρασί και δόστου τ' αδειάζει «να πάνε τα φαρμάκια κάτω». Και κουβεντιάζει μόνος του και χειρονομεί με τον ίσκιο του, ώσπου τον παίρνει ο ύπνος...
Η νύχτα έχει προχωρήσει. Βουίζει απόψε το μικρό δάσος και πέρα, κατά την Πάρνηθα, αστράφτει. Σίγουρα θα ξεσπάσει απόψε η μπόρα...
Περασμένα τα μεσάνυχτα. Κι όμως η βίλα λαμποκοπάει από φώτα. Ο στρατηγός έχει ανάψει το μεγάλο πολυέλαιο. Χωμένος σε μια πολυθρόνα, κοιτάζει το πορτραίτο της Όλγας κρεμασμένο στον αντικρινό τοίχο. «Γλυκιά και των είκοσι...» που λέει ο εγγλέζικος στίχος. Ο ζωγράφος την είδε στην πιο καλή της ώρα. Μέσα στο ροζ φόρεμά της, χαμογελάει ελαφρά η ζωγραφιά εκείνη της αθωότερης παρθενιάς, χαμογελά σαν άγγελος παρουσίας. Και ο έρημος πατέρας είναι ζωηρά συγκινημένος. Δυο δάκρυα κατεβαίνουν στ' αδύνατα μάγουλά του κι άλλα είν' έτοιμα ν' ακολουθήσουν...
Μα θα 'ναι τα τελευταία. Γιατί ο στρατηγός έχει πάρει πια την απόφασή του. Απάνου στο τραπέζι είναι ένα πιστόλι, που η κρύα κάνη του γυαλίζει στο φως. Και κοντά στο πιστόλι, ένα φύλλο χαρτί με λίγες γραμμές θα τα εξηγήσει όλα στους ανθρώπους που θα τόνε βρούνε αύριο νεκρό, με μια μια σφαίρα στην καρδιά: «Η ερημιά... τα γεράματα... οι αρρώστιες... Προτιμότερος ο θάνατος...»
Σηκώνεται απότομα. Ο σκύλος, που ήτανε κουλουριασμένος στα πόδια του, ξύπνησε κι άφησε ένα μικρό γαύγισμα. Ο αφεντικός του τονέ κοίταξε σπλαχνικά.
«Κι αυτός; Τι θ' απογίνει αυτός;» σκέφτηκε. Κι από το μυαλό του πέρασε γρήγορα, σαν απάνου σε κινηματογραφικό σεντόνι, το θέαμα ενού σκύλου κοκαλιάρη, πεινασμένου, βρώμικου, που ψάχνει τα σκουπίδια για θροφή και τα παιδιά τόνε χτυπούν με τις πέτρες. Λύπηση βαθιά του 'ρθε για τον παλιό του φίλο, που τόνε συντρόφεψε στις τελευταίες του μάχες, στα κυνήγια -σε δώδεκα χρόνων ζωή... Όχι, δε θα τον άφηνε να τελειώσει έτσι μαρτυρικά το Μπόμπη του. Σφαίρες περίσσευαν στο πιστόλι. Και το πήρε. Και τέντωσε το χέρι οπλισμένο. Ο Μπόμπης σα να κατάλαβε την τρομερή καταδίκη του, στηλώθηκε στα τέσσερα αντικρύ στον αφέντη του, και με τα μάτια λαμπερά κοίταζε το στόμα του όπλου, μούγγρισε, ούρλιασε πνιχτά και κατέβασε το κεφάλι παρουσιάζοντας το κούτελο. Ήταν παράπονο; Ήταν εγκαρτέρηση; Ποιος ξέρει. Μα ο στρατηγός άφησε το όπλο στο τραπέζι.
«Δε μπορώ έτσι», μουρμούρισε. «Δε γίνεται...»
Περπάτησε απάνου, κάτου, με τα χέρια δεμένα πίσω... Άξαφνα στάθηκε, πήρε το Μπόμπη από τη λαιμαριά και θέλησε να τόνε βγάλει έξω. Πράμα παράξενο: Για πρώτη φορά το σκυλί δεν ήθελε να υπακούσει. Αντιστεκότανε, σερνότανε χάμου, ούρλιαζε παραπονετικά. Με κανέναν τρόπο δεν ήθελε να βγει από τη σάλα.
Ο γέρος τον άφησε.
«Θέλεις να πεθάνεις μαζί μου, Μπόμπη; Καλά, μείνε».
Και αναστέναξε.
Περνούν οι ώρες. Από το φεγγίτη μπαίνει χλωμό το φως της χειμωνιάτικης αυγής. Μα η απελπισία του έρημου πατέρα δεν περνά κι η απόφασή του μένει ατράνταχτη...
Σηκώνεται, σβήνει τα φώτα.
Τώρα σκέφτεται ν' αλλάξει τρόπο θανάτου. Το σπίτι έχει και γκάζι. Λοιπόν μ' αυτό θα πεθάνει. Ήσυχα, αθόρυβα, χωρίς αίματα, θα σβήσει κοντά στον πιστό του σκύλο, μαζί του.
Πηγαίνει και βάζει το σύρτη της πόρτας, βουλώνει με πανί μερικές χαραμάδες κι έπειτα ανοίγει το ρουμπινέτο της σόμπας. Ακούγεται το φύσημα του αερίου που βγαίνει ύπουλο, δολοφονικό, σα φίδι. Ο γέρος σωριάζεται στην πολυθρόνα, ακουμπά τα χέρια στα γόνατα και με τα μάτια στηλωμένα στο πορτραίτο της κόρης του περιμένει το λυτρωμό. Το χειμωνιάτικο φως τόνε χτυπάει στο πρόσωπο... Οι στιγμές περνούνε σε βαθιά ησυχία... Από το ρουμπινέτο της σόμπας ο θάνατος βγαίνει, χύνεται ολόγυρα, σέρνεται στο πάτωμα, στις χαμηλές πολυθρόνες, ανεβαίνει και πιάνει πρώτα το σκύλο. Το καλό ζώο πετάγεται ανήσυχο, αφήνει ένα μικρό κλάμα κι ακουμπά την έξυπνη μούρη του στο γόνατο του αφεντικού του. Και ο γέρος, χαϊδεύοντας το κεφάλι του σκύλου με χέρι δυσκολοκίνητο τώρα, μουρμουρίζει:
«Κακόμοιρε Μπόμπη... σου κάνει κακό το γκάζι, ε;... Εμένανε όχι...»
Έπειτα γέρνει το κεφάλι στο στήθος. Έξω η μπόρα ξεσπάει δυνατή, δέρνει τον κήπο, το δάσος. Και ο θάνατος γιομίζει τη χειμωνιάτικη σάλα με το αποπνιχτικό κράτος του...
Δάφνης Στέφανος
Διαλεχτές Ιστορίες (Νέοι διηγηματογράφοι)
Βιβλιοπωλείο Μ. Σαλιβέρου Α.Ε., Αθήνα 1926

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου