Η Λίλη ήταν δεν ήταν ένδεκα χρονών, όταν, ξαφνικά, χωρίς να ξέρει πώς, αρχίνησε να την απασχολεί μια επίμονη και βασανιστική σκέψη. Ποιον είχε πατέρα; Εκείνον που, εξαρχής, τον φώναζε έτσι, ή τον άλλο, το νοικάρη τους, που ζούσε μαζί τους, και τον έλεγε νονό;
Και το χειρότερο, δε μπορούσε να ρωτήσει κανέναν να της πει. Όχι, αυτό δε γινόταν. Καταλάβαινε πως δε γινόταν. Ας λαχταρούσε να μάθει. Δε γινόταν.
Όλα, όλα έδειχναν πως ο αληθινός της πατέρας ήτανε ο νονός της. Αλλά τότε γιατί είχε το επίθετο του άλλου; Ευθαλία Μιχαήλ. Τα βιβλία της, τα φορέματά της, τις κούκλες της, όλα της τα 'φερνε ο νονός της, κι όμως έλεγε πατέρα τον άλλο. Αυτόν που κανένας δεν τον αγαπούσε... ούτε η Λίλη. Ω, καθόλου. Πώς τυραγνιόταν μ' όλα τούτα... πώς τυραγνιόταν. Κι έκλαιε κρυφά και δεν είχε όρεξη να παίξει, κι όμοιαζε αφηρημένη, σαν κάτι να συλλογιόταν ολοένα.
Ήθελε να ξέρει κι αυτή ποιος ήτανε ο μπαμπάς της, όπως το 'ξεραν όλα τα παιδιά της τάξης της. Μια μέρα ήρθε ο γιατρός και την εξέτασε. Τον κάλεσε η μητέρα της. Δεν κοιμόταν, λέει, ήσυχα. Πολλές φορές, λέει, ξυπνούσε με εφιάλτες τη νύχτα, δεν ήτανε εύθυμη και ζωηρή... δεν αγαπούσε να παίζει, έμενε στιγμές - στιγμές συλλογισμένη, και ποτέ δεν ερχόταν από το σχολείο με κέφι, κι ευτύς να βαλθεί να διηγιέται πώς πέρασε, τι άκουσε, τι είπε ο δάσκαλος, κι αυτή σαν όλα τα παιδάκια... Τέλος δεν έκανε, λέει, σύμφωνα με την ηλικία της. Όλα τούτα λέγονταν μπροστά της πότε σαν να τη μάλωναν πότε σαν ν' αστειεύονταν, και πότε - πότε σοβαρά κι ανήσυχα.
«Αλήθεια, Λίλη, είναι όσα λέει για σένα η μαμά;» τη ρώτησε ο γιατρός.
Η Λίλη δεν απάντησε. Δεν ήξερε τι ν' απαντήσει.
«Ξέρω», είπε τότε ο γιατρός. «Χωρίς άλλο κάποιο παιδί, όταν βγαίνει στο μάθημα, το λέει νεράκι και ο δάσκαλος το φέρνει παράδειγμα στα άλλα, και η Λίλη στενοχωριέται γιατί δεν είναι εκείνη αυτό το παιδί».
«Εγώ 'μαι αυτό το παιδί», είπε ζωηρά η Λίλη. «Μόνο εγώ ξέρω πάντα το μάθημά μου».
Πόσο γέλασε ο γιατρός!
«Α, όσο γι' αυτό, γιατρέ μου», είπε η μαμά της, «δεν έχω παράπονο. Ο δάσκαλος είναι κατενθουσιασμένος».
Έπειτα ο γιατρός τη ρώτησε να του πει όταν τη νύχτα ξυπνά τρομαγμένη τι ονειρεύεται. Η Λίλη δε θυμόταν. Η μητέρα της όμως είπε, πως ένα βράδυ που η Λίλη βογκούσε στον ύπνο της και την ξύπνησε, της είπε, πως σαν να 'χε χάσει την πόρτα τους κι έψαχνε σ' όλο το δρόμο να τη βρει... και ολοένα νύχτωνε και φοβόταν, αλλά δεν την έβρισκε...
«Πάντα κάτι τέτοια όνειρα βλέπει, πως χάνεται και δεν ξέρει πού να μας βρει».
Ο γιατρός κατόπι ρώτησε αν γίνουνταν καμιά φορά στο σπίτι μαλώματα. «Θέλει να πει», σκέφθηκε η Λίλη, «αν ο πατέρας κι η μητέρα τσακώνουνται σαν τον κυρ Θανάση τον τσαγκάρη με την κυρά - Λένη τη γυναίκα του κι ακούγονται οι φωνές τους ως εδώ».
«Όχι, ποτέ», αποκρίθηκε η μητέρα. «Ζούμε ήσυχα, πολύ ήσυχα. Κι όσο για το παιδί, έχει ό,τι μπορεί να επιθυμήσει».
Και τον πήγε εκεί που η Λίλη είχε τα παιγνίδια της, τα βιβλία της, όλα ωραία.
«Δεν φαντάζομαι να υπάρχουν πολλά παιδιά τόσο φροντισμένα σαν το δικό μας. Το καλοκαίρι πάντα κάνει την εξοχή της κοντά στη θάλασσα γιατί της αρέσει το κολύμπι και να σκαρφαλώνει στα βράχια. Μήπως έχομε κι άλλο; Απ' αυτό κρεμόμαστε». Ναι, έτσι ήταν όπως τα 'λεγε η μητέρα της, μόνο που δε θυμήθηκε διόλου το νονό της. Που θα πει, πως ο πατέρας της ο αληθινός είναι ο άλλος. Γιατί όμως αφού είναι έτσι, η μητέρα της δεν του στέλνει ποτέ τον καφέ του με τη Λίλη, όπως τον στέλνει του νονού;...
Β'
Όταν ο Ηλίας Μιχαήλ παντρεύτηκε την Αγγελικούλα την ασπρορουχού θα 'τανε σαρανταπεντάρης, κι αυτή θα κόντευε τα τριάντα. Του 'ραψε πουκάμισα, ύστερα πυτζάμες και ύστερα τη ζήτησε.
Η Αγγελικούλα δέχτηκε αμέσως. Τι άλλο ήθελε. Αποστρατεμένος με μεγάλο βαθμό και τρανή σύνταξη, εξασφαλιζόταν για πάντα. Όσο για να της αρέσει, δεν της άρεσε διόλου. Πού 'ν' τος όμως ο καλύτερος; Έπειτα, είχε βαρεθεί την ξένη δουλειά. Από δεκαπέντε χρονών παλεύει. Φτάνει.
Στην αρχή περνούσαν καλά, ύστερα όμως φάνηκε όλη του η αναποδιά. Ιδιότροπος, κατσούφης, σφιχτός, λογάριαζε και τη δεκάρα. Κάθε που παρουσιαζόταν η ανάγκη να ξοδέψει γινόταν θεριό. Αλλά και η Αγγελικούλα, έγνοια σου και δεν του χάριζε κάστανα.
«Δε μου λες, τι την ήθελες την παντρειά; Ξέρω όμως εγώ. Θάρρεψες πως θα ξακολουθούσα να ράβω. Καλή 'ναι, είπες, θα βγάζει λεφτά και θα με νοιάζεται...»
Πολλές φορές καταριόταν τη στιγμή που τ' αποφάσισε να τον πάρει. Ζωή 'ταν με τούτο τον τζαναμπέτη; Το μόνο που την κρατούσε να τα κενώσει και να χωρίσει ήταν η σύνταξη και το σπίτι. Μια μονοκατοικία σε ωραία θέση ψηλά στο Παγκράτι με μοναδική θέα. Δυο χρόνια έπειτα από το γάμο της η Αγγελικούλα γνώρισε σε κάποιο φιλικό σπίτι τον Λεκάκη, έναν επιχειρηματία με λεφτά, και εν τω άμα συνδέθηκαν με φλογερό πάθος. Ωραίος άντρας, ανοιχτόκαρδος, γλεντζές, ερωτιάρης φωτιά και λαύρα! Μαζί του σαν να ξαναγεννήθηκε η Αγγελικούλα. Και χουβαρντάς... Αρώματα, πούντρες, κρέμες, κάλτσες, γάντια, τσάντες, τι ήθελες και δεν της κουβαλούσε...
Κάποτε γνωρίστηκε και με τον σύζυγο. Εύκολο αφού είχαν κοινούς φίλους. Αρχίνησε να τους επισκέπτεται, τις χρονιάρες μέρες, κι όταν ύστερα από λίγο γεννήθηκε η Λίλη, τη βάφτισε. Αυτό ήταν, και πια ο κουμπάρος έγινε του σπιτιού.
Πολλές φορές αναρωτιόταν η Αγγελικούλα αν ο άντρας της υποψιαζόταν τίποτα...
Αλλά κι εκείνη ήξερε να φέρνεται. Ποτές δεν του έδινε αφορμή να μπουν οι ψύλλοι στ' αυτιά του.
Μπορεί και να 'μπαιναν, αλλά έκανε όξω νου ένεκα τα έξοδα του παιδιού. Σαν νονός τα είχε αναλάβει όλα. Θα μπορούσε αυτός να κάνει ούτε το ένα εκατοστό απ' ό,τι έκανε ο Λεκάκης για τη μπέμπα;
Και κει ύστερα από χρόνια ξέσπασε ο πόλεμος, κι ήρθαν οι Γερμανοί, και δυσκολεύτηκε η ζωή κι οι άνθρωποι πεθαίναν από την πείνα στους δρόμους. Και τότες είπε η Αγγελικούλα στον άντρα της αν δεν θα 'τανε καλά να νοικιάσουν ένα δωμάτιο. Κι έτσι ύστερα του είπε πως ο κουμπάρος τους, καθώς έμαθε, ζητά δωμάτιο.
«Θα μας ευκολύνει, Ηλία, πολύ αν έρθει. Δε βαστιέται αυτή η στέρηση. Με πέθαναν οι ουρές... Έπειτα το παιδί πρέπει να τρώει καλά... μην πάθει καμιά αδενοπάθεια... Δε βλέπεις τι γίνεται;...»
Κι έτσι ήρθε. Μαζί του ήρθαν τα καλά του Θεού... Ας πεινά ο κόσμος, εκείνοι έχουν και του πουλιού το γάλα. Επιτέλους, έλεγε ο Μιχαήλ, να πάψει κι αυτή η μουρμούρα της Αγγελικής. Να πάψουν τα: φέρε, αγόρασε, πλήρωσε...
Κι επειδή, ανάλογα μ' αυτά που πρόσφερε, έπρεπε να 'ναι και το δωμάτιό του, ό,τι καλό είχαν, κουβαλήθηκε εκεί. Το γραφείο, το ασημένιο καλαμάρι, το σουμέν από μαροκέν με το χρυσό μονόγραμμα Η.Μ., το χαλί, η πολυθρόνα. Στο τραπεζάκι το πορτατίφ, το μυθιστόρημα, το κρυστάλλινο μπουκάλι του νερού και το απαραίτητο βάζο με τα άνθη της εποχής. Ο κουμπάρος, βλέπεις, πληρώνει καλά. Ο σύζυγος δεν έχει καμιά αντίρρηση πάνω σ' αυτά.
Την ίδια εποχή αρχίνησε και το βάσανο της Λίλης. Μεγάλωνε, βλέπεις.
Ο πατέρας της τώρα πια δε μιλούσε καθόλου.
Έκανε μονάχος τις δουλειές του και ολοένα πήγαινε από το ένα δωμάτιο στ' άλλο ψάχνοντας για κάτι που ήθελε να βρει.
«Τι ζητάς, χριστιανέ μου, και μπαινοβγαίνεις έτσι» του έλεγε η γυναίκα του. «Πες μου να σου το δώσω».
«Ό,τι ζητώ, θα το βρω», αποκρινόταν, και δώσ' του τραβούσε τα συρτάρια και σκάλιζε.
Η Αγγελικούλα τώρα πια δεν είχε καμιά αμφιβολία. Ο άντρας της είχε μπει στο νόημα.
«Καιρός ήτανε...» έλεγε με το νου της και χαμογελούσε.
Γ'
Τις Κυριακές, μόλις η μητέρα της καταλάβει πως ο νονός εξύπνησε, αμέσως λέει στη Λίλη να του πάει την εφημερίδα.
«Λίλη», την ορμηνεύει, «να πας στο νονό την εφημερίδα. Θα χτυπήσεις, κι όταν σου πει, εμπρός, θα μπεις, θα πεις καλημέρα, θα την αφήσεις και θα φύγεις». Ή της έδινε να του πάει τον καφέ του.
«Καλώς τη Λίλη», έλεγε εκείνος, και της έπιανε κουβέντα. Την έβαζε μάλιστα να του κάνει δουλειές. Να του βρει μαντίλι, να του διαλέξει τη γραβάτα που της άρεσε να φορέσει... Κάνανε έτσι με το νονό της καλή παρέα. Με τον πατέρα τίποτε τέτοιο δε γινόταν ποτέ.
Όταν δυστροπούσε σε κάτι που η μητέρα της απαιτούσε να γίνει, την απειλούσε με το νονό της.
«Να το πω του νονού να δεις εσύ...»
Έτσι για τη Λίλη υπήρχε μόνο ο νονός. Όταν τρώγανε στο τραπέζι, κανείς δε μιλούσε. Πρώτος σηκωνόταν ο πατέρας της και ή έφευγε ή πήγαινε στην κάμαρά του. Τότε αρχινούσαν η μητέρα της και ο νονός τις κουβέντες. Η μητέρα γινόταν αλλιώτικη. Γελούσε και του έκανε πειράγματα... και μια φορά που έξυνε με το νύχι της κάποιο σπυράκι στο πρόσωπό της ο νονός τής χτύπησε το χέρι...
«Μη με το νύχι σου...» της είπε... και πήρε το μπουκαλάκι με το ιώδιο και της έβαλε.
Και μια άλλη φορά η Λίλη την άκουσε να του λέει:
«Το παιδί, Φέφο, χρειάζεται κυλοτίτσες».
«Να πάρομε», είπε εκείνος, και της έδωσε λεφτά.
Τον είπε Φέφο και όχι κουμπάρο... Αλλά ούτε και άλλος κανείς τον λέει Φέφο. Όλοι Στέφανο τον φώναζαν.
Όταν η Λίλη ήταν σπίτι και ακούγανε τον πατέρα της να τριγυρνά, η μητέρα αγρίευε.
«Σηκώθηκε πάλι ο χαμένος να κάνει άνω κάτω το σπίτι. Α, στο διάολο! Μόλις καταλάβει πως τελειώνω το συγύρισμα και κάθομαι ν' ανασάνω, τότε του 'ρχεται η όρεξη να φτιάσει καφέ. Τώρα ξανά θα γιομίσει το νεροχύτη. Βαρέθηκα πια!...»
Έτσι σιγά - σιγά και ανεπαίσθητα ο πατέρας έμοιαζε ωσάν αυτός να 'ταν ο ενοχλητικός νοικάρης και ο νονός ο καθώς πρέπει πατέρας και σύζυγος...
«Λίλη, σήκω να βάλεις τραπέζι, ο νονός όπου να 'ναι θα 'ρθει...»
«Λίλη, μη σκύβεις όταν γράφεις, τι σου είπε ο νονός;...»
«Λίλη, ετοίμασε τον έλεγχό σου να τον δει ο νονός».
Και πάλι κύλησαν τα χρόνια. Η Λίλη είναι τώρα δεκαοχτώ χρονών. Δεν ξέρει βέβαια ούτε τώρα τίνος είναι παιδί, ξέρει όμως πως η μητέρα της είναι ερωμένη του Στέφανου Λεκάκη, του νοικάρη τους. «Και οι τρεις τους είναι άθλιοι και τιποτένιοι», γράφει στο ημερολόγιό της. «Κι η μάνα μου και ο νονός μου κι ο πατέρας μου. Δεν ξέρω κι ούτε θα μάθω ίσως ποτέ τίνος από τους δυο είμαι. Ξέρω όμως πως χίλια χρόνια να ζήσω, θα τους περιφρονώ. Πόσο ευτυχισμένη θα ήμουν αν κάποιος με πληροφορούσε πως ούτε κι αυτή που φωνάζω μητέρα δεν είναι μητέρα μου κι έτσι να γλιτώσω απ' όλη τούτη τη φρίκη και την ασκήμια. Θα 'ταν σαν ν' αποχτούσα φτερά...»
Μια μέρα επιστρέφοντας από το σχολείο μπήκε από την πόρτα της υπηρεσίας χωρίς να τη δούνε.
Στο διάδρομο άκουσε τη μητέρα της να μιλά θυμωμένη.
Στο κρεμαστάρι βρισκόταν το καπέλο του νονού της. Η πόρτα απ' όπου ερχόταν η φωνή ήταν κλειστή κι η Λίλη κόλλησε το μάγουλό της ν' ακούσει. Ήταν ελεεινό αυτό που 'κανε. Δε θα το 'κανε ποτέ αν δεν επρόκειτο για το σπίτι της. Εδώ όμως όλα μπορείς να τα κάνεις.
«Αν νομίζεις», φώναζε η μητέρα της, «πως θα με βγάλεις εύκολα από τη ζωή σου, γελιέσαι. Δεν είμαι από τις γυναίκες που τις παρατάν εύκολα. Είμαι ικανή να κάμω τέτοιο σκάνταλο, που να τραντάξει η Αθήνα».
«Είσαι τρελή για δέσιμο... το ξέρεις;» ακούστηκε η φωνή του νονού της, το ίδιο θυμωμένη.
«Ποια ήτανε αυτή που σε ζητούσε;»
«Ας την ρωτούσες... Πού ξέρω εγώ ποια ήτανε...»
«Ακούς εκεί αναίδεια να μου χτυπά την πόρτα... αλλά δε φταίει αυτή... θα της λες πως είσαι εργένης και κρατάς δωμάτιο και κόπιασε. Μια τσούλα... Εδώ κάθεται ο κύριος Λεκάκης;» (Κι η μητέρα της μιμήθηκε τη φωνή της). «Έννοια σου όμως και σου τη συγύρισα όπως της άξιζε. Να τον γυρέψετε αλλού, της λέω, εδώ δεν είναι γκαρσονιέρα».
«Ωραία, μπράβο...» την κορόιδευε ο νονός.
«Αν ήταν έτσι... ν' αλωνίζει ο καθένας χωρίς να δίνει λογαριασμό... Και να 'λειπε το παιδί, στο διάολο κι ακόμα παραπέρα, αλλά είναι το παιδί... αναίσθητε άνθρωπε... ασυνείδητε...»
«Δεν αφήνεις, λέω εγώ, αυτό το βιολί... αυτή την κωμωδία δεν την παρατάς... Για πολύ κουτό με παίρνεις. Αλλά δεν είμαι... ακούς; Ήθελα κι ήμουνα κουτός».
«Αυτό έπρεπε να μου το πεις από την αρχή. Ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια κατάλαβες πως δεν είσαι κουτός;»
«Στην αρχή μ' άρεσες και μου 'κανε γούστο να με λες πατέρα της κόρης σου. Τώρα πια δε μου κάνει... Κατάλαβες; Δε μου κάνει...»
Σώπασαν. Η Λίλη βιάστηκε να φύγει.
Άρπαξε τη σάκα της και βγήκε πάλι όξω από την πόρτα της υπηρεσίας και χτύπησε το κουδούνι της άλλης να της ανοίξει η μητέρα της, τάχα γυρνούσε τώρα από το σχολείο. Η Λίλη τράβηξε κατευθείαν στην κάμαρά της. Δεν ήθελε ν' αντικρίσει το νονό της...
Σε λίγο τον άκουσε να φεύγει...
Η Λίλη μάθαινε επιτέλους εκείνο που παίδεψε τα παιδικά της χρόνια...
Δεν ένιωσε καμιά ευχαρίστηση.
Δεν την ενδιέφερε πια τίποτα. Αλλά και τι φριχτή γυναίκα η μητέρα της. Αν είχε κι άλλους ερωμένους, θα με φόρτωνε σ' όλους για να μπορεί να τους μαδά. «Σ' άφηνα να λες το παραμύθι ενόσω μου άρεσες... τώρα τούτο το βιολί είναι καιρός να σταματήσει»... Κι είμαι εγώ το παιδί αυτό που εμπορεύεται!... Αν έλεγε στον πατέρα της να φύγουν; Ίσως να 'τανε το καλύτερο. Να φύγουν κι άσ' τηνε να μαλλιοτραβιέται με τον άλλο... αλλά μήπως ένιωθε και γι' αυτόν κανένα φίλτρο; Κανένα. Άντρας ήταν αυτός; Όχι, το πιο σωστό 'ναι να φύγει η Λίλη. Ναι, είναι η μόνη λύση που παραδέχεται αδίσταχτα... Αλλά πού να πάει; Να 'βρισκε κάπου να εργαστεί. Μια δουλίτσα να μπορεί να ζει. Θα 'πρεπε όμως να 'χει βγαλμένο το Γυμνάσιο. Χωρίς απολυτήριο δεν την παίρνουν πουθενά. Αναγκαστικά λοιπόν θα χρειαστεί να μείνει όσο να το πάρει. Ναι, έτσι θα γίνει. Ζήτημα μηνών. Μπορεί ωστόσο να καταφέρει να χωθεί κάπου και χωρίς απολυτήριο. «Θ' αρχίσω να ψάχνω αμέσως». Η Λίλη αισθάνθηκε σαν δια μιας να λύθηκαν τα δεσμά της. Να φύγει... να φύγει... να μην τους ακούει, να μην τους βλέπει. Να μην αναπνέει πια αυτό το μολυσμένο αέρα... να φύγει... να φύγει...
«Λίλη!» ακούστηκε να τη φωνάζει η μητέρα της απόξω.
«Τι είναι;» αποκρίθηκε η Λίλη.
«Είσαι άρρωστη;» ρώτησε ανήσυχη μόλις την είδε πλαγιασμένη. «Τι έχεις;»
«Τίποτα... έτσι ξάπλωσα». Και σηκώθηκε.
Πλησίασε και ακούμπησε το μάγουλό της στο μάγουλο της κόρης της.
«Δεν έχεις πυρετό...»
«Μ' αφού σου λέω δεν έχω τίποτα...»
«Ξέρω κι εγώ... έτσι που μπήκες... και ύστερα να κλειστείς... τρόμαξα. Έπειτα γύρισες νωρίς. Δεν είχατε μάθημα;»
«Δεν ήρθε ο καθηγητής και φύγαμε».
«Άκουσε, Λίλη... να πεταχτείς στου νονού να του πεις να 'ρθει να φάμε».
«Γιατί; Μήπως δεν έρχεται πάντα;»
«Γίνηκε κάποιο τσάκωμα κι έφυγε θυμωμένος. Άντε γεια σου».
«Όχι... δεν πηγαίνω».
«Γιατί;»
«Γιατί δεν είμαι μωρό πια να τρέχω σε τέτοιου είδους παραγγελιές... γι' αυτό».
«Τι θα πει πρώτα - πρώτα τέτοιου είδους...»
«Δεν ξέρω...»
«Έλα, άφησε τις ανοησίες και πήγαινε να τον πάρεις να 'ρθείτε».
«Δεν πάω... Πήγαινε εσύ αν νομίζεις πως δε μπορεί να λείψει μια μέρα από το τραπέζι».
«Το φαγητό όμως το φέρνει εκείνος. Βλέπεις, δεν έχουμε άλλον να μας φροντίζει. Ο πατέρας σου μόλις ξυπνήσει παίρνει το καπελάκι του και φεύγει. Δε ρωτά, έχομε λεφτά να ψωνίσομε... δεν έχομε...»
«Πολλοί πατεράδες δεν είναι σπουδαίοι οικογενειάρχες χωρίς γι' αυτό να 'ρχουνται οι ξένοι ν' αναλαβαίνουν τα χρέη τους».
«Δεν ξέρω τι θα 'κανες αν δεν είχαμε το νονό σου. Νομίζεις πως θα μπορούσες να σπουδάζεις και να 'χεις και ιδιαίτερους καθηγητές... κι αφήνω όσα χρειάζουνται να μεγαλώσει ένα παιδί όπως μεγάλωσες εσύ... με φρέσκα βούτυρα, με γάλατα, με μπιφτέκια, με αβγά, με μαρμελάδες, με φρούτα, και τα καλοκαίρια στις εξοχές».
«Ένας λόγος παραπάνω να τον αφήσομε πια ήσυχο αν βαρέθηκε να μένει μαζί μας».
«Έτσι λες εσύ».
«Έτσι είναι...» Αλλά αμέσως πρόστεσε: «Πάλι εσύ ξέρεις... εγώ δεν ανακατεύομαι».
Θυμήθηκε την απόφασή της. Τι την ενδιέφερε πια τη Λίλη αυτή η υπόθεση, μια και θα 'φευγε.
Ο νονός δεν ήρθε να φάει. Ήρθε όμως ο πατέρας της. Είχαν μπιφτέκια με τηγανητές πατάτες κι έτρωγε με μεγάλη όρεξη. Κι εκεί καθώς τρώγανε και οι τρεις σιωπηλοί, η μητέρα της πήρε το ποτήρι της να πιει νερό. Το σήκωσε ψηλά και με τρόπο πρόστυχο και κυνικό είπε:
«Εβίβα του κορόιδου!» και το άδειασε.
Ήτανε βρισιά που ο πατέρας της αισθάνθηκε, ως φαίνεται, σ' όλη την φοβερή της αλήθεια, γιατί σηκώθηκε ευτύς κατακίτρινος και βγήκε από την τραπεζαρία.
Η Λίλη τα 'χασε. Σα να γκρεμίστηκε το σπίτι και την πλάκωσε. Χρόνια έβλεπε τον πατέρα της να ζει σαν παράσιτο και τον περιφρονούσε. Αλλά από κει ως τον εξευτελισμό που του 'καμε τώρα δα η μάνα της!... Τι φρίκη! Τον καημένο... Πώς κοίταξε ένα γύρω... κι άφησε ευτύς το πιρούνι του... και πώς πάνιασε το πρόσωπό του...
Η Λίλη θέλησε να τρέξει κατόπι του... αλλά τι να του πει;... Πώς τη μισούσε αυτή τη φοβερή της μητέρα... Γιατί ο πατέρας της δεν την χτύπησε;... Γιατί έφυγε;... Να πεταχτεί απάνω και να της πετάξει τα πιάτα στο κεφάλι. Να! Να! Να!... Τι καλά αν έκανε έτσι... Η Λίλη θα του τα συγχωρούσε όλα. Να χιμήξει να της σπάσει τα δόντια... να την τραβήξει από τα μαλλιά... να τη σύρει στο πάτωμα... Πώς θα το 'θελε η Λίλη!...
«Πειράχτηκε... το πουλάκι μου!... Και σηκώθηκε από το τραπέζι... χα! χα! χα!» έλεγε η μητέρα της μαζεύοντας τα πιάτα... «Κι εσύ πάλι», είπε στη Λίλη, «γιατί σταμάτησες; Έλα, φάε το μπιφτέκι σου... Και ν' ακούς όταν σου μιλώ... Αν επήγαινες να φέρεις το νονό σου... δε θα γινόταν αυτή η φασαρία...»
Τότε ξέσπασε η Λίλη. Ορθή, με τα μάτια αγριεμένα, τρέμοντας όλη φώναζε:
«Μ' έστειλες να σου τον φέρω... κι επειδή καθώς το φοβόσουνα δεν ήρθε, ξέσπασες στον πατέρα μου!... Σε σιχαίνομαι... όλους σάς σιχαίνομαι και σας μισώ!...»
Και πετώντας την πετσέτα της όρμησε έξω...
«Λίλη!» έμπηξε μια φωνή η μητέρα της. Αλλά η Λίλη είχε βγει στο δρόμο κλείνοντας δυνατά την πόρτα πίσω της...
Γυρνούσε ώσπου βράδιασε. Πήγε στον Κήπο, χάζεψε τις βιτρίνες της οδού Ερμού, πέρασε δυο ώρες στο Σινεάκ. Μονάχα η σκέψη να πάει σπίτι να δει τη μητέρα της, τον πατέρα της, κι όταν θα 'ρθει ο νονός της, να καθίσουν πάλι κι οι τέσσερις στο τραπέζι, τη γιόμιζε αηδία. Ο πατέρας της θα 'χει στο μεταξύ λησμονήσει τα μεσημεριανά, η μητέρα της θα 'χει κοκεταριστεί, ο νονός θα 'χει φέρει γλυκά...
Το μόνο ευχάριστο είναι πως η Λίλη ξέρει επιτέλους τίνος είναι και πως σωστά γράφεται Μιχαήλ. Βέβαια περήφανη δεν είναι για τον πατέρα της... αλλά και η μητέρα της να σκαρώσει ολάκερο παραμύθι για να μαδά τον ερωμένο!... Τώρα ευτυχώς όλα θα τελειώσουν. Ο νονός θα φύγει. Σύμφωνα με όσα άκουσε, σίγουρα το 'χει σκοπό. Την έχει βαρεθεί ως φαίνεται. Καιρός ήτανε. Το καλύτερο που ήταν να γίνει.
Η γυναίκα που τον ζητούσε ήτανε χωρίς αμφιβολία η καινούργια φιλενάδα...
Ίσως έτσι θα μπει στη ζωή μας κάποια τάξη. Αλλά να φύγει ο άλλος... Αλήθεια, αν πήγαινε η ίδια να του πει να φύγει;... «Ξέρω τώρα τι συμβαίνει, κύριε Λεκάκη, γι' αυτό δεν πρέπει να μένετε σπίτι μας... ακόμα και αν εξακολουθείτε να... συμπαθείτε τη μητέρα μου (αυτό το “συμπαθείτε” σκέφτηκε η Λίλη είναι άγαρμπο αλλά λιγότερο ωμό), τότε θα χρειαστεί να την πάρετε κι εκείνη μαζί σας... αλλά επειδή δε συμβαίνει πια αυτό, ευτυχώς τα πράματα θα λυθούν πολύ εύκολα... Έπειτα ένας νοικάρης κάποτε μετακομίζει...»
Τι κρίμα που δεν το συλλογίστηκε αμέσως όταν έφυγε. Τώρα είναι αργά... αύριο το πρωί θα πάει... Ένιωθε πάλι ελαφρή σαν όταν έλαβε την απόφαση να φύγει... Τι γρήγορα, λοιπόν, αλλάζουν και οι μεγαλύτερες δυστυχίες στο καλύτερο!...
Όταν πήγε σπίτι σκοτείνιαζε. Μέσα δεν είχαν ακόμα ανάψει φως. Χτύπησε. Το χολ φωτίστηκε και η μητέρα της άνοιξε.
«Τι γίνηκες; Πήγα να τρελαθώ», της είπε μόλις την είδε.
Ήταν ασυγύριστη και φαινόταν κλαμένη. Δεν ήρθε ο λεγάμενος, σκέφθηκε η Λίλη, και δια μιας νεύρωσε.
«Λοιπόν; Πού ήσουνα; Πού πήγες;»
«Δεν ξέρω... άσε με». Και τράβηξε μέσα.
«Πρόσεχε μην σκοντάψεις. Είναι πράματα στο διάδρομο...»
Άναψε το φως. Η πόρτα της κάμαρας του πατέρα της έχασκε ορθάνοιχτη και ένα γύρω ήτανε βαλίτσες, καλάθια, δέματα. Στάθηκε και κοίταζε. Τι τρέχει; Τι συνέβηκε στο μεταξύ; Ταράχτηκε. Η καρδιά της βάλθηκε να χτυπά.
«Ο κύριος Μιχαήλ μάς εγκατέλειψε...» ακούστηκε πίσω της η φωνή της μητέρας της. «Αύριο θα στείλει αυτοκίνητο να τα κουβαλήσει».
Η Λίλη δεν έβγαλε μιλιά. Μπήκε στην άδεια κάμαρη, έπεσε στο ξεστρωμένο κρεβάτι κι έκλαιε. Πόσο θλιβερά όλα τούτα, πόσο βαριά η ζωή...
Η μητέρα της την ακολούθησε.
«Γιατί κλαις; Λυπάσαι που έφυγε;»
Ο τρόπος της ήτανε τραχύς, γεμάτος κακία...
«Γιατί να μη λυπάμαι; Πατέρας μου είναι. Όχι, δεν ήθελα να φύγει», είπε με πείσμα η Λίλη.
«Δεν έχεις παρά να πας μαζί του. Θέλεις να ετοιμάσω και τα δικά σου πράματα; Μονάχα δεν πιστεύω να 'χει την ίδια επιθυμία. Μια φορά, φεύγοντας, δε θυμήθηκε αν υπάρχεις. Αλλά και πότε ενδιαφέρθηκε; Θαρρώ είσαι αρκετά μεγάλη για να κρίνεις αν μπορεί να ειπωθεί πατέρας ένας τέτοιος άνθρωπος».
«Ούτε εσύ μπορείς να ειπωθείς μάνα...»
«Ούτε εγώ; Και το λες εσύ, Λίλη; Ώστε έτσι; Δε στάθηκα για σένα καλή μάνα;»
«Όχι, δε στάθηκες».
«Καλά, καλά...»
Και βγήκε έξω.
Η Λίλη έπαψε να κλαίει και συλλογιόταν. Έτσι ήταν, πότε ενδιαφέρθηκε ο πατέρας της;... Ξένος, ολότελα ξένος. Ενώ η μάνα της έκανε πάντα σαν τρελή γι' αυτήν... Ήταν όμως αρκετές οι φροντίδες κι όλη η στοργή της να σβήσουν από τη μνήμη της Λίλης τα φοβερά παιδικά χρόνια της; Ποιος άλλος έφταιγε γι' αυτό χώρια από τη μητέρα της; Πώς να της συγχωρήσει όσα είδε, όσα κατάλαβε... Μπορεί να 'ναι καλή μια τέτοια μάνα;... Ο πατέρας της όμως ήτανε τρεισχειρότερος. Αν ήταν άντρας, θα γινόταν αυτές οι ντροπές μπρος στα μάτια του; Άκουσε τη μάνα της να κλαίει. Ένα πικρό κλάμα... την πλήγωσε... πλήγωσε την αγάπη της γι' αυτήν. Αλλά πώς δεν κατάλαβε πως μαζί με τη στοργή έπρεπε να κάμει τη Λίλη να τη σέβεται; Να 'ναι περήφανη γι' αυτήν; Τώρα δεν είναι. Δε μπορεί να 'ναι! Ναι, ναι, δε γίνεται αλλιώς. Θα πάει να τον βρει. Να φύγει κι αυτός. Να μείνουν οι δυο τους. Πώς θα ζήσουν; Θα νοικιάσουν τις δυο κάμαρες. Η Λίλη θα εργαστεί... Να δουλέψει κι εκείνη... όπως πρώτα.
Η μητέρα της ξακολουθούσε να κλαίει. Πήγε κοντά της.
«Ξέρω πως σε πίκρανα. Συχώρεσέ με. Σε παρακαλώ... Ναι, το ξέρω, μ' αγαπάς... Σώπα, όλα θα φτιάξουν. Εγώ θα 'μαι πάντα κοντά σου. Δεν έχομε κανέναν ανάγκη...»
Και τη χάιδευε... Αλλά δεν ένιωθε τίποτα απ' όσα έλεγε...
Ο Λεκάκης δε φάνηκε εκείνο το βράδυ... ούτε την άλλη μέρα, ούτε την παραπάνω. Τις νύχτες άκουε τη μητέρα της να στριφογυρίζει στο κρεβάτι της... και το πρωί σηκωνόταν κατάχλομη...
«Τώρα που 'φυγε ο πατέρας», είπε η Λίλη, «μπορούμε να νοικιάσομε δυο δωμάτια, τι λες;»
«Πρέπει χωρίς άλλο να τα νοικιάσομε... να γράψεις ένα χαρτί να το βάλομε απόξω... Θαρρεί πως θα τον αφήσω έτσι... Ένα μέρος από τη σύνταξη θα την παίρνομε εμείς δικαιωματικά... Αρκετά χρόνια κάνει τον κουτό... Να νιώσει επιτέλους πως έχει γυναίκα και παιδί... όχι έτσι, “φύσα να χορέψομε”».
.......................................
Η Λίλη δε ρώτησε ούτε μια φορά τι γένηκε ο νονός της... Αν δεν άκουε τον καβγά, θα ρωτούσε βέβαια. Τώρα δεν είχε όρεξη να υποκριθεί την ανήξερη. Ούτε και πήγε να τον βρει... δεν ήταν ανάγκη μια και το 'καμε από μόνος του... Μελετούσε τις περισσότερες ώρες... είχανε διαγωνισμούς και ο νους της ήταν εκεί... Μόλις θα 'παιρνε το απολυτήριο... θα μάθαινε γραφομηχανή και στενογραφία.
.........................................
Και ένα βράδυ, έπειτα από οχτώ - δέκα μέρες, γύρισε ο νονός της... Η αναχώρηση του πατέρα δεν φάνηκε να τον παραξένεψε... Ερχόταν κι έτρωγε, κοιμόταν, αλλά όλα έδειχναν την προσωρινότητα... Ούτε η μητέρα της είχε πια αυτή την έκφραση της σιγουριάς σαν άλλοτε. Είχε αδυνατίσει... χωρίς άλλο έβλεπε πως το πουλί πάει, έκαμε φτερά...
Κι ένα μεσημέρι, μόλις μπήκε, της ανάγγειλε η μητέρα της πως ο νονός της παντρεύεται.
«Μπα», έκαμε η Λίλη, «πού το ξέρεις; Σου το 'πε ο ίδιος;»
«Το 'μαθα από κάπου. Παίρνει πολλά λεφτά. Το πρωί του φέρανε ένα σωρό πράματα. Εσώρουχα, πουκάμισα, κάλτσες, κοστούμι καινούργιο... Ετοιμάζεται».
«Με γεια του και χαρά του».
«Οι άντρες είναι άτιμοι και τιποτένιοι, και να 'χεις το νου σου, Λίλη... μη δώσεις πίστη σε κανέναν ποτέ. Παλιόσκυλα όλοι τους».
Ένα μήνα μετά ο Λεκάκης έφυγε. Τι μεσολάβησε στο μεταξύ, πώς δέχτηκε η μητέρα της να την εγκαταλείψει, τι σκηνές έγιναν, η Λίλη δεν έμαθε ποτέ...
Ώσπου να φύγει, σ' όλο το διάστημα ερχόταν όπως πάντα. Τρώγανε μαζί, κοιμόταν, κουβεντιάζαν, τη ρωτούσε για το σχολειό της... Αργότερα μόνο αντελήφθηκε πως έδινε λεφτά και πως δεν έπαψε να στέλνει όπως πριν τρόφιμα. Η Λίλη ησύχασε για πάντα. Στο τέλος του χρόνου πήρε το απολυτήριο του γυμνασίου, έμαθε γραφομηχανή και στενογραφία και εργαζόταν στην Τράπεζα. Στο διαγωνισμό για να διοριστεί, ήρθε πρώτη.
Ξαφνικά πήρε ένα γράμμα από τον πατέρα της. Της έλεγε πως βρισκόταν στο νοσοκομείο άρρωστος με πνευμονία και να πάει αν θέλει να τη δει.
Έτρεξε ευτύς.
Τον βρήκε καταβεβλημένο, με πυρετό.
«Τι έχεις, πατέρα; Είσαι πολλές μέρες άρρωστος; Γιατί δε με ειδοποίησες αμέσως;»
«Δεν ήξερα αν θα 'ρχόσουν... κι όλο ανάβαλλα... Αν δεν έρθει, έλεγα; Φοβόμουν...» κι αρχίνησε να κλαίει.
«Ω, πατέρα... γιατί κλαις; Να μην έρθω; Πώς το φαντάστηκες;...» και η Λίλη έσκυψε και τον φίλησε... «Μόλις πήρα το σημείωμά σου, έτρεξα...»
«Φοβόμουν... φοβόμουν... είμαι τόσο μοναχός». Κι έκλαιε.
«Κάθε μέρα θα 'ρχομαι. Και τις Κυριακές δυο φορές. Πρωί και απόγευμα».
Τη ρώτησε πού εργάζεται. Αν είναι ευχαριστημένη. Για το σπίτι, για τη μητέρα της, λέξη. Έμεινε μαζί του ώσπου το κουδούνι ειδοποίησε τους επισκέπτες να φύγουν. Σηκώθηκε.
«Αύριο πάλι θα 'μαι εδώ... να μη στενοχωριέσαι καθόλου...»
Έκτοτε πήγαινε κάθε μέρα. Πάντα του κρατούσε κάτι. Πότε φρέσκο βούτυρο, πότε λίγα λουλούδια, πότε φρούτα. Κι ένα απόγευμα του 'φερε μια μπουκάλα σαμπάνια. Ήξερε πως οι γιατροί συμβούλευαν λίγο καλό κρασί στους πνευμονικούς. Τον βρήκε να κάθεται. Μόλις την είδε το πρόσωπό του φωτίστηκε. Μια νοσοκόμα στεκόταν πλάι του και τον θερμομετρούσε...
«Καλύτερα, πατέρα... καλά, ε;» του είπε γελαστή.
«Καλά - καλά, τη σκαπουλάρισα φαίνεται... Ο γιατρός είπε πως γρήγορα θα γίνω καλά. Τι είναι αυτό που μου 'φερες πάλι... Σαμπάνια! Βλέπεις, αδελφή; Η κορούλα μου μού 'φερε σαμπάνια!»
«Είναι σπουδαία η κόρη σας... να σας ζήσει».
«Ευχαριστώ...»
«Τι πυρετό έχει;» ρώτησε η Λίλη...
«Τίποτα. Από χτες τη νύχτα είναι εντελώς απύρετος». Κι έφυγε.
«Και τι ωραία κοιμήθηκα, Λίλη!»
Έπειτα της είπε, μήπως έχει δουλειά και την αφήνει για να 'ρθει.
«Καμιά δουλειά... αύριο θα πάρω και το πλέξιμό μου. Σου πλέκω πουλόβερ. Τώρα που θα γίνεις καλά, να το φοράς».
«Όχι, παιδί μου, δε θέλω να ξοδεύεις τα λεφτουδάκια σου... εγώ πρέπει να σου δίνω...»
«Μας δίνεις, πώς δε μας δίνεις...»
«Άλλο είναι αυτό». Και πήρε το πορτοφόλι του κάτω από το μαξιλάρι... «Πάρε αυτά, Λίλη... τώρα κι ένα μήνα που 'μαι στο νοσοκομείο δεν ξόδεψα τίποτα... πάρε τα...» Και της έδωσε ένα μάτσο...
«Αδύνατο», έκαμε η Λίλη ζωηρά. «Το μόνο αδύνατο. Αστειεύεσαι, πατέρα; Δεν έχω από τίποτα ανάγκη... Τώρα που θα βγεις, πρέπει να τρως καλά να δυναμώσεις... Ίσως να πρέπει να πας σε καμιά εξοχή. Γίνουνται αυτά τα πράματα;»
Πήρε το πορτοφόλι, ταχτοποίησε όμορφα - όμορφα τα λεφτά, και το 'βαλε πάλι στη θέση του.
.........................................
Να πει πως ένιωθε στοργή, ζεστασιά, γι' αυτόν τον άνθρωπο... όχι, δεν ένιωθε. Μόνο τη συμπόνια που 'χει πάντα ο άνθρωπος προς τον άνθρωπο. Διαφορετικά, συλλογιόταν η Λίλη επιστρέφοντας από το νοσοκομείο, θα 'κανα το παν για να τον ξαναφέρω στο σπίτι. Όχι, ας λείπει... Θα ξαναρχίσουν οι γκρίνιες και οι καβγάδες με τη μητέρα μου. Πολύ χειρότερα τώρα, αφού δεν θα υπάρχει ο άλλος να της καλμάρει τα νεύρα... Απόδειξη πως μόλις άρχισε ο Λεκάκης να στρίβει, δε χασομέρησε δευτερόλεπτο και του ρίχτηκε τόσο χυδαία και απάνθρωπα.
Δ'
Τα χρόνια πέρασαν. Η Λίλη έμεινε γεροντοκόρη. Κάθεται στο ίδιο σπίτι εκεί πάνω στο Παγκράτι. Η μητέρα της πέθανε πριν έξι χρόνια. Λίγο πρωτύτερα είχε πεθάνει κι ο πατέρας της. Ίσως να 'χει πεθάνει κι ο «νονός» της. Δεν ξέρει. Έχει τη σύνταξη του πατέρα της. Σε λίγο παίρνει και τη δική της. Δε θέλησε ποτέ να παντρευτεί. Στην ιδέα του γάμου ανατρίχιαζε όπως όταν έβλεπε ερπετό. Έκαμε όμως κάτι άλλο. Υιοθέτησε μόλις πέθανε η μητέρα της ένα νόθο παιδί. Νόθο εκατό τα εκατό. Τη Λίλη. Ελένη ήτανε βαφτισμένη, αλλά τη λέει Λίλη. Έτσι της αρέσει. Είναι ωραιότατο κοριτσάκι, γερό, έξυπνο και τρυφερό. Για την ώρα τη φωνάζει μαμά. Έτσι τη θαρρεί. Το σπουδάζει, το ντύνει, το στολίζει, και επειδή έχει μεγάλη κλίση στη μουσική του πήρε πιάνο.
Μόλις η Λίλη θα φτάσει στην ηλικία να καταλαβαίνει τα πάντα, η άλλη Λίλη θα της πει όλη την αλήθεια. Πως δεν είναι μητέρα της όπως νομίζει, πως την πήρε από το βρεφοκομείο και πως μόνο γιατί είναι από κει την έκαμε παιδί της. Θα της πει ακόμα πως πρέπει να λογαριάζει τον εαυτό της πολύ ευτυχισμένο, ακριβώς γιατί είναι νόθα. Κι όταν θα τη ρωτούσε γιατί να 'ναι ευτυχισμένη, θα της απαντούσε:
«Γιατί μην ξέροντας ποιοι σ' έφεραν στον κόσμο δε θα βρεθείς ποτέ στη φριχτή ανάγκη να τους πεις ανάξιους γονιούς και να τους μισήσεις γιατί σ' έκαμαν δυστυχισμένη. Κι ακόμα πιο ευτυχισμένη γιατί, αν με τον καιρό βγω κι εγώ σκάρτη, δε θα νιώσεις καμιά στενοχώρια, αφού στο κάτω - κάτω θα 'μαι μια ξένη γυναίκα».
Η Λίλη ελπίζει πως θα την πείσει, αλλά αν δεν πειστεί και πικραθεί θα της πει τη δική της ιστορία, οπόταν χωρίς άλλο δεν θα έχει καμιά αντίρρηση.
Καζαντζάκη Γαλάτεια
Κρίσιμες στιγμές (Διηγήματα)
Εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2008
