Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2022

ΜΙΑ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ

   Ο πατέρας. Ο Παστόρ Παγάν ξέρει να κλείνει το μάτι. Είναι επαγγελματίας στο κλείσιμο του ματιού. Θεωρεί το κλείσιμο του ματιού -μόνο του ενός- μια μορφή ευγένειας. Όλοι οι γνωστοί του κάνουν τις δουλειές τους με ένα κλείσιμο του ματιού. Ο διευθυντής της τράπεζας όταν δίνει ένα δάνειο. Ο ταμίας όταν παίρνει μια επιταγή. Ο διοικητικός όταν του τη δίνει. Ο λογιστής όταν κάνει τον ηλίθιο και δε την καταχωρεί. Ο εκπρόσωπος του αφεντικού όταν του δίνει εντολή να πάει στην τράπεζα. Ο πορτιέρης. Ο οδηγός. Ο κηπουρός. Η υπηρέτρια. Όλος ο κόσμος του κλείνει το μάτι. Κλείνουν το μάτι τα φώτα των αυτοκινήτων, τα φανάρια της κυκλοφορίας, οι αστραπές στον ουρανό, τα χόρτα στη γη και οι αετοί στον ουρανό, για να μη μιλήσουμε για τα αεροπλάνα που πετούν όλη την ημέρα πάνω από το σπίτι του Παστόρ Παγάν και της οικογένειάς του. Το γατίσιο γουργουρητό των μηχανών διακόπτεται μόνο από το κλείσιμο των ματιών της κυκλοφορίας στη λεωφόρο Ρεβολουσιόν. Ο Παστόρ αποκρίνεται κλείνοντάς τους το μάτι, ωθούμενος από τη βεβαιότητα ότι αυτό υπαγορεύουν οι καλοί τρόποι. Τώρα που είναι συνταξιούχος, θυμάται τον εαυτό του σαν ένα επαγγελματία στο κλείσιμο του ματιού, που ποτέ δεν άνοιξε και τα δυο μάτια συγχρόνως και που, όταν το έκανε, ήταν ήδη πάρα πολύ αργά. Ένα κλείσιμο παραπάνω, κατηγορούσε τον εαυτό του, ένα κλείσιμο παραπάνω. Δεν βγήκε κανονικά στη σύνταξη. Τον συνταξιοδότησαν στα πενήντα δύο του χρόνια. Για ποιο λόγο να παραπονεθεί; Αντί να τον τιμωρήσουν, του έδωσαν μια καλή αποζημίωση. Μαζί με την πρόωρη συνταξιοδότηση ήρθε και το δώρο αυτού του σπιτιού, όχι κανένα μέγαρο, αλλά ένα σπίτι ευπρεπές. Ένα λείψανο του μακρινού καιρού που οι εθνικιστές αρχιτέκτονες της δεκαετίας του '30, επηρεασμένοι από τους Αζτέκους, αποφάσισαν ξαφνικά να κατασκευάζουν τα σπίτια σαν ινδιάνικες πυραμίδες στην Πόλη του Μεξικού. Δηλαδή, το σπίτι στένευε μεταξύ του ισογείου και του τρίτου πατώματος.  Το τελευταίο δεν ήταν κατοικήσιμο λόγω στενότητας. Αλλά η κόρη του, η Άλμα, βρήκε ότι ήταν ιδανικό για την εξίσου στενή ζωή της, την αφιερωμένη στα παιχνίδια στο διαδίκτυο και στην ανεύρεση στον εικονικό κόσμο του ίντερνετ μιας απαραίτητης -ή επαρκούς- ζωής ώστε να μη βγαίνει πια από το σπίτι, νιώθοντας όμως, ταυτόχρονα, πως ανήκε σε μια τεράστια αόρατη φυλή, με την οποία ενωνόταν, συνεπαρμένη, τη στιγμή της σύνδεσης με έναν κόσμο που της φαινόταν ο μόνος άξιος να αναλάβει τον έλεγχο «του πολιτισμού». Το κάτω πάτωμα, δηλαδή το κελάρι, το καταλαμβάνει τώρα ο γιος του, ο Αμπέλ, που επέστρεψε στο σπίτι στα τριάντα δύο του χρόνια, αφού δοκίμασε μια αποτυχημένη ανεξάρτητη ζωή. Γύρισε υπερήφανος για να μη δείξει ότι επέστρεψε μεταμελημένος. Ο Παστόρ τον δέχθηκε χωρίς να πει λέξη. Σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Όμως, η Ελβίρα, η γυναίκα του Παστόρ, ξαναβρήκε το γιο της με σημάδια αγαλλίασης. Κανένας δε σχολίασε το ότι ο Αμπέλ, επιστρέφοντας στο σπίτι, αναγνώριζε πως, στην ηλικία του, θα μπορούσε να ζήσει δωρεάν μόνο μέσα στην οικογένεια. Σαν παιδί. Μόνο που το παιδί αποδέχεται την κατάστασή του χωρίς προβλήματα. Με χαρά.
 
   Η μητέρα. Η Ελβίρα Μοράλες τραγουδούσε μπολέρο (1). Έτσι τη γνώρισε ο Παστόρ Παγάν, σε ένα κέντρο της κακιάς ώρας, κοντά στο μνημείο της Μητέρας, στη λεωφόρο Βιγιαλονγκίν. Από μικρούλα, η Ελβίρα τραγουδούσε μπολέρο στο σπίτι, όταν έκανε μπάνιο, όταν βοηθούσε στις δουλειές και πριν πέσει να κοιμηθεί. Τα τραγούδια ήταν η ικεσία της. Τη βοηθούσαν να αντέχει μια θλιβερή ζωή χωρίς πατέρα και με μια μάνα διαρκώς λυπημένη. Κανένας δεν τη βοήθησε. Τα κατάφερε μόνη της, μόνη της πήγε να ζητήσει δουλειά σε ένα κέντρο του Ροσάλες, την προσέλαβαν, άρεσε, σύντομα πήγε σε καλύτερη γειτονιά και άρχισε να πιστεύει όλα όσα τραγουδούσε. Το μπολέρο είναι σκληρό με τις γυναίκες. Τη γυναίκα τη λέει «υποκρίτρια, μόνο υποκρίτρια» και προσθέτει: «κακούργα, πέρασες την ώρα σου». Η Ελβίρα Μοράλες, για να κάνει πιο πειστικά τα τραγούδια της, έπαιρνε πάνω της όλο το φταίξιμο των στίχων, αναρωτιόταν αν στ' αλήθεια η μοιραία δύναμή της δηλητηρίαζε τους άντρες και αν το φύλο της ήταν η ρίζα του κακού. Έπαιρνε πολύ σοβαρά τα λόγια των μπολέρο. Γι' αυτό συνάρπαζε, έπειθε και προκαλούσε χειροκροτήματα κάθε νύχτα στο άσπρο φως των προβολέων που ευτυχώς έκρυβαν τα πρόσωπα των θαμώνων. Το κοινό ήταν το σκοτεινό πρόσωπο του φεγγαριού και η Ελβίρα Μοράλες μπορούσε να δοθεί στα τυφλά στα πάθη που ιστορούσε, πεπεισμένη ότι ήταν αληθινά και ότι, αφού ήταν μια «άστατη» στο τραγούδι, δεν θα ήταν στην πραγματική ζωή. Αντίθετα, τους έδινε να καταλάβουν ότι θα πουλούσε ακριβά, πολύ ακριβά, τον έρωτά της και ότι όποιος ήθελε μέλι από το στόμα της, θα πλήρωνε με μπριγιάν την αμαρτία του. Η Ελβίρα Μοράλες θα μπορούσε να τραγουδήσει μελωδικά τη φτήνια του πεπρωμένου της, αλλά έξω από τη σκηνή κρατούσε ζηλότυπα την «αγνή της καρδιά» (ρίμα με την «προστυχιά»). Μετά από το σόου, δεν έκανε ποτέ παρέα με τους θαμώνες. Επέστρεφε στο καμαρίνι της, ντυνόταν και γύριζε στο σπίτι, όπου την περίμενε η δυστυχής μητέρα της. Τα αιτήματα των θαμώνων -ένα ποτό, ένα χορό, λίγο έρωτα- απορρίπτονταν, τα λουλούδια πήγαιναν στα σκουπίδια, τα δώρα επιστρέφονταν. Και με κάθε έννοια η Ελβίρα Μοράλες έπαιρνε στα σοβαρά ό,τι τραγουδούσε. Ήξερε από τα μπολέρο τις κακοτοπιές της ζωής: ψέμα, παραίτηση και δυστυχία. Αλλά τα λόγια τής επέτρεπαν να πιστεύει, να πιστεύει πραγματικά, ότι «μια αληθινή αγάπη, χωρίς ψέμα και κακία», μπορεί να βρεθεί όταν «ο έρωτας είναι ειλικρινής».
 
   Η κόρη. Η Άλμα Παγάν έκανε μια προσπάθεια να προσαρμοστεί στον κόσμο. Για να μην της πει κανείς ότι δεν δοκίμασε. Στα δεκαοχτώ της, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να κάνει καριέρα. Δεν υπήρχε χρόνος ούτε και χρήμα. Το αποκορύφωμα ήταν το φροντιστήριο, κυρίως αν οι πόροι της οικογένειας (τόσο λιγοστοί) επρόκειτο να στηρίξουν τον αδελφό της τον Αμπέλ στο πανεπιστήμιο. Η Άλμα ήταν πολύ ελκυστικό κορίτσι. Ψηλή, ευλύγιστη, με μακριά πόδια και λεπτή μέση, μαύρα μαλλιά, κομμένα σύρριζα, στήθος πλούσιο αλλά όχι υπερβολικό, δέρμα θαμπό και βλέμμα ξύπνιο, μισάνοιχτο στόμα και νευρική μυτούλα, η Άλμα έδειχνε σε διάφορες εκδηλώσεις ότι έκανε για το νέο επάγγελμα του φροντιστή. Ντυμένη ακριβώς όπως και τα άλλα τρία ή έξι ή δώδεκα κορίτσια που επιλέγονταν για εταιρικές παρουσιάσεις, διεθνή συνέδρια, επίσημα γεγονότα, λευκό πουκάμισο με σακάκι και σκούρα μπλε φούστα, σκούρες κάλτσες και ψηλά τακούνια, η δουλειά της Άλμα ήταν να στέκει ακίνητη πίσω από τον εκάστοτε ομιλητή, ανανεώνοντας το νερό στα ποτήρια των πάνελ, να μην κάνει καμία γκριμάτσα, να μη χαμογελάει ποτέ και ακόμα περισσότερο να μην αποδοκιμάζει τίποτα. Να αποβάλει τις συγκινήσεις και να μετατραπεί σε μια τέλεια κούκλα. Μια μέρα βγήκε με τις πέντε συναδέλφους της σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση και ήταν ολόιδιες, κάθε διαφορά είχε χαθεί. Ήταν κλώνοι η μια της άλλης. Το μόνο τους πεπρωμένο ήταν να είναι ολόιδιες, να μοιάζουν στην ακινησία τους και μετά να εξαφανίζονται, συνταξιοδοτημένες λόγω ηλικίας, κιλών ή ενός πόντου σε μια μαύρη κάλτσα. Αυτή η ιδέα τρομοκράτησε την Άλμα Παγάν. Παραιτήθηκε και καθώς ήταν νέα και όμορφη βρήκε δουλειά ως αεροσυνοδός σε μια αεροπορική εταιρεία που εκτελούσε πτήσεις εσωτερικού. Δεν ήθελε να είναι μακριά από την οικογένειά της και γι' αυτό δεν έψαχνε για διεθνείς πτήσεις. Ίσως να μάντευε το πεπρωμένο της. Συμβαίνει. Όπως επίσης συνέβαινε, στις νυκτερινές πτήσεις, οι αρσενικοί επιβάτες, μόλις χαμήλωναν τα φώτα, επωφελούνταν και χάιδευαν, καθώς περνούσε, τα πόδια της, ή την κοίταζαν ξελιγωμένοι στο ντεκολτέ, ή της τσιμπούσαν τους γλουτούς, καθώς σερβίριζε κούμπα λίμπρε και κόκα κόλα. Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι (της κούμπα λίμπρε, της κόκα κόλα) ήταν η επίθεση που της έκανε ένας χοντρός από τη χερσόνησο του Γιουκατάν, αυτή έβγαινε από την τουαλέτα και αυτός την έσπρωξε μέσα, έκλεισε την πόρτα και άρχισε να της βάζει χέρι, ενώ της έλεγε «κούκλα μου, κουκλάρα μου». Του έδωσε μία στην κοιλιά με το γόνατο, και τον άφησε καθισμένο στη λεκάνη, να τρίβει, όχι τα στήθη της Άλμα αλλά την ξεχειλισμένη από το πουκάμισο κοιλιά του. Η Άλμα δεν έκανε καταγγελία. Ήταν ανώφελο. Ο επιβάτης είχε πάντα δίκιο. Ο κεφάλας από το Γιουκατάν δεν θα πάθαινε τίποτα. Εκείνη θα την κατηγορούσαν ότι είχε οικειότητες με τους επιβάτες και αν δεν την απέλυαν, θα της έβαζαν πρόστιμο. Γι' αυτό η Άλμα αποσύρθηκε από κάθε εγκόσμια δραστηριότητα και εγκαταστάθηκε στο πάνω πάτωμα του σπιτιού των γονέων της με όλες τις οπτικοακουστικές συσκευές που από τότε και στο εξής θα ήταν ο ασφαλής, άνετος και ευχάριστος κόσμος της. Είχε κάνει οικονομίες και μπόρεσε να πληρώσει μόνη της τις συσκευές.
 
   Ο γιος. Ο Αμπέλ Παγάν δεν τελείωσε τις σπουδές στο οικονομικό του Εθνικού Αυτόνομου Πανεπιστημίου του Μεξικού επειδή πίστευε ότι ήταν πιο έξυπνος από τους καθηγητές του. Το σβέλτο και περίεργο μυαλό του αγοριού έψαχνε και έβρισκε το σκοτεινό σημείο που άφηνε άναυδους τους καθηγητές του. Μιλούσε με σοβαρότητα για την «αρμονία» του Φρεντερίκ Μπαστιά και για το ΑΕΠ της Δημοκρατίας του Κογκό, αλλά αν του ζητούσαν  να εντοπίσει στο χάρτη την προαναφερθείσα δημοκρατία ή να περάσει από τον ξεχασμένο Μπαστιά στον περιλάλητο Άνταμ Σμιθ, ο Αμπέλ τα έχανε. Είχε μάθει τα περιττά σε βάρος των απαραίτητων. Αυτό τον έκανε να αισθάνεται, ταυτόχρονα, και ανώτερος αλλά και παρανοημένος από τους καθηγητές του. Εγκατέλειψε το πανεπιστήμιο και γύρισε στο σπίτι, αλλά ο πατέρας τού είπε ότι θα μπορούσε να παραμείνει μόνο αν έβρισκε δουλειά, ότι αυτό το σπίτι δεν ήταν για τους κηφήνες και ότι ο ίδιος, ο Παστόρ Παγάν, δεν είχε την τύχη να πάει στο πανεπιστήμιο. Ο Αμπέλ του πέταξε ότι αυτό ήταν σίγουρο, ότι αρκούσε ένας άεργος στην οικογένεια. Ο πατέρας τού έδωσε ένα χαστούκι, η μητέρα έβαλε τα κλάματα και ο Αμπέλ επιβιβάστηκε στο σκάφος της αξιοπρέπειάς του. Έφυγε για να ψάξει δουλειά. Επιζητούσε την ελευθερία. Ήθελε να επιστρέψει θριαμβευτής στο σπίτι. Ο άσωτος υιός. Συνέχεε την ελευθερία με την εκδίκηση. Πήγε στην επιχείρηση όπου είχε δουλέψει ο πατέρας του. Στο γραφείο του Λεονάρντο Μπαρόσο. Ο Αμπέλ πίστεψε ότι επρόκειτο να αποδείξει πως αυτός, ο γιος, θα μπορούσε να αντέξει την κατάσταση που θυσίασε τον πατέρα του: «Αυταρχικά αφεντικά σε μένα; Δικτατορίσκοι του γραφείου; Θα με φάνε στη μάπα!» Δεν χρειάστηκε να κλείσει το μάτι. Τον υποδέχτηκαν με χαμόγελα κι αυτός τους τα ανταπέδωσε. Δεν κατάλαβε πως μεταξύ του χαμόγελου και της γκριμάτσας μεσολαβούσε ο κυνόδοντας. Πολύς κυνόδοντας. Τον προσέλαβαν χωρίς πολλές διαδικασίες. Ούτε καν αυτή η ευκολία τον έβαλε σε σκέψεις. Του φέρονταν με επιφύλαξη, σαν να φοβούνταν ότι ο Αμπέλ ήταν κατάσκοπος του πατέρα του, έτσι αναγκάστηκε να αποδείξει ότι ήταν εχθρός του πατέρα του, γκρινιάζοντας για την αδυναμία και την τεμπελιά του Παστόρ Παγάν, την έλλειψη ευγνωμοσύνης του προς τους Μπαρόσο που του έδωσαν δουλειά για περισσότερα από είκοσι χρόνια. Η επιχείρηση έδειχνε ικανοποιημένη από τη στάση του γιου. Πάντως, του έδωσαν ένα κατώτερο πόστο σε ένα κατάστημα της επιχείρησης όπου η δουλειά του ήταν οι βόλτες  μεταξύ των πιθανών αγοραστών και των αδύνατων πωλητών, παρακολουθώντας και τους μεν και τους δε, ώστε οι πρώτοι  να μην κλέψουν τα εμπορεύματα και οι δεύτεροι να μην κάνουν διαλείμματα. Ο Αμπέλ ήταν ο κομψός χωροφύλακας, με πολιτικά, του καταστήματος. Κουράστηκε. Άρχισε να νοσταλγεί τα φοιτητικά του χρόνια, την προστασία της οικογένειας, την αποταμίευση που προοριζόταν για τη μόρφωσή του. Ένιωσε δυσάρεστα, αγνώμων. Το θράσος του ως γιου, η βολή, η αγνωμοσύνη του εμφανίστηκαν μπροστά του  σαν επαναλαμβανόμενα και άπιαστα φαντάσματα. Είχε την αίσθηση  ότι έβλεπε τη φθορά των χαλιών του καταστήματος κάτω από το άσκοπο πηγαινέλα του. Έκανε φίλους. Οι καλύτεροι υπάλληλοι έπαιρναν προμήθεια και εμφανίζονταν στις προσωπικότητες του εβδομαδιαίου δελτίου. Ο Αμπέλ Παγάν δεν εμφανίστηκε ποτέ στο δελτίο. Η κακή του φήμη είχε απλωθεί παντού. «Να είσαι πιο καταδεχτικός με τους ανθρώπους, Αμπέλ». «Δεν μπορώ να το αποφύγω, κύριε. Πάντα ήμουν αγενής με τους βλάκες». «Άκου, Αμπέλ, είδες ότι ο Πέπε εμφανίστηκε στο δελτίο αυτή την εβδομάδα». «Πόση λίγη νοημοσύνη χρειάζεται για να επικρατήσεις». «Γιατί δεν κάνεις μια προσπάθεια να μπεις στο δελτίο;» «Επειδή με αφήνει αδιάφορο». «Μην είσαι τόσο δύσκολος, βρε αδερφέ». «Δεν είμαι δύσκολος. Δείχνω μόνο την απέχθεια που έπρεπε να νιώθετε όλοι εσείς οι βολεμένοι». «Γιατί δεν δέχεσαι τα πράγματα όπως είναι και δεν προσπαθείς σιγά σιγά να τα βελτιώσεις, Αμπέλ;» «Επειδή τα πράγματα είναι αυτά που είναι και εγώ είμαι διαφορετικός». «Κανείς δεν σε καταλαβαίνει, αδερφέ μου». Η ζωή μετατρεπόταν σε ένα μακρύ διάδρομο ανάμεσα στο τμήμα με τα παπούτσια και το τμήμα με τα πουκάμισα. Τότε συνέβη το αναπάντεχο.
 
   Ο πατέρας. Κοιτάζοντας προς το παρελθόν, ο Παστόρ Παγάν αναρωτήθηκε γιατί δεν ήμουν ανέντιμος, ενώ θα μπορούσα να είμαι; Μήπως δεν ήταν όλοι κλέφτες; Εκτός από μένα; Γιατί να μιλήσω στον κύριο Μπαρόσο και να του πω ότι όλοι πλούτισαν, κύριε, εκτός από μένα; Γιατί αρκέστηκα στα ψίχουλα -μια επιταγή πέντε χιλιάδων δολαρίων- που μου έδωσαν για να με παρηγορήσουν, γιατί, από εκείνη τη στιγμή, σταμάτησαν να μου κλείνουν το μάτι; Τι λάθος είχα διαπράξει απλώς και μόνο μιλώντας με το αφεντικό; Σύντομα θα μάθαινε. Εμφανιζόμενος ως ο μόνος τίμιος υπάλληλος, υπονόησε ότι όλοι οι άλλοι δεν ήταν. Για τον Μπαρόσο, αυτό ήταν περιφρόνηση προς τους συναδέλφους του. Αληθινή έλλειψη αλληλεγγύης. Και χωρίς εσωτερική αλληλεγγύη, η επιχείρηση δεν δούλευε. Επιπλέον, ισχυριζόμενος ότι ήταν ο μόνος υπάλληλος υπεράνω πάσης υποψίας, ο Παστόρ προκάλεσε το διεστραμμένο μυαλό του Μπαρόσο. Για το αφεντικό, όλοι ήταν εξαγοράσιμοι. Αυτό ήταν το μέγιστο αξίωμα σε όλα τα επίπεδα στο Μεξικό, από την κυβέρνηση μέχρι τις επιχειρήσεις και από το μπακάλικο μέχρι την κοινοτική γη. Και ο Παστόρ ισχυριζόταν ότι ήταν η εξαίρεση; Το αφεντικό θα πρέπει να γέλασε μέσα του. Ο Παστόρ δεν διέπραξε το σφάλμα να ζητήσει μίζα, αλλά δήλωσε ότι ήταν τίμιος. Δεν κατάλαβε ότι σε έναν ισχυρό άντρα, όπως ο Λεονάρντο Μπαρόσο, δεν αρκούσε να δώσει μια παράνομη προμήθεια σε έναν κατώτερο υπάλληλο. Ο Παστόρ πρόσφερε στο αφεντικό του την ευκαιρία να προσπαθήσει να τον διαφθείρει πραγματικά. Τώρα, συνταξιούχος με το ζόρι, με ισόβια σύνταξη, ο Παστόρ μπορούσε να αναλογιστεί με την άνεσή του τους λόγους που οδηγούν κάποιον να καταστρέψει τους άλλους. Κάποτε από ανάγκη, όταν ο εχθρός είναι επικίνδυνος. Άλλοτε από ματαιοδοξία, όταν κανείς αισθάνεται ισχυρότερος. Άλλοτε πάλι με την ίδια αδιαφορία που λειώνεις μια μύγα. Άλλες φορές, για να βγει από τη μέση η απειλή ενός κατώτερου, όταν ο κατώτερος γνωρίζει ένα μυστικό που ο ισχυρός θέλει να κρατήσει στο σκοτάδι. Ο Παστόρ Παγάν ζούσε ως συνταξιούχος, ανακατεύοντας την τράπουλα του πεπρωμένου του, που, τελικά, είχε ήδη εκπληρωθεί. Η αλήθεια είναι ότι τον ξεγέλασαν. Όταν ζήτησε από το αφεντικό να γίνει ένας ακόμα στρατιώτης στο γιγαντιαίο στρατό της διαφθοράς, έκανε το λάθος να κατηγορήσει τους πάντες, απαλλάσσοντας ταυτόχρονα τον εαυτό του. Από εκείνη τη στιγμή, ήταν στα χέρια του αφεντικού, δηλαδή, της εξουσίας. Ο Παστόρ, από τότε και μετά, δεν θα είχε πια ηθικές αρχές. Θα ήταν ένας ακόμα κατεργάρης. Όχι πια η εξαίρεση, αλλά ο κανόνας. Τι θα μπορούσε να είχε κερδίσει αν δεν ζητούσε τίποτα από το αφεντικό; Να είναι πιο ελεύθερος, πιο σεβαστός, να συνεχίσει να δουλεύει; Η πικρότερη ημέρα της ζωής του Παστόρ Παγάν ήταν όταν αντιλήφθηκε πως ό,τι κι αν έκανε, χωρίς καν να το ξέρει, ήταν ήδη μέρος του πλέγματος της διαφθοράς στη μικρή χώρα της δουλειάς του. Είχε παρακολουθήσει επί χρόνια τις δωροδοκίες, πηγαινοφέρνοντας επιταγές, αποδεχόμενους ψεύτικους λογαριασμούς, κλείνοντας το μάτι, βλέποντας τους άλλους να του κλείνουν το μάτι, ακινητοποιημένος ηθικά σε εκείνο το φωτογραφικό στιγμιότυπο κατά το οποίο ένα μόνο μάτι κλείνει σε ένδειξη συνενοχής, ενώ το άλλο παραμένει ανοιχτό από ντροπή. Αλλά μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε παραμείνει καθαρός. Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη σε αναζήτηση φωτοστέφανου και βρήκε μόνο αραιωμένα μαλλιά. Αναζήτησε το φέγγος του μάρτυρα και του αποκρίθηκε ένα γκρίζο δέρμα, ένα πρόσωπο με ηττημένα μάγουλα, βλέμμα συνεσταλμένο και νευρικά φρύδια. Όρθωσε το στέρνο του και το στήθος του κατέρρευσε.
 
   Η μητέρα. Το μπολέρο μάς μιλάει για εραστές. Κάποιοι είναι μοιραίοι. Ζουν με την ελπίδα ότι θα γυρίσει ο τροχός ή ότι ο θάνατος θα έρθει σαν ευλογία. Άλλοι αναπολούν: ζούμε σαν τα ταξιδιάρικα πουλιά, νοσταλγώντας την αγάπη. Υπάρχουν οι ελεήμονες του έρωτα: η αγαπημένη τα πήρε όλα και τον παράτησε. Υπάρχουν τα σπάταλα μπολέρο του πάθους: θέλουν να ρουφήξουν το μέλι από το στόμα της γυναίκας και να αιχμαλωτιστούν από το δέρμα της. Υπάρχουν τα κυριαρχικά μπολέρο που επιβάλλουν τη θέρμη του πάθους τους. Η Ελβίρα Μοράλες τραγουδούσε για όλα αυτά τα συναισθήματα αλλά τα κρατούσε μέσα της και γι' αυτό τα μετέδιδε με τόση δύναμη. Απέφευγε να κοιτάξει αυτούς που την άκουγαν, κάθε νύχτα, να τραγουδά στη Σπηλιά του Αλαντίν. Έκανε μόνο μια ευτυχή εξαίρεση. Κάτι μαγικό, μυστηριώδες, θα πρέπει να οδήγησε τη ματιά της, καθώς τραγουδούσε το «Δύο ψυχές», να σταματήσει στον άντρα που, κι εκείνος, την είδε με μάτια διαφορετικά από όλους τους άλλους. Συνηθισμένη να αρνείται την ταύτιση ανάμεσα στα λόγια των μπολέρο και την παρουσία των αντρών που την άκουγαν, αυτή τη φορά αισθάνθηκε ότι το τραγούδι και το πρόσωπο συνταιριάστηκαν μαγικά: «Δύο ψυχές που στον κόσμο ένωσε ο Θεός, δύο ψυχές που αγαπήθηκαν, εσύ κι εγώ». Ένας άντρας τρυφερός: αυτό έλεγαν τα μάτια του θεατή, φωτισμένου στο σκοτάδι του κέντρου από τον ίδιο προβολέα που τόνιζε τη φεγγαροπρόσωπη Ελβίρα Μοράλες, τους γυμνούς και στρογγυλούς ώμους της, το φως που σταματούσε στο ντεκολτέ του κόκκινου φορέματος με τις πούλιες, αφήνοντας όλα τα άλλα στο ημίφως του μυστηρίου. Πώς έλαμψαν εκείνη τη νύχτα, μόνο δύο πρόσωπα, της Ελβίρα Μοράλες και ενός άγνωστου άντρα; Ποιος χειριζόταν τους προβολείς εκείνη τη νύχτα, αν όχι ο ίδιος ο Θεός, ή ένας αρχάγγελος σε θεία αποστολή; Πάντως, η Ελβίρα, για πρώτη φορά από τότε που βγήκε από το σπίτι και άρχισε να τραγουδά, πίστεψε ότι ένας άντρας ήταν αντάξιος της φωνής της, καταλάβαινε τα λόγια της, τη μουσική της. Όλα αυτά κράτησαν μόνο μια στιγμή. Μόλις τελείωσε το τραγούδι και άναψαν τα φώτα, η Ελβίρα Μοράλες έψαξε τον άντρα που είχε δει καθώς τραγουδούσε. Να ήταν ένας αντικατοπτρισμός, μια αλλόκοτη προβολή του μπολέρο στην πραγματικότητα; Όχι, το τραπέζι ήταν εκεί, αλλά το κάθισμα ήταν άδειο και όταν το κατέλαβε ένα νεοφερμένο ζευγάρι, ήξερε ότι ο άντρας που τράβηξε την προσοχή της ήταν πριν από λίγο εκεί και αν είχε φύγει, εκείνη εξακολουθούσε να είναι εκεί και εκείνος ήξερε πού να τη βρει ξανά. Αν ήθελε να τη δει ξανά.
 
   Η κόρη. Από τη στιγμή που αποφάσισε να κλειδωθεί στο τρίτο πάτωμα του πατρικού της, η Άλμα Παγάν είχε αποφασίσει επίσης τον νέο -και μόνιμο- τρόπο ζωής της. Αισθανόταν απέχθεια όταν θυμόταν τον εαυτό της, κρύο σαν άγαλμα, στις διασκέψεις και στις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις ή όταν θυμόταν να της βάζουν χέρι, να την τσιμπούν, να την προσβάλλουν στις πτήσεις Πόλη του Μεξικού - Μεξικάλι ή Πόλη του Μεξικού - Μέριδα. Δεν κατηγορούσε κανέναν παρά μόνο τον εαυτό της. Το σώμα της ήταν ο εγκληματίας. Όμορφο, επιθυμητό, φθαρτό. Μόνο αυτή έφταιγε που άναβε την αντρική λαγνεία. Τιμώρησε τον εαυτό της. Άφησε τη στολή της αεροπορικής εταιρείας και υιοθέτησε το στυλ μιας εσωτερικής εξορίας. Αθλητικά παπούτσια, τζιν, κοντομάνικα πουκάμισα και μερικές φορές σουέτερ του πανεπιστημίου Κοκόμο της Ιντιάνα. Ένα μόνιμο καπέλο του μπέιζ μπολ των παμπάλαιων Χάιμπος ντε Ταμπίκο. Η εμφάνιση δεν είχε σημασία, αν και αρκούσε να τη δεις για να μην την επιθυμήσεις. Αυτό που είχε σημασία ήταν ότι, καθώς απομονώθηκε από έναν εχθρικό και δυσάρεστο κόσμο, η Άλμα μπήκε ολοκληρωτικά σε έναν κόσμο δράσης και διέγερσης, επιβεβλημένων συγκινήσεων και διαρκών ατυχημάτων, και όλα αυτά χωρίς φυσικές συνέπειες για την ίδια. Στον κόσμο του ριάλιτι σόου. Πλήρωσε μια συνδρομή για να λαβαίνει τακτικά τα καλύτερα προγράμματα γι' αυτές τις καταστάσεις της «πραγματικής» ζωής στην οποία νέοι και σφριγηλοί άντρες και γυναίκες συμμετέχουν σε τολμηρές περιπέτειες, σε συνεχείς δοκιμασίες, σε θαυμαστά βραβεία... Εκείνες τις στιγμές, στα μισά της ιστορίας, η Άλμα παρακολουθεί σχεδόν υπνωτισμένη την αρχή της περιπέτειας μιας ομάδας τεσσάρων ζευγαριών που πρέπει να διεκδικήσουν τις τρεις πρώτες θέσεις σε ένα ταξίδι μετ' εμποδίων. Η οδύσσεια αρχίζει στην Πόλη Χουάρες και τελειώνει στην Ταπατσούλα. Αρχίζει δηλαδή στα σύνορα με τις ΗΠΑ και τελειώνει στα σύνορα με τη Γουατεμάλα. Οι συμμετέχοντες πρέπει να αγωνιστούν ξεπερνώντας διάφορα εμπόδια για να φτάσουν πρώτοι, δεύτεροι ή τρίτοι στο στόχο. Το ζευγάρι που φτάνει τελευταίο αποκλείεται. Το ζευγάρι των θριαμβευτών δικαιούται μια βδομάδα στο πολυτελές κρουαζιερόπλοιο Sirens of the See. Οι δεύτεροι και οι τρίτοι παίρνουν ευχαριστίες και ένα DVD περί ορειβασίας. Τώρα η Άλμα παρακολουθεί την έξοδο των τεσσάρων ζευγαριών στη διεθνή γέφυρα μεταξύ του Ελ Πάσο και της Πόλης Χουάρες. Τελικά οι τέσσερις είναι γκρίνγκος και οι άλλοι χωριάτες Ινδιάνοι. Το πρώτο ζευγάρι γκρίνγκος αποτελείται από δύο νεαρούς άντρες, τον Τζέικ και τον Μάικ, γυμνασμένους και ωραίους, σαν να είχαν γεννηθεί για ριάλιτι σταρ. Το δεύτερο από δύο γυναίκες, μια μαύρη (τη Σοφονίσβη) και μια λευκή (τη Σάλι). Αντίθετα, τα ντόπια ζευγάρια είναι άντρες και γυναίκες, ώστε να αποφευχθούν οι υποψίες περί ομοφυλοφιλίας. Είναι δυο λεπτοί και μικρόσωμοι νέοι, ο Χουάν και η Σολεδάδ, και δύο μαυρισμένοι και αρρωστιάρηδες γέροι, ο Χεοβά και η Πεπίτα. Οι Αμερικάνοι φοράνε τι-σερτ και σορτς. Οι Μεξικάνοι είναι ντυμένοι Ταραουμάρα (2), δηλαδή γυμνά πόδια, κεντημένες παραδοσιακές μπλούζες και κόκκινη μπαντάνα στο κεφάλι. Οι γέροι είναι ντυμένοι σαν την Άλμα Παγάν. Την ενοχλεί που τα ραμολιμέντα οικειοποιούνται τα ρούχα της νεολαίας. Δεν υφίσταται πια η διαφορά ηλικίας; Μπορεί και όχι. Αλλά το πιο ενδιαφέρον είναι ότι το δρομολόγιο από σύνορα σε σύνορα αρχίζει από τα όρια του Μεξικού με τις Ηνωμένες Πολιτείες, δηλαδή οι συμμετέχοντες περνάνε τρέχοντας τα σύνορα που εκατομμύρια Μεξικάνοι θέλουν να διασχίσουν για να βρουν δουλειά στον πλούσιο Βορρά. Και τελειώνουν στη μεθόριο του Μεξικού με τη Γουατεμάλα, η οποία αποτελεί τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε δύο μιζέριες που οι φτωχοί της Κεντρικής Αμερικής περνάνε κρυφά για να φτάσουν στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό το παράδοξο δεν διαφεύγει από την προσοχή της Άλμα. Είναι μέρος της εκπαίδευσής της. Το ριάλιτι σόου αρχίζει να είναι το πανεπιστήμιο που δεν πήγε. Η επιβεβλημένη πραγματικότητα. Η συγκίνηση χωρίς ΦΠΑ. Η μετακίνηση χωρίς κίνδυνο. Η Άλμα βρίσκει την πραγματικότητά της. Δε χρειάζεται πια να βγει στον εχθρικό και υποβαθμισμένο κόσμο. Τώρα, χάρη στο διαδίκτυο, ο κόσμος ήταν δίπλα της, ένιωθε ότι ήταν κομμάτι μιας ευκαιριακής παρέας, συνδεδεμένης σε ένα εικονικό δίκτυο, ερεθισμένης από τα οπτικοακουστικά μέσα και υπερερεθισμένης από τον πειρασμό να έρθει σε επαφή με άλλους πλοηγούς σαν την ίδια. Αλλά ακόμα δεν τολμούσε να κάνει chat.
 
   Ο γιος. Ο Λεονάρντο Μπαρόσο ήταν ένας ισχυρός άντρας επειδή έδινε σημασία στη λεπτομέρεια. Το αετίσιο βλέμμα του κατέβαινε γρήγορα από τη διαχείριση των μετοχών στο χρηματιστήριο του Χονγκ Κονγκ στο βίο και την πολιτεία του μετριότερου των υπαλλήλων του. Ο Αμπέλ Παγάν βρισκόταν στα μισά του δρόμου μεταξύ μιας επένδυσης δισεκατομμυρίων και της αμοιβής ενός πορτιέρη. Ο Μπαρόσο τον πρόσεξε μόλις ο νεαρός ζήτησε δουλειά και ανήγγειλε βλακωδώς ότι ήρθε για να ταπεινώσει τον πατέρα του. Τελείως εσκεμμένα, ο Αμπέλ στάλθηκε να παρακολουθεί τα καταστήματα. Μόνο και μόνο για να τον μαλακώσει και να του δείξει ποιος έκανε κουμάντο σε αυτή την επιχείρηση. Ποιος ήταν «το αφεντικό». Γι' αυτό το λόγο, η πρόσκληση να εμφανιστεί στο γραφείο του αφεντικού, του δον Λεονάρντο, και να του γίνει η επιτακτική πρόταση, ήταν έκπληξη. Ο γιος θα έκανε ακριβώς αυτό που είχε κάνει ο πατέρας, επί είκοσι πέντε χρόνια. Θα έπαιρνε τις επιταγές από το λογιστήριο, θα τις πήγαινε στην τράπεζα. Χωρίς ερωτήσεις. Ήταν μια εμπιστευτική θέση. Ο δον Λεονάρντο έκλεισε το μάτι: ο Αμπέλ έπρεπε να μάθει να κλείνει το μάτι. Να κλείνει το μάτι στον διευθυντή της τράπεζας. Να κλείνει το μάτι στον ταμία. Να κλείνει το μάτι στον οδηγό. Να κλείνει το μάτι σε όλους. «Όλοι θα σε καταλάβουν, επειδή αυτό έκανε ο πατέρας σου. Εσύ θα λες μόνο: με λένε Παγάν και με στέλνει ο δον Λεονάρντο. Όλοι θα σε καταλάβουν. Αλλά μην ξεχνάς να κλείνεις το μάτι. Είναι το σημάδι της συνενοχής. Αν δεν ανταποδώσουν το κλείσιμο του ματιού, καλύτερα να ψυλλιαστείς ότι κάτι τρέχει και να φύγεις». Ο Αμπέλ πάλεψε για λίγο μεταξύ ικανοποίησης και αμφιβολίας. Ο Μπαρόσο τον εμπιστευόταν. Αλλά και τον χειραγωγούσε. Και, κυρίως, τον έβαζε σε μια αλληλουχία άγνωστων πράξεων στις οποίες η δουλειά του γιου ήταν συνέχεια της δουλειάς του πατέρα. Τυφλά, ο νεαρός άντρας αποφάσισε να το διακινδυνεύσει. Τελικά, είχε αναρριχηθεί από το ταμείο στη διοίκηση μέχρι να πεις κύμινο. Είχε την εμπιστοσύνη του αφεντικού. Του έδωσαν αύξηση. Νοίκιασε ένα πολύ μικρό διαμέρισμα πάνω από ένα κατάστημα νυφικών στο Ινσουρχέντες. Οι ανάγκες της θέσης του δεν άργησαν να ξεπεράσουν το μισθό του. Οι γκόμενες άρχισαν να τον ψάχνουν και δεν θα μπορούσε να τις δεχτεί σε ένα διαμέρισμα ετοιμόρροπο από τους σεισμούς. Μετακόμισε στο ξενοδοχείο Γένοβα στη Σόνα Ρόσα και γαμούσε με συνέπεια αν και χωρίς τη χαρά της κατάκτησης. Τη γεύση. Τα κορίτσια τού δίνονταν με υπονοούμενα (ύποπτο) και γαμιόντουσαν σαν να έπαιρναν διαταγές. Από ποιον; Ο Αμπέλ άρχισε να γίνεται πιο καχύποπτος. Τα έξοδα αυξάνονταν. Και η δουλειά επίσης. Και τελικά, οι απογοητεύσεις. Ο Αμπέλ ζούσε σαν ρομπότ. Είχε το τραπέζι στρωμένο. Δεν ήταν ανάγκη να καταβάλει καμία προσπάθεια. Το μέτρο της φιλοδοξίας του ματαιωνόταν συνεχώς από την αφθονία της επιτυχίας του. Τον έλεγαν «δον» στο ξενοδοχείο. Είχε μόνιμα κλεισμένο δικό του τραπέζι στο εστιατόριο Βελινγκχάουζεν. Του έκαναν πίστωση για κοστούμια Armani. Του έδωσαν μια κόκκινη BMW, «με εντολή του δον Λεονάρντο». Οι γκομενίτσες, όλες, προσποιούνταν ασυγκράτητους οργασμούς. Στο λουτρό, του αντικαθιστούσαν την κολόνια, το σαπούνι, την οδοντόπαστα και το σαμπουάν χωρίς να το ζητήσει. Μέχρι και κόκκινα προφυλακτικά με ζωγραφιστά ελεφαντάκια του έβαλαν στο γραφείο. Πιστός στην καταγωγή και στην ιδιοσυγκρασία του, ο Αμπέλ πίστευε ότι είχε μεγαλύτερες φιλοδοξίες -πείτε τες ανεξαρτησία, προσωπική έκφραση, ελεύθερη βούληση, ποιος ξέρει- και ότι η θέση στους Αδελφούς Μπαρόσο δεν τον ικανοποιούσε απολύτως. Επίσης πρόσεξε ότι η δουλειά του ήταν ψεύτικη, πλασματική. Ότι χωρίς την έγκριση του Μπαρόσο, ο κόσμος του θα ερχόταν τα πάνω κάτω. Όφειλε τα πάντα στο αφεντικό, τίποτα στις δικές του προσπάθειες. Ο Αμπέλ Παγάν δεν ήταν ηλίθιος. Μόλις κατάλαβε, άρχισε να τον τρώει το σαράκι. Άρχισε να αισθάνεται μια πιεστική, ζωτική ανάγκη να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Να μην εξαρτιέται από τον Μπαρόσο. Να μην είναι υπηρέτης κανενός. Μήπως αυτός, ο νεαρός άντρας, δεν ήξερε περισσότερα από τους μεγάλους (τους Μπαρόσο ή τους γονείς του); Μήπως δεν θα μπορούσε να καταλάβει τη δική του θέση, μια θέση ανεξάρτητη, στην αγορά; Κοίταξε αυτά που τον περιέβαλλαν -σουίτα ξενοδοχείου, γυναίκες σωρός, ακριβά εστιατόρια, αυτοκίνητα πολυτελείας, κοστούμια Armani- και είπε μέσα του ότι μόνος του, χωρίς τη βοήθεια κανενός, τα άξιζε όλα αυτά και θα μπορούσε να τ' αποκτήσει με τα δικά του όπλα, τις δικές του δυνάμεις και τ' αρχίδια. Άρχισε να επιζητά την ελευθερία που του αρνιόταν η θέση του. Σε τι βασιζόταν για να μπει αυτόνομα στην αγορά εργασίας; Μέτρησε τα προσόντα του. Ήταν λιγοστά και μάλλον θολά. Όλα έλεγαν: «Ιδιοκτησία Λ. Μπαρόσο». Θέλησε απεγνωσμένα να επιβεβαιωθεί. Άφησε μακριά μαλλιά και τα έπιανε αλογοουρά. Δεν μπορούσε να συνεχίσει έτσι. Ήθελε να ζήσει μια άλλη πραγματικότητα, όχι εκείνη των γονιών του. Ούτε των συνομηλίκων του. Του ερχόταν εμετός αν κάποιος στο γραφείο του έλεγε, «έπιασες την καλή, Αμπέλ» ή πιο χυδαία, «γκόμενες, φράγκα, προστατευόμενος του αφεντικού, είσαι γαμάτος, τι άλλο θέλεις, θέλεις κι άλλο;» Ναι, ήθελε κι άλλα. Τότε, όλα άρχισαν να αλλάζουν. Λίγο λίγο. Έτσι ήταν. Ο Αμπέλ είχε μια σίγουρη δουλειά σε ένα αβέβαιο κόσμο. Ήταν έξυπνος και καταλάβαινε ότι η επιχείρηση μεγάλωνε και η παραγωγή διαφοροποιούταν, ενώ η δουλειά μειωνόταν. Μπορούσε να παράγει περισσότερο και να εργάζεται λιγότερο: αυτό ήταν το θέμα, είπε ο Αμπέλ. Καθώς τα σκεφτόταν όλα αυτά, ένιωθε προστατευμένος, προνομιούχος. Και παρ' όλα αυτά ήθελε κι άλλα. Τότε, όλα άρχισαν να αλλάζουν. Ακύρωσαν την πιστωτική του κάρτα. Οι πουτανίτσες σταμάτησαν να τον επισκέπτονται. Το γραφείο δεν του έδινε πια επιταγές. Κανείς δεν του έκλεινε πια το μάτι. Τον παράτησαν σε ένα σκοτεινό γραφειάκι χωρίς φως ούτε αέρα, σχεδόν ένα προμήνυμα της φυλακής. Στο τέλος, τον απόλυσαν. Σαστισμένος, αν όχι αποσβολωμένος, ο Αμπέλ Παγάν βρέθηκε από τη μια στιγμή στην άλλη στο δρόμο. Αυτό δεν ήθελε; Να γίνει ανεξάρτητος, πρώτα από το σπίτι του, μετά από το αφεντικό του; Σίγουρα, αλλά ήθελε να το κάνει μόνος του, όχι να του επιβληθεί από κάποιους άλλους. Ο Μπαρόσο του έδωσε έναν προορισμό και τώρα του τον πήρε πίσω. Ο Αμπέλ φαντάστηκε το αφεντικό να γλείφεται από ευχαρίστηση. Έτσι, αφού ταπείνωσε τον πατέρα, τώρα ήρθε η ώρα να ταπεινώσει το γιο. Ο Αμπέλ αισθάνθηκε σαν τον αμνό στο θυσιαστήριο, που περιμένει τη σφαγή. Τι επεδίωκε ο Μπαρόσο, αναρωτήθηκε ο Αμπέλ. Να δοκιμάσει την πίστη του πατέρα, θέτοντας σε δοκιμασία την τιμιότητα του γιου; Ο Αμπέλ κοίταξε τα χέρια του, λερωμένα από τόσες επιταγές όσα πόδια έχει ένα σμήνος από αράχνες. «Κάτι δεν πάει καλά», μουρμούρισε. Αισθάνθηκε μετέωρος, ευάλωτος, χωρίς πυξίδα. Αισθάνθηκε αναλώσιμος και ταπεινωμένος. Αισθάνθηκε  ότι οι προσπάθειές του δεν είχαν ανταμειφθεί. Δεν άξιζε, με το σπαθί του, μια καλύτερη δουλειά, επειδή είχε περισσότερη μόρφωση; Γιατί τα πράγματα ήταν ανάποδα; Κάτι δεν πήγαινε καλά, καθόλου καλά. Και τώρα; Τι θα κάνει; Από πού να αρχίσει πάλι; Τι δεν είχε κάνει καλά; Οπλίστηκε με κουράγιο και ζήτησε μια συνάντηση με τον δον Λεονάρντο Μπαρόσο. Του την αρνήθηκαν. Όμως, η γραμματέας του αφεντικού τού έδωσε ένα φάκελο. Μέσα υπήρχε μια επιταγή πέντε χιλιάδες πέσος και μια φράση στα λατινικά: Delicta maiorum immeritus lues. Ένας καθηγητής πανεπιστημίου είχε την καλοσύνη να του τη μεταφράσει. «Τα των προγόνων αμαρτήματα... αθώος ων θα αποτίνης» (3). Ο Παστόρ Παγάν ήταν καλός άνθρωπος και υποδέχθηκε με αξιοπρέπεια τον άσωτο υιό. Τον συγκίνησε η πληγωμένη ματαιοδοξία του Αμπέλ και για να αποφύγει οποιαδήποτε εκδήλωση θυμού, πήρε βλέμμα χαμένο, αν και χωρίς δάκρυα, όταν του άνοιξε την αγκαλιά του. Ήταν καλύτερα να προχωρήσουν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Να κοιτάξουν μπροστά. Ποτέ πίσω. Αντιλήφθηκε ότι ο γιος, ακριβώς όπως και ο πατέρας, δεν είχε πια πόρους για να αντιμετωπίσει τίποτα. Η επιστροφή του Αμπέλ τους εξίσωνε. Η σκέψη αυτή ανησύχησε πολύ τον πατέρα. Έπρεπε να ρωτήσει απευθείας τον Αμπέλ; Τι συμβαίνει; Μήπως αν δεν μιλούσε θα σήμαινε ότι κατάλαβε αυτό που είχε συμβεί; Μήπως πάλι αν μιλούσε θα σήμαινε ότι θα άνοιγε τις πόρτες σε μια εξομολόγηση που το παρελθόν θα δηλητηρίαζε για πάντα το παρόν; Ο Αμπέλ του έδωσε το κλειδί. Ένα μήνα μετά την επιστροφή του στο σπίτι, αφού επί τριάντα μέρες παρίστανε ότι δεν έτρεχε τίποτα πέραν του φυσιολογικού, επειδή το φυσιολογικό ήταν το μοιραίο, ο Αμπέλ σκέφτηκε ότι αν επρόκειτο να μείνει για πάντα με τους γονείς και την αδελφή του, θα ήταν καλύτερα να πει: «Η αλήθεια είναι πως δεν ήμουνα έτοιμος γι' αυτή τη θέση». Που ήταν η παλιά θέση του πατέρα. Αυτά τα λόγια του γιου ήταν που σύγχυσαν και τσάκισαν τον πατέρα. Ο Παστόρ Παγάν δεν είπε τίποτα. Βρήκε καταφύγιο στην τσαλαπατημένη υπερηφάνειά του μόνο και μόνο για να διαπιστώσει ότι η επιστροφή του Αμπέλ σήμαινε πως ούτε ο πατέρας ούτε ο γιος εξουσίαζαν τις ζωές τους. Ο Παστόρ δεν είχε δυνάμεις. Ο Αμπέλ δεν είχε θέληση. Όταν ο πατέρας συνειδητοποίησε αυτό, άρχισε να φέρνει εμμέσως την κουβέντα για να δει αν θα μπορούσε, τελικά, να πει την αλήθεια στο γιο του. Μια νύχτα μέθυσαν σε ένα μπαρ κοντά στην Πιεδάδ και, στη θερμότητα του αλκοόλ, ο Παστόρ πίστεψε ότι είχε σπάσει ο πάγος -το παγόβουνο που είχαν χτίσει μεταξύ πατέρα και γιου τα χρόνια- και τόλμησε να αναστενάξει: «η θεά της επιτυχίας είναι πουτάνα». Στο οποίο ο Αμπέλ, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, απάντησε «σίγουρα». «Για να πετύχεις, χρειάζονται ηττημένοι. Ειδάλλως, πώς θα ξέρεις ότι πήγες καλά;» «Σίγουρα, από κάθε επιτυχία δική σου, κάποιος άλλος βγαίνει χαμένος. Είναι ο κανόνας του παιχνιδιού». «Και τι γίνεται όταν στην αρχή τα πράγματα πάνε άσχημα και ανεβαίνεις, και μετά πάνε άσχημα και πέφτεις;» «Έχεις γίνει φιλόσοφος, γιε μου». «Ή τραγουδάς στα μπαρ, μπαμπά». Πράγμα που έκαναν, αρκετά διαφωτισμένοι και οι δύο. «Αυτή που έφυγε». Δεν ήταν γυναίκα. Η τύχη είναι αυτή που έφυγε. Η τύχη είναι αυτή που το 'σκασε. Αγκαλιάστηκαν αν και σκέφτονταν διαφορετικά πράγματα. Ο πατέρας φοβόταν μήπως ο Αμπέλ βουλιάξει στη μνησικακία και δεν ξέρει πώς να βγει. Ο γιος έκανε αιθυλικούς καταλόγους των λαθών που είχε διαπράξει και εξακολουθούσε να διαπράττει. «Πόσα λάθη έκανα σήμερα;», ρώτησε άκομψα τον Παστόρ. «Ούου, μη μετράς τα λάθη σου, γιε μου, επειδή είναι ατέλειωτα». «Για τι μετανιώνεις, μπαμπά;» Ο Παστόρ απάντησε με ένα ξέσπασμα γέλιου: «Που δεν αγόρασα όταν ήμουν νέος έναν πίνακα της Φρίντα Κάλο για δύο χιλιάδες πέσος. Κι εσύ;» «Που πήρα πράγματα που στην ουσία δεν άξιζαν». «Άντε, μη μελαγχολείς. Εσύ βρήκες το τραπέζι στρωμένο». «Αυτό είναι το κακό». «Εσύ δεν χρειάστηκε να κάνεις οικονομίες από μικρός μόνο και μόνο για να τα χάσεις όλα με τον πληθωρισμό και τις υποτιμήσεις του νομίσματος...» «Γι' αυτό παραδόθηκες στον Μπαρόσο, μπαμπά;» «Μη με σκας, γιε μου, σεβάσου με, εγώ δούλεψα είκοσι πέντε χρόνια για να δώσω στέγη και μόρφωση στα παιδιά μου. Μην το ψάχνεις πώς το έκανα. Περισσότερος σεβασμός. Περισσότερη ευγνωμοσύνη». «Το μόνο πράγμα που θέλω να μάθω είναι αν πήγαν όλα τόσο χάλια στη ζωή σου όσο και στη δική μου». «Χειρότερα, γιε μου, πολύ χειρότερα». «Πες μου». «Άκου, Αμπέλ, μην κοιτάς πίσω, ας κοιτάξουμε μπροστά...» «Το κακό είναι ότι τα βλέπω διπλά». «Τι πράγμα;» «Σε βλέπω διπλό, σαν να είσαι δύο άνθρωποι». «Είσαι πίτα». «Ποιος ξέρει. Ξαφνικά είμαι πιο νηφάλιος παρά ποτέ». «Άντε, τέλειωσε την τεκίλα και πάμε σπίτι. Οι γυναίκες μάς περιμένουν. Θα έχουν ανησυχήσει».
 
   Η μητέρα. Η Ελβίρα Μοράλες αποφάσισε να μη χάσει το κέφι της. Βάλθηκε να γιορτάζει κάθε μέρα εκείνη τη συνάντηση, εδώ και τριάντα τρία χρόνια, στη Σπηλιά του Αλαντίν. Αυτή τραγουδούσε. Αυτός ήξερε πάντα πού θα τη βρει. Αυτή δεν θα έφευγε. Και αυτός επέστρεψε. Παντρεύτηκαν και ήταν ευτυχισμένοι. Σε αυτή τη φράση ήθελε η Ελβίρα να συνοψίσει την ύπαρξή της. Οι διαμάχες θα ήταν πάντα ατελείς, οι διαφορές κρυμμένες, και όλα τα άλλα θα τα έλυναν με ρομαντισμό, όποτε υπήρχαν σύννεφα στον ορίζοντα, επιστρέφοντας στο κέντρο για να χορέψουν μαζί. Το κέντρο ήταν το λίκνο της αγάπης τους, και εκεί η Ελβίρα πίστευε ότι ανανεώνονταν τα ρευστά του έρωτά τους. Ο Παστόρ Παγάν ξαναγινόταν ο γενναίος ιππότης των ονείρων της. Η ενσάρκωση, ναι, ενός μπολέρο χωρίς δάκρυα ούτε παράπονο, αν και γεμάτου στεναγμούς, η Ελβίρα έπαυε να είναι μάρτυρας του πεπρωμένου του συζύγου της. Όταν ένιωθε παγιδευμένη, ξαναγύριζε στο μπολέρο και τότε ο γάμος της παράπαιε. Όλο το νόημα της ζωής της ήταν να αφήνει πίσω τα λόγια των τραγουδιών και να τα ακυρώνει με μια πραγματικότητα στην οποία το μερίδιο της ευτυχίας ήταν μεγαλύτερο από το μερίδιο της κακοτυχίας, και γι' αυτό όταν κάτι παρέλυε τον ευτυχισμένο γάμο της, που ήταν το ιερό μυστήριο της Ελβίρα, ο βωμός του πνεύματός της, προσκαλούσε το σύζυγό της για έναν χορό, να ξαναπάνε στο κέντρο, το οποίο τώρα λεγόταν «Οι σπηλιές» και να χορέψουν εκεί πολύ σφιχταγκαλιασμένοι, πολύ κοντά, νιώθοντας να ξανακυλάνε οι χυμοί του πάθους. Ο Αμπέλ, όταν ήταν μικρός, γελούσε με αυτές τις νοσταλγικές εξορμήσεις. «Και τρέμει μέσα στις σπηλιές της η γη», έλεγε παρωδώντας τον αγαπημένο της συγγραφέα, Γκονσάλο Σελόριο. Αυτά τα παιδιά, στο τέλος, ευγνωμονούσαν αυτές τις τελετές ανανέωσης της πίστης επειδή έφερναν ειρήνη στην οικογένεια και τους έδιναν το περιθώριο να αναρωτηθούν για τη θέση των παιδιών στον κόσμο: μέσα ή έξω από το σπίτι. Η Ελβίρα συνειδητοποιούσε ότι όλο και περισσότερο τα παιδιά παρέμεναν στο σπίτι έως μετά τα τριάντα χρόνια ή επέστρεφαν στην ηλικία του Χριστού, όπως ο γιος τους ο Αμπέλ, ή ήταν διατεθειμένα να γεράσουν στο σπίτι, όπως η Άλμα που κλειδώθηκε στο κλουβί της. Όλα αυτά ενίσχυαν την πεποίθηση της Ελβίρα Μοράλες. Αν τα παιδιά ήταν ακροβάτες στο τσίρκο της ζωής, οι γονείς θα ήταν το δίχτυ ασφαλείας που περίμενε τις πτώσεις τους και τα εμπόδιζε να πεθάνουν αποτυχημένα. Αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος της συμπεριφοράς της Ελβίρα, γι' αυτό συγχωρούσε τα λάθη, γι' αυτό τροφοδοτούσε την ιερή φλόγα της αγάπης με το σύζυγό της, γι' αυτό ξεχνούσε όλους τους κινδύνους ή τα δυσάρεστα, γι' αυτό κρατούσε τόσο κρυφά τα μυστικά; Γιατί να μην είναι η ζωή ένα μπολέρο; Γιατί να είναι η ζωή μια συναισθηματική μπαλάντα για νανούρισμα, ένα μυστικό ειδύλλιο, μια γλάστρα που ξεραίνεται αν δεν την ποτίσουμε; Γι' αυτό πήγαινε με τον άντρα της στα μπαρ απ' τα παλιά πριν πάνε να χορέψουν στο κέντρο. Για να θυμούνται αυτό που δεν ξεχνιέται ταυτίζοντάς το αδιάκοπα με την ευτυχία. Η ηλικιωμένη μητέρα της Ελβίρα πέθανε, ενώ η κόρη τραγουδούσε μπολέρο στη Σπηλιά του Αλαντίν τη νύχτα που αναγνώρισε τον Παστόρ Παγάν, χωρίς να ξέρει ότι η εύθραυστη μητέρα της είχε φύγει. Έτσι είναι η τράπουλα του πεπρωμένου. Και το πεπρωμένο έχει γυρίσματα, σαν ένα παλτό που από τη μια πλευρά μας προστατεύει από το κρύο και από την άλλη από τη βροχή. Γι' αυτό η Ελβίρα Μοράλες δεν είπε ποτέ «Μα αυτό ήταν παλιά». Γι' αυτό πάντα θα έλεγε «Τώρα. Αυτή τη στιγμή. Τώρα».
 
   Η κόρη. Οι δύο Αμερικανίδες (η Σοφονίσβη και η Σάλι) δεν πέρασαν την Πόλη Χουάρες (4). Κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας του δρομολογίου, εξαφανίστηκαν και έπειτα βρέθηκαν νεκρές σε ένα χαντάκι κοντά στο Ρίο Γκράντε.
   Έπρεπε να βρεθούν επειγόντως δύο αντικαταστάτριες από το Ελ Πάσο του Τέξας ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις του διαγωνισμού. Κανένα ζευγάρι γκρίνγκος δεν τόλμησε να διασχίσει το ποτάμι. Οι διοργανωτές εγκατέλειψαν τις προσπάθειες και στρατολόγησαν ένα ζευγάρι Μεξικάνων διατεθειμένων για όλα, αρκεί να κερδίσουν ένα ταξίδι στην Καραϊβική. Έβλεπαν κιόλας μπροστά στα μάτια τους φοίνικες, λουσμένους στον ήλιο, και άφηναν πίσω τους τις ερήμους με τους κάκτους και τους κροταλίες. Επειδή το ξερό τοπίο του βόρειου Μεξικού ήταν μέρος της δοκιμασίας που οδηγούσε στη νίκη. Οι διαγωνιζόμενοι στο ριάλιτι λάμβαναν γραπτές οδηγίες σε φακέλους τύπου Μανίλα. Τώρα σταματήστε για να μαζέψετε φραγκόσυκα ή για να κλείσετε τους υπνόσακους. Είστε ελεύθεροι. Διαλέξτε. Τι είναι πιο γρήγορο; Δεν έχει σημασία. Τώρα πρέπει να διασχίσετε την έρημο πάνω σε ανυπάκουους γαϊδάρους. Τώρα πρέπει να πάρετε το τρένο στο ύψος του Σακατέκας και όσοι το χάσουν θα πρέπει να περιμένουν το επόμενο και, έτσι, θα καθυστερήσουν. Πρέπει να ανακτηθεί ο χαμένος χρόνος. Πώς; Επιβιβαστείτε σε ένα φορτηγό σαράβαλο που πάει από μια ορεινή εθνική οδό. Οι γκρίνγκος φωνάζουν από χαρά σε κάθε θανάσιμη στροφή. Οι Μεξικάνοι διατηρούν μια στωική σιωπή. Την ξεχνούν όταν πρέπει να τους σύρει ένα ζευγάρι ζεμένα βόδια σε ένα λασπόβαλτο. Επιζούν. Τους κινεί η επιθυμία για νίκη. Κάθε ζευγάρι καταδιώκεται από το επόμενο. Όλοι βαδίζουν πίσω από τους προηγούμενους και προαναγγέλλουν το αγκομαχητό που ακολουθεί. Πρέπει να μπουν σε μια αρένα με ένα κόκκινο μαντίλι (προσφορά της παραγωγής) και να ταυρομαχήσουν με ένα αποπροσανατολισμένο μοσχαράκι, που έφαγε κορν φλέικς για πρόγευμα. Και πάλι οι δύο γκρίνγκος ταυρομαχούν με γέλια βγάζοντας πολεμικές ιαχές των Απάτσι. Οι Μεξικάνες απέχουν. Οι άντρες -ο γέρο Χεοβά, ο αδύνατος Χουάν- κάνουν κινήσεις πιο αξιοπρεπείς από το παραζαλισμένο και υπνωτισμένο μοσχαράκι. Έχουν ήδη φτάσει στο κέντρο της χώρας. Υπάρχουν αφίσες, υπάρχουν χρώματα, υπάρχουν οδηγίες. Σταματήστε εδώ. Ύπνος όπου θέλουν. Στο ύπαιθρο. Στο πεζοδρόμιο. Όπως μπορούν. Την επόμενη ημέρα, όλοι πρέπει να μαζέψουν με φτυάρια τα περιττώματα ενός αγροκτήματος βοοειδών στην Πουέμπλα. Παραπονιούνται, βρομάει. Η Πεπίτα πέφτει. Καταπίνει σκατά. Ένας γκρίνγκο πέφτει. Καταπίνει σκατά. Δηλώνει ότι αυτό είναι πολύ σέξι. Οι γυναίκες χαϊδεύουν τα βυζιά τους σαν να θέλουν να επαληθεύσουν ότι εξακολουθούν να υπάρχουν. Ανεβαίνουν όλοι σε ένα φορτηγό με κατεύθυνση την Οαχάκα. Εμφανίζεται ένα άλλο φορτηγό από την αντίθετη πλευρά. Θα πεθάνουν όλοι; Η Άλμα Παγάν κλείνει την τηλεόραση. Δεν θέλει να ξέρει τι συνέβη. Δεν θέλει να διακόψει η βία, ίσως για πάντα, όχι τη δεύτερη αλλά την αυθεντική ζωή της, την ύπαρξη που της παραχωρεί, δωρεάν, χωρίς κίνδυνο για την ίδια, το ριάλιτι σόου. Ανάβει τη συσκευή για να μπει στους κινδύνους του δρόμου. Ωστόσο, αν το δει σωστά, η οθόνη την ασφαλίζει προσφέροντάς τον ακριβώς εδώ, χωρίς να την αγγίξει, στο σπίτι της. Νιώθει ζωντανή, διεγερμένη. Παύει να αισθάνεται ευάλωτη. Έχει μπει, με τον τρόπο της, στον παράδεισο.
 
   Ο γιος. Γιατί ξαναγύρισε, σαν άθλιος ζήτουλας, να ζητήσει δουλειά από τον Μπαρόσο; Τόσο τον έχει επηρεάσει το ηθικό ξενέρωμα από το νυχτερινό μεθύσι με τον πατέρα του στην καντίνα Πιεδάδ; Έβλεπε τον πατέρα του για πρώτη φορά; Ή μήπως έβλεπε για τελευταία φορά τον εαυτό του; Επειδή ήξερε περισσότερα από τους γονείς του αλλά δεν είχε μια εξασφαλισμένη θέση στην αγορά; Τον νίκησε ο εμπαιγμός, ο ακαταμάχητος πειρασμός να γελάσει σε βάρος των γονέων του; Αυτή τραγουδούσε μπολέρο. Πίστευε ότι αρκούσε να κάνει μια ζωή αντίθετη από τα λόγια του τραγουδιού για να είναι ευτυχισμένη. Δεν καταλάβαινε ότι ζούσε σε έναν ψεύτικο ονειρικό κόσμο. Πίστευε τα λόγια. Γιατί άφησε το τραγούδι; Δεν πήρε είδηση ότι η θυσία δεν άξιζε τον κόπο; Αντάλλαξε το χρυσάφι μιας ανεξάρτητης σταδιοδρομίας για τα ψίχουλα του έγγαμου βίου. Ήταν η συναισθηματική σκλάβα των μπολέρο και έγινε η μάρτυρας του σπιτιού. Δεν ξέφυγε ποτέ από το μπολέρο. Τι γελοιότητα. Τραγουδούσε στη Σπηλιά του Αλαντίν. Ο Αλαντίν δεν είχε σπηλιά. Είχε λυχνάρι. Ο τύπος της σπηλιάς λεγόταν Αλή Μπαμπάς. Γέροι άσχετοι. Τι γαμημένη ζωή. Σχολείο για τα παιδιά. Γηροκομείο για τους γέρους. Με τίποτα! Ωστόσο, υπάρχουν στιγμές που τον κυριεύει η συγκίνηση, κυρίως όταν κολακεύεται η ματαιοδοξία του από τα αιώνια γουργουρητά της μητέρας του όταν χαϊδεύει το μέτωπό του και του περιγράφει πόσο όμορφος είναι ο γιος μου, είσαι ο γιος μου, το πλατύ σου μέτωπο τα μαύρα σγουρά σου μαλλιά το χρώμα του δέρματος σταρένιο και μεταξένιο το προφίλ σου  σαν ρήγας μπαστούνι, Ρωμαίου αυτοκράτορα, έτσι λένε, μύτη ίσια, το στόμα σου μικρό αλλά σαρκώδες, αυτή η γκριμάτσα που έχεις, γιε μου, σαν να προκαλείς έναν κόσμο που δεν σ' αρέσει, το τσίτωμα σαν κοκοράκι σ' όλο σου το κορμάκι, έτσι ήσουν από παιδί, έτσι είσαι και μεγάλος, πες μου, ποιος σε θαυμάζει περισσότερο από με; Και η αδελφή του τού σπάει τα νεύρα. Τι εύκολο που είναι να κλειδωθεί μέσα σε έναν φανταστικό κόσμο, με ένα λάπτοπ, ασφαλή αμόλυντο χωρίς αστερόσκονη ούτε δυσάρεστες μυρωδιές. Και ο πατέρας, ο χειρότερος απ' όλους, ο μέγας αρχιερέας της εξαπάτησης, ένας άνθρωπος αιχμάλωτος του ψέματος... Κι αυτός ο ίδιος, ο Αμπέλ Παγάν, εξακολουθούσε να έχει φιλοδοξίες; Και αν είχε, θα τις πραγματοποιούσε μια μέρα; Και πού θα τις «πραγματοποιούσε» καλύτερα; Στην πατρική στέγη, στα τριάντα δύο του ή απροστάτευτος στη μεγάλη λεωφόρο, ξέροντας ότι η ματαιοδοξία του, όσο μικρή κι αν ήταν, θα του ζητούσε όλο και μεγαλύτερη προσπάθεια; Με ποια πίστη θα έπρεπε να οπλιστεί για να φύγει από τη δωρεάν άνεση του σπιτιού και να επιστρέψει στον κόσμο; Θα έλεγε στον εαυτό του: Παράτα την πολλή σκέψη, Αμπέλ Παγάν, το μέλλον είναι ήδη εδώ, και το λένε παρόν; Ή ακόμα καλύτερα, θα αποδεχτώ όλα όσα ήμασταν για να τα βελτιώνω κάθε μέρα και περισσότερο; Πώς να απορρίψεις το παρελθόν χωρίς να αρνηθείς το μέλλον; Ποιο θα ήταν άραγε το αντίτιμο των δύο εξεγέρσεών του, της αντίστασης ενάντια στην οικογένεια και της επανάστασης ενάντια στο γραφείο; Θα ήταν σε θέση να αρνηθεί την πραγματικότητα για να τη βάλει στο ύψος της επιθυμίας; Θα μπορούσε να ξεχάσει εντελώς ό,τι εναντιωνόταν στην ιδανική ζωή του Αμπέλ Παγάν, του εκλεκτού της τύχης; Ή θα έπρεπε να υποταχθεί σε όσα του αρνούνταν μια ευτυχισμένη ζωή, δηλαδή ανεξάρτητη, χωρίς υποχρέωση να υπακούει στην οικογένεια ή στο μάνατζερ; Έπρεπε να επιλέξει. Έγραφε κρυφά απελπισμένες φράσεις μήπως του έρθει η φώτιση. Καταστρεφόμαστε για να φτάσουμε το ανέφικτο. Δεν αρκεί να εναντιώνεσαι στους γονείς σου για να είσαι γιος. Δεν αρκεί να εναντιώνεσαι στο αφεντικό σου για να είσαι ελεύθερος. Πρέπει να αλλάξω. Δεν μπορώ να αποχωριστώ τη ζωή μου. Η οικογένειά μου δεν νοιάζεται για τη λήθη. Δεν τους πειράζει που σε μισό αιώνα κανένας δεν θα τους θυμάται. Εμένα όμως με νοιάζει. Εμένα, ναι. Τι κάνω; Ποιος θα θυμάται; Πώς να πληγώσω τον τοίχο;
 
   Ο πατέρας. Δεν τον ζάλισε το ποτό στο μπαρ. Αλλά που αισθάνθηκε για πρώτη φορά φίλος με το γιο του. Ήταν φιλαράκια. Ίσως ήταν που πριν δεν είχαν την ευκαιρία να μιλήσουν ειλικρινά. Που είχε φτάσει η ώρα για να κάνει τον απολογισμό της ζωής του, της ιστορίας, των χρόνων που είχε ζήσει. Είμαστε παιδιά μιας αποτυχημένης επανάστασης, είπε ο Παστόρ στο γιο του που τον κοίταζε με αμφιβολία και καχυποψία και μια απόμακρη λησμονιά που άγγιζε την αδιαφορία. Ποιας επανάστασης; Για ποιο πράγμα μιλούσε ο πατέρας του; Για την τεχνολογική επανάσταση; Ο Παστόρ συνεχίζει. Πιστεύω ότι κάναμε πολλά πράγματα λάθος, επειδή χάσαμε τον ενθουσιασμό μας. Η χώρα ξέφυγε από τα χέρια μας, Αμπέλ. Σαν να έσπασαν οι δεσμοί που μας ένωναν. Τελικά, το θέμα είναι να επιζήσεις, τίποτε άλλο. Όταν έχεις ιδανικά, δεν σε νοιάζει αν θα επιζήσεις ή όχι. Ρισκάρεις. Τώρα δεν υπάρχουν πια δεσμοί. Τους έσπασε η λήθη, η διαφθορά, η απάτη, το κλείσιμο του ματιού. Το κλείσιμο του ματιού αντί για τη σκέψη, αντί για το λόγο, το καταραμένο κλείσιμο του ματιού, Αμπέλ, το σημάδι της συνενοχής όλων και μεταξύ όλων για όλα. Κοίτα με και αντίκρισε τη θλίψη ενός επιζώντα. Δούλεψα πολύ για να νιώσω άνθρωπος ηθικός. Μέχρι που συνειδητοποίησα ότι στο Μεξικό το μόνο ήθος που υπάρχει είναι να κάνεις περιουσία χωρίς να δουλέψεις. Όχι εγώ, γιε μου. Σου ορκίζομαι ότι σε όλη μου τη ζωή έκανα μόνο τη δουλειά που μου ανέθεταν. Να επισπεύδω διαδικασίες. Να διεκπεραιώνω συναλλαγές. Να μειώνω τις φορολογικές επιβαρύνσεις. Να πηγαινοφέρνω επιταγές, κεφάλαια, τραπεζικές καταθέσεις. Τι περίμενα σε αντάλλαγμα; Λίγο σεβασμό, Αμπέλ. Όχι συγκαταβατικότητα. Όχι το κλείσιμο του ματιού ενός ρουφιάνου. Απέδειξα ότι ήμουν σωστός άντρας. Ευγενικός με τους ανώτερους. Χωρίς να είμαι κόλακας. Πώς να μην αντιληφθώ ότι οι απατεώνες, οι δουλοπρεπείς, οι καπάτσοι, ανέβαιναν γρήγορα ενώ εγώ όχι; Ήταν σαν να ήμουν προορισμένος να κάνω πάντα το ίδιο πράγμα, μέχρι να πάρω σύνταξη. Είκοσι πέντε χρόνια τιμιότητας μου κόστισε για να φτάσω σε μια στιγμή ζητιανιάς. Γιατί μια ανάθεση συμβολαίου πέντε χιλιάδων δολαρίων δεν είναι έγκλημα, γιε μου. Είναι αδυναμία. Ή ελεημοσύνη. Είναι, σαν να λέμε, μια υπαρξιακή βλακεία. Τότε κατάλαβε ο Μπαρόσο ότι κι εγώ είχα την τιμή μου. Πρόσεξα την κυνική και πονηρή λάμψη των ματιών του. Ήμουν σαν όλους τους άλλους. Είχα αργήσει λίγο περισσότερο να πέσω. Δεν ήμουν πλέον ο τίμιος και αξιόπιστος υπάλληλός του. Ήμουν εξαγοράσιμος. Ήμουν του σωρού. Τι να κάνεις με έναν νεοφώτιστο απατεώνα, ε; Ήξερα ότι σε εκείνη τη διασταύρωση βλεμμάτων ενώθηκαν το δικό μου πεπρωμένο και του αφεντικού μου μόνο για να κλείσουν μια συμφωνία, κατά την οποία εκείνος πρόσταζε και εγώ σιωπούσα. Δεν χρειάστηκε να μου πει «Με απογοητεύετε, Παγάν». Ξέρει να μιλά κουνώντας τα βλέφαρα. Είναι το μοναδικό πράγμα που κινεί. Όχι τα φρύδια, ούτε το στόμα, ούτε τα χέρια. Κινεί τα βλέφαρα και σε καταδικάζει σε συνενοχή. Δεν χρειάστηκε να κάνω τίποτα για να καταλάβω ότι η φτωχή μου επιτυχία -η ελεημοσύνη των πέντε χιλιάδων δολαρίων- ήταν η μέγιστη αποτυχία μου, γιε μου. Το πινάκιο φακής, αυτό μόνο. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα υποχρεωμένος να αγαπήσω ό,τι περιφρονούσα μέχρι τότε. Αισθάνθηκα απέχθεια για τον ίδιο μου τον εαυτό. Ειλικρινά σου μιλάω. Επίσης ήξερα ότι έπρεπε να αποκρύψω το περιστατικό. Αυτό με έκανε να ντραπώ ακόμα περισσότερο. Και ό,τι, αργά ή γρήγορα, θα πλήρωνα για την αδυναμία μου μπροστά στην εξουσία. «Μην ανησυχείτε, Παγάν», είπε με φωνή μεταλλική και γλυκερή ταυτόχρονα ο Μπαρόσο. «Για να είμαστε καλοί, πρέπει να είμαστε διαθέσιμοι». Αυτό δεν ήταν σωστό. Εγώ μπορούσα να αντιμετωπίσω τη ζωή μόνο επειδή δεν ανεχόμουν την απάτη. Αρνιόμουν να γίνω συνένοχος. Αυτό ήταν το λάθος μου. Αφού δεν ήμουν αθώος, ήμουν τουλάχιστον τόσο κακός όσο αυτοί. Το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Μόνο που η γάτα ήταν τίγρη και το ποντίκι ένα ήμερο αρνί. Δεν χρειάστηκε να απειλήσω κανέναν. Δεν χρειάστηκε να πω λέξη. Έπρεπε να υποστώ τις συνέπειες πράξεων που εγώ νόμιζα τίμιες και δεν ήταν. Δεν κατάλαβα τι σημαίνει το κλείσιμο του ματιού. Δεν κατάλαβα ποιο ήταν το αντίτιμο της δωροδοκίας. Αλλά μόλις συνειδητοποίησε ότι ήμουν ευάλωτος, ο Μπαρόσο αποφάσισε να με καταστρέψει για να μη μετατρέψει την αδυναμία μου σε κίνδυνο για τον ίδιο. Και οι δυο μας -ο Μπαρόσο και εγώ- σκεφτόμασταν χώρια, κάναμε τους λογαριασμούς μας. Κατάλαβα τι μου συνέβαινε. Ο Μπαρόσο το ήξερε πάντα και γι' αυτό με πρόλαβε. «Ακούστε, Παγάν. Υπάρχει ένα ποινικό αδίκημα που λέγεται απάτη. Συνίσταται στη διάπραξη ζημιογόνων πράξεων για την περιουσία του δικαιούχου προς ίδιον όφελος ή προς όφελος τρίτων. Συνίσταται στην αποκόμιση κέρδους ως άμεσης συνέπειας της χορήγησης ονομαστικών εγγράφων, στην υπηρεσία ή στον φέροντα, εις βάρος του δικαιούχου. Παραδείγματος χάριν, αν πουλήσεις σε δύο ανθρώπους το ίδιο πράγμα. Αν αλλοιώσεις τιμολόγια ή τους όρους μιας σύμβασης. Αν δηλώσεις ανύπαρκτες δαπάνες». Απόμεινε να με κοιτάζει, σου λέω, σαν μια τίγρη που συναντάς ξαφνικά στη ζούγκλα, ένα αγρίμι κρυμμένο μέχρι εκείνη τη στιγμή, που έπρεπε ωστόσο να περιμένεις την εμφάνισή του... Το ήξερες ότι ήταν εκεί, ότι ήταν πάντα εκεί, αλλά νόμιζες ότι δεν θα επιτιθόταν σε σένα, ότι θα σε κοίταζε με εκείνο το γλυκό και απειλητικό ταυτόχρονα τρόπο των αιλουροειδών, και ότι σύντομα θα εξαφανιζόταν πάλι στα φυλλώματα. Όχι αυτή τη φορά. «Δηλαδή», συνέχισε το αφεντικό, «είστε ένοχος απάτης κατά της επιχείρησης αυτής και για ίδιον όφελος». Μπόρεσα να ψελλίσω ότι αυτό δεν ήταν αλήθεια, ότι εγώ το μόνο που έκανα ήταν να ακολουθώ οδηγίες. Ότι η καλή μου πίστη ήταν πέρα από κάθε αμφιβολία. Ο Μπαρόσο κούνησε συμπονετικά το κεφάλι. «Φίλε Παγάν. Δεχτείτε την προσφορά που σας κάνω για το δικό μου και το δικό σας καλό. Το μυστικό σας είναι ασφαλές από μένα. Δεν πρόκειται να ερευνήσω από πού πήρατε τις πέντε χιλιάδες δολάρια που βρίσκονται στον τραπεζικό σας λογαριασμό». «Μα αφού εσείς μου τα δώσατε, κύριε». «Αποδείξτε το, Παγάν. Πού είναι η απόδειξη;» Έκανε μια μικρή παύση και πρόσθεσε: «Θα σας δώσω σύνταξη. Μια σύνταξη εφ' όρου ζωής. Είστε πενήντα δύο χρόνων. Ετοιμαστείτε να ζήσετε ήσυχα, με την ασφάλεια του μηνιάτικου. Δεν χρειάζεται απόδειξη. Δεν χρειάζεται συμβόλαιο, αυτό μας έλειπε. Δέκα χιλιάδες πέσος  με τιμαριθμική προσαρμογή. Δεχτείτε και τελείωσε το θέμα». Έκανε μια μελοδραματική παύση, όπως συνήθιζε. «Αρνηθείτε και τελειώσατε εσείς». Χαμογέλασε και μου έδωσε το χέρι. «Τι προτιμάτε; Να είστε ελεύθερος και άνετος ή φυλακή για είκοσι χρόνια; Επειδή το έγκλημά σας τιμωρείται, να το ξέρετε, με πέντε ως δέκα χρόνια φυλάκιση. Καμιά δεκαριά ακόμα θα τα χρωστάτε σε μένα και στις φιλίες μου». Χαμογέλασε και το χαμόγελό του εξαφανίστηκε αμέσως. Κοίτα το χέρι μου, γιε μου. Έτσι ζούμε από τότε. Με τις ανάλογες προσαρμογές για τον πληθωρισμό.
 
   Η μητέρα. Ήξερε πού τραγουδούσε η Ελβίρα Μοράλες και μπορούσε πάντα να τη βρει. Στην παράσταση των έντεκα στο κέντρο η Σπηλιά του Αλαντίν. Θα επέστρεφε; Ή μήπως δεν θα τον ξανάβλεπε; Κοιτάζοντας γαλήνια το παρελθόν, η Ελβίρα Μοράλες υπολόγιζε πάντα πως ο ανώνυμος θεατής που μια νύχτα είχε μοιραστεί μαζί της τα λευκά φώτα, θα ξαναγύριζε να την ακούσει και θα τολμούσε να τη χαιρετήσει. Αυτή κρατούσε μέσα της την εικόνα ενός ψηλού, γεροδεμένου άντρα, με αρχές φαλάκρας που αντιστάθμιζε με τις μακριές φαβορίτες και το καλοχτενισμένο μουστάκι. Θα μπορούσε, βέβαια, να μην επιστρέψει ποτέ και όλα να ήταν μόνο ένας αντικατοπτρισμός στη μεγάλη γκρίζα έρημο της συνοικίας Κουαουτέμοκ. Το σίγουρο είναι ότι επέστρεψε, αντάλλαξαν βλέμματα καθώς τραγουδούσε το «Δύο ψυχές» και, ενάντια στις συνήθειές της, κατέβηκε από τη μικρή σκηνή ανάμεσα σε χειροκροτήματα και πήγε προς τον άντρα που την περίμενε στο τραπέζι 12Α. Ο Παστόρ Παγάν. «Χορεύουμε;» Στα μύχια της καρδιάς της είχε βάλει ένα στοίχημα. Αυτός ο άντρας δείχνει αλαζονικός επειδή είναι συνεσταλμένος. Γι' αυτό τώρα, τριάντα τρία χρόνια αργότερα, όταν η Ελβίρα πίστευε ότι μεγάλωνε η δεύτερη έρημος, του έγγαμου βίου, συνέχιζε το τραγούδι ξέροντας καλά ότι ο Παστόρ, μόλις την άκουγε, θα την καλούσε για χορό την ίδια νύχτα. Δεν υπήρχαν πια πολυσύχναστα κέντρα όπως τότε. Η ζωή της πόλης είχε σπάσει τις παλιές περιμετρικές ζώνες. Κανείς δεν τολμούσε να πάει στις επικίνδυνες συνοικίες. Οι νέοι έφευγαν, προς τα προάστια. Οι μεγαλύτεροι σύχναζαν, πιο συνετοί, στις αίθουσες χορού στη συνοικία Ρόμα, όπου όλα ήταν τόσο γνωστά ώστε μπορούσες ακόμα και να ανεβείς στη σκηνή για να κάνεις επίδειξη των χορευτικών σου ικανοτήτων. Εκεί ήταν το σπίτι τους, αν και η Ελβίρα και ο Παστόρ σταματούσαν μόνο για να χορέψουν τα πιο αργά και μελαγχολικά μπολέρο. Άκου. Σου λέω μυστικά πως σ' αγαπώ αληθινά. Ακολουθώ τα βήματά σου, κι εσύ ας μη με θέλεις. Τότε, αγκαλιασμένοι, στην πίστα, χορεύοντας όπως όταν πρωτογνωρίστηκαν, θα μπορούσε να κλείσει τα μάτια και να παραδεχτεί πως όταν άφηνε την καριέρα της και δέχτηκε να παντρευτεί, το έκανε για να γίνει απαραίτητη μέσα στο σπιτικό τους. Αλλιώς, δεν άξιζε τον κόπο. Για να γίνει απαραίτητη, ανακάλυψε σύντομα (τώρα πια όχι, τώρα χορεύει τσικ του τσικ με τον άντρα της) ότι, απελευθερωμένη από τη δουλειά, μπορούσε να μεταφέρει τα λόγια των τραγουδιών στην ιδιωτική της ζωή. Αντιλήφθηκε, με πικρή έκπληξη, ότι τα μπολέρο έλεγαν την αλήθεια. Στο κέντρο, τραγουδούσε για όσα δεν ζούσε: για τον πειρασμό της κακίας. Τώρα, στο σπίτι, τα λόγια επέστρεφαν σχεδόν σαν επιβολή, σαν κανόνας. Πες ότι δεν είναι αλήθεια, Ελβίρα. Πες ότι δεν σ' αγάπησα από μια μυστική απόγνωση, ότι δεν μετέτρεψα τις νυφικές καμπάνες στο προοίμιο ενός τόσο απέραντου κενού που μπορεί να γεμίσει μόνο τη δύστυχη τυραννία του σπιτιού. Να δίνει εντολές. Να είναι υπάκουη. Να μην υποταχθεί ποτέ. Να κρύβει την πιθανή μελαγχολία. Να θάβει την ανεπιθύμητη ανησυχία. Να επινοεί στρατηγικές για το γάμο, για να μην της πει ποτέ αυτό που φοβάται: «Δεν είμαστε πια όπως πριν». Δεν το είπε ποτέ. Πήγαιναν στα μπαρ με την ψευδαίσθηση ότι δεν υπήρχε ποτέ το «πριν» αλλά πάντα το «τώρα». Αυτή τραγουδούσε πάντα και αυτός ήξερε πού να τη βρει. Πάντα. Δεν θα πήγαινε πουθενά. «Έχετε μια συναρπαστική φωνή». Μουστάκι. Φαβορίτες. Αρχές φαλάκρας. Αρρενωπά χαρακτηριστικά. «Ευχαριστώ, κύριε». Είχε αυτή τη συναρπαστική φωνή ως τραγουδίστρια, σίγουρα. Ως σύζυγος και μητέρα, ένιωθε ότι το συναίσθημα στη φωνή της μεταμορφωνόταν σιγά σιγά σε κάτι άλλο, δύσκολο να περιγραφεί με λόγια. Ίσως, στην ψυχή της, θα μπορούσε να σκεφτεί -χορεύοντας κολλημένη στον πρίγκιπά της, του πριν και του τώρα, του πάντα, στον άντρα της τον Παστόρ Παγάν- ότι αντί για το μαρτύριο της γυναίκας του μπολέρο, τώρα αισθανόταν τον πειρασμό να ταυτιστεί με τη σύζυγο και τη μητέρα που δίνει εντολές, όσο μικρές και ασήμαντες και αν είναι. Και την υπακούν. Αυτό προκαλεί μελαγχολία και ταραχή στην Ελβίρα Μοράλες. Δεν καταλαβαίνει γιατί δεν αποδέχεται την απλή ηρεμία του σπιτικού ή μάλλον, αν και την αποδέχεται, αισθάνεται έλξη προς την κακοτυχία που περικλείει το τραγούδι, ξέροντας ότι τραγουδώντας την δεν είναι απαραίτητο να τη ζήσει, και ότι σταματώντας το τραγούδι πέφτει στην παγίδα να της δώσει ζωή. «Δεν με αναγνωρίζω», ψιθυρίζει η Ελβίρα στο αυτί του Παστόρ, όταν χορεύουν μαζί στη Σπηλιά. Δεν παρακολουθεί το συλλογισμό της. Υποψιάζεται ότι ούτε αυτός ούτε κανένας άλλος δεν θα την καταλάβαινε. Δεν θα έλεγε ποτέ: «Μετάνιωσα, έπρεπε να συνεχίσω την καριέρα μου». Δεν θα έλεγε κάτι τόσο μελοδραματικό όπως «μια μητέρα και σύζυγος απαιτεί σεβασμό». Δεν θα έλεγε κάτι τέτοιο. Προτιμούσε, κάποτε κάποτε, να διακηρύσσει την αγάπη της. Να τη δηλώνει στον άντρα της, στα παιδιά της, την Άλμα και τον Αμπέλ. Τα παιδιά δεν ανταπέδιδαν τη φράση της. Στους σηκωμένους ώμους τους, στα αδιάφορα βλέμματά τους, αναγνώριζε ότι όλες αυτές οι συναισθηματικές αποσκευές μιας μητέρας φαίνονταν άχρηστες στα παιδιά. Για τα παιδιά, το μπολέρο ήταν γελοίο. Για τον Παστόρ, αντίθετα, η μουσική ήταν όπως έπρεπε να είναι. Το ρόπτρο της ευτυχίας. Το προοίμιο της συγκίνησης, αν όχι αυτή η ίδια η συγκίνηση. Κάτι γλυκερό. Σπάνιο, αλλά γλυκερό. Χορεύοντας στο μισοσκόταδο των ρομαντικών αιθουσών χορού (είχαν μείνει ακόμα μερικές), η Ελβίρα συνειδητοποίησε ότι αυτό που τα παιδιά της απέρριπταν σ' εκείνη ήταν αυτό ακριβώς που εκείνη απέρριπτε στον άντρα της. Το φρικτό μελό ενός κόσμου που στολίζεται με χρωματιστές μπάλες, εύθαυστες και κενές σαν του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Μήπως έπρεπε να ανυψώσει ως βέβηλη Θεία Ευχαριστία τα εσωτερικά, κακόγουστα, γλυκερά συναισθήματά της, για να μεταμφιέσει την ανεπάρκεια των συγκινήσεων στην καθημερινή της ζωή, την απουσία σοβαρότητας στην αιώνια χαλαρότητα που μας επιβεβαιώνει μπροστά από το κενό και μας απομακρύνει απ' όλους: από τους άλλους και από τον εαυτό μας; Η Ελβίρα Μοράλες χορεύει σφιχταγκαλιασμένη με τον άντρα της και ο Παστόρ Παγάν της λέει στο αυτί, μέχρι πότε θα παριστάνουμε τους νέους, μέχρι πότε θα παραβλέπουμε ότι τα παιδιά μας μάς απειλούν; Ότι μας εξαφανίζουν σιγά σιγά... Όταν παντρεύτηκε, αυτή σκέφτηκε: «Μπορώ να τον απορρίψω. Αλλά μόνο τώρα. Αργότερα, δεν θα έχω πλέον αυτή την επιλογή». Και αυτός, πριν επιστρέψει στο καθημερινό ωράριο, στο φορτίο της συνήθειας, στις διαβαθμίσεις της αδιαφορίας, στο θερμόμετρο των πραγματικών ή φανταστικών χρεών, αυτός θα της ψιθύριζε στο αυτί καθώς χόρευαν, σφιχταγκαλιασμένοι, τα μπολέρο: «Παλιά, εδώ μέσα υπήρχε μαγεία».
 
   Η κόρη. Τα τέσσερα ζευγάρια πλησιάζουν, καταπονημένα, στον τελικό στόχο. Στα σύνορα με τη Γουατεμάλα. Οι Μεξικανοί, ο Χεοβά και η Πεπίτα, έχουν πάρει το τρένο που πάει στον ποταμό Σουτσιάτε και οι δύο νεαροί Αμερικανοί, ο Τζέικ και ο Μάικ, διάλεξαν μοτοσικλέτες. Οι Ταραουμάρα Χουάν και Σολεδάδ προτιμούν να τρέξουν με ρυθμό ορειβατικού μαραθώνιου. Μόνοι οι Μεξικανοί από την Πόλη Χουάρες, οι διαγωνιζόμενοι της τελευταίας στιγμής, έχουν χαθεί στην Οαχάκα, όπου στο τέλος τους ανακάλυψαν σκεπασμένους με μια μαύρη σάλτσα σε μια καντίνα. Μισή ώρα πριν από τον τερματισμό, στη ζούγκλα της Τσιάπας, το τρένο σταματά μπροστά σε ένα μπλόκο από κορμούς δέντρων στις γραμμές, και μέσα από το δάσος εμφανίζονται καμιά δεκαριά νεαροί διάβολοι. Με ξυρισμένα κεφάλια, γυμνοί από τη μέση και πάνω, με τατουάζ σε σχήμα δακρύων στο στήθος. Ο παρουσιαστής του ριάλιτι σόου δεν παραλείπει αυτά τα στοιχεία. Πιστεύει ότι πρόκειται για ένα ακόμα, προβλεπόμενο, εμπόδιο. Μέρος του σόου. Δεν είναι έτσι. Πέντε ή έξι αγόρια σηκώνουν τα πολυβόλα τους προς το τρένο και αρχίζουν να ρίχνουν στους επιβάτες. Εκεί πεθαίνουν ακαριαία ο Χεοβά και η Πεπίτα. Οι γκρίνγκος Τζέικ και Μάικ καταφθάνουν σαν το ιππικό στα γουέστερν, καταλαβαίνουν τι τρέχει, κατεβαίνουν από τις μηχανές, πλακώνουν στις μπουνιές τους δαίμονες της συμμορίας των δολοφόνων. Δεν τα βγάζουν πέρα. Τέσσερις ξυρισμένοι πυροβολούν τους δύο Αμερικανούς νέους. Πέφτουν νεκροί. Το δάσος πλημμυρίζει με αίμα. Οι Ταραουμάρα μυρίζουν το αίμα από μακριά. Αφουγκράζονται τη βία. Υπέφεραν επί αιώνες στα χέρια των λευκών και των μιγάδων. Η καχυποψία είναι η κληρονομιά τους. Δεν πλησιάζουν το τρένο. Παίρνουν άλλο δρόμο με κατεύθυνση τα σύνορα. Κερδίζουν το διαγωνισμό. Ντυμένοι με παραδοσιακά ινδιάνικα ρούχα, είναι μέσα στη μόδα για να ταξιδέψουν με πλοίο στην Καραϊβική. «Δεν έχουμε πάει ποτέ στη θάλασσα», δηλώνουν τη στιγμή της απονομής. Η Άλμα Παγάν κλείνει την τηλεόραση. Δεν ξέρει πότε θα την ξανανοίξει. Πάντως, αισθάνεται πιο ενημερωμένη από τους γονείς της. Είναι πολύ άσχετοι. Και χωρίς ενημέρωση, τι εξουσία μπορεί να έχουν πάνω της και πάνω στον αδελφό της τον Αμπέλ; Αυτά σκεφτόταν, και δεν κατάλαβε γιατί αισθάνθηκε πιο ευάλωτη παρά ποτέ.
 
   Ο γιος. Ο Αμπέλ Παγάν περπατά σε μια λεωφόρο με τοίχους γεμάτους γκράφιτι. Στον ένα τοίχο μετά τον άλλο, η Μάρα Σαλβατρούτσα αναγγέλλει ότι θα φέρει τον πόλεμο στην πόλη. Είναι μια συμμορία νέων από την Κεντρική Αμερική, εκτοπισμένων από τους πολέμους στο Ελ Σαλβαδόρ και την Ονδούρα. Ο Αμπέλ νιώθει πόνο κοιτάζοντας αυτή τη γραπτή βία που τόσο πολύ ασχημαίνει την πόλη. Αν και η ασχήμια και η Πόλη του Μεξικού αποτελούν ταυτολογία. Και το γκράφιτι είναι παγκόσμιο. Ο Αμπέλ είδε και αισθάνθηκε την απέραντη θλίψη του μεγάλου γκρίζου δρόμου. Δεν έπαιρνε γιατρειά. Έφτασε στο σταθμό του μετρό. Αποφάσισε να πηδήξει την μπάρα και να μπει στο συρμό χωρίς να πληρώσει εισιτήριο. Κανείς δεν πήρε είδηση. Ένιωσε ελεύθερος. Το τρένο, γεμάτο κόσμο, ξεκίνησε.
 
   Το αφεντικό. Ο Λεονάρντο Μπαρόσο δεν δείχνει την παραμικρή συγκίνηση διαβάζοντας αυτές τις γραμμές. Μάλλον, η έλλειψη συγκίνησης είναι η πιο εύγλωττη έκφραση της περιφρόνησής του. «Άκου, Αμπέλ. Εδώ δεν υπάρχουν αναντικατάστατοι εργαζόμενοι. Για να μαθαίνεις, νεαρέ μου. Με τις σύγχρονες τεχνολογίες, η παραγωγή αυξάνεται και ο εργαζόμενος υποβιβάζεται. Αν σου προσφέρω κάτι, πρέπει να νιώσεις προνομιούχος.  Εδώ έχεις σίγουρη και σταθερή εργασία. Δεν ανέχομαι τα καπρίτσια. Τέρμα οι προσωπικές επαναστάσεις αν θες το προνόμιο να δουλεύεις μαζί μου. Με τον Λεονάρντο Μπαρόσο. Μπήκες; Εσύ αποφασίζεις. Ή συμμετέχεις ή αποκλείεσαι. Δεν σε χρειάζομαι. Η επιχείρηση μεγαλώνει με ή χωρίς εσένα. Καλύτερα χωρίς εσένα, για να πω την αλήθεια. Πρέπει να σκέφτεσαι συνεχώς ότι μια θέση εργασίας αποτελεί προνόμιο επειδή, εσύ, Αμπέλ, περισσεύεις».
 
   Ο πατέρας και η μητέρα. Δεν περιγράφω την Ελβίρα επειδή στα μάτια μου είναι πάντα αυτή που γνώρισα μια μέρα όταν τραγουδούσε το μπολέρο «Δύο ψυχές».
 
Φουέντες Κάρλος
Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες
(μτφρ. Μαργαρίτα Μπονάτσου)
εκδ. Καστανιώτη

Σημειώσεις:
(1) Είδος μουσικής της λατινικής Αμερικής σε αργό ρυθμό και με γλυκιά μελωδία. Είναι, επίσης, και χορός που χορεύεται σε πολλές χώρες, στο Μεξικό, στην Κούβα, στο Εκουαδόρ ακόμα και στην Λιβύη. Η έντονη παρουσία αυτής της μουσικής στο Μεξικό και στην Κούβα σαν μορφή ερωτικής μπαλάντας, σε όλες τις εκδηλώσεις ακόμα και από υπαίθριους πλανόδιους καλλιτέχνες, είναι φανερή ακόμα και στις ημέρες μας.
(2) Ινδιάνοι της φυλής των Αζτέκων από τη Μεξικάνικη Πολιτεία της Τσιουάουα. 
(3) Οράτιος, Ωδαί, βιβλ. 3. VI, μτφρ. Χ. Ι. Στράγγα, Παπαδήμας, 1971.
(4) Στην Πόλη Χουάρες, Πολιτεία της Τσιουάουα, στα σύνορα του Μεξικού με τις ΗΠΑ, έχουν δολοφονηθεί, από το 1994, 340 γυναίκες, σύμφωνα με τις μεξικανικές αρχές, 370 σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, περί τις 500 σύμφωνα με άλλες μη κυβερνητικές οργανώσεις. Τα περισσότερα θύματα ήταν νεαρές κοπέλες, πολλές από τις οποίες κακοποιήθηκαν σεξουαλικά πριν δολοφονηθούν. Τα εγκλήματα, παρά τις διεθνείς πιέσεις προς την κυβέρνηση του Μεξικού, παραμένουν ανεξιχνίαστα.

Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2022

Η ΜΟΙΧΑΛΙΔΑ

   Μια μυγούλα στριφογύριζε, εδώ και λίγη ώρα, μέσ' στο αυτοκίνητο, παρ' όλο που τα τζάμια του ήταν θεόκλειστα. Πηγαινοερχόταν αθόρυβα, σαν ξαφνιασμένη, μ' ένα πέταγμα εξαντλημένο. Η Ζανίν την είχε χάσει, για μια στιγμή, από μπροστά της κι ύστερα την είδε να πηγαίνει να κάθεται πάνω στ' ακίνητο χέρι του άντρα της. Έκανε κρύο. Η μύγα ανατρίχιαζε σε κάθε απότομο φύσημα του γεμάτου άμμο αέρα που 'κανε τα τζάμια του αυτοκινήτου να τρίζουν. Το λεωφορείο προχωρούσε, σκαμπανεβάζοντας και τσουλώντας με κόπο, μέσ' στο λιγοστό πρωινό χειμωνιάτικο φως και μέσα σ' έναν φοβερό θόρυβο από λαμαρίνες και σιδερικά. Η Ζανίν έριξε μια ματιά στον άντρα της. Με τα λιγοστά γκριζωπά μαλλιά του, το στενό του μέτωπο, την πλατιά του μύτη και το ακανόνιστο στόμα του, ο Μαρσέλ έμοιαζε με κανέναν κακιωμένο φαύνο. Σε κάθε τρακάρισμα του αυτοκινήτου στο κράσπεδο του δρόμου, η Ζανίν τον ένιωθε να χάνει την ισορροπία του και να πέφτει πάνω της. Ύστερα, άφηνε πάλι τον βαρύ κορμό του να σωριάζεται στα μαζεμένα πόδια του, κρατώντας το βλέμμα του ακίνητο, νωθρό κι αφηρημένο. Μόνο τα μεγάλα άτριχα χέρια του, που 'δειχναν κοντά εξαιτίας της γκρίζας φανέλας που 'βγαινε όξω από το πουκάμισο  και σκέπαζε τους καρπούς, φαίνονταν πως έκαναν κάτι. Έσφιγγαν τόσο δυνατά μια πάνινη βαλιτσούλα που 'ταν ακουμπισμένη ανάμεσα στα γόνατά του, ώστε δεν έδειχναν ότι ένιωθαν το δισταχτικό πέταγμα της μύγας.
   Ξαφνικά, ακούστηκε καθαρά ο άνεμος που ούρλιαζε κι η ομίχλη, που κύκλωνε τ' αυτοκίνητο, άρχισε να γίνεται ακόμη πιο πυκνή. Η άμμος, τώρα, έπεφτε φουχτιές - φουχτιές πάνω στα τζάμια, λες και την πετούσαν τίποτ' αόρατα χέρια. Η μύγα κούνησε το 'να της φτερό, λύγισε λίγο τα πόδια της κι άρχισε πάλι να πετά. Το αυτοκίνητο λιγόστεψε την ταχύτητά του και φαινόταν πως ήταν έτοιμο να σταματήσει. Ύστερα, ο άνεμος άρχισε να καλμάρει, η ομίχλη καθάρισε λιγάκι και το λεωφορείο άνοιξε πάλι ταχύτητα. Φωτεινές τρύπες ανοίχτηκαν στο πνιγμένο απ' τη σκόνη τοπίο. Δυο - τρεις αδύνατες και γέρικες χουρμαδιές, που φάνταζαν σαν μετάλλινες, έκαναν την εμφάνισή τους στο τζάμι, για να εξαφανιστούν ευθύς αμέσως ύστερ' από μια στιγμή.
   «Τι τόπος!» έκανε ο Μαρσέλ.
   Τ' αυτοκίνητο ήταν γεμάτο Άραβες τυλιγμένους στις κελεμπίες τους, που φαίνονταν σαν κοιμισμένοι. Μερικοί είχαν απλώσει τα πόδια τους πάνω στον πάγκο και ταλαντεύονταν περισσότερο απ' τους άλλους με το κούνημα του αμαξιού. Η σιωπή τους κι η απάθειά τους, στο τέλος, είχαν αρχίσει να εκνευρίζουν την Ζανίν. Της φαινόταν πως ταξίδευε μέρες ολόκληρες μ' αυτή την άφωνη παρέα. Το αυτοκίνητο, ωστόσο, είχε ξεκινήσει την αυγή απ' το σιδηροδρομικό σταθμό και δυο ολόκληρες ώρες, τώρα, προχωρούσε, μέσ' στο κρύο πρωινό, πάνω σ' ένα θλιβερό, όλο πέτρα, οροπέδιο, που, στην αρχή, τουλάχιστον, οι ίσιες γραμμές του σβήνονταν πέρα στον κοκκινωπό ορίζοντα. Είχε σηκωθεί, όμως, ο άνεμος και, σιγά - σιγά, είχε καταπιεί την απέραντη έκταση. Και τώρα, οι ταξιδιώτες δεν έβλεπαν πια τίποτα. Είχαν κλείσει το στόμα τους, ο ένας ύστερ' από τον άλλον, και ταξίδευαν σιωπηλοί, σκουπίζοντας, μονάχα, πότε - πότε, τα χείλια τους και τα μάτια τους τα ερεθισμένα απ' την άμμο που χωνόταν μέσ' στ' αμάξι.
   «Ζανίν!»
   Η Ζανίν αναπήδησε απ' τη θέση της, ακούγοντας να τη φωνάζει ο άντρας της. Σκέφτηκε, για μια ακόμη φορά, πόσο ήταν γελοίο αυτό το όνομα, τώρα που 'χε γίνει τόσο παχιά και βαριά. Ο Μαρσέλ ήθελε να μάθει πού βρισκόταν το μικρό κιβώτιο με τα δείγματα. Η Ζανίν ψαχούλεψε με το πόδι της κάτω απ' τον πάγκο κι άγγιξε κάτι που σκέφτηκε πως αυτό ασφαλώς θα 'ταν το κιβώτιο. Δε μπορούσε να σκύψει, αλήθεια, χωρίς να πιαστεί η αναπνοή της. Στο κολέγιο, ωστόσο, ήταν η πρώτη στη γυμναστική, η ανάσα της δεν κοβόταν ποτέ. Μα έχουν περάσει, λοιπόν, τόσα χρόνια από τότε; Εικοσιπέντε χρόνια. Εικοσιπέντε χρόνια δεν ήταν τίποτα. Της φαινόταν πως ήταν χτες ακόμη που 'μενε αναποφάσιστη, αν θα 'πρεπε να προτιμήσει την ελεύθερη ζωή ή το γάμο. Της φαινόταν πως ήταν χτες ακόμη που σκεφτόταν, με αγωνία, τη μέρα που θα γερνούσε, ίσως, μοναχή της. Τώρα πια, δεν ήταν μόνη της κι αυτός ο φοιτητής της νομικής που δεν εννοούσε, άλλοτε, να ξεκολλήσει από κοντά της, βρισκόταν δίπλα της. Στο τέλος, δέχτηκε να τον πάρει άντρα της, αν κι ήταν λίγο κοντός και δεν της πολυάρεσε το άπληστο και κοφτό γέλιο του, ούτε τα μαύρα και κουκουβαγίσια μάτια του. Της άρεσε, όμως, το θάρρος του για τη ζωή που μοιραζόταν μαζί με τους Γάλλους τούτου 'δω του τόπου. Αγαπούσε ακόμη το απογοητευμένο ύφος που έπαιρνε, όταν τα γεγονότα ή οι άνθρωποι διαψεύδανε τις προσδοκίες του. Αγαπούσε, όμως, προπάντων, να νιώθει πως την αγαπούν κι ο Μαρσέλ την πλημμύριζε με στοργή. Κάνοντάς την να νιώθει συχνά πως ήταν το παν γι' αυτόν, στο τέλος, το πίστεψε κι η ίδια. Όχι, δεν ήταν μόνη...
   Το αυτοκίνητο, χτυπώντας δυνατά το κλάξον, προχωρούσε, παραμερίζοντας αθέατα εμπόδια, μέσα σε μια στενή δίοδο. Στ' αμάξι, ωστόσο, κανείς δεν κουνιόταν. Η Ζανίν ένιωσε ξαφνικά πως την κοιτούσαν και γύρισε το κεφάλι της προς τον πάγκο που βρισκόταν στην ίδια γραμμή με τον δικό της, από την άλλη, όμως, μεριά του διαδρόμου. Δεν ήταν Άραβας αυτός που την κοιτούσε και της φάνηκε περίεργο πως δεν τον είχε προσέξει όταν ξεκίνησε τ' αυτοκίνητο. Φορούσε τη στολή των γαλλικών μονάδων της Σαχάρας κι ένα πηλίκιο από μαύρο ύφασμα πάνω στο μακρουλό και σουβλερό πρόσωπό του που 'χε το χρώμα του τσακαλιού. Την κοιτούσε επίμονα με τα λαμπερά του μάτια, που 'χαν ένα ύφος κάπως σκυθρωπό. Ξαφνικά, κοκκίνισε και γύρισε προς το μέρος του άντρα της που κοίταζε πάντα μπροστά του, μέσ' στην ομίχλη και τον άνεμο. Τυλίχτηκε πιο σφιχτά στο παλτό της. Εξακολουθούσε, όμως, να βλέπει τον ψηλό και λιγνό -τόσο λιγνό- Γάλλο στρατιώτη με το εφαρμοστό χιτώνιο που φαινόταν σαν να 'ταν φτιαγμένος από κάποια ξερή κι εύθραυστη ύλη, από ένα μείγμα άμμο και κόκκαλο. Αυτή τη στιγμή ήταν που είδε τα λεπτά χέρια και το ηλιοκαμένο πρόσωπο των Αράβων που βρίσκονταν μπροστά της και πρόσεξε πως κάθονταν άνετα, παρά τα φαρδιά τους ρούχα, πάνω στους πάγκους. Ξανάσφιξε πάνω της το παλτό της. Δεν ήταν, παρ' όλ' αυτά, και τόσο παχιά. Ήτανε μάλλον ψηλή και γεμάτη, όμως, ακόμη -το 'νιωθε καλά αυτό στα βλέμματα των ανδρών- με το κάπως παιδιάστικο πρόσωπό της και τα δροσερά και λαμπερά της μάτια που 'ρχονταν σε αντίθεση με το χοντρό της σώμα, το χαλαρό και λίγο τεμπέλικο.
   Όχι, τίποτα δεν έγινε όπως το 'χε φανταστεί. Όταν ο Μαρσέλ ζήτησε να την πάρει μαζί του στην περιοδεία, διαμαρτυρήθηκε. Ο Μαρσέλ το σκεφτόταν αυτό το ταξίδι από πολύν καιρό, από τότε που 'χε τελειώσει ο πόλεμος κι οι δουλειές είχανε ξαναπάρει τον κανονικό τους ρυθμό. Πριν απ' τον πόλεμο, το μικρομάγαζο που 'χε κληρονομήσει ο Μαρσέλ απ' τους γονείς του, όταν παράτησε τα νομικά, τους βοηθούσε να ζούνε καλούτσικα. Τα νιάτα τους μπορεί να πει κανείς πως τα πέρασαν ευτυχισμένα. Ο Μαρσέλ, όμως, δεν αγαπούσε και τόσο την κίνηση και πολύ γρήγορα έπαψε να την πηγαίνει στις πλαζ. Το αμαξάκι τους δεν τους έβγαζε απ' την πόλη παρά μονάχα για κανέναν κυριακάτικο περίπατο. Τις άλλες μέρες ο Μαρσέλ προτιμούσε το μαγαζί του με τα πολύχρωμα υφάσματα και τη σκιά των θόλων αυτής της μισοπρωτόγονης και μισοευρωπαϊκής συνοικίας. Έμεναν πάνω απ' το μαγαζί, σε τρία δωμάτια στολισμένα με αραβικά παραπετάσματα και έπιπλα. Παιδιά δεν είχαν αποκτήσει. Τα χρόνια είχαν περάσει μέσ' στο λιγοστό φως, που 'μπαινε απ' τα μισόκλειστα παντζούρια του μαγαζιού τους και του σπιτιού τους. Το καλοκαίρι, οι πλαζ, οι περίπατοι, κι ο ουρανός ακόμη, βρίσκονταν μακριά. Τίποτα δεν φαινόταν να ενδιαφέρει τον Μαρσέλ εκτός απ' τις δουλειές του. Πίστευε πως είχε ανακαλύψει το πραγματικό του πάθος: το χρήμα. Κι είναι αλήθεια πως η Ζανίν δεν τ' αγαπούσε, χωρίς να ξέρει καλά - καλά κι αυτή το γιατί. Πάντως, δεν το περιφρονούσε κι ολότελα. Ο Μαρσέλ δεν ήταν τσιγκούνης. Αντίθετα, ήταν γενναιόδωρος και μάλιστα μαζί της. «Αν μου συμβεί κάτι», έλεγε, «θα 'σαι εξασφαλισμένη». Κι έπρεπε, πράγματι, να είναι εξασφαλισμένη απ' την ανάγκη. Ποια είναι, ωστόσο, η απλούστερη ανάγκη απ' την οποία πρέπει να 'ναι εξασφαλισμένος κανείς; Όταν σκεφτόταν αυτό το πράγμα, καμιά φορά, ένιωθε τον εαυτό της σε αμηχανία. Εν τω μεταξύ, βοηθούσε τον Μαρσέλ να κρατά τα βιβλία του και τον αντικαθιστούσε, πότε - πότε, και στο μαγαζί. Η πιο δύσκολη και πιο σκληρή εποχή ήταν το καλοκαίρι, που η ζέστη σκότωνε κι αυτή τη γλυκιά αίσθηση της μελαγχολίας.
   Ξαφνικά, μέσ' στο κατακαλόκαιρο, ήρθε ο πόλεμος. Ο Μαρσέλ επιστρατεύτηκε κι ύστερα απολύθηκε. Υφάσματα δεν υπήρχαν πια, οι δουλειές είχαν σταματήσει κι οι δρόμοι ήταν έρημοι και ζεστοί. Αν τύχαινε κάτι, τώρα πια δε θα 'ταν εξασφαλισμένη. Να, γιατί, όταν ξαναφάνηκαν στην αγορά υφάσματα, ο Μαρσέλ σκέφτηκε να περιοδεύει στα ορεινά χωριά και στο νότο και να πουλάει απ' ευθείας ο ίδιος τις πραμάτειες του στους Άραβες εμπόρους. Ο Μαρσέλ ήθελε να την παίρνει μαζί του. Η Ζανίν ήξερε πως οι συγκοινωνίες ήταν δύσκολες. Θα προτιμούσε να κάθεται στην πόλη και να τον περιμένει. Ο Μαρσέλ, όμως, επέμενε κι αναγκάστηκε να δεχτεί, γιατί χρειαζόταν να 'χει πάρα πολλή ενεργητικότητα για ν' αρνηθεί. Τώρα, βρίσκονταν εκεί, και τίποτα αλήθεια δεν έμοιαζε με ό,τι είχε φανταστεί. Είχε φοβηθεί τη ζέστη, τα κοπάδια τις μύγες, τα βρώμικα ξενοδοχεία που 'ταν γεμάτα μυρωδιές από άνηθο. Δεν είχε σκεφτεί το κρύο και τον τσουχτερό αγέρα των πολικών αυτών οροπεδίων που ήταν γεμάτα πέτρες. Είχε ονειρευτεί χουρμαδιές και γλυκιά άμμο. Έβλεπε, τώρα, πως η έρημος δεν είχε καμιά σχέση μ' όλα αυτά. Η έρημος ήταν μονάχα πέτρα, πέτρα που βρισκόταν παντού, στον ουρανό, όπου βασίλευε ψυχρή μονάχα η πέτρινη σκόνη, όπως και στη γη, όπου φύτρωναν μόνο κατάξερα στάχια ανάμεσα στα βράχια.
   Το αυτοκίνητο σταμάτησε απότομα. Ο σοφέρ είπε μουρμουρίζοντας μερικά λόγια σ' αυτή τη γλώσσα που η Ζανίν άκουγε σ' όλη της τη ζωή χωρίς ποτέ να την καταλαβαίνει. 
   «Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Μαρσέλ. 
   Ο σοφέρ -γαλλικά αυτή τη φορά- του απάντησε πως η άμμος είχε βουλώσει το καρμπιρατέρ κι ο Μαρσέλ άρχισε να καταριέται, γι' άλλη μια φορά, αυτόν τον τόπο. Ο σοφέρ γέλασε, δείχνοντας όλα του τα δόντια και βεβαίωσε τον Μαρσέλ πως δεν ήταν τίποτα. Θα ξεβούλωνε το καρμπιρατέρ κι ύστερα θα φεύγανε. Άνοιξε την πόρτα κι ο ψυχρός αέρας χύθηκε μέσ' στ' αμάξι, χτυπώντας τα πρόσωπά τους με χιλιάδες κόκκους άμμου. Οι Άραβες χώσανε τη μύτη στις κελεμπίες τους και κουβαριάστηκαν στη θέση τους.  
   «Κλείσ' την πόρτα», έμπηξε τις φωνές ο Μαρσέλ. 
   Ο σοφέρ έβαλε τα γέλια, ξαναμπαίνοντας στο λεωφορείο. Πήρε, σιγά - σιγά, κάτι εργαλεία απ' το ντουλαπάκι του αυτοκινήτου κι ύστερα χάθηκε μπρος από τ' αμάξι, χωρίς να κλείσει την πόρτα. Ο Μαρσέλ αναστέναξε. 
   «Να 'σαι βέβαιη πως τούτος εδώ δεν έχει δει ποτέ στη ζωή του μηχανή αυτοκινήτου». 
   «Σταμάτα!» είπε η Ζανίν. 
   Ξαφνικά η Ζανίν αναπήδησε. Στο κράσπεδο του δρόμου, κοντά στο αυτοκίνητο, στέκονταν ακίνητοι μερικοί κουκουλωμένοι άνθρωποι. Κάτω από τις κουκούλες των κελεμπιών τους και πίσω από το ύφασμα που σκέπαζε το πρόσωπό τους, δεν έβλεπες παρά μονάχα τα μάτια τους. Σιωπηλοί, χωρίς να ξέρει κανείς από πού ξεφύτρωσαν, κοίταζαν καλά - καλά τους ταξιδιώτες. 
   «Είναι τσοπάνηδες», είπε ο Μαρσέλ.
   Στο εσωτερικό του αμαξιού επικρατούσε σιωπή απόλυτη. Οι επιβάτες, με σκυμμένο το κεφάλι, φαίνονταν σαν ν' ακούνε τη φωνή του ανέμου, που 'χε ξεχυθεί λεύτερος πάνω στ' ατέλειωτα οροπέδια. Η Ζανίν, ξαφνικά, πρόσεξε, μ' έκπληξή της, πως οι αποσκευές τους δεν ήταν μέσ' στο λεωφορείο. Ο σοφέρ, πριν ξεκινήσουν, είχε πετάξει το μπαούλο τους και μερικά άλλα δέματα στη σκεπή του αυτοκινήτου. Στο εσωτερικό του αμαξιού, μέσα σε κάτι δίχτυα, έβλεπε κανείς μονάχα κάτι ροζιάρικα ραβδιά και μερικά μεγάλα ζεμπίλια. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι του Νότου ταξίδευαν, όπως φαίνεται, μ' αδειανά τα χέρια.
   Ο σοφέρ, ωστόσο, ξαναγύρισε, ζωηρός όπως πάντα. Μονάχα τα μάτια του έβλεπες που γελούσαν κάτω απ' τα πανιά με τα οποία είχε, κι αυτός, όπως κι οι άλλοι, σκεπασμένο το πρόσωπό του. Κάθισε στη θέση του και, γυρίζοντας προς τους επιβάτες, είπε πως ήταν έτοιμοι να φύγουν. Έκλεισε την πόρτα, ο αέρας έπαψε πια να μπαίνει μέσ' στ' αυτοκίνητο κι η βροχή της άμμου πάνω στα τζάμια ακουγόταν τώρα πιο καθαρά. Η μηχανή έβηξε και μετά σταμάτησε. Για πολλή ώρα ο σοφέρ προσπαθούσε  να τη βάλει σε κίνηση. Στο τέλος, πήρε μπρος κι άρχισε να βγάζει έναν τρομαχτικό θόρυβο, που ολοένα γινόταν πιο δυνατός. Σε μια στιγμή, λες και το αυτοκίνητο το 'πιασε λόξυγκας, ξεκίνησε. Μέσ' από την κουρελιασμένη μάζα των βοσκών που στέκονταν πάντα ακίνητοι, σηκώθηκε ένα χέρι κι ύστερα χάθηκε μέσ' στην ομίχλη. Σχεδόν αμέσως, το λεωφορείο άρχισε να σκαμπανεβάζει πάνω στο δρόμο που γινόταν ολοένα πιο άσχημος. Με τα τινάγματα του αυτοκινήτου, οι Άραβες κουνιόνταν συνέχεια. Η Ζανίν αισθανόταν, ωστόσο, να την παίρνει ο ύπνος, όταν μπρος στα μάτια της ξεπετάχτηκε ένα μικρό κίτρινο μπουκάλι γεμάτο κασού (1). Ο στρατιώτης - τσακάλι της χαμογελούσε. Η Ζανίν δίστασε, για μια στιγμή, ήπιε λιγάκι και του 'πε ευχαριστώ. Το τσακάλι έβαλε στην τσέπη το μπουκαλάκι και κατάπιε απότομα το χαμόγελό του. Τώρα είχε καρφώσει τα μάτια του στο δρόμο που ανοιγόταν μπροστά του ολόισιος. Η Ζανίν γύρισε το πρόσωπό της προς τον Μαρσέλ και δεν μπόρεσε να δει παρά μόνο τον δυνατό του σβέρκο. Έβλεπε μέσ' από τα τζάμια την ομίχλη που ανέβαινε απ' τα κατασκονισμένα κράσπεδα του δρόμου και γινόταν ολοένα και πιο πηχτή.
   Ώρες ολόκληρες ταξίδευαν κι η κούραση είχε σβήσει κάθε ίχνος ζωής μέσ' στ' αυτοκίνητο, όταν φωνές δυνατές ακούστηκαν απ' όξω. Παιδιά που φορούσαν κελεμπίες και στριφογύριζαν σαν σβούρες, πηδώντας και χτυπώντας παλαμάκια, έτρεχαν γύρω απ' τ' αυτοκίνητο. Το αμάξι, τώρα, κυλούσε σ' ένα μακρύ δρόμο, που απ' τη μια κι απ' την άλλη του μεριά ήταν γεμάτος χαμηλά σπιτάκια. Μπαίνανε στην όαση. Ο άνεμος εξακολουθούσε πάντα να σφυρίζει, οι τοίχοι, όμως, των σπιτιών εμπόδιζαν τους κόκκους της άμμου να σκοτεινιάζουν το φως. Ο ουρανός, ωστόσο, ήταν ακόμη κατάμαυρος. Μέσα σε φωνές κι ύστερα από ένα φοβερό στρίγγλισμα που 'κανε το φρενάρισμα, το αυτοκίνητο σταμάτησε μπρος στις πλίθινες καμάρες ενός ξενοδοχείου με βρώμικα τζάμια. Η Ζανίν κατέβηκε απ' τ' αμάξι και στο δρόμο ένιωσε το κορμί της να τρέμει. Πάνω από τα σπίτια είδε να υψώνεται ένας λεπτός κίτρινος μιναρές. Αριστερά της, διακρίνονταν, κιόλας, οι πρώτες χουρμαδιές της όασης κι ένιωσε την επιθυμία να πάει να τις δει από κοντά. Αν κι ήταν, όμως, σχεδόν μεσημέρι, το κρύο έτσουζε. Ο αέρας τής έφερνε τρεμούλα. Γύρισε το πρόσωπό της προς τον Μαρσέλ κι είδε το στρατιώτη που προχωρούσε για να την πλησιάσει. Περίμενε το χαμόγελό του ή τον χαιρετισμό του. Την προσπέρασε, όμως, χωρίς να την κοιτάξει κι εξαφανίστηκε. Ο Μαρσέλ ήταν απασχολημένος με το κατέβασμα του μπαούλου, ενός μαύρου κιβωτίου γεμάτου υφάσματα που βρισκόταν στη σκεπή του αυτοκινήτου. Δεν ήταν εύκολη δουλειά. Ο σοφέρ κατέβαζε μόνος του τις αποσκευές των επιβατών κι είχε σταθεί όρθιος πάνω στη σκεπή του λεωφορείου και κουβέντιαζε με μια ομάδα Αράβων που ήταν μαζεμένοι γύρω απ' τ' αμάξι. Η Ζανίν, περιτριγυρισμένη από πρόσωπα  που έμοιαζαν σαν λαξεμένα πάνω σε κόκαλο και πετσί, πολιορκημένη απ' τις χοντρές φωνές τους, ένιωσε, ξαφνικά, τον εαυτό της πολύ κουρασμένο.  
   «Προχωρώ», είπε στον Μαρσέλ, που περίμενε ανυπόμονα τον σοφέρ.  
   Μπήκε στο ξενοδοχείο. Ο ξενοδόχος, ένας αδύνατος και σκυθρωπός Γάλλος, ήρθε και στάθηκε μπροστά της. Την ανέβασε στο πρώτο πάτωμα, σ' έναν σκεπαστό εξώστη που 'βλεπε στο δρόμο και την οδήγησε σ' ένα δωμάτιο που δεν είχε παρά ένα σιδερένιο μονάχα κρεβάτι, μια καρέκλα βαμμένη μ' άσπρη ριπολίνη, μια κρεμάστρα χωρίς κουρτίνες, ένα παραβάν καλαμένιο και μια τουαλέτα που ο νιπτήρας της ήταν γεμάτος από λεπτή σκόνη άμμου. Όταν ο ξενοδόχος έκλεισε την πόρτα, η Ζανίν αισθάνθηκε το κρύο που ερχόταν απ' τους γυμνούς κι ασβεστωμένους τοίχους. Δεν ήξερε πού να βάλει την τσάντα της, ούτε και πού να κάτσει η ίδια. Έπρεπε να ξαπλώσει ή να μείνει όρθια και να τρεμουλιάζει και στις δύο περιπτώσεις. Κάθισε όρθια με την τσάντα στο χέρι και πρόσεξε πως στο ταβάνι υπήρχε ένα είδος ανοιχτής πολεμίστρας που 'χασκε στον ουρανό. Περίμενε, δεν ήξερε, όμως, τι. Ένιωθε μονάχα τη μοναξιά της, το κρύο που πιρούνιαζε το κορμί της κι ένα βαρύ πλάκωμα στο μέρος της καρδιάς. Στην πραγματικότητα, ονειρευόταν κι ήταν σχεδόν κουφή στους θορύβους που ανέβαιναν απ' το δρόμο και στις φωνές του Μαρσέλ. Άκουγε, αντίθετα, ξεκάθαρα, τη φοβερή οχλοβοή της πολεμίστρας, αυτόν τον απόηχο της πάλης του ανέμου με τις χουρμαδιές, που της φαίνονταν, τώρα, τόσο κοντινές. Ύστερα, ο άνεμος σαν να δυνάμωσε κι ο σιγανός θόρυβος των νερών γίνηκε μονομιάς βουή κυμάτων. Έβλεπε, με τη φαντασία της, πίσω από τους τοίχους, μια θάλασσα ίσιες και λυγερές χουρμαδιές, που κυμάτιζαν μέσ' στη θύελλα. Τίποτα δεν έμοιαζε μ' αυτά που περίμενε. Τ' αθέατα, όμως, τούτα κύματα δρόσιζαν τα κουρασμένα της μάτια. Στεκόταν όρθια, βαριά, με κρεμασμένα τα χέρια κάτω και κάπως κυρτωμένη. Το κρύο το 'νιωθε ν' ανεβαίνει στις βαριές γάμπες της. Έβλεπε, με το μυαλό της, τις ίσιες και λυγερές χουρμαδιές και το νεαρό κορίτσι που ήταν κάποτε.
 
   Αφού κάνανε την τουαλέτα τους ο Μαρσέλ και η Ζανίν, κατέβηκαν στην τραπεζαρία. Πάνω στους γυμνούς τοίχους, ήταν ζωγραφισμένες καμήλες και χουρμαδιές, πνιγμένες σ' ένα φόντο ροζ και βιολετί. Από τα θολωτά παράθυρα έμπαινε φως λιγοστό. Ο Μαρσέλ ζήτησε πληροφορίες για τους εμπόρους από τον ξενοδόχο. Ύστερα, ένας γέρος Άραβας, που 'χε κρεμασμένο πάνω στη μπλούζα του κάποιο στρατιωτικό παράσημο, τους σερβίρισε. Ο Μαρσέλ έμενε σκεφτικός κι είχε αρχίσει να κόβει το ψωμί σε φέτες. Δεν άφησε τη γυναίκα του να πιει νερό. 
   «Δεν είναι βρασμένο. Πιες, καλύτερα, κρασί». 
   Η Ζανίν δεν αγαπούσε το κρασί, της πείραζε το στομάχι. Κι ύστερα, το μενού είχε χοιρινό. 
   «Το Κοράνι το απαγορεύει. Το Κοράνι, όμως, δεν ήξερε πως όταν ψηθεί καλά το χοιρινό δε βλάφτει τον άνθρωπο. Εμείς ξέρουμε από κουζίνα. Τι σκέφτεσαι;» 
   Η Ζανίν δε σκεφτόταν τίποτα, ή, μάλλον, σκεφτόταν τη νίκη των μαγείρων πάνω στους προφήτες. Έπρεπε, ωστόσο, να κάνουν γρήγορα. Θα ξεκινούσαν το άλλο πρωί και θα τραβούσαν ακόμη νοτιότερα: έπρεπε τ' απόγευμα να ιδούν όλους τους εμπόρους. Ο Μαρσέλ είπε στο γέρο Άραβα να φέρει τον καφέ. Αυτός κούνησε το κεφάλι του, χωρίς να χαμογελάσει, και βγήκε απ' την τραπεζαρία με μικρά βηματάκια. 
   «Σιγά - σιγά το πρωί κι όχι πολύ γρήγορα το βράδυ», έκανε ο Μαρσέλ, γελώντας. 
   Μόλις, ωστόσο, ήρθε ο καφές, τον ήπιαν αμέσως. Τον ρούφηξαν γρήγορα - γρήγορα και βγήκαν στον σκονισμένο και κρύο δρόμο. Ο Μαρσέλ φώναξε ένα νεαρό Άραβα για να τον βοηθήσει στο κουβάλημα του μπαούλου. Συζήτησε, όμως, πρώτα μαζί του για την αμοιβή. Η γνώμη του -που την είχε πει στη Ζανίν χίλιες φορές- βασιζόταν στην αρχή ότι οι Άραβες ζητούσαν πάντα το διπλό, για να πάρουν, στο τέλος, το τέταρτο. Η Ζανίν που δεν ένιωθε καλά, ακολουθούσε τον άντρα της και τον νεαρό Άραβα. Είχε φορέσει κάτω από το χοντρό της παλτό ένα λινό φόρεμα, γιατί δεν ήθελε να φαίνεται πολύ παχιά. Το χοιρινό, αν και καλοψημένο, και το λίγο κρασί που είχε πιει, της είχαν φέρει δυσφορία.
   Πέρασαν από έναν μικρό δημόσιο κήπο, φυτεμένο με δέντρα σκονισμένα. Διασταυρώνονταν με Άραβες που παραμέριζαν, χωρίς να δείχνουν πως τους βλέπουν, σκεπάζοντας το πρόσωπό τους με τις άκριες της κελεμπίας τους. Ακόμη κι όταν φορούσαν κουρέλια, η Ζανίν έβρισκε πως είχαν έναν αέρα περηφάνιας που δεν τον είχαν οι Άραβες της δικής τους πόλης. Η Ζανίν ακολουθούσε το μπαούλο που της άνοιγε δρόμο μέσ' από το πλήθος. Πέρασαν την πύλη ενός οχυρού φτιαγμένου με κίτρινο χώμα, έφτασαν σε μια μικρή πλατεία, φυτεμένη με τα ίδια μεταλλικά δέντρα και που ολοτρόγυρα, προς το βάθος, και στο μεγαλύτερο μέρος της, είχε καμάρες και μαγαζάκια. Σταμάτησαν μπρος σε μια μικρή οικοδομή που 'χε το σχήμα οβίδας κι ήταν βαμμένη με άσπρο ασβέστη. Στο εσωτερικό, μέσ' στο μοναδικό δωμάτιο που φωτιζόταν μονάχα απ' την πόρτα της εισόδου, στεκόταν, πίσω από έναν ξύλινο λουστραρισμένο πάγκο, ένας γέρος Άραβας με ολόασπρα μουστάκια. Σερβίριζε, εκείνη τη στιγμή, με το τσαγιερό, τσάι σε τρία πολύχρωμα φλιτζανάκια. Πριν ακόμη διακρίνουν τίποτ' άλλο μέσ' στο μισοσκόταδο του μαγαζιού, η φρέσκια μυρωδιά του τσαγιού υποδέχτηκε τον Μαρσέλ και τη Ζανίν στο κατώφλι. Μόλις δρασκέλισαν την πόρτα, ανασηκώνοντας τις διάφορες γιρλάντες που ήταν γεμάτες μολυβένια τσαγιερά, φλιτζάνια και πιάτα ανακατωμένα με καρτ-ποστάλ, ο Μαρσέλ πλησίασε στο ταμείο. Η Ζανίν έμεινε στην είσοδο. Παραμέρισε λιγάκι για να μην εμποδίζει το φως. Την ίδια στιγμή πρόσεξε πίσω από το γέρο έμπορο, μέσ' στο μισοσκόταδο, δυο Άραβες καθισμένους πάνω σε κάτι γεμάτα σακιά απ' τα οποία ήταν πλημμυρισμένο το βάθος του μικρομάγαζου, που την κοίταζαν χαμογελώντας. Κόκκινα και μαύρα χαλιά και κεντημένα μεταξωτά υφάσματα ήταν κρεμασμένα πάνω στους τοίχους. Στο πάτωμα ήταν ακουμπισμένα σακιά και καρέκλες γεμάτες αρωματικούς σπόρους. Στο ταμείο, γύρω από μια ζυγαριά με χάλκινα γυαλιστερά τάσια κι ένα παλιό μέτρο με σβησμένες λιθογραφίες, ήταν παραταγμένα, στη σειρά, ζαχαρόψωμα. Από το ένα έλειπε το χοντρό μπλε χάρτινο περιτύλιγμά του και στην άκρη ήταν λίγο κομμένο. Η μυρωδιά του μαλλιού και των αρωμάτων γέμιζε το δωμάτιο. Το άρωμα, όμως, του τσαγιού το 'νιωσαν να γαργαλάει πιο έντονα τα ρουθούνια τους ο Μαρσέλ και η Ζανίν, όταν ο γέρος έμπορος ακούμπησε το τσαγιερό στο ταμείο και είπε καλημέρα.
   Ο Μαρσέλ μίλαγε γρήγορα, μ' αυτή τη μπάσα φωνή που χρησιμοποιούσε όταν κουβέντιαζε για δουλειές. Ύστερα, άνοιξε το μπαούλο, έβγαλε τα υφάσματα και τα μεταξωτά κι έσπρωξε τη ζυγαριά και το μέτρο για να δείξει καλύτερα το εμπόρευμά του στο γέρο έμπορο. Νευρίαζε, ανέβαζε τον τόνο της φωνής του, γελούσε ψεύτικα, είχε το ύφος της γυναίκας που θέλει ν' αρέσει και δεν είναι σίγουρη για τον εαυτό της. Τώρα, με τα χέρια ορθάνοιχτα, προσπαθούσε να πείσει τον γέρο Άραβα. Ο γέρος κούνησε το κεφάλι, έδωσε τα φλιτζάνια του τσαγιού στους δυο Άραβες που 'ταν πίσω του κι είπε μονάχα μερικές λέξεις που φαίνεται πως απογοήτευσαν τον Μαρσέλ. Ο Μαρσέλ πήρε πάλι στα χέρια του τα υφάσματα, τα στοίβαξε μέσα στο μπαούλο κι ύστερα σκούπισε απ' το μέτωπό του τον ιδρώτα. Φώναξε τον μικρό βαστάζο και ξεκίνησαν προς τις καμάρες. Στο πρώτο μαγαζί, αν κι ο έμπορος είχε το ίδιο ολύμπιο ύφος που 'χε κι ο προηγούμενος, φάνηκαν κάπως τυχερότεροι. 
   «Νομίζουν πως είναι ο Καλός Θεός», είπε ο Μαρσέλ, «αυτό, όμως, δεν τους εμποδίζει να κάνουν και τον έμπορο κιόλας! Η ζωή είναι σκληρή για όλους». 
   Η Ζανίν ακολουθούσε χωρίς ν' απαντά. Ο αέρας είχε σχεδόν σταματήσει. Ο ουρανός καθάριζε τόπους - τόπους. Ένα φως κρύο, λαμπερό, κατέβαινε από πηγάδια μπλε που τρυπούσαν τα πυκνά σύννεφα. Είχαν, τώρα, φύγει απ' την πλατεία. Βάδιζαν μέσα σε διάφορα δρομάκια, πέρναγαν ξυστά από χωματένιους τοίχους που πάνω τους κρέμονταν σαπισμένα τριαντάφυλλα ή κάποια ξερή σκουληκιασμένη ροδιά. Ένα άρωμα σκόνης και καφέ, ο καπνός κάποιας φωτιάς, η μυρωδιά της πέτρας και του προβάτου, γέμιζαν τον αέρα αυτής της συνοικίας. Τα μαγαζιά, σκαμμένα μέσ' στους τοίχους, βρίσκονταν μακριά το ένα από τ' άλλο. Η Ζανίν ένιωθε τις γάμπες της βαριές. Ο άντρας της, όμως, σιγά - σιγά, είχε ξαναβρεί το κέφι του. Άρχιζε να πουλάει κι είχε γίνει πιο εύθυμος. Φώναζε τη Ζανίν «μικρή μου». Το ταξίδι δε θα πήγαινε χαμένο. 
   «Βέβαια», έλεγε η Ζανίν, «είναι προτιμότερο να συναλλάσσεται κανείς απευθείας μ' αυτούς τους ανθρώπους».
   Ξαναγύρισαν στο κέντρο της πόλης από έναν άλλο δρόμο. Το απόγευμα ήταν προχωρημένο κι ο ουρανός, τώρα, είχε, σχεδόν, καθαρίσει. Σταμάτησαν στην πλατεία. Ο Μαρσέλ έτριβε τα χέρια του και παρακολουθούσε με τρυφερό ύφος το μπαούλο που πήγαινε μπροστά τους. 
   «Κοίταξε», έκανε η Ζανίν. 
   Απ' την άλλη άκρη της πλατείας ερχόταν ένας ψηλός, λεπτός και ρωμαλέος Άραβας που φορούσε κελεμπία γαλάζια και μαλακές κίτρινες μπότες. Τα χέρια του ήταν γαντοφορεμένα κι είχε ένα πρόσωπο αετίσιο και μπρούτζινο. Μόνο το τουρμπάνι που φορούσε τον ξεχώριζε από τους Γάλλους αξιωματικούς που θαύμαζε κάποτε η Ζανίν. Προχωρούσε προς την κατεύθυνσή τους, βγάζοντας, σιγά - σιγά, το γάντι απ' το ένα του χέρι κι όποιος τον έβλεπε είχε την εντύπωση πως κοιτούσε πάνω απ' τα κεφάλια των ανθρώπων. 
   «Ωραία», είπε ο Μαρσέλ, «να, κι ένας που νομίζει πως είναι στρατάρχης». 
   Ναι, οι Άραβες σ' αυτόν τον τόπο είχαν ύφος περήφανο, τούτος εδώ όμως, τους ξεπέρναγε, αλήθεια, όλους. Ο Μαρσέλ και η Ζανίν στέκονταν ακίνητοι μέσ' στην άδεια πλατεία κι ο μεγαλοπρεπής Άραβας προχωρούσε ολόισια προς το μπαούλο, χωρίς να βλέπει τίποτα. Σε μια στιγμή η απόσταση που τους χώριζε μίκρυνε κι ο Άραβας πλησίασε πολύ κοντά τους. Τότε ο Μαρσέλ άρπαξε με απίστευτη γρηγοράδα την άκρη του μπαούλου και το τράβηξε προς τα πίσω. Ο άλλος προσπέρασε ατάραχος και κατευθύνθηκε με το ίδιο βήμα  προς το οχυρό. Η Ζανίν κοίταξε τον άντρα της. Είχε μείνει άναυδος.
   «Νομίζουν πως έχουν το δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν», είπε. 
   Η Ζανίν δεν απάντησε τίποτα. Δεν της άρεσε καθόλου αυτή η ανόητη έπαρση του Άραβα κι ένιωσε ξαφνικά πολύ δυστυχισμένη. Ήθελε να φύγει, σκεφτόταν το μικρό τους διαμέρισμα. Η ιδέα ότι θα ξαναγύριζε στο ξενοδοχείο, σ' αυτή την παγωμένη κάμαρα, της έκοβε το κουράγιο. Σκέφτηκε ξαφνικά πως ο ξενοδόχος τής είχε συστήσει ν' ανέβει στην ταράτσα του οχυρού, απ' όπου φαινόταν όλη η έρημος. Είπε στον Μαρσέλ πως μπορούσαν ν' αφήσουν το μπαούλο στο ξενοδοχείο και ν' ανέβουν στ' οχυρό. Ο Μαρσέλ, όμως, ήταν κουρασμένος, ήθελε να κοιμηθεί λίγο πριν πάνε για φαΐ. 
   «Σε παρακαλώ, πάμε», είπε η Ζανίν. 
   Ο Μαρσέλ την κοίταξε καλά - καλά και της απάντησε: 
   «Όπως θέλεις, αγάπη μου».
   Τον περίμενε μπρος στο ξενοδοχείο, μέσ' στο δρόμο. Το ασπροντυμένο πλήθος γινόταν ολοένα και πιο πυκνό. Δεν έβλεπες ούτε μια γυναίκα στο δρόμο και στη Ζανίν φαινόταν πως ποτέ της δεν είχε δει τόσο πολλούς άντρες. Κανείς, ωστόσο, δεν την πρόσεχε. Μερικοί, χωρίς να σκέφτονται πως την κοιτάζουν, έστρεφαν αδιάφορα προς το μέρος της το λεπτό και μαυριδερό τους πρόσωπο. Όλες οι μορφές των ανθρώπων είχαν γίνει, τώρα, γι' αυτήν ίδιες: η μορφή του Γάλλου στρατιώτη που ταξίδευε μαζί τους στο αυτοκίνητο, η πανούργα και περήφανη μορφή του γαντοφορεμένου Άραβα. Έστρεφαν όλοι το πρόσωπό τους προς την ξένη, δεν την κοίταζαν κι ύστερα, ελαφροί και σιωπηλοί, περνούσαν δίπλα της. Η δυσφορία της Ζανίν κι η ανάγκη που 'νιωθε να φύγει μακριά μεγάλωνε. «Γιατί είχε έρθει;» Ο Μαρσέλ, ωστόσο, είχε κιόλας ξανακατεβεί.
   Όταν άρχισαν ν' ανεβαίνουν τη σκάλα του φρουρίου, η ώρα ήταν κιόλας πέντε. Ο αέρας είχε σταματήσει εντελώς. Ο ουρανός, ολοκάθαρος, τώρα, είχε πάρει ένα χρώμα γαλάζιο προς το πράσινο. Το κρύο είχε γίνει ακόμη πιο δυνατό και τους βελόνιαζε τα μάγουλα. Στη μέση της σκάλας, ένας γέρος Άραβας, ξαπλωμένος δίπλα στον τοίχο, τους ρώτησε αν ήθελαν να τους κάνει τον οδηγό, χωρίς, όμως, και να κουνηθεί καθόλου απ' τη θέση του, λες κι ήταν προκαταβολικά σίγουρος πως επρόκειτο ν' αρνηθούν. Η σκάλα ήταν ψηλή κι απότομη, παρόλο που 'χε σκαλοπάτια πέτρινα. Όσο προχωρούσαν, ο ορίζοντας πλάταινε κι ανέβαιναν σ' ένα φως που γινόταν ολοένα και πιο έντονο, πιο ψυχρό και πιο δυνατό. Οι θόρυβοι της όασης ακούγονταν, τώρα, πολύ καθαρά. Ο φωτεινός αγέρας που τους περικύκλωνε απ' όλες τις μεριές, νόμιζες, πως δονείτο από μια δόνηση η οποία μεγάλωνε ολοένα και πιο πολύ, όσο προχωρούσαν, λες και το πέρασμά τους προκαλούσε πάνω στο κρυστάλλινο φως ηχητικά κύματα που συνεχώς πλάταιναν. Κι όταν φτάσανε στην ταράτσα του φρουρίου και το βλέμμα τους βυθίστηκε πέρα από τις χουρμαδιές, μέσ' στον απέραντο ορίζοντα, στη Ζανίν φάνηκε πως ολόκληρος ο ουρανός αντηχούσε από μια μονάχα διαπεραστική και κοφτή νότα που η μουσική της γέμιζε, λίγο - λίγο, τον ορίζοντα πάνω απ' το κεφάλι της. Ύστερα, η παράξενη αυτή νότα σταμάτησε απότομα κι η Ζανίν έμεινε εκστατική, ατενίζοντας το απέραντο άπειρο.
   Αρχίζοντας απ' την ανατολή και φτάνοντας στη δύση, το βλέμμα της άλλαζε, σιγά - σιγά, θέση, χωρίς να συναντά κανένα εμπόδιο σ' όλο το μάκρος μιας τέλειας καμπύλης. Κάτω, οι γαλάζιες κι άσπρες ταράτσες της αραβικής πόλης καβαλίκευαν η μια την άλλη, ματωμένες απ' τους βαθυκόκκινους λεκέδες των πιπεριών που ξεραίνονταν στον ήλιο. Άνθρωπο δεν έβλεπες κανέναν. Μονάχα αυλές που από μέσα τους, μαζί με το μυρωδάτο καπνό του καφέ που ψηνόταν στη φωτιά, άκουγες να βγαίνουν φωνές γελαστές και ποδοκροτήματα αλλόκοτα. Λίγο πιο πέρα, οι κορφές των χωρισμένων με ξερολιθιά σε άνισα τετράγωνα χουρμαδιών, βούϊζαν απ' το απαλό χάδι ενός ανέμου μακρινού που η πνοή του δεν έφτανε ως εκεί πάνω. Ακόμη πιο μακριά, στην άκρη του ορίζοντα, άρχιζε -ώχρα και γκρίζο- το βασίλειο της πέτρας, όπου τίποτα δε μπορούσε να ζήσει. Σε κάποια απόσταση μονάχα απ' την όαση, κοντά στο ποτάμι που κυλούσε ήσυχα τα νερά του δίπλα στις χουρμαδιές, μπορούσε να δει κανείς κάτι τεράστιες μαύρες σκηνές. Τριγύρω τους, ένα κοπάδι ακίνητες καμήλες, που φαίνονταν σαν πρόβατα εξ αιτίας της μεγάλης απόστασης, σχημάτιζαν πάνω στη γκρίζα γη τα σκοτεινά σημάδια μιας παράξενης γραφής, που ήταν δύσκολο να ξεδιαλύνεις την έννοιά της. Πάνω από την έρημο, η σιωπή απλωνόταν πλατιά σαν το διάστημα.
   Η Ζανίν, ακουμπώντας μ' όλο της το κορμί πάνω στο παραπέτο, έμενε άφωνη, ανίκανη ν' αποσπασθεί απ' τη θέα του κενού που απλωνόταν μπροστά της. Ο Μαρσέλ που στεκόταν δίπλα της άρχισε να τρέμει. Έκανε κρύο, ήθελε να κατέβουν. Τι ήταν, λοιπόν, εκείνο που ήθελε να δει εδώ πάνω; Η Ζανίν, ωστόσο, δε μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της απ' τον ορίζοντα. Εκεί κάτω, ακόμη πιο νοτιότερα, σ' αυτό το μέρος όπου ο ουρανός κι η γη ενώνονταν και γίνονταν μια ίσια γραμμή, της φάνηκε, ξαφνικά, πως την περίμενε κάτι, που ως τώρα δεν το 'ξερε και που, ωστόσο, δεν είχε πάψει ποτέ να της λείπει. Όσο περνούσαν οι ώρες, το φως, σιγά - σιγά, άρχιζε να λιγοστεύει. Από κρυστάλλινο, είχε αρχίσει να γίνεται υγρό. Την ίδια ώρα, στην καρδιά μιας γυναίκας, που μονάχα η τύχη την είχε φέρει σ' αυτά τα μέρη, ένας κόμπος, που τα χρόνια, η συνήθεια και η πλήξη τον είχαν δέσει, σιγά - σιγά, άρχιζε να λύνεται. Κοίταζε τον καταυλισμό των νομάδων. Ούτε τους είχε δει ποτέ της τους άντρες που ζούσαν εκεί κάτω. Τίποτα δεν κουνιόταν ανάμεσα στις μαύρες σκηνές κι ωστόσο δεν κατάφερνε να σκεφτεί τίποτ' άλλο εκτός μονάχα απ' αυτούς που μόλις σήμερα είχε γνωρίσει την ύπαρξή τους. Ήταν χωρίς σπίτια, ξεκομμένοι απ' τον κόσμο, μια φούχτα άνθρωποι που πλανιόνταν πάνω στην απέραντη έκταση που τώρα ανακάλυπταν τα μάτια της, αυτής της έκτασης που δεν ήταν παρά ένα αστείο κομματάκι μιας ακόμη πιο μεγάλης έκτασης που οι άνθρωποι αυτοί τη διέτρεχαν ασταμάτητα και προχωρούσαν χιλιάδες χιλιόμετρα πιο μακριά, κατά το νότο, ώσπου να φτάσουν στο πρώτο ποτάμι που γονιμοποιεί το δάσος. Πάντα, μερικοί άντρες, που τίποτα δεν έχουν δικό τους, μα και δεν υπηρετούν κανέναν, που 'ναι φτωχοί, αλλά κι ελεύθεροι αφέντες ενός παράξενου βασιλείου, θα βαδίζουν αδάκοπα πάνω στην ξυσμένη ως το κόκαλο ξερή γη αυτής της απέραντης χώρας. Η Ζανίν δεν καταλάβαινε γιατί αυτή η ιδέα τη γέμιζε με τόσο γλυκιά και άμετρη θλίψη που την έκανε να κλείνει τα μάτια. Ήξερε μονάχα πως αυτό το πανάρχαιο βασίλειο δε θα γινόταν ποτέ δικό της. Ποτέ -εκτός, ίσως, τη φευγαλέα τούτη στιγμή, που οι φωνές της αραβικής πολιτείας είχαν απότομα νεκρωθεί κι αυτή είχε στυλώσει τα μάτια της στον ακίνητο ουρανό και τα κύματα του παγωμένου φωτός. Της φάνηκε, τότε, πως η κίνηση του κόσμου είχε σταματήσει και πως κανείς, απ' τη στιγμή αυτή κι ύστερα, δε θα γερνούσε πια, ούτε και θα πέθαινε. Σ' όλους τους τόπους, τώρα, η ζωή ήταν σταματημένη. Μονάχα στην καρδιά της κάποιος έκλαιγε από πόνο κι έκσταση.
   Το φως, ωστόσο, είχε αρχίσει να υποχωρεί. Ο ήλιος έκλινε προς τη δύση. Είχε κοκκινίσει λιγάκι, ενώ ένα γκρίζο κύμα μαύριζε την ανατολή, έτοιμο να ξεχυθεί, σιγά - σιγά, πάνω στο απέραντο διάστημα. Το πρώτο σκυλί άρχισε να ουρλιάζει και το μακρινό του γαύγισμα ανέβηκε στον αέρα, που 'χε γίνει τώρα, πιο κρύος. Η Ζανίν κατάλαβε πως χτυπούσαν τα δόντια της. 
   «Εσύ πεθαίνεις απ' το κρύο», είπε ο Μαρσέλ, «είσαι ανόητη. Ας γυρίσουμε πίσω». 
   Της έπιασε απότομα το χέρι. Υπάκουη, τώρα, γύρισε την πλάτη στο παραπέτο και τον ακολούθησε. Ο γέρος Άραβας της σκάλας, ακίνητος, τους κοίταζε που κατέβαιναν για την πόλη. Η Ζανίν περπατούσε χωρίς να βλέπει κανέναν, κυρτωμένη κάτω από μια τρομαχτική κι απότομη κούραση. Έσερνε κυριολεκτικά το σώμα της. Το βάρος του της φαινόταν ανυπόφορο. Η έξαρσή της την είχε εγκαταλείψει. Τώρα, ένιωθε το κορμί της πάρα πολύ παχύ, πάρα πολύ νωθρό, πάρα πολύ γέρικο για τούτον εδώ τον κόσμο. Ένα παιδί, το κοριτσάκι, ο στεγνός άντρας, το φευγαλέο τσακάλι ήταν τα μόνα πλάσματα που μπορούσαν να πατούν τούτη τη γη. Τι άλλο ήταν γραφτό, τώρα πια, να κάνει, παρά να σέρνει τον εαυτό της μονάχα ως το κρεβάτι για ύπνο, περιμένοντας να 'ρθει, στο τέλος, ο θάνατος;
   Η Ζανίν σύρθηκε ως το εστιατόριο και κάθισε αντίκρυ σ' ένα σύζυγο που σώπαινε ή μιλούσε μονάχα για την κούρασή του, όσην ώρα αυτή πάλευε με μια φοβερή καταρροή που 'νιωθε πως της έφερνε πυρετό. Σύρθηκε ακόμη κι ως το κρεβάτι, όπου ήρθε κι έπεσε ο Μαρσέλ και κοιμήθηκε αμέσως, χωρίς να τη ρωτήσει ή να της πει τίποτα. Η κάμαρα ήταν παγωμένη. Η Ζανίν αισθανόταν το κρύο να την πιρουνιάζει και την ίδια ώρα ένιωθε πως είχε πυρετό. Ανάσαινε βαριά, το αίμα της κυλούσε ορμητικά μέσ' στις φλέβες της, αλλά δεν την ζέσταινε. Κάτι σαν φόβος ένιωσε να φωλιάζει μέσα της. Στριφογύριζε στο σιδερένιο κρεβάτι και τ' άκουγε να τρίζει κάτω απ' το βάρος της. Όχι, δεν ήθελε ν' αρρωστήσει. Ο άντρας της κοιμόταν κιόλας. Θα κοιμόταν κι αυτή, έπρεπε να κοιμηθεί. Οι πνιχτοί θόρυβοι της πόλης έφταναν στ' αυτιά της απ' την τρύπα της πολεμίστρας. Οι παλιοί φωνογράφοι των μαυριτανικών καφενείων γέμιζαν τον αέρα με γκρινιάρικες φωνές κι έφταναν ως αυτήν μαζί με την οχλοβοή του αργόσχολου πλήθους. Έπρεπε να κοιμηθεί. Σκεφτόταν, όμως, τις μαύρες σκηνές. Πίσω απ' τα βλέφαρά της έβλεπε καμήλες ακίνητες. Απέραντη μοναξιά κύκλωνε την ψυχή της. Ναι, γιατί είχε έρθει; Μ' αυτή την ερώτηση αποκοιμήθηκε.
   Ύστερα από λίγη ώρα ξύπνησε. Γύρω της βασίλευε απόλυτη σιωπή. Απ' τα μακρινά, όμως, σπίτια της πόλης ακούγονταν, μέσ' στη βουβή νύχτα, τα βραχνιασμένα ουρλιαχτά των σκύλων. Η Ζανίν ανατρίχιασε. Άρχισε πάλι να στριφογυρίζει πάνω στο κρεβάτι και σε μια στιγμή ένιωσε τον ώμο της ν' ακουμπά στο σκληρό ώμο του άντρα της. Μισοκοιμισμένη, κόλλησε πάνω του. Προσπάθησε πάλι να κοιμηθεί, αλλά δεν τα κατάφερνε και πιάστηκε απ' αυτόν τον ώμο με μιαν ασυνείδητη απληστία, λες κι ήταν το πιο σίγουρο λιμάνι του κόσμου. Μιλούσε, αλλά το στόμα της δεν έβγαζε κανέναν ήχο. Μιλούσε μάταια, λες και μιλούσε από μέσα της. Δεν ένιωθε παρά μόνο τη ζεστασιά του κορμιού του Μαρσέλ. Εδώ κι είκοσι χρόνια, κάθε νύχτα, έτσι γινόταν. Μέναν έτσι πάντα, κουλουριασμένοι στη ζεστασιά τους... Τι θα έκανε εξάλλου, μοναχή της στο σπίτι; Παιδιά δεν είχαν! Μήπως ήταν αυτό που τους έλειπε; Δεν ήξερε. Πήγαινε μαζί με τον Μαρσέλ, αυτό ήταν όλο. Κι ήταν ευχαριστημένη που 'νιωθε ότι κάποιος είχε την ανάγκη της. Ο Μαρσέλ δεν της έδινε άλλη χαρά παρά μονάχα αυτήν. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία, ο Μαρσέλ δεν την αγαπούσε. Ακόμη κι ο έρωτας που κρύβει μέσα του μίσος δεν είχε αυτή τη σκυθρωπή μορφή. Ποιο, όμως, είναι το πρόσωπο του έρωτα; Κάναν έρωτα μέσ' στη νύχτα, ψηλαφώντας ο ένας τον άλλον, χωρίς να βλέπονται. Υπήρχε, άραγε, κανένας άλλος έρωτας εκτός απ' αυτόν τον έρωτα των σκοταδιών; Υπήρχε κανένας άλλος έρωτας που μπορούσε να κραυγάζει μέσ' στο φως της ημέρας; Δεν το 'ξερε. Ήξερε, όμως, πως ο Μαρσέλ είχε την ανάγκη της κι ότι κι αυτηνής της χρειαζόταν αυτή η ανάγκη του. Ήξερε πως ο Μαρσέλ ήταν αδύνατο να ζήσει χωρίς αυτήν και τη νύχτα και την ημέρα, τη νύχτα, προπάντων, κάθε νύχτα που 'νιωθε το φόβο της μοναξιάς, των γηρατειών και του θανάτου. Τον επίμονο αυτό φόβο τον έβλεπε πάντα ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του. Κι όχι μονάχα σ' αυτουνού το πρόσωπο, αλλά και σ' άλλα πρόσωπα ανδρών. Είναι το μόνο κοινό χαρακτηριστικό αυτών των τρελών που φορούν τη μάσκα της λογικής, ως τη στιγμή που τους πιάνει το παραλήρημα και τους ρίχνει απελπισμένους πάνω σ' ένα γυναικείο κορμί, για να ξεφύγουν, αγκαλιάζοντάς το, χωρίς πόθο, απ' τη φρίκη της μοναξιάς και της νύχτας.
   Ο Μαρσέλ κουνήθηκε λίγο, προσπαθώντας ν' απομακρυνθεί απ' τη Ζανίν. Όχι, δεν την αγαπούσε, έπρεπε από πολύ καιρό να κοιμούνται μόνοι τους, ως το τέλος. Ποιος μπορεί, όμως, να κοιμάται, πάντα, μοναχός του; Μερικοί άντρες, ωστόσο, κοιμούνται μόνοι τους. Είναι εκείνοι που η κλίση ή η δυστυχία τους έχει κάνει να ξεκόψουν απ' τους άλλους και πλαγιάζουν όλες τις νύχτες στο ίδιο κρεβάτι, το κρεβάτι του θανάτου. Ο Μαρσέλ δε θα μπορούσε να το κάνει ποτέ κάτι τέτοιο. Αυτός, προπάντων, δε θα μπορούσε, γιατί ήταν ένα αδύνατο κι ήσυχο παιδί, ένα παιδί που πάντα το τρόμαζε ο πόνος. Ήταν ένα παιδί -το παιδί της- που 'χε την ανάγκη της και που, αυτή την ώρα, τ' άκουγε ν' αναστενάζει. Σφίχτηκε πιο πολύ πάνω του κι ακούμπησε το χέρι της στο στήθος του. Την ίδια στιγμή του ψιθύρισε λόγια αγάπης. Τα λόγια αυτά του τα 'λεγε άλλοτε και καμιά φορά του τα 'λεγε και τώρα, αν κι είχαν χάσει πια το νόημά τους. Τούτη την ώρα τον ήθελε, τον ήθελε μ' όλη της την καρδιά. Είχε κι αυτή την ανάγκη του, χρειαζόταν τη δύναμή του, τις μικροϊδιοτροπίες του, φοβόταν κι αυτή το θάνατο. «Αν μπορούσα να ξεπεράσω αυτό το φόβο, θα γινόμουν ευτυχισμένη...» Ευθύς μόλις έκανε αυτή τη σκέψη την έπιασε μια άγνωστη αγωνία. Τραβήχτηκε μακριά απ' τον Μαρσέλ. Όχι, δε θα ξεπερνούσε ποτέ αυτό το φόβο, δε θα γινόταν ποτέ ευτυχισμένη. Θα πέθαινε, χωρίς να μπορέσει να λυτρωθεί. Την πόναγε η καρδιά της, πνιγόταν από ένα φοβερό βάρος που ξαφνικά ανακάλυπτε πως το 'σερνε μέσα της είκοσι ολόκληρα χρόνια και που ενάντιά του πάλευε, τώρα, μ' όλες της τις δυνάμεις. Ήθελε να λυτρωθεί, έστω κι αν ο Μαρσέλ ή οι άλλοι δεν ήθελαν. Ξύπνια, τώρα, ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και τέντωσε τ' αυτί της σε μια πρόσκληση που της φάνηκε πολύ κοντινή. Εξαιτίας, όμως, της αγωνίας που πέρασε, μονάχα οι αδύνατες κι ακούραστες φωνές των σκυλιών της όασης έρχονταν στ' αυτιά της. Ένας αδύνατος αγέρας είχε αρχίσει να φυσάει και την έκανε ν' ακούει τ' ανάλαφρα νερά που κυλούσαν στις χουρμαδιές. Ερχόταν απ' το νοτιά, από 'κει όπου η έρημος κι η νύχτα ανακατεύονταν, τώρα, κάτω απ' τον ουρανό που 'χε ξαναγίνει πάλι ήρεμος. Ερχόταν από 'κει όπου η ζωή είχε σταματήσει, όπου κανένας πια δε γερνούσε, όπου κανένας πια δεν πέθαινε. Ύστερα, τα νερά έπαψαν να κυλούν κι η Ζανίν αναρωτιόταν αν είχε, πράγματι, ακούσει τίποτα. Τώρα πια δεν ακουγόταν παρά μια άφωνη πρόσκληση, που ύστερ' από όλα αυτά, η Ζανίν μπορούσε, αν ήθελε, να την κάνει να σωπάσει ή να την αφήσει να βουΐζει μέσ' στ' αυτιά της. Δε θα μπορούσε, όμως, ποτέ, να καταλάβει τη σημασία της, αν δεν της απαντούσε αμέσως. Γι' αυτό, τουλάχιστον, ήταν σίγουρη!
   Σηκώθηκε απ' τη θέση της κι έμεινε ακίνητη κοντά στο κρεβάτι, παρακολουθώντας την αναπνοή του άντρα της. Ο Μαρσέλ κοιμόταν. Ύστερα από λίγο έπαψε να τη θερμαίνει η ζεστασιά του κρεβατιού κι ένιωσε να την κυκλώνει το κρύο. Ντύθηκε, σιγά - σιγά, ψάχνοντας να βρει τα ρούχα της στο λιγοστό φως που 'μπαινε στο δωμάτιο απ' τα παραθυρόφυλλα της πρόσοψης. Κρατώντας τα παπούτσια στο χέρι, έφτασε στην πόρτα. Περίμενε λιγάκι μέσ' στο σκοτάδι κι ύστερα την άνοιξε σιγά - σιγά. Σε μια στιγμή ο σύρτης έτριξε και έμεινε ακίνητη. Η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Τέντωσε τ' αυτί της κι όταν βεβαιώθηκε πως δεν ακουγόταν τίποτα, έστριψε λιγάκι ακόμη το χερούλι της πόρτας. Στο τέλος άνοιξε, γλίστρησε έξω και ξανάκλεισε την εξώθυρα του δωματίου, παίρνοντας τις ίδιες προφυλάξεις. Κόλλησε, ύστερα, το μάγουλο στο σανίδι της πόρτας και περίμενε μήπως ακούσει τίποτα. Μονάχα η αναπνοή του Μαρσέλ ακουγόταν μέσ' στο δωμάτιο. Απομακρύνθηκε γρήγορα - γρήγορα απ' την κάμαρα κι ένιωσε τον παγωμένο αγέρα της νύχτας να της χτυπά το πρόσωπο. Άρχισε να τρέχει στη γαλαρία. Η εξώπορτα του ξενοδοχείου ήταν κλειστή. Την ώρα που προσπαθούσε να τραβήξει το σύρτη, φάνηκε στο κεφαλόσκαλο ο νυχτοφύλακας. Το πρόσωπό του ήταν γεμάτο απορία και της μίλησε αραβικά. 
   «Θα ξαναγυρίσω», είπε η Ζανίν και ρίχτηκε μέσ' στη νύχτα.
   Γιρλάντες απ' αστέρια κατέβαιναν απ' τον μαύρο ουρανό. Η Ζανίν έτρεχε στην έρημη λεωφόρο που οδηγούσε στο φρούριο. Το κρύο, μη βρίσκοντας πια αντίσταση στον ήλιο, είχε γίνει ο κυρίαρχος της νύχτας. Ο παγωμένος αγέρας της έκαιγε τα πνευμόνια. Έτρεχε, όμως, στα τυφλά, μέσ' στο σκοτάδι. Το τέρμα, ωστόσο, της λεωφόρου ήταν κατάφωτο. Το φως των ηλεκτρικών λαμπτήρων έπεφτε πάνω της, κάνοντας ζικ - ζακ. Σταμάτησε. Άκουσε ένα θόρυβο από φτερά εντόμων και, τέλος, πίσω από τα φώτα που πλήθαιναν όλο και περισσότερο, είδε κάτι τεράστιες κελεμπίες καβάλα  πάνω σ' αστραφτερές ρόδες ποδηλάτων. Οι κελεμπίες άγγιξαν πάνω της: τρία κόκκινα φώτα πέρασαν δίπλα της κι αμέσως χάθηκαν. Η Ζανίν ξανάρχισε να τρέχει προς το φρούριο. Όταν βρισκόταν στη μέση της σκάλας, το κάψιμο του αγέρα που 'νιωθε στα πνευμόνια της γίνηκε τόσο δυνατό που, για μια στιγμή, θέλησε να σταματήσει. Κάνοντας μια τελευταία προσπάθεια, ρίχτηκε στην ταράτσα και πήγε και κόλλησε στο παραπέτο, που το 'νιωθε, τώρα, να της πιέζει την κοιλιά. Είχε λαχανιάσει κι όλα τα 'βλεπε μπερδεμένα. Το τρέξιμο δεν την είχε ζεστάνει. Όλο της το κορμί έτρεμε. Ο κρύος, όμως, αγέρας που ρουφούσε, άρχισε σε λίγο να κυλά κανονικά μέσα της. Μια ανάλαφρη ζεστασιά άρχισε να θερμαίνει το κορμί της. Τέλος, τα μάτια της άνοιξαν κι αντίκρισε τη νύχτα.
   Καμιά πνοή, κανένας θόρυβος, εκτός απ' το πνιγμένο, πότε - πότε, τρίξιμο κάποιας πέτρας που τη θρυμμάτιζε και την έκανε άμμο το κρύο, δεν τάραξε τη μοναξιά και τη σιωπή που 'χαν κυκλώσει τη Ζανίν. Σε μια στιγμή, ωστόσο, της φάνηκε πως ο ουρανός άρχισε να κουνιέται πάνω από το κεφάλι της και να στριφογυρίζει. Μέσ' στο πηχτό σκοτάδι της κρύας νύχτας, χιλιάδες αστέρια λαμποκοπούσαν κι οι ψυχρές τους αχτίδες έσβηναν μαλακά, πέρα στον ορίζοντα. Η Ζανίν δε μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της απ' τη λάμψη των αστεριών. Στριφογύριζε μαζί μ' αυτά κι η ακίνητη πορεία της την έκανε ένα, σιγά - σιγά, με το βαθύτερο είναι της, όπου το κρύο, τώρα, κι ο πόθος αλληλομάχονταν. Τ' αστέρια έπεφταν, ένα - ένα, μπροστά της, ύστερα έσβηναν ανάμεσα στις πέτρες της ερήμου και κάθε φορά που 'σβηνε κάποιο αστέρι η Ζανίν αγαπούσε και πιο πολύ τη νύχτα. Ανάσαινε, ξεχνούσε το κρύο, το βάρος των όντων, την ψεύτικη και παγωμένη ζωή, την ατέλειωτη αγωνία της ζωής και του θανάτου. Ύστερα από τόσα χρόνια που έτρεχε μανιασμένα κι άσκοπα για να ξεφύγει απ' το φόβο, σταμάτησε, τέλος. Την ίδια στιγμή, της φαινόταν πως ξανάβρισκε τις ρίζες της, ένιωθε το σφρίγος να πλημμυρίζει ξανά το κορμί της που, τώρα πια, είχε πάψει να τρέμει. Σφίγγοντας την κοιλιά της στο παραπέτο κι ορθώνοντας το σώμα της στον ουρανό, περίμενε και την καρδιά της, που 'ταν ακόμη αναστατωμένη, να ηρεμήσει και να φωλιάσει μέσα της η γαλήνη. Τα τελευταία αστέρια άφησαν τις δέσμες των αχτίδων τους να πέσουν λίγο πιο χαμηλά στον ορίζοντα της ερήμου κι ύστερα έμειναν ακίνητα. Τότε άρχισε η νυχτερινή βροχή να πλημμυρίζει με ανείπωτη γλύκα τη Ζανίν. Έδιωξε το κρύο, ανέβηκε, λίγο - λίγο, απ' το σκοτεινό κέντρο του είναι της κι έφτασε, σε αδιάκοπα κύματα, ως το στόμα της, που γέμισε στεναγμούς. Ύστερα από μια στιγμή, ολόκληρος ο ουρανός απλώθηκε πάνω της κι έπεσε ανάσκελα πάνω στην κρύα γη.
   Όταν η Ζανίν ξαναγύρισε με τις ίδιες προφυλάξεις στο δωμάτιο, είδε πως ο Μαρσέλ δεν είχε ξυπνήσει. Μουρμούρισε μονάχα κάτι ακατάληπτα λόγια, όταν πλάγιασε δίπλα του κι ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα ανασηκώθηκε απότομα. Της μίλαγε, η Ζανίν, όμως, δεν καταλάβαινε τίποτα απ' ό,τι της έλεγε. Ο Μαρσέλ σηκώθηκε πάνω κι άναψε το φως, που 'πεσε απότομα στο πρόσωπο της Ζανίν. Προχώρησε, σκουντουφλώντας, προς το νιπτήρα κι ήπιε απ' τη μποτίλια μεταλλικό νερό. Ετοιμάστηκε να γλιστρήσει κάτω απ' τα σκεπάσματα, όταν, σε μια στιγμή,  έχοντας το ένα πόδι στο κρεβάτι, την κοίταξε γεμάτος απορία. Η Ζανίν έκλαιγε. Ήταν πνιγμένη στα δάκρυα. Δε μπορούσε πια να κρατηθεί. 
   «Δεν είναι τίποτα, αγάπη μου», έλεγε, «δεν είναι τίποτα».
 
Καμύ Αλμπέρ
(Μετφ. ΞΕΝ. Ι. ΚΑΡΑΚΑΛΟΣ)
  «Νέα Εστία» 1969
Σημειώσεις:
(1) Ποτό που γίνεται απ' το χυμό κάποιου ινδικού δέντρου.