Το Κοτάγκι -ήταν μια μικρή φάρμα με λίγο χορτάρι και λίγο λιβάδι γύρω της καθισμένη παράμερα στην όχθη του Τρίμφιορντ, αντίκρυ στη μπασιά του φιόρντ, εκεί που φυτρώνουν από τη θάλασσα τα απόκρημνα βράχια. Σ' αυτή την απόμερη φάρμα μπορούσε να δει κανείς κρεμασμένα στον τοίχο τα δυο πορτραίτα των πιο μεγάλων οδηγών λαών: το πορτραίτο της βασίλισσας Βικτωρίας, γεννημένης να βασιλέψει σ' ένα από τα πιο όμορφα βασίλεια, που την παράσταινε με την πιο πιο μεγαλόπρεπη τουαλέτα της και το πορτραίτο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, με άσπρο γιλέκο, με σκληρά μαλλιά, με μια βαθιά ρυτίδα στο μέτωπο, του ανθρώπου που είχε έρθει από το Νότο, που είχε γεννηθεί από φτωχιά οικογένεια και που πριν να τον αιχμαλωτίσουν οι εχθροί του και να τον τιμωρήσουν με εξορία, είχε υποτάξει με τη γροθιά του ολόκληρη σχεδόν τη γη. Έτσι ακριβώς διάσημες μορφές φτάνουν ίσαμε τις πιο απομακρυσμένες ανθρώπινες κατοικίες, στ' ακρογιάλια των πιο μακρινών θαλασσών, εικόνες κατακτητών που επιβάλανε τον εαυτό τους στον κόσμο μα που οι άνθρωποι στις πόλεις του νταραβεριού τούς λησμονήσανε από πολύ καιρό, αρρενωποί ηγεμόνες με μεγαλόπρεπες φορεσιές -ναι, εδώ βασίλευαν ακόμα, μ' όλο που από πολύν καιρό οι πολιτείες των επιχειρήσεων τούς είχαν γκρεμίσει κι είχαν ανεβάσει άλλους στην εξουσία. Σ' αυτή τη μοναχική φάρμα ζούσε μια φτωχή χήρα μαζί με τα τρία της παιδιά.
Η κατοικία της -ή, όπως τη λένε μ' άλλο όνομα, η σάλα, γιατί τα σπίτια των Ισλανδέζων χωρικών είναι τις περισσότερες φορές κάτι καλύβια μ' ένα και μοναδικό δωμάτιο- είχε μονάχα δυο παράθυρα και πέντε ή έξι πήχες μάκρος και βρισκότανε -πολύν καιρό πριν από την αρχή ετούτης της ιστορίας- σε κατάσταση έκδηλης κατάρρευσης. Μα έπρεπε, έλεγε η χήρα, να βαστάξει το σπίτι ίσαμε να μεγαλώσουν ο Γκβέντουρ και ο μικρός ο Νούντ.
«Αυτοί θα ξανακτίσουν το Κοτάγκι», έλεγε, «και θα παντρευτεί κι η αδερφή τους η Σίγγα».
Έτσι μεγάλωναν τα παιδιά στην ερειπωμένη κάμαρα της μητέρας τους με συντροφιά αυτές τις δύο Μεγαλειότητες. Έγινε όπως το 'λεγε η μητέρα: η μικρή Σίγγα, όταν μεγάλωσε, παντρεύτηκε. Βρήκε δουλειά στα μεσόγεια και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο πατρικό καλύβι. Αντίθετα, και μ' όλο που οι γιοι είχαν γίνει άντρες, το ζήτημα του ξαναχτισίματος πήγαινε σε μάκρος. Ήρθε στιγμή, να πούμε τι είχε γίνει.
Ο μεγαλύτερος από τα δυο αδέρφια, ο Γκβέντουρ, έγινε ένα αγόρι γεροδεμένο και όμορφο. Μα δεν άξιζε πολλά πράγματα. Ακόμα λιγότερο άξιζε το μυαλό του. Δεν είχε θρέψει καμιάν απαίτηση στη ζωή κι ας είχε μεγαλώσει κάτω από τα πορτραίτα των Μεγαλειοτήτων. Έλεγε πως το σπίτι ήταν αρκετά όμορφο έτσι όπως ήταν. Με το στανιό κατάφερνε καμιά φορά η μητέρα του να τον βάζει να βουλώνει τις πιο θλιβερές σχισμές της στέγης με σβουνιά αγελάδας. Τεμπέλιαζε, όταν ήταν να ταΐσει τα πρόβατα, και την εποχή του θέρου δεν κατάφερνε ποτέ να ακολουθήσει με το δρεπάνι του το ρυθμό της δουλειάς. Και μαζί μ' αυτόν όλα πήγαιναν αργά, τεμπέλικα. Ο πάστορας τού 'δωσε να μεταλάβει δυο ολόκληρα χρόνια ύστερα από το κανονικό και στην κατήχηση δεν έμαθε τίποτα άλλο εκτός από το «Πάτερ ημών». Η χήρα έλεγε:
«Αν δεν μεγαλώσει ο Νούντ το χτίσιμο δε θα προχωρήσει ούτε ένα δάχτυλο».
Μια μέρα ο Νούντ εφύλαγε τα πρόβατα κοντά στον Άι - Γιάννη. Κάθισε μια στιγμή απάνου στο χορτάρι, απέναντι στη μπασιά του φιορντ και τον φύσαγε το αγεράκι της θάλασσας. Μπροστά του η θάλασσα σπιθοβολούσε σαν τις λαχτάρες της καρδιάς του. Οι λαχτάρες της καρδιάς του; Να πούμε την αλήθεια δεν είχε σκεφτεί ποτέ πως πέρα απ' αυτή την απέραντη θάλασσα βρισκόντανε χώρες όπου άνθρωποι ευτυχισμένοι κατοικούσανε σε ωραίες πολιτείες. Είχε βέβαια ακούσει να μιλάνε γι' άλλους τόπους, για εκείνους ιδιαίτερα όπου είχε βασιλέψει με τόση δόξα η βασίλισσα Βικτωρία, η τόσο μεγαλόπρεπα ντυμένη, καθώς και το πρότυπο των αυτοκρατόρων, ο Ναπολέων. Ίσαμε εκείνη τη στιγμή δεν είχε νιώσει ποτέ την πιο παραμικρή επιθυμία να βασιλέψει, άλλωστε το μέτωπό του δεν είχε καμιά ρυτίδα. Μα την ημέρα εκείνη έγινε κάτω εκεί στη θάλασσα κάτι ολότελα καινούργιο. Όταν τις ξάστερες ημέρες ανέβαινε κανείς ψηλά στους βράχους, δεν ήτανε παράξενο να βλέπει καΐκια να μεταφέρουν το μικρό τους φορτίο από ένα λιμανάκι σ' άλλο, κι άλλοτε ψαράδικα με κόκκινα πανιά, κι άλλοτε ποστάλια (1). Καμιά φορά μπορεί να 'χε τύχη και να ιδεί μεγάλα εμπορικά καράβια που περνούσανε κανονικά και μεταφέρνανε τα βαριά τους φορτία σε χώρες μακρινές. Μα εκείνη την ημέρα το παιδί είδε ένα πλοίο που δεν ήτανε όμοιο με τ' άλλα, ένα πλοίο παραμυθένιο. Ήτανε πολύ πιο ωραίο από όλα τα πλοία της καρδιάς του και το άσπρο χρώμα του σε θάμπωνε. Άφησε πίσω του, πάνω στην ακίνητη θάλασσα λουρίδες από έναν καπνό παρόμοιο με τουλίπες μαλλί και πέρασε με αφρισμένο θόρυβο. Σπιθοβολούσε κάτω από τον ήλιο σαν ένα γιγάντιο μαργαριτάρι δροσιάς κι ο Νούντ το κοίταζε με μάτια γουρλωμένα ν' απομακρύνεται ίσαμε που χάθηκε.
Μα δεν χάθηκε από την καρδιά του. Κι όταν γύρισε σπίτι του αφηγήθηκε για το τι καράβι είχε ιδεί στη θάλασσα. Μα η μητέρα του, ο αδερφός του κι η αδερφή του δεν θέλησαν να πιστέψουν πως είχε ιδεί στη θάλασσα τέτοιο καράβι. Η μητέρα είπε: «Είδες όνειρο». Η αδερφή είπε: «Ήταν πουλί». Κι ο αδερφός: «Τέτοια καράβια όπως τα λες δεν υπάρχουν».
Μονάχα, όταν μια μέρα πέρασε ο πάστορας από το σπίτι τους, μπόρεσε να έχει το αγόρι επιβεβαίωση για το ότι είχαν δει πραγματικά ένα καράβι αντίκρυ στο γιαλό. Ήταν γιοτ, πλοίο αναψυχής. Γιοτ; Μάλιστα, μ' αυτά τα καράβια ταξιδεύουν οι βασιλιάδες, οι βασίλισσες και τ' άλλα υψηλά πρόσωπα των μεγάλων βασιλείων. Οι άνθρωποι αυτοί έρχονται από πολιτείες χτισμένες σε ηλιόλουστες ακρογιαλιές. Γλεντοκοπούν μέρα και νύχτα. Οι χώρες τους είναι χώρες γιορτής και τα καράβια τους καράβια γιορτής. Τα καράβια αυτά έχουν σάλες από πολύτιμο ξύλο, πιάτα ασημένια, χρυσά μαχαίρια και μουσική.
Ο πάστορας ανασήκωσε και ζύγιασε με το χέρι τη γερμένη στέγη του Κοτάγκι και είπε:
«Δε θα βαστάξει πολύν καιρό το καλύβι».
«Όχι», είπε η χήρα, «μα τ' αγόρια μου όπου να 'ναι γίνονται άντρες».
«Αν καθότανε στα βράχια, στη μπασιά του φιορντ», είπε το αγόρι.
«Ποιος;» είπε ο πάστορας.
«Το μεγάλο γιοτ», είπε το αγόρι, «αν καθότανε».
«Μη φοβάσαι. Τα μεγάλα γιοτ δεν κάθονται ποτέ», είπε ο πάστορας, «ταξιδεύουν, βλέπεις, στ' ανοιχτά».
Από εκείνη τη μέρα δεν σβήστηκε πια από την καρδιά του παιδιού η νοσταλγία των μακρινών τόπων, όπως κι η λαχτάρα που τον κατάτρωγε να γίνει ο άνθρωπος που καταχτάει μακρινές χώρες και τις εξουσιάζει. Έγινε εχθρός της ρουτίνας, της καθημερινότητας και των δεσμών που αλυσοδένουν τους ανθρώπους. Αντίθετα, έγινε φίλος εκείνων των δυνάμεων που δίνουν, όπως στους βασιλιάδες, εξουσία πάνου στον κόσμο. Περπατούσε χαμένος στα όνειρά του. Έγινε ένας νέος σιωπηλός που άνοιγε τ' αυτιά του, γιομάτος ελπίδα, για ν' ακούσει τις διηγήσεις των ταξιδιωτών και των ξένων, λες και περίμενε απ' αυτούς ένα λυτρωμό και καθόταν να κοιτάζει τα σύγνεφα, τη σκόνη που σήκωναν τα άλογα που απομακρυνόντανε, με την καρδιά φουσκωμένη από λαχτάρα. Κυνηγούσε τη μοναξιά, γυρνούσε στο μυαλό του σκοτεινές περιπέτειες κι όλο και παραμελούσε περισσότερο την καθημερινή δουλειά. Έμαθε με τον πάστορα να διαβάζει και να κάνει τις πράξεις της αριθμητικής κι εμετάλαβε πολύ πιο γρήγορα από τ' άλλα παιδιά. Κι ενώ αυτός χανότανε θωρώντας τη σκοτεινή και θεληματική δύναμη που είχαν τα μάτια του Ναπολέοντα ή τα κεντίδια του πανωφοριού της βασίλισσας Βικτωρίας, το μικρό σπίτι του Κοτάγκι έγερνε, από χρονιά σε χρονιά, όλο και περισσότερο. Είχε αποχτήσει αφαιρεμένες κινήσεις, ματιά κατασκοπευτική, μα δε μεγάλωνε καθόλου: ήταν ένας ανθρωπάκος μικρός κι αδύνατος. Μα όλοι ήταν σύμφωνοι σ' ένα πράγμα γι' αυτόν: το παιδί αυτό κάτι είχε μέσα του. Μπορούσε, παραδείγματος χάριν, μια χαρά να γίνει πάστορας. Μα εδήλωσε πως ακόμα κι αν τού δίνανε τα μέσα να συνεχίσει τις σπουδές του, αυτός, δε θα γινόταν πάστορας. Ποτέ των ποτών. Τι ήθελε να γίνει; Αυτό δεν το 'λεγε. «Δεν ξέρεις ούτε κι εσύ τι θες να γίνεις», τού λέγανε οι συνομήλικοί του.
«Όχι», έλεγε αυτός. «Ξέρω τι θέλω να γίνω και θα γίνω!»
«Κι εγώ που επίστευα πάντα πως θα με βοήθαγες να φτιάξω ένα καινούργιο σπίτι», έλεγε η μητέρα του.
«Δεν με καταλαβαίνεις, μητέρα», είπε όταν ήρθε η στιγμή να φύγει. Αυτή συνέχιζε να κάθεται εκεί, σκεπάζοντας με τη μια γωνιά της ποδιάς το πρόσωπό της, εξασθενημένη από τη δουλειά και κουρασμένη.
«Πρέπει να ταξιδέψω στον κόσμο, μητέρα», έλεγε. «Δεν θα ξανασάνω ούτε στιγμή αν δεν γίνω μεγάλος άνθρωπος. Τότε θα σού φτιάξω ένα σπίτι με δυο πατώματα, μητέρα» -μπορεί και πύργο, πρόσθεσε για τον εαυτό του, γιατί δεν ήθελε να δίνει μεγάλες υποσχέσεις- κι επήρε δρόμο.
Οι ανθρώποι δουλεύουνε με ένα ισχνό μεροκάματο, μ' αυτός εδούλευε για πιο ισχνό ακόμα. Όλος ο κόσμος εσκεφτότανε πως δεν θα 'βγαινε τίποτα το σπουδαίο απ' αυτόν το σιωπηλό κι αμίλητο ονειροπόλο, που, κάτι πάρα πάνου, έκλαιγε με το παραμικρό και δεν είχε καθόλου δύναμη. Τον κακομεταχειριζόντανε και κάθε λίγο έχανε τη δουλειά του. «Δεν είναι ικανός για τίποτα», ελέγανε. Κι αυτός το 'σκαγε κι έκλαιγε κρυφά. Καμιά φορά, ωστόσο, οι ανθρώποι ήταν πιο επιεικείς κι ελέγανε πως δίχως άλλο κάτι καλό θα έχει μα πως χρειαζότανε πολλές ευχές για να μπορέσει να 'βγει από μέσα του. Περπάταγε πολύ κι έμαθε σε λίγο και να κολυμπάει. Τον στείλανε στα ψηλά οροπέδια να φυλάει πρόβατα. Τίποτα δεν τού έστεκε εμπόδιο, ούτε το πιο πλατύ ή το πιο βαθύ λαγκάδι. Μα καμιά φορά εκεί που νομίζανε πως φύλαγε τα πρόβατα, αυτός λησμόναγε τον κόσμο ολόγυρά του και τότες σκαρφάλωνε στις πιο ψηλές κορφές. Σε πολλά κορφοβούνια πόστιαζε σωρούς πέτρες για θύμηση του εαυτού του και που βρισκόταν ακόμα εκεί.
Έτσι περνούσανε τα χρόνια, το ένα ύστερα από τ' άλλο κι αυτός ζούσε μια ζωή ρέμπελη κι άστατη. Ενώ οι άλλοι νέοι κοιτάζανε πρώτα απ' όλα να κάνουνε κομπόδεμα, αυτός είχε μεγάλη αδυναμία στα ωραία ρούχα κι όταν πήγε στο ράφτη κι έραψε δυο κυριακάτικα κοστούμια, όλος ο κόσμος κουτσομπόλεψε και γέλασε γι' αυτό. Κάθε φορά που τού έμενε καιρός πήγαινε στο κοντινό λιμάνι. Διασκέδαζε εκεί και χάλαγε για μια βδομάδα σε ανώφελα κι ασήμαντα πράματα όλες του τις οικονομίες του καλοκαιριού. Χάλαγε τα λεφτά δίχως να βγάζει κανένα λογικό όφελος. Ωστόσο δεν έβαζε στο στόμα ποτέ ούτε μπύρα ούτε πιοτό. Όλοι τον κοροϊδεύανε. Μπορούσε να είχε φίλους, μα δεν δενόταν με κανέναν. Τίποτα δεν τού ήτανε πιο ξένο όσο η ανάγκη της κυριαρχίας. Τρεις - τέσσερις φορές αποχαιρέτησε τους ανθρώπους του τόπου κι έλεγε πως μισεύει για το εξωτερικό. Μα τα λεφτά του δεν τού φτάνανε ποτέ για το ταξίδι και γύρναγε κάθε φορά με λογιών - λογιών ψευτοπράγματα. Στο τέλος κουβάλησε ματογυάλια με ασημένια σκελετά, που έβαλε να τού τα γράψει ο γιατρός, γιατί έβλεπε συχνά το δήμαρχο να φοράει ματογυάλια. Και μ' όλο που ο αριθμός των γυαλιών ήταν πολύ διαφορετικός και εμποδιζόταν στη δουλειά του, τα ματογυάλια ήταν το τελευταίο πράγμα που έβγανε το βράδυ, πριν κοιμηθεί. «Πραγματικός τρελός», έλεγαν οι ανθρώποι, «και θα 'κανε πολύ καλύτερα να βοηθήσει τη μητέρα του να ξαναχτίσει το σπίτι».
Μπας κι είχε γίνει ποντικός των βιβλιοθηκών και γι' αυτό έβαλε τα γυαλιά στη μύτη; Καθόλου. Δεν διάβαζε περισσότερο από τους άλλους. Όπως κι οι άλλοι διάβαζε κι αυτός ό,τι τού 'πεφτε στο χέρι, παραδείγματος χάριν την ιστορία των Τούρκων ή των βαρβάρων πειρατών που είχαν επιχειρήσει να καταλάβουνε την Ισλανδία, την ιστορία των Σταυροφοριών, και δεν μπορούμε να πούμε πως τα διαβάσματα αυτά είχανε για το φίλο μας κανένα νόημα ή πως άσκησαν απάνου του περισσότερη επίδραση απ' ό,τι στους άλλους. Έβρισκε κι αυτός πως ήτανε ζημιά που οι Σταυροφόροι δεν κατάφεραν να πάρουνε τον Άγιο Τάφο και να διαδώσουνε και πάλι το Χριστιανισμό στους Σαρακηνούς, μα σίγουρα δεν είχε συγκινηθεί περισσότερο από τους άλλους γι' αυτό το πράγμα. Κι όσο περνούσανε τα χρόνια, τόσο λιγότερο ελέγανε οι ανθρώποι γι' αυτόν πως κάτι έκρυβε μέσα του.
Στο τέλος μπήκε υπηρέτης σ' ενός χτηματία του Ντιγκράν. Ήτανε φθινόπωρο. Το Ντιγκράν ήταν μια από εκείνες τις φάρμες που είναι γνωστές σ' όλη τη χώρα, μια φάρμα που σύμφωνα με τα παλιά φορολογικά τεφτέρια είχε δώδεκα χιλιάδες πήχες λόγγο, μια φάρμα με πολυάριθμο προσωπικό και πολλή δουλειά χειμώνα - καλοκαίρι. Δεν έχουμε το δικαίωμα να κρύψουμε πως το αφεντικό του Ντιγκράν είχε τρεις θυγατέρες και πως σ' όλη την περιοχή και πολύ πιο πέρα λίγες κοπέλες είχαν τόσο μεγάλη προίκα όσο αυτές. Και σίγουρα θα ήταν τρέλα να πάει ένας φτωχός να δοκιμάσει την τύχη του σ' αυτά τα κορίτσια. Έμεναν λοιπόν οι τρεις αδερφάδες στο σπίτι, πάνου στο άνθισμα της νιότης τους και δεν είχε δώσει ο πατέρας τους ακόμα υπόσχεση γάμου σε κανέναν. Λέγανε πως είχαν στήσει τη φωλιά τους ψηλά, μα πως ήταν ικανές και να κατέβουν, αν παρουσιαζόταν η ευκαιρία και να κορτάρουν ακόμα και τους υπηρέτες. Και να που παρουσιάστηκε ένας νεαρός υπηρέτης με γυαλιά και με δυο κυριακάτικα κοστούμια, που είχε σκαρφαλώσει τις πιο ψηλές βουνοκορφές.
Μ' όλο που ήτανε μικροφτιαγμένος, τον εξετάσανε αμέσως με περιέργεια, προπαντός η δεύτερη, που δεν έχανε καμιά ευκαιρία να εκθειάζει τα σπάνια ή τα παράξενα πράγματα κι οι νέοι ήταν σπάνιοι στην περιοχή. Ο Νούντ πάλι -ή με το πραγματικό του όνομα Τζων Γκούντμουντσον- είχε κι αυτός μάτια για να βλέπει, ιδιαίτερα τη δεύτερη από τις τρεις αδερφάδες. Με λίγα λόγια, όταν έφτασαν σε σκοτεινές νύχτες, δεν ήταν σπάνιο τα βράδια να έχουν κι οι δυο κάποια δουλειά, την ίδια ώρα, στη σοφίτα. Η κοπέλα έπιανε τότες κουβεντούλα μαζί του. Στεκόντανε κι οι δυο τους πολλή ώρα όρθιοι κοντά στο φεγγίτη. Τού έκανε χίλιες ερωτήσεις. Αυτός απαντούσε. Αυτή γελούσε. Μιλούσαν για το λιμάνι και κάθε λογής πράγματα που μπορούσε κανείς να βρει στα μαγαζιά. Γιατί κι οι δυο αγαπούσαν κάθε τι που μπορεί να φτιάχνει αυτός ο πολιτισμένος κόσμος και γιατί κι οι δυο αγόραζαν ό,τι μπορούσαν. Καμιά φορά τού ζητούσε η κοπέλα να τής δανείσει τα γυαλιά του. Τα 'βαζε στη μύτη της κι έσκαζε στα γέλια. Στο τέλος ακουγόταν μια φωνή από κάτου που εκαλούσε τον ένα από τους δυο.
Η κοπέλα θα 'φευγε ύστερα από τα Χριστούγεννα για την πόλη.
«Δε μού λες εσύ που φοράς όλη την ώρα τα γυαλιά», τού είπε, «τι σκέφτεσαι, αλήθεια, να κάνεις στη ζωή;»
Αυτός άφησε αναπάντητη την ερώτησή της, κάρφωσε μπροστά τα μάτια του, ζάρωσε ελαφρά το μέτωπο κι η ματιά του έγινε σκοτεινή και θεληματική. Την κυρίεψε μεγαλύτερη περιέργεια και είπε:
«Πες μου ειλικρινά τι σκέφτεσαι να κάνεις! Μού θυμίζεις έτσι κάτι προσωπογραφίες!»
«Κανένας δεν θα μάθει ποτέ τι θα γίνω», είπε αυτός με την πιο απαίσια φωνή.
«Μπας και πας να γίνεις δήμαρχος;» ρώτησε αυτή.
«Πώς σού πέρασε αυτή η ιδέα;»
«Μα αφού φοράς γυαλιά, όπως ο δήμαρχος» τού είπε.
«Τα γυαλιά μου είναι πολύ πιο φίνα από του δημάρχου. Κι ούτε θα δεχόμουνα ποτέ αυτή τη θεσούλα, ακόμα κι αν με παρακαλούσαν. Και ακόμα λιγότερο θα το ζητούσα εγώ».
Τον κοίταξε εκεί, όρθια, μέσα στο χλομό φως που έμπαινε από το φεγγίτη. Χαμήλωσε τα μάτια. Ύστερα τον ξανακοίταξε. Λες και ήταν δυνατό να τον παρακαλέσουνε να γίνει δήμαρχος! Μα τι ήταν τέλος πάντων αυτός ο άνθρωπος; Για πολλές μέρες ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον εαυτό της, δίχως να λέει σε κανέναν τίποτα. Να πούμε την αλήθεια ένα άτομο που δεν ήθελε να γίνει δήμαρχος, ακόμα κι αν τον παρακαλούσαν, ανέβαινε πολύ στην εκτίμησή της. Μα δεν τολμούσε να μιλήσει γι' αυτό το πράγμα σε κανέναν, γιατί φοβόταν πως θα τον πάρουν για τρελό. Ας ήξερε όλος ο κόσμος πως δεν ήταν τίποτα άλλο από γιος μιας φτωχής γυναικούλας, υπήρχε και κάτι που δεν έπρεπε η κοπέλα να το λησμονάει ποτέ: πως δεν έλειπαν παραδείγματα δραστήριων νέων που, μ' όλη την ταπεινή καταγωγή τους, έφτασαν μόνοι τους, με τη δουλειά τους, πολύ ψηλά. Το 'χε διαβάσει σε πολλά βιβλία. Μπορεί να ήταν και τούτος, ένας απ' αυτούς. Πέρασαν κάμποσες βραδιές χωρίς να ιδωθούν. Εκείνο το βράδυ είχε πάει η κοπέλα να βρει κάτι σ' ένα ντουλάπι στο βάθος της σοφίτας. Πολύ συχνά τής τύχαινε να πηγαίνει το βράδυ για να γυρέψει κάτι. Βγήκε κι εκείνος από την κάμαρά του που ήταν στη σοφίτα και τού εξήγησε πως ήθελε να πάρει κάτι από το ντουλάπι. Κι επειδή φοβόταν το σκοτάδι τού ζήτησε να τη συνοδέψει.
Ήταν σκυμμένος στο ντουλάπι, στη γωνιά της σοφίτας, κάτου από τη λοξή σκεπή. Το σκοτάδι ήταν εκεί σαν το μελάνι. Μηχανικά αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν πολλή ώρα. Τα χείλια του κοριτσιού ήτανε μαλακά και υγρά και μπορούσε να κρατήσει την ανάσα της πιο πολύ απ' αυτόν. Μα εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν βήματα στη σκάλα κι η κοπέλα χάθηκε, λησμονώντας εκείνο που γύρευε να βρει. Μα μπορεί και να το βρήκε.
Περάσανε πολλές ημέρες, αλλά δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ πια μόνοι. Κάθε βράδυ περίμενε εκείνος στη σοφίτα. Μ' αυτή δεν πήγαινε. Κι αν τη συναντούσε την ημέρα, ετύχαινε να είναι απασχολημένη μ' άλλες δουλειές. Παρατήρησε ωστόσο πως το πρόσωπό της είχε πάρει μια νέα έκφραση. Την αγαπούσε. Από την αυγή ίσαμε το βράδυ αυτή κάτεχε τη σκέψη του. Λίγο πριν από τη γιορτή του Αγίου Ιουλίου τη συνάντησε σ' άλλο μέρος, στην εκκλησιά. Έπρεπε να συγυριστεί η εκκλησιά για τη λειτουργία των Χριστουγέννων. Στεκότανε, λοιπόν, μπροστά στην Άγια Τράπεζα και φορούσε ένα χοντρό πλεχτό ζιπούνι (2) κι εξεσκόνιζε τα μανουάλια. Διέσχισε κι αυτός ταπεινά την εκκλησιά και είδε την ομορφούλα του μπροστά στο Χριστό. Έβγαλε το σκουφί του.
«Δεν θέλησες να μού ξαναμιλήσεις», είπε.
«Α!» έκανε αυτή γελώντας.
«Μήπως γιατί δεν έμαθες ό,τι με ρώτησες την άλλη φορά;»
«Τι σε ρώτησα την άλλη φορά;»
«Με ρώτησες τι σκέφτομαι να κάνω στη ζωή».
Την πλησίασε ακόμα πιο πολύ και απίθωσε απάνου της ένα απύθμενο κι αυστηρό βλέμμα, εκείνο το βλέμμα που ήταν καμιά φορά θεληματικό και σκοτεινό, μα συχνότερα αβέβαιο και βλοσυρό. Είπε:
«Θέλω να γίνω μεγάλος άνθρωπος».
«Εδώ, στον τόπο;» ρώτησε αυτή έκπληκτα κι εσταμάτησε να ξεσκονίζει.
«Όχι», είπε αυτός, «είναι αδύνατο να γίνει κανείς μεγάλος άνθρωπος σ' αυτόν τον τόπο. Δεν μπορεί να γίνεις μεγάλος όταν κάνεις τον υπηρέτη στη φάρμα. Μισεύω σε λίγο. Θα με περιμένεις;»
Θα το 'θελε πολύ να τής δώσει την υπόσχεση πως θα βιαστεί, μα δεν τόλμησε γιατί προαισθανότανε πως ίσαμε να καταφέρει να καταχτήσει τον κόσμο και να γίνει μεγάλος άνθρωπος είχε να δώσει σκληρές μάχες κι είχε να πλερώσει ακριβά τις νίκες.
«Έχω μπροστά μου μακρύν αγώνα», είπε. «Πρέπει να κερδίσω πολλές νίκες. Ξέρω πως αυτό θα 'ναι σκληρό. Μα και οι Σταυροφόροι του παλιού καιρού δεν πάλεψαν κι αυτοί; Μη δεν έγινε το ίδιο και με τους βασιλιάδες εκείνους που υποτάξανε ολάκερη τη γη, όπως, παραδείγματος χάριν, με το Ναπολέοντα; Μ' αφού μού δίνεις το λόγο σου πως θα με περιμένεις δε θα φοβηθώ τίποτα. Έτσι;»
«Ναι», είπε αυτή ταραγμένη σαν μικρό παιδί και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Είχε έτσι αναποδογυρίσει αυτός την αντίληψή του για τον εξωτερικό κόσμο, κι όλες τις έννοιες του δυνατού και του μη δυνατού μέσα στο χρόνο και το χώρο που αυτή δεν ήξερε πια τι έπρεπε να σκέφτεται και τι να μη σκέφτεται.
Θέλησε να τη φιλήσει.
«Όχι!» τού είπε ντροπαλά. «Δεν κάνει εδώ».
«Ποιος ξέρει, μπορεί να κάνω τίποτα και γι' Αυτόν», είπε ο Νουντ κοιτάζοντας το Χριστό πάνου στην Άγια Τράπεζα. Και τότες φιληθήκανε.
«Και τώρα πήγαινε», τού είπε γιατί φοβότανε μην μπει κανένας και τους δει. Ήταν μέρα μεσημέρι.
Καράβια έρχονται και φεύγουν. Βρίσκεται για μια φορά ακόμα στο κατάστρωμα ενός βαποριού και κοιτάζει τους ευτυχισμένους ανθρώπους που πρόκειται να ταξιδέψουν. Για μια φορά ακόμα σκέφτεται κι αυτός να μπαρκάρει για το εξωτερικό. Μα άκουσε να λένε πως σήμερα φτάνει η δεύτερη από τις τρεις αδερφάδες, που έλειπε πάνου από δύο χρόνια.
Κι αποφάσισε να περιμένει να ξαναγυρίσει για να μπορέσει να την αποχαιρετήσει. Δεν κατάφερε, βλέπεις, να κάνει αυτό το πράγμα όταν είχε φύγει αυτή. Όταν θα την αποχαιρετήσω, σκεφτότανε, δεν θα υπάρχει πια τίποτα που θα μ' εμποδίσει να μισέψω.
Αγόρασε, με τα λεφτά του, καινούργιες μπότες και έμεινε στην προκυμαία. Ήθελε να επιδείξει τις μπότες του στην πόλη. Πρέπει να πούμε πως την εποχή εκείνη οι μπότες ήταν σπάνιο πράγμα, ακόμα και για έναν δήμαρχο χωριού. Πλέρωσε το λογαριασμό στο χάνι, δίχως να βγάλει μιλιά σε κανέναν, μα επήγε να σεργιανίσει τις μπότες του στις ρούγες. Έμπαινε και ξανάμπαινε στα μαγαζιά, λες κι είχε καμιά δουλειά σ' αυτά. Ρώτησε στο πρακτορείο πόσο έχει το εισιτήριο για ένα ταξίδι.
«Εκατό κορώνες», τού είπαν. Ο άνθρωπος αυτός είχε ρωτήσει το ίδιο πράγμα εκατό φορές! Ποτέ του δεν είχε εκατό κορώνες.
Λίγες ώρες έμειναν μονάχα ίσαμε το γυρισμό της δεύτερης από τις τρεις αδερφάδες. Ας ελπίσουμε πως θα καταφέρω να την κάνω να καταλάβει πως έχω πάντα το σκοπό να ταξιδέψω, πως πρέπει να ταξιδέψω και πως θα ταξιδέψω κι ό,τι κι αν θέλουν ας πουν γι' αυτό οι άνθρωποι, πως θα ταξιδέψω σε μακρινούς τόπους για να εκπληρώσω υψηλούς σκοπούς, όπως κι οι άλλοι νέοι, που ξεκινήσανε από ταπεινή καταγωγή, τρυπώσανε στον κόσμο κι ανέβηκαν ψηλά με τη γροθιά τους.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έφθασε η δεύτερη από τις τρεις αδερφάδες. Τη συνόδευε ένας νέος, που αυτός δεν τον είχε ιδεί ποτέ. Ήταν ο γιος του δημάρχου που είχε πάει στη Δανία να μελετήσει την αυτοδιοίκηση. Φόραγε ένα σκουρόχρωμο παλτό, το παλτό της στολής των ανωτέρων διοικητικών υπαλλήλων, ένα από εκείνα τα παλτά που δεν μπορεί να βρει κανείς στον τόπο. Ο Τζων Γκούντμουτσον στεκότανε στην αποβάθρα. Μα αυτή δεν τον αναγνώρισε, δεν τον είδε και, όταν αυτός έκανε μερικά βήματα κατά πάνου της, τα μάτια της γυρίσανε αλλού. Η φαμίλια του δημάρχου ερχότανε σεινάμενη - κουνάμενη να τους υποδεχτεί. Ήρθαν και άλλοι πολλοί σπουδαίοι ανθρώποι να τους ανταμώσουν. Τράβηξε κατόπιν εκείνη για τη μικρή πόλη, εκεί ψηλά, στο πλευρό του νέου με το παλτό του διοικητικού λειτουργού και την ακολουθούσε η φαμίλια του δημάρχου και τα άλλα σπουδαία πρόσωπα. Και στο κατόπι τους μια ανίκητη στρατιά. Και ο Τζων Γκούντμουτσον έμεινε μόνος, όρθιος πάνω στην αποβάθρα. Δεν είπε γι' αυτό το πράγμα λέξη σε κανέναν. Και κανένας δεν έμαθε το τι γινόταν μέσα του. Έπειτα τράβηξε σαν υπνοβάτης για τα μαγαζιά, για να ρωτήσει αν είχανε παλτά. Είχαν ένα φρικτό μαύρο παλτό, με πολύ μακριά μανίκια, ενώ το ίδιο το παλτό έφτανε μέχρι τα γόνατα. Το αγόρασε. Είχε λοιπόν κι αυτός ένα παλτό. Μα δεν τού 'μειναν άλλα λεφτά και, βυθισμένος στις σκέψεις του, διάσχισε την πόλη και σκαρφάλωσε στο λόφο. Έμεινε κάμποση ώρα ξαπλωμένος σ' ένα κούφωμα με το πρόσωπο μέσα στο χορτάρι. Η σκοτεινιά απλώθηκε πάνου στη θάλασσα και πάνου στην εξοχή. Εκεί κάτω, στην πόλη του νταραβεριού, έσβησαν οι φωνές της μέρας. Ξάφνου αντήχησε η σειρήνα του καραβιού, που σφύραγε για την αναχώρηση. Ένα σφύριγμα, δεύτερο σφύριγμα.
Όλοι οι μεγάλοι άντρες καταφύγανε το λιγότερο μια φορά σε έκνομα μέσα, μιας και σ' έναν κόσμο εχθρικό για το άτομο η μεγαλοσύνη δεν θα μπορούσε να υποταχτεί στους κοινούς νόμους. Αποφάσισε λοιπόν κι αυτός ν' ανέβει στο καράβι πριν σφυρίξει τρίτη φορά. Ο νέος είχε το καινούργιο του παλτό και τις καινούργιες του μπότες. Είναι αλήθεια πως ήταν πολύ μικρός για τις μπότες και πολύ μεγάλος για το παλτό, μα έτσι κι αλλιώς δεν τον κοίταξε κανένας με μάτια εχθρικά. Δεν ήρθε σε κανέναν η ιδέα να τον εμποδίσει ν' ανέβει στο καράβι. Ύστερα από λίγο ελασκάρανε τα παλαμάρια, το βαπόρι εβγήκε από το λιμάνι. Έβαλε πλώρη για την ανοιχτή θάλασσα, γι' άλλους τόπους, για καλύτερους τόπους.
Λογάριασε πως το πιο σίγουρο θα ήτανε να κρυφτεί το βράδυ ανάμεσα σ' ένα φορτίο βαρέλια στο κατάστρωμα. Μα άρχισε ύστερα από λίγο να βρέχει κι έκανε δυνατό κρύο. Κι ακόμα είχε λησμονήσει την προηγούμενη να φάει. Πείναγε τρομερά. Κι έτσι, όταν άρχισε να κουνάει το καράβι, τον έπιασε η θάλασσα και γλίστρησε έξω από τον κρυψώνα του κι έσκυψε απάνου από την κουπαστή κι άρχισε να ξερνάει. Μερικοί από το πλήρωμα κοιτάζανε παραξενεμένοι αυτό το μοναχικό επιβάτη, που βρισκόταν στο κατάστρωμα εκείνη την ώρα και ξερνούσε. Ύστερα άρχισε να γλυκοχαράζει. Καθόταν, μουσκεμένος ως το κόκαλο, πάνου σ' ένα βαρέλι, με γάμπες και μπράτσα κρεμασμένα, με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος, με μάτια κατακόκκινα και με τα χέρια και το πρόσωπο μπλάβα (3) από το κρύο κι είχε την εντύπωση πως με το ξερατό είχε βγάλει την ψυχή του. Οι ανθρώποι πηγαινοερχόντανε τριγύρω του. Τέλος κάποιος τον άγγιξε στον ώμο. Ανασήκωσε με κόπο το κεφάλι.
«Ποιος είστε;» τον ρώτησε ο άνθρωπος που φόραγε χρυσά γαλόνια. Ο Τζων Γκούντμουντσον κοίταξε τον άνθρωπο αποβλακωμένα και ηλίθια και δεν απάντησε.
«Πού πηγαίνετε;»
«Εγώ;» είπε ο Τζων Γκούντμουντσον. «Όπου πάει το καράβι».
«Έχετε εισιτήριο;»
Καμιά απάντηση. Το κεφάλι του επιβάτη έπεφτε στο στήθος όλο και περισσότερο. Ο ναυτικός συνέχισε να τον ρωτάει ακόμα. Το κεφάλι του επιβάτη δεν μπορούσε να κατέβει περισσότερο. Στο τέλος ο ναυτικός δεν είχε να κάνει τίποτε άλλο από το να σκουντήσει τον επιβάτη. Και τότες φάνηκε πως αυτός δεν είχε εισιτήριο. Το πράγμα αυτό προξενεί πάντοτε αίσθηση πάνω σ' ένα πλοίο, όταν δεν έχει κανείς εισιτήριο, μ' όλο που αυτός ο τίτλος μεταφοράς δεν αποτελεί αυτός καθαυτός απόδειξη πως έχει κανείς δουλειά στον ξένο τόπο που πηγαίνει. Πάει να πιστέψει κανείς πως τα καράβια θεωρούν τιμητικό να κουβαλούν ανθρώπους που νιώθουν πριν απ' όλα ευχαρίστηση να πηγαίνουν από έναν τόπο σε άλλο, δίχως να μιλήσουμε για εκείνους που έχουν να κανονίσουν εκεί σοβαρές δουλειές τους. Όποιος δεν έχει εισιτήριο πάνου στο πλοίο μένει ξάφνου μοναχός. Μπαίνει στη δικαιοδοσία του νόμου. Το μοναδικό του έγκλημα είναι πως πρέπει κι αυτός, όπως κι οι άλλοι, να φτάσει στον προορισμό του. Αναρωτιούνται όλοι με ταραχή: «Τι θα γίνει μ' αυτόν τον άνθρωπο;» Ο καπετάνιος έχει χρέος να τον παραδώσει στις λιμενικές αρχές του επόμενου λιμανιού. Μα υπάρχουνε καπετάνιοι τόσο κακοί ώστε να φερθούν έτσι στους δυστυχισμένους ανθρώπους που είναι υποχρεωμένοι να φτάσουν στον προορισμό τους; Οι καλοί καπετάνιοι γυρεύουν έναν τρόπο να κανονίσουνε τα πράγματα και βρίσκουν κάποιο τέχνασμα να καταστρατηγήσουνε το νόμο. Θα μπορούσε μάλιστα να φανταστεί κανείς πως αυτοί καταλαβαίνουν καλύτερα από το νόμο τους φτωχούς ανθρώπους. Έτσι λοιπόν ένας από το πλήρωμα επήρε την άδεια ν' αγοράσει από τον Τζων Γκούντμουντσον ό,τι ήτανε δικό του, με άλλα λόγια τις μπότες του και το παλτό του κι έτσι να μπορέσει να πλερώσει το εισιτήριό του. Σ' αντάλλαγμα τού δώσανε ένα ντρίλινο μπλάβο παντελόνι, ένα μάλλινο σακάκι κι ένα ζευγάρι παλιά ξυλοπάπουτσα. Έτσι δε θα ξεμπαρκάριζε ολόγυμνος στον ξένο τόπο. Και πριν να φτάσει το καράβι στο λιμάνι, οι ναύτες μαζώξανε μεταξύ τους μερικές κορώνες και τις δώσανε στον Τζων Γκούντμουντσον για να μπορέσει να καταχτήσει τον κόσμο.
Και να που μιαν ωραία ημέρα, κατά τα τέλη του αιώνος, μια δουλεύτρα της ενορίας του Τζοκουλσαρνταλούρ είχε καταπιαστεί, από πολύ νωρίς εκείνο το πρωί του τέλους του καλοκαιριού με άρμεγμα των προβάτων, στο μέρος που ήταν γι' αυτή τη δουλειά.
Όπως ξέρουν όλοι οι Ισλανδέζοι το Τζοκουλσαρνταλούρ είναι ένα πέρασμα για τις ψηλές έρημες και παγωμένες περιοχές της ανατολικής μεριάς του τόπου. Παλιά κείμενα λένε πως το παλιό μονοπάτι της παγωμένης περιοχής περνούσε από εκεί κι επήγαινε στα χωριουδάκια της νοτιοανατολικής μεριάς του τόπου, περνώντας από τα βορινά του Βατναγιοκούλ, ανάμεσα σε Γιοκούλ και στις ηφαιστειώδεις πλαγιές του Οθάνα. Σε πολύ παλιά χρόνια υπήρχανε εκεί πολλά βοσκοτόπια, που από πολύ καιρό οι καταιγίδες τα είχαν κάνει έρημους τόπους. Το μονοπάτι είχε να χρησιμοποιηθεί πολλούς αιώνες και ήταν βέβαιο πως χρειαζόντανε πάνου από οχτώ ημέρες για να πάει κανείς από το ένα χωριουδάκι στο άλλο, περνώντας ανάμεσα από τις παγωμένες περιοχές και από γκρεμισμένα βράχια. Θα μού επιτραπεί να πω πως ένας μονάχα ξένος είχε πάρει με άλογο το μονοπάτι εκείνο. Φαίνεται πως ο άνθρωπος αυτός είχε δηλώσει πως δεν τον έγνοιαζε αν θα άφηνε εκεί τη ζωή του ή όχι. Ο μόνος του σύντροφος ήτανε το άλογό του και τις ελάχιστες φορές που είχε ξαπλώσει να κοιμηθεί δενότανε καλά από τα μπροστινά πόδια του αλόγου. Λένε πως είχε απάνου του ένα πιστόλι γεμισμένο για να σκοτώσει το άλογό του και τον ίδιο τον εαυτό του αν το 'φερνε η ανάγκη. Μ' άλλα λόγια το μονοπάτι εκείνο ήτανε πολύ επικίνδυνο.
Ξαφνικά το σκυλί άρχισε ν' αλυχτάει κι όταν η δουλεύτρα έβαλε το χέρι της απάνου από τα μάτια της για να τα προστατέψει από το θαμπωτικό φως, αντιλήφθηκε έκπληκτη έναν άνθρωπο που κατέβαινε από το βουνό. Για μια στιγμή έμεινε σ' αυτή τη στάση, δίχως να μπορεί να ξεκολλήσει απ' αυτόν τα μάτια της, γιατί κανένας δεν περίμενε να ιδεί να έρχεται άνθρωπος από εκείνη τη μεριά. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν καθόλου μπορετό να δώσει σ' εκείνη την ύπαρξη την ονομασία του δίποδου ανθρώπου, γιατί προχωρούσε με την κοιλιά. Ο σκύλος γαύγιζε σαν δαιμονισμένος. Ο άνθρωπος βάλθηκε με πολλή εγκαρτέρηση σε κάθε αναποδιά να κατεβεί αργά και με κόπο τη βραχώδη πλαγιά. Δεν έκανε προσπάθεια να σταθεί όρθιος ούτε όταν έφτασε σε ίσιωμα. Σερνόταν με την κοιλιά προς το μαντρί. Και μονάχα όταν έφτασε εκεί κοντά σηκώθηκε στα δυο. Στηρίχτηκε στα μαδέρια της πόρτας του μαντριού, κοίταξε τις προβατίνες που αναχαράζανε (4) κι ύστερα κάρφωσε τα μάτια του και στη δουλεύτρα. Κι η δουλεύτρα κοίταζε κι αυτή τρομαγμένη τον ξένο. Τα ρούχα του ήτανε κουρελιασμένα, ήτανε ξυπόλυτος, βρώμικος και σκονισμένος, τα χέρια και τα πόδια του ήτανε ματωμένα, ξεσκούφωτος, με γένια μαύρα και πυκνωμένα, με τα χείλια φρυγμένα και με μάτια που έβγαζαν φωτιές.
Ήτανε μικροκαμωμένος, μπορεί και νέος ακόμα, σαν ένας άνθρωπος που δεν είχε φτάσει την πλέρια του ανάπτυξη. Η γυναίκα δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί πως ήτανε ένα παιδί που μόλις γεννήθηκε το είχανε πετάξει και είχε μεγαλώσει κατόπιν με χίλια στανιά. Ο άνθρωπος κάτι τραύλισε. Μα αυτή δεν μπόρεσε να καταλάβει ούτε λέξη, τόσο που νόμισε πως μπορεί να ήτανε κανένας Αρμένης από εκείνους που είχαν καταφύγει εκείνη την εποχή στον τόπο, ξεφεύγοντας από τους Τούρκους. Τού 'δωσε γάλα.
Αυτός δοκίμασε στην αρχή πολλή δυσκολία να ρουφήξει το ολόπαχο προβατίσιο γάλα και το 'πινε μικρές - μικρές γουλιές. Κάθισε κατά γης, άνοιξε τις γάμπες του και κάρφωσε τα μάτια του στα κουρασμένα του ποδάρια. Ήπιε πάλι μια γουλιά. Η δουλεύτρα δεν είχε πια καμιάν ανησυχία.
«Με το συμπάθειο, ποιος είσαι;» τον ρώτησε.
Αυτός δεν κατάλαβε αμέσως - αμέσως. Στο τέλος απάντησε δίχως να βγάλει τα μάτια του από τα καταματωμένα του ποδάρια:
«Τ' όνομά μου είναι Ναπολέων Βοναπάρτης».
«Καλά, καλά», είπε η δουλεύτρα που δεν είχε ακουσμένο να μιλούν ποτέ γι' αυτόν τον άνθρωπο.
«Κι έρχεσαι από μακρυά;»
«Από την άλλη μεριά του Βατναγιοκούλ».
«Κακομοίρη», είπε η δουλεύτρα, « τι σού 'τυχε;»
«Είμαι αυτοκράτορας», είπε ο άνθρωπος.
«Τι;» έκανε η δουλεύτρα.
«Παλινόρθωσα το Χριστιανισμό στη Δανία», είπε.
«Καλά, καλά», είπε η δουλεύτρα.
«Κι ενίκησα τους Τούρκους», είπε αυτός.
«Τους Τούρκους;» ρώτησε η δουλεύτρα.
«Ναι», είπε εκείνος. «Και τώρα πάει τέλεψε, δεν θα ξανακούσει κανείς να μιλάνε γι' αυτούς».
«Καλά, καλά», είπε η δουλεύτρα. «Μού φαίνεται τώρα πως πρέπει να πάμε να μιλήσουμε στον εφημέριο».
Αυτός δεν έβγαλε τα μάτια του από τα ποδάρια που τον είχανε κουβαλήσει όλον εκείνο τον κοπιαστικό και μακρύ δρόμο. Η δουλεύτρα ξανάρχισε το άρμεγμα. Όταν τέλειωσε, ο άνθρωπος καθόταν πάντα στην ίδια θέση.
Και λοιπόν ο εφημέριος ήρθε να ιδεί τον ξένο. Ήταν ένας καλός γέρος εφημέριος. Θέλησε να καλέσει τον ξένο σπίτι του και να τον περιποιηθεί. Μα ο άνθρωπος ήτανε ακόμα εξαντλημένος, που δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος και το μόνο που κατάφεραν ήταν να τον κάνουν να συρθεί με την κοιλιά μέχρι την παράγκα στην άκρη της αυλής της φάρμας. Χρειάστηκε να τού φέρουν εκεί να φάει. Τις πρώτες μέρες έτρωγε λίγο κι επερνούσε τις μέρες του κοιμούμενος μέσα στο στάβλο, όπου του συγυρίσανε μια γωνιά εκεί που τρώγανε τα ζώα. Μα γρήγορα άνοιξε η όρεξή του. Την τρίτη μέρα ο πάστορας τού 'δωσε ένα δικράνι (5) κι αυτός, δίχως να πει λέξη βγήκε κι επήγε με τους ανθρώπους που λίχνιζαν (6) τα στάχυα. Αυτοί καταλάβανε πως ήτανε μεγάλη διασκέδαση να 'χουν για το λίχνισμα τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα και θέλησαν να μάθουν περισσότερα σχετικά με την παλινόρθωση του Χριστιανισμού στη Δανία και με τη νίκη ενάντια στους Τούρκους. Μα την ώρα του φαγητού, ο άνθρωπος επήγε κι έκατσε κάμποσο μακρυά, γύρισε την πλάτη σ' όλο τον κόσμο, δεν έδινε καμιάν απάντηση στις ανώφελες ερωτήσεις κι έχαψε το φαΐ του δίχως να βγάλει λέξη. Μέσα στα μάτια του έβλεπε κανείς κάτι από το κυνηγημένο, ανυπεράσπιστο ζωντανό. Ο εφημέριος εσύστησε σ' όλους να είναι ευγενικοί με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Έλεγε πως ο Ναπολέων Βοναπάρτης ήταν ένας δυστυχισμένος. Κατά βάθος, βέβαια, κανένας δεν ήθελε κακό για το Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Για ευκολία τον ελέγανε Πάρτη. Ο Πάρτης, λοιπόν, δεν επλησίαζε πολύ κανέναν άνθρωπο, ποτέ. Ο Πάρτης δεν άνοιγε ποτέ αυτός πρώτος κουβέντα. Ο Πάρτης δεν είχε ποτέ λόγο σκληρό, ακόμα και για το σκύλο. Δεν μπορούσε να φανταστεί κανείς πιο ειρηνικό άνθρωπο απ' αυτόν τον πρώην αυτοκράτορα - πολεμιστή. Χρησιμοποιούσε τα αγροτικά εργαλεία χωρίς να τού δείξει ποτέ κανείς τον τρόπο και έβγανε πέρα τη δουλειά του κανονικά και σκεφτικά. Ποτέ όμως δεν πείστηκε να μπει μέσα στο σπίτι του εφημέριου. Κατοικούσε πάντα στο στάβλο. Η γυναίκα του πάστορα τού έστειλε μερικά εσώρουχα κι ένα ζευγάρι ισλανδέζικα πέτσινα ποδήματα.
Ύστερα από το λίχνισμα κατάλαβαν πως θα ήτανε σαν υπηρέτης πολύ χρήσιμος στη φάρμα. Διόρθωνε ό,τι πήγαινε στραβά, ταχτοποιούσε τα πάντα, διατηρούσε καθαρή την αυλή της φάρμας κι εβοηθούσε στο στάβλο.
Όταν χειμώνιασε, έγινε μόνος του υπηρέτης στο στάβλο του εφημέριου. Ό,τι έκανε, το έκανε ήρεμα και καλότροπα. Δεν υπόφερε όμως να τού δίνουν οδηγίες για τη δουλειά του κι ούτε να τού ζητούν να κάνει κάτι. Σε τέτοιες περιπτώσεις γινόταν παράξενος, άρχιζε να σφυράει και να ξεφυσάει και στο τέλος κραύγαζε:
«Είμαι ο Ναπολέων Βοναπάρτης!»
Μια μέρα ρίχτηκε σ' έναν μεροκαματιάρη του εφημέριου γιατί τού 'δωσε διαταγή για τη δουλειά του. Ο εφημέριος απαγόρεψε να δίνουν οποιαδήποτε διαταγή στο Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
«Είναι φιλοξενούμενος της φάρμας και κανείς δεν μπορεί να τού πει τίποτα».
Τού επιτρέψανε να διαλέγει μόνος του τη δουλειά που θα ήτανε λιγότερο κοπιαστική. Κι αυτός δεν έμενε ποτέ αργός.
Μια μέρα ένας μεροκαματιάρης άρχισε να τον λέει Τζων. Στην αρχή ο Ναπολέων έκανε πως δεν άκουσε. Ο άλλος όμως δεν έκανε να σταματήσει και τότες αυτός άρχισε να σφυράει και να φωνάζει:
«Είμαι ο Ναπολέων Βοναπάρτης!»
«Όχι», είπε ο άλλος, «το όνομά σου είναι Τζων Γκούντμουντσον».
Ο Πάρτης έγινε τρελός από τη μανία και φώναξε:
«Τώρα θα ιδείς παλιάνθρωπε!» Ήθελε να τον μαχαιρώσει.
Ο εφημέριος είπε τότε να μην τον λένε αλλιώς από όπως ήθελε αυτός. Αν και ο πάστορας απευθυνότανε πάντα σ' αυτόν με ολόκληρο το όνομά του: «Βοναπάρτη» έλεγε.
Όταν ο εφημέριος κατάλαβε πως ο Βοναπάρτης δε θα πατούσε ποτέ το ποδάρι μέσα στο σπίτι, είπε να τού χωρίσουν με σανίδια μέσα στο στάβλο μια γωνιά και να τού ανοίξουν ένα παράθυρο. Εκεί έβαλε το κρεβάτι του. Η γυναίκα του πάστορα τού έδωσε λίγο κερί για να φωτίζεται τη νύχτα. Αργότερα φτιάξανε καινούργιο στάβλο στον περίβολο της φάρμας κι ο Ναπολέων Βοναπάρτης είχε τον παλιό μόνον για τον εαυτό του. Το καλοκαίρι τού 'φτιαξε καινούργια σκεπή. Είχε γίνει κάτοχος ενός σουγιά, μιας γαβάθας κι ενός κουταλιού. Όταν έφτανε η ώρα για το γιόμα παρουσιαζότανε με τη γαβάθα στο κατώφλι της κουζίνας κι επερίμενε απ' έξω ίσαμε να τού τη γιομίσουν. Τού τα 'βαζαν όλα μαζί μέσα στη γαβάθα, τη σούπα και το κρέας ή το ψάρι. Αν αργούσαν πολύ να τού δώσουν το φαΐ του, έφευγε. Μα τότες οι γελάδες δεν θα είχανε σανό το βράδυ, γιατί σε τέτοια περίπτωση δεν κούναγε το δαχτυλάκι του να κάνει τίποτα την υπόλοιπη ημέρα. Γι' αυτό ο πάστορας πρόσεχε να μην τον κάνουν να περιμένει με τη γαβάθα καθόλου.
Μια φθινοπωριάτικη μέρα έφτασε στη φάρμα ένας άνθρωπος που ερχότανε από τα ακριανά χωριά του βορά. Είχε δουλειές με πολλούς σε διάφορους τόπους της κοιλάδας, ανάμεσα σ' άλλους και με το Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
«Καλημέρα αγαπητέ μου Νουντ», τού είπε.
Καμιά απάντηση.
«Δε μπορεί μια φορά να μη θυμάσαι καθόλου που δουλεύαμε μαζί στο Ντιγκράν».
Καμιά απάντηση.
«Τώρα είμαι παντρεμένος με τη Σίγκα, την αδερφή σου, Τζων. Στεφανωθήκαμε επέρυσι».
Ο Βοναπάρτης εσύσπασε το πρόσωπό του σε μια γκριμάτσα μανίας κι άρχισε να σφυράει και να ξεφυσάει.
«Ήρθε και με βρήκε η μητέρα σου όταν μπήκε το χινόπωρο και μού 'δωσε να σού φέρω αυτά τα γάντια και μού 'πε να σε χαιρετίσω από μέρους της».
Και τού 'δινε ένα ζευγάρι καθαρά, παχιά, γάντια, πλεγμένα με καλό μαλλί, με διπλό αντίχειρα για κάθε χέρι.
Ο Ναπολέων λαχάνιαζε από τη λύσσα. Κι έβγαλε μιαν αφρισμένη κραυγή, που έλεγε πως θα είχαν κακά ξεμπερδέματα. Εδήλωσε πως τον λένε Ναπολέοντα Βοναπάρτη και πως ήταν αυτοκράτορας. Πως δεν ήξερε ούτε τον επισκέπτη, ούτε τα πρόσωπα που τού τον έστειλαν. Πως αυτά τα γάντια ήταν γι' αυτόν η μεγαλύτερη προσβολή και τα πέταξε λοιπόν στον φράχτη του περίβολου της φάρμας, παρακαλώντας δωρητή και δώρο να τον απαλλάξουν από την παρουσία τους.
Ο επισκέπτης έκρινε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να τού δίνει. Κι ο Ναπολέων Βοναπάρτης δεν δέχτηκε πια στο μέλλον επισκέψεις.
Τα χρόνια τραβούσαν το δρόμο τους.
Ο γερο πάστορας πέθανε. Η ενορία χήρεψε κι ήρθε καινούριος πάστορας.
«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο καινούριος πάστορας.
«Τ' όνομά μου είναι Ναπολέων Βοναπάρτης. Είμαι αυτοκράτορας».
«Περίεργο», είπε ο πάστορας. «Και πώς έγινες αυτοκράτορας;»
«Είμαι γιος του Ναπολέοντα του Α' και της βασίλισσας Βικτωρίας της Αγγλίας».
«Καλά, καλά», έκανε ο καινούριος πάστορας. «Και πώς βρέθηκες εδώ;»
«Ρίχτηκα εδώ όταν έπεσε στις ξέρες το γιοτ, εδώ και κάμποσα χρόνια», εδήλωσε ο Ναπολέων Βοναπάρτης.
«Μήπως πρόκειται για υποκατάσταση προσώπου;» έκανε ο νέος πάστορας με ελαφρότητα.
Ο Ναπολέων άρχισε τότες να τρίζει τα δόντια.
«Μήπως ήσουν στη Δανία;»
«Ναι», είπε ο Ναπολέων. «Επαλινόρθωσα τον Χριστιανισμό στη Δανία κι ενίκησα τους Τούρκους, τη στιγμή ακριβώς που είχαν υποτάξει όλες τις άλλες χώρες».
«Έκανες πολύ καλά, Ναπολέων», είπε ο πάστορας. «Και σού είμαι ευγνώμων γι' αυτό. Μπορώ να κάνω τίποτα για σένα;»
«Όχι», απάντησε αυτός. «Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να μού κάνει τίποτα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να κάνει τίποτα για τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη».
Κι ακολούθησε το φουκαριάρικο το δρόμο του. Δεν εξαρτιότανε από κανέναν. Δεν τού 'τυχε ποτέ να ζητήσει τη φιλία ενός ανθρώπου ή ενός σκύλου. Ήταν ο δυνατός άνθρωπος, ο μοναχικός, που ενίκησε τον κόσμο, που επήρε το παν στην κατοχή του, που ανυψώθηκε επάνω από τους κοινούς ανθρώπους. Δεν βρισκόταν στον κόσμο κανείς που να μπορεί να κάνει κάτι για τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Οι άνθρωποι που μένανε στην ενορία εξηγήσανε στον πάστορα πώς έπρεπε να συμπεριφέρονται σ' έναν τέτοιο άνθρωπο. Κι ήτανε μια σοβαρή πλευρά του λειτουργήματος του πάστορα να μάθει να εκπληρώνει τα καθήκοντά του απέναντι στο Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
Κι έτσι ο Ναπολέων Βοναπάρτης επέζησε ύστερα από δύο πάστορες κι είδε κι ένα μέρος από το χρόνο υπηρεσίας του τρίτου. Άλλοι είχαν γεννηθεί κι άλλοι είχαν πεθάνει και κανένας δεν μπορούσε να θυμηθεί, αν όλα αυτά τα χρόνια είχε αυτός περάσει το κατώφλι του πρεσβυτερίου. Το καλύβι του στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων όλο και βυθιζόταν περισσότερο μέσα στο χορταριασμένο έδαφος και στο τέλος έφτασε να 'ναι μονάχα μια προεξοχή ανάμεσα στη χλόη, μ' ένα παράθυρο -ένας φεγγίτης μια παλάμη- και μια πόρτα μονοπατιασμένη από τον άνεμο κι απ' όπου ο Πάρτης γλιστρούσε μέσα με την κοιλιά.
Καμιά φορά, όταν έλειπε, τρύπωναν οι περίεργοι στο καλύβι του. Μα δεν βρισκόταν τίποτα εκεί μέσα έξω από το στρώμα του πάνω στο σανιδένιο πάτωμα. Σ' ένα σανίδι που ήτανε σαν ράφι στον τοίχο βρισκόταν η γαβάθα και το κουτάλι του, που τόσα χρόνια δεν έτυχε να τα σπάσει. Μερικοί ελέγανε πως ο Ναπολέων είχε ψείρες και κανένας δεν τον είχε ιδεί να πλένεται ποτέ. Τα μαλλιά του και τα γένια του φυτρώνανε όπως ήθελαν. Έσπρωχνε τα μαλλιά του πίσω στο σβέρκο του στο κολάρο του πουκαμίσου του. Από νωρίς εψάρωνε (7) κι ύστερα έγιναν τα μαλλιά του άσπρα σαν το χιόνι. Οι γυναίκες των παστόρων φρόντιζαν να έχει πάντα εσώρουχα και τον θεωρούσαν σαν ένα καλό σημάδι για την ενορία να μένει αυτός ο άνθρωπος εκεί. Ποτέ δεν αρρώστησε. Και ποτέ δεν μίλησε για μισθό. Κανείς δεν σκέφτηκε πως μπορεί να γινότανε μια μέρα πραγματικό βάρος ή αισθητό φορτίο για την ενορία. Ήτανε τίμιος και αφιλόκερδος. Δεν ήξερε πως υπήρχε ένα πράμα που το λέγαν μεροκάματο για τη δουλειά που πρόσφερε κάποιος. Όλος ο κόσμος είχε μεγάλη εκτίμηση γι' αυτόν τον ηγεμόνα δίχως βασίλειο που είχε φύγει από τη χώρα του τόσον καιρό και που υπόφερε την εξορία του με τόση αξιοπρέπεια.
Μα όσο περνούσανε τα χρόνια, όλο και πιο σπάνια περηφανευότανε για τη βασιλική του αξιοπρέπεια κι όλο και λιγότερο μιλούσε για την παγκόσμια δόξα του. Περιοριζότανε να είναι ο Πάρτης και τίποτα περισσότερο, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, κουρασμένος από την αδιάκοπη, κοπιαστική δουλειά, που βαστούσε πολλά χρόνια, δεκάδες και δεκάδες και που είχαν φύγει σαν τη σκόνη.
Τα τελευταία χρόνια τού 'τυχε συχνά να σταθεί σαν σκύλος στη μέση της δουλειάς του κι ενώ δεν το περίμενε κανένας, ν' απορροφηθεί μέσα σ' ένα όνειρο, με τη ματιά χαμένη ή να ξύνεται πίσω στ' αυτί μ' ένα είδος ανυπομονησίας, διπλώνοντας σε ρυτίδες όλο του το πρόσωπο, σάμπως να 'κανε προσπάθεια να ξαναφέρει στη μνήμη του μια θύμηση που δεν μπορούσε να ξαναβρεί.
Τι να 'ταν λοιπόν αυτό που δεν κατάφερνε να το θυμηθεί ο Ναπολέων, όσο συχνά κι αν προσπαθούσε. Επί τέλους μια μέρα το κατάφερε.
«Μού φαίνεται πως θυμάμαι καλά που έχασα κάπου εδώ ένα ζευγάρι γάντια, κάτι γάντια ολοκαίνουρια, πλεγμένα με καλό μαλλί, με διπλό αντίχειρα», είπε αργά - αργά.
Κανένας δεν μπόρεσε να τού δώσει πληροφορίες για τα γάντια που είχε χάσει κι η γυναίκα του πάστορα τού έδωσε κάτι καινούρια, μαλακά και καλά που τα 'χε πλέξει αυτή η ίδια.
«Μήπως είναι αυτά αγαπητέ μου Πάρτη;»
Μα όχι δεν ήτανε αυτά. Έψαξαν κι εξανάψαξαν, μα όποια γάντια κι αν τού παρουσιάσανε δεν ήτανε τα γάντια που είχε χαμένα ο Ναπολέων Βοναπάρτης.
Στεκότανε στην αλογόστρατα που περνούσανε καβάλα οι ξένοι ταξιδιώτες κι ο Ναπολέων Βοναπάρτης τούς ρωτούσε:
«Μπας κι έτυχε να βρείτε στο δρόμο ένα ζευγάρι γάντια καινούρια, μαλακά;»
Μάταια όμως πάντα.
Πέρασε καιρός κι ήρθε ο χειμώνας. Αφού έδωσε το σανό στις αγελάδες, ο Πάρτης εχτύπησε την πόρτα του εφημέριου, όπως το 'χε συνήθειο να το κάνει, όταν παρουσιαζόταν με τη γαβάθα του.
«Τι είναι Πάρτη;» ανησύχησε η γυναίκα του πάστορα. «Ήρθες πολύ νωρίς με τη γαβάθα σου...»
«Τίποτα», είπε αυτός. «Μήπως θα μπορούσα να μιλήσω στον πάστορα;»
Όταν παρουσιάστηκε ο πάστορας στο άνοιγμα της πόρτας, ο Πάρτης τού έδωσε το γερασμένο του χέρι, το κουρασμένο, με τους τένοντες σαν σκοινιά, με τις ρυτίδες και με τη δίχως ηλικία λέρα, και είπε:
«Αυτή τη φορά θα 'θελα να σάς ευχαριστήσω από μέσα από την καρδιά μου».
«Να μ' ευχαριστήσεις για τι, Πάρτη;»
«Ναι, θυμήθηκα ξαφνικά πως είχα δώσει υπόσχεση σε μια γριά γυναίκα να τής ξαναφτιάξω το σπίτι της, μαζί και τη σάλα».
«Σε ποια γυναίκα;» ρώτησε ο πάστορας.
«Σε μια γυναίκα», απάντησε ο Ναπολέων Βοναπάρτης.
«Άκουσε, αγαπητέ μου Πάρτη», είπε ο παπάς. «Μήπως τα ονειρεύτηκες όλα αυτά; Μήπως δεν είσαι ο Ναπολέων ο Βοναπάρτης;»
Ο Πάρτης έξυσε τότε το κεφάλι του, εγύρισε τη ματιά του αλλού κι εζάρωσε το πρόσωπό του λες κι έβρισκε όχι κανονικό από μέρους του πάστορα να τού κάνει παρόμοιες ερωτήσεις.
«Δεν είσαι εσύ που επαλινόρθωσες το Χριστιανισμό στη Δανία;» ρώτησε ο πάστορας.
«Α, ναι, το λησμόνησα», είπε ο Ναπολέων συγχισμένος, με αποβλακωμένη ματιά, λες και δεν είχε καμιά σημασία αν η εν λόγω χώρα ήταν ή όχι χριστιανική.
«Μα δεν είσαι λοιπόν εσύ που ενίκησες τους Τούρκους τη στιγμή ακριβώς που είχανε υποτάξει τους άλλους λαούς;»
Μα ο Ναπολέων Βοναπάρτης περιορίστηκε να κουνήσει το κεφάλι του κι η όψη του ήταν αποφασιστικά απελπισμένη σάμπως να σκεφτόταν σήμερα ότι στο βάθος πως αυτό το πράμα δεν άξιζε τον κόπο να φέρει στο κεφάλι του τόση δυστυχία με το να θέλει να νικήσει τους Τούρκους, και πως στο κάτου κάτου της γραφής δεν ήταν ίσως κι οι Τούρκοι χειρότεροι από τους λαούς που είχανε υποτάξει. Λες και με τον καιρό οι νίκες μας με την παγκόσμια απήχηση δεν χάναν στα ίδια μας τα μάτια κάθε σπουδαιότητα μια κι εφτάσαμε στο ταξίδι της ζωής εκείνη τη στιγμή που κυριαρχούμε σ' όλες τις νίκες και σ' όλες τις ήττες.
«Τι ώρα να 'ναι;» ρώτησε ο Ναπολέων Βοναπάρτης.
Ποτέ δεν είχε ρωτήσει μέχρι τώρα τίποτα.
«Ναι, είναι καιρός να ξαναπάρεις δρόμο».
Καθυστέρησε πάρα πολύ εκείνο το πρωί στο πρεσβυτέριο.
«Ήτανε πολύ ευγενικό από μέρους σας, κύριε πάστορα, να με καλέσετε εκείνη την ημέρα που εκατέβηκα από το βουνό», συνέχισε. «Είχα χάσει από καιρό την όρεξή μου για φαΐ. Και σίγουρα δεν θα τολμούσα να πάρω άλλο δρόμο από του Βατναγιοκούλ. Τώρα έγινα τελείως καλά. Τουλάχιστον να μην έχουν ανησυχήσει σπίτι μου για μένα».
Κι επήρε δρόμο.
Έμπαινε περνώντας, όπως όλοι όσοι ταξιδεύουν, στις φάρμες που βρισκότανε στο δρόμο του, έπαιρνε με ευγένεια τον καφέ και την τροφή που τού προσφέρανε κι ευχαριστούσε ύστερα ευγενικά.
«Πού πας λοιπόν;» τον ρωτούσανε.
«Γυρίζω», έλεγε. «Είχα δώσει υπόσχεση σε μια γυναίκα να τής κάνω κάποια δουλειά, μόνο που καθυστέρησα στο δρόμο».
«Δεν είσαι ο Ναπολέων Βοναπάρτης;» ρωτούσανε οι ανθρώποι.
Μα αυτός κούναγε το κεφάλι και δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό του κάτου απ' αυτό το όνομα.
«Δεν είσαι εσύ που επαλινόρθωσες το Χριστιανισμό στη Δανία;» ρωτούσανε οι ανθρώποι.
«Τι;» έλεγε. «Το Χριστιανισμό;»
«Ναι, και που ενίκησες τους Τούρκους;» ελέγανε.
Μα αυτός περιοριζότανε να κουνάει το κεφάλι χωρίς να καταλαβαίνει. Και ξανάπαιρνε το δρόμο του για το πατρικό του σπίτι.
Τον είδανε να περνάει, χτυπώντας τα ποδάρια στον παγωμένο βάλτο, κι ύστερα να παίρνει με κατεύθυνση προς τον Βορά το μονοπάτι που περνάει από τα ψηλά οροπέδια: ένας άσαρκος γεροντάκος, δίχως γάντια μ' εκείνον τον παγωμένο καιρό, μ' ένα μικρό μπαστούνι δίχως ραβδί για το βουνό. Και το χιόνι τού βίτσιζε το πρόσωπο.
Τον βρήκε η τρομερή χιονοθύελλα, εκείνη η χιονοθύελλα που έγινε εδώ και μερικά χρόνια, την εποχή ακριβώς του Αγίου Ιουλίου -αλησμόνητη για όλους τους Ισλανδούς. Και για πολύν καιρό δεν ακούστηκε να λένε τίποτα γι' αυτόν. Τον βρήκανε στη βόρεια πλαγιά του βουνού, στην πλαγιά του Τρίμφιορντ, στο μέρος ακριβώς που κάμποσα χρόνια πριν υψωνόταν η μικρή φάρμα του Κοτάγκι.
Έτσι ξαναγύρισε επιτέλους αυτός ο μεγάλος άνθρωπος.
Λάξνες Χάλντορ
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»
τεύχη 14-17, Φεβρουάριος - Μάιος 1956
Σημειώσεις:
(1) ποστάλι: επιβατηγό "πλοίο της γραμμής" που εκτελεί στάνταρ δρομολόγια
(2) ζιπούνι: είδος ζακέτας
(3) μπλάβος: μελανιασμένος, με σκούρο χρώμα
(4) αναχαράζω: μηρυκάζω, ξαναμασάω την τροφή μου
(5) δικράνι: διχαλωτό γεωργικό εργαλείο, κατάλληλο για το λίχνισμα των σιτηρών
(6) λιχνίζω: ξεχωρίζω το (βαρύτερο) σιτάρι, από το (ελαφρότερο) άχυρο, πετώντας τα θερισμένα στάχυα στον αέρα
(7) ψαρώνω: γκριζάρω (μαλλιά και γένια)