Σάββατο 29 Απριλίου 2023

Η ΠΡΩΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ

   
   Στο στενό ασήμαντο δρόμο, το ψηλό χτίριο στεκόταν ορθό, ανάρμοστο και περιφρονητικά φανταχτερό. Το χρώμα κανελί ανοιχτό, μάρμαρα πράσινα στην είσοδο, θύρα με ξόμπλια χρυσά. Τα μπαλκονάκια σαν περιστεριώνες επανωτά. Και το χειρότερο ο μπόι. Πανύψηλο εκεί που γυροτρόγυρα μονοκατοικίες φαντάζουν ταπεινές, ξεφλουδισμένες με τα παλιά παντζούρια και τα στενόμακρα παράθυρα. Δείχνανε οι κακόμοιρες μια φτώχεια, μια φτώχεια για κλάματα. Όμως γινόταν τούτο το πολύ περίεργο. Μόλις πατούσες το πόδι μέσα στην καινούργια χρωματιστή πολυκατοικία, σ' έπιανε από το στήθος η στενάδα. Μικρή είσοδος, το θυρωρείο ένα κομμάτι ξύλο και πίσω μόλις να βαστιέται ορθός ένας άνθρωπος. Η σκάλα σκοτεινή και απότομη. Στο πρώτο σκαλί η φτώχεια, στο παρέκει η μιζέρια. Έπειτα οι φτηνές λαδομπογιές, τα ψεύτικα κάγκελα, οι αντικριστές πορτίτσες στο κάθε πάτωμα, η τέλεια μιζέρια η εσωτερική.
   Αυτή που τσιγκουνεύεται το χώρο και δεν τολμά να τον ξοδέψει. Που μετρά με το μιλίμετρο μη σπαταληθεί ρούπι, γιατί όλα εδώ πληρώνονται, πληρώνονται. Πρέπει να ειπωθεί «δωμάτια τέσσερα, χολ, μπάνιο, κουζίνα κ.λ.π.» και όμως ο χώρος να 'ναι ο σωστός για ένα αληθινό δωμάτιο.
   Από κείνα των ξεφλουδισμένων σπιτιών έξω, με τ' αρχαία τους γύψα στη στέγη. Από κείνα που καθώς ανεβαίνεις και τα αναλογίζεσαι, σού φαντάζουν σπάταλα σαν παλάτια, ευρύχωρα σαν εκκλησιές.
   Έπρεπε ν' ανεβώ στο διαμέρισμα 12. Εκεί έμενε. Ήταν η πρώτη φορά που θα πήγαινα. Μάθαμε πως ήταν άρρωστος και ήθελα να τον δω. Δεν μπορούσα να το υποφέρω. Να 'ναι άρρωστος κι εγώ να μην ενδιαφερθώ. Θα 'πρεπε να μην ενδιαφέρομαι για να δείξω αδιαφορία. Μα εγώ λαχταρούσα να μάθω, το επιθυμούσα μ' όλη μου την ψυχή. Τον σκεπτόμουν αδιάκοπα. Ό,τι έγινε, έγινε. Η κακιά μοίρα έτσι το θέλησε. Τι φταίνε οι άνθρωποι, είναι τόσο αδύναμοι όταν η μοίρα σπρώχνει!
   Θυμόμουνα τη συζήτηση της μητέρας με τη μεγάλη αδελφή της τότε:
   «Δε μπορούσε να γίνει αλλιώς», είπε η μητέρα σαν τ' άκουσε.
  «Ώστε έτσι... τον δικαιώνεις... πήγαινε να τον συγχαρείς», απάντησε η θεία ταραγμένη.
   «Δε θα πάω διόλου να τον συγχαρώ, όμως δεν μπορώ και να τον αδικήσω...»
   «Μα βέβαια εσύ πάντα έβρισκες σωστό ό,τι έκανε».
   «Δεν έβρισκα πάντα σωστό», είπε πολύ ήσυχα η μητέρα, «αλλά δεν το 'βρισκα  πάντα λάθος. Αυτή είναι η διαφορά».
   Έγινε σιωπή  κι ύστερα πάλι η ίδια απόσωσε:
   «Τι ήθελες; Να σέρνεται εδώ κι εκεί έρημος δίχως σπιτικό... μονάχος;...»
  «Σαν ήθελε σπιτικό», έκανε πιο θυμωμένη ακόμη η θεία, «γιατί δεν έμενε μαζί μας;...»
   «Τού ήμασταν ξένοι πια... αφού εκείνη έλειψε... Εκείνη μάς έδενε μαζί του...»
  «Να την καλέσεις λοιπόν αυτή την άλλη, αυτήν που πήρε τη θέση της αδελφής μας», έκανε τότε η θεία και βγήκε από το δωμάτιο συγχισμένη και αδιάλλαχτη.
   Τα μάτια της μανούλας βούρκωσαν.
   «Να την καλέσω! Αν είναι δυνατό ποτέ... όμως τι φταίει ετούτη η ξένη, η άγνωστη, τι φταίει;...»
   Και δεν ξανάγινε κουβέντα πια για την υπόθεση του γάμου του.
 
    Χτυπούσα στο διαμέρισμα 12 μ' ένα σφίξιμο στην καρδιά σα να πνιγόμουν. Είχα θυμηθεί τη συζήτηση.
   Μού άνοιξε η ίδια. Χωρίς να τη γνωρίζω, το κατάλαβα. Εκείνη θα 'ταν. Το αντρεδάκι (1) ήταν κατασκότεινο. Τής είπα τ' όνομά μου.
   Μια δυνατή φωνή, η φωνή του, από μέσα ακούστηκε να ρωτά: «Ποιος είναι; Τι συμβαίνει;» Εκνευρισμένα, θυμωμένα, απότομα.
   Η γυναίκα μ' άφησε και βιαστική χώθηκε στη μισάνοιχτη θύρα δίπλα μου.
   «Να περάσει, να περάσει, τι με ρωτάς;» φώναξε πάλι η ανυπόμονη φωνή. Και μπήκα.
    Είχε ανασηκωθεί στο κρεβάτι και κοιτούσε με απορία: «Εσύ», έλεγε, «εσύ;» Σα να μην πίστευε τα μάτια του.
   Έκανα την αδιάφορη κι όσο μπορούσα γελαστά:
   «Ναι εγώ, γιατί σάς φαίνεται περίεργο;» έλεγα και προσπαθούσα να μη φανεί η ταραχή μου. Μην ακουστεί ο χτύπος της καρδιάς μου.
   Κάθισα δίπλα του στο κρεβάτι. Η γυναίκα στάθηκε ορθή ακουμπώντας στο κάγκελο. Ήταν νέα, παχιά, με θαμπό ωραίο χρώμα, κατάμαυρα μαλλιά και πρασινωπά μάτια.
   «Μ' ενοχλείς», είπε εκείνος, «στηρίζεσαι και μού κινείς το κρεβάτι, κάθισε, μ' ενοχλείς...» 
   Η γυναίκα γέλασε και κάθισε παρέκει στο στενό πέρασμα. Σ' ένα κάθισμα. «Δεν το σκέφτηκα», είπε, «δεν το σκέφτηκα».
   «Σού το 'πα χίλιες φορές», γύρισε απότομα εκείνος, «και πάντα το ξεχνάς». Ύστερα έστρεψε την πλάτη και γύρισε προς εμένα. Θαρρείς κι ήθελε να μην τη βλέπει.
   Ήταν αδυνατισμένος, γερασμένος, με τους κροτάφους βουλιαγμένους, τα μάτια κόκκινα από τον πυρετό.
   «Να σού δώσω το φάρμακό σου, είναι ώρα», μίλησε η γυναίκα κι ανασηκώθηκε.
   «Θέλει ακόμα δέκα λεπτά, ποτέ σου δε θυμάσαι ακριβώς την ώρα...»
   «Φοβούμαι μην αργήσω σαν την άλλη φορά», γέλασε πάλι εκείνη.
   «Θα 'ταν καλύτερα να μού 'κανες ένα ζεστό», είπε, χωρίς να την κοιτάξει.
   «Τι προτιμάς;»
   «Τι προτιμώ; Το ξέρεις... το 'πε ο γιατρός... τίλιο... όλο ρωτάς αδίκως...» 
   «Καλά, τίλιο, όπως θες... εγώ ρώτησα για καλύτερο». Και ξαναγέλασε.
   Καθώς έβγαινε, τής φώναξε: «Μη μάς αφήσεις την πόρτα ανοιχτή... Πρόσεξε!»
   Έβαλα το χέρι μου στο μέτωπό του που έκαιε.
   «Ω!» έκανε, κλείνοντας τα μάτια. «Τι δροσερό, τι δροσερό, πόσο μάς χρειάζεται ένα χέρι στο μέτωπο, ένα χέρι φιλικό... δικό μας...»
   «Όταν είμαστε άρρωστοι», χωράτεψα θέλοντας να μην καταλάβω.
   «Κι όταν είμαστε καλά, κι όταν είμαστε καλά, πάντοτε μάς χρειάζεται, πάντοτε», μουρμούρισε κι έκλεισε τα μάτια γαληνεμένος. Μεμιάς πάλι τινάχτηκε: «Θα βγω αύριο, θα βγω... δεν μπορώ άλλο...»
   «Κάνει κρύο», προσπάθησα να τον ησυχάσω μιλώντας του σιγά. «Κάνει κρύο φοβερό, δεν είναι να βγείτε πριν γίνετε ολότελα καλά».
   «Κάλλιο ο θάνατος από το κρύο παρά να τρελαθώ εδώ μέσα». Και τα μάτια του λάμψανε άγρια. «Δεν μπορώ άλλο 'δω μέσα, σ' αυτή τη φυλακή».
   Έκανε μια κίνηση σα να 'δειχνε όχι μόνο το δωμάτιο μα όλο το σπιτικό μαζί.
   Η κάμαρη ήταν στενόχωρη· τα έπιπλα πολλά, επανωτά, χωρίς διάστημα ανάμεσά τους, τη δείχναν ακόμα πιο μικρή. Κοντά στο παράθυρο φαινόταν στριμωγμένο ένα κρεβατάκι παιδικό.
   «Ν' αλλάξετε δωμάτιο, ξαπλωθείτε σ' ένα ντιβάνι κάπου ν' αλλάξετε παράσταση, θα σάς ξεκουράσει αυτό, πολύ θα σάς αναπάψει», έλεγα εγώ.
   «Τίποτε δε με ξεκουράζει», απάντησε πικρά. «Δε φταίνε μόνο τα δωμάτια, δε φταίνε... δεν μπορώ άλλο...» Και σώπασε.
   Η γυναίκα μπήκε με το ζεστό. Τής πήρα το δίσκο από το χέρι. Ο άρρωστος ζήτησε να τον βοηθήσει ν' ανασηκωθεί. Τού διόρθωσε τα μαξιλάρια, τα σεντόνια.
   Σ' όλο το διάστημα αυτός γκρίνιαζε δυσαρεστημένος: «Όχι έτσι ψηλά, όχι έτσι, το άλλο πρώτα, με κούρασες, δεν καταλαβαίνεις...» Και κείνη σκυμμένη προσπαθούσε κι από τη βιάση της να τον ευχαριστήσει τα μπέρδευε.
   Όταν, επί τέλους, πήρε το φλιτζάνι στο χέρι, ρώτησε κοφτά: «Μήπως μού 'βαλες ζάχαρη;»
   «Έβαλα», τού απάντησε μουδιασμένα και τότε το βλέμμα της μού φάνηκε σα να μού ζήτησε βοήθεια.
   «Δεν το θέλω, πάρε το», έκανε να το αφήσει, μα μη βρίσκοντας τόπο απόμεινε να το κρατά. «Δε σού το 'πα πως δε θέλω ζάχαρη;»
   «Μα εσύ μού λες», γέλασε η κοπέλα, «πως είναι η ζάχαρη θερμαντική και τ' αγαπάς όλα γλυκά».
   Ξαναγέλασε μ' ένα γέλιο γαλήνιο, ευτυχισμένο. Είπα και γελάστηκα πως τάχα πριν το βλέμμα ζητούσε βοήθεια.
   «Δεν καταλαβαίνεις ποτέ σου τι σού λένε», φώναξε ο άντρας με μανία, «δεν προσέχεις όταν σού μιλούν, δεν ενδιαφέρεσαι... Θέλω να βάζω  εγώ τη ζάχαρή μου, μοναχός, όχι εσύ, κατάλαβες; Όχι εσύ...»
   Αυτό το «όχι εσύ» το λέει τόσο δυνατά που πέφτει σα γροθιά -έτσι μού φαίνεται- πάνω στο ωραίο μαύρο κεφάλι της γυναίκας.
   Η ταραχή, που είχα όταν ερχόμουν, μού μοιάζει τώρα χάδι μπροστά στην αγωνία τούτης της στιγμής.
   «Η μαμά», αρχίζω, «η μαμά, ξέρετε... η μυωπία της μεγάλωσε τώρα τελευταία... Το ένα μάτι δέκα, το άλλο έντεκα...»
   «Τι δέκα, τι έντεκα;»
   Και η φωνή του καταπέφτει σε ψίθυρο.
   «Διοπτρίες (2)... διοπτρίες», απαντώ και ψάχνω να βρω κάτι άλλο, κάτι που να τον διασκεδάσει. Τότε θυμούμαι το φάρμακο.
   «Α», έκαμε, «να σε είχα όλο εδώ να με φροντίζεις. Να 'χα κάποιον να με αγαπά...» 
   Στη στιγμή χτυπά η πόρτα και παρηγοριούμαι πως ίσως η γυναίκα καθώς έτρεξε δεν άκουσε... Να 'χα κάποιον να μ' αγαπά... Ίσως, λέω, και δεν το πήρε το αυτί της.
   Γύρισε πίσω μεταμορφωμένη. Τής είχε φωτιστεί το πρόσωπο σαν τις εικόνες εκείνες όπου βάνουν μια ηλεχτρική λάμπα από μέσα και φαντάζουν διαφορετικές.
   «Η Μπέμπα», είπε, «ήρθε και πήρε το πανωφόρι του παιδιού».
   «Χωρίς πανωφόρι το έστειλες;»
   «Μα φορούσε το πουλόβερ του, τι το 'θελε το πανωφόρι μέσα στο σπίτι;»
   «Και τώρα τι το θέλει;» επέμενε σκληρά, κουραστικά εκείνος.
   «Θα βγούνε», λέει, «μια βόλτα, κάτι έχει να ψωνίσει».
   «Στέλνουμε το παιδί μας στα ξένα σπίτια για να το ξεφορτωνόμαστε...»
   Από το φωτισμένο πρόσωπο η εσωτερική λάμπα θάμπωνε, χαμήλωνε, όσο που σιγά - σιγά έσβησε.
   «Δεν το στέλνουμε», απαντάει τότε αργά, «αυτοί έρχονται και το ζητούν... Το αγαπούνε τούτοι, δεν τους ενοχλεί, δεν τους εκνευρίζει...» 
   Και πάλι γέλασε το γάργαρο ξέγνοιαστο γέλιο που τής ξαναφώτισε τη μορφή σα μιαν αστραπή. Μια κακιά όμως αστραπή.
   Άνοιξε καλά τα μάτια και την πρόσεξε, σαν να την κοιτούσε πρώτη φορά καταπρόσωπο. Δεν τής μίλησε. Ήτανε τόσο περιττά τα λόγια. Η όψη του τα 'λεγε καλύτερα αυτά που δεν ειπώθηκαν.
   «Την έκαμες την κρέμα ή την ξέχασες;» είπε μόνο γυρίζοντας το βλέμμα αλλού.
   «Δεν ξεχνώ ποτέ, ποτέ εγώ», πρόφερε με έμφαση η γυναίκα και βγήκε βιαστική.
   Πετάχτηκα πίσω της. Δεν άντεχα περισσότερο. «Έρχομαι να σάς βοηθήσω», είπα. Δε γύρισε να δει. Έτρεξε το στενό διάδρομο, άνοιξε μια πόρτα κι έπεσε γονατιστή μέσα στο σκιερό δωμάτιο.
   «Γιατί πέθανες; Γιατί πέθανες;» φώναζε κοιτάζοντας ψηλά και σήκωσε τα χέρια σα να παρακαλούσε.
   Είπα πως τρελάθηκε. Δεν καταλάβαινε. Έψαχνα να βρω τίνος μιλούσε. Ήτανε μια εικόνα μεγάλη που άσπριζε. Δεν καλόβλεπα από την ταραχή, μα δεν είχε και αρκετό φως εκεί μέσα.
   «Γιατί πέθανες και βασανίζομαι εγώ; Τι έφταιξα εγώ, τι έφταιξα;» 
   Τότε τη γνώρισα. Ήταν εκείνη η μεγάλη εικόνα της θείας, της πρώτης γυναίκας. Μάς κοιτούσε με οίχτο, με γαλήνη, μ' εκείνο το μελαγχολικό χαμόγελο που έχουν οι εικόνες πάντοτε.
   «Σηκωθείτε», παρακαλούσα εγώ, «μη φωνάζετε, θα σάς ακούσει... Δεν είναι κακός...»
   «Τι έφταιξα;» έκλαιε η γυναίκα δίχως να δίνει σημασία στα παρακάλια μου.
   Γύρισα πίσω βιαστική στον άρρωστο. Μού φάνηκε πως φώναξε.
   «Τι έχεις;» με πρόσεξε ύποπτα. «Τι έπαθες;»
   Ξανακάθισα δίπλα του, πάνω στο κρεβάτι, τού έπιασα το φλογισμένο μέτωπο. Ένιωθα κάτω από τα δάχτυλά μου το χτύπο στα μηλίγγια, την ταραχή, τον αναβρασμό. Μέσα στο στέρνο άκουα την καρδιά του να βροντά, να μεγαλώνει, να μού γεμίζει αντάρα τ' αυτιά.
   Ήταν μισοσκότεινα, ήσυχα, κανένας θόρυβος στο σπίτι, καμιά κίνηση στον ασήμαντο δρόμο.
   Πήρε το άλλο μου χέρι και το έσφιξε.
   «Αν μάθετε πως τρελάθηκα μην απορήσετε», είπε πικρά. « Αυτό το γέλιο θα 'ναι. Μ' ακούς; Αυτό το γέλιο θα 'ναι... Δεν το αντέχω... Έτσι να πεις της μητέρας... Κανένας δεν πλήρωσε το λάθος του πιο ακριβά... μεγάλο λάθος ασυχώρετο... Μια άλλη γυναίκα, πώς ήτανε δυνατό;... Πώς ήτανε δυνατό;...»
 
   Γύρισα κι έριξα ένα βλέμμα στο ψηλό χτίριο. Τα παράθυρά του όλα φέγγανε. Μού φάνηκε σα φυλακή, όπως της Ακροναυπλίας που τής ανάβανε τα φώτα όλη νύχτα. Μην το καταφέρει και το σκάσει στο σκοτάδι κάνας κατάδικος.
   Κι εδώ θα 'ναι δύσκολο, σκέφτηκα, οι κατάδικοι του 12 να λύσουνε το μίσος που τους δένει και να το σκάσουνε.
   Πολύ δύσκολο.
 
Σταύρου Τατιάνα
Εφημερίδα «Φιλολογική Κυριακή»
Αθήνα, Σεπτέμβριος 1943
 
Σημειώσεις:
(1) αντρέ (ς): είσοδος, χόλ 
(2) διοπτρία: οπτική μονάδα μέτρησης της ισχύος ενός φακού, αντίστροφης της εστιακής απόστασης, που χρησιμοποιείται στην οπτική κυρίως για να εκφραστεί η μορφή των διορθωτικών φακών (για τα μάτια)

Πέμπτη 27 Απριλίου 2023

ΥΠΟΛΑΝΘΑΝΟΥΣΑ ΑΙΣΘΗΣΗ

    Ι
   Ε, βέβαια, τώρα όσο και να 'ναι πια καταλάβαινε, τα καταλάβαινε· έβλεπε και τους άλλους, τους πρόσεχε, μ' όλο που συχνά νόμιζε πως μπορούσε να θρυμματίζεται η αξιοπρέπειά του.
   Μια φορά, από πολύωρη σκέψη, είπε πως πρέπει κανείς να επιθυμεί κάτι, να το ζητά, άμα νιώσει, πως μια από τις υπολανθάνουσες αισθήσεις μέσα μας, το θεωρεί απαραίτητη τροφή της.
   Κι ήταν έν' απόγεμα όλο ζέστη και μόλις είχε σηκωθεί από τρίωρο ύπνο. Μια νάρκωση κι αηδία, σαν από υπερβολική πείνα, που παραγεμισμένος πια, πίνεις κι ένα ποτήρι νερό κι ανασαίνεις -ανασαίνεις. Πρέπει επί τέλους... Δεν είναι δυνατό... είναι ανυπόφορο πια... Δε μίλησε σε κανένα, ούτε και στην υπηρέτρια. Δε ζήτησε τίποτα.
   Πλύθηκε, έκανε τη συνηθισμένη τουαλέτα του και βγήκε, όπως πάντα στις επτά και τέταρτο, ένα περίπατο, για την υγεία, ευεξία... Ένα μικρό περίπατο -«Μην  αργήσεις...!» Η μητέρα, που νόμιζε πως ακόμα κοιμόταν, ανοίγοντάς το δωμάτιό του, ξαφνιάστηκε λίγο.
   «Δεν πήρες είδηση, Διαμάντω εσύ; Έτσι να μπει και κανένας κλέφτης δεν θα πάρομε μυρωδιά». Τι είναι πάλε αυτό· και να μη μιλήσει... Ο Δήμης είχε βγει για το συνηθισμένο του περίπατο· για υγεία· ευεξία... Είναι και αριστοκρατικό να βγαίνεις απόγεμα - βραδάκι και μοναχικός. Μα, έτσι, πώς τού 'ρθε και βγήκε πιο νωρίς και χωρίς να μιλήσει, χωρίς... Και δεν τον μυρίστηκε κανείς απ' το σπίτι, ούτε όταν κατέβαινε τις σκάλες.
   Αν ήταν και κανένας κλέφτης...
   Η Διαμάντω -η Διαμάντω, που τύλιγε τα μαλλιά της με χαρτάκια, για να κατσαρώσουν, επειδή θα πήγαινε να δει κάποια πατριώτισσά της και να τής δώσει γράμμα για τους γέρους, στο νησί...
   Το είχε σκεφθεί όλη την προηγούμενη μέρα· και στον περίπατό του αυτό συλλογιζόταν· ούτε κάθισε πουθενά, ούτε μίλησε με κανένα, κι ούτε γλυκό· αόριστα βλέμματα.
   Το βασάνιζε το πράγμα.
   Και, όταν μια υπολανθάνουσα αίσθησή μας το θεωρεί απαραίτητη τροφή της. Όταν...
   Ναι· έτσι έπρεπε... είναι απαραίτητο. Επί τέλους και ανυπόφορο -δεκαοχτώ χρονών παλικάρι. Δεκαοχτώ χρονώ.... Μια αιτία, μια αφορμή, έπρεπε. Έτσι! Οι άλλοι «νέοι», λένε, τη ζωή, να ζήσεις τη ζωή. Να στραγγίζεις το ποτήρι της... οι νέοι με το πούρο, καταξουρισμένοι, και με το παντελόνι -ξουράφι. Οι «νέοι»... Πρέπει, πρέπει και μια αφορμή - μια αφορμή.
   Ο ήλιος σού έδινε μιαν όψη στο πρόσωπο... Με τις καυτερές του ακτίνες η σκόνη κι η πείνα μαζί, που νόμιζες, είχες, μόνη ευτυχία, απολύτρωση, το φαΐ του σπιτιού και την ξάπλα.
   Και, πως θα συναντούσες μια φαιδρότητα στο σπίτι: Γέλια, παιδιάτικα γέλια, και κλάματα παιδιάτικα. Μιαν ευθυμία, φαιδρότητα. Κουδουνίσματα· κάτι ήχοι χαρούμενοι, διάχυτοι σ' όλη την ατμόσφαιρα του σπιτιού... Και δροσιά, δροσιά -ξεκούραση.
   Πάσῃ θυσίᾳ έπρεπε.
   Ήταν η ώρα μία.
   Ο Δήμης ερχόταν με τα βιβλία, κατάκοπος, με το πρόσωπο κατακόκκινο και τα μάτια του, νόμιζε πως μικραίναν.
   Στ' αυτοκίνητο -πλάι στη θέση του, κοίταξε, έτσι φευγαλέα στο μακρόστενο καθρεφτάκι, που τού φαινόταν το ένα του μάτι ο βολβός του δεξιού πιο στρογγυλός, πιο πεταχτός· έτσι, να μπορούσες απ' την ακρούλα του ν' ακουμπήσεις ένα νυστέρι και θα διορθωνόταν.
   Μα, μια κυρία, σεβαστή κυρία, με πράσινα γυαλιά, κομψά ντυμένη -πενηντάρα· ένα αβρό, αριστοκρατικό -σαν κυρία της τιμής, τον κοίταζε, τον πρόσεχε, που ντρεπόταν. Κατακόκκινος, μια ατονία, μια εξάντληση -κομάρα σ' όλο του το σώμα!... Κι εκείνη η υπολανθάνουσα αίσθηση... νόμιζε, πως εκείνη τη στιγμή είχε την πιο μεγάλη ανάγκη της τροφής, που είχε ανακαλύψει -νιώσει: Ελευθεριά! 
   Τότες, ούτε θα μικραίναν τα μάτια του· ούτε κομάρες· ούτε ατονία.
  Αισθανόταν, ψιλά - ψιλά κομπαλάκια ιδρώτα στο χνουδιασμένο μουστάκι.
   Και πείνα, πείνα.
  Μια μυρωδιά κρεμμυδίλας -σαν πλακί πατάτες, μπακαλιάρος... Τού ερέθισε πιο πολύ την επιθυμία κι ένας θυμός μαζί.
   Ένας θυμός χωρίς αιτία, αντικείμενο· διάχυτος θυμός -μόλις άνοιξε την εξώπορτα. Στην κουζίνα η μητέρα με τη Διαμάντω ανασκουμπωμένες στο φαΐ...
   Η Διαμάντω ίδρωνε... και ξυπόλυτη... Τα χοντρά της πόδια... τα δάχτυλα, τα νύχια μ' ένα μαύρο χυμό πλαισιωμένα...
   Την τρώγαν οι μύγες και δώστου κι έξυνε τις γάμπες, και σχηματίζουνταν στις γάμπες κάτι άσπρες -ωχρές γραμμές απ' τα νύχια της... Μια αγωνία όλο ευχαρίστηση.
   Δεν αηδίαζες καθόλου.
   Άφησε τα βιβλία και πέρασε στην κουζίνα· ο μεγάλος αδελφός θα 'ρχόταν στις δύο και μισή -Σάββατο· η Θάλεια θα 'τρωγε στο γραφείο, γιατί θα κατέβαινε στα μαγαζιά για κάτι ψώνια...
   Ύστερα, πήρε μια στρυφνάδα το πρόσωπό του· μια δυσαρέσκεια πολύ αισθητή κι εκφρασμένη με γκριμάτσες... Και ζάρες στο μέτωπό του· το 'να του μάτι -το δεξί, να μικραίνει. Πλησίασε στο φουρνέλο και κοίταξε το φαΐ, που χόχλαζε. Δεν τού άρεσε καθόλου αυτό το φαΐ. Μια περισσότερη δυσαρέσκεια... Αυτή κάπως δικαιολογημένη, πιο εξωτερική βέβαια -αφελής.
   Μια τέτοια ώρα -μία και τέταρτο, ο κόσμος που έρχεται κουρασμένος θέλει και να φάει, ν' αναπαυθεί.
   Ακόμα το φαΐ βράζει και δε ρίξατε ούτε τα χόρτα.
   Πρέπει και να στοχάζεται κανείς, πρέπει και να στοχάζεται.
   Η φλέβα πάνω απ' τ' αριστερό τσουλούφι κατακόκκινη, όλο δύναμη και σπασμούς. Η μητέρα ανακάτευε με το κουτάλι κι η Διαμάντω καθάριζε το σέλινο -έξυνε και τη γάμπα. Το μικρό δαχτυλάκι του δεξιού ποδιού πιο θρεμμένο από ό,τι πρέπει και καβαλικεμένο στο πλαϊνό· πιο θρεμμένο απ' ό,τι πρέπει... Στ' αντικρινό τζάμι καθώς ήταν αντηλιά, είδε το πρόσωπό του, λίγο θαμπά βέβαια, μα με μια ανεξίτηλη αυστηρότητα, ανεπιτήδευτη...
   Σουλάτσερνε στο χαγιάτι...
   «Βέβαια, εσείς μού κάθεσθε εδώ και δε ρωτάτε την κούραση και μ' αυτή τη ζέστη...» Είναι αναισθησία αυτό· ο Δήμης σουλάτσερνε· οι γυναίκες μιλιά· η μητέρα ανακάτευε το φαΐ, κι η Διαμάντω το σέλινο. Μιλιά.
   Στο πρόσωπο της μητέρας,  μόλις διέκρινες, ένα λεπτό - λεπτό, ακούσιο μειδίαμα όχι υπεροχής.
   Η Διαμάντω καθάριζε τα χόρτα και, πότε - πότε, ανέμιζε με τις απαλάμες της τα πόδια.
   Ε... αυτό δε γίνεται πάντοτε... έχεις δίκιο παιδί μου, μα... και με τέτοια ζέστη... βέβαια έχεις δίκιο...
   Αυτός ο Λάμπρος τα φταίει... Θα σού δώσει το ζαρζαβατικό και θα σε πιάσει μια ώρα στην κονταδούρα...
   Για τα μαλαματένια δόντια του, σαν ήταν αρραβωνιασμένος κάποτε· το σημάδι στο αριστερό μάγουλο από μαχαιριά, σαν ήταν στην Αίγυπτο, μ' έναν αράπη... Ζευζεκιές... Έχεις... δίκιο... Δε θ' αργήσουμε. Η Διαμάντω έξυνε τη γάμπα της πάλι, με μια ευχαρίστηση στο πρόσωπό της. Απ' τον αγέρα άνοιξε το παράθυρο της σάλας, ανεμίστηκαν οι στόφινες κουρτίνες, ένα μπιμπλό έπεσε απ' την εταζέρα και σκόνη, σκόνη. Ο Δήμης βρήκε ασχολία στην ταχτοποίησή τους.
 
   Έριχνε κλέφτικες ματιές στον ορθογώνιο καθρέφτη της ντουλάπας, που τού έδειχνε πάντα το πρόσωπο με κάτι σκιές, φωτεινές παραλλαγές, κάτι επίπεδα στα μάγουλα, στη μύτη... και πάντα τους βολβούς των ματιών άνισους...
   Και το δεξιό μάγουλο πιο φουσκωτό, έτσι, πόσο υπόφερνε μα, τι να κάνει, αναγκαζόταν πάντα να κοιμάται απ' το δεξί και κάποτε να το πιέζει... να το χαϊδεύει και μ' ένα οίχτο, σαν σε άρρωστο άνθρωπο... Για το άλλο μάγουλο καμιά στοργή, όλο το τραβούσε προς τα έξω με τσιμπήματα. Σαν ξαναγύρισε στην κουζίνα οι γυναίκες πολεμούσαν ακόμα.
   Η μητέρα έπλενε τα χέρια της στο μουσουλούκι (1) και μια συντριβή, ένα λεπτό - μαλακό, μειδίαμα· μια συντριβή κι ένα τέλος, μια λύση, που την περίμενες από καιρό· μια αγαθότητα.
   Όπως βλέπει μια χωριάτισσα, φτωχιά, το γιο της δικηγόρο στην πρωτεύουσα, ύστερα από πολλά χρόνια.
   Η Διαμάντω σήκωνε το μαλλί που αδιάκοπα την εμπόδιζε στο καθάρισμα...
 
ΙΙ
   Τ' απόγεμα κατά τις επτάμιση βγήκε για το συνηθισμένο του περίπατο. Να, έτσι για λόγους υγείας, ευεξίας...
   Η μητέρα ούτε πήγε στο δωμάτιό του να δει, ούτε κι από τ' απάνω σκαλί τον παρακολούθησε με το βλέμμα, ώσπου θ' άνοιγε την πόρτα. Ούτε: «Μην αργήσεις...»
   Τίποτα.
   Έξω, κατά σύμπτωση, συνάντησε δυο παλιούς συμμαθητές, που από καιρό, δυο χρόνια, είχαν παρατήσει τα γυμνασιακά μαθήματα (το μαλλί αφομοιωμένο με το κρανίο σχεδόν· μπριγιαντίνες - μπριγιαντίνες· η τσάκα (2) του παντελονιού ξυράφι...)
   Αυτούς τους αντιπαθούσε· πολύ τους αντιπαθούσε.
   Και στο σκολειό ούτε βλέμμα, ούτε μιλιά. Τους αντιπαθούσε. Το χοντρό πολύ τον σιχαινόταν, πολύ...
   Μα, τους χαιρέτησε, και έτσι κοντοστάθηκε  και έξυσε το σαγόνι του... Είχαν και να ιδωθούνε δυο χρόνια· θα 'χαν αλλάξει βέβαια, μα πάντα οι ίδιοι, πάντα στο ίδιο πλαίσιο, στο ίδιο...
   Ο ένας κατάχλωμος, κοντός, με τη γωνιά της μύτης βαθουλιασμένη.
   Ο Δήμης στάθηκε· χαμογέλασε.
   «Τι γίνεσαι; Τελειώνεις; Ε... έτσι είναι... εμείς βλέπεις... Τώρα τι να πεις. Πάει πια...» είπε ο πιο υποφερτός· ο άλλος ξεσκόνιζε το παντελόνι του, γιατί είχε περάσει κάποιο αυτοκίνητο...
   Στρίψανε, έως στην αρχή ασυνείδητα, απ' την ασφαλτόστρωτη λεωφόρο· ύστερα πια είπαν να κάνανε κι έναν περίπατο, ή να καθόντουσαν πουθενά. Η Δήμης περισσότερο εξοικειωμένος· σχεδόν, έτσι δειλά - δειλά, αφομοιωμένος.
   Κάποια κυρία, πενηντάρα, χοντρουλή, με τα μαύρα και κρέπια, πέρασε δίπλα του. Τα παπούτσια της σκονισμένα, όλο ζάρες μπρος, και τρίζαν, σαν καινούργια... Δεν ήταν όμως και παλιά. Και τον έκανε να σκεφθεί το σπίτι του: το μεγάλο αδελφό, τη Θάλεια· τη μητέρα· κι όλη τη μεσημεριάτικη ατμοσφαίρα του μαζί με τη Διαμάντω.
   Η παρέα στην αρχή βέβαια όχι και πολύ ευχάριστη· ύστερα περισσότερο, όταν πέρασαν τ' αραιά σπίτια και προχωρούσαν προς τα πιο ανοιχτικά, όπως θα 'πρεπε· εντελώς όπως θα 'πρεπε· ευχάριστη η παρέα.
   Απ' τον περίπατο καταστάλαξαν σ' ένα απομονωμένο καφενεδάκι...
   Το φεγγάρι ολοκάθαρο και πιο μακρυά μερικά κατάλευκα σύννεφα, αραιά - αραιά και διάφανα σαν αχνός.
   Μερικές μπιρίτσες, τσιγάρα, καπνοί, γέλια.
   Γελούσε και κείνος τις πιο πολλές φορές κούφια, εντελώς κούφια.
   Μια σερενάτα με βιολί και κιθάρα από παρέα· ένας με το σακάκι φορεμένο ίσα με τον ώμο το δεξιό, και σκλήριζε, μια ψιλή - ψιλή, φωνή αντιπαθητική -πρίμος· οι άλλοι συνόδευαν ευλαβικά. Ύστερα κάνανε και αστεία: Τον πετεινό, την κότα, μερικές μιμήσεις φωνών και κινήσεις απόντων προσώπων.
   Οι παλιοί συμμαθηταί σταθήκαν λίγο για ν' ακούσουν.
   Ο Δήμης κοιτούσε αόριστα ένα γειτονικό δέντρο ακουμπώντας το πόδι πάνω σε μια καρέκλα.
   Μικρή σιωπή.
   «Εμ... τι καημένε... πρέπει να ζήσεις... να ζήσεις... Τι νομίζεις πως είναι, τι; Εμείς κι ακόμα... μόλις βγήκαμε απ' τ' αυγό...»
   Ο Δήμης δε μιλούσε· κοιτούσε σκεφτικός· οι παλιοί συμμαθηταί μ' ευλάβεια.
   «Βέβαια... βέβαια αυτό είναι», είπε κατεβάζοντας το πόδι και προσηλώνοντας το βλέμμα του επάνω τους και στο τραπεζάκι. «Βέβαια, βέβαια, έτσι είναι... Ε, τι να πεις...» ξανάπε αποφθεγματικά. Ακούγονταν ακόμα μερικές άναρθρες φωνές: «εις την κλίνην που μένεις θεαααά...» έτσι, που ο κοντός - άσχημος, με το παντελόνι σαν ξυράφι, γέλασε· γέλασε, λίγο ηλίθια, κούφια... ζωώδικα.
   «Πρέπει να ζήσεις, πρέπει...» είπε κι ο άλλος, ο πιο υποφερτός.
   Κατά τις έντεκα σηκώθηκαν.
   Ο Δήμης θέλησε να τα πληρώσει και κείνοι χωρίς να τον εμποδίσουν. Μ' ευγένεια...
   Απ' το δρόμο περνούσαν αυτοκίνητα με παρέες, γέλια, πειράγματα· γέλια λεπτά - λεπτά, χαριτωμένα -γυναικεία.
    Μακρυά, πάνω σε μια καμπύλη νοητή γραμμή, φάνηκαν κάτι φωσάκια, που κινιόντουσαν, πλαισιωμένα σε μαύρο φόντο και κινιόνταν.
   Διάφορου μεγέθους -ο σιδηρόδρομος της Λαρίσης.
   Μια διαπεραστική ψυχρίτσα τούς λόχευε, μα και πιο πολύ το Δήμη, που ασυνήθιστος (Μα βέβαια, έτσι μόνο από τις επτάμιση και για λίγο· έτσι για ευεξία, υγεία...).
   Στη στροφή, που ήταν κι η στάση των αυτοκινήτων, τούς έδωσε το χέρι.
   «Πάλι να ξανασυναντηθούμε, πάλι... Εμ... έτσι, πρέπει και λίγο...» είπε ο υποφερτός.
   Κι ούτε «ευχαριστούμε», τίποτα.
   Μόνο, σαν προχώρησαν μερικά μέτρα, γύρισαν και τον κοίταξαν· και κείνος μα, έτσι πλάγια, πως κοιτούσε αλλού, στο κιόσκι το παιδί, που ήταν ανασκουμπωμένο και διάβαζε κάτι φυλλάδια «Η άμαξα υπ' Αριθμόν 13». Έτσι, δειλά - δειλά, τούς κοίταξε.
   Εκείνοι, σα να χαμογελάσαν, μ' ένα μειδίαμα αόριστο, υπονοούμενο. Ο Δήμης άνοιξε την πόρτα -μισογυρτή, και μ' όσο πιο αέρα μπορούσε ανέβαινε τις σκάλες.
   Ανέβαινε τις σκάλες, όπως το μεσημέρι, όταν περνάς κι έχεις δίκιο... Απ' την κλειστή πόρτα της κουζίνας διακρινόταν φως και ομιλίες, πατήματα. Μπήκε στο δωμάτιό του κι άρχισε να γδύνεται· κοιτούσε και κάθε λίγο απ' τη χαραμάδα της πόρτας του προς την κουζίνα.
   Δεν ακουγόταν τίποτε. Ούτε πατήματα. Ένα αυτοκίνητο πέρασε κι έδωσε κίνηση στην αδράνεια.
   Για μια στιγμή, σιγά - σιγά, η πόρτα της κουζίνας άνοιξε κι έμεινε έτσι γυρτή. Μ' ένα παρατεταμένο τρίξιμο... Έσκυψε απ' τη χαραμάδα και κοίταξε. Ήταν η Πίσα, η γάτα τους, που κουλουριαζόταν νωχελικά. Μια χοντρή αράδα φωτός περεχύθηκε στα πλακάκια του χαγιατιού.
   Ύστερα ξαπλώθηκε στο κρεβάτι και με μια μυστικοπάθεια. Περίμενε. Περίμενε, πολύ περίμενε κι ανυπομονούσε.
   Ανυπομονούσε να 'ρθει ο αδελφός του, η μητέρα του, η Θάλεια και η Διαμάντω από πίσω, δειλά - δειλά, να βλέπει με το χέρι στο στόμα... Ήθελε να τού φωνάζουν· να παραφερθούν... Ανυπομονούσε πολύ. Να 'ρχονταν...
   Και μια συγκίνηση έτσι, σα νανούρισμα μικρού παιδιού, που το κουνούσαν στο λίκνο του...
   Μια συγκίνηση, που τού θύμιζε τα μικρά του χρόνια. Κάτι χάδια, κάτι νανουρίσματα, κάτι,  λεπτά - λεπτά φορέματα και που τον παίρναν απ' το χέρι, όλο καμάρι, για τον περίπατο· με μακριές κατάσγουρες, ξανθές μπούκλες...
 
Αθανασιάδης Τάσος
Περιοδικό «Αλεξανδρινή Τέχνη»
 Αλεξάνδρεια, Ιανουάριος 1931
 
Σημειώσεις:
(1) μουσ(ου)λούκι: Τενεκεδένιο δοχείο γύρω στο μισό μέτρο ύψος με μια βρυσούλα πολύ μικρού διαμετρήματος στο κάτω μέρος. Το μουσλούκι κρεμόταν στην κουζίνα ή στην αυλή και κάτω από τη βρυσούλα υπήρχε λεκάνη μπακιρένια ή και χτιστή 
(2) τσάκα (η): τσάκιση 

Τρίτη 25 Απριλίου 2023

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΒΟΝΑΠΑΡΤΗΣ

   
   Το Κοτάγκι -ήταν μια μικρή φάρμα με λίγο χορτάρι και λίγο λιβάδι γύρω της καθισμένη παράμερα στην όχθη  του Τρίμφιορντ, αντίκρυ στη μπασιά του φιόρντ, εκεί που φυτρώνουν από τη θάλασσα  τα απόκρημνα βράχια. Σ' αυτή την απόμερη φάρμα μπορούσε να δει κανείς κρεμασμένα στον τοίχο τα δυο πορτραίτα των πιο μεγάλων οδηγών λαών: το πορτραίτο της βασίλισσας Βικτωρίας, γεννημένης να βασιλέψει σ' ένα από τα πιο όμορφα βασίλεια, που την παράσταινε με την πιο πιο μεγαλόπρεπη τουαλέτα της και το πορτραίτο του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, με άσπρο γιλέκο, με σκληρά μαλλιά, με μια βαθιά ρυτίδα στο μέτωπο, του ανθρώπου που είχε έρθει από το Νότο, που είχε γεννηθεί από φτωχιά οικογένεια και που πριν να τον αιχμαλωτίσουν οι εχθροί του και να τον τιμωρήσουν με εξορία, είχε υποτάξει με τη γροθιά του ολόκληρη σχεδόν τη γη. Έτσι ακριβώς διάσημες μορφές φτάνουν ίσαμε τις πιο απομακρυσμένες ανθρώπινες κατοικίες, στ' ακρογιάλια των πιο μακρινών θαλασσών, εικόνες κατακτητών που επιβάλανε τον εαυτό τους στον κόσμο μα που οι άνθρωποι στις πόλεις του νταραβεριού τούς λησμονήσανε από πολύ καιρό, αρρενωποί ηγεμόνες με μεγαλόπρεπες φορεσιές -ναι, εδώ βασίλευαν ακόμα, μ' όλο που από πολύν καιρό οι πολιτείες των επιχειρήσεων τούς είχαν γκρεμίσει κι είχαν ανεβάσει άλλους στην εξουσία.
   Σ' αυτή τη μοναχική φάρμα ζούσε μια φτωχή χήρα μαζί με τα τρία της παιδιά.
   Η κατοικία της -ή, όπως τη λένε μ' άλλο όνομα, η σάλα, γιατί τα σπίτια των Ισλανδέζων χωρικών είναι τις περισσότερες φορές κάτι καλύβια μ' ένα και μοναδικό δωμάτιο- είχε μονάχα δυο παράθυρα και πέντε ή έξι πήχες μάκρος και βρισκότανε -πολύν καιρό πριν από την αρχή ετούτης της ιστορίας- σε κατάσταση έκδηλης κατάρρευσης. Μα έπρεπε, έλεγε η χήρα, να βαστάξει το σπίτι ίσαμε να μεγαλώσουν ο Γκβέντουρ και ο μικρός ο Νούντ. 
   «Αυτοί θα ξανακτίσουν το Κοτάγκι», έλεγε, «και θα παντρευτεί κι η αδερφή τους η Σίγγα».
   Έτσι μεγάλωναν τα παιδιά στην ερειπωμένη κάμαρα της μητέρας τους με συντροφιά αυτές τις δύο Μεγαλειότητες. Έγινε όπως το 'λεγε η μητέρα: η μικρή Σίγγα, όταν μεγάλωσε, παντρεύτηκε. Βρήκε δουλειά στα μεσόγεια και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο πατρικό καλύβι. Αντίθετα, και μ' όλο που οι γιοι είχαν γίνει άντρες, το ζήτημα του ξαναχτισίματος πήγαινε σε μάκρος. Ήρθε στιγμή, να πούμε τι είχε γίνει.
   Ο μεγαλύτερος από τα δυο αδέρφια, ο Γκβέντουρ, έγινε ένα αγόρι γεροδεμένο και όμορφο. Μα δεν άξιζε πολλά πράγματα. Ακόμα λιγότερο άξιζε το μυαλό του. Δεν είχε θρέψει καμιάν απαίτηση στη ζωή κι ας είχε μεγαλώσει κάτω από τα πορτραίτα των Μεγαλειοτήτων. Έλεγε πως το σπίτι ήταν αρκετά όμορφο έτσι όπως ήταν. Με το στανιό κατάφερνε καμιά φορά η μητέρα του να τον βάζει να βουλώνει τις πιο θλιβερές σχισμές της στέγης με σβουνιά αγελάδας. Τεμπέλιαζε, όταν ήταν να ταΐσει τα πρόβατα, και την εποχή του θέρου δεν κατάφερνε ποτέ να ακολουθήσει με το δρεπάνι του το ρυθμό της δουλειάς. Και μαζί μ' αυτόν όλα πήγαιναν αργά, τεμπέλικα. Ο πάστορας τού 'δωσε να μεταλάβει δυο ολόκληρα χρόνια ύστερα από το κανονικό και στην κατήχηση δεν έμαθε τίποτα άλλο εκτός από το «Πάτερ ημών». Η χήρα έλεγε: 
   «Αν δεν μεγαλώσει ο Νούντ το χτίσιμο δε θα προχωρήσει ούτε ένα δάχτυλο».
   Μια μέρα ο Νούντ εφύλαγε τα πρόβατα κοντά στον Άι - Γιάννη. Κάθισε μια στιγμή απάνου στο χορτάρι, απέναντι στη μπασιά του φιορντ και τον φύσαγε το αγεράκι της θάλασσας. Μπροστά του η θάλασσα σπιθοβολούσε σαν τις λαχτάρες της καρδιάς του. Οι λαχτάρες της καρδιάς του; Να πούμε την αλήθεια δεν είχε σκεφτεί ποτέ πως πέρα απ' αυτή την απέραντη θάλασσα βρισκόντανε χώρες όπου άνθρωποι ευτυχισμένοι κατοικούσανε σε ωραίες πολιτείες. Είχε βέβαια ακούσει να μιλάνε γι' άλλους τόπους, για εκείνους ιδιαίτερα όπου είχε βασιλέψει με τόση δόξα η βασίλισσα Βικτωρία, η τόσο μεγαλόπρεπα ντυμένη, καθώς και το πρότυπο των αυτοκρατόρων, ο Ναπολέων. Ίσαμε εκείνη τη στιγμή δεν είχε νιώσει ποτέ την πιο παραμικρή επιθυμία να βασιλέψει, άλλωστε το μέτωπό του δεν είχε καμιά ρυτίδα. Μα την ημέρα εκείνη έγινε κάτω εκεί στη θάλασσα κάτι ολότελα καινούργιο. Όταν τις ξάστερες ημέρες ανέβαινε κανείς ψηλά στους βράχους, δεν ήτανε παράξενο να βλέπει καΐκια να μεταφέρουν το μικρό τους φορτίο από ένα λιμανάκι σ' άλλο, κι άλλοτε ψαράδικα με κόκκινα πανιά, κι άλλοτε ποστάλια (1). Καμιά φορά μπορεί να 'χε τύχη και να ιδεί μεγάλα εμπορικά καράβια που περνούσανε κανονικά και μεταφέρνανε τα βαριά τους φορτία σε χώρες μακρινές. Μα εκείνη την ημέρα το παιδί είδε ένα πλοίο που δεν ήτανε όμοιο με τ' άλλα, ένα πλοίο παραμυθένιο. Ήτανε πολύ πιο ωραίο από όλα τα πλοία της καρδιάς του και το άσπρο χρώμα του σε θάμπωνε. Άφησε πίσω του, πάνω στην ακίνητη θάλασσα λουρίδες από έναν καπνό παρόμοιο με τουλίπες μαλλί και πέρασε με αφρισμένο θόρυβο. Σπιθοβολούσε κάτω από τον ήλιο σαν  ένα γιγάντιο μαργαριτάρι δροσιάς κι ο Νούντ το κοίταζε με μάτια γουρλωμένα ν' απομακρύνεται ίσαμε που χάθηκε.
   Μα δεν χάθηκε από την καρδιά του. Κι όταν γύρισε σπίτι του αφηγήθηκε για το τι καράβι είχε ιδεί στη θάλασσα. Μα η μητέρα του, ο αδερφός του κι η αδερφή του δεν θέλησαν να πιστέψουν πως είχε ιδεί στη θάλασσα τέτοιο καράβι. Η μητέρα είπε: «Είδες όνειρο». Η αδερφή είπε: «Ήταν πουλί». Κι ο αδερφός: «Τέτοια καράβια όπως τα λες δεν υπάρχουν».
   Μονάχα, όταν μια μέρα πέρασε ο πάστορας από το σπίτι τους, μπόρεσε να έχει το αγόρι επιβεβαίωση για το ότι είχαν δει πραγματικά ένα καράβι αντίκρυ στο γιαλό. Ήταν γιοτ, πλοίο αναψυχής. Γιοτ; Μάλιστα, μ' αυτά τα καράβια ταξιδεύουν οι βασιλιάδες, οι βασίλισσες και τ' άλλα υψηλά πρόσωπα των μεγάλων βασιλείων. Οι άνθρωποι αυτοί έρχονται από πολιτείες χτισμένες σε ηλιόλουστες ακρογιαλιές. Γλεντοκοπούν μέρα και νύχτα. Οι χώρες τους είναι χώρες γιορτής και τα καράβια τους καράβια γιορτής. Τα καράβια αυτά έχουν σάλες από πολύτιμο ξύλο, πιάτα ασημένια, χρυσά μαχαίρια και μουσική.
   Ο πάστορας ανασήκωσε και ζύγιασε με το χέρι τη γερμένη στέγη του Κοτάγκι και είπε: 
   «Δε θα βαστάξει πολύν καιρό το καλύβι». 
   «Όχι», είπε η χήρα, «μα τ' αγόρια μου όπου να 'ναι γίνονται άντρες».
   «Αν καθότανε στα βράχια, στη μπασιά του φιορντ», είπε το αγόρι. 
   «Ποιος;» είπε ο πάστορας. 
   «Το μεγάλο γιοτ», είπε το αγόρι, «αν καθότανε». 
   «Μη φοβάσαι. Τα μεγάλα γιοτ δεν κάθονται ποτέ», είπε ο πάστορας, «ταξιδεύουν, βλέπεις, στ' ανοιχτά».
   Από εκείνη τη μέρα δεν σβήστηκε πια από την καρδιά του παιδιού η νοσταλγία των μακρινών τόπων, όπως κι η λαχτάρα που τον κατάτρωγε να γίνει ο άνθρωπος που καταχτάει μακρινές χώρες και τις εξουσιάζει. Έγινε εχθρός της ρουτίνας, της καθημερινότητας και των δεσμών που αλυσοδένουν τους ανθρώπους. Αντίθετα, έγινε φίλος εκείνων των δυνάμεων που δίνουν, όπως στους βασιλιάδες, εξουσία πάνου στον κόσμο. Περπατούσε χαμένος στα όνειρά του. Έγινε ένας νέος σιωπηλός που άνοιγε τ' αυτιά του, γιομάτος ελπίδα, για ν' ακούσει τις διηγήσεις των ταξιδιωτών και των ξένων, λες και περίμενε απ' αυτούς ένα λυτρωμό και καθόταν να κοιτάζει τα σύγνεφα, τη σκόνη που σήκωναν τα άλογα που απομακρυνόντανε, με την καρδιά φουσκωμένη από λαχτάρα. Κυνηγούσε τη μοναξιά, γυρνούσε στο μυαλό του σκοτεινές περιπέτειες κι όλο και παραμελούσε περισσότερο την καθημερινή δουλειά. Έμαθε με τον πάστορα να διαβάζει και να κάνει τις πράξεις της αριθμητικής κι εμετάλαβε πολύ πιο γρήγορα από τ' άλλα παιδιά. Κι ενώ αυτός χανότανε θωρώντας τη σκοτεινή και θεληματική δύναμη που είχαν τα μάτια του Ναπολέοντα ή τα κεντίδια του πανωφοριού της βασίλισσας Βικτωρίας, το μικρό σπίτι του Κοτάγκι έγερνε, από χρονιά σε χρονιά, όλο και περισσότερο. Είχε αποχτήσει αφαιρεμένες κινήσεις, ματιά κατασκοπευτική, μα δε μεγάλωνε καθόλου: ήταν ένας ανθρωπάκος μικρός κι αδύνατος. Μα όλοι ήταν σύμφωνοι σ' ένα πράγμα γι' αυτόν: το παιδί αυτό κάτι είχε μέσα του. Μπορούσε, παραδείγματος χάριν, μια χαρά να γίνει πάστορας. Μα εδήλωσε πως ακόμα κι αν τού δίνανε τα μέσα να συνεχίσει τις σπουδές του, αυτός, δε θα γινόταν πάστορας. Ποτέ των ποτών. Τι ήθελε να γίνει; Αυτό δεν το 'λεγε. «Δεν ξέρεις ούτε κι εσύ τι θες να γίνεις», τού λέγανε οι συνομήλικοί του.
   «Όχι», έλεγε αυτός. «Ξέρω τι θέλω να γίνω και θα γίνω!»
  «Κι εγώ που επίστευα πάντα πως θα με βοήθαγες να φτιάξω ένα καινούργιο σπίτι», έλεγε η μητέρα του. 
   «Δεν  με καταλαβαίνεις, μητέρα», είπε όταν ήρθε η στιγμή να φύγει. Αυτή συνέχιζε να κάθεται εκεί, σκεπάζοντας με τη μια γωνιά της ποδιάς το πρόσωπό της, εξασθενημένη από τη δουλειά και κουρασμένη.
   «Πρέπει να ταξιδέψω στον κόσμο, μητέρα», έλεγε. «Δεν θα ξανασάνω ούτε στιγμή αν δεν γίνω μεγάλος άνθρωπος. Τότε θα σού φτιάξω ένα σπίτι με δυο πατώματα, μητέρα» -μπορεί και πύργο, πρόσθεσε για τον εαυτό του, γιατί δεν ήθελε να δίνει μεγάλες υποσχέσεις- κι επήρε δρόμο.
   Οι ανθρώποι δουλεύουνε με ένα ισχνό μεροκάματο, μ' αυτός εδούλευε για πιο ισχνό ακόμα. Όλος ο κόσμος εσκεφτότανε πως δεν θα 'βγαινε τίποτα το σπουδαίο απ' αυτόν το σιωπηλό κι αμίλητο ονειροπόλο, που, κάτι πάρα πάνου, έκλαιγε με το παραμικρό και δεν είχε καθόλου δύναμη. Τον κακομεταχειριζόντανε και κάθε λίγο έχανε τη δουλειά του. «Δεν είναι ικανός για τίποτα», ελέγανε. Κι αυτός το 'σκαγε κι έκλαιγε κρυφά. Καμιά φορά, ωστόσο, οι ανθρώποι ήταν πιο επιεικείς κι ελέγανε πως δίχως άλλο κάτι καλό θα έχει μα πως χρειαζότανε πολλές ευχές για να μπορέσει να 'βγει από μέσα του. Περπάταγε πολύ κι έμαθε σε λίγο και να κολυμπάει. Τον στείλανε στα ψηλά οροπέδια να φυλάει πρόβατα. Τίποτα δεν τού έστεκε εμπόδιο, ούτε το πιο πλατύ ή το πιο βαθύ λαγκάδι. Μα καμιά φορά εκεί που νομίζανε πως φύλαγε τα πρόβατα, αυτός λησμόναγε τον κόσμο ολόγυρά του και τότες σκαρφάλωνε στις πιο ψηλές κορφές. Σε πολλά κορφοβούνια πόστιαζε σωρούς πέτρες για θύμηση του εαυτού του και που βρισκόταν ακόμα εκεί.
   Έτσι περνούσανε τα χρόνια, το ένα ύστερα από τ' άλλο κι αυτός ζούσε μια ζωή ρέμπελη κι άστατη. Ενώ οι άλλοι νέοι κοιτάζανε πρώτα απ' όλα να κάνουνε κομπόδεμα, αυτός είχε μεγάλη αδυναμία στα ωραία ρούχα κι όταν πήγε στο ράφτη κι έραψε δυο κυριακάτικα κοστούμια, όλος ο κόσμος κουτσομπόλεψε και γέλασε γι' αυτό. Κάθε φορά που τού έμενε καιρός πήγαινε στο κοντινό λιμάνι. Διασκέδαζε εκεί και χάλαγε για μια βδομάδα σε ανώφελα κι ασήμαντα πράματα όλες του τις οικονομίες του καλοκαιριού. Χάλαγε τα λεφτά δίχως να βγάζει κανένα λογικό όφελος. Ωστόσο δεν έβαζε στο στόμα ποτέ ούτε μπύρα ούτε πιοτό. Όλοι τον κοροϊδεύανε. Μπορούσε να είχε φίλους, μα δεν δενόταν με κανέναν. Τίποτα δεν τού ήτανε πιο ξένο όσο η ανάγκη της κυριαρχίας. Τρεις - τέσσερις φορές αποχαιρέτησε τους ανθρώπους του τόπου κι έλεγε πως μισεύει για το εξωτερικό. Μα τα λεφτά του δεν τού φτάνανε ποτέ για το ταξίδι και γύρναγε κάθε φορά με λογιών - λογιών ψευτοπράγματα. Στο τέλος κουβάλησε ματογυάλια με ασημένια σκελετά, που έβαλε να τού τα γράψει ο γιατρός, γιατί έβλεπε συχνά το δήμαρχο να φοράει ματογυάλια. Και μ' όλο που ο αριθμός των γυαλιών ήταν πολύ διαφορετικός και εμποδιζόταν στη δουλειά του, τα ματογυάλια ήταν το τελευταίο πράγμα που έβγανε το βράδυ, πριν κοιμηθεί. «Πραγματικός τρελός», έλεγαν οι ανθρώποι, «και θα 'κανε πολύ καλύτερα να βοηθήσει τη μητέρα του να ξαναχτίσει το σπίτι».
   Μπας κι είχε γίνει ποντικός των βιβλιοθηκών και γι' αυτό έβαλε τα γυαλιά στη μύτη; Καθόλου. Δεν διάβαζε περισσότερο από τους άλλους. Όπως κι οι άλλοι διάβαζε κι αυτός ό,τι τού 'πεφτε στο χέρι, παραδείγματος χάριν την ιστορία των Τούρκων ή των βαρβάρων πειρατών που είχαν επιχειρήσει να καταλάβουνε την Ισλανδία, την ιστορία των Σταυροφοριών, και δεν μπορούμε να πούμε πως τα διαβάσματα αυτά είχανε για το φίλο μας κανένα νόημα ή πως άσκησαν απάνου του περισσότερη επίδραση απ' ό,τι στους άλλους. Έβρισκε κι αυτός πως ήτανε ζημιά που οι Σταυροφόροι δεν κατάφεραν να πάρουνε τον Άγιο Τάφο και να διαδώσουνε και πάλι το Χριστιανισμό στους Σαρακηνούς, μα σίγουρα δεν είχε συγκινηθεί περισσότερο από τους άλλους γι' αυτό το πράγμα. Κι όσο περνούσανε τα χρόνια, τόσο λιγότερο ελέγανε οι ανθρώποι γι' αυτόν πως κάτι έκρυβε μέσα του.
   Στο τέλος μπήκε υπηρέτης σ' ενός χτηματία του Ντιγκράν. Ήτανε φθινόπωρο. Το Ντιγκράν ήταν μια από εκείνες τις φάρμες που είναι γνωστές σ' όλη τη χώρα, μια φάρμα που σύμφωνα με τα παλιά φορολογικά τεφτέρια είχε δώδεκα χιλιάδες πήχες λόγγο, μια φάρμα με πολυάριθμο προσωπικό και πολλή δουλειά χειμώνα - καλοκαίρι. Δεν έχουμε το δικαίωμα να κρύψουμε πως το αφεντικό του Ντιγκράν είχε τρεις θυγατέρες και πως σ' όλη την περιοχή και πολύ πιο πέρα λίγες κοπέλες είχαν τόσο μεγάλη προίκα όσο αυτές. Και σίγουρα θα ήταν τρέλα να πάει ένας φτωχός να δοκιμάσει την τύχη του σ' αυτά τα κορίτσια. Έμεναν λοιπόν οι τρεις αδερφάδες στο σπίτι, πάνου στο άνθισμα της νιότης τους και δεν είχε δώσει ο πατέρας τους ακόμα υπόσχεση γάμου σε κανέναν. Λέγανε πως είχαν στήσει τη φωλιά τους ψηλά, μα πως ήταν ικανές και να κατέβουν, αν παρουσιαζόταν η ευκαιρία και να κορτάρουν ακόμα και τους υπηρέτες. Και να που παρουσιάστηκε ένας νεαρός υπηρέτης με γυαλιά και με δυο κυριακάτικα κοστούμια, που είχε σκαρφαλώσει τις πιο ψηλές βουνοκορφές.
   Μ' όλο που ήτανε μικροφτιαγμένος, τον εξετάσανε αμέσως με περιέργεια, προπαντός η δεύτερη, που δεν έχανε καμιά ευκαιρία να εκθειάζει τα σπάνια ή τα παράξενα πράγματα κι οι νέοι ήταν σπάνιοι στην περιοχή. Ο Νούντ πάλι -ή με το πραγματικό του όνομα Τζων Γκούντμουντσον- είχε κι αυτός μάτια για να βλέπει, ιδιαίτερα τη δεύτερη από τις τρεις αδερφάδες. Με λίγα λόγια, όταν έφτασαν σε σκοτεινές νύχτες, δεν ήταν σπάνιο τα βράδια να έχουν κι οι δυο κάποια δουλειά, την ίδια ώρα, στη σοφίτα. Η κοπέλα έπιανε τότες κουβεντούλα μαζί του. Στεκόντανε κι οι δυο τους πολλή ώρα όρθιοι κοντά στο φεγγίτη. Τού έκανε χίλιες ερωτήσεις. Αυτός απαντούσε. Αυτή γελούσε. Μιλούσαν για το λιμάνι και κάθε λογής πράγματα που μπορούσε κανείς να βρει στα μαγαζιά. Γιατί κι οι δυο αγαπούσαν κάθε τι που μπορεί να φτιάχνει αυτός ο πολιτισμένος κόσμος και γιατί κι οι δυο αγόραζαν ό,τι μπορούσαν. Καμιά φορά τού ζητούσε η κοπέλα να τής δανείσει τα γυαλιά του. Τα 'βαζε στη μύτη της κι έσκαζε στα γέλια. Στο τέλος ακουγόταν μια φωνή από κάτου που εκαλούσε τον ένα από τους δυο.
    Η κοπέλα θα 'φευγε ύστερα από τα Χριστούγεννα για την πόλη. 
   «Δε μού λες εσύ που φοράς  όλη την ώρα τα γυαλιά», τού είπε, «τι σκέφτεσαι, αλήθεια, να κάνεις στη ζωή;» 
   Αυτός  άφησε αναπάντητη την ερώτησή της, κάρφωσε μπροστά τα μάτια του, ζάρωσε ελαφρά το μέτωπο κι η ματιά του έγινε σκοτεινή και θεληματική. Την κυρίεψε μεγαλύτερη περιέργεια και είπε: 
   «Πες μου ειλικρινά τι σκέφτεσαι να κάνεις! Μού θυμίζεις έτσι κάτι προσωπογραφίες!» 
   «Κανένας δεν θα μάθει ποτέ τι θα γίνω», είπε αυτός με την πιο απαίσια φωνή.  
   «Μπας και πας να γίνεις δήμαρχος;» ρώτησε αυτή. 
   «Πώς σού πέρασε αυτή η ιδέα;» 
   «Μα αφού φοράς γυαλιά, όπως ο δήμαρχος» τού είπε. 
   «Τα γυαλιά μου είναι πολύ πιο φίνα από του δημάρχου. Κι ούτε θα δεχόμουνα ποτέ αυτή τη θεσούλα, ακόμα κι αν με παρακαλούσαν. Και ακόμα λιγότερο θα το ζητούσα εγώ». 
   Τον κοίταξε εκεί, όρθια, μέσα στο χλομό φως που έμπαινε από το φεγγίτη. Χαμήλωσε τα μάτια. Ύστερα τον ξανακοίταξε. Λες και ήταν δυνατό να τον παρακαλέσουνε να γίνει δήμαρχος! Μα τι ήταν τέλος πάντων αυτός ο άνθρωπος; Για πολλές μέρες ρωτούσε και ξαναρωτούσε τον εαυτό της, δίχως να λέει σε κανέναν τίποτα. Να πούμε την αλήθεια ένα άτομο που δεν ήθελε να γίνει δήμαρχος, ακόμα κι αν τον παρακαλούσαν, ανέβαινε πολύ στην εκτίμησή της. Μα δεν τολμούσε να μιλήσει γι' αυτό το πράγμα σε κανέναν, γιατί φοβόταν πως θα τον πάρουν για τρελό. Ας ήξερε όλος ο κόσμος πως δεν ήταν τίποτα άλλο από γιος μιας φτωχής γυναικούλας, υπήρχε και κάτι που δεν έπρεπε η κοπέλα να το λησμονάει ποτέ: πως δεν έλειπαν παραδείγματα δραστήριων νέων που, μ' όλη την ταπεινή καταγωγή τους, έφτασαν μόνοι τους, με τη δουλειά τους, πολύ ψηλά. Το 'χε διαβάσει σε πολλά βιβλία. Μπορεί να ήταν και τούτος, ένας απ' αυτούς. Πέρασαν κάμποσες βραδιές χωρίς να ιδωθούν. Εκείνο το βράδυ είχε πάει η κοπέλα να βρει κάτι σ' ένα ντουλάπι στο βάθος της σοφίτας. Πολύ συχνά τής τύχαινε να πηγαίνει το βράδυ για να γυρέψει κάτι. Βγήκε κι εκείνος από την κάμαρά του που ήταν στη σοφίτα και τού εξήγησε πως ήθελε να πάρει κάτι από το ντουλάπι. Κι επειδή φοβόταν το σκοτάδι τού ζήτησε να τη συνοδέψει.
   Ήταν σκυμμένος στο ντουλάπι, στη γωνιά της σοφίτας, κάτου από τη λοξή σκεπή. Το σκοτάδι ήταν εκεί σαν το μελάνι. Μηχανικά αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν πολλή ώρα. Τα χείλια του κοριτσιού ήτανε μαλακά και υγρά και μπορούσε να κρατήσει την ανάσα της πιο πολύ απ' αυτόν.  Μα εκείνη τη στιγμή ακούστηκαν βήματα στη σκάλα κι η κοπέλα χάθηκε, λησμονώντας εκείνο που γύρευε να βρει. Μα μπορεί και να το βρήκε.
   Περάσανε πολλές ημέρες, αλλά δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ πια μόνοι. Κάθε βράδυ περίμενε εκείνος στη σοφίτα. Μ' αυτή δεν πήγαινε. Κι αν τη συναντούσε την ημέρα, ετύχαινε να είναι απασχολημένη μ' άλλες δουλειές. Παρατήρησε ωστόσο πως το πρόσωπό της είχε πάρει μια νέα έκφραση. Την αγαπούσε. Από την αυγή ίσαμε το βράδυ αυτή κάτεχε τη σκέψη του. Λίγο πριν από τη γιορτή του Αγίου Ιουλίου τη συνάντησε σ' άλλο μέρος, στην εκκλησιά. Έπρεπε να συγυριστεί η εκκλησιά για τη λειτουργία των Χριστουγέννων. Στεκότανε, λοιπόν, μπροστά στην Άγια Τράπεζα και φορούσε ένα χοντρό πλεχτό ζιπούνι (2) κι εξεσκόνιζε τα μανουάλια. Διέσχισε κι αυτός ταπεινά την εκκλησιά και είδε την ομορφούλα του μπροστά στο Χριστό. Έβγαλε το σκουφί του.
   «Δεν θέλησες να μού ξαναμιλήσεις», είπε.
   «Α!» έκανε αυτή γελώντας.
   «Μήπως γιατί δεν έμαθες ό,τι με ρώτησες την άλλη φορά;»
   «Τι σε ρώτησα την άλλη φορά;»
   «Με ρώτησες τι σκέφτομαι να κάνω στη ζωή».
   Την πλησίασε ακόμα πιο πολύ και απίθωσε απάνου της ένα απύθμενο κι αυστηρό βλέμμα, εκείνο το βλέμμα που ήταν καμιά φορά θεληματικό και σκοτεινό, μα συχνότερα αβέβαιο και βλοσυρό. Είπε:
   «Θέλω να γίνω μεγάλος άνθρωπος».  
   «Εδώ, στον τόπο;» ρώτησε αυτή έκπληκτα κι εσταμάτησε να ξεσκονίζει.
   «Όχι», είπε αυτός, «είναι αδύνατο να γίνει κανείς μεγάλος άνθρωπος σ' αυτόν τον τόπο. Δεν μπορεί να γίνεις μεγάλος όταν κάνεις τον υπηρέτη στη φάρμα. Μισεύω σε λίγο. Θα με περιμένεις;»
   Θα το 'θελε πολύ να τής δώσει την υπόσχεση πως θα βιαστεί, μα δεν τόλμησε γιατί προαισθανότανε πως ίσαμε να καταφέρει να καταχτήσει τον κόσμο και να γίνει μεγάλος άνθρωπος είχε να δώσει σκληρές μάχες κι είχε να πλερώσει ακριβά τις νίκες.
   «Έχω μπροστά μου μακρύν αγώνα», είπε. «Πρέπει να κερδίσω πολλές νίκες. Ξέρω πως αυτό θα 'ναι σκληρό. Μα και οι Σταυροφόροι του παλιού καιρού δεν πάλεψαν κι αυτοί; Μη δεν έγινε το ίδιο και με τους βασιλιάδες εκείνους που υποτάξανε ολάκερη τη γη, όπως, παραδείγματος χάριν, με το Ναπολέοντα; Μ' αφού μού δίνεις το λόγο σου πως θα με περιμένεις δε θα φοβηθώ τίποτα. Έτσι;» 
   «Ναι», είπε αυτή ταραγμένη σαν μικρό παιδί και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Είχε έτσι αναποδογυρίσει αυτός την αντίληψή του για τον εξωτερικό κόσμο, κι όλες τις έννοιες του δυνατού και του μη δυνατού μέσα στο χρόνο και το χώρο που αυτή δεν ήξερε πια τι έπρεπε να σκέφτεται και τι να μη σκέφτεται.
   Θέλησε να τη φιλήσει. 
   «Όχι!» τού είπε ντροπαλά. «Δεν κάνει εδώ».
   «Ποιος ξέρει, μπορεί να κάνω τίποτα και γι' Αυτόν», είπε ο Νουντ κοιτάζοντας το Χριστό πάνου στην Άγια Τράπεζα. Και τότες φιληθήκανε.
   «Και τώρα πήγαινε», τού είπε γιατί φοβότανε μην μπει κανένας και τους δει. Ήταν μέρα μεσημέρι. 
 
   Καράβια έρχονται και φεύγουν. Βρίσκεται για μια φορά ακόμα στο κατάστρωμα ενός βαποριού και κοιτάζει τους ευτυχισμένους ανθρώπους που πρόκειται να ταξιδέψουν. Για μια φορά ακόμα σκέφτεται κι αυτός να μπαρκάρει για το εξωτερικό. Μα άκουσε να λένε πως σήμερα φτάνει η δεύτερη από τις τρεις αδερφάδες, που έλειπε πάνου από δύο χρόνια.
   Κι αποφάσισε να περιμένει να ξαναγυρίσει για να μπορέσει να την αποχαιρετήσει. Δεν κατάφερε, βλέπεις, να κάνει αυτό το πράγμα όταν είχε φύγει αυτή. Όταν θα την αποχαιρετήσω, σκεφτότανε, δεν θα υπάρχει πια τίποτα που θα μ' εμποδίσει να μισέψω.
   Αγόρασε, με τα λεφτά του, καινούργιες μπότες και έμεινε στην προκυμαία. Ήθελε να επιδείξει τις μπότες του στην πόλη. Πρέπει να πούμε πως την εποχή εκείνη οι μπότες ήταν σπάνιο πράγμα, ακόμα και για έναν δήμαρχο χωριού. Πλέρωσε το λογαριασμό στο χάνι, δίχως να βγάλει μιλιά σε κανέναν, μα επήγε να σεργιανίσει τις μπότες του στις ρούγες. Έμπαινε και ξανάμπαινε στα μαγαζιά, λες κι είχε καμιά δουλειά σ' αυτά. Ρώτησε στο πρακτορείο πόσο έχει το εισιτήριο για ένα ταξίδι.
   «Εκατό κορώνες», τού είπαν. Ο άνθρωπος αυτός είχε ρωτήσει το ίδιο πράγμα εκατό φορές! Ποτέ του δεν είχε εκατό κορώνες.
   Λίγες ώρες έμειναν μονάχα  ίσαμε το γυρισμό της δεύτερης από τις τρεις αδερφάδες. Ας ελπίσουμε πως θα καταφέρω να την κάνω να καταλάβει πως έχω πάντα το σκοπό να ταξιδέψω, πως πρέπει να ταξιδέψω και πως θα ταξιδέψω κι ό,τι κι αν θέλουν ας πουν γι' αυτό οι άνθρωποι, πως θα ταξιδέψω σε μακρινούς τόπους για να εκπληρώσω υψηλούς σκοπούς, όπως κι οι άλλοι νέοι, που ξεκινήσανε από ταπεινή καταγωγή, τρυπώσανε στον κόσμο κι ανέβηκαν ψηλά με τη γροθιά τους.
   Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έφθασε η δεύτερη από τις τρεις αδερφάδες. Τη συνόδευε ένας νέος, που αυτός δεν τον είχε ιδεί ποτέ. Ήταν ο γιος του δημάρχου που είχε πάει στη Δανία να μελετήσει την αυτοδιοίκηση. Φόραγε ένα σκουρόχρωμο παλτό, το παλτό της στολής των ανωτέρων διοικητικών υπαλλήλων, ένα από εκείνα τα παλτά που δεν μπορεί να βρει κανείς στον τόπο. Ο Τζων Γκούντμουτσον στεκότανε στην αποβάθρα. Μα αυτή δεν τον αναγνώρισε, δεν τον είδε και, όταν αυτός έκανε μερικά βήματα κατά πάνου της, τα μάτια της γυρίσανε αλλού. Η φαμίλια του δημάρχου ερχότανε σεινάμενη - κουνάμενη να τους υποδεχτεί. Ήρθαν και άλλοι πολλοί σπουδαίοι ανθρώποι να τους ανταμώσουν. Τράβηξε κατόπιν εκείνη για τη μικρή πόλη, εκεί ψηλά, στο πλευρό του νέου με το παλτό του διοικητικού λειτουργού και την ακολουθούσε η φαμίλια του δημάρχου και τα άλλα σπουδαία πρόσωπα. Και στο κατόπι τους μια ανίκητη στρατιά. Και ο Τζων Γκούντμουτσον έμεινε μόνος, όρθιος πάνω στην αποβάθρα. Δεν είπε γι' αυτό το πράγμα λέξη σε κανέναν. Και κανένας δεν έμαθε το τι γινόταν μέσα του. Έπειτα τράβηξε σαν υπνοβάτης για τα μαγαζιά, για να ρωτήσει αν είχανε παλτά. Είχαν ένα φρικτό μαύρο παλτό, με πολύ μακριά μανίκια, ενώ το ίδιο το παλτό έφτανε μέχρι τα γόνατα. Το αγόρασε. Είχε λοιπόν κι αυτός ένα παλτό. Μα δεν τού 'μειναν άλλα λεφτά και, βυθισμένος στις σκέψεις του, διάσχισε την πόλη και σκαρφάλωσε στο λόφο. Έμεινε κάμποση ώρα ξαπλωμένος σ' ένα κούφωμα με το πρόσωπο μέσα στο χορτάρι. Η σκοτεινιά απλώθηκε πάνου στη θάλασσα και πάνου στην εξοχή. Εκεί κάτω, στην πόλη του νταραβεριού, έσβησαν οι φωνές της μέρας. Ξάφνου αντήχησε η σειρήνα του καραβιού, που σφύραγε για την αναχώρηση. Ένα σφύριγμα, δεύτερο σφύριγμα.
   Όλοι οι μεγάλοι άντρες καταφύγανε το λιγότερο μια φορά σε έκνομα μέσα, μιας και σ' έναν κόσμο εχθρικό για το άτομο η μεγαλοσύνη δεν θα μπορούσε να υποταχτεί στους κοινούς νόμους. Αποφάσισε λοιπόν κι αυτός ν' ανέβει στο καράβι πριν σφυρίξει τρίτη φορά. Ο νέος είχε το καινούργιο του παλτό και τις καινούργιες του μπότες. Είναι αλήθεια πως ήταν πολύ μικρός για τις μπότες και πολύ μεγάλος για το παλτό, μα έτσι κι αλλιώς δεν τον κοίταξε κανένας με μάτια εχθρικά. Δεν ήρθε σε κανέναν η ιδέα να τον εμποδίσει ν' ανέβει στο καράβι. Ύστερα από λίγο ελασκάρανε τα παλαμάρια, το βαπόρι εβγήκε από το λιμάνι. Έβαλε πλώρη για την ανοιχτή θάλασσα, γι' άλλους τόπους, για καλύτερους τόπους.
   Λογάριασε πως το πιο σίγουρο θα ήτανε να κρυφτεί το βράδυ ανάμεσα σ' ένα φορτίο βαρέλια στο κατάστρωμα. Μα άρχισε ύστερα από λίγο να βρέχει κι έκανε δυνατό κρύο. Κι ακόμα είχε λησμονήσει την προηγούμενη να φάει. Πείναγε τρομερά. Κι έτσι, όταν άρχισε να κουνάει το καράβι, τον έπιασε η θάλασσα και γλίστρησε έξω από τον κρυψώνα του κι έσκυψε απάνου από την κουπαστή κι άρχισε να ξερνάει. Μερικοί από το πλήρωμα κοιτάζανε παραξενεμένοι αυτό το μοναχικό επιβάτη, που βρισκόταν στο κατάστρωμα εκείνη την ώρα και ξερνούσε. Ύστερα άρχισε να γλυκοχαράζει. Καθόταν, μουσκεμένος ως το κόκαλο, πάνου σ' ένα βαρέλι, με γάμπες και μπράτσα κρεμασμένα, με το κεφάλι σκυμμένο στο στήθος, με μάτια κατακόκκινα και με τα χέρια και το πρόσωπο μπλάβα (3) από το κρύο κι είχε την εντύπωση πως με το ξερατό  είχε βγάλει την ψυχή του. Οι ανθρώποι πηγαινοερχόντανε τριγύρω του. Τέλος κάποιος τον άγγιξε στον ώμο. Ανασήκωσε με κόπο το κεφάλι.
   «Ποιος είστε;» τον ρώτησε ο άνθρωπος που φόραγε χρυσά γαλόνια. Ο Τζων Γκούντμουντσον κοίταξε τον άνθρωπο αποβλακωμένα και ηλίθια και δεν απάντησε.
   «Πού πηγαίνετε;»
   «Εγώ;» είπε ο Τζων Γκούντμουντσον. «Όπου πάει το καράβι».
   «Έχετε εισιτήριο;»
   Καμιά απάντηση. Το κεφάλι του επιβάτη έπεφτε στο στήθος όλο και περισσότερο. Ο ναυτικός συνέχισε να τον ρωτάει ακόμα. Το κεφάλι του επιβάτη δεν μπορούσε να κατέβει περισσότερο. Στο τέλος ο ναυτικός δεν είχε να κάνει τίποτε άλλο από το να σκουντήσει τον επιβάτη. Και τότες φάνηκε πως αυτός δεν είχε εισιτήριο. Το πράγμα αυτό προξενεί πάντοτε αίσθηση πάνω σ' ένα πλοίο, όταν δεν έχει κανείς εισιτήριο, μ' όλο που αυτός ο τίτλος μεταφοράς δεν αποτελεί αυτός καθαυτός απόδειξη πως έχει κανείς δουλειά στον ξένο τόπο που πηγαίνει. Πάει να πιστέψει κανείς πως τα καράβια θεωρούν τιμητικό να κουβαλούν ανθρώπους που νιώθουν πριν απ' όλα ευχαρίστηση να πηγαίνουν από έναν τόπο σε άλλο, δίχως να μιλήσουμε για εκείνους που έχουν να κανονίσουν εκεί σοβαρές δουλειές τους. Όποιος δεν έχει εισιτήριο πάνου στο πλοίο μένει ξάφνου μοναχός. Μπαίνει στη δικαιοδοσία του νόμου. Το μοναδικό του έγκλημα είναι πως πρέπει κι αυτός, όπως κι οι άλλοι, να φτάσει στον προορισμό του. Αναρωτιούνται όλοι με ταραχή: «Τι θα γίνει μ' αυτόν τον άνθρωπο;» Ο καπετάνιος έχει χρέος να τον παραδώσει στις λιμενικές αρχές του επόμενου λιμανιού. Μα υπάρχουνε καπετάνιοι τόσο κακοί ώστε να φερθούν έτσι στους δυστυχισμένους ανθρώπους που είναι υποχρεωμένοι να φτάσουν στον προορισμό τους; Οι καλοί καπετάνιοι γυρεύουν έναν τρόπο να κανονίσουνε τα πράγματα και βρίσκουν κάποιο τέχνασμα να καταστρατηγήσουνε το νόμο. Θα μπορούσε μάλιστα να φανταστεί κανείς πως αυτοί καταλαβαίνουν καλύτερα από το νόμο τους φτωχούς ανθρώπους. Έτσι λοιπόν ένας από το πλήρωμα επήρε την άδεια ν' αγοράσει από τον Τζων Γκούντμουντσον ό,τι ήτανε δικό του, με άλλα λόγια τις μπότες του και το παλτό του κι έτσι να μπορέσει να πλερώσει το εισιτήριό του. Σ' αντάλλαγμα τού δώσανε ένα ντρίλινο μπλάβο παντελόνι, ένα μάλλινο σακάκι κι ένα ζευγάρι παλιά ξυλοπάπουτσα. Έτσι δε θα ξεμπαρκάριζε ολόγυμνος στον ξένο τόπο. Και πριν να φτάσει το καράβι στο λιμάνι, οι ναύτες μαζώξανε μεταξύ τους μερικές κορώνες και τις δώσανε στον Τζων Γκούντμουντσον για να μπορέσει να καταχτήσει τον κόσμο.
 
   Και να που μιαν ωραία ημέρα, κατά τα τέλη του αιώνος, μια δουλεύτρα της ενορίας του Τζοκουλσαρνταλούρ είχε καταπιαστεί, από πολύ νωρίς εκείνο το πρωί του τέλους του καλοκαιριού με άρμεγμα των προβάτων, στο μέρος που ήταν γι' αυτή τη δουλειά.
   Όπως ξέρουν όλοι οι Ισλανδέζοι το Τζοκουλσαρνταλούρ είναι ένα πέρασμα για τις ψηλές έρημες και παγωμένες περιοχές της ανατολικής μεριάς του τόπου. Παλιά κείμενα λένε πως το παλιό μονοπάτι της παγωμένης περιοχής περνούσε από εκεί κι επήγαινε στα χωριουδάκια της νοτιοανατολικής μεριάς του τόπου, περνώντας από τα βορινά του Βατναγιοκούλ, ανάμεσα σε Γιοκούλ και στις ηφαιστειώδεις πλαγιές του Οθάνα. Σε πολύ παλιά χρόνια υπήρχανε εκεί πολλά βοσκοτόπια, που από πολύ καιρό οι καταιγίδες τα είχαν κάνει έρημους τόπους. Το μονοπάτι είχε να χρησιμοποιηθεί πολλούς αιώνες και ήταν βέβαιο πως χρειαζόντανε πάνου από οχτώ ημέρες για να πάει κανείς από το ένα χωριουδάκι στο άλλο, περνώντας ανάμεσα από τις παγωμένες περιοχές και από γκρεμισμένα βράχια. Θα μού επιτραπεί να πω πως ένας μονάχα ξένος είχε πάρει με άλογο το μονοπάτι εκείνο. Φαίνεται πως ο άνθρωπος αυτός είχε δηλώσει πως δεν τον έγνοιαζε αν θα άφηνε εκεί τη ζωή του ή όχι. Ο μόνος του σύντροφος ήτανε το άλογό του και τις ελάχιστες φορές που είχε ξαπλώσει να κοιμηθεί δενότανε καλά από τα μπροστινά πόδια του αλόγου. Λένε πως είχε απάνου του ένα πιστόλι γεμισμένο για να σκοτώσει το άλογό του και τον ίδιο τον εαυτό του αν το 'φερνε η ανάγκη. Μ' άλλα λόγια το μονοπάτι εκείνο ήτανε πολύ επικίνδυνο.
   Ξαφνικά το σκυλί άρχισε ν' αλυχτάει κι όταν η δουλεύτρα έβαλε το χέρι της απάνου από τα μάτια της για να τα προστατέψει από το θαμπωτικό φως, αντιλήφθηκε έκπληκτη έναν άνθρωπο που κατέβαινε από το βουνό. Για μια στιγμή έμεινε σ' αυτή τη στάση, δίχως να μπορεί να ξεκολλήσει απ' αυτόν τα μάτια της, γιατί κανένας δεν περίμενε να ιδεί να έρχεται άνθρωπος από εκείνη τη μεριά. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν καθόλου μπορετό να δώσει σ' εκείνη την ύπαρξη την ονομασία του δίποδου ανθρώπου, γιατί προχωρούσε με την κοιλιά. Ο σκύλος γαύγιζε σαν δαιμονισμένος. Ο άνθρωπος βάλθηκε με πολλή εγκαρτέρηση σε κάθε αναποδιά να κατεβεί αργά και με κόπο τη βραχώδη πλαγιά. Δεν έκανε προσπάθεια να σταθεί όρθιος ούτε όταν έφτασε σε ίσιωμα. Σερνόταν με την κοιλιά προς το μαντρί. Και μονάχα όταν έφτασε εκεί κοντά σηκώθηκε στα δυο. Στηρίχτηκε στα μαδέρια της πόρτας του μαντριού, κοίταξε τις προβατίνες που αναχαράζανε (4) κι ύστερα κάρφωσε τα μάτια του και στη δουλεύτρα. Κι η δουλεύτρα κοίταζε κι αυτή τρομαγμένη τον ξένο. Τα ρούχα του ήτανε κουρελιασμένα, ήτανε ξυπόλυτος, βρώμικος και σκονισμένος, τα χέρια και τα πόδια του ήτανε ματωμένα, ξεσκούφωτος, με γένια μαύρα και πυκνωμένα, με τα χείλια φρυγμένα και με μάτια που έβγαζαν φωτιές.
   Ήτανε μικροκαμωμένος, μπορεί και νέος ακόμα, σαν ένας άνθρωπος που δεν είχε φτάσει την πλέρια του ανάπτυξη. Η γυναίκα δεν μπόρεσε να μην σκεφτεί πως ήτανε ένα παιδί που μόλις γεννήθηκε το είχανε πετάξει και είχε μεγαλώσει κατόπιν με χίλια στανιά. Ο άνθρωπος κάτι τραύλισε. Μα αυτή δεν μπόρεσε να καταλάβει ούτε λέξη, τόσο που νόμισε πως μπορεί να ήτανε κανένας Αρμένης από εκείνους που είχαν καταφύγει εκείνη την εποχή στον τόπο, ξεφεύγοντας από τους Τούρκους. Τού 'δωσε γάλα.
   Αυτός δοκίμασε στην αρχή πολλή δυσκολία να ρουφήξει το ολόπαχο προβατίσιο γάλα και το 'πινε μικρές - μικρές γουλιές. Κάθισε κατά γης, άνοιξε τις γάμπες του και κάρφωσε τα μάτια του στα κουρασμένα του ποδάρια. Ήπιε πάλι μια γουλιά. Η δουλεύτρα δεν είχε πια καμιάν ανησυχία.
   «Με το συμπάθειο, ποιος είσαι;» τον ρώτησε.
   Αυτός δεν κατάλαβε αμέσως - αμέσως. Στο τέλος απάντησε δίχως να βγάλει τα μάτια του από τα καταματωμένα του ποδάρια:
   «Τ' όνομά μου είναι Ναπολέων Βοναπάρτης».
  «Καλά, καλά», είπε η δουλεύτρα  που δεν είχε ακουσμένο να μιλούν ποτέ γι' αυτόν τον άνθρωπο.
   «Κι έρχεσαι από μακρυά;»
   «Από την άλλη μεριά του Βατναγιοκούλ».
   «Κακομοίρη», είπε η δουλεύτρα, « τι σού 'τυχε;»
   «Είμαι αυτοκράτορας», είπε ο άνθρωπος.
   «Τι;» έκανε η δουλεύτρα.
   «Παλινόρθωσα το Χριστιανισμό στη Δανία», είπε.
   «Καλά, καλά», είπε η δουλεύτρα.
   «Κι ενίκησα τους Τούρκους», είπε αυτός.
   «Τους Τούρκους;» ρώτησε η δουλεύτρα.
   «Ναι», είπε εκείνος. «Και τώρα πάει τέλεψε, δεν θα ξανακούσει κανείς να μιλάνε γι' αυτούς».
   «Καλά, καλά», είπε η δουλεύτρα. «Μού φαίνεται τώρα πως πρέπει να πάμε να μιλήσουμε στον εφημέριο».
   Αυτός δεν έβγαλε τα μάτια του από τα ποδάρια που τον είχανε κουβαλήσει όλον εκείνο τον κοπιαστικό και μακρύ δρόμο. Η δουλεύτρα ξανάρχισε το άρμεγμα. Όταν τέλειωσε, ο άνθρωπος καθόταν πάντα στην ίδια θέση.
   Και λοιπόν ο εφημέριος ήρθε να ιδεί τον ξένο. Ήταν ένας καλός γέρος εφημέριος. Θέλησε να καλέσει τον ξένο σπίτι του και να τον περιποιηθεί. Μα ο άνθρωπος ήτανε ακόμα εξαντλημένος, που δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος και το μόνο που κατάφεραν ήταν να τον κάνουν να συρθεί με την κοιλιά μέχρι την παράγκα στην άκρη της αυλής της φάρμας. Χρειάστηκε να τού φέρουν εκεί να φάει. Τις πρώτες μέρες έτρωγε λίγο κι επερνούσε τις μέρες του κοιμούμενος μέσα στο στάβλο, όπου του συγυρίσανε μια γωνιά εκεί που τρώγανε τα ζώα. Μα γρήγορα άνοιξε η όρεξή του. Την τρίτη μέρα ο πάστορας τού 'δωσε ένα δικράνι (5) κι αυτός, δίχως να πει λέξη βγήκε κι επήγε με τους ανθρώπους που λίχνιζαν (6) τα στάχυα. Αυτοί καταλάβανε πως ήτανε μεγάλη διασκέδαση να 'χουν για το λίχνισμα τον αυτοκράτορα Ναπολέοντα και θέλησαν να μάθουν περισσότερα σχετικά με την παλινόρθωση του Χριστιανισμού στη Δανία και με τη νίκη ενάντια στους Τούρκους. Μα την ώρα του φαγητού, ο άνθρωπος επήγε κι έκατσε κάμποσο μακρυά, γύρισε την πλάτη σ' όλο τον κόσμο, δεν έδινε καμιάν απάντηση στις ανώφελες ερωτήσεις κι έχαψε το φαΐ του δίχως να βγάλει λέξη. Μέσα στα μάτια του έβλεπε κανείς κάτι από το κυνηγημένο, ανυπεράσπιστο ζωντανό. Ο εφημέριος εσύστησε σ' όλους να είναι ευγενικοί με τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Έλεγε πως ο Ναπολέων Βοναπάρτης ήταν ένας δυστυχισμένος. Κατά βάθος, βέβαια, κανένας δεν ήθελε κακό για το Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Για ευκολία τον ελέγανε Πάρτη. Ο Πάρτης, λοιπόν, δεν επλησίαζε πολύ κανέναν άνθρωπο, ποτέ. Ο Πάρτης δεν άνοιγε ποτέ αυτός πρώτος κουβέντα. Ο Πάρτης δεν είχε ποτέ λόγο σκληρό, ακόμα και για το σκύλο. Δεν μπορούσε να φανταστεί κανείς πιο ειρηνικό άνθρωπο απ' αυτόν τον πρώην αυτοκράτορα - πολεμιστή. Χρησιμοποιούσε τα αγροτικά εργαλεία χωρίς να τού δείξει ποτέ κανείς τον τρόπο και έβγανε πέρα τη δουλειά του κανονικά και σκεφτικά. Ποτέ όμως δεν πείστηκε να μπει μέσα στο σπίτι του εφημέριου. Κατοικούσε πάντα στο στάβλο. Η γυναίκα του πάστορα τού έστειλε μερικά εσώρουχα κι ένα ζευγάρι ισλανδέζικα πέτσινα ποδήματα.
   Ύστερα από το λίχνισμα κατάλαβαν πως θα ήτανε σαν υπηρέτης πολύ χρήσιμος στη φάρμα. Διόρθωνε ό,τι πήγαινε στραβά, ταχτοποιούσε τα πάντα, διατηρούσε καθαρή την αυλή της φάρμας κι εβοηθούσε στο στάβλο.
   Όταν χειμώνιασε, έγινε μόνος του υπηρέτης στο στάβλο του εφημέριου. Ό,τι έκανε, το έκανε ήρεμα και καλότροπα. Δεν υπόφερε όμως να τού δίνουν οδηγίες για τη δουλειά του κι ούτε να τού ζητούν να κάνει κάτι. Σε τέτοιες περιπτώσεις γινόταν παράξενος, άρχιζε να σφυράει και να ξεφυσάει και στο τέλος κραύγαζε: 
   «Είμαι ο Ναπολέων Βοναπάρτης!» 
   Μια μέρα ρίχτηκε σ' έναν μεροκαματιάρη του εφημέριου γιατί τού 'δωσε διαταγή για τη δουλειά του. Ο εφημέριος απαγόρεψε να δίνουν οποιαδήποτε διαταγή στο Ναπολέοντα Βοναπάρτη.  
   «Είναι φιλοξενούμενος της φάρμας και κανείς δεν μπορεί να τού πει τίποτα». 
  Τού επιτρέψανε να διαλέγει μόνος του τη δουλειά που θα ήτανε λιγότερο κοπιαστική. Κι αυτός δεν έμενε ποτέ αργός. 
   Μια μέρα ένας μεροκαματιάρης άρχισε να τον λέει Τζων. Στην αρχή ο Ναπολέων έκανε πως δεν άκουσε. Ο άλλος όμως δεν έκανε να σταματήσει και τότες αυτός άρχισε να σφυράει και να φωνάζει:
   «Είμαι ο Ναπολέων Βοναπάρτης!»
   «Όχι», είπε ο άλλος, «το όνομά σου είναι Τζων Γκούντμουντσον».
   Ο Πάρτης έγινε τρελός από τη μανία και φώναξε:
   «Τώρα θα ιδείς παλιάνθρωπε!» Ήθελε να τον μαχαιρώσει.
   Ο εφημέριος είπε τότε να μην τον λένε αλλιώς από όπως ήθελε αυτός. Αν και ο πάστορας απευθυνότανε πάντα σ' αυτόν με ολόκληρο το όνομά του: «Βοναπάρτη» έλεγε.
   Όταν ο εφημέριος κατάλαβε πως ο Βοναπάρτης δε θα πατούσε ποτέ το ποδάρι μέσα στο σπίτι, είπε να τού χωρίσουν με σανίδια μέσα στο στάβλο μια γωνιά και να τού ανοίξουν ένα παράθυρο. Εκεί έβαλε το κρεβάτι του. Η γυναίκα του πάστορα τού έδωσε λίγο κερί για να φωτίζεται τη νύχτα. Αργότερα φτιάξανε καινούργιο στάβλο στον περίβολο της φάρμας κι ο Ναπολέων Βοναπάρτης είχε τον παλιό μόνον για τον εαυτό του. Το καλοκαίρι τού 'φτιαξε καινούργια σκεπή. Είχε γίνει κάτοχος ενός σουγιά, μιας γαβάθας κι ενός κουταλιού. Όταν έφτανε η ώρα για το γιόμα παρουσιαζότανε με τη γαβάθα στο κατώφλι της κουζίνας κι επερίμενε απ' έξω ίσαμε να τού τη γιομίσουν. Τού τα 'βαζαν όλα μαζί μέσα στη γαβάθα, τη σούπα και το κρέας ή το ψάρι. Αν αργούσαν πολύ να τού δώσουν το φαΐ του, έφευγε. Μα τότες οι γελάδες δεν θα είχανε σανό το βράδυ, γιατί σε τέτοια περίπτωση δεν κούναγε το δαχτυλάκι του να κάνει τίποτα την υπόλοιπη ημέρα. Γι' αυτό ο πάστορας πρόσεχε να μην τον κάνουν να περιμένει με τη γαβάθα καθόλου.
   Μια φθινοπωριάτικη μέρα έφτασε στη φάρμα ένας άνθρωπος που ερχότανε από τα ακριανά χωριά του βορά. Είχε δουλειές με πολλούς σε διάφορους τόπους της κοιλάδας, ανάμεσα σ' άλλους και με το Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
   «Καλημέρα αγαπητέ μου Νουντ», τού είπε.  
   Καμιά απάντηση.
   «Δε μπορεί μια φορά να μη θυμάσαι καθόλου που δουλεύαμε μαζί στο Ντιγκράν».
   Καμιά απάντηση.
   «Τώρα είμαι παντρεμένος με τη Σίγκα, την αδερφή σου, Τζων. Στεφανωθήκαμε επέρυσι».
   Ο Βοναπάρτης εσύσπασε το πρόσωπό του σε μια γκριμάτσα μανίας κι άρχισε να σφυράει και να ξεφυσάει.
   «Ήρθε και με βρήκε η μητέρα σου όταν μπήκε το χινόπωρο και μού 'δωσε να σού φέρω αυτά τα γάντια και μού 'πε να σε χαιρετίσω από μέρους της».
   Και τού 'δινε ένα ζευγάρι καθαρά, παχιά, γάντια, πλεγμένα με καλό μαλλί, με διπλό αντίχειρα για κάθε χέρι.
   Ο Ναπολέων λαχάνιαζε από τη λύσσα. Κι έβγαλε μιαν αφρισμένη κραυγή, που έλεγε πως θα είχαν κακά ξεμπερδέματα. Εδήλωσε πως τον λένε Ναπολέοντα Βοναπάρτη και πως ήταν αυτοκράτορας. Πως δεν ήξερε ούτε τον επισκέπτη, ούτε τα πρόσωπα που τού τον έστειλαν. Πως αυτά τα γάντια ήταν γι' αυτόν η μεγαλύτερη προσβολή και τα πέταξε λοιπόν στον φράχτη του περίβολου της φάρμας, παρακαλώντας δωρητή και δώρο να τον απαλλάξουν από την παρουσία τους.
   Ο επισκέπτης έκρινε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να τού δίνει. Κι ο Ναπολέων Βοναπάρτης δεν δέχτηκε πια στο μέλλον επισκέψεις.
 
   Τα χρόνια τραβούσαν το δρόμο τους.
   Ο γερο πάστορας πέθανε. Η ενορία χήρεψε κι ήρθε καινούριος πάστορας.
   «Ποιος είσαι;» ρώτησε ο καινούριος πάστορας.
   «Τ' όνομά μου είναι Ναπολέων Βοναπάρτης. Είμαι αυτοκράτορας».
   «Περίεργο», είπε ο πάστορας. «Και πώς έγινες αυτοκράτορας;»
   «Είμαι γιος του Ναπολέοντα του Α' και της βασίλισσας Βικτωρίας της Αγγλίας».
   «Καλά, καλά», έκανε ο καινούριος πάστορας. «Και πώς βρέθηκες εδώ;»
   «Ρίχτηκα εδώ όταν έπεσε στις ξέρες το γιοτ, εδώ και κάμποσα χρόνια», εδήλωσε ο Ναπολέων Βοναπάρτης.
   «Μήπως πρόκειται για υποκατάσταση προσώπου;» έκανε ο νέος πάστορας με ελαφρότητα.
    Ο Ναπολέων άρχισε τότες να τρίζει τα δόντια.
   «Μήπως ήσουν στη Δανία;»
   «Ναι», είπε ο Ναπολέων. «Επαλινόρθωσα τον Χριστιανισμό στη Δανία κι ενίκησα τους Τούρκους, τη στιγμή ακριβώς που είχαν υποτάξει όλες τις άλλες χώρες».
   «Έκανες πολύ καλά, Ναπολέων», είπε ο πάστορας. «Και σού είμαι ευγνώμων γι' αυτό. Μπορώ να κάνω τίποτα για σένα;»
   «Όχι», απάντησε αυτός. «Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να μού κάνει τίποτα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να κάνει τίποτα για τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη».
   Κι ακολούθησε το φουκαριάρικο το δρόμο του. Δεν εξαρτιότανε από κανέναν. Δεν τού 'τυχε ποτέ να ζητήσει τη φιλία ενός ανθρώπου ή ενός σκύλου. Ήταν ο δυνατός άνθρωπος, ο μοναχικός, που ενίκησε τον κόσμο, που επήρε το παν στην κατοχή του, που ανυψώθηκε επάνω από τους κοινούς ανθρώπους. Δεν βρισκόταν στον κόσμο κανείς που να μπορεί να κάνει κάτι για τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη. Οι άνθρωποι που μένανε στην ενορία εξηγήσανε στον πάστορα πώς έπρεπε να συμπεριφέρονται σ' έναν τέτοιο άνθρωπο. Κι ήτανε μια σοβαρή πλευρά του λειτουργήματος του πάστορα να μάθει να εκπληρώνει τα καθήκοντά του απέναντι στο Ναπολέοντα Βοναπάρτη.
   Κι έτσι ο Ναπολέων Βοναπάρτης επέζησε ύστερα από δύο πάστορες κι είδε κι ένα μέρος από το χρόνο υπηρεσίας του τρίτου. Άλλοι είχαν γεννηθεί κι άλλοι είχαν πεθάνει και κανένας δεν μπορούσε να θυμηθεί, αν όλα αυτά τα χρόνια είχε αυτός περάσει το κατώφλι του πρεσβυτερίου. Το καλύβι του στη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων όλο και βυθιζόταν περισσότερο μέσα στο χορταριασμένο έδαφος και στο τέλος έφτασε να 'ναι μονάχα μια προεξοχή ανάμεσα στη χλόη, μ' ένα παράθυρο -ένας φεγγίτης μια παλάμη- και μια πόρτα μονοπατιασμένη από τον άνεμο κι απ' όπου ο Πάρτης γλιστρούσε μέσα με την κοιλιά.
   Καμιά φορά, όταν έλειπε, τρύπωναν οι περίεργοι στο καλύβι του. Μα δεν βρισκόταν τίποτα εκεί μέσα έξω από το στρώμα του πάνω στο σανιδένιο πάτωμα. Σ' ένα σανίδι που ήτανε σαν ράφι στον τοίχο βρισκόταν η γαβάθα και το κουτάλι του, που τόσα χρόνια δεν έτυχε να τα σπάσει. Μερικοί ελέγανε πως ο Ναπολέων είχε ψείρες και κανένας δεν τον είχε ιδεί να πλένεται ποτέ. Τα μαλλιά του και τα γένια του φυτρώνανε όπως ήθελαν. Έσπρωχνε τα μαλλιά του πίσω στο σβέρκο του στο κολάρο του πουκαμίσου του. Από νωρίς εψάρωνε (7) κι ύστερα έγιναν τα μαλλιά του άσπρα σαν το χιόνι. Οι γυναίκες των παστόρων φρόντιζαν να έχει πάντα εσώρουχα και τον θεωρούσαν σαν ένα καλό σημάδι για την ενορία να μένει αυτός ο άνθρωπος εκεί. Ποτέ δεν αρρώστησε. Και ποτέ δεν μίλησε για μισθό. Κανείς δεν σκέφτηκε πως μπορεί να γινότανε μια μέρα πραγματικό βάρος ή αισθητό φορτίο για την ενορία. Ήτανε τίμιος και αφιλόκερδος. Δεν ήξερε πως υπήρχε ένα πράμα που το λέγαν μεροκάματο για τη δουλειά που πρόσφερε κάποιος. Όλος ο κόσμος είχε μεγάλη εκτίμηση γι' αυτόν τον ηγεμόνα δίχως βασίλειο που είχε φύγει από τη χώρα του τόσον καιρό και που υπόφερε την εξορία του με τόση αξιοπρέπεια.
   Μα όσο περνούσανε τα χρόνια, όλο και πιο σπάνια περηφανευότανε για τη βασιλική του αξιοπρέπεια κι όλο και λιγότερο μιλούσε για την παγκόσμια δόξα του. Περιοριζότανε να είναι ο Πάρτης και τίποτα περισσότερο, ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, κουρασμένος από την αδιάκοπη, κοπιαστική δουλειά, που βαστούσε πολλά χρόνια, δεκάδες και δεκάδες και που είχαν φύγει σαν τη σκόνη.
   Τα τελευταία χρόνια τού 'τυχε συχνά να σταθεί σαν σκύλος στη μέση της δουλειάς του κι ενώ δεν το περίμενε κανένας, ν' απορροφηθεί μέσα σ' ένα όνειρο, με τη ματιά χαμένη ή να ξύνεται πίσω στ' αυτί μ' ένα είδος ανυπομονησίας, διπλώνοντας σε ρυτίδες όλο του το πρόσωπο, σάμπως να 'κανε προσπάθεια να ξαναφέρει στη μνήμη του μια θύμηση που δεν μπορούσε να ξαναβρεί.
   Τι να 'ταν λοιπόν αυτό  που δεν κατάφερνε να το θυμηθεί ο Ναπολέων, όσο συχνά κι αν προσπαθούσε. Επί τέλους μια μέρα το κατάφερε.
   «Μού φαίνεται πως θυμάμαι καλά που έχασα κάπου εδώ ένα ζευγάρι γάντια, κάτι γάντια ολοκαίνουρια, πλεγμένα με καλό μαλλί, με διπλό αντίχειρα», είπε αργά - αργά.
   Κανένας δεν μπόρεσε να τού δώσει πληροφορίες για τα γάντια που είχε χάσει κι η γυναίκα του πάστορα τού έδωσε κάτι καινούρια, μαλακά και καλά που τα 'χε πλέξει αυτή η ίδια.
   «Μήπως είναι αυτά αγαπητέ μου Πάρτη;»
   Μα όχι δεν ήτανε αυτά. Έψαξαν κι εξανάψαξαν, μα όποια γάντια κι αν τού παρουσιάσανε δεν ήτανε τα γάντια που είχε χαμένα ο Ναπολέων Βοναπάρτης.
   Στεκότανε στην αλογόστρατα που περνούσανε καβάλα οι ξένοι ταξιδιώτες κι ο Ναπολέων Βοναπάρτης τούς ρωτούσε:
   «Μπας κι έτυχε να βρείτε στο δρόμο ένα ζευγάρι γάντια καινούρια, μαλακά;»
   Μάταια όμως πάντα.
   Πέρασε καιρός κι ήρθε ο χειμώνας. Αφού έδωσε το σανό στις αγελάδες, ο Πάρτης εχτύπησε την πόρτα του εφημέριου, όπως το 'χε συνήθειο να το κάνει, όταν παρουσιαζόταν με τη γαβάθα του.
   «Τι είναι Πάρτη;» ανησύχησε η γυναίκα του πάστορα. «Ήρθες πολύ νωρίς με τη γαβάθα σου...»  
   «Τίποτα», είπε αυτός. «Μήπως θα μπορούσα να μιλήσω στον πάστορα;»
   Όταν παρουσιάστηκε ο πάστορας στο άνοιγμα της πόρτας, ο Πάρτης τού έδωσε το γερασμένο του χέρι, το κουρασμένο, με τους τένοντες σαν σκοινιά, με τις ρυτίδες και με τη δίχως ηλικία λέρα, και είπε:
   «Αυτή τη φορά θα 'θελα να σάς ευχαριστήσω από μέσα από την καρδιά μου».
   «Να μ' ευχαριστήσεις για τι, Πάρτη;»
   «Ναι, θυμήθηκα ξαφνικά πως είχα δώσει υπόσχεση σε μια γριά γυναίκα να τής ξαναφτιάξω το σπίτι της, μαζί και τη σάλα».
   «Σε ποια γυναίκα;» ρώτησε ο πάστορας.
   «Σε μια γυναίκα», απάντησε ο Ναπολέων Βοναπάρτης.
   «Άκουσε, αγαπητέ μου Πάρτη», είπε ο παπάς. «Μήπως τα ονειρεύτηκες όλα αυτά; Μήπως δεν είσαι ο Ναπολέων ο Βοναπάρτης;»
   Ο Πάρτης έξυσε τότε το κεφάλι του, εγύρισε τη ματιά του αλλού κι εζάρωσε το πρόσωπό του λες κι έβρισκε  όχι κανονικό από μέρους του πάστορα να τού κάνει παρόμοιες ερωτήσεις.
   «Δεν είσαι εσύ που επαλινόρθωσες το Χριστιανισμό στη Δανία;» ρώτησε ο πάστορας.
   «Α, ναι, το λησμόνησα», είπε ο Ναπολέων συγχισμένος, με αποβλακωμένη ματιά, λες και δεν είχε καμιά σημασία αν η εν λόγω χώρα ήταν ή όχι χριστιανική.
   «Μα δεν είσαι λοιπόν εσύ που ενίκησες τους Τούρκους τη στιγμή ακριβώς που είχανε υποτάξει τους άλλους λαούς;»  
   Μα ο Ναπολέων Βοναπάρτης  περιορίστηκε να κουνήσει το κεφάλι του κι η όψη του ήταν αποφασιστικά απελπισμένη σάμπως να σκεφτόταν σήμερα ότι στο βάθος πως αυτό το πράμα δεν άξιζε τον κόπο να φέρει στο κεφάλι του τόση δυστυχία με το να θέλει να νικήσει τους Τούρκους, και πως στο κάτου κάτου της γραφής δεν ήταν ίσως κι οι Τούρκοι χειρότεροι από τους λαούς που είχανε υποτάξει. Λες και με τον καιρό οι νίκες μας με την παγκόσμια απήχηση δεν χάναν στα ίδια μας τα μάτια κάθε σπουδαιότητα μια κι εφτάσαμε στο ταξίδι της ζωής εκείνη τη στιγμή που κυριαρχούμε σ' όλες τις νίκες και σ' όλες τις ήττες.
   «Τι ώρα να 'ναι;» ρώτησε ο Ναπολέων Βοναπάρτης.
   Ποτέ δεν είχε ρωτήσει μέχρι τώρα τίποτα.
   «Ναι, είναι καιρός να ξαναπάρεις δρόμο».
   Καθυστέρησε πάρα πολύ εκείνο το πρωί στο πρεσβυτέριο.
   «Ήτανε πολύ ευγενικό από μέρους σας, κύριε πάστορα, να με καλέσετε εκείνη την ημέρα που εκατέβηκα από το βουνό», συνέχισε. «Είχα χάσει από καιρό  την όρεξή μου για φαΐ. Και σίγουρα δεν θα τολμούσα να πάρω άλλο δρόμο από του Βατναγιοκούλ. Τώρα έγινα τελείως καλά. Τουλάχιστον να μην έχουν ανησυχήσει σπίτι μου για μένα».
   Κι επήρε δρόμο.
   Έμπαινε περνώντας, όπως όλοι όσοι ταξιδεύουν, στις φάρμες που βρισκότανε στο δρόμο του, έπαιρνε με ευγένεια τον καφέ και την τροφή που τού προσφέρανε κι ευχαριστούσε ύστερα ευγενικά.
   «Πού πας λοιπόν;» τον ρωτούσανε.
  «Γυρίζω», έλεγε. «Είχα δώσει υπόσχεση σε μια γυναίκα να τής κάνω κάποια δουλειά, μόνο που καθυστέρησα στο δρόμο».
   «Δεν είσαι ο Ναπολέων Βοναπάρτης;» ρωτούσανε οι ανθρώποι.
   Μα αυτός κούναγε το κεφάλι και δεν αναγνώριζε πια τον εαυτό του κάτου απ' αυτό το όνομα.
   «Δεν είσαι εσύ που επαλινόρθωσες το Χριστιανισμό στη Δανία;» ρωτούσανε οι ανθρώποι.
   «Τι;» έλεγε. «Το Χριστιανισμό;» 
   «Ναι, και που ενίκησες τους Τούρκους;» ελέγανε.
   Μα αυτός περιοριζότανε να κουνάει το κεφάλι χωρίς να καταλαβαίνει. Και ξανάπαιρνε το δρόμο του για το πατρικό του σπίτι.
   Τον είδανε να περνάει, χτυπώντας τα ποδάρια στον παγωμένο βάλτο, κι ύστερα να παίρνει με κατεύθυνση προς τον Βορά το μονοπάτι που περνάει από τα ψηλά οροπέδια: ένας άσαρκος γεροντάκος, δίχως γάντια μ' εκείνον τον παγωμένο καιρό, μ' ένα μικρό μπαστούνι δίχως ραβδί για το βουνό. Και το χιόνι τού βίτσιζε το πρόσωπο.
   Τον βρήκε η τρομερή χιονοθύελλα, εκείνη η χιονοθύελλα που έγινε εδώ και μερικά χρόνια, την εποχή ακριβώς του Αγίου Ιουλίου -αλησμόνητη για όλους τους Ισλανδούς. Και για πολύν καιρό δεν ακούστηκε να λένε τίποτα γι' αυτόν. Τον βρήκανε στη βόρεια πλαγιά του βουνού, στην πλαγιά του Τρίμφιορντ, στο μέρος ακριβώς που κάμποσα χρόνια πριν υψωνόταν η μικρή φάρμα του Κοτάγκι.
   Έτσι ξαναγύρισε επιτέλους αυτός ο μεγάλος άνθρωπος.
 
 
Λάξνες Χάλντορ
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»
τεύχη 14-17, Φεβρουάριος - Μάιος 1956 
Σημειώσεις:
(1) ποστάλι: επιβατηγό "πλοίο της γραμμής" που εκτελεί στάνταρ δρομολόγια 
(2) ζιπούνι: είδος ζακέτας 
(3) μπλάβος: μελανιασμένος, με σκούρο χρώμα 
(4) αναχαράζω: μηρυκάζω, ξαναμασάω την τροφή μου 
(5) δικράνι: διχαλωτό γεωργικό εργαλείο, κατάλληλο για το λίχνισμα των σιτηρών 
(6) λιχνίζω: ξεχωρίζω το (βαρύτερο) σιτάρι, από το (ελαφρότερο) άχυρο, πετώντας τα θερισμένα στάχυα στον αέρα
(7) ψαρώνω: γκριζάρω (μαλλιά και γένια)