Κυριακή 23 Απριλίου 2023

ΚΑΤΙΝΟΥΛΑ

   
   Ξέτασα καλά - καλά  αυτό εδώ το σπιτάκι, όπου αποφασίσαμε να περάσουμε  με το σύντροφό μου τους δυο στερνούς μήνες του καλοκαιριού, κι έμεινα ευχαριστημένος.
   Είναι στην πλαγιά ενός λόφου, που βρέχει τα πόδια του στη θάλασσα. Πέτρινο μισοερειπωμένο, έχει δυο πατώματα. Στο κάτω τοποθετηθήκαμε εμείς μαζί με τον ψαρά που μάς φιλοξενεί και με την κόρη του. Το απάνω είναι σκοτεινό και κλειστό. Από τα σπασμένα τζάμια ενός μικρού παράθυρου μπαινοβγαίνουν ελεύθερα να φωλιάσουν μέσα στις τρύπες  τα νυχτοπούλια. Αν ανέβεις, θα ιδείς τα μάτια τους κίτρινα να καίουν μέσα στο σκοτάδι. Όλη τη νύχτα οι φωνές τους ακούονται πένθιμες με κυρίαρχο ανάμεσά τους το γαύγισμα της κουκουβάγιας.
   Ας είναι· αυτά δε μάς πειράζουν.
   Ο σύντροφός μου είναι ένας άνθρωπος απλός, αγράμματος σχεδόν, και τον λένε Μιχάλη Καλδή. Γέρος εξηνταπεντάρης, μα δυνατός και καλοστεκάμενος. Τον γνώρισα πολύ λίγο κι όμως δε δυσκολεύτηκα να τον ακολουθήσω σ' αυτό εδώ το κατατόπι.
   Ξέρει κατάβαθα το κυνήγι και την ψαρική και γι' αυτό τον εχτίμησα αμέσως. Εξόν απ' αυτά, γνωρίζει κι άλλες πολλές τέχνες και δούλεψε μαραγκός, σιδεράς, χτίστης και άλλα, που ένα - ένα κάθε μέρα τα μαθαίνω.
   Καλομίλητος και βολικός. Ταιριάξαμε και πολύ γρήγορα απάνω στα μερτικά. Εγώ θα 'παιρνα ένα μερτικό απάνω στο κυνήγι και στο ψάρι και δυο μερτικά στα έξοδα, εκείνος ένα μερτικό στα έξοδα και δυο στο κέρδος.
   Πολύ ωραία.
   Όταν φορτώσαμε τα πράματα στο καΐκι για να ξεκινήσουμε για εδώ, ο σύντροφός μου έψαξε καλά - καλά τις τσέπες και τα ρούχα μου, μη τυχόν κι ανακαλύψει κανένα χαρτί και κανένα βιβλίο. Είχε ακούσει πως έγραφα μυθιστορήματα και πως διάβαζα χιλιάδες τόμους κι ήθελε να μού κόψει κάθε σχέση τους δυο αυτούς μήνες με την πένα.
   Αν κι αγράμματος, δεν τρέφει καμιάν εχτίμηση για τους καλαμαράδες (1), καθώς μ' ονοματίζει εμένα.
   Δεν μπορώ να νιώσω πως έτσι μού πήρε τον αέρα και τον ακούω με μαθητική πειθαρχία. Δεν είμαι και κανένα μικρό παιδί, τα μαλλιά μου είναι ψαρά, έχω γραμμένους καμιά δεκαριά τόμους  κι είμαι από τους πιο ξακουσμένους δικηγόρους της Πόλης. Κι όμως ο Μιχάλης μού δίνει μύριες ορμήνιες και συμβουλές, με διατάζει να τού φέρω καρέκλα,  να τού σηκώσω τα εργαλεία του.
   Παράξενο, μα την αλήθεια.
   Άμα ξεκινήσαμε, το καΐκι ήταν γεμάτο. Φορτώσαμε τροφές, καπνό, τουφέκια, μπαρούτια, τα πέντε σκυλιά μας. Ο σύντροφός μου φόρτωσε και τα σύνεργα της μαραγκοσύνης, πριόνια, ροκάνια, τρυπάνια, τον κοραστάρη, γιατί είχε σκοπό να δουλέψει και μαραγκοσύνη. Όσο για δίχτυα, είχε ο μπαρμπα - Λαμπρινός, ο ψαράς μας.
   Έτσι εγκαθιδρυθήκαμε στο κατατόπι μας.
   Σε λίγη απόσταση ένα μικρό χωριό, όπου μπορούσαμε να πάμε με τη βάρκα. Τριγύρω μπαξέδες απέραντοι φυτεμένοι με χορταρικά· ντομάτες, μελιτζάνες, μπάμιες. Από απόσταση σε απόσταση πελώρια άγρια δέντρα.
   Ο ψαράς είναι παλιός φίλος του συντρόφου μου. Πενηντάρης, αψηλός, με πηχτά μουστάκια. Φιλιωθήκαμε αμέσως μ' αυτόν και με την κόρη του. Η Κατινούλα είναι κορίτσι δεκαπεντάρικο, με ξανθά μαλλιά, ξασπρισμένα από το κάψιμο του ήλιου. Τα γαλανά της μάτια φέγγουν παράξενα μέσα στο μελαχρινό της πρόσωπο. Φορεί ένα κοντό τσίτινο φουστανάκι και περπατεί ξυπόλυτη απάνω στις πέτρες και στον καυτερό άμμο του ακρογιαλιού.
   Ο Μιχάλης, μόλις ησύχασε λίγο, φανέρωσε πως είχε σκοπό να διορθώσει και το σπίτι, να σοβαντίσει τους γκρεμισμένους τοίχους, να μπαλώσει τις σαρακιασμένες θύρες γιατί θα ξανάρχονταν το χειμώνα κι εδώ είχε φόβο κι από λύκους.
   Θα 'κοφτε και κάθε συγκοινωνία με τα νυχτοπούλια. Εγώ κρέμασα στους τοίχους τα τουφέκια και ξεφόρτωσα από το καΐκι τις κάσες.
   Κατά το βράδυ ο σύντροφός μου έβγαλε μέσα από τα πράματα μια μεγάλη ιδιαίτερη θήκη, όπου ήταν κλεισμένες οι πίπες του. Ήταν μια συλλογή από ογδόντα - ενενήντα κομμάτια, με ξέχωρο η κάθε μια σχήμα και βαφτισμένη με τ' όνομά της.
   Γέμισε μια κι ετοίμασε μιαν άλλη για μένα.  Τράβηξα κατά την ακρογιαλιά για ν' απολάψω με ησυχία την απέραντη θάλασσα.  Είχα τόσον καιρό να την δω.
   Ήταν σχεδόν πια νύχτα και το μισοφέγγαρο, που πλανιόταν αχρωμάτιστο και ξεθωριασμένο στα ύψη, δυνάμωνε ολοένα. Σε λίγο, έλυσε την ασημένια του κόμη απάνω στην απέραντη έκταση. Οι τελευταίοι της θύσανοι έφταναν ως τα υγρά πόδια των βράχων.
   Άξαφνα μια φωνή με προσκάλεσε.
   «Έλα 'δω, είναι καλύτερα»
   Ήταν η Κατινούλα. Παρατήρησα πως με φώναζε από την αψηλή κορυφή ενός απόγκρεμνου βράχου.
   «Ανέβα εδώ απάνω».
   Το πράμα δεν ήταν και τόσο εύκολο. Έβγαλα τις κάλτσες και τα παπούτσια μου, σήκωσα το πανταλόνι, έσφιξα στα δόντια την πίπα κι άρχισα ν' ανεβαίνω πατώντας στις χαραμάδες και τις κουφάλες. Αργοπορούσα κι η Κατινούλα με φώναζε ολοένα.
   «Καλέ, μα γιατί αργείς έτσι, κάμε γλήγορα».
   Όταν πλησίασα στην κορυφή με τράβηξε από το γιακά για να με βοηθήσει.
   «Κάθισε εδώ», μού είπε, «μ' αρέσει πολύ να είμαι μαζί σου».
   Απ' εδώ η φεγγαρολουσιά ήταν πιο πλατιά και καθάρια.
   «Είναι όμορφος ο τόπος», είπα.
   «Θα σού δείξω και πιο ωραίο».
   Αρχίσαμε ομιλία. Η Κατινούλα μιλούσε ζωηρά, πετώντας από τη μια κουβέντα στην άλλη.
   «Αύριο θα 'ρθω μαζί σας στο ψάρεμα».
   «Ωραία, πολύ ωραία».
   «Όταν ο πατέρας ρίχνει τα μπαρμπουνέρα, εγώ πετώ πέτρες στη θάλασσα για να φοβηθούν τα ψάρια και να πέσουν στα δίχτυα, ύστερα τον βοηθώ να τα ξενεριάσουμε».   
   «Μπράβο».
   «Πέρα εκεί έχει μάντρες. Κάθε πρωί πάω και φέρνω γάλα, αύριο θα φέρω και για σένα».
   «Δε θέλω να κάμεις κόπο».
   Μείναμε λίγη ώρα χωρίς να μιλήσουμε.
   «Η όμορφη τοποθεσία, που σού είπα, είναι εκεί κάτω στα πόδια του βράχου. Έχει μια κουφάλα, όπου μπορούμε να καθίσουμε. Αν θέλεις, κατεβαίνουμε».
   Κοίταξα τον απόγκρεμνο κατήφορο και συλλογίστηκα πολύ. Η Κατινούλα άρχισε να κατεβαίνει. Έφτασε γρήγορα εκεί που ήθελε. Τώρα τα πόδια της άγγιζαν το κύμα. Τα κινούσε για να παίζει κι άνοιγε κύκλους πλατιούς απάνω στο σεληνόφεγγο. Ο ήχος των νερών που σάλευαν ερχόταν μ' ανείπωτην αρμονία εκεί αψηλά που στεκόμουν.
   Ετοιμαζόμουν να κατέβω κι εγώ, όταν οι φωνές του Μιχάλη με σταμάτησαν.
   «Ρομάντζες πάλι αρχίσαμε; Φεγγάρια!»
   Είχαμε τόση δουλειά και 'γω έχανα τον καιρό μου. Έπρεπε ν' αδειάσουμε τις κάνες, να καθαρίσουμε τα τουφέκια, να δώσουμε φαΐ στα σκυλιά. Κι εγώ ήμουν ένας ανώφελος ακαμάτης.
   Κατέβηκα δυσαρεστημένος. Ο Μιχάλης φορούσε τώρα ένα ζευγάρι  αψηλά ποδήματα κι ένα ναυτικό σκούφο. Κάπνιζε μια μακριά πίπα όπου, στο μακρύ της σωλήνα περασμένα, χτυπούσαν σε κάθε κίνηση μικρά ξύλινα δαχτυλίδια.
   «Βλέπεις αυτή την πίπα;» μού είπε σε λίγο. «Την κάπνιζα, όταν φύλαγα το φάρο».
   Συλλογίστηκε μια στιγμή.
   «Δυο χρόνια ολομόναχος σε μιαν άγρια ακρογιαλιά της Μαύρης Θάλασσας μ' εκατό γρόσα μηνιάτικο. Απόμακρο τον είχα διαλέξει για να πάρω είκοσι γρόσα περισσότερο».
   Βυθίστηκε σε λογισμούς.
 Δουλέψαμε πολύ ώρα. Το μισοφέγγαρο χάθηκε στα ουρανοθέμελα. Έξω ακούγονταν κάπου κάπου οι φωνές των σκυλιών μας.
   Άξαφνα αντήχησε ένα μακρυσμένο και ξακολουθητικό λάλημα κουδουνιών. Θα ήταν το κοπάδι που μού είχε πει η Κατινούλα.
   Άφησα κάθε δουλειά κι άκουα τον μυστηριακόν εκείνον ήχο. Από καιρό σε καιρό ξεχωρίζουνταν τα σφυρίγματα των τσομπάνηδων. Ύστερα από μερικά λεπτά χάθηκε κάθε ήχος από το ξωτικό εκείνο οδοιπόρημα, που μακρύνθηκε μέσα στα βάθη της νύχτας, οδηγημένο από το περπάτημα των άστρων.
 
   Ξύπνησα με το χάραμα.
   Απάνω στο τραπέζι, στη θέση μου, ηύρα ένα μεγάλο ποτήρι γάλα στεφανωμένο με φύλλα καρυδιάς. Μάντεψα το χέρι της Κατινούλας.
   Ύστερα πήρα το τουφέκι και βγήκα στους κάμπους. Σκυλιά δεν πήρα μαζί μου, γιατί πήγαινα για δεντροπούλια. Κυνήγησα πολλή ώρα. Τα τρυγόνια, τα μπασταρδοτρύγονα ήταν άφθονα. Περνούσαν τσαλαπετεινοί, συκοφάγοι. Γέμισα γρήγορα την τσάντα μου. Κατόπι κάθισα κάτω από ένα δέντρο. Ξαπλώθηκα στο χώμα. Πλάι μου ένας απέραντος κήπος, καταπράσινος από χορταρικά. Στην άκριά του ένα άλογο με δεμένα μάτια γυρνούσε το μάγγανο ενός μεγάλου πηγαδιού, ενώ το νερό, αδειάζοντας από τους μικρούς κουβάδες, τραγουδούσε το μονότονο άσμα του.
   Ήταν ο μόνος ήχος που ακούονταν μέσα στην απέραντη ησυχία. Ο ήλιος έκαιε.
   Έμεινα πολλή ώρα, χωρίς την παραμικρότερη κίνηση, παίρνοντας μέρος στην πελώρια εκείνη ησυχία. Ήμουν κι εγώ τώρα ένα δέντρο, μια πέτρα, ένας βώλος χώμα.
   Στα βάθεια, απάνω στο ήσυχο πέλαγο, αρμένιζαν κάποτε ανοιχτόπανα καΐκια που πήγαιναν να φορτώσουν, πέρα από κάποιο ακρωτήρι όπου ήταν οι μεγάλες αλυκές.
   Ξαφνικά βήματα ακουστήκανε ανάμεσα στα θάμνα.
   «Εδώ είσαι και σε γυρεύω τόση ώρα;»
   Ήταν η Κατινούλα.
   Γελούσε και τα μάτια της άστραφταν με μια πλέρια ζωή - κάμποι και θάλασσες.
   «Ο Μιχάλης ξεφωνίζει και σε γυρεύει. Το φαΐ, όλα είναι έτοιμα».
   «Κάθισε να ξεκουραστείς και πάμε. Εσύ μού 'φερες το γάλα το πρωί;»
   «Ναι».
   Τής χάιδεψα τα μαλλιά. Ήταν αδριά από το ηλιόκαμα και την αρμύρα του πελάου. Την κοίταξα.
   «Είσαι όμορφη, θα γίνεις ωραία κοπέλα».
   Μ' ατένισε με απορία.
   «Εγώ όμορφη... Εγώ...»
   Κοκκίνησε.
   «Πάμε».
   Ξεκινήσαμε. Μ' έπιασε από το χέρι.
   «Άφησέ με εγώ να σ' οδηγώ, άμα είμαι εγώ μαζί, μη φοβάσαι».
   «Εγώ να φοβηθώ!»
   «Ναι, εσύ. Έχει εδώ μάντρες κι άγρια τσομπανόσκυλα. Εγώ τα γνωρίζω όλα. Είναι ο Μούργος, ο Καραμπάσης, ο Κουλακβίζης...»
   Με κρατούσε γερά κι ένιωθα το χέρι της μικρό και με παλάμη σκληρή από κάλους. Μιλήσαμε για πολλά πράματα.
   Αυτή άναφτε και διατηρούσε τη φωτιά του πυροφανιού, όταν ήταν το ψάρεμα της σαρδέλας. Κολυμπούσε ώρες. Ήξερε πού η θάλασσα ήταν επικίντυνη γιατί είχε πηγάδια και αναρουφήχτρες. Μπορούσε να βουτήξει με το κεφάλι από τον τρίγκο (2) της μπομπάρδας.
   Την κοίταζα στα μάτια. Άρχιζα να νιώθω για το μικρό αυτό κορίτσι μια αρχή θαυμασμού.
   Μια ξαφνικιά ιδέα μού πέρασε από το νου. Την έδιωξα αμέσως...
   «Ήταν ποτέ δυνατό... εγώ... με τα ψαρά μαλλιά μου!...»
   Στο σπίτι ο σύντροφός μου με δέχτηκε με ξεφωνητά. Πού χάνουμουν; Για τίποτα δεν ήμουν. Ξέτασε με περιφρόνηση τα πουλιά που είχα στην τσάντα. Τίποτα δεν έκανα. Εκείνος είχε βρει και λαγό σε κάποια κατηφοριά. Αν πήγαινα έτσι, θα χαλούσαμε τη συντροφιά.
   Είδα πως ο Μιχάλης είχε στήσει πια και τον μαραγκούδικο πάγκο κι άρχισε να δουλεύει ανάμεσα σ' ένα σωρό ροκανίδια. Εγώ ξεκρέμασα τις πόρτες.
   Βοηθώντας στη δουλειά, έριχνα κάποτε το μάτι και στην Κατινούλα. Απαντούσα το δικό της στυλωμένο απάνω μου πάντα.
   Το βράδυ ξηγηθήκαμε με το γρίπο (3)... Η μικρή άναψε τη φωτιά στην πρύμη κι ολόκληρη η γαληνεμένη κι ίσια θάλασσα φωτίστηκε. Αν έβλεπες από μακριά το καΐκι μας, έλεγες πως καίγονταν, όσο προχωρούσαμε, προχωρούσε μαζί μας κι η αντιφεγγιά. Οι σαρδέλες πιάνουνταν κοπάδια κι η Κατινούλα έριχνε ολοένα στη φωτιά φρύγανα και θάμνα.
   Ο Μιχάλης ήταν πάλι στα καλά του... Κάπνιζε τώρα μια πίπα με σκαλισμένο κεφάλι λεονταριού απάνω της. Τα μάτια του ζώου έλαμπαν παράξενα.
   Γελούσε γιατί είχε θυμηθεί πάλι μια ιστορία.
   Είχε ζήσει κάποτε σ' ένα μικρό χωριό φιλοξενημένος από έναν παπά, που ήταν πριν ληστής και είχε ιερωθεί κατόπι. Κάθε στιγμή Χριστούς και Παναγίες βλαστημούσε ο πάτερ Ιωακείμ. Καμιά γυναίκα δεν πήγαινε στην εκκλησία του για να μην κολαστεί, κι όταν ο Μητροπολίτης τον φοβέριζε πως θα τον καθαιρέσει, ο παπάς πήγαινε να τον ανταμώσει έχοντας κρεμασμένη, με τρόπο που να φαίνεται, την κάμα (4) κάτω από το ράσο.
   Έτσι τι να σού κάμει κι ο Δεσπότης;
   Ο σύντροφός μου είχε καλοπεράσει με τον πάτερ Ιωακείμ, φαΐ, πιοτί, όλα άφθονα. Ήταν τόσο κεφλής (5) και χωρατατζής ο παπάς, που σ' έκανε γούστο να περάσεις όλη σου τη ζωή μαζί του.
   Τραβήξαμε το γρίπο. Ήταν γεμάτος. Καθίσαμε να χωρίσουμε τα μερτικά. Η Κατινούλα κάθισε κοντά μου να με βοηθήσει. Παρατήρησα πως υποστήριζε το δίκιο μου σαν να 'ταν δικό της.
   «Αύριο θα 'ρθω μαζί σου στο κυνήγι», μού είπε.
   Στο δείπνο κάθισε κοντά μου. Αρχίσαμε μακριά ομιλία. Ο Μιχάλης  κατέβαζε απανωτά ποτήρια κρασί. Τού 'κανα συντροφιά.
   Το χειμώνα θα ξανάρχουνταν, γιατί εδώ θα είχε μπεκάτσες και μπεκατσόνια. Σε κάποιο δάσος, που ήταν πέρα, μπορούσε να 'χει και ζαρκάδια κι αγριογούρουνα. Μα χρειάζουνταν μεγάλη παρέα. Γι' αυτό έπρεπε να καλοσιαχτεί το σπίτι.
   Η Κατινούλα άκουε. Σιγά - σιγά όμως έβλεπα τα μάτια της να κλείουν.
  Σε λίγο ξαπλώθηκε απάνω στον καναπέ και αποκοιμήθηκε, ακουμπώντας το κεφάλι στα γόνατά μου.
   Αργά την πήρα στην αγκαλιά μου και, σηκώνοντάς την με προσοχή, την ακούμπησα στο σκληρό της στρώμα, κάτω από το κούφωμα της σκάλας.
   Έτσι η μικρή λάμπα του τραπεζιού τής φώτιζε το ήσυχο πρόσωπο όπου πλανιόταν ένα αλαφρό χαμόγελο.
 
   Ο Μιχάλης θύμωνε κάθε μέρα. Ο μπαρμπα - Λαμπρινός τον έκλεφτε πάνω στην πούληση του κυνηγιού και του ψαριού στο γειτονικό χωριό. Έπειτα δε σύμφερε και η τιμή. Αν θέλαμε το καλό μας, έπρεπε να κατεβαίνουμε να πουλούμε στην Πόλη.
   Θα το κάναμε στην πρώτη καλή ψαριά και στο καλό κυνήγι. Γι' αυτό κάθε βράδυ ξέταζε ο Μιχάλης τον ουρανό και τον αέρα για να καταλάβει, αν θα είχε την άλλη πολλά ορτύκια.
   Γκρίνιαζε αδιάκοπα.
   «Λεβάντης (6), πανάθεμά τον, λεβάντης· μικροδουλειές».
   Κάθε αυγή η Κατινούλα μ' ακολουθούσε στο κυνήγι. Ώρες περπάτημα ανάμεσα από κάμπους θερισμένους, όπου έμεναν ακόμα όρθια απομεινάρια καλαμιών σιταριού. Τα σκυλιά έψαχναν δεξιά κι αριστερά, εκείνη μ' ένα μακρύ καλάμι στο χέρι χτυπούσε τα θάμνα και τ' αγκάθια για να σηκωθούν τα ορτύκια.
   Το πρωί κατά το γλυκοχάραμα επετιούνταν άγρια κι όλα μαζί με δυνατό φτεροκόπημα, που τρόμαζε τους ακάτεχους (7). Ύστερα με το ανέβασμα του ήλιου έστρωναν κι έβγαιναν αργά και ήμερα. Κάποτε τα 'βλεπες να περπατούν απάνω στο κοκκινόχωμα λυγερά και καμαρωτά σα νύφες.
   Ένα απομεσήμερο μού ήρθε τηλεγράφημα από την Πόλη. Μού έλεγαν γλήγορα να κατέβω. Είχα φύγει, αφήνοντας όλες τις δουλειές μου στη μέση, και τώρα είχαν γίνει άνω - κάτω. Δυο πελάτες μου είχαν μπει στη φυλακή, άλλους έκαμαν κατάσχεση, άλλον πήγαιναν να φτωχέψουν.
   Ανησύχησα και μια στιγμή σκέφτηκα να φύγω. Ο Μιχάλης πήρε το τηλεγράφημα στο χέρι και το έσκισε κομματάκια - κομματάκια.
   «Κουταμάρες», είπε, «δεν το κουνάς από 'δω».
   Ύστερα γύρισε τα μάτια και ξέτασε προσεχτικά τα σύννεφα. Ένα χαμόγελο ξεχωρίστηκε ανάμεσα στα μουστάκια και στα γένια του.
   «Βοριαδάκι», μουρμούρισε, «βοριαδάκι. Θα 'χουμε πουλιά».
   Δεν ξανασυλλογίστηκα ούτε δουλειά ούτε τηλέγραφο. Το βράδυ, ενώ καθόμουν στην ακρογιαλιά, ήρθε κοντά μου η Κατινούλα.
   «Θα φύγεις;» μ' αρώτησε.
   Παρατήρησα πως ήταν συγκινημένη.
   «Όχι, θα μείνω, δεν πάω πουθενά».
   «Τρόμαξα μ' εκείνο το χαρτί, δε θέλω να φύγεις».
   «Θα μείνω όσο μπορώ περισσότερο».
   Σκέφτηκε λίγο κι έπειτα σα να μιλούσε με τον εαυτό της.
   Η φωνή της έτρεμε. Τής χάιδεψα το μάγουλο. Κατάλαβα πως έβαζε όλη τη δύναμή της για να κρατηθεί.
   Την πήρα στην αγκαλιά μου και τής φίλησα το μέτωπο.
   Μού 'σφιξε το χέρι. Κατόπι ένιωσα ένα φιλί σιγανό - σιγανό απάνω του και δυο σταλαγματιές  να το καίουν φλογερές σαν τα κάρβουνα.
   Άρχισα να φοβούμαι τώρα πια το τέλος αυτής της ιστορίας...
  Ο Μιχάλης είχε δίκιο... Το πρωί τα ορτύκια ήταν αμέτρητα. Με τα ξύλα μπορούσες να τα χτυπήσεις.
   Ποτέ μου δε σκότωσα τόσα. Το τουφέκι μου έκαιγε.
   Ο γρίπος το βράδυ γέμισε ειδών - ειδών ψάρια. Τα κοφίνια είχαν πιασμένους μεγάλους αστακούς. Έπρεπε να τα πάμε στην Πόλη. Ξεκινήσαμε νύχτα. Μάς ακολούθησε κι η Κατινούλα.
   Φορούσα ένα παλιό πανταλόνι  του μπάρμπα - Λαμπρινού, ναυτική φανέλα κι ένα μουσαμαδένιο κασκέτο. Ήμουν αξούριστος ενάμιση μήνα και κατάμαυρος από τον ήλιο, έτσι ήταν αδύνατο να γνωριστώ και να ρωτηχτώ για πράματα που δεν ήθελα. Το πρωί φτάσαμε. Οι αγοραστές μάς τριγύρισαν. Δε θυμούμαι να παζάρεψα βιβλίο μου σ' εκδότη, ούτε δίκη με πελάτη, με τόσο πείσμα κι επιμονή όσο το κυνήγι εκείνο και τα ψάρια.
   Παρακαλούσα, ορκιζόμουν πως δε μ' εσύμφερε, πως άλλοι είχαν δώσει τιμή αψηλότερη.
   Ύστερα προσπάθησα να κλέψω στο ζύγι, στο μέτρημα. Η Κατινούλα με βοηθούσε.
   Ο σύντροφός μου μάζευε τους παράδες  και τους έριχνε  στη σακούλα.
   Πουλήσαμε ως το βράδυ. Κατά το σούρουπο ξεκινήσαμε για πίσω. Ο Μιχάλης ήταν γεμάτος χαρά. Χτυπούσε τις λίρες και τα μετζίτια (8) και ξεφώνιζε κοιτάζοντας εμένα.
   «Να δουλειά, μωρέ, να. Τι κατάλαβες ως τώρα με τα μυθιστορήματα και με τη δικηγορική; Μούτζωστα κι έλα».
   Ταξιδεύαμε με πρίμο αεράκι μέσα στο σκοτάδι. Πρόσεχα καλά τα σημάδια που μ' οδηγούσαν στο δρόμο. Ένα ακρωτήρι, μια κορυφή βουνού, ένας φάρος που γυρνούσε.
   Ο Μιχάλης μ' έβριζε όταν λάθευα.
   Η Κατινούλα είχε στριμωχτεί κοντά μου. Την σκέπασα με μια χοντρή φανέλα. Μού 'σφιγγε το αριστερό χέρι. Με το δεξί κρατούσε το δοιάκι (9).
   «Να που είμαστε πάλι μαζί», μού μουρμούρισε. «Νόμισα πως θα 'φευγες στην Πόλη και πήγαινα να τρελαθώ».
   Ο σύντροφός μου στην πλώρη έσκασε στα γέλια. Είχε θυμηθεί πάλι μιαν ιστορία καινούρια.
   Τον είχε κυνηγήσει μια νύχτα ο οξαποδός, ώρες ολόκληρες. Χρόνια τώρα, όταν ο Μιχάλης είχε ταβέρνα στη Σμύρνη κι ήταν ο πόλεμος με τη Ρωσία. Κατέβαιναν τότε ζεϊμπέκια (10) από την Ανατολή σαν τον άμμο της θαλάσσης. Μια χαρά ήταν να τα βλέπεις. Με τα μεγάλα τους τα φέσια, τα κοντά τους τα βρακάκια, τα μεταξωτά τους τα ζωνάρια, τα ταραμπολούζικα (11), απ' όπου κρέμουνταν τα μαχαίρια και τα χαντζάρια. Ζωή και γλέντι πέρασα μαζί τους. Μια νύχτα όμως που είχε βγει μαζί τους έξω έπαθε την ιστορία. Τα ζεϊμπέκια αφανίστηκαν ξαφνικά και φανερώθηκε ο οξαποδός. Ώρες τον κυνήγησε το Μιχάλη, αλλάζοντας ολοένα μορφές. Τώρα γίνονταν βουβάλι, τώρα άλογο, ύστερα λεοντάρι. Μόλις μπόρεσε να σωθεί ο σύντροφός μου μπαίνοντας στον αυλόγυρο μιας εκκλησίας. Αλίμονο, αν τον έπιανε. Θα τον γυρνούσε όλη τη νύχτα σε κάμπους και βουνά, ξεσκίζοντάς του τα ρούχα και δέρνοντάς τον μ' ένα γαϊδουροπόδαρο.
 
   Είχαμε διορθώσει πια τις τρύπες του σπιτιού και σοβαντίσει τους γκρεμισμένους τοίχους. Κλείσαμε ολότελα τη συγκοινωνία με το απάνου πάτωμα κι έτσι οι φωνές των νυχτοπουλιών ακούγονταν μακρυσμένες. Έμεναν ακόμα να σιαχτούν οι κλειδαριές, τα κάγκελα των παραθυριών. Ο σύντροφός μου μεταχειρίζουνταν τώρα λίμες, σφυριά, αμόνι.
   Παρατηρούσα κάθε μέρα και ξέταζα την Κατινούλα.
  Από τη μέρα εκείνη του τηλεγράφου μια ανησυχία και μια βαθιά υπόνοια ζωγραφίζουνταν στο πρόσωπό της. Οι τρόποι της ήταν παράξενοι. Ενώ κάποτε ούτε ένα βήμα ήθελε να μακρύνει από μένα, άλλες φορές την έχανα για πολλές ώρες. Έβλεπα πως συχνά τα μάτια της ήταν κλαμένα. Συχνά, χαϊδεύοντάς της τα μαλλιά, την είχα ρωτήσει:
   «Είσαι άρρωστη;»
   Απαντούσε αρνητικά κι έπειτα κάθουνταν κοντά μου με σκεφτικό το παιδικό της μέτωπο.
   «Φθινόπωρο», μού είπε μια μέρα.
   «Ναι».
   Αληθινά, τα πρωτοβρόχια είχαν αρχίσει κι ένας μικρός χείμαρρος βογγούσε πίσω από το σπίτι μας, κατεβάζοντας τα νερά του κατά μάκρος της πλαγιάς. Τα σύννεφα γίνουνταν ολοένα πιο μαύρα.
   Άνοιξα το καλαντάρι (12) για να βρω την ημερομηνία που είχαμε. Κατάλαβα πως είχαμε αρχές του Οχτώβρη. Το κρύο έτσουζε κι ο μπάρμπα - Λαμπρινός, ανοίγοντας την κασέλα, έβγαλε για την Κατινούλα ένα χαλασμένο ζευγάρι παπούτσια κι ένα φθαρμένο πανωφόρι, κληρονομιά της μάνας της.
   Έτσι τώρα η μικρή είχε μια παράξενη ομορφιά, όταν περπατούσε  με το μακρύ παλτό της, χώνοντας τα χέρια της στις μεγάλες του τσέπες.
   Το κυνήγι των ορτυκιών είχε σχεδόν τελειώσει. Δε σύφερε να κατέβουμε πια για πούληση στην Πόλη.
   Πήρα δύο ακόμα τηλεγραφήματα να κατέβω. Οι δουλειές μου στο γραφείο πήγαιναν να χαντακωθούν. Είχαμε αργήσει περισσότερο από ό,τι λογαριάζαμε...
   «Πλουβιέρες (13), πλουβιέρες», είπε ένα πρωί ο σύντροφός μου, δείχνοντάς μου στα ύψη σημάδια πουλιών που κατέβαιναν. «Χειμώνιασε».
   Αθέλητα γύρισα προς την Κατινούλα. Την είδα να κιτρινίζει και να κλείει τα μάτια. Κλονίστηκε μια στιγμή. Ύστερα έφυγε έξω.
   Τώρα τις νύχτες το λάλημα των κουδουνιών του κοπαδιού άρχισε να ξανακούγεται, πλησίαζε ολοένα κοντύτερα. Τα ανοιχτόπανα καΐκια πλήθαιναν, πηγαίνοντας να φορτώσουν από τις αλυκές του ακρωτηριού.
   Ο Μιχάλης είπε πως θα φεύγαμε σε μια βδομάδα. Αρχίσαμε να ετοιμάζουμε πάλι τις κάσες.
   Τώρα η Κατινούλα δεν έλειπε πια από κοντά μου. Η ανησυχία μου κορυφώνονταν γι' αυτή. Το ρόδινο χρώμα είχε φύγει από τα μάγουλά της κι ένας μαύρος κύκλος σκίαζε κάτω από τα μάτια της. Ένα βράδυ, ερχόντας κοντά μου, φάνηκε πως κάτι ήθελε να μού πει.
   «Τα πράματα ετοιμάστηκαν», μού είπε.
   «Ναι».
   «Πάρε με μαζί σου στην Πόλη». 
   Την κοίταξα καλά - καλά στα μάτια.
   «Στην Πόλη;»
   «Ναι, είμαι τόσο καλά μαζί σου».
   Τής έπιασα το χέρι.
   «Κατινούλα, ησύχασε, συλλογίσου».
   «Πώς θα ζήσω χωρίς εσένα; Πάντα το πρόσωπό σου είναι στο νου μου, τη νύχτα σε βλέπω στ' όνειρό μου».
   Στάθηκε μία στιγμή.
   «Κάτι νιώθω για σένα που δεν το 'νιωσα ποτέ. Μια τρελή αγάπη, κάτι που δεν μπορώ να το πω, μια αγάπη, μια αγάπη».
    Ήμουν άνω - κάτω. Η ανησυχία μου είχε γίνει ένας δυνατός φόβος. Τής έπιασα το κεφάλι και γύρισα τα μάτια της απάνω μου.
   «Εσύ αγαπάς εμένα; Εσύ, ένα δεκαπεντάρικο κορίτσι; Δε βλέπεις τα μαλλιά μου;»
   Άρχισε να κλαίει. Την πήρα στην αγκαλιά μου και τη φίλησα πολλές φορές. Προσπάθησα να τής μιλήσω για άλλα πράματα.
   «Αν φύγεις, θα πεθάνω», μού είπε μέσα σ' αναφιλητά.
   Άρχισα να τρέμω σύγκορμος.
   Μετά πολλή ώρα μια ιδέα με ησύχασε. Ήταν λόγια παιδιού, που δεν είχαν κανένα βάρος...
   Ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε την άλλη μέρα το πρωί. Όλο το απόβραδο η Κατινούλα έμεινε σιωπηλή κοντά μου. Το άλλο πρωί στάθηκε αδύνατο να την εύρω. Γύρισα την ακρογιαλιά, τις κουφάλες του λόφου. Τίποτα. Το καΐκι ήταν έτοιμο κι ο σύντροφός μου βιάζονταν. Ξεφώνισε καλώντας με.
   Έσφιξα την ψυχή κι αποφάσισα να φύγω χωρίς να χαιρετίσω την Κατινούλα, χωρίς να τής δώσω ένα φιλί όπου να κλείσω όλη τη θλίψη του χωρισμού.
   Ο αέρας φυσούσε δυνατά και ξεκινήσαμε, κόφτοντας αργά τα ταραγμένα νερά. Προχωρήσαμε.
   Άξαφνα ένας κρότος κορμιού, που έπεφτε από ψηλά στη θάλασσα, μ' έκαμε να καρδιοχτυπήσω.
   Η Κατινούλα ξαναφάνηκε στην επιφάνεια κολυμπώντας με δύναμη προς το καΐκι. Φώναζε δυνατά τ' όνομά μου παρακαλώντας να την πάρω. Είδα το σύντροφό μου φοβερά θυμωμένο. Με κοίταξε άγρια κι άρπαξε το κουπί να μού σπάσει το κεφάλι. Ξεσπούσε απότομα κάτι που φαίνονταν πως έβραζε μέσα του από καιρό.
   «Άτιμε», μούγκρισε, «πήρες το παιδί στο λαιμό σου. Σε είδα τι έκανες όλο το καλοκαίρι».
   Τραβήξαμε μισολιγοθύμιστη την Κατινούλα από τα νερά. Έπειτα στρέψαμε πίσω την πλώρη. Αποθέσαμε αναίσθητο σχεδόν το κορίτσι στο κρεβάτι του. Φαίνουνταν άρρωστη και παραμιλούσε.
   «Πάμε», είπε ο Μιχάλης ύστερα από ώρα.
   «Όχι, θα μείνω».
   «Πάμε», ξαναείπε. Ύστερα μ' άρπαξε με μια φοβερή δύναμη από το λαιμό και με τράβηξε χωρίς να θέλω στο καΐκι.
 
   Πέρασαν μήνες χωρίς να μάθω τίποτα για την Κατινούλα, όταν άξαφνα ένα πρωί είδα τον μπάρμπα - Λαμπρινό να μπαίνει στο γραφείο μου.
   Ήταν κατακίτρινος κι αδυνατισμένος.
   «Αν θέλετε να 'ρθετε ως έξω», μού είπε. «Η Κατινούλα είναι άρρωστη βαριά κι όλο σάς ζητάει».
   Πετάχτηκα απάνω.
   «Πολύ βαριά είπες;»
   «Ναι, πολύ».
   Ετοιμάστηκα αμέσως. Στο δρόμο, περνώντας από το καφενείο, φωνάξαμε μαζί και το Μιχάλη.
   Πήραμε ως τον πιο κοντινό σταθμό το σιδηρόδρομο. Κατόπι μισή ώρα με τη βάρκα.
   Ήταν Φλεβάρης και χιόνιζε δυνατά. Όταν φτάσαμε ξεπαγιασμένοι, η Κατινούλα δε ζούσε πια. Ο δραγάτης (14) μόνο του σιμοτινού (15) κήπου ήταν εκεί και την φύλαγε ως το γυρισμό του πατέρα της.
   Γονάτισα μπροστά στο στενό νεκρικό στρώμα, κάτω από το κούφωμα της σκάλας.
   Ήταν αδύνατο να γνωρίσεις στο λιγνό και σκελετωμένο κορμί την παλιά ζωηρή Κατινούλα.
   Ο Μιχάλης έκοψε ξύλα για το φέρετρο και για το σταυρό. Ο δραγάτης πήγε να ειδοποιήσει τον παπά για την ταφή την άλλη μέρα.
   Όταν ετοιμάστηκε το νεκροκρέβατο, πήρα την πεθαμένη στην αγκαλιά μου και την απόθεσα μέσα, σκεπάζοντάς την με το παλιό μάλλινο πανωφόρι που φορούσε το φθινόπωρο χώνοντας μέσα στις τσέπες του τα χέρια.
   Πόσο ήταν όλα αλλαγμένα από τη νύχτα εκείνη που είχε κοιμηθεί στα γόνατά μου και την είχα αποθέσει στο μικρό της κρεβάτι κάτω από το κούφωμα της σκάλας!
   Έμεινα όλη τη νύχτα άγρυπνος.
   Το κλάμα των νυχτοπουλιών έρχουνταν θρηνερό από το απάνω πάτωμα.
   Η θάλασσα κι ο άνεμος βογγούσαν...
   Τήνε θάψαμε, σκάφτοντας το χιόνι κι ανοίγοντας ένα λάκκο βαθύ μέσα στο υγρό χώμα. Εκεί, πλάι στο μνήμα της μάνας της.
   Κατόπι έγραψα απάνω στον άσπρο σταυρό ένα λυπητερό τετράστιχο.
   Ήταν οι στερνοί στίχοι που έγραψα.
 
Γιαλούρης Αντώνης 
Περιοδικό «Ο Νουμάς»,
τεύχος 778 - 779, Ιανουάριος 1923
 
Σημειώσεις:
(1) καλαμαράς: ειρωνικός χαρακτηρισμός λογίου, ανθρώπου των γραμμάτων, που χρησιμοποιείται για να υπογραμμιστεί η απόσταση που τον χωρίζει από τη νοοτροπία και από τα συμφέροντα του απλού λαού 
(2) τρίγκος: το μεγαλύτερο πανί του καταρτιού της πλώρης 
(3) γρίπος: μέσο ψαρέματος που μοιάζει με την τράτα. Τα δίχτυα ρίχνονται σε λίμνες ή θάλασσα με ομαλό πυθμένα καλύπτοντας μεγάλη έκταση  και τραβιούνται με σχοινιά 
(4) κάμα (η): είδος δίκοπου μαχαιριού 
(5) κεφλής: κεφάτος 
(6) λεβάντης (λεβάντες): ανατολικός άνεμος 
(7) ακάτεχος: αυτός που δε γνωρίζει, άπειρος 
(8) μετζίτι: παλαιό τουρκικό νόμισμα, χρυσό ή ασημένιο 
(9) δοιάκι: ο μοχλός με τον οποίο στρέφει κάποιος το πηδάλιο μιας βάρκας ή καϊκιού, η λαγουδέρα 
(10) ζεϊμπέκι (το): άτομο από τον πληθυσμό της επαρχίας του Αϊδινίου της Μικράς Ασίας, κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο οποίος προερχόταν από εξισλαμισμένους Έλληνες και διατηρούσε ήθη εντελώς αντίθετα προς τη μουσουλμανική ορθοδοξία 
(11) ταραμπολούζικο: αυτό που ηχεί σαν τύμπανο (ταραμπούκα), τουμπερλέκι, το φασαριόζικο 
(12) καλαντάρι: ημερολόγιο 
(13) πλουβιέρα (η): είδος αποδημητικού πουλιού, χαραδριίνα 
(14) δραγάτης: φύλακας κήπου ή αμπελιών 
(15) σιμοτινός: κοντινός, γειτονικός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου