Κάθε απόγευμα, τα κάρα που έρχονταν απ' τον παλιό σταθμό φορτωμένα ψείρα, πληγή, μιζέρια, ανέβαιναν την οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου ως τη Δημαρχία κι άδειαζαν την προσφυγιά, στην αυλή, σαν κοπριά. Κάθε απόγευμα κατέβαινε κι ο Μπραΐμης απ' τον απάνω μαχαλά να πάει να φιλήσει το χέρι της θείας Χριστίνας. Ποιος τον θυμάται ακόμα τον τρελό Τούρκο της Φλώρινας;
Στεκότανε μπροστά στη Δημαρχία κι' έβλεπε συγκινημένος την κατάντια των γκιαούρηδων. Χτυπούσε, με την πετρίτσα που βαστούσε πάντα στο χέρι, το μπρίκι του μποζατζή, κι όταν εκείνος γύριζε έτοιμος να σερβίρει, του έδειχνε τον ουρανό κι έλεγε:
- Αλλάχ!
Κατέβαινε πιο κάτω, σταματούσε μπροστά στο παλιατζίδικο του γερο-Ντάριο, χτυπούσε το τζάμι με την πετρίτσα του κι' έλεγε με συρτή φωνή:
Αλλάαααχ!
Κατέβαινε ο Μπραΐμης κι η βράκα του που γυάλιζε απ' τη λίγδα έδερνε αλύπητα τα άσαρκα πόδια του και τα ανάγκαζε να τρέχουν. Περνούσε μπροστά απ' το «ΩΡΟΛΟΓΙ» που συμβόλιζε την Παλιά Τουρκιά, μπροστά απ' το «ΕΘΝΙΚΟΝ» που αντιπροσώπευε τη Νέα Ελλάδα, και σε κάθε βήμα του θύμιζε στον κόσμο την δύναμη του Αλλάχ.
Εκείνο το απόγευμα η θεία Χριστίνα στεκότανε μπροστά στην πόρτα της. Είχε δέσει τα χέρια της πάνω στο ορθοστημένο φτυάρι, ακουμπούσε πάνω το σταφιδιασμένο πρόσωπό της κι άφηνε τα δάκρυά της να λιώνουν το στοιβαγμένο χιόνι. Την είδε ο Μπραΐμης και κοντοστάθηκε. Έκρυψε την πετρίτσα στο ζουνάρι του, σκούπισε μηχανικά τα χέρια του στη λερή βράκα του, και πλησίασε με σεβασμό. Η θεία Χριστίνα δεν τον αντιλήφθηκε. Της άγγιξε ελαφρά τον ώμο κι όταν εκείνη σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε βουβή, ύψωσε το χέρι στον ουρανό και της ψιθύρισε:
- Αλλάχ, τεία-Κριστίνα, Αλλάχ!
- Ποιος Αλλάχ, Μπραΐμη; Ο δικός σου ή ο δικός μου;
- Αλλάχ! Αλλάχ! ξανάπε ο τρελός, κι έσκυψε να της φιλήσει το χέρι. Κάθε απόγευμα, την ώρα που έφταναν τα κάρρα με τους πρόσφυγες, έβγαινε η θεία Χριστίνα στην πόρτα της, με το φτυάρι στο χέρι, δήθεν για να σηκώσει το χιόνι.
- Μικρασιάτες είστε, καλοί μου άνθρωποι;
- Μικρασιάτες.
- Μήπως είδατε το γιο μου κατά 'κει; Ηλία τον λένε.
- Ηλία;
- Ναι. Ηλία Περιστέρη.
- Όχι, κυρούλα, δεν τον είδαμε.
- Είναι ψηλός, μελαχροινός...
- Έρχονται άλλοι πολλοί πίσω από μας. Ρώτα και θα σου πούνε.
Της είχανε πει χίλιες φορές πως το παλικάρι της το έφαγε ο Σαγγάριος, πριν από δυόμισι χρόνια, τον Αύγουστο του 1921, μα πώς μπορούσε να το πιστέψει; Πεθαίνουν τα παλικάρια; Πεθαίνει ποτέ το μονάκριβο παιδί μιας χήρας;
Ούτε το μυαλό του Μπραΐμη δε μπορούσε να το χωρέσει ένα τέτοιο πράμα.
Ήταν αδύνατο. Ο καρντάσης του, ο Ελία θα γύριζε μια μέρα κοντά στη γριά μάνα του. Να την παρηγορήσει. Να προστατέψει κι εκείνον. Με τους ματζίρηδες είχε γεμίσει η Φλώρινα παιδιά. Και τι παιδιά! Δεν τολμούσε ο κακομοίρης ο Μπραΐμης να βγει στο δρόμο. Τρέχανε το κατόπι του ουρλιάζοντας σα λαγωνικά πίσω απ' τ' αγρίμι, και τον τραβούσανε απ' τη βράκα του. Να τον ρίξουν κάτω, να τον σκοτώσουνε. Να πάρουνε Τούρκου ψυχή, να βγάλουνε το άχτι τους, τα προσφυγάκια! Αν ήταν εκεί ο φίλος του ο Ελία...
- Μπακ, τεία - Κριστίνα, μπακ! ξεφώνισε ο Μπραΐμης χαρούμενος και της έδειξε κάτι στο βάθος του δρόμου.
Ένα κοκαλιάρικο άλογο έσερνε πίσω του ένα τεράστιο δίτροχο κάρο φορτωμένο.
Σύννεφα αχνού έβγαιναν απ' τα ρουθούνια του και τα πέταλά του, που γλιστρούσαν πάνω στον παγωμένο δρόμο, πετούσαν φωτιές. Πόσες ψυχές έφερνε στον παράδεισο σήμερα ο Μιλτιάδης ο Σκουπιδιάρης; Δέκα, δώδεκα, δεκατέσσερις; Δεν το ήξερε ούτε ο ίδιος. Του είπανε να φορτώσει και φόρτωσε. Έβαλε στον πάτο μιαν αράδα άνδρες, έβαλε πιο πάνω σταυρωτά, όπως βάζουνε τους κολιούς στο βαρέλι, μιαν αράδα γυναίκες και στην κορφή πάλι, σταυρωτά, έβαλε τα παιδιά.
Χέρια και πόδια, με το τράνταγμα του κάρου, είχανε γίνει μαλλιά κουβάρια μα οι ψυχές ήταν στη θέση τους ήρεμες, αποκοιμισμένες.
- Θεέ μου! ψιθύρισε η θεία Χριστίνα κάνοντας το σταυρό της, ποιος ουρανός τους δίκασε; Ποια γη τους τίναξε σα σκόνη των ποδιών της; Ποιοι δρόμοι κλείσανε στο πέρασμά τους και μας τους έστειλαν εδώ; Τι να τους δώσουμε να φάνε, τι να τους δώσουμε να πιούνε και πού να τους κοιμίσουμε;
Όταν το κάρο έφτασε μπροστά στην πόρτα της θείας - Χριστίνας, ο Μπραΐμης τινάχτηκε στη μέση του δρόμου και σήκωσε τα χέρια στον αέρα.
- Ντουρ!
Στάθηκε ξαφνιασμένος ο Μιλτιάδης, στάθηκε και το άλογο που κρατούσε απ' το καπίστρι, στάθηκε και το κάρο με το ανθρώπινο φορτίο.
- Νε βαρ, Ιμπραΐμ; ρώτησε ο Μιλτιάδης αφού ξανάσανε.
Αντί για απάντηση ο Μπραΐμης γύρισε και του έδειξε τη θεία - Χριστίνα που εκείνη τη στιγμή έβγαινε απ' την πόρτα της μ' ένα τουρβαδάκι στο χέρι. Η θεία - Χριστίνα προχώρησε με βιαστικά βήματα, βύθισε το χέρι στο τουρβαδάκι, έβγαλε μια χουφτιά κάστανα και τα έδωσε στον καραγωγέα. Ήθελε να μοιράσει και στο φορτίο του μα ήτανε κοντή και δεν έφτανε.
Ο Μπραΐμης τής πήρε το τουρβαδάκι απ' τα χέρια, έδωσε από μια χουφτιά στα παιδιά που ήταν απάνω - απάνω, άδειασε τα υπόλοιπα κάστανα μέσα στο κάρο και πέταξε το τουρβαδάκι πάνω στον ανθρώπινο σωρό.
- Τι τρέχει; Φτάσαμε στη Φλώρινα; ακούστηκε μια βραχνή φωνή απ' τα τρίσβαθα του κάρου.
- Όχι, μπαμπά! Μας δώσανε κάστανα. Θέλεις;
- Δόξα σοι ο Θεός! είπε μια γυναικεία φωνή. Να που βρέθηκε κι ένας χριστιανός να μας δώσει κάτι!
- Καλέ μαμά, Τούρκος είναι! είπε ένας σκελετός παιδιού τυλιγμένος μέσα σ' ένα στρατιωτικό μανδύα.
- Τούρκος; Θεός σχωρέσ' τα πεθαμένα τ'! Είπες «εφκαριστώ» Σωκράτη;
- Ε, εφέντη! φώναξε ο Σωκράτης μασσώντας λαίμαργα, εφκαριστώ! Ο Μπραΐμης, περήφανος που τον είπανε «εφέντη» έβαλε το χέρι στο στήθος, στο στόμα, στο μέτωπο, έκανε έναν κωμικό τεμενά κι ύστερα, δείχνοντας τον ουρανό, ούρλιαξε:
- Αλλάχ! Αλλάχ!
Έκανε νόημα του Μιλτιάδη να ξεκινήσει, φίλησε βιαστικά το χέρι της θείας - Χριστίνας -απ' τη συγκίνησή της η καημένη δεν τόλμησε να ρωτήσει τους πρόσφυγες αν είδανε το γιο της- κι έτρεξε να σπρώξει το κάρο που τραντάχτηκε πάνω στο παγωμένο καλντιρίμι.
Στη Δημαρχεία, τα γραφεία, οι διάδρομοι, τα σκαλοπάτια είχαν γίνει το τελευταίο καταφύγιο των προσφύγων. Όρθιοι, γονατιστοί, καθισμένοι σταυροπόδι, ξαπλωμένοι πάνω στα σανίδια με το μπογαλάκι τους για μαξιλάρι, περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους.
Λες και δεν είχαν ψυχή. Έλληνες ήταν αυτοί που δε φώναζαν, που δεν έβριζαν, που δεν τσακώνονταν; Έλληνες ή ανδράποδα;
- Το κακό πέρασε τώρα! είπε ένας γέρος μ' ένα μωρό στην αγκαλιά. Η ζωή μας, από δω και πέρα, θα είναι παραπανίσια!
- Κάθονταν λοιπόν ήσυχα και, σα μουσκάρια που αναμασσούν την τροφή τους, αναμασσούσανε τον πόνο τους.
Αυτοί που είχαν τις σκοτούρες ήταν ο δήμαρχος, οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι υπάλληλοι.
Οι «σκλαβωμένοι αδελφοί που είχαν ξαναβρεί την ελευθερία τους» έμεναν άφωνοι, μα τα μάτια τους μιλούσαν και ζητούσαν στέγη, ρούχα, ψωμί, κάρβουνα, δουλειά. Μα πού να βρεθούν όλα αυτά τα αγαθά της ελευθερίας στη Φλώρινα; Τι είχε τότε η Φλώρινα; Τίποτε. Τίποτε; Κάτι είχε. Είχε μαγιά. Μάλλον μαγιές. Χίλιων λογιών μαγιές. Μαγιά ψωμιού, μαγιά σπιτιού, μαγιά οικογένειας, μαγιά πατρίδας, μαγιά ελπίδας, μαγιά λησμονιάς. Μα σε ποιον να πρωτοδώσει; Νάτανε ένας, νάτανε δύο... Ήτανε χιλιάδες. Ίωνες διωγμένοι απ' τους τόπους όπου οι πρόγονοί τους ίδρυσαν τόσες λαμπρές ελληνικές πόλεις. Καππαδόκες τρωγλοδύτες, καλοθρεμμένοι Θράκες, πολύπαιδοι Πόντιοι, αεικίνητοι Καυκάσιοι, νοικοκυραίοι και προλετάριοι ίσοι τώρα στη μοίρα και στην ψείρα, είχανε ακούσει, λέει, στο δρόμο τους ότι στη Φλώρινα υπήρχαν ντομάτες να βάλουνε ζουμί τα παιδιά, νερά να πλύνουνε τα πόδια τους οι γυναίκες, γη να ξεμουδιάσουνε τα χέρια τους οι άντρες, και τρέξανε σα σε πανηγύρι.
- Κύριε δήμαρχε!
- Ντήμαρχος εφέντη!
- Τσορμπατζή!
- Εξοχώτατε!
- Σπίτι, ψωμί, δουλειά, παρηγοριά!
- Το όνομά σου πατριώτη;
- Κυριάκος. Κυριάκος του Αθανασίου.
- Το επίθετό σου;
- Τι πράμα, παιδί μου;
- Το οικογενειακό σου όνομα. Το παράνομά σου, πώς το λένε;
- Α, ναι... Μπασματζής.
- Πού γεννήθηκες;
- Ε, πού να θυμάμαι τώρα;
- Δεν έχεις κανένα χαρτί;
- Τι να το κάνεις το χαρτί παιδί μου; Είχα κάτι χαρτιά στην τσέπη μου μα στο βαπόρι μ' έπιασε κόψιμο -με το συμπάθειο- και...
- Καλά! Καλά! Ώστε δεν ξέρεις πόσω χρονών είσαι.
- Πώς δεν ξέρω. 45 χρονών είμαι. Τον ερχόμενο Δεκέμβριο μπαίνω στα 46. Πρώτα ο Θεός!
- Έγγαμος είσαι ή άγαμος;
- Τι είπες παιδί μου, τι είπες; Δεν κατάλαβα.
- Σε ρωτάει αν είσαι παντρεμένος, πατέρα! είπε το παιδί με το στρατιωτικό μανδύα.
- Α, έτσι! Παντρεμένος είμαι, κύριε. Να και το χαρέμι μου η Καλλιόπη.
Κι έδειξε μια γυναίκα που στεκότανε πλάι του τυλιγμένη σ' ένα μαύρο μεταξωτό σάλι, λείψανο παλιών μεγαλείων.
- Ο μικρός είναι γιος σου; ρώτησε ο υπάλληλος.
- Μοναχογιός μας. Σωκράτη τον λένε. Πάει στην τετάρτη δημοτικού. Αν είναι καλά τα σχολεία σας...
- Είσθε τρεις λοιπόν;
- Τρεις. Όταν φύγαμε είχαμε μαζί μας και τα πεθερικά μου, αλλά...
- Είναι καμιά γνωστή σας οικογένεια εδώ;
- Γιατί ρωτάς;
- Να σας βάλω μαζί σ' ένα δωμάτιο. Δε μπορώ να δώσω ένα δωμάτιο για τρεις.
- Είναι εδώ ο μπατζανάκης μου, μα τραβάει μαζί του τους γέρους του και τρία παιδιά. Εφτά αυτοί και τρεις εμείς, δέκα. Δέκα ψυχές σ' ένα δωμάτιο; Γίνεται ποτέ τέτοιο πράμα;
- Πρέπει να γίνει, πατριώτη!
- Καλά ντε, μη θυμώνεις! Σε λίγο οι γέροι θα μας αφήσουν γεια. Τα παιδιά θα παντρευτούν... το δωμάτιο θα μείνει άδειο. Δε μας βάζεις άλλους δέκα να 'χουμε και παρέα στα γεράματα;
- Έχεις κέφι για αστεία, μπάρμπα. Χορτάτος είσαι;
- Όχι, μα δε θα μας δώσετε κάτι να φάμε;
- Πώς όχι! Όρεξη. Μπόλικη όρεξη!
- Εχ, τι να γίνει; Είναι άλλοι που ούτε αυτό δεν έχουν!
Χιονίζει... χιονίζει... Η νύχτα, με λύκου δόντια και περπατησιά αλεπούς, κατέβαινε ύπουλα απ' τα φαράγγια του Πισοδεριού, οι πολύμορφες νιφάδες κατρακυλούσαν αθόρυβα απ' τις πλαγιές του Αϊπαντελεήμονα, ενώ παραπειστική, ανέβαινε στον γκρίζο ουρανό η φωνή του χόντζα:
- Ένας είναι ο Θεός και Προφήτης του ο Μωάμεθ!
Πρώτος μπήκε στο δωμάτιο ο Κυριάκος κι άπλωσε πάνω στα γυμνά σανίδια την ψάθα που είχε στον ώμο του.
Ύστερα μπήκε, ο μπατζανάκης του ο Κλεάνθης, με μια τεράστια παλιά σόμπα, και πίσω του η Μάλαμα η γυναίκα του, με τους σωλήνες της σόμπας στην αγκαλιά.
Κατόπι μπήκε η αδελφή της, η Καλλιόπη, γυναίκα του Κυριάκου, κρατώντας μια λάμπα πετρελαίου σα να ήτανε λαμπάδα αναστάσεως. Την άναψε.
- Είδομεν το φως το αληθινόν!... άρχισε να ψάλλει ο Κλεάνθης.
Στο κατώφλι, η γριά Αφροδίτη, η μητέρα του, έκανε κάτι νευρικές χειρονομίες.
- Λίγη υπομονή, μητέρα!
Η γριά έδειξε το βρώμικο σακούλι που κρατούσε στα χέρια της, σα να έδειχνε ένα δελτίο προτεραιότητας στην είσοδο ενός υπεραστικού λεωφορείου.
- Έμπα!
Πήρε ο Κυριάκος το σακούλι, το άνοιξε, έβγαλε από μέσα μιαν εικόνα του Αγίου Γεωργίου που σκοτώνει το δράκο και την έστησε πάνω στο ράφι.
- Ας μπει κι αυτός!
Μπήκε κι ο γέρος, έβγαλε απ' την τσέπη του ένα κλωναράκι τσιμισίρι και το έβαλε μπροστά στο εικόνισμα.
Σ' αυτό το διάστημα τα τέσσερα παιδιά, καθένα με τρία τέσσερα ξύλα στην αγκαλιά, περίμεναν μπροστά στην πόρτα να τους δοθεί η άδεια εισόδου.
- Τα ξύλα παιδιά! φώναξε ο Κλεάνθης.
Άναψε τη σόμπα και με μιας, οι δέκα ψυχές χαθήκανε μέσα στον καπνό.
- Άνοιξε λίγο το παράθυρο, Κυριάκο!
- Θα σκάσουμε!
- Θα παγώσουμε!
- Για κοίταξε! Είμαστε πίσω απ' το τζαμί!
- Βρε που να χε... γκρίνιασε ο Κυριάκος, πάλι σε Τουρκιά πέσαμε!
Η απέραντη αυλή, τριγυρισμένη από έναν ψηλό τοίχο, έμοιαζε μ' έναν χιονισμένο μικρό κάμπο. Ένα στενό δρομάκι ξεκινούσε απ' την πόρτα του δίπατου σπιτιού κι έφτανε σ' ένα σανιδένιο καλύβι, στην αντικρινή γωνιά της αυλής, που φορτωμένο χιόνι έγερνε σα να χαιρετούσε τους νεοφερμένους με μιαν υπόκλιση.
- Για δες, καλέ, που βάλανε το χαλέ τους! Μια ώρα μακριά!
Στη στέγη του καλυβιού δύο κάργες στεκότανε ακίνητες πλάι - πλάι. Γιατί δεν είχανε κουρνιάσει ακόμα τέτοια ώρα;
Ένας άντρας κοντόχοντρος, με κατακόκκινο πρόσωπο, βγήκε απ' το καλύβι τυλίγοντας ακόμα το ζουνάρι στη μέση του. Όταν έφτασε στη μέση του μονοπατιού, γύρισε να δει πίσω του. Οι δύο κάργες, απ' την ανοιχτή πόρτα, χίμηξαν μέσα στο καλύβι.
- Φτου να μου χαθείτε, σιχαμερά πουλιά! είπε η γριά Αφροδίτη τρίβοντας τα ερεθισμένα μάτια της.
- Γιατί τα βρίζεις τα κοράκια, Αφροδίτη; Έτσι τα έπλασε ο Θεός. Αυτά τουλάχιστο κάτι βρήκανε να φάνε! Ενώ εμείς...
Κλείσανε το παράθυρο κι ενώ η σόμπα άρχισε να μπουμπουνίζει, ξαπλώσανε νηστικοί πάνω στην ψάθα, πρώτα οι γέροι, κατόπι τα παιδιά, ύστερα τα δύο ζευγάρια, και περίμεναν να 'ρθει ο ύπνος, να 'ρθει η μέρα, να 'ρθει η νέα ζωή.
Στο διπλανό δωμάτιο, μια οικογένεια Ποντίων, που είχε φάει το κατσαμάκι της, το 'ριξε στο τραγούδι.
«Αγάπεν που κι εγάπεσεν, φιλίαν που κι εποίκεν χαϊβάν έρθεν κι επέρασεν, χαλαμπαλούχ εποίκεν!»
Τι ωραίο πρωί! Έπαιζε ο βοριάς με τα παγοκρύσταλλα που στόλιζαν το ακρόστεγο των σπιτιών και τα έκανε να ηχούν σαν να ήταν σωλήνες οργάνου σε καθολική εκκλησία.
Αργοξυπνημένος ο ήλιος φώτιζε τις χιονισμένες βουνοπλαγιές και τις έκανε να παίρνουν αποχρώσεις γαλαζωπές, μολυβιές, ασημιές.
Τι απαίσιο πρωί! Ξύπνησαν οι κακοκοιμισμένοι πρόσφυγες κι οι βραδινές ελπίδες τους έγιναν πάλι πρωινή απελπισία.
- Ήλιε, φωτιά! Ήλιε, ψωμί! Ήλιε, δουλειά.
Σε κάθε βήμα τους, σε κάθε άρνηση, σε κάθε αποτυχία ύψωναν το κεφάλι κι έβριζαν τον Ήλιο και τον καταριούνταν και τον έφτυναν. Μα ο βοριάς άρπαζε τα φτύματά τους και τους τα κόλλαγε στο πρόσωπο.
Τι συνηθισμένο πρωί! Στο δωμάτιο όπου ζούσαν οι δύο οικογένειες εμφανίσθηκαν τα πρώτα συμπτώματα ζωής. Μπορεί ποτέ μ' ένα ζευγάρι γυαλιά να ψειριστούν δύο γέροι; Είναι δυνατόν τέσσερα παιδιά να ψήσουν το πρωινό κρεμμύδι τους με μια σόμπα χωρίς ξύλα; Είδατε ποτέ να μονιάσουν, σ' ένα δωμάτιο, δύο αδερφές που η μια έχει τα πεθερικά της και τρία παιδιά ενώ η άλλη δε σκέφτεται παρά το μοναχογιό της;
- Ανατροφή είναι που δίνεις στα παιδιά σου, Μάλαμα;
- Εσύ ένα τον έχεις και δεν είσαι άξια να του πάρεις ένα ζευγάρι παπούτσια!
- Ο δικός μου, και ξυπόλητος να πάει στο σχολείο, κάτι θα μάθει. Ενώ εσένα...
- Ξυπόλητος θα πάω σχολείο, καλέ μαμά; ρώτησε ο Σωκράτης ανήσυχος.
- Σωκράτη! φώναξε άγρια η μητέρα του. Είπαμε να σωπαίνεις όταν μιλούν οι μεγάλοι.
- Καλά σου λέει! έκανε ο ξάδελφός του ο Δημητρός που, γονατισμένος πλάι του πάνω στην ψάθα, περίμενε να ψηθεί το κρεμμύδι του. Αν θέλεις τόσο πολύ να πας στο σχολείο, να σου δώσω τα παπούτσια μου.
- Έξυπνε! Για μια φορά που έχω κι εγώ τύχη!
- Τύχη ξε τύχη, δε τη γλιτώνεις!
- Εμ, εσύ;
- Εμείς είμαστε τρεις. Αν πάμε και οι τρεις στο σχολείο ποιος θα δουλέψει για τους γέρους; Ο μπαμπάς μού είπε ότι μπορώ να βγω να πουλάω σπόρια.
- Πώς θα βγεις να πουλάς σπόρια αφού θα μου δώσεις τα παπούτσια σου;
- Αλήθεια, ξέχασα!
Το μεσημέρι οι δύο άντρες γυρίσανε στο σπίτι ενθουσιασμένοι. Ο Κλεάνθης κρατούσε στην αγκαλιά του ένα τεράστιο λάχανο κι ο Κυριάκος έσφιγγε στην αμασχάλη του ένα κομμάτι γαϊδουροπέτσι.
- Γυναίκες, φαΐ!
- Σωκράτη, παπούτσια για το σχολείο!
Βάλανε οι γυναίκες το λάχανο να βράσει και βρώμισε το δωμάτιο, το σπίτι. Μα όταν έκατσε ο Κυριάκος να κόψει το γαϊδουροπέτσι βρώμισε η γειτονιά, η Φλώρινα ολόκληρη.
- Έλα Χριστέ και Παναγιά! φώναξε η Καλλιόπη, με τσαρούχια θα πάει το παιδί στο σχολείο;
- Βάλε το πόδι σου εδώ, Σωκράτη, να σου πάρω τα μέτρα κι άσε τη μαμά να λέει!
- Βρωμάει μπαμπά! Γιατί;
- Είναι δέκα μέρες που ψόφησε το ζώο, μα δε βάλανε αρκετό αλάτι στο πετσί του. Μη φοβάσαι Σωκράτη. Θα τρίψει η μαμά τα τσαρουχάκια σου με θυμίαμα και όταν περπατάς θα νομίζει ο κόσμος ότι περνάει κανένας άγγελος!
Την άλλη μέρα, ο Κλεάνθης κι ο Κυριάκος πήρανε τα παιδιά τους, και, άρον άρον, πήγαν να τα παραδώσουν στο δάσκαλο. Να ησυχάσουν κι αυτοί κι οι γυναίκες τους.
Ο Κλεάνθης άνοιξε την πόρτα του γραφείου του Διευθυντού και πέρασε μέσα το κεφάλι του.
Ο Διευθυντής του δημοτικού σχολείου, ένας πενηντάρης, κοντόσωμος, ροδοκόκκινος, σήκωσε το κεφάλι απ' τα χαρτιά του.
- Ορίστε!
- Κυρ δάσκαλε, είπε ο Κλεάνθης μπαίνοντας με τη συνοδεία του, εγώ κι ο μπατζανάκης μου απ' εδώ σου φέρνουμε τα παιδιά μας. Τα παραδίνουμε στα χέρια σου. Μάθαμε πως το σχολείο σου είναι καλό. Έχουμε εμπιστοσύνη. Αν δεις πως είναι καλά για γιατροί, τα κάνεις γιατρούς. Αν κάνουνε για δικηγόροι, τα κάνεις δικηγόρους.
- Κι αν δεν κάνουνε για τίποτε; ρώτησε ο Διευθυντής εύθυμα.
- Αν δεν κάνουνε για τίποτε;
Ο Κλεάνθης γύρισε και κοίταξε τον Κυριάκο που στεκότανε πίσω του σα να ζητούσε τη γνώμη του.
Ο Κυριάκος κορδώθηκε, ξερόβηξε, έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός και είπε με το συνηθισμένο κέφι του.
- Με τα σκατά ντουβάρι δε γίνεται, κύριε διδάσκαλε, κατά που λέει ο λόγος. Χρειάζεται καλή λάσπη, ψιλό άχερο, γερή πέτρα και... μαστοριά, του λόγου σου την έχεις. Έτσι μας είπανε. Θα δεις λοιπόν και θα πράξεις. Μονάχα να μη ντροπιαστούμε στην κοινωνία εμείς που βάζουμε τα υλικά κι εσύ που θα βάλεις την τέχνη σου.
- Μείνετε ήσυχοι, κύριοι, θα κάνω το καθήκον μου.
Ο Διευθυντής έστειλε τους δύο μπατζανάκηδες στη δουλειά τους κι άρχισε τη δικιά του. Έβαλε τα παιδιά να καθίσουν, τα ρώτησε, τα εξέτασε, τα ξεψάχνισε κι έστειλε το καθένα στην τάξη που έπρεπε.
Τελευταίος είχε μείνει ο Σωκράτης.
Ο Διευθυντής τον κοίταξε προσεκτικά από πάνω ως κάτω και κούνησε λυπητερά το κεφάλι του.
- Κακόμοιρο παιδί! ψιθύρισε.
Τον είχανε κουρέψει το Σωκράτη προτού να τον φέρουνε στο σχολείο και το ψαλίδι, που δούλεψε άγρια, είχε αφήσει στο μακρουλό κεφαλάκι του βαθιά τα ίχνη του.
Το ζουριασμένο πρόσωπο του παιδιού αυτού των 11 ετών, με δύο ματάκια τρομαγμένου ποντικιού, είχε για μόνο στολίδι ένα ζευγάρι τεράστια αυτιά κίτρινα, σα φύλλα που είναι έτοιμα να πέσουν.
Ένας ξεθωριασμένος στρατιωτικός μανδύας, που είχε μετατραπεί βιαστικά σε μαθητικό σακάκι, έκρυβε μέσα του ένα σκελετωμένο κορμί τυλιγμένο σ' ένα παρδαλό πουκαμισάκι -προσφορά του Ερυθρού Σταυρού- και σ' ένα πανταλονάκι καμωμένο απ' τα λείψανα του ηρωικού μανδύα.
Τα πόδια του παιδιού, ισχνά, κολυμπούσαν μέσα σ' ένα ζευγάρι μαύρες γυναικείες κάλτσες, τρυπητές, δεμένες με σπάγγους λίγο πιο πάνω απ' τα γόνατα.
Τα τσαρούχια από γαϊδουροπέτσι, με τις ψαλιδισμένες γκρίζες τρίχες τους απ' έξω, ύψωναν τις σφιχτοραμμένες μύτες τους σαν να περηφανεύονταν για τον ευγενή ρόλο που έπαιζαν.
Ο Διευθυντής, αμίλητος, πήρε το Σωκράτη απ' το χέρι, τον έσυρε πίσω του ως την αίθουσα της τετάρτης τάξεως, άνοιξε την πόρτα και τον έσπρωξε μέσα τελείως τρομοκρατημένο.
- Κύριε Στέφανε, είπε στο δάσκαλο, «ιδού και έτερος Καππαδόκης!».
Ο Σωκράτης, που έκανε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να σταθεί στα πόδια του, μόλις άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του, θυμήθηκε την ιστορία του Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων.
«Εγώ είμαι ο Δανιήλ», είπε μέσα του, «κι όλοι αυτοί που κάθονται στα θρανία και με κοιτάνε πεινασμένα, κι ο ψηλέας -με τους φαρδιούς ώμους, με τα γκρίζα μαλλιά, με τη μεγάλη μύτη, με τα αστραφτερά μάτια- που κρατάει στη χερούκλα του το μεγάλο χάρακα, είναι οι λέοντες. Θα με σπαράξουνε αμέσως ή...» Έκλεισε τα μάτια και περίμενε.
Κανένας βρυχηθμός μέσα στην αίθουσα. Κανένας θόρυβος. Ούτε ανάσα. Ξανάνοιξε ο Σωκράτης τα μάτια. Έριξε μια ματιά πάνω του μα δε φάνηκε ικανοποιημένος. Έσφιξε τους γρόθους για να υπολογίσει τις δυνάμεις του, μα κι εδώ δε βρήκε την απάντηση που ζητούσε. Λύγισε μια - δυο φορές τα γόνατα να δει αν μπορούσε να κάνει ένα σάλτο ως την πόρτα, μα ο πόνος που ένιωσε στα πόδια τού έκοψε την ανάσα. Είχε μουσκέψει τα τσαρούχια του, το πρωί: για να μαλακώσουν μα, ώσπου να πάει απ' το σπίτι στο σχολείο, το γαϊδουροπέτσι έγινε κόκκαλο απ' την παγωνιά και του έσφιξε τα δάχτυλα των ποδιών σαν μέσα σε γύφτικη ντανάλια.
- Έλα 'δω, παιδί μου! είπε ο δάσκαλος, ο ψηλέας, με καλοσύνη.
Ο Σωκράτης δεν κουνήθηκε απ' τη θέση του.
- Έλα 'δω, είπα!
Σαράντα παιδικά κεφάλια έσκυψαν αυτομάτως. Σαράντα ζευγάρια χέρια έδεσαν σφιχτά τα δάχτυλά τους πάνω στα αναλόγια, περιμένοντας να ξεσπάσει η μπόρα.
Ο δάσκαλος έκανε δύο βήματα προς το παιδί, κι εκείνο οπισθοχώρησε, ακούμπησε στην πόρτα, σήκωσε τον αγκώνα σαν ασπίδα μπροστά στο πρόσωπό του.
- Ακούς ή δεν ακούς;
Καμιά απάντηση.
- Με φοβάσαι;
- Ντς! έκανε ο Σωκράτης χωρίς να χαμηλώσει την προστατευτική ασπίδα του.
- Δε με φοβάσαι, ε;
- Ντς!
- Πώς σε λένε;
- Σωκράτη.
- Λοιπόν, Σωκράτη μου, εγώ θα σου μάθω να με φοβάσαι!
Χύμηξε ο δάσκαλος πάνω στο παιδί, το άρπαξε απ' το γιακά και το σήκωσε στον αέρα, όπως σηκώνει ένας ταχυδακτυλουργός το λαγό που έβγαλε μέσα από ένα ψηλό καπέλο και τον δείχνει στους θεατές.
- Για κοιτάξτε, παιδιά, τον ατρόμητο Σωκράτη!
Ο κρεμασμένος έκανε μισή στροφή δεξιά, μισή στροφή αριστερά και ξανάκλεισε τα μάτια. Ούτε παράπονο ούτε διαμαρτυρία.
Ο δάσκαλος σήκωσε το χάρακα που κρατούσε στο αριστερό χέρι για να δείξει στους μαθητές του -σαν να τους έκανε μάθημα ζωολογίας- ένα ένα τα μέρη που αποτελούσαν το περίεργο αυτό ανθρωποειδές. Την ίδια στιγμή, ο Σωκράτης που νόμισε πως ο χάρακας θα του κατέβαινε στο κεφάλι σαν κοφτερό σπαθί, σήκωσε τα χέρια για να προστατευθεί. Το σώμα του γλίστρησε μέσα στο φαρδύ σακάκι και σωριάστηκε στο πάτωμα.
Ο δάσκαλος έμεινε σύξυλος στη μέση της αίθουσας δείχνοντας στους μαθητάς, με τον τεράστιο χάρακά του, τον κουτσουρεμένο μανδύα που άφησε άλλοτε νεκρό ένα παλληκάρι σε μιαν ανώνυμη ερημιά στη Μικρασία, που άφησε τώρα ταπεινωμένο ένα παιδί πάνω στα σανίδια ενός ανώνυμου δημοτικού σχολείου στη Φλώρινα.
Ο δάσκαλος είναι ένας άνθρωπος σαν τους άλλους. Το μεσημέρι, όταν τελειώνει τη δουλειά του, γυρίζει στο σπίτι, μαζεύει γύρω την οικογένειά του και κάθεται στο τραπέζι. Μα η όρεξή του εξαρτάται απ' την ηλικία του, απ' τη νοοτροπία του, συχνά απ' το μισθό του και πάντοτε απ' τη συνείδησή του. Λένε πως ο δάσκαλος που έχει συνείδηση δεν έχει όρεξη.
Ένα μεσημέρι ο δάσκαλος γύρισε στο σπίτι του κατσουφιασμένος. Η γυναίκα του, με τη λάτρα του σπιτιού, και τα παιδιά του, με τις ασχολίες τους, δεν το παρατήρησαν.
Μα η μητέρα του, που καθότανε στη γωνίτσα της και περίμενε το γιο της, το είδε αμέσως.
- Τι έχεις, Στέφανε; Ποιος σου χάλασε πάλι την καρδιά;
- Δεν έχω τίποτε, μητέρα, μην ανησυχείς.
Η γυναίκα του τού έριξε μια γρήγορη λοξή ματιά και κατέβασε με ορμή το πιρούνι της πάνω στο χέρι του Μιχαλάκη, του τελευταίου της, που ήταν μόλις 11 ετών, και που στο τραπέζι, ήταν πάντοτε ανυπόφορος.
Τα παιδιά έφαγαν, σηκώθηκαν απ' το τραπέζι και πέρασαν στο διπλανό δωμάτιο.
- Αφού έχετε μυστικά, σας αφήνω κι εγώ! είπε η γυναίκα του δασκάλου.
- Καλέ, τι μυστικά, κόρη μου;
- Ναι, ναι, σας ξέρω και τους δυο σας! Τι είμαι εγώ, στο κάτω κάτω της γραφής; Μια δούλα. Τίποτα παραπάνω!
Μάνα και γιος δεν της αντιμίλησαν. Βγήκε πειραγμένη.
- Λοιπόν, Στέφανε;
- Λέω να παρατήσω το σχολείο.
- Και για ποιο λόγο;
- Δε μπορώ. Δε βαστώ πια!
- Δεν έχεις δικαίωμα. Τα παιδιά...
- Βέβαια! Τι θα γίνουν τα καημένα, ε; Ποιον θα κοροϊδεύουν, ποιον θα τυραννούν;
- Μη λες πράμματα που δεν τα πιστεύεις, Στέφανε. Ήμουνα τριάντα χρόνια διδασκάλισσα και μπορώ να πω ότι τα παιδιά τα ξέρω όπως σε ξέρω.
- Όχι, μητέρα! Δεν είναι πια τα παιδιά που γνώρισες. Είναι άλλη φουρνιά αυτή.
- Ναι. Έτσι λέμε πάντα. Τα παιδιά είναι παιδιά. Οι μεγάλοι αλλάζουν. Και επειδή δε θέλουν να το παραδεχθούν λένε πως αλλάζουν τα παιδιά.
- Μπορεί να έχεις δίκιο, μητέρα. Μα τι να κάνω; Δεν τα βγάζω πέρα. Στην τετάρτη τάξη έχω τώρα σαράντα παιδιά. Από σαράντα καρυδιές καρύδια. Οι γονείς των απαιτούν: να μάθουν γράμματα! Το κράτος διατάζει: να γίνουν καλοί πολίτες! Εγώ επιμένω: να γίνουν άνθρωποι!
- Είσαι παιδί ακόμα, Στέφανε!
- Όχι! Δεν είμαι πια παιδί. Γι' αυτό δεν τα καταφέρνω. Ο δάσκαλος όταν νιώσει πως παύει να είναι παιδί πρέπει να δώσει την παραίτησή του. Δεν έχει πια τίποτε να δώσει στα παιδιά. Η καρδιά του κι η καρδιά των παιδιών δεν έχουν πια καμιά επαφή. Μπορεί ο ίδιος να το ξεχνά, μα τα παιδιά του το θυμίζουν κάθε μέρα.
- Αμ, δεν το ξέρω;
- Την περασμένη βδομάδα, μου φέρανε ένα άλλο προσφυγάκι, θα 'θελα να το 'βλεπες μητέρα!
- Να μου το φέρεις να το δω, Στέφανε.
- Θα σου το φέρω. Σωκράτη το λένε. Πας να του μιλήσεις, φουσκώνεις την καρδιά σου, γλυκαίνεις τη φωνή σου, και, μόλις το πλησιάσεις, σηκώνει τον αγκώνα να προφυλάξει το προσωπάκι του. Νομίζει πως θα το χτυπήσεις. Εσύ που με ξέρεις, μητέρα, πες μου σε παρακαλώ, είμαι τόσο άγριος στην όψη;
- Όχι, γιε μου, όχι! Μα αυτό που μου λες είναι τραγικό!
- Το παιδί δεν είναι ανώμαλο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Καλή πάστα. Έκανα μια βόλτα στη γειτονιά να δω πως ζουν οι γονείς του. Δέκα άτομα σ' ένα μικρό δωμάτιο, υγρό, σκοτεινό, χωρίς αέρα, χωρίς θέρμανση. Ο πατέρας του νόμισε πως πήγα να του ζητήσω την άδεια να δέρνω το παιδί του! «Δάσκαλε», μου είπε, «ξύλο όσο σηκώνει! Θέλω να μάθει γράμματα. Να μη μείνει σαν εμένα!»
- Δε μου λες, Στέφανε... Το χτύπησες αυτό το παιδί;
- Ούτε το χτύπησα ούτε και γράμματα πρόκειται να του μάθω. Τι να τα κάνει τα γράμματα; Αυτό έχει ανάγκη από τροφή, από ρούχα, από στοργή.
- Το παιδί αυτό, Στέφανε, πρώτα απ' όλα έχει ανάγκη από πάλη. Έτσι είναι τα περισσότερα παιδιά της φυλής μας. Αυτή τη στιγμή γεννιέται μέσα του ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας -βλέπει πως είναι μικρό, αδύνατο, φτωχό, κακοντυμένο ίσως, και προσπαθεί να αντιδράσει. Αν μπορέσει, σώθηκε. Αν δε μπορέσει, το σύμπλεγμα αυτό θα γίνει ψυχικό τραύμα αγιάτρευτο. Ξέρεις τι να κάνεις, Στέφανε;
- Τι να κάνω μητέρα;
- Να αγριέψεις! Να γίνεις κακός! Εχθρός του!
- Τι λες!
- Να το προκαλέσεις. Να παλαίψεις μαζί του και να το αφήσεις να σε νικήσει. Αν το κάνεις αυτό, Στέφανε, το έσωσες το παιδί.
- Θα δοκιμάσω, μητέρα. Να πηγαίνω για να μην αργήσω.
Άνοιξε με ορμή την πόρτα κι ο Μιχαλάκης, που ήτανε κολλημένος πάνω της και κρυφάκουε, ξαπλώθηκε μπρούμυτα στο πάτωμα.
Το γραφείο του Διευθυντού, όπου έφτασε λίγο αργά, ήταν γεμάτο απ' την παρουσία ενός νεαρού ανθυπολοχαγού, με ολοκαίνουργια στολή και αστραφτερές επωμίδες.
- Σεις είσθε ο διδάσκαλος του υιού μου; ρώτησε ο επιβλητικός ανθυπολοχαγός το βιαστικό δάσκαλο.
- Πώς λέγεται ο γιος σας;
- Μίμης Παπαξυγκερόπουλος!
- Χμ... χμ! Εγώ είμαι. Ο γιος σας κύριε ανθυπολοχαγέ...
- Ο υιός μου κύριε, μου ανέφερεν ότι... κατά τη διάρκειαν των μαθημάτων σας χρησιμοποιείτε την μαλλιαρήν.
- Τι κάνω, λέει;
- Εισάγετε εις το σχολείον την γλώσσαν των αχθοφόρων!
- Μα... στη Φλώρινα, κύριε ανθυπολοχαγέ, αχθοφόρους δεν έχουμε!
- Δεν είναι καιρός δια αστεία.
- Έχετε δίκιο. Είναι η ώρα για το μάθημα της εκθέσεως. Ελάτε μαζί μου, σας παρακαλώ.
Άρπαξε μια καρέκλα απ' το γραφείο και, με τον ανθυπολοχαγό σαν σκυλάκι στα πόδια του, μπήκε στην τάξη που είχε αρχίσει να εκνευρίζεται.
- Καθήστε, κύριε ανθυπολοχαγέ!
Πήγε ο ανθυπολοχαγός την καρέκλα την ακούμπησε στον τοίχο, πλάι στον πίνακα, κάθισε αντίκρυ στους μαθητές, έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο, σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και περίμενε.
Ο δάσκαλος πήρε την κιμωλία και με ωραία στρογγυλά γράμματα, έγραψε στον πίνακα:
Η άρκτος και οι δύο φίλοι
Τα παιδιά σκύψανε αμέσως να γράψουν στο τετράδιό τους τον τίτλο της νέας εκθέσεως.
- Προτού να σας διηγηθώ την ωραία αυτή ιστορία, είπε ο δάσκαλος, ας δούμε αν όλοι κατάλαβαν για τι πράμα θα σας μιλήσω σήμερα. Για πες μας, Παπαξυγκερόπουλε: Η άρκτος. Δεν πρόφτασε να τελειώσει τη φράση του κι ο μαθητής Μίμης Παπαξυγκερόπουλος του Αγαμέμνονος, σε στάση προσοχής μπροστά στον υπέροχο πατέρα του, άρχισε σαν πολυβόλο.
- Η άρκτος, της άρκτου. Όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού, αριθμού ενικού, πτώσεως ονομαστικής και κλίσεως δευτέρας!
- Μπράβο παιδί μου! Για εξήγησέ μας τώρα τι θα πει άρκτος.
- Άρκτος θα πει... άρκτος θα πει...
Ο Μίμης Παπαξυγκερόπουλος του Αγαμέμνονος δεν ήξερε τι θα πει «ελληνικά» άρκτος. Ο πατέρας του δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει.
- Ποιος από σας ξέρει τι θα πει άρκτος; ρώτησε ο δάσκαλος χαμογελώντας. Κανένας; Άντε να σας βοηθήσω λίγο. Ποιο ζώο αγαπά πολύ, πολύ το μέλι;
- Η γιαγιά μου! βιάστηκε να πει ο Μίμης.
Μα όταν, περήφανος για τη γρήγορη απάντησή του, γύρισε να δει το πρόσωπο του Αγαμέμνονος, ήταν σα να κατάπινε φαρμάκι. Ο δάσκαλος δεν επέμεινε.
- Ας μας πει ένας άλλος τώρα ποιο ζώο αγαπάει πολύ τα καλαμπόκια.
Μερικά χεράκια στήθηκαν πάνω στα θρανία με τον αγκώνα ακουμπισμένο στο αναλόγιο.
- Εγώ κύριε!
- Εσύ Ναούμ, για λέγε μας.
- Η αρκούδα, κύριε!
- Πώς το ξέρεις;
- Φέτος βάλαμε καλαμπόκι σ' ένα χωράφι που έχουμε κοντά στο μύλο του Σαπουντζή. Κάθε βράδυ μια αρκούδα κατέβαινε απ' το βουνό κι έτρωγε τα κοτσάνια. Δεν μας άφηνε τίποτε. Αν είχε τουφέκι ο μπαμπάς μου...
- Καλά, παιδί μου, πολύ καλά! Εσύ, Στυλιανέ, πες μας τι διαφορά υπάρχει μεταξύ άρκτου και αρκούδας.
- Η αρκούδα αγαπάει τα καλαμπόκια!
- Ωραία. Ενώ η άρκτος...
- Είναι όνομα ουσιαστικόν, γένους...
- Καλά, καλά. Εσύ, Σωκράτη, περιέγραψέ μας μιαν αρκούδα.
- Η αρκούδα... είναι... μαλλιαρή.
- Πολύ ωραία. Κάτσε. Εσύ, Ιωακείμ, πες μας αν ξέρεις ένα άλλο ουσιαστικό γένους θηλυκού, κλίσεως δευτέρας, που να μοιάζει με το άρκτος.
- Η ... κα... η κάμηλος!
- Μπράβο! Και τι θα πει κάμηλος, Ιωακείμ;
- Κάμηλος θα πει... κάμηλος θα πει...
- Καμήλα! ψιθύρισε ο ανθυπολοχαγός με αυτοπεποίθηση.
- Καμήλα! επανέλαβε ο Ιωακείμ κι έστειλε ένα ωραίο χαμόγελο στον αξιωματούχο συμμαθητή του.
- Σωστά! Πες μας τώρα, Μίμη, πώς είναι μια καμήλα;
- Η καμήλα, κύριε, είπε με στόμφο, είναι...μαλλιαρή!
Ο δάσκαλος γύρισε προς τον ανθυπολοχαγό και του είπε χαμογελώντας ειρωνικά.
- Όπως βλέπετε, κύριε ανθυπολοχαγέ, τα ζώα που είναι γνωστά στα παιδιά είναι όλα... μαλλιαρά! Ενώ τα άγνωστα είναι ουσιαστικά... γένους... αμφιβόλου!
- Σας παρακαλώ! διαμαρτυρήθηκε ο νεαρός αξιωματικός.
- Σας παρακαλώ κι εγώ! Δεν τελείωσα!
Γύρισε προς την τάξη, χτύπησε τρεις - τέσσερις φορές πάνω στο πρώτο θρανίο με το χάρακα που κρατούσε στο χέρι, και ρώτησε:
- Τι γλώσσα μιλάς στο σπίτι, Ιωακείμ;
- Τούρκικα.
- Εσύ, Σωκράτη;
- Βλάχικα.
- Εσύ, Ναούμ;
- Ποντιακά.
- Εσύ, Χαΐμ;
- Ισπανικά.
- Εσύ Αγκόπ;
- Αρμένικα.
- Ποιος από σας μιλάει ελληνικά στο σπίτι, με τους γονείς του;
Οχτώ παιδάκια σήκωσαν διστακτικά το χέρι.
- Είναι καταπληκτικόν! είπε ο ανθυπολοχαγός αγανακτισμένος και σηκώθηκε να βγει.
Ο δάσκαλος τον ακολούθησε στο διάδρομο.
- Όπως είδατε, κύριε ανθυπολοχαγέ...
- Δεν με πείσατε, κύριε! τον διέκοψε απότομα ο αξιωματικός.
- Μα ήταν ανάγκη να σας πείσω; είπε ο δάσκαλος πειραγμένος.
- Όχι ανάγκη! Υποχρέωσις! Τα παιδιά, διδάσκαλε, πρέπει να εκμάθουν την ελληνικήν γλώσσαν!
- Να μάθουν ελληνικά. Είμαστε σύμφωνοι. Μα ποια ελληνικά θέλετε να μάθουν; Τα ελληνικά των αναγνωστικών που μας στέλνουν; Τα ελληνικά της εκκλησίας, τα ελληνικά των δικηγόρων, των βουλευτών, των δημοσίων υπαλλήλων; Τα ελληνικά των εφημερίδων; Τα ελληνικά της αγοράς, της γειτονιάς, των καφενείων; Τα ελληνικά που μαθαίνετε εσείς στους στρατιώτες;
- Δεν ξέρω, κύριε! Το κράτος σας πληρώνει και έχει την απαίτησιν να κάνετε το καθήκον σας. Κάνετε λοιπόν το καθήκον σας, έστω και δια μίαν φοράν!
- Το καθήκον μου, νεαρέ, το έκανα ως Μακεδονομάχος! Το καθήκον μου το έκανα στη Μικρασία! Και θα το έκανα πάλι, δια μίαν άλλην φοράν, αν σας άρπαζα απ' το ζβέρκο, αλλά είμαστε στο σχολείο και...
- Βλέπω ότι οι αυτόχθονες, αφ' ης στιγμής η Φλώρινα εισήλθεν εις τους κόλπους της μητρός Ελλάδος...
Ε! Τότε είναι που ανάψανε τα αίματα του δασκάλου. Έσφιξε τις γροθιές, τέντωσε το λαιμό και, σαν την κότα όταν αμολάει το αβγό που της βαραίνει την κοιλιά, έμπηξε τις φωνές.
- Η Φλώρινα, κύριε, δεν εισήλθεν πουθενά! Ούτε εισήλθεν ούτε και εξήλθεν! Αφήστε τους κόλπους ήσυχους! Η Μακεδονία, κύριε, δεν είναι ψυχοκόρη της μητρός Ελλάδος. Είναι Ελλάδα! Μητέρα!
- Θα διαμαρτυρηθώ, ψιθύρισε ο ανθυπολοχαγός μουδιασμένος.
- Άντε, παιδί μου, να διαμαρτυρηθείς κι άσε με να κάνω κι εγώ τη δουλειά μου!
Ο δάσκαλος συνόδευσε τον επισκέπτη του ως την εξώπορτα, κι όταν τον είδε να απομακρύνεται με σκυμμένο κεφάλι ξαναβρήκε αμέσως το κέφι του και του φώναξε:
- Ε! Πατριώτη! Μάθε κι εσύ κάτι «έστω και δια μίαν φοράν!» Άρκτος, ελληνικά, θα πει αρκούδα!
Εκείνο το μεσημέρι, όταν ο δάσκαλος έκατσε στο τραπέζι, με την οικογένειά του, είχε μια όρεξη καταπληκτική. Έφαγε ό,τι του βάλανε στο πιάτο, ζήτησε κι άλλο, κι άλλο!
- Μην τρως έτσι λαίμαργα, Στέφανε! Τι παράδειγμα δίνεις στα παιδιά; είπε η γυναίκα του που είχε τα νεύρα της. Στην αρχή όλοι τον κοιτάζανε με περιέργεια, μα δεν άργησαν να τον αφήσουν ήσυχο να φάει, γιατί ο Μιχαλάκης άρχισε πάλι το καθημερινό νούμερό του!
- Φάε το φαΐ σου, Μιχαλάκη!
- Δικαίωμά μου δεν είναι να μην το φάω;
- Καλέ, αυτό το παιδί είναι απελπισία!
- Απελπισία είναι το φαΐ που μου δίνετε να φάω!
Όταν ο δάσκαλος άδειασε και το τέταρτο πιάτο του, έριξε μια άγρια ματιά στο γιο του.
- Μιχαλάκη, σου είπανε να φας το φαΐ σου! Δεν άκουσες;
- Κι αν δεν το φάω;
- Αν δεν το φας, θα σηκωθώ και...
- Άδικα αγριεύεις, πατέρα! Αυτά που σου έμαθε η γιαγιά προχθές να τα εφαρμόζεις στο σχολείο! Εδώ δεν περνάνε!
- Καλά, παιδί μου!
Πήρε την πετσέτα του, σκούπισε το στόμα του με επιτήδευση, έκανε το σταυρό του.
- Χόρτασες κιόλας μπαμπά; είπε ο Μιχαλάκης πειραχτικά.
- Εγώ; Μπα! Φαΐ 'ναι αυτό να χορτάσει κανείς;
- Μα εγώ θα πάω στο ζαχαροπλαστείο να φάω μερικές πάστες. Αν θέλεις να 'ρθεις μαζί μου...
- Αλήθεια; Με θέλεις;
- Ναι, αν βάλεις τα καλά σου.
- Να βάλω τα καλά μου, μαμά; ρώτησε ο Μιχαλάκης δύσπιστος.
- Τι με ρωτάς εμένα, αφού σου λέει ο μπαμπάς σου;
Λίγα λεπτά αργότερα, πατέρας και γιος έβγαιναν απ' το σπίτι πιασμένοι χέρι χέρι.
- Να περάσουμε πρώτα απ' το σχολείο, Μιχαλάκη, να ειδοποιήσω τα παιδιά.
- Δεν τα παρατάς! Απορώ πώς τα υποφέρεις όλα αυτά τα αλητόπαιδα!
- Απορώ κι εγώ ο ίδιος, Μιχαλάκη. Μα θα τους δώσω σήμερα ένα μάθημα που θα το θυμούνται σ' όλη τους τη ζωή. Ο δάσκαλος μπήκε μέσα στην τάξη, κρατώντας τον γιο του απ' το χέρι και σφυρίζοντας μια κερκυραϊκή καντάδα. Τα παιδιά έμειναν κατάπληκτα. Πρώτη φορά έβλεπαν το δάσκαλό τους έτσι ίσιο, παρήφανο, χαρούμενο.
- Παιδιά, τους είπε, σήμερα το απόγευμα μπορείτε να πάτε όπου θέλετε. Μάθημα δεν έχει. Είμαι αδιάθετος. Δρόμο λοιπόν. Να μείνει μόνο ο Σωκράτης Μπασματζής.
Τα παιδιά βγήκαν ήσυχα ήσυχα, μα όταν βρέθηκαν έξω, σαν να ήταν συνεννοημένα, έτρεξαν ουρλιάζοντας προς την αγορά, όπου, το μεσημέρι, δυο χωροφύλακες είχανε κρεμάσει σ' ένα τηλεγραφόξυλο το κεφάλι ενός κομιτατζή.
Ο Μιχαλάκης έριξε μια περιφρονητική ματιά στο Σωκράτη και του γύρισε τις πλάτες.
Ο δάσκαλος έκλεισε την πόρτα και διέταξε.
- Ξεντυθείτε και οι δυο σας! Τελείως!
- Μα γιατί μπαμπά;
- Γιατί έτσι! Κάντε γρήγορα. Σας δίνω ακριβώς ένα λεπτό. Καθένας θα βάλει τα ρούχα του μπροστά στα πόδια του. Έτσι κάνουν στο στρατό.
Τα δύο παιδιά, που νόμισαν ότι επρόκειτο για κανένα νέο παιχνίδι, άρχισαν να ξεντύνονται. Σε ένα λεπτό ήταν και τα δύο ολόγυμνα.
- Σωκράτη, έλα δω και φόρεσε τα ρούχα του Μιχαλάκη. Κι εσύ, Μιχαλάκη, πήγαινε να βάλεις τα ρούχα του Σωκράτη.
Πρώτος ήταν έτοιμος ο Σωκράτης. Με το γιορτινό κουστουμάκι, τα καινούργια παπούτσια και το ζεστό παλτουδάκι του Μιχαλάκη ήταν αγνώριστος.
- Μπράβο Σωκράτη! Εσύ κέρδισες. Τα ρούχα που φοράς τώρα, είναι στο εξής δικά σου. Να και πέντε δραχμές να φας μια πάστα. Άντε, γεια σου!
- Μπαμπά! ούρλιαξε ο Μιχαλάκης βλέποντας το Σωκράτη να φεύγει τρεχάτος. Τα ρούχα μου!
- Τι έχουνε, παιδί μου, τα ρούχα σου; Ψείρες; Δεν πειράζει. Ντύσου και τρέχα στη μαμά σου να σε ψειρίσει!
- Ο πατέρας σου ήταν Θεός! είπε μια μέρα, τριάντα χρόνια αργότερα, ο Σωκράτης στο Μιχαλάκη.
- Όχι, Σωκράτη! Ο πατέρας μου ήταν Δάσκαλος! απάντησε ο Μιχαλάκης.
Δαγκίτσης Κώστας
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΕΤΑΙΡΙΑ»