Κυριακή 30 Μαΐου 2021

ΑΠΟΧΤΗΜΑ ΑΝΩΦΕΛΟ

   Έχω κι' άλλα σημαδεμένα, για το φτωχό τ' όργανο, που το βάφτισαν μ' ένα παράταιρο όνομα ο κόσμος. Μα είναι σκόρπια σε πολλά χαρτιά και δεν προφταίνω να τα βρω τώρα: έπειτα, τα φυλάω κιόλας για να τα βάλω στη σειρά, για κάποιαν άλλη ώρα, πιο λεύτερη - ποιος ξέρει πότε...
   Στ' άλλα τα παιδιά του σχολείου, τους φαινόταν παράξενο ν' αγαπάω αυτό το σακατεμμένο πράμα που το 'σερναν στους δρόμους δυο άνθρωποι όλο κουρέλια. Ωστόσο, εγώ τ' αγαπούσα από μικρός. Σταματούσε όξω απ' τ' ανοιχτά παράθυρα κ' έλεγες πως το 'χαμε μέσα στο σπίτι. Κι' άρχιζε να παίζει.
   Εγώ δεν ήθελα να το ζυγώσω ποτές, σαν τ' άλλα τ' αγόρια και τα κορίτσια. Μόνο μια λύπη, μια λύπη μ' έπιανε για όλα τα πράματα κ' ήθελα να 'μαι το πιο υπάκουο παιδί του κόσμου. Αποτραβιόμουν στις από μέσα κάμαρες και συχνά ζητούσα αφορμή να κλάψω.
   Ύστερα αλλάξαμε σπίτι, κι' εγώ άρχισα να πηγαίνω σχολείο. Τύχαινε, τότε, να το συναπαντήσω στους δρόμους, στον πηγαιμό ή στον ερχομό, για λίγην ώρα ώσπου να το προσπεράσω. Και πήγαινα και περνούσα από κοντά - κοντά, κ' ήμουν πάντα σίγουρος πως οι νότες που σάλευαν από μέσα κι' έκαναν το πανί να τρέμει, θα μου 'φερναν μια σφοδρή, κρυφή χαρά.
   Ερχόταν καμμιά φορά και κάτω απ' το σχολείο. Ήταν πάντα κατά τις τρισήμισυ η ώρα το χειμώνα, όταν σκοτείνιαζε η τάξη. Μα ο επιστάτης κατέβαινε ευθύς και το 'διωχνε, για να μη σαστίζει τάχα ο μαθητής που πολεμούσε στον πίνακα, με την κιμωλία και με τον σπόγγο. 
   Ερχόταν και τις Κυριακές -τα δειλινά- όξω απ' το σπίτι. Εγώ κι' ο αδερφός μου καθόμαστε μέσα. Εκείνος τύλιγε τις πατούσες του στα σκεπάσματα, γιατί κρύωνε. Εγώ έγραφα. Συχνά είχα κ' εγώ τυλιγμένο το μάγουλό μου με μαντήλι, γιατί κάθε λίγο μ' έπιανε πονόδοντος. Κ' εκείνο ερχότανε κρυφά, σαν καλόβουλος φίλος. Στεκόταν απ' όξω. Κι' άξαφνα, αφού ετοιμαζότανε καλά, λυνόταν ο σκοπός! Λυνόταν ένας σκοπός αψηλός και ξάστερος, δεμένος και ζωερός, και τόσο πολύς, που ανασκιρτούσε μέσα στην ψυχή μου!
   Άλλες ώρες δε θυμάμαι σε κείνη την κάμαρα, παρά όσες τυπώθηκαν στο μνημονικό μου την ώρα που τ' άκουγα... Από πολύ μακρυά έφτανε το δυσμικό το φως ως απάνω στο μάλλινο πανί που σκέπαζε το τραπέζι. Κι' απ' το βορεινό παράθυρο πάλι έμπαινε φως. Έλεγες πως αντιχτυπούσε θεόρατος καθρέφτης μες στο σπίτι... στα τζάμια, στέγνωναν τα νταντελλένια κουρτινάκια, τσιτσίριζαν οι μυίγες που ψοφούσαν, μια - μια, απ' το κρύο. Κι' απ' το δρόμο, λιαζόταν οι τετράψηλες αγκωνές οι προσηλιακές. Όλα τα πράματα ήταν καλά, ήταν σαν έλεος.
   Έπειτα έφευγε τ' όργανο, κ' οι κοριτσίστικες φωνές λιγόστευαν στην οξώπορτα. Το 'σπρωχναν γι' αλλού, ποιος ξέρει πού, στις έρημες αγορές, κατά καμμιάν ανεμόδαρτην ασιτυλήνη, ή σιμά στα φωτερά κιόσκια που τα νέκρωνε ο χειμώνας.
   Όταν έπαιρνε η άνοιξη - τ' απομεσήμερα- το διάβασμα άρχιζε να βαραίνει κ' οι φούχτες να καίνε, και τα χείλια. Και τότε πάλι τ' αγαπούσα με τον τρόπο μου. Τότε στο νου μου παράσταινα μεριές όξω απ' το σπίτι, γιαλούς κι' ακρογιαλιές και δρόμους που δεν είχα ιδή ποτές μου παρά μονάχα τους μισούς, ή και λιγότερο, και φουντωμένα πεύκα, που ο γύρος τους, ολομόναχος πάνω στον ουρανό, έπαιρνε μια λιγνή κορώνα χρυσήν άχνη. Και μέσα στην καμαρούλα μου, δίχως άλλη σκέψη -ήταν κάτι, μα που δεν το 'ξερα ακόμα για παράπονο-  παράσταινα όλα εκείνα τα πράμματα τα ξένα.
 
   Μα σιγά - σιγά, δεν ξέρω τι έπαθε κι' άρχισε να λιγοστεύει. Άλλοτε -τι κρίμα!- προσπερνούσε το σπίτι μας και τραβούσε στην άλλη γειτονιά! Κ' ίσα - ίσα, τότες έτυχε να 'χει κάτι σκοπούς τόσο γλυκούς, τόσο αλαφρόπαιχτους, ξετρελλαμένους! Κ' εκείνη η άνοιξη έτυχε να 'ναι τόσο μεστή, κατάμεστη, από τι λουλούδια! Τι τριαντάφυλλα!
   Μάζευα απ' τα λεπτά μου όσα μου 'διναν να παίρνω κουλούρια, κ' έδινα του γέρου όταν χτυπούσε το μπρούντζινο τάσι πάνω στο ξύλο του οργάνου, για ν' ακούσουν απ' τα παράθυρα. Μια μέρα, του 'δωσα δεκάρα, αντίς για πεντάρα· κ' έπειτα έφυγα, γιατί ήταν η ώρα του σχολείου. Ίσα - ίσα, από τότε έκανε δέκα μέρες να φανεί! Ρώτησα ένα κορίτσι και μου αποκρίθηκε πως εγώ φταίω, γιατί θα νόμισε πως ήθελα να τον ξεφορτωθώ. Μέρες μ' είχε βάλει σε λύπη.
   Δε μ' άρεσε πια και σαν πρώτα -να πληρώνω και ν' ακούω· ήξερα πια πως, άμα περάσει, θα σταθεί να παίξει. Κ' ύστερα, και το πόσο θα βαστάξει. Αλλιώς ήταν πρώτα... Μα δεν έμεινε ούτε κι' αυτό. Τελείωσε, δεν ερχόταν! Όταν τ' αποζητούσα, στήλωνα τ' αυτί μου· άκουγα σκληρόν ήχο σαν τον τροχό του, κ' έλεγα «να, ήρθε»· ήταν το καροτσάκι του ψωμά που μοίραζε φωμί στα σπίτια, δυο φορές την ημέρα. 
   Και μέσα στην πολιτεία έκανε τότες μιαν άνοιξη,  μα τι άνοιξη, και τι αρχή καλοκαιριού! Όλη η γλυκειά ζαλάδα του ήλιου περίχυνε τα μάτια, ήταν μια τρέλλα.
   Κάποτε, σε μια στοά μέσα, τους ξαναείδα τους οργανοπαίχτες· ο ένας, ο κοντός, με τα ίδια ρούχα, κι' ο άλλος, ο ψηλός ίσαμε εκεί πάνω, και βαστούσε στα χέρια του ένα κλουβάκι χρυσό μ' ένα καναρίνι μέσα. Γύρευαν να το πουλήσουν. Είπα πια πως έπιασαν άλλη δουλειά.
   Ωστόσο, ξαναήρθαν κι' άλλη φορά. Ήμουν άρρωστος στο κρεβάτι. Μα έπαιξαν γλήγορα, όλο βιάση και κακότροπα, σα να 'ταν να με ξεφορτωθούν. Κουράστηκα μονάχα, κ' ένοιωσα να τα βαριέμαι όλα, και την αρρώστεια, και μένα τον ίδιο.
 
   Ύστερα αποθύμησα να 'χω κ' εγώ μια φυσαρμόνικα, από κείνη που και τ' άλλα τα παιδιά έπαιζαν στο στόμα.
   Δεν την είχα αγγίξει, από μικρός. Μόνο, την άκουγα να την παίζουν άλλοι. Πότε πήγαινε μαζί με τα τραγούδια, πότε μοναχή. Κάποιος μικρός θα περνούσε τοίχο - τοίχο, γυρνώντας στο σπίτι του, κι' άκουγες το σκοπό της να ξανεμίζεται, ανέμελος τάχα, στον αέρα· και πάντα από λίγο κ' έπαυε, που θα 'λεγες πως το παιδί τον δοκίμαζε, από λιχουδιά, μόνο λίγο στην άκρη. Μα εμένα που άκουγα στηλώνοντας τη μύτη στο τζάμι, μου ερχόταν τότες μια τέτοια μεγάλη αγάπη για κείνο το παιδί κ' ήθελα να τρέξω να του πω, γελώντας, όλα τα μυστικά μου, όλα!
   Είν' ένα μικρό κομμάτι ξύλο· το 'χουν ντυμένο κι' απ' τα δυο πλευρά με γυαλιστερό κομμάτι μπρούντζο· κ' η μια του κόψη είναι γεμάτη, η άλλη κούφια, τρυπημένη -ένα σωρό τετράγωνες στενές τρυπίτσες, σα στοματάκια. Κι' από μέσα, ποιος ξέρει τι να 'χουν φυτεμένα- έχουν φυτεμένα νότες, απ' τις πιο αψηλές, ως τις πιο χαμηλές. Και μόλις το κολλήσεις στ' αχείλι και φυσήσεις, παίζουν οι γλωσσίτσες από μέσα, μια χαρά! Ως τότε είναι βουβές, μα με την ανάσα σου βγάνουν ήχο, και θαρρείς πως όχι απ' το ξύλο, παρά ανάμεσα απ' τα δόντια σου αναδίνουν οι νότες.
   Κλείνεις τα μάτια, για να καταλάβεις καλύτερα, κι' ακούς: είναι κάτι στην αρχή σαν αλαφρό σύρσιμο από μέσα· κ' ύστερα τρίζει, κι' αψηλώνει σε μουσική· και πηγαινόρχεται ένα τέτοιο φρίξιμο γλυκό πάνω σ' εκείνο το σύρμα και στα ξυλένια τα δοντάκια, που σε κάνει τρελλόν απ' τη χαρά, και δεν ξέρεις πώς και πώς να το χαρείς.
   Παίζεις και ξαναπαίζεις τον ίδιο το σκοπό, ώρες ακέριες, και δεν τον χορταίνεις. Τον παρατάς και τον πιάνεις πάλι. Ολοένα.
   Είδα πως μπορούσα όχι μόνο να φυσώ μέσα στη φυσαρμόνικα, μα και να παίρνω από μέσα της ανάσα. Όταν φυσάς, οι νότες είναι βαρειές· όταν ανασαίνεις, αλαφρώνουν. Μπορείς, τις πιο αψηλές νότες, να τις σμίγεις από δυο - δυο μαζί, κι' από τρεις - τρεις: αυτός ο σύσμειχτος ήχος είναι αρμονία... Οι σκοποί δεν πρέπει να τελειώνουν ποτές στις αψηλές νότες, μα πάντα στις μεσιανές, γι' αυτό τ' αχείλι πρέπει να 'ναι μουσκεμένο: έτσι περνάς τη φυσαρμόνικα μονομιάς σ' όλο το μάκρος του. Μπορείς, για γούστο, να σύρεις το τραγούδι ως την πιο αψηλή νότα, κι' εκεί να μείνεις, και ν' αφουκραστείς τι λυγερή που είναι και πώς τρέμει σαν να γυρεύει έλεος! Κι' ο ήχος μετεωρίζεται τρεμουλιαστός, ανάκουστος· μα πάντα πρέπει να τελειώσεις με τις μεσιανές νότες, προς τ' αψηλά. Μπορείς να παίζεις γλυκά - γλυκά κι' ανάλαφρα, όσο για να τ' ακούς μόνος σου εσύ, μα χρειάζεται τότε πολύ να κρατάς την ανάσα σου  και να την κυβερνάς, και με τούτο λαχανιάζεις πιότερο, παρά αν φυσάς δυνατά. Και πάλι, μπορείς να φυσήσεις μ' όλη σου τη δύναμη και ν' ακούσεις τις χορδές ν' αναδίνουν μια σύσμειχτη παραπονιάρικη φωνή, σα να κοπούν στη μέση...
   Έπειτα, αν θέλεις, μπορείς και ν' ακούσεις κι' αρμόνιο, αρμόνιο εκκλησίας προσευχητικό, που 'ρχεται από μακρυά, πίσω από σκούρους τετράψηλους τοίχους, στρογγυλούς, που απάνω τους βρέχει: πρέπει να πάρεις πολλές - πολλές σύντομες ανάσες, κομμένες, κ' ύστερα πάλι να δώσεις άλλα τόσα κομμένα φυσήματα, στις βαρειές νότες, σε πλάτος όσο πιο μεγάλο μπορείς. Ύστερα πάλι το ίδιο, μια, δυο, τρεις φορές, κ' έπειτα να τα σκεπάσεις όλα μ' ένα μακρότατο φύσημα, πιο ζωηρό από τ' άλλα, που να σβήσει αργόπορα και μαλακά... Κ' έπειτα πάλι, και πάλι. Έτσι δεν κάνει και τ' αρμόνιο;
   Και τέλος, άμα θέλεις δική σου, καταδική σου όλη τη φυσαρμόνικα, και θέλεις να τη νοιώσεις ακέρια, δίχως να χυθεί όξω ούτε μια νότα, γύρισε τον ήχο της κατά μέσα: να, σφίξε την όχι απάνω στα χείλια, αλλ' απάνω στα δόντια· στήριξέ την κι' απ' τις δυο άκριες με την άκρη της παλάμης, κοντά στους καρπούς των χεριών· και με τα δάχτυλα σφάλισε γερά τ' αυτιά σου. Ύστερα, φύσησε μέσα, φύσησε, παίξε... Διπλός, τετράδιπλος τότε βγαίνει ο ήχος! Σέρνεται ανάμεσα στα δόντια και στρέφει μέσα, και βουίζει στο μυαλό... Αχ, τι βουερός που είναι, τι απέραντος! Είναι σα μιαν επίσημη πομπική μουσική να πορεύεται όλη μαζί, μέσα σε νύχτα· ή σαν ο μαζεμένος αχός, δέκα φορές πιο γοερός, που κάνουν οι στύλοι του τηλεγράφου, ο ένας πίσω απ' τον άλλο, μες στο μάκρος, όταν φυσάει μαρτιάτικος άνεμος... Ή σαν τον ψαλμό που βγάνουν οι καμπανοκρουσίες απάνω απ' το στόμα των λιμανιών... Δεν είν' ανάγκη να παίξεις σκοπό· κάμε μόνο να σαλεύουν οι νότες -φτάνει να ξέρεις να τους δώσεις, ένα τέλος στο ύψος του ήχου που χρειάζεται. Μήπως μπορείς και να σύρεις για πολύ τέτοιο τραγούδι; Χορτασμένη η ακοή απ' το ξέσπασμα και το κλωθογύρισμά του, δεν αντέχει για πιότερην ώρα.
   Μα το πιο γλυκό, το πιο καλό, είναι να παίζεις πάνω στις αψηλές νότες, που έχουν του ανθρώπινου του λαρυγγιού το ανέβασμα· εκεί να τριγυρνάς, κι' ας είναι κόπος! Εκεί, κάθε σκοπός, εκτός από την ίδια του τη συνέχεια, είναι σα ν' ακούς να βγάνει ένα: «λυπήσου με, λυπήσου με», έτσι ολοένα· κ' εγώ θαρρώ πως, στ' αλήθεια, κι' από μέσα μου βγαίνει πάντα μια τέτοια φωνή, κι' ας μην ακούγεται· και πως και κάθε πλάσμα ζωντανό, ζώο ή άνθρωπος, βγάνει απ' τα κατάβαθά του αυτή την ανάκουστη φωνούλα -όχι όταν πονεί, μα πιότερο μάλιστα όταν χαίρεται, όταν δίνεται στη χαρά· είναι μια φωνούλα  που βαστάει όσο κ' η ζωή, σα μια προσευχούλα μες απ' την καρδιά, άπαυτη, ακούραστη, που μόλις πεθάνουμε, χάνεται.
   Κι' αν σ' όσα γράφεις, ή σ' όσα στοχάζεσαι, είτε στα λόγια και στα καμώματά σου, μπορέσεις και κλείσεις μέσα την ανάερη, τη μυστική φωνούλα -να ξέρεις τότε πως άσφαλτα θα κάνεις να φρίξει κάθε ανθρώπινη ψυχή που σ' ακούει, γιατί πας στη ρίζα της ολόϊσια. 
 
   Μπορείς να παίξεις και με το νου σου. Δηλαδή τραγούδια που δεν τα 'χεις ακουστά. Μα το προτιμότερο είναι να μάθεις έναν σκοπό, με κάματο -ας είναι. Δεν μπορεί να παίζει κανένας ό,τι του καπνίσει, ο ίδιος πρώτος θα κουραστεί. Μπορείς να βάλεις τον οίστρο σου μέσα στα τραγούδια που θα σε μάθουν· αλλ' άμα τον απολύσεις ελεύτερο, αμέσως θ' αποκάμεις.
   - «Να μάθεις να παίζεις με σκοπό», μου είπε ο φτωχός πουλητής  που αγόρασα τη φυσαρμόνικα -παραμονή πρωτοχρονιάς, βιαστικά, σε κάποιαν απόμερη γειτονιά, και δίχως να τη δοκιμάσω απ' τη ντροπή μου. Εγώ τότες πήρα αψήφιστα τα λόγια του. Αργότερα κατάλαβα τη γνωστική τους σημασία.
   Έπαιξα, μια, δυο, τρεις· δοκίμασα όλες τις νότες· έκανα το αρμόνιο· κ' έπειτα βάλθηκα να παίξω ένα τραγούδι χορού, νησιώτικο θαρρώ, που το 'χα ακουσμένο κάποτε από φυσαρμόνικα του χεριού, στην πειραιώτικη συνοικία, στη βουνοκορφή. Χίλιες φορές θα την έπαιξα -με παροξυσμό, μ' όλες τις τις τρίλλιες, τις παραλλαγές, τ'  ανεβοκατεβάσματα. Βρήκα χίλιους δυο τρόπους να την παίζω την ίδια· κι' αυτό μου 'φθανε για πολύν καιρό.
   Στο τέλος, βαρέθηκα όλο το ίδιο. Δεν ήμουν άξιος γι' άλλο τίποτα. Μια μέρα ένα παιδί έπαιξε μέσα στο σπίτι μου, με την ίδια τη φυσαρμόνικά μου, τρία τραγούδια και τον Εθνικό Ύμνο. Εγώ δεν μπορούσα να μάθω. Έπειτα, κι' αν ήταν να μάθω, δε θα 'θελα να παίξω τον Ύμνο.
   Είναι τραγούδια επίτηδες καμωμένα, απάνω στις νότες της φυσαρμόνικας, που κ' οι υψηλές κ' οι χαμηλές, έχουν το δικό τους τον ήχο. Μια φορά διάβασα σ' ένα βιβλίο πως οι Εγγλέζοι οι ναυτικοί ξέρουν να παίζουν δικά τους τραγούδια απάνω στη φυσαρμόνικα. Μα, εκτός από τις ζωγραφιές που μου 'φερε στο νου αυτό που διάβασα -φορτηγά βαπόρια σιδερένια, αραγμένα απάνω σε λαδιά νερά λιμανιού, γεμάτα κόκκινες και μαύρες ζώνες, σχοινιά κι' ανεμόσκαλες, και τον ίσκιο του ναύτη στη γέφυρα, το απόβραδο, όταν σταματάνε τα βίντσια- άλλο κέρδος δεν είχα: από πού κι ως πού να 'βρω Εγγλέζο ναύτη να με μάθει εμένα να παίζω!
   Την τρίτη Πρωτοχρονιά, θάρρεψα πως άκουσα μιαν άλλη φυσαρμόνικα πιο μαλακιά στον ήχο· την αγόρασα κι' αυτή. Τίποτα και με τούτο. Ύστερα από λίγες δοκιμές, ξανάπεφτα πάλι στο σκοπό μου. Την άλλη, την έχασα, μα βαριόμουνα και να ψάξω να τη βρω. Έπειτα, μεγάλωνα κιόλα, ντρεπόμουν, όσο κι' αν είναι, να μ' ακούνε απ' την αυλή. Άλλαζε κι' ο κόσμος ολόγυρά μας. Άλλο από τις στριγγιές σφυρίχτρες, με το λάστιχο και τη φούσκα, δεν ακουγόταν στη γειτονιά. Τι καταλαβαίνουν αυτά τα παιδιά ν' ακούνε τα κραξίματα που τρυπούν τ' αυτιά;
   Κ' εγώ να 'χω πιστέψει πως μπορώ να σφαλίσω  μέσα σ' όσα έγραφα τον τρίδιπλον αχό του μικρού οργάνου, το παράπονο της ταπεινής, της κατατρεγμένης ζωής! Αχ, τα κλειδιά του είχαν κλειδωμένο μέσα έν' άπαρτο μυστικό! Και το 'χα πιο δικό μου, όταν τ' άκουγα σε ξένο στόμα περαστικά, αναπάντεχα, κ' ύστερα τίποτα -παρά τότες που το 'χα όλο στην εξουσία μου και δεν ήμουν άξιος να το κάνω να μου μιλάει.
   Μήτε σκέφτηκα να τ' ανοίξω για να ιδώ τι έχει από μέσα. Τέλια θα ήταν, ή κοκκαλάκια μπρούντζος. Και με τούτο τι; Η δική μας η πνοή είναι το παν. Από κει μέσα βγαίνει ολάκερος κόσμος, όταν έχεις πνοή δυνατή και γυμνασμένη...
   Την απόρριξα, την παραπέταξα. Έμεινε απάνω στο τραπεζάκι κ' ήταν σα να μη την έβλεπα πια.
   Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, ήρθανε να μας πούνε τα κάλαντα. Ήτανε δυο παιδιά ξένα, αγνώριστα. Ο πιο μικρός φορούσε ρεπούμπλικα αντρίκεια. Του κατέβαινε σχεδόν ως τα μάτια κ' έκανε το κεφάλι του πελώριο. Πιο κάτω όμως απ' το κεφάλι όλο λίγνευε, κ' ήταν και ξυπόλητος. Το πανταλόνι που φορούσε δεν ήταν κ' εκείνο για την ηλικία του, και λίγο μόνο, κατά τον αστράγαλο, το ποδαράκι του φαινόταν. Κ' ίσα - ίσα εκείνη τη στιγμή στείλαμε στο φούρνο για να μας φέρουν το γλυκό.
   Τελείωσαν ευτύς τα κάλαντα. Ο μικρός μάλιστα δεν έλεγε τίποτα, μόνο βάραγε το τρίγωνό του. Τα μούτρα του ήταν μουτζουρωμένα κι' ολοένα αναρρουφούσε. Μα εγώ θαρρούσα κιόλα πως ήταν σαν παιδί δικό μας -αδερφός μου, ή ξάδερφός μου- και μάλιστα καλύτερα κι' από δικό μας. Κι' αφού τους έδωσαν πενήντα λεπτά απ' το σπίτι, το είδα που κοίταζε τη φυσαρμόνικα. Απλώνω το χέρι μου και του τη δίνω.
   - Να, πάρ' τηνε κι' αυτή. Να μάθεις να παίζεις και σκοπό.
   Ούτ' ένα ευχαριστώ δε μου 'πε, παρά την έχωσε στην τσέπη του.
   Πάει η φυσαρμόνικα... Από κει που ήρθε -στα ξένα χέρια. Άκουσα, πιο κάτω, που την αλαφροδοκίμαζε στο στόμα του. Εγώ τι να την κάνω; Καλύτερα να την ακούω να σπαράζει στα ξένα χείλια, παρά να νοιώθω τη νότα της χαλασμένη, αλλιώτικη, σαν πεισματωμένο περιγέλιο.

Άγρας Τέλλος
«ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Παρασκευή 28 Μαΐου 2021

Η ΚΑΘΕ ΏΡΑ ΓΡΑΦΕΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ

   Το ημερολόγιο έδειχνε φθινόπωρο, οι άνεμοι και η θάλασσα του νησιού βαριά  χειμωνιά, ο ουρανός και ο ήλιος καλοκαίρι. Τα σχολειά είχανε ανοίξει, παιδεύοντας τα παιδιά με τη νοσταλγία για νέες διακοπές.
   Μα και οι μεγάλοι, είχανε το δικό τους παιδεμό. Το καφενείο έβραζε από τα ενδιαφέροντα για τους καινούργιους δασκάλους.
   - Πώς σας φαίνεται ο ελληνιστής;
   - Μόλις το πρωί ήρθε ο άνθρωπος... Νάσος Τέλιας τ' όνομά του... Νέος βέβαια... και καλοντυμένος... Όσο για τ' άλλα τι να ξέρουμε;
   Ο βαρκάρης ο Φωτεινός που με βιάση έπινε όρθιος τον διπλό καφέ του,  άφησε κάτω τη φλυτζάνα του και κοίταξε τον μαγαζάτορα πειραχτικά.
   - Μονάχα, κύριε Μιχαλιό μου, για ταχτικό σου πελάτη μη τόνε λογαριάζεις!...
   Ο καφετζής γούρλωσε τα μάτια.
   - Και πούθε το 'βγαλες το συμπέρασμα;
   - Χα! Χα!... Εγώ δεν τονε παράλαβα; Από πάνω δα από το βαπόρι... Εξόν που εγώ τουλάχιστον τον έκρινα για στριφνόνε και αμίλητο... σκεφτείτε πως κουβαλάει μαζί του και δυο κάσες βιβλία. Τώρα φαίνεται θα τα μάθει τα γράμματα. Αντάμα με τους μαθητές του!
   Μέσα στα γέλια, κάποιος τράβηξε άγαρμπα μια καρέκλα. Σείστηκε το μαρμάρινο τραπέζι με το δίσκο και τα ποτήρια, χυθήκανε τα νερά, γίνηκε χαρούμενη φασαρία. Βλέποντας την επιτυχία του ο Φωτεινός, στρογγυλοκάθησε.
   - Και στη νοικοκυρά του που τον επήγα, την κυρία Αντιγόνη δα, τη μοδίστρα, είπε ότι απαιτεί - ακούς απαιτεί- ησυχία, ιδίως τα βράδια, γιατί γράφει!... 
   Η ξανθούλα που καθότανε κι έπλεκε στο ταμείο, πέταξε το λόγο της.
   - Πού γράφει; Στη σύζυγο ή την αρραβωνιαστικιά;
   Ο Φωτεινός σάστισε.
   - Βέρα, αλήθεια... δυστυχώς, μου διέφυγε. Δεν θυμάμαι αν είδα!...
   Το παιδί με το αιώνιο καλαθάκι του γεμάτο φιστίκια και σπίρτα ανακατεύτηκε στην κουβέντα.
   - Εγώ, τον παρατήρησα μόλις έφτασε να σκύβει στο δρόμο, πάνω απ' τα χαντάκια όπου βρεθήκανε κείνα τα μάρμαρα. Μια και ήτανε ξένος, έτσι από καλοσύνη μου, πήγα κοντά του και του είπα δυο λόγια.
   - Τι κοιτάτε, κύριε;... Πέτρες είναι!
   Τότε σήκωσε το κεφάλι του και μου μίλησε άγρια.
   - Μη και σου είπα εγώ ότι είναι καρβέλια;
   - Χα! Χα!... Καλό να 'χει ο άνθρωπος... Τουλάχιστον, θα μας κάνει να διασκεδάζουμε!
 
   Ησυχία. Οι κάσες με τα βιβλία, και το μπαούλο, αράδα, στο φρεσκοπλυμμένο πάτωμα, και τα ρούχα του στη ντουλάπα που ευωδιάζει λεβάντα. Αντίκρυ στο μπαλκονάκι κι η αμμουδιά, οι βράχοι, τα κύματα.
   Όμως, από το νου του δε φεύγουνε κείνες οι πέτρες. Απάνω τους είχε ξεχωρίσει κάτι σβησμένα σκαλίσματα, ένα σχέδιο σαν ανθέμιο, μια γωνίτσα μαίανδρο, ένα φύλλο άκανθα. Μα για την εξακρίβωση αν ήταν αρχαία, και ποιας εποχής, χρειαζότανε έρευνα, μελέτη. Ακόμα όμως και τώρα αμέσως, μπορούσε κανείς πολλά να μαντέψει απάνω στις γνώσεις των παιδιών, μια και ήτανε σε προχωρημένη τάξη.
   Φοιτητής ο ίδιος, ίσαμε τα πέρσυ, ήξερε την αξία που 'χουνε κάτι τέτοιες ώρες. Όμως, δεν ξέχναγε και τη θεωρία που 'ρχεται και πέφτει απάνω τους, σα θεριό:
   - Προ παντός, η διδακτέα ύλη. Σπατάλη χρόνου εις βάρος της, δεν επιτρέπεται.
   Και αν ο επιθεωρητής της περιφέρειας ήτανε από τους φανατικά πιστούς σ' αυτό το δόγμα; 
 
   Το πρώτο μάθημα τελείωνε. Τα κατάφερε κι έμεινε πιστός στη διδακτέα ύλη. Οι ματιές των παιδιών τον αγκαλιάζανε με την επιδοκιμασία τους.
   Πίσω από την κλειστή πόρτα του διαδρόμου, οι τελειόφοιτοι, στριμωγμένοι αμίλητοι, παρακολουθούσαν την ανακεφαλαίωση. Ο δάσκαλος πέταγε κάθε ερώτηση με ζωηράδα ασυνήθιστη. Ακούσανε τον Πελοπίδα, που πόζαρε για άσσος σε όλα, να λέει ότι το μάθημα ήτανε για την αρχαία στιχουργική. Ο Σίμος του σιδερά, με τα χέρια τα μαυρισμένα από την κάπνα και τη φωτιά, ψιθύρισε μετρική. Έπειτα, με το ίαμβος και τροχαίος -δάκτυλος και ανάπαιστος- οι ωτακουσταί, σκορπίσανε σίγουροι για την αξία του δασκάλου.
   Ήρθε το τελευταίο καληνύχτισμα και ο ελληνιστής έμεινε μόνος στην άδεια τάξη. Από τ' ανοιχτά παράθυρα, έμπαινε μέσα το απογευματινό θάμπωμα. Η αυλή φάνταζε καλά ταχτοποιημένη για τα παιχνίδια της μπάλας και τη γυμναστική. Πέρα το πέλαγος χτυπιότανε με τις αστραπές της δύσης και κάποιο καΐκι, μια βούλιαζε, μια πεταγότανε στον αφρό.
   Σκέψη και μοναξιά, ζώσανε τον καινούργιο καθηγητή. Στις πολιτείες τις στεριανές, βλέποντας πέρα τους δρόμους που σκίζουνε τις πεδιάδες, ή τα μονοπάτια που σκαρφαλώνουνε σε ψηλώματα, καθώς και τους αμαξιτούς χαραγμένους στα βουνά, έχεις την αίσθηση της συντροφιάς, με όλο τον κόσμο. Μιας συντροφιάς, που δεν σου αντιστέκεται, όσο κι αν είσαι νεοφερμένος.
   Εδώ, η θάλασσα, απλώνεται αντίκρυ σου σαν το αμείλικτο στοιχείο του χωρισμού. Στο πρόσωπό του, πήγε να θρονιαστεί η θλίψη. Μα, φτάνοντας στην κάμαρά του, είχε κιόλας αλλάξει όψη.
   Ίσα ίσα, η απόσταση, η απομόνωση θα τον βοήθαγαν να κάνει έργο το μεγάλο του ιδανικό.
 
   Λίγα χρόνια τον χωρίζουνε από την παλιά του ζωή. Όλες τις τάξεις, τις πέρασε σαν παιδί της στέρησης. Ρούχα, παπούτσια, χόρταση, δεν ήρθανε στο σπίτι ποτέ από του πατέρα την δουλειά και την αγάπη. Η μητέρα, στραγγιγμένη σκλάβα στα ξένα σπίτια και τα χωράφια, δεχότανε τον άντρα της περασμένα μεσάνυχτα, συνοδευμένον από φίλους της ταβέρνας. Σέρνοντας τον βοήθαγαν όλοι μαζί να σωριαστεί χάμω, τυφλός από το μεθύσι, αλαλιασμένος από την ψευτοπαλληκαριά. Η μυρωδιά του κρασιού και οι πνιχτές βλαστήμιες, ταράζανε τον ύπνο της φτωχικής κάμαρας, ανεβάζοντας στα μάτια της γυναίκας και των παιδιών, ζεστά δάκρυα.
   Μα του σημερινού ελληνιστή η καρδιά κράταγε μέσα στο σκοτάδι της παιδικής ζωής μια μυστική χαρά. Την τρέφανε των δασκάλων τα παινέματα.
   - Είναι μοναδικός, η επιμέλειά του συγκινεί.
   - Και να ξέρει κανείς το είδος του πατέρα!
   Πιο πολύ απ' όλους το ήξερε ο άκληρος πλούσιος, που πήρε την απόφαση να τον σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο.
 
   Στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου, οι ώρες οι δοσμένες για σύνθεση ελευθέρα, χαρίζανε αληθινή ευτυχία στο Νάσο. 
   «Μια εκδρομή στο δάσος με τα πλατάνια» 
   «Το σκυλί του φτωχού τσοπάνη»
   «Μια γάτα αριστοκράτισσα στο χωριό».
   Στην τελευταία γιορτή της χρονιάς, όλοι οι επίσημοι, ακούσανε τον ίδιον τον δεκαεφτάχρονο νεαρό, να διαβάζει τα γραφτά του, φορώντας θαλασσί πουκάμισο, δώρο του πατέρα του, που παραδέχτηκε να παρευρεθεί κι αυτός, ξεμέθυστος μάλιστα.
   Το πιο πλούσιο ζευγάρι της μικρής πολιτείας κάλεσε τον Νάσο, να μείνει μια βδομάδα στο εξοχικό του χτήμα. Του παραχωρήσανε κάμαρα με γραφείο που έβλεπε στον κήπο. Παραμυθένιες μέρες, παραμυθένιος κήπος.
   Ένας προσκαλεσμένος από την Αθήνα ανάφερε κάποιο βράδυ, ανάμεσα στο αστείο και το σοβαρό, για την ευτυχία που στερήθηκε το ανθρώπινο γένος από την παρακοή της Εύας. Αψηφώντας το αστείο ο Νάσος, έγραψε τότε κάτι σοβαρό, με σκοπό να το συμπληρώσει αργότερα.
   Να που το αργότερα έγινε τώρα. Το πρώτο δειλινό, έπειτα από το πρώτο του μάθημα. Καθηγητής πια στο αιγαιοπελαγίτικο σπίτι της κυρίας Αντιγόνης, με το μπαλκονάκι που 'χει αντίκρυ την αμμουδιά, τα βράχια, τα κύματα. Ανοίγει τον πράσινο χαρτοφύλακα τραβάει ένα τετράδιο, διαβάζει:
   Η κάθε ώρα γράφει την ιστορία της 
   ... όπως και η κάθε στιγμή του ανθρώπου, από τότε, που η σφυριχτή ανάσα του φιδιού, τάραξε τα κλαδιά του πιο όμορφου δέντρου της Εδέμ, ρίχνοντας την πρώτη γυναίκα στης ανυπακοής την αμαρτία.
   - Κόψε τον καρπό που σου απαγορεύτηκε. Δοκίμασέ τον. Η γνώση σου, η δύναμή σου, θ' απλωθούνε στα πάντα!
   Με λαχτάρα σήκωσε το χέρι η γυναίκα, τράβηξε, έκοψε τον καρπό που έλαμπε, ανάμεσα στα φωτερά φύλλα. Δάγκωσε. Έφαγε. Γιατί να στερηθεί τόση ευτυχία ο σύντροφος της μοναξιάς της; Γευτήκανε και οι δυο.
   Κοιτάχτηκαν. Όλα γύρω, μένανε ήσυχα, γαλήνια. Το αγέρι, τα άνθη, τα ρυάκια. Μα ίσως για τούτο ακουγότανε τόσο άγριο το κόχλασμα του σίφουνα, που ανατάραξε την καρδιά τους. Το βήμα τους με την τόση αλαφράδα στο χλοερό ίσιωμα, σκόνταφτε τώρα σε κοφτερά βράχια, που ψηλώνανε αφήνοντας περάσματα μαύρα, γύρω από γκρεμούς.
   Φόβος και κίνδυνος ανοιγοκλείνανε φτερούγες, πηγμένες από σκοτάδια. Γεμάτη τρόμο η φυγή. Πουθενά η σωτηρία. Μέσα στη θολούρα που τη δέρνανε οι φλόγες του ήλιου παραμονεύανε τα θεριά, ουρλιάζοντας, λες και δεν είχανε ακούσει ποτέ την ήρεμη προσταγή του άντρα, δεν είχανε δεχθεί το χάδι της γυναίκας.
   Ξαφνικά, οι αστραπές που πετάγονταν απ' τα βουνά σβήσανε, ο κατακλυσμός της καρδιάς τους σώπασε. Και τότε, μαζί με το βήμα το Υπερκόσμιο, ακούστηκε η φωνή που όριζε τη μοίρα του ανθρώπου, στην άχαρη γη. Η ρομφαία του αγγέλου έδειχνε το δρόμο και φλόγες σφαλίζανε τις πύλες της Εδέμ.
   Ριγμένοι στο χώμα το φρυγμένο και άχαρο, το βρέχανε με δάκρυ. Ανείπωτη κούραση βάραινε τους ώμους, τα στήθια τους, όπου φώλιαζε η πρώτη θλίψη για χαμό ευτυχίας, η πρώτη ντροπή για αμαρτία.
   Γύρω τους, ούτε δέντρο, ούτε καρπός, ούτε ρυάκι.
   Έρχεται η νύχτα και τους σκεπάζει με ύπνο βαθύ. Και κάποτε, ανοίγοντας τα μάτια, βλέπουνε ψηλά, τους ποταμούς των αστεριών. Ο ουρανός, απόμενε ο ίδιος!
   Άμετρη παρηγοριά χύνεται στην καρδιά τους.
   Απρόσμενη φιλία, κάτι σαν υπόσχεση, ανάβει και σβήνει εκεί, στους κόσμους τους απέραντους, που λες, νιώθουνε, αγγίζουνε τον πόνο τους.
 
   Έκλεισε το τετράδιο ο Νάσος, με μια ταραχή που τον έκανε να χλωμιάζει.
   - Όχι!
   Ο ελληνιστής ο καινούργιος δεν πήρε τον πρώτο διορισμό του με ιδανικό μονάχο να βγει άξιος στη δουλειά του. Τη δουλειά του δασκάλου αποκλειστικά.
   Σβησμένα χειροκροτήματα, ελπίδες για συγγραφικό τάλαντο που θα διαπρέψει φτερουγάν γύρω του, αλλάζοντας την έκφραση τη σφραγισμένη με σκοτεινό μορφασμό, από τις παλληκαριές ενός μεθυσμένου πατέρα και την πίκρα μιας στερημένης ζωής.
 
   Βράδυ. Αύριο Σάββατο χωρίς ούτε μιας ώρας μάθημα. Και η Κυριακή φυσικά, εντελώς δική του.
   Κέρδιζε δυο μέρες απομόνωση.
   Αυτός, ο χαρτοφύλακας, τα μολύβια του.
   Ξύπνησε χάραμα και δήλωσε στη νοικοκυρά του ότι θα 'λειπε δυο μέρες, εκεί, στο αντικρυνό ακρωτήρι, με το μικρό ξενοδοχείο. Η γυναίκα στενοχωρήθηκε.
   - Φεύγετε χωρίς να πιείτε ένα γάλα;... Έλεγα, κουρασμένος από το ταξίδι... τις πρώτες εντυπώσεις, θ' αργήσει να ξυπνήσει... λογάριαζα να σας ρωτήσω τι φαγητό σας αρέσει... να φάτε το μεσημέρι μαζί μας... Να γνωρίσετε και τον άντρα μου...
   Τη σταμάτησε απότομα.
   - Α!... Όχι!... Αυτό όχι!... Να σας εξηγήσω... Εγώ, έχω ανάγκη να μένω κάπως... μόνος... Αγαπώ την πνευματική εργασία... Χαίρετε... Τη Δευτέρα το μάθημά μου είναι στις έντεκα. Θα πάω κατ' ευθείαν στο Γυνάσιο. Να μην ανησυχήσετε!... Χαίρετε!... Ευχαριστώ!....
   Έφυγε. Η γυναίκα κοκκίνησε σα να είχε φάει μπάτσο. Και να ο βαρκάρης, ο Φωτεινός, με μια αρμαθιά καλαμαράκια.
   - Συγχισμένη σας βλέπω, κυρία Αντιγόνη. Κι αυτός ο τζερεμές, ο νοικάρης σας, κόντεψε από τη βιάση του να κουτρουβαλήσει τις σκάλες... Παρά λίγο να συνεπάρει και μένανε.
   Μια αστραπή υποψίας φάνηκε στο μάτι...
   - Μπας και... σας έκανε καμιά προσβολή;.... Μπιστευθείτε σε μένανε και... τονε διορθώνω!
   - Προσβολή δεν είναι, Φωτεινέ, να σου λένε ότι δεν έχουνε καιρό να γνωρίσουνε τον άντρα σου και να φάνε στο τραπέζι σου;
   - Και δε χαίρεσαι που θα γλυτώσεις το φαγάκι σου και την ησυχία σου;... Αφήστε τον να σκάσει από τη μοναξιά, παραμιλώντας με τα παλιοβιβλία του. Όλοι εδώ, τονε μισήσανε κιόλας... Ως και το παιδί με τα φιστίκια!...
   Του μικρού ξενοδοχείου η ταράτσα έβλεπε στο ακρωτήρι που δεν το 'πιανε άνεμος. Κόσμος βούταγε από την ψηλή εξέδρα, γυναίκες λιάζονταν, ύστερα ξαναμπαίνανε στη θάλασσα τραγουδώντας, καβαλιέροι τις τραβάγανε να πάνε μαζί τους βαθιά. Τα τραγούδια γίνονταν φοβισμένες τάχα φωνές που τέλειωναν σε γέλιο.
   Μια δροσιά, μια ζωντανή χαρά τον τριγυρνάει, του κλείνει το τετράδιο που το 'χε ανοίξει μόλις έφτασε, του άρπαξε το μολύβι από τα χέρια. Δίχως να το καταλάβει, βρίσκεται κι αυτός στη θάλασσα και ξεπερνάει όλους, με κάτι θαυμάσιες απλωτές.
   Ένα αγόρι πάει κοντά του.
   - Τι ωραία που κολυμπάτε, κύριε καθηγητά! Σας καμαρώναμε απ' τ' ακρογιάλι με την αδελφή μου και τις φίλες της.
   Κι έδειχνε το παιδί μια συντροφιά κοπέλες που με τα χρωματιστά τους μαγιό σχηματίζανε ένα ουράνιο τόξο μέσα στην αιθρία.
   Ξεσφίχτηκαν κάπως τα χείλια του ελληνιστή, μα για να κρατήσει κάτι από τον εαυτό του πήγε και ξάπλωσε στον πιο άγριο, τον πιο μοναχικό βράχο, λίγη ώρα, έπειτα γρήγορα γρήγορα, ανέβηκε στην κάμαρά του, ντύθηκε, έπιασε το τετράδιο και άπλωσε να πάρει το μολύβι.
   Δεν πρόφτασε να σκεφτεί μια δυο γραμμές και κάποιος χτύπησε την πόρτα του θαρρετά.
   Δεν πρόφτασε να σκεφτεί αν θύμωσε ή αν χάρηκε όταν, ανοίγοντας, βρέθηκε κυκλωμένος από το εφτάχρωμο ουράνιο τόξο... που με γέλια τον καλούσε στο τραπέζι...
   - Μην αρνηθείτε!... Θα μας έχετε του χρόνου μαθήτριές σας!...
   Πώς να πεις όχι; Εδώ δεν ήτανε η κυρία Αντιγόνη και ο άντρας της... Ακολούθησε τη συντροφιά, έφαγε, απορώντας πόσο εύκολα διασκεδάζουν τα κορίτσια με δυο τρία λόγια ειπωμένα χωρίς την πρόθεση να φανούν αστεία ή έξυπνα... Γύρισε απάνω όσο μπορούσε πιο γρήγορα. Όμως έξω είχε φρεσκάρει. Τρελό αγέρι του αναστάτωνε τα χαρτιά!... Έκλεισε τη μπαλκονόπορτα, μα την άνοιξε πάλι. Το κύμα, οι νεαρές, τ' αγόρια, τραγουδούσανε από μια βάρκα, του γνέφανε να κατέβει.
   - Δε μπορώ!... Έχω δουλειά!...
   Σήκωσε το δεξί του χέρι κι έκανε στον αέρα πως γράφει. Έκλεισε, ξανάνοιξε. Η ερημιά, τον έζωσε αποκρουστική. Χάραξε λίγες γραμμές και ξαναβγήκε να ρουφήξει το βοριά, να δει τις βαρκούλες γεμάτες νιότη και χαρά.
 
   Βράδιαζε. Έγραφε, έσβηνε, έσκιζε.
   Τι θα 'κανε μένοντας ίσαμε τη Δευτέρα το πρωί; Και όμως δεν θα 'φευγε μη τον πάρουνε για τρελό και άστατο, αφού έτσι είχε συμφωνήσει. Ξανακατέβηκε στην αμμουδιά και ως να νυχτώσει μπήκε τόσες φορές στη θάλασσα, που 'φτανε να πιθυμήσει τη στεριά. Ίσως για τούτο έφαγε τις μαριδίτσες του και ήπιε το ντόπιο κρασί με πολύ κέφι, πιάνοντας κουβέντα με κάτι ψαράδες του διπλανού τραπεζιού, ενώ πιο πέρα δυο καραβοκύρηδες, μεγάλοι φαίνεται μπεκρήδες, πίνανε αμίλητοι.
 
   Όταν έπειτα από το μάθημα της Δευτέρας γύρισε στης κυρίας Αντιγόνης, ήτανε σπίτι και ο άντρας της. Τον καλοδέχτηκαν λες και μαντέψανε ότι εκεί, στο ακρωτήρι, είχε νιώσει νοσταλγία για τούτη την κάμαρα. Του προσφέρανε καφέ στο σαλόνι, ένα σαλόνι μοδίστρας,  με χρυσωμένα έπιπλα, καθρέφτη μεγάλο και σε μια γωνιά δυο ακέφαλες κούκλες για τις δοκιμές, ντυμένες σατέν κόκκινο.
   Στα πρόσωπα του άντρα και της γυναίκας έλαμπε ένας ήλιος, που, πέφτοντας απάνω στη δικιά του παγωμένη έκφραση, τον έκανε να ντρέπεται. Άπλωσε το χέρι του και ξεφύλλισε ένα φιγουρίνι. Πεντάμορφα μουτράκια του χαμογελούσαν, φέρνοντας και στη δικιά του μορφή έναν ίσκιο χαμόγελου.
   - Αν καμιά φορά σας βάζουνε σε... αμφιβολίες τα γαλλικά... εγώ μπορώ να σας βοηθήσω... Και σχέδιο ξέρω αρκετά καλό. Πρόθυμος... Μη διστάσετε!...
   Ένιωσε και τα δικά του λόγια να βγαίνουνε με κάποια ζέστα. Ακούγοντας τον εαυτό του, συλλογίστηκε αν αυτό έπρεπε να το βαφτίσει... φιλοσοφικά, σαν άνοδο, ή σαν πτώση!
   Σε τούτο τον τόπο η οικειότητα, η αγάπη, φούντωνε όπως η πρασινάδα και το λουλούδι στην εξοχή. Ούτε αντίκρυ στους ανθρώπους, μορφωμένους ή αμόρφωτους, ούτε αντίκρυ στους μαθητές μπορούσες να σταθείς, πετώντας ψίχουλα.
   Ακόμα και τα παιδιά, τα κάπως στερημένα σ' εξυπνάδα, σε κοιτάζουνε με κάτι μάτια που θα 'σουνα άδικος, περνώντας από μπροστά τους βιαστικά και γρήγορα.
   - Τους ναυαγούς δεν τους σώζεις, αν δεν παλαίψεις ώρες ωρών!...
   Για τους ναυαγούς τους δικούς του χρειαζότανε πάλαιμα χρόνων.
 
   Η κυρία Αντιγόνη έκανε το σταυρό της με απορία:
   - Ιδιαίτερα μαθήματα χωρίς δίδακτρα κύριε Νάσο; Πού ακούστηκε αυτό; Θα πληρώνετε είπατε και το ηλεκτρικό το περίσσιο;... Τι να σας πω;... Τα χάνω!
   Όμως, διόλου δεν τα 'χανε με τις μεταφράσεις που της έκανε από κείνα τα ακατανόητα γαλλικά φιγουρίνια και με τα σχέδια που της ξεκαθάριζε.
 
   Οι καιροί φεύγανε ρίχνοντας χιόνι στα μαλλιά του ελληνιστή. Πέρα από την αυλή του σκολειού, πάντα οι άνεμοι που δέρνανε τα κύματα και τις αμμουδιές.
   Δεν πόθησε τις στεριανές πολιτειούλες με τα μονοπάτια, τα βουνά και τους αμαξιτούς.
   Και μονάχα όταν τον καλούσανε σε γλέντι, όλοι δικαιώνανε τον Φωτεινό, τον βαρκάρη, με κείνο το παλαιό... «εγώ τουλάχιστο τονε βλέπω για στριφνόνε και αμίλητον»...
   Το τετράδιο δεν πλουτίστηκε με σελίδα δείγμα συγγραφικού ταλέντου.
   Και, από τις λαμπερές κοπέλες του ουράνιου τόξου, αυτός διάλεξε την πιο θαμπή.
   Πολλοί απορήσανε. Ο ίδιος όχι. Βαθιά του πίστεψε πως η κάθε ώρα γράφει την ιστορία της.
 
 Γαλανού Ειρήνη
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ
(ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ) - Τόμος 1, 
εκδ. ΆΛΜΠΑΤΡΟΣ

Σάββατο 22 Μαΐου 2021

Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ

   Κάθε απόγευμα, τα κάρα που έρχονταν απ' τον παλιό σταθμό φορτωμένα ψείρα, πληγή, μιζέρια, ανέβαιναν την οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου ως τη Δημαρχία κι άδειαζαν την προσφυγιά, στην αυλή, σαν κοπριά.
   Κάθε απόγευμα κατέβαινε κι ο Μπραΐμης απ' τον απάνω μαχαλά να πάει να φιλήσει το χέρι της θείας Χριστίνας. Ποιος τον θυμάται ακόμα τον τρελό Τούρκο της Φλώρινας;
   Στεκότανε μπροστά στη Δημαρχία κι' έβλεπε συγκινημένος την κατάντια των γκιαούρηδων. Χτυπούσε, με την πετρίτσα που βαστούσε πάντα στο χέρι, το μπρίκι του μποζατζή, κι όταν εκείνος γύριζε έτοιμος να σερβίρει, του έδειχνε τον ουρανό κι έλεγε:
   - Αλλάχ!
   Κατέβαινε πιο κάτω, σταματούσε μπροστά στο παλιατζίδικο του γερο-Ντάριο, χτυπούσε το τζάμι με την πετρίτσα του κι' έλεγε με συρτή φωνή:
   Αλλάαααχ!
   Κατέβαινε ο Μπραΐμης κι η βράκα του που γυάλιζε απ' τη λίγδα έδερνε αλύπητα τα άσαρκα πόδια του και τα ανάγκαζε να τρέχουν. Περνούσε μπροστά απ' το «ΩΡΟΛΟΓΙ» που συμβόλιζε την Παλιά Τουρκιά, μπροστά απ' το «ΕΘΝΙΚΟΝ» που αντιπροσώπευε τη Νέα Ελλάδα, και σε κάθε βήμα του θύμιζε στον κόσμο την δύναμη του Αλλάχ.
   Εκείνο το απόγευμα η θεία Χριστίνα στεκότανε μπροστά στην πόρτα της. Είχε δέσει τα χέρια της πάνω στο ορθοστημένο φτυάρι, ακουμπούσε πάνω το σταφιδιασμένο πρόσωπό της κι άφηνε τα δάκρυά της να λιώνουν το στοιβαγμένο χιόνι. Την είδε ο Μπραΐμης και κοντοστάθηκε. Έκρυψε την πετρίτσα στο ζουνάρι του, σκούπισε μηχανικά τα χέρια του στη λερή βράκα του, και πλησίασε με σεβασμό. Η θεία Χριστίνα δεν τον αντιλήφθηκε. Της άγγιξε ελαφρά τον ώμο κι όταν εκείνη σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε βουβή, ύψωσε το χέρι στον ουρανό και της ψιθύρισε:
   - Αλλάχ, τεία-Κριστίνα, Αλλάχ!
   - Ποιος Αλλάχ, Μπραΐμη; Ο δικός σου ή ο δικός μου;
   - Αλλάχ! Αλλάχ! ξανάπε ο τρελός, κι έσκυψε να της φιλήσει το χέρι. Κάθε απόγευμα, την ώρα που έφταναν τα κάρρα με τους πρόσφυγες, έβγαινε η θεία Χριστίνα στην πόρτα της, με το φτυάρι στο χέρι, δήθεν για να σηκώσει το χιόνι.
   - Μικρασιάτες είστε, καλοί μου άνθρωποι;
   - Μικρασιάτες.
   - Μήπως είδατε το γιο μου κατά 'κει; Ηλία τον λένε.
   - Ηλία;
   - Ναι. Ηλία Περιστέρη.
   - Όχι, κυρούλα, δεν τον είδαμε.
   - Είναι ψηλός, μελαχροινός...
   - Έρχονται άλλοι πολλοί πίσω από μας. Ρώτα και θα σου πούνε.
   Της είχανε πει χίλιες φορές πως το παλικάρι της το έφαγε ο Σαγγάριος, πριν από δυόμισι χρόνια, τον Αύγουστο του 1921, μα πώς μπορούσε να το πιστέψει; Πεθαίνουν τα παλικάρια; Πεθαίνει ποτέ το μονάκριβο παιδί μιας χήρας;
   Ούτε το μυαλό του Μπραΐμη δε μπορούσε να το χωρέσει ένα τέτοιο πράμα.
   Ήταν αδύνατο. Ο καρντάσης του, ο Ελία θα γύριζε μια μέρα κοντά στη γριά μάνα του. Να την παρηγορήσει. Να προστατέψει κι εκείνον. Με τους ματζίρηδες είχε γεμίσει η Φλώρινα παιδιά. Και τι παιδιά! Δεν τολμούσε ο κακομοίρης ο Μπραΐμης να βγει στο δρόμο. Τρέχανε το κατόπι του ουρλιάζοντας σα λαγωνικά πίσω απ' τ' αγρίμι, και τον τραβούσανε απ' τη βράκα του. Να τον ρίξουν κάτω, να τον σκοτώσουνε. Να πάρουνε Τούρκου ψυχή, να βγάλουνε το άχτι τους, τα προσφυγάκια! Αν ήταν εκεί ο φίλος του ο Ελία...
   - Μπακ, τεία - Κριστίνα, μπακ! ξεφώνισε ο Μπραΐμης χαρούμενος και της έδειξε κάτι στο βάθος του δρόμου.
   Ένα κοκαλιάρικο άλογο έσερνε πίσω του ένα τεράστιο δίτροχο κάρο φορτωμένο.
   Σύννεφα αχνού έβγαιναν απ' τα ρουθούνια του και τα πέταλά του, που γλιστρούσαν πάνω στον παγωμένο δρόμο, πετούσαν φωτιές. Πόσες ψυχές έφερνε στον παράδεισο σήμερα ο Μιλτιάδης ο Σκουπιδιάρης; Δέκα, δώδεκα, δεκατέσσερις; Δεν το ήξερε ούτε ο ίδιος. Του είπανε να φορτώσει και φόρτωσε. Έβαλε στον πάτο μιαν αράδα άνδρες, έβαλε πιο πάνω σταυρωτά, όπως βάζουνε τους κολιούς στο βαρέλι, μιαν αράδα γυναίκες και στην κορφή πάλι, σταυρωτά, έβαλε τα παιδιά.
   Χέρια και πόδια, με το τράνταγμα του κάρου, είχανε γίνει μαλλιά κουβάρια μα οι ψυχές ήταν στη θέση τους ήρεμες, αποκοιμισμένες.
   - Θεέ μου! ψιθύρισε η θεία Χριστίνα κάνοντας το σταυρό της, ποιος ουρανός τους δίκασε; Ποια γη τους τίναξε σα σκόνη των ποδιών της; Ποιοι δρόμοι κλείσανε στο πέρασμά τους και μας τους έστειλαν εδώ; Τι να τους δώσουμε να φάνε, τι να τους δώσουμε να πιούνε και πού να τους κοιμίσουμε;
   Όταν το κάρο έφτασε μπροστά στην πόρτα της θείας - Χριστίνας, ο Μπραΐμης τινάχτηκε στη μέση του δρόμου και σήκωσε τα χέρια στον αέρα.
   - Ντουρ!
   Στάθηκε ξαφνιασμένος ο Μιλτιάδης, στάθηκε και το άλογο που κρατούσε απ' το καπίστρι, στάθηκε και το κάρο με το ανθρώπινο φορτίο.
   - Νε βαρ, Ιμπραΐμ; ρώτησε ο Μιλτιάδης αφού ξανάσανε.
   Αντί για απάντηση ο Μπραΐμης γύρισε και του έδειξε τη θεία - Χριστίνα που εκείνη τη στιγμή έβγαινε απ' την πόρτα της μ' ένα τουρβαδάκι στο χέρι. Η θεία - Χριστίνα προχώρησε με βιαστικά βήματα, βύθισε το χέρι στο τουρβαδάκι, έβγαλε μια χουφτιά κάστανα και τα έδωσε στον καραγωγέα. Ήθελε να μοιράσει και στο φορτίο του μα ήτανε κοντή και δεν έφτανε.
   Ο Μπραΐμης τής πήρε το τουρβαδάκι απ' τα χέρια, έδωσε από μια χουφτιά στα παιδιά που ήταν απάνω - απάνω, άδειασε τα υπόλοιπα κάστανα μέσα στο κάρο και πέταξε το τουρβαδάκι πάνω στον ανθρώπινο σωρό.
   - Τι τρέχει; Φτάσαμε στη Φλώρινα; ακούστηκε μια βραχνή φωνή απ' τα τρίσβαθα του κάρου.
   - Όχι, μπαμπά! Μας δώσανε κάστανα. Θέλεις;
   - Δόξα σοι ο Θεός! είπε μια γυναικεία φωνή. Να που βρέθηκε κι ένας χριστιανός να μας δώσει κάτι!
   - Καλέ μαμά, Τούρκος είναι! είπε ένας σκελετός παιδιού τυλιγμένος μέσα σ' ένα στρατιωτικό μανδύα.
   - Τούρκος; Θεός σχωρέσ' τα πεθαμένα τ'! Είπες «εφκαριστώ» Σωκράτη;
   - Ε, εφέντη! φώναξε ο Σωκράτης μασσώντας λαίμαργα, εφκαριστώ! Ο Μπραΐμης, περήφανος που τον είπανε «εφέντη» έβαλε το χέρι στο στήθος, στο στόμα, στο μέτωπο, έκανε έναν κωμικό τεμενά κι ύστερα, δείχνοντας τον ουρανό, ούρλιαξε:
   - Αλλάχ! Αλλάχ!
   Έκανε νόημα του Μιλτιάδη να ξεκινήσει, φίλησε βιαστικά το χέρι της θείας - Χριστίνας -απ' τη συγκίνησή της η καημένη δεν τόλμησε να ρωτήσει τους πρόσφυγες αν είδανε το γιο της- κι έτρεξε να σπρώξει το κάρο που τραντάχτηκε πάνω στο παγωμένο καλντιρίμι.
 
   Στη Δημαρχεία, τα γραφεία, οι διάδρομοι, τα σκαλοπάτια είχαν γίνει το τελευταίο καταφύγιο των προσφύγων. Όρθιοι, γονατιστοί, καθισμένοι σταυροπόδι, ξαπλωμένοι πάνω στα σανίδια με το μπογαλάκι τους για μαξιλάρι, περίμεναν υπομονετικά τη σειρά τους.
   Λες και δεν είχαν ψυχή. Έλληνες ήταν αυτοί που δε φώναζαν, που δεν έβριζαν, που δεν τσακώνονταν; Έλληνες ή ανδράποδα;
   - Το κακό πέρασε τώρα! είπε ένας γέρος μ' ένα μωρό στην αγκαλιά. Η ζωή μας, από δω και πέρα, θα είναι παραπανίσια!
   - Κάθονταν λοιπόν ήσυχα και, σα μουσκάρια που αναμασσούν την τροφή τους, αναμασσούσανε τον πόνο τους.
   Αυτοί που είχαν τις σκοτούρες ήταν ο δήμαρχος, οι δημοτικοί σύμβουλοι, οι υπάλληλοι.
   Οι «σκλαβωμένοι αδελφοί που είχαν ξαναβρεί την ελευθερία τους» έμεναν άφωνοι, μα τα μάτια τους μιλούσαν και ζητούσαν στέγη, ρούχα, ψωμί, κάρβουνα, δουλειά. Μα πού να βρεθούν όλα αυτά τα αγαθά της ελευθερίας στη Φλώρινα; Τι είχε τότε η Φλώρινα; Τίποτε. Τίποτε; Κάτι είχε. Είχε μαγιά. Μάλλον μαγιές. Χίλιων λογιών μαγιές. Μαγιά ψωμιού, μαγιά σπιτιού, μαγιά οικογένειας, μαγιά πατρίδας, μαγιά ελπίδας, μαγιά λησμονιάς. Μα σε ποιον να πρωτοδώσει; Νάτανε ένας, νάτανε δύο... Ήτανε χιλιάδες. Ίωνες διωγμένοι απ' τους τόπους όπου οι πρόγονοί τους ίδρυσαν τόσες λαμπρές ελληνικές πόλεις. Καππαδόκες τρωγλοδύτες,  καλοθρεμμένοι Θράκες, πολύπαιδοι Πόντιοι, αεικίνητοι Καυκάσιοι, νοικοκυραίοι και προλετάριοι ίσοι τώρα στη μοίρα και στην ψείρα, είχανε ακούσει, λέει, στο δρόμο τους ότι στη Φλώρινα υπήρχαν ντομάτες να βάλουνε ζουμί τα παιδιά, νερά να πλύνουνε τα πόδια τους οι γυναίκες, γη να ξεμουδιάσουνε τα χέρια τους οι άντρες, και τρέξανε σα σε πανηγύρι.
   - Κύριε δήμαρχε!
   - Ντήμαρχος εφέντη!
   - Τσορμπατζή!
   - Εξοχώτατε!
   - Σπίτι, ψωμί, δουλειά, παρηγοριά!
   - Το όνομά σου πατριώτη;
   - Κυριάκος. Κυριάκος του Αθανασίου.
   - Το επίθετό σου;
   - Τι πράμα, παιδί μου;
   - Το οικογενειακό σου όνομα. Το παράνομά σου, πώς το λένε;
   - Α, ναι... Μπασματζής.
   - Πού γεννήθηκες;
   - Ε, πού να θυμάμαι τώρα;
   - Δεν έχεις κανένα χαρτί;
   - Τι να το κάνεις το χαρτί παιδί μου; Είχα κάτι χαρτιά στην τσέπη μου μα στο βαπόρι μ' έπιασε κόψιμο -με το συμπάθειο- και...
   - Καλά! Καλά! Ώστε δεν ξέρεις πόσω χρονών είσαι.
   - Πώς δεν ξέρω. 45 χρονών είμαι. Τον ερχόμενο Δεκέμβριο μπαίνω στα 46. Πρώτα ο Θεός!
   - Έγγαμος είσαι ή άγαμος;
   - Τι είπες παιδί μου, τι είπες; Δεν κατάλαβα.
   - Σε ρωτάει αν είσαι παντρεμένος, πατέρα! είπε το παιδί με το στρατιωτικό μανδύα.
   - Α, έτσι! Παντρεμένος είμαι, κύριε. Να και το χαρέμι μου η Καλλιόπη.
   Κι έδειξε μια γυναίκα που στεκότανε πλάι του τυλιγμένη σ' ένα μαύρο μεταξωτό σάλι, λείψανο παλιών μεγαλείων.
   - Ο μικρός είναι γιος σου; ρώτησε ο υπάλληλος.
   - Μοναχογιός μας. Σωκράτη τον λένε. Πάει στην τετάρτη δημοτικού. Αν είναι καλά τα σχολεία σας...
   - Είσθε τρεις λοιπόν;
   - Τρεις. Όταν φύγαμε είχαμε μαζί μας και τα πεθερικά μου, αλλά...
   - Είναι καμιά γνωστή σας οικογένεια εδώ;
   - Γιατί ρωτάς;
   - Να σας βάλω μαζί σ' ένα δωμάτιο. Δε μπορώ να δώσω ένα δωμάτιο για τρεις.
   - Είναι εδώ ο μπατζανάκης μου, μα τραβάει μαζί του τους γέρους του και τρία παιδιά. Εφτά αυτοί και τρεις εμείς, δέκα. Δέκα ψυχές σ' ένα δωμάτιο; Γίνεται ποτέ τέτοιο πράμα;
   - Πρέπει να γίνει, πατριώτη!
   - Καλά ντε, μη θυμώνεις! Σε λίγο οι γέροι θα μας αφήσουν γεια. Τα παιδιά θα παντρευτούν... το δωμάτιο θα μείνει άδειο. Δε μας βάζεις άλλους δέκα να 'χουμε και παρέα στα γεράματα;
   - Έχεις κέφι για αστεία, μπάρμπα. Χορτάτος είσαι;
   - Όχι, μα δε θα μας δώσετε κάτι να φάμε;
   - Πώς όχι! Όρεξη. Μπόλικη όρεξη!
   - Εχ, τι να γίνει; Είναι άλλοι που ούτε αυτό δεν  έχουν! 
 
   Χιονίζει... χιονίζει... Η νύχτα, με λύκου δόντια και περπατησιά αλεπούς, κατέβαινε ύπουλα απ' τα φαράγγια του Πισοδεριού, οι πολύμορφες νιφάδες κατρακυλούσαν αθόρυβα απ' τις πλαγιές του Αϊπαντελεήμονα, ενώ παραπειστική, ανέβαινε στον γκρίζο ουρανό η φωνή του χόντζα:
   - Ένας είναι ο Θεός και Προφήτης του ο Μωάμεθ! 
   Πρώτος μπήκε στο δωμάτιο ο Κυριάκος κι άπλωσε πάνω στα γυμνά σανίδια την ψάθα που είχε στον ώμο του.
   Ύστερα μπήκε, ο μπατζανάκης του ο Κλεάνθης, με μια τεράστια παλιά σόμπα, και πίσω του η Μάλαμα η γυναίκα του, με τους σωλήνες της σόμπας στην αγκαλιά.
   Κατόπι μπήκε η αδελφή της, η Καλλιόπη, γυναίκα του Κυριάκου, κρατώντας μια λάμπα πετρελαίου σα να ήτανε λαμπάδα αναστάσεως. Την άναψε.
   - Είδομεν το φως το αληθινόν!... άρχισε να ψάλλει ο Κλεάνθης.
   Στο κατώφλι, η γριά Αφροδίτη, η μητέρα του, έκανε κάτι νευρικές χειρονομίες. 
   - Λίγη υπομονή, μητέρα!
   Η γριά έδειξε το βρώμικο σακούλι που κρατούσε στα χέρια της, σα να έδειχνε ένα δελτίο προτεραιότητας στην είσοδο ενός υπεραστικού λεωφορείου.
   - Έμπα!
   Πήρε ο Κυριάκος το σακούλι, το άνοιξε, έβγαλε από μέσα μιαν εικόνα του Αγίου Γεωργίου που σκοτώνει το δράκο και την έστησε πάνω στο ράφι. 
   - Ας μπει κι αυτός!
   Μπήκε κι ο γέρος, έβγαλε απ' την τσέπη του ένα κλωναράκι τσιμισίρι και το έβαλε μπροστά στο εικόνισμα.
   Σ' αυτό το διάστημα τα τέσσερα παιδιά, καθένα με τρία τέσσερα ξύλα στην αγκαλιά, περίμεναν μπροστά στην πόρτα να τους δοθεί η άδεια εισόδου. 
   - Τα ξύλα παιδιά! φώναξε ο Κλεάνθης.
   Άναψε τη σόμπα και με μιας, οι δέκα ψυχές χαθήκανε μέσα στον καπνό.
   - Άνοιξε λίγο το παράθυρο, Κυριάκο!
   - Θα σκάσουμε!
   - Θα παγώσουμε!
   - Για κοίταξε! Είμαστε πίσω απ' το τζαμί!
   - Βρε που να χε... γκρίνιασε ο Κυριάκος, πάλι σε Τουρκιά πέσαμε!
   Η απέραντη αυλή, τριγυρισμένη από έναν ψηλό τοίχο, έμοιαζε μ' έναν χιονισμένο μικρό κάμπο. Ένα στενό δρομάκι ξεκινούσε απ' την πόρτα του δίπατου σπιτιού κι έφτανε σ' ένα σανιδένιο καλύβι, στην αντικρινή γωνιά της αυλής, που φορτωμένο χιόνι έγερνε σα να χαιρετούσε τους νεοφερμένους με μιαν υπόκλιση.
   - Για δες, καλέ, που βάλανε το χαλέ τους! Μια ώρα μακριά!
   Στη στέγη του καλυβιού δύο κάργες στεκότανε ακίνητες πλάι - πλάι. Γιατί δεν είχανε κουρνιάσει ακόμα τέτοια ώρα;
   Ένας άντρας κοντόχοντρος, με κατακόκκινο πρόσωπο, βγήκε απ' το καλύβι τυλίγοντας ακόμα το ζουνάρι στη μέση του. Όταν έφτασε στη μέση του μονοπατιού, γύρισε να δει πίσω του. Οι δύο κάργες, απ' την ανοιχτή πόρτα, χίμηξαν μέσα στο καλύβι. 
   - Φτου να μου χαθείτε, σιχαμερά πουλιά! είπε η γριά Αφροδίτη τρίβοντας τα ερεθισμένα μάτια της.
   - Γιατί τα βρίζεις τα κοράκια, Αφροδίτη; Έτσι τα έπλασε ο Θεός. Αυτά τουλάχιστο κάτι βρήκανε να φάνε! Ενώ εμείς...
   Κλείσανε το παράθυρο κι ενώ η σόμπα άρχισε να μπουμπουνίζει, ξαπλώσανε νηστικοί πάνω στην ψάθα, πρώτα οι γέροι, κατόπι τα παιδιά, ύστερα τα δύο ζευγάρια, και περίμεναν να 'ρθει ο ύπνος, να 'ρθει η μέρα, να 'ρθει η νέα ζωή.
   Στο διπλανό δωμάτιο, μια οικογένεια Ποντίων, που είχε φάει το κατσαμάκι της, το 'ριξε στο τραγούδι.
   «Αγάπεν που κι εγάπεσεν, φιλίαν που κι εποίκεν χαϊβάν έρθεν κι επέρασεν, χαλαμπαλούχ εποίκεν!»
 
   Τι ωραίο πρωί! Έπαιζε ο βοριάς με τα παγοκρύσταλλα που στόλιζαν το ακρόστεγο των σπιτιών και τα έκανε να ηχούν σαν να ήταν σωλήνες οργάνου σε καθολική εκκλησία.
   Αργοξυπνημένος ο ήλιος φώτιζε τις χιονισμένες βουνοπλαγιές και τις έκανε να παίρνουν αποχρώσεις γαλαζωπές, μολυβιές, ασημιές.
   Τι απαίσιο πρωί! Ξύπνησαν οι κακοκοιμισμένοι πρόσφυγες κι οι βραδινές ελπίδες τους έγιναν πάλι πρωινή απελπισία.
   - Ήλιε, φωτιά! Ήλιε, ψωμί! Ήλιε, δουλειά.
   Σε κάθε βήμα τους, σε κάθε άρνηση, σε κάθε αποτυχία ύψωναν το κεφάλι κι έβριζαν τον Ήλιο και τον καταριούνταν και τον έφτυναν. Μα ο βοριάς άρπαζε τα φτύματά τους και τους τα κόλλαγε στο πρόσωπο.
   Τι συνηθισμένο πρωί! Στο δωμάτιο όπου ζούσαν οι δύο οικογένειες εμφανίσθηκαν τα πρώτα συμπτώματα ζωής. Μπορεί ποτέ μ' ένα ζευγάρι γυαλιά να ψειριστούν δύο γέροι; Είναι δυνατόν τέσσερα παιδιά να ψήσουν το πρωινό κρεμμύδι τους με μια σόμπα χωρίς ξύλα; Είδατε ποτέ να μονιάσουν, σ' ένα δωμάτιο, δύο αδερφές που η μια έχει τα πεθερικά της και τρία παιδιά ενώ η άλλη δε σκέφτεται παρά το μοναχογιό της;
   - Ανατροφή είναι που δίνεις στα παιδιά σου, Μάλαμα; 
   - Εσύ ένα τον έχεις και δεν είσαι άξια να του πάρεις ένα ζευγάρι παπούτσια!
   - Ο δικός μου, και ξυπόλητος να πάει στο σχολείο, κάτι θα μάθει. Ενώ εσένα...
   - Ξυπόλητος θα πάω σχολείο, καλέ μαμά; ρώτησε ο Σωκράτης ανήσυχος.
   - Σωκράτη! φώναξε άγρια η μητέρα του. Είπαμε να σωπαίνεις όταν μιλούν οι μεγάλοι.
   - Καλά σου λέει! έκανε ο ξάδελφός του ο Δημητρός που, γονατισμένος πλάι του πάνω στην ψάθα, περίμενε να ψηθεί το κρεμμύδι του. Αν θέλεις τόσο πολύ να πας στο σχολείο, να σου δώσω τα παπούτσια μου.
   - Έξυπνε! Για μια φορά που έχω κι εγώ τύχη!
   - Τύχη ξε τύχη, δε τη γλιτώνεις!
   - Εμ, εσύ;
   - Εμείς είμαστε τρεις. Αν πάμε και οι τρεις στο σχολείο ποιος θα δουλέψει για τους γέρους; Ο μπαμπάς μού είπε ότι μπορώ να βγω να πουλάω σπόρια.
   - Πώς θα βγεις να πουλάς σπόρια αφού θα μου δώσεις τα παπούτσια σου; 
   - Αλήθεια, ξέχασα!
   Το μεσημέρι οι δύο άντρες γυρίσανε στο σπίτι ενθουσιασμένοι. Ο Κλεάνθης κρατούσε στην αγκαλιά του ένα τεράστιο λάχανο κι ο Κυριάκος έσφιγγε στην αμασχάλη του ένα κομμάτι γαϊδουροπέτσι.
   - Γυναίκες, φαΐ!
   - Σωκράτη, παπούτσια για το σχολείο!
   Βάλανε οι γυναίκες το λάχανο να βράσει και βρώμισε το δωμάτιο, το σπίτι. Μα όταν έκατσε ο Κυριάκος να κόψει το γαϊδουροπέτσι βρώμισε η γειτονιά, η Φλώρινα ολόκληρη.
   - Έλα Χριστέ και Παναγιά! φώναξε η Καλλιόπη, με τσαρούχια θα πάει το παιδί στο σχολείο;
   - Βάλε το πόδι σου εδώ, Σωκράτη, να σου πάρω τα μέτρα κι άσε τη μαμά να λέει! 
   - Βρωμάει μπαμπά! Γιατί;
   - Είναι δέκα μέρες που ψόφησε το ζώο, μα δε βάλανε αρκετό αλάτι στο πετσί του. Μη φοβάσαι Σωκράτη. Θα τρίψει η μαμά τα τσαρουχάκια σου με θυμίαμα και όταν περπατάς θα νομίζει ο κόσμος ότι περνάει κανένας άγγελος!
 
    Την άλλη μέρα, ο Κλεάνθης κι ο Κυριάκος πήρανε τα παιδιά τους, και, άρον άρον, πήγαν να τα παραδώσουν στο δάσκαλο. Να ησυχάσουν κι αυτοί κι οι γυναίκες τους.
   Ο Κλεάνθης άνοιξε την πόρτα του γραφείου του Διευθυντού και πέρασε μέσα το κεφάλι του.
   Ο Διευθυντής του δημοτικού σχολείου, ένας πενηντάρης, κοντόσωμος, ροδοκόκκινος, σήκωσε το κεφάλι απ' τα χαρτιά του.
   - Ορίστε!
   - Κυρ δάσκαλε, είπε ο Κλεάνθης μπαίνοντας με τη συνοδεία του, εγώ κι ο μπατζανάκης μου απ' εδώ σου φέρνουμε τα παιδιά μας. Τα παραδίνουμε στα χέρια σου. Μάθαμε πως το σχολείο σου είναι καλό. Έχουμε εμπιστοσύνη. Αν δεις πως είναι καλά για γιατροί, τα κάνεις γιατρούς. Αν κάνουνε για δικηγόροι, τα κάνεις δικηγόρους.
   - Κι αν δεν κάνουνε για τίποτε; ρώτησε ο Διευθυντής εύθυμα.
   - Αν δεν κάνουνε για τίποτε;
   Ο Κλεάνθης γύρισε και κοίταξε τον Κυριάκο που στεκότανε πίσω του σα να ζητούσε τη γνώμη του.
   Ο Κυριάκος κορδώθηκε, ξερόβηξε, έκανε ένα βήμα προς τα εμπρός και είπε με το συνηθισμένο κέφι του.
   - Με τα σκατά ντουβάρι δε γίνεται, κύριε διδάσκαλε, κατά που λέει ο λόγος. Χρειάζεται καλή λάσπη, ψιλό άχερο, γερή πέτρα και... μαστοριά, του λόγου σου την έχεις. Έτσι μας είπανε. Θα δεις λοιπόν και θα πράξεις. Μονάχα να μη ντροπιαστούμε στην κοινωνία εμείς που βάζουμε τα υλικά κι εσύ που θα βάλεις την τέχνη σου.
   - Μείνετε ήσυχοι, κύριοι, θα κάνω το καθήκον μου.
   Ο Διευθυντής έστειλε τους δύο μπατζανάκηδες στη δουλειά τους κι άρχισε τη δικιά του. Έβαλε τα παιδιά να καθίσουν, τα ρώτησε, τα εξέτασε, τα ξεψάχνισε κι έστειλε το καθένα στην τάξη που έπρεπε.
   Τελευταίος είχε μείνει ο Σωκράτης.
   Ο Διευθυντής τον κοίταξε προσεκτικά από πάνω ως κάτω και κούνησε λυπητερά το κεφάλι του.
   - Κακόμοιρο παιδί! ψιθύρισε.
   Τον είχανε κουρέψει το Σωκράτη προτού να τον φέρουνε στο σχολείο και το ψαλίδι, που δούλεψε άγρια, είχε αφήσει στο μακρουλό κεφαλάκι του βαθιά τα ίχνη του.
   Το ζουριασμένο πρόσωπο του παιδιού αυτού των 11 ετών, με δύο ματάκια τρομαγμένου ποντικιού, είχε για μόνο στολίδι ένα ζευγάρι τεράστια αυτιά κίτρινα, σα φύλλα που είναι έτοιμα να πέσουν.
   Ένας ξεθωριασμένος στρατιωτικός μανδύας, που είχε μετατραπεί βιαστικά σε μαθητικό σακάκι, έκρυβε μέσα του ένα σκελετωμένο κορμί τυλιγμένο σ' ένα παρδαλό πουκαμισάκι -προσφορά του Ερυθρού Σταυρού- και σ' ένα πανταλονάκι καμωμένο απ' τα λείψανα του ηρωικού μανδύα.
   Τα πόδια του παιδιού, ισχνά, κολυμπούσαν μέσα σ' ένα ζευγάρι μαύρες γυναικείες κάλτσες, τρυπητές, δεμένες με σπάγγους λίγο πιο πάνω απ' τα γόνατα. 
   Τα τσαρούχια από γαϊδουροπέτσι, με τις ψαλιδισμένες γκρίζες τρίχες τους απ' έξω, ύψωναν τις σφιχτοραμμένες μύτες τους σαν να περηφανεύονταν για τον ευγενή ρόλο που έπαιζαν.
   Ο Διευθυντής, αμίλητος, πήρε το Σωκράτη απ' το χέρι, τον έσυρε πίσω του ως την αίθουσα της τετάρτης τάξεως, άνοιξε την πόρτα και τον έσπρωξε μέσα τελείως τρομοκρατημένο.
   - Κύριε Στέφανε, είπε στο δάσκαλο, «ιδού και έτερος Καππαδόκης!».
   Ο Σωκράτης, που έκανε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να σταθεί στα πόδια του, μόλις άκουσε την πόρτα να κλείνει πίσω του, θυμήθηκε την ιστορία του Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων.
   «Εγώ είμαι ο Δανιήλ», είπε μέσα του, «κι όλοι αυτοί που κάθονται στα θρανία και με κοιτάνε πεινασμένα, κι ο ψηλέας -με τους φαρδιούς ώμους, με τα γκρίζα μαλλιά, με τη μεγάλη μύτη, με τα αστραφτερά μάτια- που κρατάει στη χερούκλα του το μεγάλο χάρακα, είναι οι λέοντες. Θα με σπαράξουνε αμέσως ή...» Έκλεισε τα μάτια και περίμενε.
   Κανένας βρυχηθμός μέσα στην αίθουσα. Κανένας θόρυβος. Ούτε ανάσα. Ξανάνοιξε ο Σωκράτης τα μάτια. Έριξε μια ματιά πάνω του μα δε φάνηκε ικανοποιημένος. Έσφιξε τους γρόθους για να υπολογίσει τις δυνάμεις του, μα κι εδώ δε βρήκε την απάντηση που ζητούσε. Λύγισε μια - δυο φορές τα γόνατα να δει αν μπορούσε να κάνει ένα σάλτο ως την πόρτα, μα ο πόνος που ένιωσε στα πόδια τού έκοψε την ανάσα. Είχε μουσκέψει τα τσαρούχια του, το πρωί: για να μαλακώσουν μα, ώσπου να πάει απ' το σπίτι στο σχολείο, το γαϊδουροπέτσι έγινε κόκκαλο απ' την παγωνιά και του έσφιξε τα δάχτυλα των ποδιών σαν μέσα σε γύφτικη ντανάλια.
   - Έλα 'δω, παιδί μου! είπε ο δάσκαλος, ο ψηλέας, με καλοσύνη.
   Ο Σωκράτης δεν κουνήθηκε απ' τη θέση του.
   - Έλα 'δω, είπα!
   Σαράντα παιδικά κεφάλια έσκυψαν αυτομάτως. Σαράντα ζευγάρια χέρια έδεσαν σφιχτά τα δάχτυλά τους πάνω στα αναλόγια, περιμένοντας να ξεσπάσει η μπόρα.
   Ο δάσκαλος έκανε δύο βήματα προς το παιδί, κι εκείνο οπισθοχώρησε, ακούμπησε στην πόρτα, σήκωσε τον αγκώνα σαν ασπίδα μπροστά στο πρόσωπό του.
   - Ακούς ή δεν ακούς;
   Καμιά απάντηση.
   - Με φοβάσαι;
   - Ντς! έκανε ο Σωκράτης χωρίς να χαμηλώσει την προστατευτική ασπίδα του.
   - Δε με φοβάσαι, ε;
   - Ντς!
   - Πώς σε λένε;
   - Σωκράτη.
   - Λοιπόν, Σωκράτη μου, εγώ θα σου μάθω να με φοβάσαι!
   Χύμηξε ο δάσκαλος πάνω στο παιδί, το άρπαξε απ' το γιακά και το σήκωσε στον αέρα, όπως σηκώνει ένας ταχυδακτυλουργός το λαγό που έβγαλε μέσα από ένα ψηλό καπέλο και τον δείχνει στους θεατές.
   - Για κοιτάξτε, παιδιά, τον ατρόμητο Σωκράτη!
   Ο κρεμασμένος έκανε μισή στροφή δεξιά, μισή στροφή αριστερά και ξανάκλεισε τα μάτια. Ούτε παράπονο ούτε διαμαρτυρία.
   Ο δάσκαλος σήκωσε το χάρακα που κρατούσε στο αριστερό χέρι για να δείξει στους μαθητές του -σαν να τους έκανε μάθημα ζωολογίας- ένα ένα τα μέρη που αποτελούσαν το περίεργο αυτό ανθρωποειδές. Την ίδια στιγμή, ο Σωκράτης που νόμισε πως ο χάρακας θα του κατέβαινε στο κεφάλι σαν κοφτερό σπαθί, σήκωσε τα χέρια για να προστατευθεί. Το σώμα του γλίστρησε μέσα στο φαρδύ σακάκι και σωριάστηκε στο πάτωμα.
   Ο δάσκαλος έμεινε σύξυλος στη μέση της αίθουσας δείχνοντας στους μαθητάς, με τον τεράστιο χάρακά του, τον κουτσουρεμένο μανδύα που άφησε άλλοτε νεκρό ένα παλληκάρι σε μιαν ανώνυμη ερημιά στη Μικρασία, που άφησε τώρα ταπεινωμένο ένα παιδί πάνω στα σανίδια ενός ανώνυμου δημοτικού σχολείου στη Φλώρινα.
   Ο δάσκαλος είναι ένας άνθρωπος σαν τους άλλους. Το μεσημέρι, όταν τελειώνει τη δουλειά του, γυρίζει στο σπίτι, μαζεύει γύρω την οικογένειά του και κάθεται στο τραπέζι. Μα η όρεξή του εξαρτάται απ' την ηλικία του, απ' τη νοοτροπία του, συχνά απ' το μισθό του και πάντοτε απ' τη συνείδησή του. Λένε πως ο δάσκαλος που έχει συνείδηση δεν έχει όρεξη.
   Ένα μεσημέρι ο δάσκαλος γύρισε στο σπίτι του κατσουφιασμένος. Η γυναίκα του, με τη λάτρα του σπιτιού, και τα παιδιά του, με τις ασχολίες τους, δεν το παρατήρησαν.
   Μα η μητέρα του, που καθότανε στη γωνίτσα της και περίμενε το γιο της, το είδε αμέσως.
   - Τι έχεις, Στέφανε; Ποιος σου χάλασε πάλι την καρδιά;
   - Δεν έχω τίποτε, μητέρα, μην ανησυχείς.
   Η γυναίκα του τού έριξε μια γρήγορη λοξή ματιά και κατέβασε με ορμή το πιρούνι της πάνω στο χέρι του Μιχαλάκη, του τελευταίου της, που ήταν μόλις 11 ετών, και που στο τραπέζι, ήταν πάντοτε ανυπόφορος.
   Τα παιδιά έφαγαν, σηκώθηκαν απ' το τραπέζι και πέρασαν στο διπλανό δωμάτιο.
   - Αφού έχετε μυστικά, σας αφήνω κι εγώ! είπε η γυναίκα του δασκάλου.
   - Καλέ, τι μυστικά, κόρη μου;
   - Ναι, ναι, σας ξέρω και τους δυο σας! Τι είμαι εγώ, στο κάτω κάτω της γραφής; Μια δούλα. Τίποτα παραπάνω!
   Μάνα και γιος δεν της αντιμίλησαν. Βγήκε πειραγμένη.
   - Λοιπόν, Στέφανε;
   - Λέω να παρατήσω το σχολείο.
   - Και για ποιο λόγο;
   - Δε μπορώ. Δε βαστώ πια!
   - Δεν έχεις δικαίωμα. Τα παιδιά...
   - Βέβαια! Τι θα γίνουν τα καημένα, ε; Ποιον θα κοροϊδεύουν, ποιον θα τυραννούν;
   - Μη λες πράμματα που δεν τα πιστεύεις, Στέφανε. Ήμουνα τριάντα χρόνια διδασκάλισσα και μπορώ να πω ότι τα παιδιά τα ξέρω όπως σε ξέρω.
   - Όχι, μητέρα! Δεν είναι πια τα παιδιά που γνώρισες. Είναι άλλη φουρνιά αυτή.
   - Ναι. Έτσι λέμε πάντα. Τα παιδιά είναι παιδιά. Οι μεγάλοι αλλάζουν. Και επειδή  δε θέλουν να το παραδεχθούν λένε πως αλλάζουν τα παιδιά.
   - Μπορεί να έχεις δίκιο, μητέρα. Μα τι να κάνω; Δεν τα βγάζω πέρα. Στην τετάρτη τάξη έχω τώρα σαράντα παιδιά. Από σαράντα καρυδιές καρύδια. Οι γονείς των απαιτούν: να μάθουν γράμματα! Το κράτος διατάζει: να γίνουν καλοί πολίτες! Εγώ επιμένω: να γίνουν άνθρωποι!
   - Είσαι παιδί ακόμα, Στέφανε!
   - Όχι! Δεν είμαι πια παιδί. Γι' αυτό δεν τα καταφέρνω. Ο δάσκαλος όταν νιώσει πως παύει να είναι παιδί πρέπει να δώσει την παραίτησή του. Δεν έχει πια τίποτε να δώσει στα παιδιά. Η καρδιά του κι η καρδιά των παιδιών δεν έχουν πια καμιά επαφή. Μπορεί ο ίδιος να το ξεχνά, μα τα παιδιά του το θυμίζουν κάθε μέρα.
   - Αμ, δεν το ξέρω;
   - Την περασμένη βδομάδα, μου φέρανε ένα άλλο προσφυγάκι, θα 'θελα να το 'βλεπες μητέρα!
   - Να μου το φέρεις να το δω, Στέφανε.
   - Θα σου το φέρω. Σωκράτη το λένε. Πας να του μιλήσεις, φουσκώνεις την καρδιά σου, γλυκαίνεις τη φωνή σου, και, μόλις το πλησιάσεις, σηκώνει τον αγκώνα να προφυλάξει το προσωπάκι του. Νομίζει πως θα το χτυπήσεις. Εσύ που με ξέρεις, μητέρα, πες μου σε παρακαλώ, είμαι τόσο άγριος στην όψη; 
   - Όχι, γιε μου, όχι! Μα αυτό που μου λες είναι τραγικό!
   - Το παιδί δεν είναι ανώμαλο. Ούτε έξυπνο, ούτε κουτό. Καλή πάστα. Έκανα μια βόλτα στη γειτονιά να δω πως ζουν οι γονείς του. Δέκα άτομα σ' ένα μικρό δωμάτιο, υγρό, σκοτεινό, χωρίς αέρα, χωρίς θέρμανση. Ο πατέρας του νόμισε πως πήγα να του ζητήσω την άδεια να δέρνω το παιδί του! «Δάσκαλε», μου είπε, «ξύλο όσο σηκώνει! Θέλω να μάθει γράμματα. Να μη μείνει σαν εμένα!» 
   - Δε μου λες, Στέφανε... Το χτύπησες αυτό το παιδί;
   - Ούτε το χτύπησα ούτε και γράμματα πρόκειται να του μάθω. Τι να τα κάνει τα γράμματα; Αυτό έχει ανάγκη από τροφή, από ρούχα, από στοργή. 
   - Το παιδί αυτό, Στέφανε, πρώτα απ' όλα έχει ανάγκη από πάλη. Έτσι είναι τα περισσότερα παιδιά της φυλής μας. Αυτή τη στιγμή γεννιέται μέσα του ένα σύμπλεγμα κατωτερότητας -βλέπει πως είναι μικρό, αδύνατο, φτωχό, κακοντυμένο ίσως, και προσπαθεί να αντιδράσει. Αν μπορέσει, σώθηκε. Αν δε μπορέσει, το σύμπλεγμα αυτό θα γίνει ψυχικό τραύμα αγιάτρευτο. Ξέρεις τι να κάνεις, Στέφανε;
   - Τι να κάνω μητέρα;
   - Να αγριέψεις! Να γίνεις κακός! Εχθρός του!
   - Τι λες!
   - Να το προκαλέσεις. Να παλαίψεις μαζί του και να το αφήσεις να σε νικήσει. Αν το κάνεις αυτό, Στέφανε, το έσωσες το παιδί.
   - Θα δοκιμάσω, μητέρα. Να πηγαίνω για να μην αργήσω.
   Άνοιξε με ορμή την πόρτα κι ο Μιχαλάκης, που ήτανε κολλημένος πάνω της και κρυφάκουε, ξαπλώθηκε μπρούμυτα στο πάτωμα.
 
    Το γραφείο του Διευθυντού, όπου έφτασε λίγο αργά, ήταν γεμάτο απ' την παρουσία ενός νεαρού ανθυπολοχαγού, με ολοκαίνουργια στολή και αστραφτερές επωμίδες.
   - Σεις είσθε ο διδάσκαλος του υιού μου; ρώτησε ο επιβλητικός ανθυπολοχαγός το βιαστικό δάσκαλο.
   - Πώς λέγεται ο γιος σας;
   - Μίμης Παπαξυγκερόπουλος!
   - Χμ... χμ! Εγώ είμαι. Ο γιος σας κύριε ανθυπολοχαγέ...
   - Ο υιός μου κύριε, μου ανέφερεν ότι... κατά τη διάρκειαν των μαθημάτων σας χρησιμοποιείτε την μαλλιαρήν.
   - Τι κάνω, λέει;
   - Εισάγετε εις το σχολείον την γλώσσαν των αχθοφόρων!
    - Μα... στη Φλώρινα, κύριε ανθυπολοχαγέ, αχθοφόρους δεν έχουμε!
    - Δεν είναι καιρός δια αστεία.
   - Έχετε δίκιο. Είναι η ώρα για το μάθημα της εκθέσεως. Ελάτε μαζί μου, σας παρακαλώ.
   Άρπαξε μια καρέκλα απ' το γραφείο και, με τον ανθυπολοχαγό σαν σκυλάκι στα πόδια του, μπήκε στην τάξη που είχε αρχίσει να εκνευρίζεται.
   - Καθήστε, κύριε ανθυπολοχαγέ!
   Πήγε ο ανθυπολοχαγός την καρέκλα την ακούμπησε στον τοίχο, πλάι στον πίνακα, κάθισε αντίκρυ στους μαθητές, έβαλε το ένα πόδι πάνω στο άλλο, σταύρωσε τα χέρια στο στήθος και περίμενε.
   Ο δάσκαλος πήρε την κιμωλία και με ωραία στρογγυλά γράμματα, έγραψε στον πίνακα:  
   Η άρκτος και οι δύο φίλοι
   Τα παιδιά σκύψανε αμέσως να γράψουν στο τετράδιό τους τον τίτλο της νέας εκθέσεως.
   - Προτού να σας διηγηθώ την ωραία αυτή ιστορία, είπε ο δάσκαλος, ας δούμε αν όλοι κατάλαβαν για τι πράμα θα σας μιλήσω σήμερα. Για πες μας, Παπαξυγκερόπουλε: Η άρκτος. Δεν πρόφτασε να τελειώσει τη φράση του κι ο μαθητής Μίμης Παπαξυγκερόπουλος του Αγαμέμνονος, σε στάση προσοχής μπροστά στον υπέροχο πατέρα του, άρχισε σαν πολυβόλο.
   - Η άρκτος, της άρκτου. Όνομα ουσιαστικόν, γένους θηλυκού, αριθμού ενικού, πτώσεως ονομαστικής και κλίσεως δευτέρας!
   - Μπράβο παιδί μου! Για εξήγησέ μας τώρα τι θα πει άρκτος.
   - Άρκτος θα πει... άρκτος θα πει...
   Ο Μίμης Παπαξυγκερόπουλος του Αγαμέμνονος δεν ήξερε τι θα πει «ελληνικά» άρκτος. Ο πατέρας του δεν μπόρεσε να τον βοηθήσει.
   - Ποιος από σας ξέρει τι θα πει άρκτος; ρώτησε ο δάσκαλος χαμογελώντας. Κανένας; Άντε να σας βοηθήσω λίγο. Ποιο ζώο αγαπά πολύ, πολύ το μέλι;
   - Η γιαγιά μου! βιάστηκε να πει ο Μίμης.
   Μα όταν, περήφανος για τη γρήγορη απάντησή του, γύρισε να δει το πρόσωπο του Αγαμέμνονος, ήταν σα να κατάπινε φαρμάκι. Ο δάσκαλος δεν επέμεινε.
   - Ας μας πει ένας άλλος τώρα ποιο ζώο αγαπάει πολύ τα καλαμπόκια.
 Μερικά χεράκια στήθηκαν πάνω στα θρανία με τον αγκώνα ακουμπισμένο στο αναλόγιο.
   - Εγώ κύριε!
   - Εσύ Ναούμ, για λέγε μας.
   - Η αρκούδα, κύριε!
   - Πώς το ξέρεις;
   - Φέτος βάλαμε καλαμπόκι σ' ένα χωράφι που έχουμε κοντά στο μύλο του Σαπουντζή. Κάθε βράδυ μια αρκούδα κατέβαινε απ' το βουνό κι έτρωγε τα κοτσάνια. Δεν μας άφηνε τίποτε. Αν είχε τουφέκι ο μπαμπάς μου...
   - Καλά, παιδί μου, πολύ καλά! Εσύ, Στυλιανέ, πες μας τι διαφορά υπάρχει μεταξύ άρκτου και αρκούδας.
   - Η αρκούδα αγαπάει τα καλαμπόκια!
   - Ωραία. Ενώ η άρκτος...
   - Είναι όνομα ουσιαστικόν, γένους...
   - Καλά, καλά. Εσύ, Σωκράτη, περιέγραψέ μας μιαν αρκούδα.
   - Η αρκούδα... είναι... μαλλιαρή.
   - Πολύ ωραία. Κάτσε. Εσύ, Ιωακείμ, πες μας αν ξέρεις ένα άλλο ουσιαστικό γένους θηλυκού, κλίσεως δευτέρας, που να μοιάζει με το άρκτος.
   - Η ... κα... η κάμηλος!
   - Μπράβο! Και τι θα πει κάμηλος, Ιωακείμ;
   - Κάμηλος θα πει... κάμηλος θα πει...
   - Καμήλα! ψιθύρισε ο ανθυπολοχαγός με αυτοπεποίθηση.
   - Καμήλα! επανέλαβε ο Ιωακείμ κι έστειλε ένα ωραίο χαμόγελο στον αξιωματούχο συμμαθητή του.
   - Σωστά! Πες μας τώρα, Μίμη, πώς είναι μια καμήλα;  
   - Η καμήλα, κύριε, είπε με στόμφο, είναι...μαλλιαρή! 
   Ο δάσκαλος γύρισε προς τον ανθυπολοχαγό και του είπε χαμογελώντας ειρωνικά.
   - Όπως βλέπετε, κύριε ανθυπολοχαγέ, τα ζώα που είναι γνωστά στα παιδιά είναι όλα... μαλλιαρά! Ενώ τα άγνωστα είναι ουσιαστικά... γένους... αμφιβόλου!
   - Σας παρακαλώ! διαμαρτυρήθηκε ο νεαρός αξιωματικός.
   - Σας παρακαλώ κι εγώ! Δεν τελείωσα!
   Γύρισε προς την τάξη, χτύπησε τρεις - τέσσερις φορές πάνω στο πρώτο θρανίο με το χάρακα που κρατούσε στο χέρι, και ρώτησε:
   - Τι γλώσσα μιλάς στο σπίτι, Ιωακείμ;
   - Τούρκικα.
   - Εσύ, Σωκράτη;
   - Βλάχικα.
   - Εσύ, Ναούμ;
   - Ποντιακά.
   - Εσύ, Χαΐμ;
   - Ισπανικά.
   - Εσύ Αγκόπ;
   - Αρμένικα.
   - Ποιος από σας μιλάει ελληνικά στο σπίτι, με τους γονείς του;
   Οχτώ παιδάκια σήκωσαν διστακτικά το χέρι.
   - Είναι καταπληκτικόν! είπε ο ανθυπολοχαγός αγανακτισμένος και σηκώθηκε να βγει.
   Ο δάσκαλος τον ακολούθησε στο διάδρομο.
   - Όπως είδατε, κύριε ανθυπολοχαγέ...
   - Δεν με πείσατε, κύριε! τον διέκοψε απότομα ο αξιωματικός.
   - Μα ήταν ανάγκη να σας πείσω; είπε ο δάσκαλος πειραγμένος. 
   - Όχι ανάγκη! Υποχρέωσις! Τα παιδιά, διδάσκαλε, πρέπει να εκμάθουν την ελληνικήν γλώσσαν!
   - Να μάθουν ελληνικά. Είμαστε σύμφωνοι. Μα ποια ελληνικά θέλετε να μάθουν; Τα ελληνικά των αναγνωστικών που μας στέλνουν; Τα ελληνικά της εκκλησίας, τα ελληνικά των δικηγόρων, των βουλευτών, των δημοσίων υπαλλήλων; Τα ελληνικά των εφημερίδων; Τα ελληνικά της αγοράς, της γειτονιάς, των καφενείων; Τα ελληνικά που μαθαίνετε εσείς στους στρατιώτες;
   - Δεν ξέρω, κύριε! Το κράτος σας πληρώνει και έχει την απαίτησιν να κάνετε το καθήκον σας. Κάνετε λοιπόν το καθήκον σας, έστω και δια μίαν φοράν!
   - Το καθήκον μου, νεαρέ, το έκανα ως Μακεδονομάχος! Το καθήκον μου το έκανα στη Μικρασία! Και θα το έκανα πάλι, δια μίαν άλλην φοράν, αν σας άρπαζα απ' το ζβέρκο, αλλά είμαστε στο σχολείο και...   
   - Βλέπω ότι οι αυτόχθονες, αφ' ης στιγμής η Φλώρινα εισήλθεν εις τους κόλπους της μητρός Ελλάδος...
   Ε! Τότε είναι που ανάψανε τα αίματα του δασκάλου. Έσφιξε τις γροθιές, τέντωσε το λαιμό και, σαν την κότα όταν αμολάει το αβγό που της βαραίνει την κοιλιά, έμπηξε τις φωνές.
   - Η Φλώρινα, κύριε, δεν εισήλθεν πουθενά! Ούτε εισήλθεν ούτε και εξήλθεν! Αφήστε τους κόλπους ήσυχους! Η Μακεδονία, κύριε, δεν είναι ψυχοκόρη της μητρός Ελλάδος. Είναι Ελλάδα! Μητέρα!
   - Θα διαμαρτυρηθώ, ψιθύρισε ο ανθυπολοχαγός μουδιασμένος.
   - Άντε, παιδί μου, να διαμαρτυρηθείς κι άσε με να κάνω κι εγώ τη δουλειά μου!
   Ο δάσκαλος συνόδευσε τον επισκέπτη του ως την εξώπορτα, κι όταν τον είδε να απομακρύνεται με σκυμμένο κεφάλι ξαναβρήκε αμέσως το κέφι του και του φώναξε:
   - Ε! Πατριώτη! Μάθε κι εσύ κάτι «έστω και δια μίαν φοράν!» Άρκτος, ελληνικά, θα πει αρκούδα!
   Εκείνο το μεσημέρι, όταν ο δάσκαλος έκατσε στο τραπέζι, με την οικογένειά του, είχε μια όρεξη καταπληκτική. Έφαγε ό,τι του βάλανε στο πιάτο, ζήτησε κι άλλο, κι άλλο!
   - Μην τρως έτσι λαίμαργα, Στέφανε! Τι παράδειγμα δίνεις στα παιδιά; είπε η γυναίκα του που είχε τα νεύρα της. Στην αρχή όλοι τον κοιτάζανε με περιέργεια, μα δεν άργησαν να τον αφήσουν ήσυχο να φάει, γιατί ο Μιχαλάκης άρχισε πάλι το καθημερινό νούμερό του!
   - Φάε το φαΐ σου, Μιχαλάκη!
   - Δικαίωμά μου δεν είναι να μην το φάω;
   - Καλέ, αυτό το παιδί είναι απελπισία!
   - Απελπισία είναι το φαΐ που μου δίνετε να φάω!
   Όταν ο δάσκαλος άδειασε και το τέταρτο πιάτο του, έριξε μια άγρια ματιά στο γιο του.
   - Μιχαλάκη, σου είπανε να φας το φαΐ σου! Δεν άκουσες;
   - Κι αν δεν το φάω;
   - Αν δεν το φας, θα σηκωθώ και...
   - Άδικα αγριεύεις, πατέρα! Αυτά που σου έμαθε η γιαγιά προχθές να τα εφαρμόζεις στο σχολείο! Εδώ δεν περνάνε!
   - Καλά, παιδί μου!
   Πήρε την πετσέτα του, σκούπισε το στόμα του με επιτήδευση, έκανε το σταυρό του.
   - Χόρτασες κιόλας μπαμπά; είπε ο Μιχαλάκης πειραχτικά.
   - Εγώ; Μπα! Φαΐ 'ναι αυτό να χορτάσει κανείς;
   - Μα εγώ θα πάω στο ζαχαροπλαστείο να φάω μερικές πάστες. Αν θέλεις να 'ρθεις μαζί μου...
   - Αλήθεια; Με θέλεις;
   - Ναι, αν βάλεις τα καλά σου.
   - Να βάλω τα καλά μου, μαμά; ρώτησε ο Μιχαλάκης δύσπιστος.
   - Τι με ρωτάς εμένα, αφού σου λέει ο μπαμπάς σου; 
   Λίγα λεπτά αργότερα, πατέρας και γιος έβγαιναν απ' το σπίτι πιασμένοι χέρι χέρι.
   - Να περάσουμε πρώτα απ' το σχολείο, Μιχαλάκη, να ειδοποιήσω τα παιδιά.
   - Δεν τα παρατάς! Απορώ πώς τα υποφέρεις όλα αυτά τα αλητόπαιδα!
   - Απορώ κι εγώ ο ίδιος, Μιχαλάκη. Μα θα τους δώσω σήμερα ένα μάθημα που θα το θυμούνται σ' όλη τους τη ζωή. Ο δάσκαλος μπήκε μέσα στην τάξη, κρατώντας τον γιο του απ' το χέρι και σφυρίζοντας μια κερκυραϊκή καντάδα. Τα παιδιά έμειναν κατάπληκτα. Πρώτη φορά έβλεπαν το δάσκαλό τους έτσι ίσιο, παρήφανο, χαρούμενο.
   - Παιδιά, τους είπε, σήμερα το απόγευμα μπορείτε να πάτε όπου θέλετε. Μάθημα δεν έχει. Είμαι αδιάθετος. Δρόμο λοιπόν. Να μείνει μόνο ο Σωκράτης Μπασματζής.
   Τα παιδιά βγήκαν ήσυχα ήσυχα, μα όταν βρέθηκαν έξω, σαν να ήταν συνεννοημένα, έτρεξαν ουρλιάζοντας προς την αγορά, όπου, το μεσημέρι, δυο χωροφύλακες είχανε κρεμάσει σ' ένα τηλεγραφόξυλο το κεφάλι ενός κομιτατζή.
   Ο Μιχαλάκης έριξε μια περιφρονητική ματιά στο Σωκράτη και του γύρισε τις πλάτες.
   Ο δάσκαλος έκλεισε την πόρτα και διέταξε.
   - Ξεντυθείτε και οι δυο σας! Τελείως!
   - Μα γιατί μπαμπά;  
   - Γιατί έτσι! Κάντε γρήγορα. Σας δίνω ακριβώς ένα λεπτό. Καθένας θα βάλει τα ρούχα του μπροστά στα πόδια του. Έτσι κάνουν στο στρατό.
   Τα δύο παιδιά, που νόμισαν ότι επρόκειτο για κανένα νέο παιχνίδι, άρχισαν να ξεντύνονται. Σε ένα λεπτό ήταν και τα δύο ολόγυμνα.
   - Σωκράτη, έλα δω και φόρεσε τα ρούχα του Μιχαλάκη. Κι εσύ, Μιχαλάκη, πήγαινε να βάλεις τα ρούχα του Σωκράτη.
   Πρώτος ήταν έτοιμος ο Σωκράτης. Με το γιορτινό κουστουμάκι, τα καινούργια παπούτσια και το ζεστό παλτουδάκι του Μιχαλάκη ήταν αγνώριστος.
   - Μπράβο Σωκράτη! Εσύ κέρδισες. Τα ρούχα που φοράς τώρα, είναι στο εξής δικά σου. Να και πέντε δραχμές να φας μια πάστα. Άντε, γεια σου!
   - Μπαμπά! ούρλιαξε ο Μιχαλάκης βλέποντας το Σωκράτη να φεύγει τρεχάτος. Τα ρούχα μου!
   - Τι έχουνε, παιδί μου, τα ρούχα σου; Ψείρες; Δεν πειράζει. Ντύσου και τρέχα στη μαμά σου να σε ψειρίσει!
 
   - Ο πατέρας σου ήταν Θεός! είπε μια μέρα, τριάντα χρόνια αργότερα, ο Σωκράτης στο Μιχαλάκη.
   - Όχι, Σωκράτη! Ο πατέρας μου ήταν Δάσκαλος! απάντησε ο Μιχαλάκης.

Δαγκίτσης Κώστας
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «ΕΤΑΙΡΙΑ»