Σάββατο 30 Ιουλίου 2022

ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

   
   Είπε να κάνει τη μισή του άδεια στην Αθήνα. Όχι γιατί η Αθήνα του Ιουλίου θα τού 'δινε την ξεκούραση που ποθούσε. Απλούστατα, εκεί θα έβρισκε μερικούς από τους ανθρώπους που κάποτε είχαν γεμίσει τη ζωή του.
   Πήγε σ' ένα ξενοδοχείο πέμπτης κατηγορίας, κοντά στη μητρόπολη. Το ήξερε αυτό το ξενοδοχείο από τότε που υπηρετούσε στρατιώτης, και το αγαπούσε για τη σπιτίσια του θαλπωρή. Ανέβαινες πέντε σκαλιά και τ' αυτιά σου γέμιζαν αμέσως κελαηδίσματα καναρινιών, ενώ η μύτη σου έσπαγε από βαριές μυρωδιές ανατολίτικης κουζίνας. Η ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου, με την ευχέρεια παλιάς ματρόνας, ξεπρόβαλε απ' το δωμάτιο της με μια γάτα κουλουριασμένη στο λαιμό της. «Ώστε απ' τη Σαλονίκη, ε;» και τον χάιδεψε στο σβέρκο. «Έκανα κι εγώ εκεί -ωραία πόλη. Όμως κι εδώ δε θα περάσεις άσκημα». Τον έκοψε που ήταν συνεσταλμένος και τον έστειλε στο τρίτο πάτωμα, όπου συνήθως έβαζε ανθρώπους ήσυχους: τα άλλα δυο πατώματα έπεφταν πιο μουρντάρικα.
   Ξάπλωσε ντυμένος στο κρεβάτι, ανακεφαλαιώνοντας τα όνειρά του: πώς θα απέφευγε τους πολλούς γνωστούς που είχε στην Αθήνα, με τι σειρά θα έκανε τις επισκέψεις του, με ποιον από τους τρεις θα πήγαινε εκδρομή στον Πόρο. Έβγαλε το μπλοκάκι του, ξανακοίταξε τις διευθύνσεις και πλημμύρισε τρυφερότητα βλέποντας τις ονομασίες των δρόμων, όπου έμελλε να ανανεώσει ύστερα από τρία χρόνια τις φιλίες του.
   Πρωί στις 11 πήρε το λεωφορείο για το Χαλάντρι. «Κτήμα Δασκαλοπούλου», είπε κάπως δειλά στον εισπράχτορα. Έβλεπε τα νεόχτιστα σπίτια, βίλες με περιποιημένους κήπους. Κατέβηκε σε μια περιοχή με μεγάλα κτήματα και λαχανόκηπους. «Πώς θα με δεχτεί, άραγε;» αναρωτήθηκε με συγκίνηση. «Θα βρω τάχα σε καμιά γωνιά του καθρέφτη τους τη φωτογραφία που βγήκαμε αγκαλιασμένοι στο στρατό;» Θυμήθηκε πρόπερσι, που είχε έρθει ο Δημήτρης απ' την Αθήνα και δεν τον βρήκε κι είπε στη μάνα του «να τού πείτε πως ήρθε ο Δημήτρης απ' το Χαλάντρι» κι η μάνα του είπε «α, είσαι συ, παιδί μου, που βγήκατε μαζί φωτογραφία στο στρατό;» Ώστε, σε κάποιον απ' αυτούς τους μπαξέδες θα δούλευε -κι αμέσως ένιωσε μέσα του αγάπη γι' αυτό το τοπίο. «Κτήμα Δασκαλοπούλου», είδε μια ταμπελίτσα μπροστά σε μια συρματένια πόρτα. Δύο πλάγιοι δρόμοι οδηγούσαν στους κήπους κι ένας μεσαίος έφερνε σ' ένα περιποιημένο δίπατο σπιτάκι. «Τι θέλετε, κύριε;» τον ρώτησε καχύποπτα ένας καλοντυμένος άνθρωπος που δε φαινόταν για επιστάτης. «Ήθελα το Δημήτρη Λουτράρη. Εδώ κάθεται;» «Και τι τον θέλετε το Δημήτρη Λουτράρη;» ρώτησε ο άνθρωπος, επαναλαμβάνοντας το όνομα και το επίθετο, με τρόπο πολύ εκνευριστικό. Τού 'ρθε να τον ξεχέσει και να φύγει, μα συγκρατήθηκε. «Είμαστε φίλοι απ' το στρατό», είπε κι αμέσως ένιωσε να γίνεται ανυπόφορη η ζέστη. «Δεν είναι, κύριε, εδώ. Να φωνάξω τη μητέρα του». Μια λαϊκή γυναικούλα φάνηκε απ' το ισόγειο του σπιτιού. «Κερά Κατινιώ», τη φώναξε με μια ουδέτερη ψυχρότητα. (Οπωσδήποτε ο άνθρωπος αυτός θα ήταν ο ιδιοκτήτης του κτήματος). «Αχ παιδάκι μου», είπε εγκάρδια η γυναίκα, «δεν είναι εδώ ο Δημήτρης μας. Έχει δυο μήνες που έφυγε στη Χιο. Κόπιασε μέσα να σού δώσω ένα κρύο νερό». Την ακολούθησε χωρίς να ευχαριστήσει τον εξοργιστικό κύριο. Αναγκάστηκε να τής διηγηθεί διάφορες αναμνήσεις απ' το στρατό: πώς βοηθούσε το γιο της στο υπασπιστήριο, πώς μεσολάβησε μια φορά για να μην τιμωρηθεί, πώς κάποτε τού δάνεισε τις αμερικάνικες αρβύλες του. Φυσικά, πουθενά η φωτογραφία τους στον καθρέφτη. Ζήτησε να δει φωτογραφίες του, μα ο Δημήτρης τις είχε πάρει μαζί του. Πήρε τη μαστίχα κι ευχήθηκε. Δεν υπήρχε τίποτα που θα μπορούσε να αποδείξει στη γυναικούλα αυτή πόσο στενοί κι αγαπημένοι φίλοι ήταν κάποτε με το γιο της. Φεύγοντας, συναντήθηκε πάλι με τον κύριο εκείνο.
   Δεν υπήρχε κανένας Δημήτρης στο κτήμα Δασκαλοπούλου.
 
   Έκανε μια μέρα να συνέλθει. Οπωσδήποτε, την εκδρομή στον Πόρο έπρεπε να την κάνει με τον Παναγιώτη. Στο κάτω κάτω, με το Δημήτρη από καιρό δεν είχαν αλληλογραφία, είχε κρυώσει το πράμα. Με τον Παναγιώτη ήταν αλλιώς· δεν υπήρχαν χάσματα στη φιλία τους. Κάθε φορά που έβλεπε στο φάκελο τη σφραγίδα του ΚΕΒΟΠ, ήξερε πως ένας λόγος τρυφερός θα ξεπηδούσε από μέσα. Εξάλλου, ο Παναγιώτης ήξερε πως το καλοκαίρι θα κατέβαινε στην Αθήνα.
   Πήρε το λεωφορείο για το Χαϊδάρι στις 4 το απόγευμα. Τότε φεύγαν οι αξιωματικοί, κι ο Παναγιώτης θα μπορούσε να τον δεχτεί ανενόχλητος απ' τα βλέμματα του υπασπιστή του. Θα τον έπαιρνε να κάνουν μια βόλτα στο Δαφνί, μετά κινηματόγραφο και το βράδυ διανυκτέρευση. Την άλλη μέρα, Κυριακή, πρωί πρωί εκδρομή στον Πόρο, χρώματα του Σαρωνικού, αττική μαγεία κτλ. Μετά, ο κουρασμένος αποχαιρετισμός, εκείνος στη στρατώνα, αυτός στη Σαλονίκη, με μια ευδιάθετη αισιοδοξία, αφού δε χάθηκαν ακόμα οι παλιοί δεσμοί.
   Κάμποσος κόσμος ήταν έξω από την πύλη: δυο τρία πορνίδια, δυο κορίτσια, μια γριά αρβανίτισσα με φακιόλι και καλάθι στο χέρι, παιδιά που πουλούσαν λεμονάδες και καλαμπόκια ψημένα, καροτσάκια με ΕΒΓΑ παγωτά, τα απογευματινά φύλλα. Οι στρατιώτες δεν είχαν αρχίσει να βγαίνουν ακόμα και μόνο ένας δυο υπαξιωματικοί περνούσαν εκείνη τη στιγμή από την πύλη.
   Ξαφνικά ανατρίχιασε: ο Παναγιώτης με ένα κορίτσι. Ντυμένος του κουτιού, με την επίσημη στολή, με αστραφτερά τα χρυσά γαλόνια του μόνιμου λοχία· κι αυτή καλούτσικη, γλυκιά, με μαργιόλικο περπάτημα. «Παναγιώτη!» φώναξε. Εκείνος γύρισε κι έμεινε ξερός. «Γιατί δε με ειδοποίησες που θα 'ρχόσουνα;» «Έχεις δίκιο», είπε κι έδωσε το χέρι του στο κορίτσι. Συστήθηκαν σαν πολύ στενοί φίλοι απ' το στρατό. Την έβαλαν στη μέση και περπάτησαν προς τα κάτω. Τούς χώριζε τώρα ένα κορίτσι, κι ούτε αυτή ανήκε ολόκληρη σε κείνον, ούτε αυτός. Κάτι σαν να θρυμματίστηκε μέσα του. Φυσικά, ούτε Δαφνί, ούτε Πόρος και προπάντων όχι άλλα ραντεβού. Ο Παναγιώτης ήταν καλός μονάχα γι' αλληλογραφία.
   Κάθισαν σ' ένα ζαχαροπλαστείο στο Αιγάλεω. Η πάστα ήταν απαίσια. Ανακάλυψε ξάφνου πως τον έσφιγγε πολύ η ζώνη και θα 'θελε να κλάψει ή να βρίσει. Μα τίποτε απ' αυτά. Αποχρωματισμένες αναμνήσεις απ' το στρατό μπροστά στο κορίτσι, λόγια, λόγια πολλά, μια προσπάθεια να γεφυρωθεί το κενό που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους -και το κορίτσι χαμόγελα πολλά και ξεθαρρεμένα χαϊδέματα στον Παναγιώτη. Μετά, τού πρότειναν σινεμά. Όμως τα νεύρα του είχαν πια τεντωθεί, τους ευχήθηκε καλό σαββατοκύριακο κι υποσχέθηκε να ξαναπεράσει τη Δευτέρα.
   Έφυγε σαν να γύριζε από κηδεία.
 
   Την Κυριακή την πέρασε μέσα. Αμέλησε τον Παρθενώνα και τον Κουν, έτρωγε στο ξενοδοχείο κι η ματρόνα τού 'φερε μια φορά το φαΐ μόνη της, λέγοντάς του: «Μα τι νταλγκάς σε τρώει, βρε παιδάκι μου;»
   Κατάστρωνε τώρα την τελευταία του εξόρμηση: το Γιώργο το Λεπαντιώτη. Δεν τούς συνέδεαν κοινές αναμνήσεις απ' το στρατό, ούτε αγκαλιασμένοι βγήκαν φωτογραφία, ούτε είχαν αλληλογραφία. Την τελευταία φορά που ήταν να συναντηθούν, δεν είχε πάει και ήταν βέβαιος πως ο Γιώργος δεν τού το είχε συγχωρήσει ποτέ. Όμως διαρκώς βούιζε στ' αυτιά του η φωνή του, γλυκιά κι εφηβική: «Αν ποτέ κατέβεις στην Αθήνα, μην αμελήσεις να περάσεις απ' την Καισαριανή». Αυτό μόνο· όχι «να 'ρθεις οπωσδήποτε», ούτε υποσχέσεις συγκινητικής φιλοξενίας. Κι αυτό το «μην αμελήσεις», δεν ήξερε γιατί, ηχούσε τόσο εγκάρδια μέσα του. Έπρεπε, λοιπόν, να πάει, να τού εξηγήσει γιατί δεν είχε έρθει στην τελευταία τους συνάντηση, να δει επιτέλους αν κρατούσε ακόμα την υπέροχη εκείνη γλυκύτητά του.
   Αρίωνος 27, Καισαριανή. Τον πέτυχε στο μπακάλικό τους, πάνω σε πολλή δουλειά, την ώρα που ζύγιαζε αντσούγιες. «Εσύ μάς έλειπες τώρα», τού είπε ο Γιώργος μόλις τον είδε, με μια ντομπροσύνη που έβγαινε απ' την πολλή εξοικείωση. Τον έβαλε να καθίσει στη μοναδική καρέκλα και συνέχισε τη δουλειά του. Πόσο είχε μεγαλώσει, πόσο είχε αλλάξει! Το παιδικό του πρόσωπο το χαράκωναν τώρα σκληρές γραμμές, τα μάτια του είχαν γίνει αντρικά.
    Σαν έκλεισε, τον πήρε σπίτι. Κάθισαν στο δωμάτιό του και μιλούσαν σιγανά για να μην ενοχληθεί ο θείος του, ο απόστρατος, που διάβαζε δίπλα. «Γιατί λοιπόν δεν ήρθες τότε;» έκανε σαν να ζητούσε λογαριασμό. Τον σοκάρισε πολύ αυτό το ύφος. «Θα σού εξηγήσω...». «Τι να μού εξηγήσεις, που με είχες και περίμενα τόση ώρα». «Τι συμβαίνει;» μπήκε απότομα μέσα ο θείος. «Ποιος είναι ο νεαρός και τι θέλει;» Ένιωσε τα μηνίγγια του να τον καίνε. Ο Γιώργος βιάστηκε να τον συστήσει. «Α, είναι εκείνος ο φίλος σου που σού έστειλε το Πάσχα ένα ωραίο βιβλίο; Έτσι μπράβο. Με τέτοια παιδιά να κάνεις παρέα, που μού 'γινες μάγκας».
   Πέρασαν λίγα λεπτά σε μια κατάσταση αμηχανίας. Υπόγεια ρεύματα τόν τραβούσαν μακριά από κείνο το σπίτι. Αυτός ο θείος, με τις απανωτές ερωτήσεις του για την επανάσταση του '21, ήταν αφόρητος. Αλλά κι ο Γιώργος είχε ένα ύφος που τον αποθάρρυνε. Μονάχα το ονοματεπώνυμο ήταν το ίδιο, όλα τ' άλλα είχαν αλλάξει. Δεν ήταν πια το αθώο παιδί της Ναυπάκτου, που έκλαιγε μια βδομάδα όταν αποχωρίστηκε τη μάνα του και τον κήπο του. Αλήθεια, τι σχέση μπορούσε να έχει ο μάγκας της Καισαριανής με το νεαρό Λεπαντιώτη;
 
   Έφυγε από την Αθήνα καταπικραμένος. Ετοίμασε την ταξιδιωτική τσάντα του κι έριξε μια ματιά στο δωμάτιο που είχε κοιμηθεί τέσσερα βράδια. Ούτε Δημήτρης, ούτε Παναγιώτης, ούτε Γιώργος. Και φυσικά, ούτε ταξιδάκι στον Πόρο. Τίποτα. Μονάχα η στιγμή που πρωτόρθε και ξάπλωσε με τα ρούχα του στο κρεβάτι, για ν' αναπολήσει τη χαρά που τον περίμενε στην Αθήνα.
   «Καμιά μικρούλα, ε;» τον ρώτησε πονηρά η ματρόνα και τού έκλεισε το μάτι. Κι ύστερα, τακτοποιώντας το λογαριασμό, πρόσθεσε: «Έφταιξα εγώ που δε σ' έβαλα στο κάτω πάτωμα, να περάσεις ζωή και κότα...»
 
Χριστιανόπουλος Ντίνος
Περιοδικό «Κόσκινο», 
τεύχος 2, Ιούλιος - Σεπτέμβριος 1968

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2022

ΑΥΤΗ ΠΟΥ Μ' ΑΓΑΠΑΕΙ

   Ι
   Αυτή που μ' αγαπάει, είναι άραγε μια καθώς πρέπει κυρία μέσα στο μετάξι, τις δαντέλες και τα μπιζού, που ονειρεύεται τον έρωτά μας στον καναπέ ενός μπουντουάρ; Να 'ναι μήπως μαρκησία ή δούκισσα, λεπτή κι ανάλαφρη σαν όνειρο, που σέρνει νωχελικά στο χαλί τα κύματα των λευκών φορεμάτων της κάνοντας μια μικρή γκριμάτσα, γλυκύτερη κι από χαμόγελο;
   Αυτή που μ' αγαπάει, είναι πάλι η κομψή μοδιστρούλα που βαδίζει ελαφρά κι ανασηκώνει το φουστάνι της για να πηδήξει τα ρυάκια της βροχής, αναζητώντας ένα φιλοφρονητικό βλέμμα για τη φίνα γάμπα της; Είναι η καλή κόρη που πίνει απ' όλα τα ποτήρια ντυμένη σήμερα στα σατέν, αύριο μ' ένα τσίτι, βρίσκοντας στο θησαυρό της καρδιάς της λίγη αγάπη για τον καθένα;
   Αυτή που μ' αγαπάει, είναι ίσως το ξανθό παιδί που γονατίζει για να προσευχηθεί δίπλα στη μητέρα του; Η τρελή παρθένα που με φωνάζει το βράδυ μέσ' στα σκοτεινά δρομάκια; Είναι η μελαχρινή χωρική που καθώς περνάει με κοιτάζει και μού φέρνει στο νου στάχια και ώριμα σταφύλια; Η φτωχή γυναίκα που μ' ευχαριστεί για την ελεημοσύνη μου; Η γυναίκα ενός άλλου, εραστή ή συζύγου, που την πήρα από πίσω μια μέρα και που δεν ξαναείδα πια;
   Αυτή που μ' αγαπάει, είναι κόρη της Ευρώπης, λευκή σαν την αυγή; Κόρη της Ασίας, με χρώματα κίτρινα και χρυσαφιά σαν ηλιοβασίλεμα; Ή πάλι, κόρη της ερήμου, μαύρη σαν μια νύχτα θύελλας; Αυτή που μ' αγαπάει, τη χωρίζει από μένα ένας λεπτός τοίχος; Είναι πέρα από τις θάλασσες; Είναι πέρα από τ' αστέρια;
   Αυτή που μ' αγαπάει, μήπως δεν έχει ακόμα γεννηθεί; Μήπως έχει πεθάνει εδώ κι εκατό χρόνια;
 
ΙΙ 
   Χθες την έψαξα σε μια εμποροπανήγυρη. Είχε γιορτή στη γειτονιά κι ο κόσμος ντυμένος στα κυριακάτικα σεργιάνιζε θορυβωδώς στους δρόμους.
   Μόλις είχαν ανάψει τα φώτα. Η λεωφόρος ήταν κατά διαστήματα διακοσμημένη με κίτρινους και μπλε στύλους, στολισμένους με χρωματιστά λυχναράκια που κάπνιζαν καθώς καιγόταν το φυτίλι τους και τρόμαζαν στο φύσημα του αέρα. Ανάμεσα στα δέντρα, τρεμοφέγγανε βενετσιάνικα φανάρια. Κατά μήκος των πλευρών του δρόμου, απλώνονταν παράγκες από πανί, αφήνοντας να σέρνονται στο ρείθρο τα κρόσσια των κόκκινων μπερντέδων τους. Οι χρυσαφιές φαγιάντζες, οι φρεσκομπογιατισμένες καραμέλες, το λαμπύρισμα των πάγκων αντανακλούσαν στο σκληρό φως των φανοστατών.
   Στον αέρα υπήρχε μια μυρωδιά σκόνης, βανίλιας και τσουρεκιών· οι λατέρνες τραγουδούσαν· οι παλιάτσοι, αλευρωμένοι, γελούσαν κι έκλαιγαν κάτω από μια βροχή από καρπαζιές και κλωτσιές. Ένα ζεστό σύννεφο έπεφτε βαρύ πάνω σ' αυτήν την ευφορία.
   Πάνω απ' αυτό το σύννεφο, πάνω απ' αυτούς τους θορύβους, απλωνόταν ένας καλοκαιρινός ουρανός πέρα για πέρα καθαρός και μελαγχολικός. Ένας άγγελος είχε μόλις φωτίσει τον ουρανό για κάποια θεϊκή γιορτή, γιορτή βαθύτατα γαλήνια του απείρου.
   Χαμένος μέσα στο πλήθος ένιωθα τη μοναξιά της καρδιάς μου. Προχωρούσα, ακολουθώντας με το βλέμμα τα κορίτσια που στο πέρασμά τους μού χαμογελούσαν, αναλογιζόμενος ότι δε θα ξανάβλεπα αυτά τα χαμόγελα. Αυτή η αίσθηση τόσων ερωτευμένων χειλιών που μόλις είχα δει για ένα λεπτό και είχα χάσει για πάντα, έγινε άγχος μέσα μου.
   Έφτασα έτσι σ' ένα σταυροδρόμι, στη μέση μιας λεωφόρου. Στ' αριστερά, στηριγμένη σε μια φτελιά, στεκόταν μια παράγκα απομονωμένη. Στο μπροστινό της μέρος, μερικές κακοβαλμένες σανίδες σχημάτιζαν μιαν εξέδρα και δυο φανάρια φώτιζαν την πόρτα, που δεν ήταν παρά ένα πανί ανασηκωμένο σαν κουρτίνα. Την ώρα που σταμάτησα, ένας άνδρας με κοστούμι μάγου, μεγάλη μαύρη μπέρτα και μυτερό καπέλο σπαρμένο μ' αστέρια, καλούσε μεγαλοφώνως το πλήθος, ψηλά από την εξέδρα.
   «Περάστε», φώναζε, «περάστε, καλοί μου κύριοι, περάστε, ωραίες μου δεσποινίδες. Έρχομαι βιαστικός απ' τα βάθη της Ινδίας για να ευφράνω τις νεανικές καρδιές. Εκεί είναι που άρπαξα με κίνδυνο της ζωής μου τον καθρέφτη του Έρωτα που τον φύλαγε ένας τρομερός Δράκος. Καλοί μου κύριοι, ωραίες μου δεσποινίδες, σάς φέρνω την πραγματοποίηση των ονείρων σας. Περάστε, περάστε να δείτε Αυτήν που σάς αγαπάει! Για δυο πεντάρες. Αυτή που σάς αγαπάει!»
   Μια γριά, ντυμένη χορεύτρια, ανασήκωσε το πανί. Κοίταξε το πλήθος μ' ένα αποχαυνωμένο βλέμμα· ύστερα με χοντρή φωνή:
   «Δυο πεντάρες», φώναξε, «δυο πεντάρες. Αυτή που σάς αγαπάει! Περάστε να δείτε Αυτή που σάς αγαπάει!»
 
ΙΙΙ
   Ο μάγος έπαιξε στο μεγάλο τύμπανο μια εύθυμη φαντασία. Η χορεύτρια κρεμάστηκε σε μια καμπάνα και τον συνόδευσε.
   Ο κόσμος δίσταζε. Ένας εκπαιδευμένος γάιδαρος που παίζει χαρτιά παρουσιάζει ζωηρό ενδιαφέρον· ένας κουταλιανός που σηκώνει 100 κιλά βάρος είναι θέαμα που δύσκολα θα βαριόταν κανείς· δε μπορεί επίσης κανείς ν' αρνηθεί, ότι μια μισόγυμνη γιγαντογυναίκα είναι καμωμένη για να διασκεδάζει όλες τις ηλικίες. Όμως να δεις Αυτήν που σ' αγαπάει, είναι στ' αλήθεια το λιγότερο που σ' απασχολεί και κάτι που δεν υπόσχεται την παραμικρή συγκίνηση.
   Εγώ, ωστόσο, είχα ακούσει με ευλάβεια το κάλεσμα του ανθρώπου με τη μεγάλη μπέρτα. Οι υποσχέσεις του ανταποκρίνονταν στην επιθυμία της καρδιάς μου· έβλεπα μια πρόνοια στην τύχη που είχε μόλις οδηγήσει τα βήματά μου. Αυτός ο άθλιος τύπος ανέβηκε εξαιρετικά στην εκτίμησή μου, καθώς έκπληκτος τον άκουγα να διαβάζει τις κρυφές μου σκέψεις. Μού φάνηκε να καρφώνει επάνω μου φλογερές ματιές καθώς χτυπούσε το μεγάλο τύμπανο με διαβολική μανία και μού φώναζε να μπω με μια φωνή πιο ψιλή κι απ' αυτή της καμπάνας.
   Ακουμπούσα το πόδι μου στο πρώτο σανίδι, όταν ένιωσα να με σταματάνε. Γύρισα και είδα κάτω από την εξέδρα έναν άνθρωπο να με τραβάει απ' το ρούχο. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ψηλός κι αδύνατος· είχε χέρια μεγάλα, καλυμμένα με δικτυωτά γάντια, ακόμα μεγαλύτερα· φορούσε ένα καπέλο που με τον καιρό είχε χάσει το χρώμα του, ένα μαύρο κοστούμι ξασπρισμένο στους αγκώνες και ένα ελεεινό κασμίρ παντελόνι, κιτρινισμένο απ' το λίπος και τη λάσπη. Διπλώθηκε στα δύο με βαθιά, έξοχη υπόκλιση κι ύστερα με γλυκιά φωνή μού απηύθυνε αυτό το λόγο:
   «Λυπάμαι, κύριε, που ένας νέος με αγωγή δίνει στο πλήθος το κακό παράδειγμα. Είναι πολύ ελαφρόμυαλο να ενθαρρύνει κανείς την αναισχυντία αυτού του κατεργάρη που ποντάρει πάνω στις κακές μας ορμές· γιατί βρίσκω βαθύτατα ανήθικα αυτά τα λόγια που ξεστομίζονται έτσι ανοιχτά και καλούν κορίτσια κι αγόρια σε μια ακολασία της όρασης και του πνεύματος. Ω, κύριε, ο λαός είναι αδύναμος. Εμείς, οι άνθρωποι που η παιδεία  μάς έκανε δυνατούς, έχουμε -σκεφτείτε το- σοβαρά κι επιτακτικά καθήκοντα. Ας μην αφηνόμαστε σε αμαρτωλές περιέργειες, ας είμαστε αξιοπρεπείς σε όλα. Το ήθος της κοινωνίας εξαρτάται από εμάς, κύριε».
   Τον άκουσα να μιλάει. Δεν είχε αφήσει το ρούχο μου και δεν έλεγε να τελειώσει την υπόκλισή του. Με το καπέλο στο χέρι, μιλούσε με μια ηρεμία και μια ηπιότητα που ούτε κατά διάνοια θα μπορούσε να με κάνει να οργισθώ. Μού αρκούσε, όταν σώπασε, να τον κοιτάω κατάματα χωρίς να τού απαντώ. Διέκρινε ένα ερωτηματικό σ' αυτή τη σιωπή.
   «Κύριε», ξαναείπε, χαιρετώντας με εκ νέου, «κύριε, είμαι ο Φίλος του λαού κι έχω ως αποστολή μου την ευτυχία της ανθρωπότητας».
   Πρόφερε αυτές τις λέξεις με μια ταπεινή έπαρση και τεντώθηκε ολόκληρος απότομα. Τού γύρισα την πλάτη κι ανέβηκα στην εξέδρα. Πριν να μπω, την ώρα που σήκωνα το πανί, τον κοίταξα μια τελευταία φορά. Είχε πάρει με λεπτότητα τα δάχτυλα του αριστερού χεριού του με το δεξί χέρι, προσπαθώντας να σβήσει τις ζάρες των γαντιών που απειλούσαν να τον εγκαταλείψουν.
   Κατόπιν, σταυρώνοντας τα χέρια, ο Φίλος του λαού κοίταξε με τρυφερότητα τη χορεύτρια.
 
IV
   Άφησα την κουρτίνα να ξαναπέσει και βρέθηκα μέσα στο ναό. Ήταν ένα είδος μακρόστενου δωματίου, χωρίς κανένα κάθισμα, με τοίχους από πανί, που φωτιζόταν από ένα μόνο λυχνάρι. Κάποιοι, περίεργα κορίτσια, αγόρια που έκαναν θόρυβο, ήταν ήδη συγκεντρωμένοι. Όλα μάλιστα γίνονταν με τη μεγαλύτερη ευπρέπεια: ένα σχοινί τεντωμένο στη μέση του δωματίου χώριζε τους άνδρες από τις γυναίκες.
   Για να πούμε την αλήθεια, ο Καθρέφτης του Έρωτα δεν ήταν παρά δύο κάτοπτρα δίχως φύλλο υδραργύρου στο πίσω μέρος, ένα σε κάθε χώρισμα, μικρά στρογγυλά τζάμια που έβλεπαν στο εσωτερικό της παράγκας. Το υπεσχημένο θαύμα πραγματοποιείτο με αξιοθαύμαστη απλότητα: έφτανε να βάλεις το δεξί μάτι στο τζάμι, κι από πίσω, χωρίς να σε περιμένουν σημεία και τέρατα, εμφανιζόταν η αγαπημένη. Πώς να μην πιστέψεις σ' ένα τόσο χειροπιαστό όραμα!
   Δεν είχα το κουράγιο να υποστώ αμέσως τη δοκιμασία. Η χορεύτρια, καθώς πέρναγα, με είχε κοιτάξει μ' ένα βλέμμα που μού πάγωνε το αίμα· πού να ξέρω εγώ τι με περίμενε πίσω απ' αυτό το τζάμι: ίσως ένα τρομερό πρόσωπο με μάτια ξεψυχισμένα και μελανιασμένα χείλη· μια εκατοντάχρονη, πεινασμένη για νεανικό αίμα, ένα απ' αυτά τα δυσειδή πλάσματα που βλέπω να περνάνε απ' τους εφιάλτες μου τη νύχτα.
   Δεν πίστευα πια σε ξανθές υπάρξεις, με τις οποίες γενναιόδωρα γεμίζω την ερημιά μου. Θυμόμουνα όλες τις άσχημες που μού δείχνουν κάποια τρυφερότητα και αναρωτιόμουν με τρόμο, εάν δεν ήταν μια απ' αυτές τις άσχημες που επρόκειτο να μού εμφανισθεί.
   Τραβήχτηκα σε μια γωνιά. Για να ξαναπάρω κουράγιο, κοίταζα αυτούς που, πιο τολμηροί από εμένα, πήγαιναν να μάθουν τη μοίρα τους χωρίς τόσα καμώματα. Δεν άργησα να δοκιμάσω μια ιδιαίτερη ευχαρίστηση μπροστά στο θέαμα των διαφόρων αυτών προσώπων με το δεξί μάτι ορθάνοιχτο, το αριστερό κλεισμένο με δυο δάχτυλα. Χαμογελούσαν το καθένα τους, ανάλογα με το πόσο τα ευχαριστούσε η οπτασία. Καθώς το τζάμι ήταν λίγο χαμηλά, έπρεπε να γείρεις ελαφρώς. Τίποτα δε μού φάνηκε πιο αλλόκοτο απ' αυτούς τους ανθρώπους που στήνονταν στη σειρά για να δουν την αδερφή - ψυχή μέσα από μια τρύπα μερικών εκατοστών.
   Δυο στρατιώτες έκαναν το πρώτο βήμα· ένας λοχίας μαυρισμένος απ' τον ήλιο της Αφρικής κι ένας νεαρός νεοσύλλεκτος, αγόρι που μύριζε ακόμα γη, με το σώμα τυλιγμένο σε μια κάπα τρεις φορές μεγαλύτερη. Ο λοχίας γέλασε με δυσπιστία. Ο νεοσύλλεκτος έμεινε για κάμποση ώρα διπλωμένος, ιδιαίτερα κολακευμένος απ' την ιδέα να 'χει μια φιλενάδα.
   Μετά ήρθε ένας χοντρός με άσπρο σακάκι, φάτσα κόκκινη και πρησμένη, ο οποίος κοιτούσε ατάραχα, δίχως γκριμάτσα χαράς ή δυσαρέσκειας, σαν να 'ταν εντελώς φυσικό το να μπορούσε ν' αγαπηθεί από κάποιον.
   Τον ακολουθούσαν τρεις μαθητές, αντράκια δεκαπέντε - δεκάξι χρόνων, με ύφος θρασύ, που έσπρωχναν ο ένας τον άλλον, στην προσπάθειά τους να πείσουν ότι είχαν την τιμή να 'ναι μεθυσμένοι. Κι οι τρεις τους ορκίστηκαν ότι αναγνώρισαν τη θεία τους.
   Έτσι διαδέχονταν οι περίεργοι ο ένας τον άλλον μπροστά στο τζάμι κι ούτε που θα μπορούσα να θυμηθώ σήμερα τις διαφορετικές εκφράσεις του προσώπου τους που μ' εντυπωσίασαν τότε.
   Ω οπτασία της αγαπημένης! Τι φοβερές αλήθειες  έκανες αυτά τα ορθάνοιχτα μάτια να πούνε!
   Αυτά ήταν οι πραγματικοί καθρέφτες του έρωτα, καθρέφτες όπου η γυναικεία χάρη αντανακλάτο σ' ένα ύποπτο, αμυδρό φως, όπου η λαγνεία ξεδιπλωνόταν μέσα στη βλακεία.
 
V
   Τα κορίτσια, στο άλλο τζάμι, διασκέδαζαν με πιο έντιμο τρόπο. Στα πρόσωπά τους δε διάβαζα παρά μεγάλη περιέργεια· ούτε ίχνος αισχρής επιθυμίας, ούτε η παραμικρή πονηρή σκέψη. Έρχονταν η μια μετά την άλλη να ρίξουν μια έκπληκτη ματιά απ' το στενό άνοιγμα και απομακρύνονταν, άλλες λίγο ονειροπόλα, άλλες γελώντας σαν τρελές.
   Για να πω την αλήθεια, δεν πολυξέρω και τι έκαναν εκεί. Αν ήμουν γυναίκα, έστω και λίγο ωραία, δε θα 'χα ποτέ την ανόητη ιδέα  να μπω στον κόπο για να πάω να δω τον άντρα που μ' αγαπάει. Τις μέρες που η καρδιά μου θα 'κλαιγε για τη μοναξιά της, κι οι μέρες αυτές είναι μέρες της άνοιξης και της λιακάδας, θα πήγαινα σ' ένα ανθισμένο μονοπάτι να κάνω κάθε περαστικό να με λατρέψει. Το βράδυ θα επέστρεφα πλούσια από έρωτα.
   Βεβαίως, οι δικές μου περίεργες δεν ήταν όλες εξίσου ωραίες. Οι όμορφες δεν έδιναν καμιά σημασία στην τέχνη του μάγου, καθώς εδώ και πολύ καιρό δεν είχαν πια την ανάγκη του. Αντιθέτως, οι άσχημες δεν είχαν ποτέ βρεθεί σε παρόμοια γιορτή. Ήρθε μια, με πέντε τρίχες στο κεφάλι και πηγαδίσιο στόμα, η οποία δε μπορούσε να ξεκολλήσει από το μαγικό καθρέφτη· είχε στα χείλη, το ευτυχισμένο και σπαρακτικό χαμόγελο του φτωχού που χορταίνει μετά από μια μεγάλη ασιτία.
   Αναρωτιόμουν τι μεγάλες ιδέες ξύπναγαν μέσα σ' αυτά τα τρελά κεφάλια. Δεν ήταν δα και μικρό πρόβλημα. Όλες ασφαλώς είχαν ονειρευτεί έναν πρίγκιπα να γονατίζει μπροστά τους· όλες επιθυμούσαν ν' αντικρίσουν το βασιλόπουλο, το οποίο συγκεχυμένα θυμόντουσαν μόλις ξύπναγαν. Υπήρχαν ωστόσο και πολλές απογοητεύσεις· οι πρίγκιπες σπανίζουν και τα μάτια της ψυχής μας που τη νύχτα ανοίγουν σ' έναν κόσμο καλύτερο, είναι μάτια πολύ πιο ευμενή από εκείνα που διαθέτουμε την ημέρα. Είχε όμως και μεγάλες χαρές· το όνειρο πραγματοποιείτο, ο αγαπημένος είχε το λεπτό μουστάκι και τα μαύρα μαλλιά που ονειρεύονταν.
   Έτσι καθεμιά, μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα ζούσε μια ολόκληρη ερωτική ζωή. Ρομάντζα απλοϊκά, σύντομα όσο κι η ελπίδα, που τα μάντευες κάτω απ' τα κοκκινισμένα μάγουλα και τα ακόμα πιο ερωτικά ρίγη του στήθους.
   Έπειτα, ίσως αυτά τα κορίτσια να ήταν ανόητα κι είμαι κι εγώ ο ίδιος ανόητος για να 'χω δει τόσα πράγματα, όταν αναμφίβολα δεν υπήρχε τίποτα για να δεις. Τέλος πάντων, εγώ επαναπαύθηκα περιεργαζόμενός τες. Παρατηρούσα ότι άνδρες και γυναίκες έμοιαζαν γενικώς πολύ ικανοποιημένοι από το όραμα. Ασφαλώς δεν θα τού πήγαινε ποτέ του μάγου να κακοκαρδίσει τους καλούς ανθρώπους που του 'διναν δυο πεντάρες.
   Πλησίασα κι έβαλα το δεξί μου μάτι στο τζάμι χωρίς ιδιαίτερη ταραχή. Ανάμεσα σε δύο μεγάλα κόκκινα παραπετάσματα είδα μια γυναίκα ακουμπισμένη στην πλάτη μιας πολυθρόνας. Ήταν φωτισμένη έντονα με λυχνάρια τα οποία δε μπορούσα να δω και πρόβαλε μπροστά σ' ένα χρωματιστό πανί, τεντωμένο στο βάθος· αυτό το ύφασμα, τρύπιο σε μερικά σημεία, πρέπει να αναπαριστούσε παλιά ένα χαριτωμένο άλσος με μπλε δέντρα.
   Αυτή που μ' αγαπάει, φορούσε -όπως ταιριάζει σε μια καθώς πρέπει οπτασία- ένα μακρύ, λευκό φόρεμα, ελαφρώς μαζεμένο στη μέση, που συρόταν σαν σύννεφο στο πάτωμα. Είχε στο μέτωπο ένα επίσης λευκό πέπλο που το συγκρατούσε ένα στεφάνι από λεμονανθούς. Ο γλυκός μου άγγελος έτσι ντυμένος, ήταν η προσωποποίηση της λευκότητας και της αγνότητας. Ακουμπούσε με χάρη, στρέφοντας τα μάτια προς τη μεριά μου, μάτια μπλε βελούδινα. Μού φάνηκε θεσπέσια κάτω απ' το πέπλο: ξανθές πλεξίδες χαμένες μέσα στη μουσελίνα, αγνό μέτωπο παρθένας, χείλη λεπτά, λακκάκια που είναι φωλιές για φιλιά. Με την πρώτη ματιά την πήρα για αγία· με τη δεύτερη διέκρινα πάνω της το καλό κορίτσι, καθόλου σεμνότυφο και εντελώς καλόβολο.
   Έφερε τρία δάχτυλα στα χείλη της και μού έστειλε ένα φιλί με μια υπόκλιση που δε θύμιζε καθόλου υπερπέραν. Βλέποντας ότι δεν αποφάσιζε να πετάξει, συγκράτησα τα χαρακτηριστικά της στη μνήμη μου και αποσύρθηκα.
   Τη στιγμή που έβγαινα, είδα να μπαίνει ο Φίλος του λαού. Αυτός ο μεγάλος ηθικολόγος που έδειχνε να με αποφεύγει, έτρεξε να δώσει το κακό παράδειγμα μιας αμαρτωλής περιέργειας. Κυρτωμένη σε ημικύκλιο η μακριά του ράχη, έτρεμε από τον πόθο· στη συνέχεια, μη μπορώντας να προχωρήσει πιο πέρα, φίλησε το μαγικό γυαλί.
 
VI
   Κατέβηκα τα τρία σανιδόσκαλα· βρισκόμουν ξανά μέσα στο πλήθος, αποφασισμένος να ψάξω Αυτήν που μ' αγαπάει, τώρα που γνώριζα το χαμόγελό της.
   Τα λαμπιόνια κάπνιζαν, το βουητό μεγάλωνε κι ο κόσμος στριμωχνόταν τόσο, που ήταν έτοιμος να γκρεμίσει τις παράγκες. Η γιορτή είχε φθάσει στη στιγμή εκείνη της ευδαιμονίας, όπου κινδυνεύει κανείς να έχει την ευτυχία να πνιγεί από τον κόσμο. Όπως σηκωνόμουν στις μύτες των ποδιών, είχα μπροστά μου έναν ορίζοντα από σκούφους και μεταξωτά καπέλα. Προχωρούσα σπρώχνοντας τους άνδρες, παρακάμπτοντας με προσοχή τις μεγάλες φούστες των κυριών. Ίσως ήταν αυτό το ροζ καπελάκι· ίσως αυτή η κουάφ από τούλι με τις μωβ κορδέλες· ίσως αυτό το υπέροχο ψαθί με το φτερό στρουθοκαμήλου. Αλίμονο! Το καπελάκι ήταν εξήντα χρόνων· η κουάφ, φρικτά άσχημη, ακουμπούσε ερωτιάρικα στον ώμο ενός φαντάρου· το ψαθί έσκαγε στα γέλια, κάνοντας να φαίνονται ακόμη σπανιότερα τα πιο ωραία μάτια του κόσμου κι εγώ δεν αναγνώριζα πουθενά αυτά τα ωραία μάτια.
   Υπάρχει πάνω από τα πλήθη κάποια μεγάλη αγωνία, κάποια απέραντη λύπη, σαν να 'βγαινε μέσα απ' την πολυκοσμία μια ανάσα ελέους και τρόμου. Ποτέ δεν έχω βρεθεί σε πολύ κόσμο δίχως να νιώσω μια ακαθόριστη δυσφορία. Έχω την εντύπωση πως μια φοβερή δυστυχία απειλεί αυτούς τους συναθροισμένους ανθρώπους και πως μια μόνο αστραπή θ' αρκούσε, μέσα στην έξαρση των χειρονομιών και των φωνών τους, για να τους ακινητοποιήσει, να τους βυθίσει σε αιώνια σιωπή.
   Λίγο - λίγο, βράδυνα το βήμα μου παρακολουθώντας αυτή την ευφορία που με έθλιβε. Κάτω από ένα δέντρο, καταμεσίς στο κίτρινο φως των λαμπιονιών, στεκόταν όρθιος ένας γέρος ζητιάνος με το σώμα αγκυλωμένο, παραμορφωμένος φρικτά από παραπληγία. Σήκωνε το κατάχλωμο πρόσωπό του προς τους περαστικούς, μισοκλείνοντας αξιολύπητα τα μάτια, προκειμένου να προκαλέσει ακόμα περισσότερο τον οίκτο. Παρίστανε ότι είχε απότομα ρίγη σαν από πυρετό, που τον έκαναν να σείεται σαν ξερόκλαδο. Τα κοριτσόπουλα, δροσερά και ροδοκόκκινα περνούσαν γελώντας μπροστά απ' το αποκρουστικό αυτό θέαμα.
   Πιο πέρα, στην πόρτα ενός καμπαρέ, δυο εργάτες είχαν πιαστεί στα χέρια. Πάνω στον καβγά αναποδογύρισαν τα ποτήρια και στη θέα του κρασιού στο πεζοδρόμιο, θα 'λεγες ότι ήταν αίμα από μεγάλα τραύματα.
   Τα γέλια μού φάνηκε να γίνονται λυγμοί, τα φώτα γίνανε μια τεράστια πυρκαγιά, το πλήθος γύρισε τρομαγμένο. Λυπημένος θανάσιμα, προχωρούσα κατοπτεύοντας τα νεανικά πρόσωπα και μη μπορώντας να βρω Αυτή που μ' αγαπάει.
   Είδα έναν άνδρα όρθιο μπροστά σ' έναν από τους στύλους με τα λαμπιόνια, να τον κοιτάει βαθιά απορροφημένος. Απ' το ανήσυχο βλέμμα του, σαν να κατάλαβα  πως έψαχνε τη λύση κάποιου σοβαρού προβλήματος. Ο άνθρωπος αυτός ήταν ο Φίλος του λαού.
   Γυρίζοντας το κεφάλι του με αντελήφθη.
   «Κύριε», μού λέει, «το λάδι που χρησιμοποιούν στις γιορτές κοστίζει είκοσι πεντάρες το λίτρο. Το ένα λίτρο είναι είκοσι κούπες σαν κι αυτές που βλέπετε εδώ πέρα: δηλαδή μια πεντάρα λάδι ανά κούπα. Όμως αυτός ο στύλος έχει δεκάξι σειρές από οκτώ κούπες η καθεμιά: εκατόν εικοσιοκτώ κούπες συνολικά. Επιπλέον -παρακολουθείστε τους υπολογισμούς μου- έχω μετρήσει εξήντα στύλους στη λεωφόρο, που μάς κάνει επτά χιλιάδες εξακόσιες ογδόντα κούπες, που κατά συνέπεια μάς κάνει επτά χιλιάδες εξακόσιες ογδόντα πεντάρες ή μάλλον καλύτερα, τριακόσια ογδόντα τέσσερα φράγκα».
   Λέγοντας αυτά, ο Φίλος του λαού χειροκροτούσε θεατρικά τονίζοντας με τη φωνή του τα νούμερα κι έσκυβε κάμπτοντας τη μεγάλη κορμοστασιά του, σαν να 'θελε έτσι να επιβληθεί στην αδύνατη νοημοσύνη του. Όταν πια σώπασε, γύρισε πίσω θριαμβευτικά· ύστερα σταύρωσε τα χέρια του, κοιτάζοντάς με κατά πρόσωπο μ' ένα βαθύ βλέμμα.
   «Τριακόσια ογδόντα τέσσερα φράγκα λάδι», φώναξε τονίζοντας μία - μία κάθε συλλαβή, «κι ο φτωχός λαός δεν έχει ψωμί, κύριε! Σάς ρωτάω και σάς ρωτάω με δάκρυα στα μάτια· δε θα ήταν πιο αξιοπρεπές για την ανθρωπότητα να διαθέσουν αυτά τα τριακόσια ογδόντα τέσσερα φράγκα στους τρεις χιλιάδες απόρους που έχει αυτή η γειτονιά; Ένα τέτοιο φιλανθρωπικό μέτρο θα έδινε στον καθένα απ' αυτούς δυόμισι πεντάρες ψωμί. Τούτος ο συλλογισμός, κύριε, έγινε για να βάλει σε σκέψεις τις ευαίσθητες ψυχές».
   Βλέποντας ότι τον κοιτούσα περίεργα, συνέχισε με σβησμένη φωνή στερεώνοντας τα γάντια του.
   «Ο φτωχός δεν πρέπει να γελάει, κύριε. Είναι εντελώς ανέντιμο να ξεχνάει τη φτώχεια του για μια ώρα. Ποιος, λοιπόν, θα πονούσε για τη δυστυχία του λαού, αν η κυβέρνηση τού πρόσφερε συχνά παρόμοιες φιέστες;»
   Σκούπισε ένα δάκρυ και μ' άφησε. Τον είδα να μπαίνει σ' ένα καπηλειό· έπνιξε τη στενοχώρια του σε πέντ' - έξι ποτηράκια που τα κατέβασε το ένα πάνω απ' τ' άλλο στον πάγκο του μπαρ.
 
VII
   Το τελευταίο λαμπιόνι μόλις είχε σβήσει. Το πλήθος είχε πια φύγει. Στο τρεμάμενο φως των φαναριών, δεν έβλεπα παρά μερικές μαύρες σκιές να τριγυρίζουν κάτω από τα δέντρα: αργοπορημένα ζευγάρια ερωτευμένων, μπεκρήδες και χωροφύλακες να περιφέρουν τη μελαγχολία τους. Οι παράγκες απλώνονταν βουβές και γκρίζες στις δυο άκρες της λεωφόρου, σαν τις σκηνές έρημου στρατοπέδου.
   Ο πρωινός αέρας, ένας αέρας υγρός από τη δροσιά, έκανε να θροΐζουν τα φύλλα στις φιλύρες.  Οι στυφές αναθυμιάσεις της βραδιάς είχαν παραχωρήσει τη θέση τους σε μιαν υπέροχη φρεσκάδα. Η γαλήνια σιωπή, το διάφανο σκοτάδι του απείρου, έπεφταν αργά από τα βάθη του ουρανού και η γιορτή των αστεριών διαδεχόταν τη γιορτή των λαμπιονιών. Οι καλοί άνθρωποι θα μπορούσαν επιτέλους να διασκεδάσουν λιγάκι.
   Αισθανόμουν όλος αναζωογονημένος· η ώρα της ευτυχίας μου είχε φθάσει. Προχωρούσα με βήμα γοργό ανεβοκατεβαίνοντας τις αλέες, όταν είδα μια γκρίζα σκιά να γλιστράει μπροστά από τα σπίτια. Η σκιά αυτή ερχόταν ταχύτατα προς το μέρος μου χωρίς να μοιάζει να με βλέπει· απ' την ανάλαφρη περπατησιά, τη ρυθμική κίνηση των φορεμάτων, αναγνώρισα μια γυναίκα.
   Ήταν έτοιμη να πέσει επάνω μου, όταν ασυνείδητα σήκωσε το βλέμμα της. Το πρόσωπό της μού φανερώθηκε στο φέγγος ενός γειτονικού φαναριού· και να που αναγνώρισα Αυτή που μ' αγαπάει: όχι την αθάνατη με το λευκό σύννεφο της μουσελίνας, αλλά ένα φτωχό κορίτσι της γης, ντυμένο μ' ένα ξεβαμμένο τσίτι. Μέσα στη φτώχεια της μού φαινόταν ακόμη γοητευτική, αν και χλωμή και καταπονημένη. Δε μπορούσα πια ν' αμφιβάλω: μπροστά μου ήταν τα μεγάλα εκείνα μάτια, τα βελούδινα χείλη της οπτασίας· κι ήταν επιπλέον, βλέποντάς την έτσι από κοντά, η γλυκύτητα εκείνη που δίνει η κόπωση στα χαρακτηριστικά.
   Όπως στάθηκε για ένα δευτερόλεπτο, τής άρπαξα το χέρι και το φίλησα. Σήκωσε το κεφάλι και μού χαμογέλασε αινιγματικά, δίχως να προσπαθεί να τραβήξει τα δάχτυλά της. Βλέποντάς με να μένω βουβός, με σφιγμένο το λαιμό από τη συγκίνηση, ανασήκωσε τους ώμους και κίνησε ξανά με το γοργό της βήμα.
   Έτρεξα από πίσω της, τη συνόδευσα κρατώντας τη σφιχτά από τη μέση. Χαμογέλασε σιωπηλά· μετά ρίγησε και είπε με σιγανή φωνή:
   «Κρυώνω· ας πάμε γρήγορα».
   Ο φτωχός μου άγγελος κρύωνε! Κάτω από το μαύρο της σάλι, οι ώμοι της έτρεμαν στον κρύο αέρα της νύχτας. Τη φίλησα στο μέτωπο και τη ρώτησα σιγά:
   «Με γνωρίζεις;»
   Για τρίτη φορά σήκωσε τα μάτια και χωρίς δισταγμό:
   «Όχι», μού αποκρίθηκε.
   Δεν ξέρω τι σκέψη πέρασε απ' το μυαλό μου. Τώρα, κρύωνα εγώ με τη σειρά μου.
   «Πού πάμε;» τη ρώτησα ξανά. Ανασήκωσε τους ώμους με μια μικρή γκριμάτσα ανεμελιάς· με την παιδική της φωνή μού λέει: 
   «Μα όπου θέλεις, σπίτι μου, σπίτι σου, δεν έχει σημασία».
 
IX
   Συνεχίζαμε να περπατάμε ανηφορίζοντας τη λεωφόρο. Σ' ένα παγκάκι είδα δυο στρατιώτες, εκ των οποίων ο ένας μιλούσε με σοβαρό ύφος, ενώ ο άλλος άκουγε με σεβασμό. Ήταν ο λοχίας και ο νεοσύλλεκτος. Ο λοχίας, που μού φάνηκε πολύ ταραγμένος, μού απηύθυνε ένα περιπαικτικό χαιρετισμό και μουρμούρισε:
   «Δανείζουν καμιά φορά οι πλούσιοι, κύριε». Ο νεοσύλλεκτος, τρυφερή κι απλοϊκή ψυχή, μού λέει με πονεμένο τόνο:
   «Δεν είχα παρά μόνο αυτή, κύριε· κλέβετε Αυτή που μ' αγαπάει».
   Διέσχισα το δρόμο και πήρα την επόμενη αλέα.
   Τρεις πιτσιρίκοι έρχονταν προς το μέρος μας, κρατώντας ο ένας τον άλλον απ' το μπράτσο και τραγουδώντας δυνατά. Αναγνώρισα τους μαθητές. Οι καημένοι δεν είχαν πια ανάγκη να παριστάνουν τους μεθυσμένους. Στάθηκαν λίγο, σκασμένοι στα γέλια· μετά μ' ακολούθησαν μερικά βήματα φωνάζοντάς μου ο καθένας διστακτικά:
   «Ε, κύριος, η κυρία σάς απατά, η κυρία είναι Αυτή που μ' αγαπάει!»
   Ένιωθα έναν κρύο ιδρώτα να μουσκεύει τους κροτάφους μου. Επιτάχυνα το βήμα μου, βιαστικός να φύγω, δίχως να σκέφτομαι πια τη γυναίκα που είχα στην αγκαλιά μου. Στην άκρη της λεωφόρου, τη στιγμή που θα εγκατέλειπα επιτέλους τον καταραμένο εκείνο τόπο, καθώς κατέβαινα το πεζοδρόμιο, έπεσα πάνω σ' έναν άνδρα καθισμένο αναπαυτικά στο ρείθρο.
   Ακουμπούσε το κεφάλι στο πλακόστρωτο κι είχε το πρόσωπο στραμμένο προς τον ουρανό, παραδομένος σ' ένα περίπλοκο λογαριασμό που έκανε με τα δάχτυλά του.
   Έστρεψε τη ματιά του και δίχως ν' αφήσει το προσκεφάλι του:
   «Α! Εσείς είστε, κύριε», μού λέει ψελλίζοντας. «Πρέπει να με βοηθήσετε να μετρήσω τ' αστέρια. Έχω ήδη βρει κάμποσα εκατομμύρια, μα τρέμω μην ξεχάσω κανένα. Από τη στατιστική και μόνο, κύριε, εξαρτάται η ευτυχία της ανθρωπότητας».
   Τον διέκοψε ένας λόξυγκας. Συνέχισε δακρυσμένος:
   «Ξέρετε πόσο κοστίζει ένα αστέρι; Σίγουρα ο Πανάγαθος πρέπει να 'κανε μια μεγάλη σπατάλη εκεί πάνω κι ο λαός δεν έχει ψωμί, ε κύριε; Προς τι αυτά τα λαμπιόνια; Μήπως αυτό τρώγεται; Ποια είναι, σάς παρακαλώ, η πρακτική εφαρμογή τους; Πολύ που είχαμε ανάγκη αυτή την αιώνια γιορτή. Ε, λοιπόν, ο Θεός δεν είχε ποτέ την παραμικρή ιδέα κοινωνικής οικονομίας».
   Είχε καταφέρει να μείνει καθισμένος· γυρόφερνε απλανές το βλέμμα του, κουνώντας απορημένα το κεφάλι. Έτυχε τότε ν' αντιληφθεί την παρουσία μου. Αναπήδησε και με πρόσωπο ξαναμμένο άπλωσε τα χέρια με πόθο.
   «Ε, ε!» έκανε, «ετούτη είναι Αυτή που μ' αγαπάει!»
 
X
   «Κοίταξε», μού λέει αυτή. «Είμαι φτωχή, κάνω ό,τι μπορώ για να βγάλω το ψωμί μου. Πέρυσι το χειμώνα, πέρναγα δεκαπέντε ώρες σκυμμένη πάνω από έναν αργαλειό και ψωμί δεν είχα κάθε μέρα. Την άνοιξη πέταξα το βελόνι από το παράθυρο. Μόλις είχα βρει μια απασχόληση λιγότερο κοπιαστική και περισσότερο επικερδή.
   »Κάθε βράδυ ντύνομαι με λευκή μουσελίνα. Μόνη μου μέσα σ' ένα καλυβάκι, ακουμπώντας στην πλάτη μιας πολυθρόνας, έχω για δουλειά μου να χαμογελάω από τις έξι μέχρι τα μεσάνυχτα. Κάπου κάπου, κάνω μια υπόκλιση και στέλνω ένα φιλί στο κενό. Με πληρώνουν τρία φράγκα την παράσταση.
   »Απέναντί μου, πίσω από ένα τζαμάκι χωμένο στον τοίχο, βλέπω διαρκώς ένα μάτι να με κοιτάει. Είναι πότε μαύρο, πότε γαλάζιο. Δίχως αυτό το μάτι θα 'μουν πανευτυχής· μού χαλάει τη δουλειά. Κάθε τόσο, νιώθοντάς το πάντα, έτσι μόνο και καρφωμένο, με πιάνει τρόμος· μού 'ρχεται να βάλω τις φωνές και να φύγω.
   »Μα πρέπει φυσικά να δουλέψω για να ζήσω. Χαμογελώ, χαιρετώ, στέλνω ένα φιλί. Τα μεσάνυχτα, ξεβάφομαι και ξαναβάζω το φτωχό μου φόρεμα. Χμ! Πόσες γυναίκες, δίχως να πιέζονται από τίποτα, παριστάνουν έτσι τις χαριτωμένες κοιτάζοντας έναν τοίχο».
 
Ζολά Εμίλ
(Μετφ. Βαρβάρα Παπαδοπούλου)
περιοδικό «Το Δέντρο», τεύχος 71 - 72
Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1992 

Τρίτη 26 Ιουλίου 2022

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΚΙ Η ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ

  
   Δέχτηκε να γεράσει επιτέλους, όταν υποψιάστηκε πως τα γηρατειά θα τής δίνανε μια ευγένεια περισσότερη στην αρχοντική της εμφάνιση. Στην έκφραση του κορμιού, σ' εκείνες τις αργότατες χειρονομίες. Και στο περπάτημα.
   Έτσι η κυρία Δαμιανού απόχτησε ξαφνικά ένα ασπρόμαλλο κεφάλι, ωραίο όπως πριν, και πάντα αγέρωχο. Ριγμένο προς τα πίσω. Τόσο, ώστε θαρρείς πως δεν κοίταζε παρά μόνο με τα ρόδινα ανήσυχα ρουθουνάκια της. Ποτές με τα μάτια, που τα κρατούσε μισόκλειστα.
   Παιδούλα, τη λατρεύανε οι φιλενάδες της. Αργότερα οι φίλοι, τα γνωστά σαλόνια, οι ξένοι επίσημοι, οι αυτόχθονες ημιεπίσημοι κι όλα τα συγγενικά της γυμνασιόπαιδα.
   Τώρα, κατακαθισμένη πια, παρακολουθούσε την κόρη της την Τζένυκα. Τη μονάκριβη, που ήτανε μια κοπέλα έξυπνη, όμορφη, μα που την έσβηνε ωστόσο την ομορφιά της μέσα σ' ένα κύμα παιδιάτικης αλλεγκρέτσας. Εκπληκτικό παιδί! Τίποτις το γυναικείο. Ενώ η ίδια στην ηλικία της...
   Η Τζένυκα ξεχώριζε και σε κάτι άλλο: αγαπούσε αυτή την Αθήνα! Μια αγάπη που δε λέγεται. Άκουε να μιλούνε ακατάπαυστα μέσα στο σπίτι για τα καλά και τ' αγαθά της Ευρώπης, για το τάδε παριζιάνικο περιοδικό, για το τελευταίο εγγλέζικο ρομάντζο, για τις επισκευές του παλατιού των Βερσαλλιών. Δεν της καιγόταν καρφί. Ούτε η ελάχιστη περιέργεια για όλες αυτές τις ιστορίες. Την Αθήνα της δεν την άλλαζε με κανένα παράδεισο της Δύσης.
   Αυτό, φυσικά, δεν την εμπόδιζε να θαυμάζει τη μητέρα, που το γαμήλιο ταξίδι της την είχε γυρίσει σε τρεις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αλλά την έβρισκε κάπως υπερβολική που δε μιλούσε, παρά για τα όσα «εκεί» είχε δει και μάθει. Τα όσα πλησίασε εκεί, τα όσα εκεί χάρηκε. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Έτσι που, μια μέρα, ένας γνωστός τους κουτσομπόλης διάσημος, τής είπε της Τζένυκας: «Η κυρία μητέρα σας δε θα τον θυμόταν τόσο ζωηρά τον μακαρίτην σύζυγον αν δεν τον συνέδεε με τας εκ Παρισίων αναμνήσεις της». Χοντρά λόγια, που την πλήγωσαν την Τζένυκα· στην κάμαρή της τη νύχτα, πάτησε τα κλάματα κι ήρθε η κυρία Δαμιανού, με τη «Φεμινά» στο χέρι να την παρηγορήσει και να μάθει επιτέλους ποιον αγαπά. Αυτό ήταν το μόνο μυστικό του παιδιού της που ανυπομονούσε να το γνωρίσει.
   Η Τζένυκα είχε ακόμη έναν καημό.
   Υπόφερε που 'βλεπε τη μητέρα της να κάθεται ώρες ολόκληρες στο σαλόνι... Με τα στόρια κατεβασμένα, να κάθεται και να κουβεντιάζει, απογεύματα ολόκληρα, με τον κύριο Μπενεδάτο, το γιατρό, για την τελευταία θεατρική «πρεμιέρα» που συγκινούσε τους Παριζιάνους. Κι ο κύριος Μπενεδάτος, δόξα της επιστήμης στα παλιά τα χρόνια και σήμερα γεροντάκι λιωμένο, κατόρθωνε με χίλιες τρεμάμενες προσπάθειες να βάλει τα γυαλιά του και να ρίξει μια ματιά  στην «Ιλλουστρασιόν». Αυτός κατόπι θα διηγότανε πώς είχε περάσει την τελευταία βραδιά του στο Παρίσι, πριν είκοσι δύο έτη... Πίνοντας το τσάι του σιγά σιγά, θα θυμόταν τα απρέ - μιντί της «Ρεζάνς», κανένα επεισόδιο  που θα τού συνέβηκε σε κάποιο ρεβεγιόν, και την πλατεία του Παλαί Ρουαγιάλ... όπου μια μέρα, πηγαίνοντας να νοικιάσει ένα θεωρείο στο Τεάτρ Φρανσαί, συνάντησε την κυρία Δαμιανού με τον άντρα της, νιόπαντρους. Το αμάξι με τα δυο άσπρα άλογα, που λίγο έλειψε εκείνη τη στιγμή να τους πατήσει, καθώς ήταν κι οι τρεις τους ζαλισμένοι από τη χαρά της συνάντησης. Μια νύχτα κατόπι... στη λίμνη του δάσους της Βουλώνης, που τα φώτα λυγίζανε πάνω στα νερά, τα βιολιά παίζανε πίσω από τα δέντρα, κάποιες φωνές κοριτσίσιες που ξεσκίζανε την καλοκαιριάτικη γαλήνη.
   Έτσι, ώρες ολόκληρες μέσα στο σαλονάκι, οι δυο γέροι με τις κουβέντες τους. Και τα στόρια κατεβασμένα. Ο Μουσταφάς, ο πολυχαϊδεμένος γάτος, γλιστρούσε πάνω στον καναπέ  να βρει το χέρι της κυρίας του, κι ο γιατρός τότες απάγγελνε, ανυψώνοντας όσο μπορούσε τη φωνή:
   «Les amoureux fervents et les savants austéres
   aiment également, dans leur mûre saison,
   les chats puissants et doux...» (1) 
   Κι απαγγέλνοντας, τα σάλευε μαλακά μαλακά τα δυο του χέρια, ανοιγμένα, κι από την πολλή του μελαγχολία χαμογελούσε. Η κυρία έμνησκε σιωπηλή. Τα δυνατά της ματόκλαδα κλείνανε.  Θυμότανε πως ένα πρωί στο Παρίσι... Όχι πρωί, ξημερώματα· γυρνούσανε μαζί κι οι τρεις τους από ένα γλέντι. Περνώντας εμπρός από το Λουξεμβούργο, είδανε ένα πελώριο γάτο να καμαρώνει στις γρίλιες του κήπου. Σταθήκανε να τον κοιτάξουνε, και τότες άκουσε, πρώτη φορά το γιατρό να τ' απαγγέλλει το ποίημα, και τα νερά της Φονταίν ντε Μέντιζις τρέχανε τραγουδιστά και μύριζε ο αέρας όλος αυγή και γλύκα ξενυχτιού. Έμνησκε σιωπηλή και ύστερα, σαν να ξυπνούσε, και με τα μάτια της υγρά, ψιθύριζε στο γιατρό:
   «Ah mon ami, nous sommes des vieilles choses, mon cher ami!» (2) 
   Η φωνή της ήτανε μονομιάς πολύ βραχνή κι η Τζένυκα δε μπορούσε να βαστάξει και χυνόταν έξω από το σαλονάκι. Το 'νιωθε να πονάει το κορμί της και τής φαινόταν πως, όπου κι αν πήγαινε, όπου και να κρυβότανε, θ' άκουε πάντα δυο γέρους να κλαίνε, να κλαίνε για να μην πεθάνουνε.
   Πήγαινε στις φιλενάδες της.
   Τρία χρόνια που 'χε τελέψει το γυμνάσιο, κι η μητέρα άρχιζε πιο επίμονα να ζητά να μάθει την προτίμησή της. Επιτέλους δε λείπανε οι νέοι μέσα στους τόσους γνωστούς! Κι η κυρία Δαμιανού ήθελε με κάθε θυσία να πάρει νέο άντρα η κόρη της. Ανησυχούσε που ακόμη δεν έλεγε ν' αποφασίσει, να προσέξει κάποιον σοβαρότερα, τίποτα ερωτοτροπίες αποτελεσματικές. «La vieillesse est toujours trop proche...» (3), τής τόνιζε κάθε φορά που μένανε μονάχες ύστερα από καμιά επίσκεψη. Έπαιρνε το Μουσταφά στην αγκαλιά της, έλεγε και τής ανοίγαν το μεσιανό παράθυρο, ξαπλωνόταν στον καναπέ κι έδινε δρόμο στις συμβουλές τις πολύπειρες.
   Συχνά παρευρισκότανε και ο κύριος Μπενεδάτος. Έσκυβε ν' ακούσει καλύτερα και τής έλεγε της Τζένυκας, χαϊδεύοντάς της τα δάχτυλα: «Πρέπει να παντρευτείς, κορούλα μου, να παντρευτείς για να το πω κι εγώ το νυν απολύεις τον δούλον σου... και να σάς αφήσω ήσυχους». Η Τζένυκα τον μάλωνε αμέσως, καταθυμωμένη. Η κυρία Δαμιανού γυρνούσε το πρόσωπο έξω από το παράθυρο κι ανάπνεε δύσκολα.
   Το μόνο που τής έμελε της Τζένυκας, ήτανε να βρίσκεται τριγυρισμένη από ευχάριστες συντροφιές. Τ' άλλα όλα... φιλολογίες! Ξανθιά, υψηλή σαν τη μητέρα της, με μεγάλα μάτια πράσινα, και στο κάθε της κίνημα, στις τρεχάλες, που τις αγαπούσε ίδιο αγόρι, χαιρότανε η ορμή του κοριτσιού που μόνο για το παιχνίδι ξετρελαίνεται. Παρέες, φάρσες, εκδρομούλες. Και λίγος φωνόγραφος. Ωστόσο κάποια κρυφά της γούστα παίρνανε να ωριμάζουνε.
 
.............................
 
   Το φθινόπωρο, λίγες εβδομάδες αφού γυρίσανε από το Λουτράκι, άρχισε να συχνάζει στο σπίτι τους ο κύριος Παυλογιάννης. Τους τον είχε παρουσιάσει ο γιατρός, που γνώριζε χρόνια τις θείες του.
   Σαραντάρης. Αφεντάνθρωπος. Ένα διπλό προγούλι έδινε στο πρόσωπό του κάποιο φως, κάποια χωριανή ιερότητα αγίου που τον καλόθρεψες για να τον παρουσιάσεις στο ποίμνιο των πιστών. Ήταν φορές που μιλούσε κατ' επανάληψη κι επί πολλή ώρα. Άλλοτες περνούσε ολόκληρη εσπερίδα χωρίς ν' ανοίξει το στόμα του, και πάντα η κύρια δράση της παρουσίας του περιοριζόταν στα πολλά μειδιάματα μιας ανατροφής αξιόλογης.
   Ειδικός για τη γερμανική νομοθεσία, ήτανε το δεξί χέρι του υπουργείου, που ετοίμαζε κατακλυσμούς νομοσχέδια. Επίσης ένα βερολινέζικο περιοδικό, πριν χρόνια, είχε δημοσιεύσει δύο οικονομολογικά του άρθρα, οι κυβερνητικοί κύκλοι το είχανε σίγουρο πως σε λίγο θα γινότανε ο άνθρωπος της ημέρας και συνάμα το δικηγορικό του το γραφείο έκανε χρυσές δουλειές. Αυτοί οι τέσσερις τελευταίοι λόγοι αναγκάζανε την κυρία Δαμιανού να τον ανέχεται, αν και τον έβρισκε «πολύ αγροτικό» για το σαλόνι της. Μα τίποτ' από' όλα αυτά δεν επηρέασε τη Τζένυκα. Η Τζένυκα τον ερωτεύθηκε, επειδή ήταν ο πρώτος άνθρωπος που τής έκαμε εντύπωση άντρα. Μάλιστα. Ο πρώτος που τον έβλεπε να μην έχει ομοιότητα  με τις φιλενάδες της ούτε και με τους φίλους, που ήταν ίδιοι σαν τις φιλενάδες κι απαράλλαχτοι.
   Για τούτο, μήτε μια φορά δε μπόρεσε να τού μιλήσει, χωρίς να γίνει κατακόκκινη. Όταν περάσανε δυο μήνες κι η μαμά τής ανακοίνωσε πως ήρθε αυτός και «τη ζήτησε επίσημα», δε μπόρεσε να κρατήσει τα ευτυχισμένα, τα πολύ νευρικά αναφιλητά της.
   Σύντομα έγινε ο γάμος τους. Και περίφημος. Η κυρία Δαμιανού ξόδεψε ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας της, που ν' αφήσει εποχή η λαμπρότητά του. Βασιλικός γάμος, που όλες οι πρωινές κι οι βραδινές εφημερίδες τον περιγράψανε απ' την αρχή ως το τέλος. Ιδιαίτερα σχόλια για τις τουαλέτες της κυρίας Δαμιανού.
   Επί μέρες, ο Μπενεδάτος ερχότανε να τής κρατάει συντροφιά και να τής εξιστορεί την αίγλη της, που σκίασε όλες τις νέες, ακόμη και την ίδια τη νύφη. Η κυρία Δαμιανού τον κοίταζε, άναβε το τσιγάρο της, και με μεγάλη κούραση: «Ah, mon ami, nous sommes des vieilles choses, mon cher ami!»
 
.............................
 
   Ξακολουθητικά  η Τζένυκα καταλάβαινε πως τη λάτρευε ο άντρας της. Κι ήτανε τόσο ευτυχισμένη, ώστε δεν έβρισκε καιρό για να περηφανευτεί, ούτε και για ν' ακολουθήσει τις νέου είδους συμβουλές που τις έδινε πάλε η ακαταπόνητη μαμά.
   Ο γάμος τον άλλαξε τον Παυλογιάννη. Άρχισε να γίνεται κομψός στο ντύσιμό του, ευχάριστος στις κουβέντες του, χαμογελούσε λιγότερο, κι η κυρία Δαμιανού αισιοδοξούσε κι έλεγε, στις καλές της τις ώρες, πως πιθανό, μια μέρα, να γινόταν υποφερτός. Μ' όλο τούτο κάθε που έμενε μονάχη με το Μπενεδάτο κι η ομιλία τους γυρνούσε στους νιόπαντρους, δεν έπαυε να ρίχνει τον αφορεσμό: «Mon ami, les jeunes filles auront toujours des goûts grossiers, mon très cher ami!» (4) Και τα 'σφιγγε τα χείλη της με τη στενοχώρια της γυναίκας που είναι καλοαναθρεμένη και που ωστόσο δε μπορεί να κρατήσει την αηδία της. Και μέσα από τα κατεβασμένα στόρια περνούσε η μακάρια ζέστη του ήλιου, μοναξιά κι ανία απομεσήμερου.
   Ήτανε, αλήθεια, κάτι παράξενο να βλέπεις εκείνο τον άνθρωπο ερωτευμένο με τη γυναίκα του -να τους βλέπεις ερωτευμένους και τους δυο! Πολλοί φίλοι επιμένανε πως ο Παυλογιάννης «προσήλθε εις γάμου κοινωνίαν αγνός όσο κι η γυναίκα του». Ξέροντας καλά από γυναίκες, ελπίζανε πως μια τέτοια φήμη, αν πήγαινε ως τ' αυτιά της Τζένυκας, θα την ψύχραινε στα σίγουρα. Άλλοι προσθέτανε πως τώρα που άνοιξε τα μάτια του κι είδε τι θα πει έρωτας, θα γύρευε να φαρδαίνει τον κύκλο των γνώσεών του, δε θα μπορούσε πια τώρα να κρατηθεί. Κι άλλα πολλά.
   Μα οι δυο τους ήταν ακόμα ευτυχισμένοι.
   Μέσα στους πολιτικούς αγώνες, όπως πολλοί το είχαν προβλέψει, ο Παυλογιάννης δεν άργησε να γίνει μια από τις πιο «διακεκριμένες» φυσιογνωμίες. Συγχρόνως πάχαινε κι άλλο, καταντούσε ηρωικός με τη μεγαλόσωμη παρουσία του, ένα είδος Ηρακλή αναχρονισμένου, χριστιανικού. Και τώρα, όταν μιλούσε, έπαιρνε μια επαγγελματική σοβαρότητα βαθύβουλη, με πολλαπλά μυστήρια, που έκανε εντύπωση στις κυρίες. Άρχισαν αυτές να στοχάζουνται πως έπρεπε, από κοινωνικό τουλάχιστον καθήκον, να τον προσέξουν ιδιαίτερα. Ύστερα, δεν ήταν και μικρή η τύχη να γίνουν αντίπαλες της Τζένυκας.
   Ο Παυλογιάννης, με τ' αγαθά της σημερινής του περιωπής και με τα μυστικά που διείδε στην ομορφιά της γυναίκας του, άρχισε, το δεύτερο χρόνο, να αιστάνεται κάποιες στενάχωρες περιέργειες που πράγματι δεν τις είχε άλλοτε. Εδώ σημειώνουμε ότι, τίμιος άνθρωπος και νοικοκυρεμένος, θα 'βαζε όλα του τα δυνατά για ν' αντισταθεί στους πειρασμούς. Ναι, για την αντίσταση θα το χρησιμοποιούσε όλο του το νομομαθέστατο λογικό, αν δεν το 'χανε στ' άξαφνα εμπρός στους μισόγυμνους χορούς μιας βιεννέζας χορεύτριας, που είχε κατεβεί στην Αθήνα με το θίασό της. Αυτή τα 'στειλε όλα αφόντο και τον μασκάρωσε, τον παράλλαξε τον αγροτικό Παυλογιάννη σε φρακοφορεμένο ήρωα πρωτευουσιάνικου σκανδάλου. Μαζί, πότε με τ' αυτοκίνητα, πότε με τις σαμπάνιες και τις μουσικές, σού τηνέ φέρανε άνω - κάτω την Αθήνα. Είκοσι μέρες σωστές.
   Όταν η Τζένυκα πίστεψε στα όσα τής έλεγαν για τη διαγωγή του και στα όσα σε λίγο είδε με τα δικά της μάτια, ένιωσε πως μόλις από τώρα άρχιζε να καταλαβαίνει τον κόσμο. Τώρα πρωτοέβλεπε τον εαυτό της, τώρα και τους άλλους. Περισσότερη ώρα θα χρειαζότανε η κυρία Δαμιανού για ν' αλλάξει μια της καθημερινή φορεσιά απ' ό,τι τής χρειάστηκε της Τζένυκας για ν' αλλάξει ολόκληρη.
   Όταν ο βιεννέζικος θίασος έφυγε για να εξακολουθήσει τον προορισμό του στ' άλλα τα Βαλκάνια, κι ο Παυλογιάννης μοιραία ξαναγύρισε σπίτι του, δυσκολεύτηκε να την αναγνωρίσει. Από τη γυναίκα του, το πλάσμα που ήταν ξελυτό μέσα στην αγορίστικη αφροντισιά, δεν απόμνησκε παρά μόνο η παιδική γλύκα των ματιών. Οι τρόποι της, τα λόγια, οι φορεσιές, η στοχαστικότητα, καθώς και το καινούργιο της γέλιο, ίδια πια τη δείχνανε, ίδια από την κορφή ως τα νύχια με τις γνωστότερες κυρίες. Κι ο σύζυγος το χαμήλωσε το κεφάλι του, απορώντας για το πολύτροπο των γυναικών, όπως διαρκώς απορούσε κι ο συχωρεμένος του ο πατέρας, πληρεξούσιος Νάξου. Απόρησε, μ' ένα μεγάλο - μεγάλο στόμα ξανακοίταξε τη γυναίκα του, κι ησύχασε που δε θα είχε πια ανάγκη να προστρέξει σε νέες επικίνδυνες περιπέτειες.
 
..............................
 
   Περάσανε πέντε χρόνια. Με μια καθώς πρέπει ειρήνη, που μόλις την τάραζαν οι κάποιες ωγύγιες λογοτριβές του σπιτιού. Με υποδοχές, με θέατρα, με αξιόλογα φιλανθρωπικά έργα. Με τρεις αγορεύσεις του Παυλογιάννη στη Βουλή. Κι εξακολουθούσε πάντα στην εντέλεια ο πολλαπλασιασμός του κοινωνικού τους γοήτρου.
   Αμέσως ύστερ' από το σκάνδαλο, η Τζένυκα είχε βαλθεί να κάνει επιστήθιες φιλενάδες της όλες τις κυρίες που πριν, με τις πόζες και την επίδειξή τους, τής φαίνουνταν ανυπόφορες. Επίσημα κι ένοπλα μπήκε στη σειρά τους. Τις έφτασε. Πήγαινε τώρα να τις ξεπεράσει. Και μονομιάς την κατάκτησε κι αυτήν το μεγάλο όνειρο: το Παρίσι! Δεν τη χωρούσε η Αθήνα. Διψούσε Ευρώπες.
   Αυτή, που δεν έπιανε ποτές της βιβλίο στο χέρι, αναζητώντας τώρα την παρηγοριά και την ελπίδα,  άρχισε να διαβάζει αχόρταστη τα γαλλικά μυθιστορήματα, που οι μονυελοφόροι επαΐοντες τής τα συνιστούσαν για εικόνες πιστότατες της γαλλικής κοινωνίας. Τα διάβαζε και τ' αποστήθιζε  σαν προσευχές, που σού μισοκλείνουνε τα μάτια για να σε φέρουνε μ' ένα σάλτο στις ακριβότερες εξέδρες του παραδείσου.
   Για τούτο έλιωσε από τη χαρά, όταν ο Παυλογιάννης τής πήγε ένα βράδυ την είδηση πως επιτέλους το κατάφερε: ο κύριος υπουργός τον έστελνε στο Παρίσι για κάποια αναγκαιότατη υπόθεση του Κράτους. Έπρεπε μόνο να φύγουνε το ταχύτερο, επειδή οι τέτοιου είδους υποθέσεις πολύ γρήγορα παύουν να 'ναι αναγκαίες... Πώς δεν τον έχασε τον νου της! Κι η ίδια το ρωτιότανε κάθε λίγο και λιγάκι, ξαπλωμένη στην κουβέρτα του βαποριού που τους έφερνε στη Μασσαλία. Το ρωτιότανε και τα 'δειχνε σαν φιλιά τα χείλια της προς τον ουρανό, που ήταν ατέλειωτος με τον ασύννεφο ήλιο, προς τη θάλασσα, προς το κάθε κύμα που ανασάλευε τη χρυσωμένη απεραντοσύνη, και στ' απρόσμενα καραβάκια που τα τραβούσε η άπλα του ορίζοντα και τα ξελάργευε. Αγαπιάρικα αντίκρυζε η Τζένυκα και τους δυο Σπανιόλους που ακατάπαυστα τραγουδούσανε, κι όλους τους λευκοφορεμένους συνταξιδιώτες που σίμωναν να τής κάνουνε το κόρτε στα πεταχτά. Αυτοί τής μιλήσανε  για τη ζωή της Ευρώπης, για τις πολυτέλειές της, για τα γλέντια και τις βιογραφίες εκείνων που ξέρουνε να ρίχνουνται στη χαρά.
   Τους άκουε όλους η Τζένυκα, σαν θεούς που μάθανε να τής μιλούνε περίφημα τη γαλλική και με μια εγγλέζικη φίνα φίνα προφορά! Μαγευότανε. Πολλά πράματα  ξεχνούσε. Όταν όμως, σε λίγο, πήγαινε κάτω στην καμπίνα κι έβλεπε τον άντρα της πνιγμένο στον ίδρω, ν' αλλάζει πουκάμισο, τα φρύδια της σούρωναν και καταλάβαινε τότες πως άλλος ήτανε ο δικός της ο δρόμος και πως δεν έφερνε σ' αυτά που τής λέγανε... Μια και γρήγορα θα διάβαινε από τη γιορτερή ζάλη της Ευρώπης και θα ξαναγυρνούσε πάλε πίσω στο σπίτι της. Στην οδό Σόλωνος. Σαν και πρώτα.
   Στο Παρίσι. Όπως όλοι οι μεγαλοπιασμένοι ομογενείς, έτσι κι αυτοί νοίκιασαν δωμάτια σ' ένα από τα πιο φημισμένα ξενοδοχεία των Ηλυσίων. Μερικοί από τους επισήμους της πρεσβείας ήρθανε να τον βρούνε τον Παυλογιάννη, πήγε μαζί τους, τέλεψαν ένα δυο φλυαρίες πρώτης ανάγκης, κι από την άλλη μέρα αφιερώθηκε στις αγορές της γυναίκας του. Ήταν ατέλειωτα τα ψώνια που είχε να κάνει η Τζένυκα. Τις έβλεπε τις τουαλέτες μέσα στ' αμέτρητα εμπορικά, χυμένες σ' αραδιαστά θαμπώματα πολυτέλειας, ό,τι θες κι ό,τι φαντάστηκες, και τα 'χανε, και δος του αγορά στην αγορά. Την κυρίεψε μια τέτοια λύσσα σπατάλης, που μπροστά της δε θα 'πιανε χαρτωσιά κι η πιο τρελή θεατρινίτσα.
   Σε λίγο, ύστερ' από τα τόσα πάνε κι έλα έμαθε να πηγαίνει και μονάχη της και δεν την εμπόδιζε που ο άντρας της χρωστούσε να παρουσιάζεται κάπου κάπου στην πρεσβεία. Στο δρόμο, ασυνόδευτη, άκουε πολυάριθμους κυρίους κάθε ηλικίας και κάθε τόπου να τής λένε λόγια κολακευτικά και υποσχέσεις γενναίες. Παρ' όλο τούτο, δε μπορούσε ν' ανεχθεί που στο ξενοδοχείο, όπου πληρώνανε τετρακόσια φράγκα τη μέρα κανένας δεν την πρόσεχε, κανένας δεν αποπειράθηκε να φλερτάρει μαζί της, να την παρακολουθήσει τουλάχιστον, κι ούτε αυτοί ακόμη οι λακαίοι μοιάζανε να συγκινούνται που άλλαζε πέντε φορές τη μέρα καπέλο. Μέσα στους πελάτες, ήτανε και δυο τρεις από τους συνταξιδιώτες της, αλλά και τούτοι, έχοντας πια ησυχάσει από τη μοναξιά που μέσα στο βαπόρι τους αφάνισε, τη χαιρετούσανε με μια μεγάλη ανυπόφορη ευγένεια μεγάλης απόστασης. Ξεχωριστά όμως οι λακαίοι ήταν που τη δαιμόνιζαν. Εκείνη η απάθειά τους, που σού έλεγε πως είδανε τα πάντα, πως τίποτις δεν τους απόμνησκε πια να χαρούνε, κι εκείνα τ' αγέλαστα πρόσωπά τους που τα ομόρφαινε μια ψυχρή μελαγχολία, μια ατέλειωτη θλίψη μπλαζέ... Αν στη θέση της Τζένυκας ήτανε τώρα η κυρία Δαμιανού, θα μουρμούριζε το δίχως άλλο: «Όταν κι οι λακαίοι αρχίσουν να γίνονται μελαγχολικοί, τι θα απομείνει πια στις κυρίες;»
   Η κόρη της όμως δεν ήξερε από τέτοιες φράσεις και πήγαινε να σκάσει. Όλα τα ψώνια που 'κανε κι όλα της τα διαμαντικά θα τα 'δινε πρόθυμη, αν την αφήνανε να σφάξει έναν από τούτους δα τους λακαίους. Επιτέλους η εχθρικότητά της κατάντησε αβάσταχτη κι άρχισε τις μητροπαράδοτες γκρίνιες με το σύζυγο. Διοργάνωσε χίλια τερτίπια, ηύρε τα κόλπα τα καλύτερα, ετοίμασε την κάθε πρόφαση και τον κατάφερε να πάνε σε κανένα ξενοδοχείο δεύτερης σειράς. Έτσι κουβάλησαν στο «Οτέλ Τριανόν» του Καρτιέ Λατέν.
   Εκεί τα ηύρε τ' αγαθά της ψυχής της. Καινούριο περιβάλλον, ήσυχο. Διαφορετικό σ' όλα. Το συμπαθούσες με την πρώτη ματιά. Η διευθύντρια του ξενοδοχείου είχε ένα πρόσωπο αγαθό κι ολοστρόγγυλο σαν ψωμί χωριάτικο, καλούς τρόπους, λίγη πούντρα, και διατηρούσε κάτι θαυμάσια χασμουρητά κληρονομικής γαλήνης που τής πληθαίναν το μάγουλο. Γλυκιά γυναίκα. Ήταν και κοντόφθαλμη και συνήθιζε να νοικιάζει τα δωμάτιά της -τα μισά στις επαρχιώτισσες μητέρες  που 'ρχονταν για λίγο στο Παρίσι να δούνε τα παιδιά, και τ' άλλα τα μισά στους επαρχιώτες εμπόρους που ταξιδεύουνε να βρούνε ένα δυο γυναίκες βολικές. Κι αυτοί για λίγο. Όσα περίσσευαν, τα παίρνανε οι φοιτητές.
   Από την τρίτη κιόλας τη μέρα, η διευθύντρια του ξενοδοχείου πήρε να φουσκώνει για τους καινούριους της πελάτες. Διπλασίασε την τιμή ενός δωματίου που ήταν ανοίκιαστο, άλλαξε τις μπροστέλες των φαμ ντε σαμπρ, πήγε να δει αν ο μάγειρας ξυριζόταν τις καθημερινές -και κάθε που θα περνούσε η Κυρία Παυλογιάννη για να βγει έξω, θα την έπαιρνε μέσα στο γραφείο της, θα την καμάρωνε με το χρυσό φας α μαιν της, κι ανεξάντλητη θα 'βρισκε να τής κάνει του κόσμου τους επαίνους. Την απόβγαζε ίσαμε το δρόμο. Τα γκαρσόνια τρέχανε να φέρουν αυτοκίνητο. Κι η Τζένυκα ριχνόταν σε τολμηρότερα ψώνια.
   Τότες ήτανε που τη συνάντησα ένα πρωί στο μπουλεβάρτο του Σαιν - Μισέλ. Εκείνη με γνώρισε πρώτη, κουβεντιάσαμε, μού είπε τα νέα της Αθήνας, και μόλις έκανα να τη ρωτήσω αν είναι ευχαριστημένη από το Παρίσι, από το ξενοδοχείο της, χαμογέλασε σαν ολόκληρη δυναστεία Αψβούργων και μού αποκρίθηκε: «Je suis comme une reine dans sa cour!» (5) Ακόμη λίγα λόγια και χωριστήκαμε. Περίλυπος τη σεργιάνιζα που έφευγε. Ένα κουνιστό φορτίο χιουμορισμού, κι όλη της η κομψότητα πνιγμένη κάτω από την αλογάριαστη συρροή της μόδας. Κι εγώ, που την ήξερα πριν από το γάμο της και που είχα μάθει κατόπι το επεισόδιο της Βιεννέζας χορεύτριας αγριεύτηκα που ένα και μοναδικό λάθος του άντρα φτάνει για να την καταντήσει έτσι τη γυναίκα του. Τη σεργιάνισα ώσπου γύριζε ο δρόμος.
 
.................................
 
   Με τις τόσες τουαλέτες, τις αγορές, τα τόσα βαρυκίνητα λούσα που τής παίρνανε όλες τις ώρες κι όλο της το κορμί, σιγά σιγά έμοιαζε να ξέχασε πως τα νιάτα της είχαν κι άλλο προορισμό. Πως μπορούσε να τ' απολαύσει και μ' άλλους τρόπους. Προς το τέλος, αλήθεια, το είχε ξεστοχίσει και δεν το θυμήθηκε παρά χάρη σε κάτι φοιτητές, νοικάρηδες του ξενοδοχείου. Από την ώρα που έμπαινε μέσα στην αίθουσα του εστιατορίου να φάει, εκεί στο πρώτο πάτωμα, ως την ώρα που θα 'φευγε, δεν παύανε αυτοί να την παρακολουθούνε. Οι φοιτητές τής τα θυμίσανε τα νιάτα της κι άρχισε αμέσως κι εκείνη να τους προσέχει γλυκά, μόλις ο Παυλογιάννης ριχνόταν να ξεκοκαλίσει την τελευταία ώρα της εφημερίδας του και το κλείσιμο της μπόρσας.
   Την ίδια εβδομάδα παρατήρησε πως τρεις από τους φοιτητές αρχίσανε να τρώνε τακτικά στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Κι αντίκρυ στο τραπεζάκι της.
   Ήτανε Γάλλοι κι οι τρεις τους, νέοι από καλές οικογένειες -καθώς την πληροφόρησε η διευθύντρια. Και στο γεύμα ο νους της πια όλος της Τζένυκας ήταν το πώς να ρίξει μια ώρα αρχύτερα τον Παυλογιάννη στην άβυσσο της εφημερίδας.
   Γρήγορα ζευγαρωθήκανε οι ματιές των νέων με τα χαμόγελά της, που δε μπορούσε να τα κρύψει. Ζευγάρωμα ξακολουθητικό κι εύθυμο. Τολμήσανε τότες κι οι νέοι να χαμογελάσουνε και με τη σοβαρότητα, που παίρνανε μαζί κι οι τρεις με τη Τζένυκα μόλις ο σύζυγος έκανε να γυρίσει σελίδα, αισθανόντανε να τους κυριεύει ο πυρετός και τ' αλάφιασμα της τρυφερής συνενοχής τους.
   Μια μέρα, όπου ύστερα από το γεύμα περάσανε στο σαλόνι να καπνίσει ένα πούρο ο άντρας της, πιάσαν σχέσεις. Ο Παυλογιάννης ζήτησε από τους νέους μερικές πληροφορίες για την κίνηση των Γάλλων βασιλοφρόνων, γύρισε κατόπι την κουβέντα στην ιστορία του Δικαίου, τέλος στις διεθνείς περιπλοκές και με πλήθος λόγια τούς εξήγησε τα ελάχιστα πράγματα που από τα εσωτερικά της πατρίδας μας επιτρέπεται να μάθουν οι ξένοι. Το βράδυ ξανανταμωθήκανε στο σαλόνι, και τις άλλες μέρες η φιλία περίσσεψε.
   Κι η Τζένυκα, νευριάζοντας που η κουβέντα γυρνούσε αδιάκοπα στην πολιτική, άρχισε να ξεχωρίζει τον ένα από τους τρεις, που μιλούσε λίγο και που άφηνε τις συζητήσεις για να 'ρθει να καθίσει στο πλάι της. Είχε καστανά μάτια, κάτι ωραία μαλλιά πλαισιώνανε τη χλωμή του όψη, και στ' αψηλό του ανάστημα μια λεβέντικη ευγενικότητα.
   Επιτέλους ένα δειλινό τύχανε μονάχοι οι δυο τους στο σαλόνι. Στάθηκε ορθός μπροστά της, χαμήλωσε τα μάτια και τής είπε τον έρωτά του. Η φωνή έβγαινε σιγανή, βαθιά μ' ολόθερμους τόνους που τη Τζένυκα τη μεθούσανε. Τής μίλησε για τη ζωή του, όπου δεν είχε κανένα που να τον αγαπά, για τους τριγυρινούς  που τού σβήναν την πίστη και τα ιδανικά του, και τον σώριαζαν ολοένα χαμηλότερα. Ένας κύκλος προδοσίας καθημερινής απ' όπου δε μπορούσε να λυτρωθεί, μια ορφάνια ατέλειωτη... Κάτι κόσμοι απελπισμού όπου κι αν κοίταζε. Και τώρα κοντά της, κοντά στην «ξένη», αισθανόταν τη σωτήρια, την αφεύγατη ανάγκη της κάθε πικραμένης και δειλιάρας καρδιάς, να ζεσταθεί μέσα σε μια στοργή ερωτιάρικη. Κοντά της θα μπορούσε να πάρει θάρρος για ν' αντικρίσει τη βάναυση μικρότητα του κάθε-μέρα... Κι ήταν η πρώτη φορά οπού έτσι εμπρός σε μια γυναίκα την άφηνε την περηφάνια του να λιώσει για να προβάλει λεύτερος ο συνεπαρμός της λαχτάρας. Λεύτερος. Αδάμαστος. Την ικέτευε να θελήσει να αιστανθεί τον καημό και την ελπίδα του. Δε μπορούσε να τής εξηγήσει το πόσο υπόφερνε, παρά μονάχα τής είπε πως έκλαψε χτες σαν ένας γέρος φριχτά έρημος, έκλαψε, έκλαψε τόσο που τον ένιωσε τον εαυτό του ξαλαφρωμένο μ' ένα προμήνυμα ευτυχίας... Γι' αυτό τόλμησε σήμερα να 'ρθει και να τής ανοίξει την καρδιά του. Η Τζένυκα είχε δέσει τα χέρια της. Και τα δάχτυλα μπλεγμένα όπως στο σχολειό. Πολύ μικρούλα. Τον άκουε. Δεν τα είχε συλλογιστεί ποτές τα λόγια του... Αυτά τα λόγια του που τής έρχουνταν τώρα σε μια γλώσσα που είχε μάθει να τη λογαριάζει για επίσημη γλώσσα του έρωτα. Σαν λίγωμα την έδενε μουσικής που τα πάντα θα τα 'σερνε να στριμωχτούνε σ' ένα μονάχο μυστικό σφιχταγκάλιασμα. Τόση, τόση ανατριχίλα ομορφιάς!... Και μια μεγάλη αμέσως βουή στο κεφάλι της σαν να σταματούσε τρανταχτά η ζωή ολόκληρη, και δεν ξεχώριζες τίποτις παρά τέσσερα χέρια που ποθερά παλεύανε. Τίποτις. Και τα χέρια λύνανε γρήγορα κι αυτά και σβήναν. Τίποτις. Μόνε η βουή που δεν έπαυε, παρά σειόταν μέσα στο νου της, και την τρόμαζε όπως όλα τούτα τα φαντάσματα, και δεν τολμούσε να σαλέψει τώρα η Τζένυκα από τον καναπέ. Ακίνητη. Πολύ - πολύ μικρούλα, με τα δάχτυλά της μπλεγμένα. Πού θα σερνόταν ύστερ' από χρόνια αυτός ο άντρας που όλο τής μιλούσε, όλο ορθός εμπρός της. Είχε πάψει έτσι να τον ακούει. Μέσα της ένα τρελό γιγάντεμα έρωτα τής υπόταζε το κορμί ως τα γόνατα κάτω. Ίσαμε κάτω στα πόδια που την ομορφιά τους άξαφνα την ένιωσε τόσο ζωντανή... ζωντανή σαν να τα 'χε μονομιάς γυμνά τα πόδια της, όπως μέσα στα σεντόνια το πρωί καθώς ξυπνούσε! 
   Τον άφησε να τής φιλήσει το χέρι κι έφυγε τρέχοντας στην κάμαρή της.
 
..............................
 
   Την άλλη μέρα βρεθήκανε στον κήπο του Λουξεμβούργου. Μονάχοι. Μείνανε ως την ώρα όπου έπεσε το μούχρωμα, κι όταν η Τζένυκα γύρισε στο ξενοδοχείο, πήγε και κλείστηκε πάλι στο δωμάτιό της. Ο Παυλογιάννης δεν είχε έρθει ακόμη.
   Κοίταξε στον καθρέφτη του τοίχου, είδε το πρόσωπό της, είδε αργά αργά όλο της το κορμί. Με τα μάτια ορθάνοιχτα. Στάθηκε να καλοδεί τη μέση της, τη ράχη, το μπούστο, να καταλάβει πώς ήτανε ολόκληρη πρωτύτερα που περπατούσε στο πλευρό του αγαπημένου της. Είχε τέτοια ευτυχία, ώστε βλέποντας τώρα το πόσο όμορφη έδειχνε, δε μπορούσε ούτε να χαμογελάσει. Μια μεγάλη σοβαρότητα ευτυχίας έτσι αντίκρυ στον καθρέφτη... Φαινόταν και το πελώριο σπίτι που χτίζαν στην άλλη πλευρά του δρόμου.
   Ύστερις έριξε γύρω μια ματιά, μια αόριστη, μακρινή ματιά μεθυσμένου, και πήγε να ξαπλωθεί στο ντιβανάκι. Τα πάντα τής φάνηκαν πιο μονάχα. Θλιβερά. Όλα σε μια θανατερή μοναξιά και το 'βλεπε, το καταλάβαινε πρώτη φορά τώρα, όπου η ίδια ξέφευγε με τον ακριβό της. Η λαχτάρα του αφιέρωνε μια φλόγινη γοητεία στα όσα πρόσμενε η Τζένυκα από εδώ κι εμπρός. Και το 'νιωθε το αίμα να τρέχει στις φλέβες της πλούσιο σαν λάμψη, κι ένας θρίαμβος έβγαινε από την πρόσχαρη υγεία της και τής πλημμύριζε τη σάρκα. Και το νου. Ούτε συλλογίστηκε, ούτε καν μια φορά ανησύχησε μην καταλάβει τίποτα ο άντρας της. Ήτανε αδύνατον να το φοβηθεί γιατί ήξερε πως βρισκότανε τούτος σ' άλλο κόσμο -στον κόσμο των περασμένων της που ήταν καμωμένος διαφορετικά,  μ' άλλο σχέδιο, απ' άλλο υλικό, και ξένος πέρα ως πέρα με τα όσα τής φτιάναν σήμερα τη ζωή. Κι ούτε συμπόνια, ούτε και κανένα μίσος αισθανόταν για τον άντρα της.
   Την άλλη μέρα, όταν καθίσανε στο ιδιαίτερο μιας πατισερί, ο αγαπημένος της άρχισε να τής παραπονιέται σκληρά που η αγάπη της ήτανε φρόνιμη, λογική, μετρημένη... Τής είπε πως έβλεπε την επιμονή της να μη θυσιάσει το παραμικρότερο στον πόθο του, ούτε μια κίνηση παραπάνω, την προφύλαξή της να μη ριχτεί στον έρωτα όπως ριχνόταν εκείνος. Έγινε κατακόκκινη. Τα περασμένα του τα παριζιάνικα, ο χαρακτήρας του, η μόρφωσή του, όλα όσα δεν ήξερε από τη ζωή του και που τώρα ξαφνικά τα συλλογίστηκε, ήρθαν και πέσανε απάνω της και τη γεμίσανε ντροπή για τον εαυτό της. Ντροπή και μια ταπείνωση αβάσταχτη. Τι ήτανε αυτή εμπρός του; Μια άβγαλτη γυναικούλα... Τι άλλο ήθελε να τής πει μ' αυτά του τα λόγια παρά πως ήτανε μια γυναίκα δεμένη στη μέτρια μοίρα της, στη σειρά της. Πρωτόγονη. Νόμισε πως τον έχανε. Πήρε δειλή το χέρι του και την ίδια τη στιγμή τήν άρπαξε το πρώτο του φίλημα. Στο τέλος τού είπε πως ήταν έτοιμη να πάει μαζί του σ' ένα χωριουδάκι, όπως τής το γύρευε, να περάσει κοντά του ένα απόγευμα ολάκερο. Η φωνή της έτρεμε. Και κοίταζε τα μάτια του.
 
   Το Ρομπενσόν είναι ένα μικρό χωριό, μισή ώρα από το Παρίσι. Είχε πολλά δέντρα, ήλιο, σκύλους. Και μερικές πλατείες. Έχει και δρόμους περιποιημένους. Αυτοί όμως με την ερημιά τους, με τις πολλαπλές τους ομοιόμορφες κι ακατοίκητες διασταυρώσεις, σκηνοθετούνε την εγκατάλειψη μιας χώρας που μέρα μεσημέρι ο ύπνος κατέβη και την κούρσεψε. Μια ατμόσφαιρα  ασκητικής αλληλεγγύης πνέει ανάμεσα στις ξεραμένες βρύσες και στις ολοπράσινες φυλλωσιές που ποτές δε σαλεύουν. Ποτές, γιατί ο άνεμος περνά μόνο από τους μεγάλους δρόμους που 'ναι έξω από το Ρομπενσόν. Από κει και τ' αυτοκίνητα, κυνηγώντας τις αλανιάρικες όρνιθες. Κάτω στο χωριό, στην αγορά, μερικά συνταξιούχα άλογα περπατούσανε για λόγους υγιεινής. Χωρίς όρεξη. Χωρίς πίστη στη μέλλουσα ζωή. Τις Κυριακές, πιθανό να δεις και κάποια δυσαρεστημένη γάτα που τρέχει κι άνθρωπο ζητά. Στην κεντρική λεωφόρο, πάνω στα πελώρια δέντρα που τα 'χει θρέψει η απουσία κάθε γίδας και κάθε περαστικού, μέσα στα κλαριά, οι μεγαλεπίβολοι καφετζήδες της περιοχής έχουν στήσει είδος φωλιές, με καθίσματα και τραπεζάκια. Για ιδιότροπους αναρριχητικούς πελάτες. Και πολύ πολύ τολμηρούς. Αλλ' ούτε ένας ιστορικός αναφέρει να φάνηκαν καμιά μέρα πελάτες παρόμοιοι. Ούτε και κανείς είδε ποτέ τους καφετζήδες. Μόλις μερικοί θρύλοι κυκλοφορούν... Και παντού βασιλεύει η σιωπή των ολόαδειων καφενείων.
   Σ' αυτό το χωριό την έφερε τη Τζένυκα. Σε μια κάμαρη του πιο απομακρυσμένου ξενοδοχείου. Κλεισμένοι μέσα περάσανε τ' απόγευμά τους. Σε λίγο θα βράδιαζε και δε θέλανε να το πιστέψουν.
   Τής είπε, κρατώντας το κεφάλι της μέσα στα χέρια του: «Είμαι τόσο ευτυχισμένος! Είμαι τόσο ευτυχισμένος που επιθυμώ, λαχταράω έναν κόσμο ακόμη αγαθά... και μού είναι εντελώς αδιάφορο που δεν τα 'χω!...» Κι εκείνη τού χαμογέλασε σαν παιδί, που πονηρεύεται από την άρρητη χαρά του. Τα μαλλιά της είχαν κατέβει στο μέτωπο. Την πήρε πιο πιστά στην αγκαλιά του.
   Αιστάνουνταν βαθιά στα χέρια τους, τριγύρω τους, ένα γλυκασμό σπατάλης, μια πρωταπόχτητη μακαριότητα που τούς έφερνε να φαντάζουνται πως από 'δω κι εμπρός ποτές πια δε θα μπορούσανε να κοιμηθούνε. Το παράθυρο μισάνοιχτο. Ήτανε αυγουστιάτικη μέρα και πάνω από τα σπίτια ο ουρανός απλωνότανε με τη λαμπηράδα του και τη γαλήνη τη χαρωπή. Ένα ελάχιστο σύννεφο γελοιογραφούσε τα καμώματα της κίνησης.
   Συλλογιστήκανε κι οι δυο τους τι όμορφα που θα ήτανε να ξαναβρεθούνε εδώ πέρα με φεγγαροφεγγιά. Και μαζί συλλογίστηκαν πως η ώρα περνούσε. Βράδιαζε κι έπρεπε γρήγορις να γυρίσουνε στο Παρίσι. Μια απέραντη μελαγχολία στην καρδιά της Τζένυκας. Κι ο ουρανός όλος. Τη μούδιασε παραπονιάρικα. Μένανε ωστόσο ακόμη ξαπλωμένοι μέσα στη θερμοζώντανη σιγαλιά της πρώτης μέρας τους που βασίλευε. Τα μάτια της Τζένυκας πηγαινοέρχουνταν περίλυπα, γυρεύοντας να χορτάσουνε την κάμαρη· να πάρουν την κρυφότερή της εικόνα. Για να μπορούνε σε κάθε μελλούμενη ονειροπόληση να την ξαναζούνε ακέραια την ερωτιάρικη αταξία της κάμαρής τους... Μα τα κρατούσε τ' αναφιλητά της γιατί δεν ήθελε να τελέψει με κλάματα η τόση χαρά. Σηκώθηκε πρώτη. Τα σκασμένα χείλια της τα σούρωνε η πίκρα για τις αδιάφορες, τις βάρβαρες όψεις της ζωής που την προσμένανε πάλι. Και θέλοντας ακόμη λιγάκι να ξεφύγει, να ξεφύγει, να ξεφύγει, υψώθηκε στα δάχτυλα των ολόγυμνων ποδιών της και τον κοίταξε τον αγαπημένο, αγέρωχη ξανά με την πανώρια προσφορά της αιδωσύνης της.
   Γύρισε στο ξενοδοχείο όπου ο Παυλογιάννης την περίμενε ανήσυχος. Μα μόλις την είδε, ξέχασε την ανησυχία του και με την αιματώδική του διαχυτικότητα άρχισε αμέσως να τής εξηγεί πως τέλεψε έξοχα τις δουλειές του και πως η Πρεσβεία, κατευχαριστημένη, τον επιφόρτιζε με μια καινούρια υπόθεση. Σημαντικότατη. Τώρα ήταν πια βέβαιος πως θα κερδίζανε τα εκατομμύρια, αλλ' έπρεπε εξάπαντως αύριο να φύγουνε για την Αθήνα. Η υπόθεση δεν επέτρεπε την παραμικρότερη αργοπορία. Για τούτο κι εκείνος, περιμένοντάς την να επιστρέψει, είχε αρχίσει κιόλας να ετοιμάζει τις βαλίτσες.
   Η Τζένυκα κάθισε. Την πονούσε η μέση της. Ο νους της όλος είχε σκορπίσει κι έβλεπε το πάτωμα να γυρνά, μ' ένα ωραίο ανθογυάλι καταμεσίς, μ' ένα ωραίο ανθογυάλι, να γυρνά, ν' ανεβοκατεβαίνει. Να την τυφλώνει. Και το 'νιωθε ακόμη το κορμί της όπως πρωτύτερα... Αυτό την ξέσκιζε και δεν έφτανε να τον καταλάβει πλέρια τον πόνο της. Μια θολώτατη ανημποριά την ξεχείλιζε αυτή την ώρα, φριχτότερη απ' όλη τη ζωή που την πρόσμενε.
   Κι ο Παυλογιάννης, βλέποντας πως ήταν κουρασμένη, ξανάρχισε να τις σιάζει μόνος του τις βαλίτσες.
   Την άλλη μέρα, λίγο πριν να 'ρθει το αυτοκίνητο να τούς πάρει, μπόρεσε να τον συναντήσει τον αγαπημένο. Στις σκάλες. Είχε μάθει πως φεύγανε έτσι ξαφνικά, ήτανε κατακίτρινος και δεν τα σήκωνε τα μάτια του. Τής είπε: «Κοντά σας πίστεψα πως μια ωραία ευτυχία αξίζει περισσότερο από ένα σωρό μεγάλες ιδέες... Τώρα τα χάνω και τα δυο, δε μού απομένει τίποτις. Τα 'δωκα όλα, όλα και δε μπορώ πια να πιστέψω ούτε πως ο θάνατος είναι ωραίος!» Στάθηκε μια στιγμή και σε λίγο: «Το σκληρότερο απ' όλα είναι που η ζωή και τον τωρινό μας πόνο θα μάς τον χαλάσει. Θα μάς τον ταπεινώσει έτσι, που θα 'ρθει μια μέρα οπού κι αυτόν τον πόνο μας, τούτης εδώ της στιγμής, θα τον λησμονήσουμε. Έτσι. Μεγάλη ταπείνωση. Μεγάλη». Με τα μάτια της τρελά η Τζένυκα κοίταξε τα χέρια του· το χαμηλωμένο κεφάλι. Ξαναθυμήθηκε σαν στιγμές θανάτου τη δύναμή του, τη χαρά, το στήθος του το βάρβαρο. Ανατριχιάζοντας γύρισε αλλού. Ένιωσε εκείνος πως θα τα είχε κλείσει τώρα τα μάτια της κι έσκυψε και τής φίλησε το χέρι όπως την πρώτη φορά οπού βρεθήκανε μονάχοι τους στο σαλονάκι.
   Ακούστηκε από κάτω η φωνή του Παυλογιάννη που ανέβαινε βιαστικός, και χωριστήκανε.
   Ένα μεγαλόπρεπο αυτοκίνητο τούς πήρε για να τους πάει στο σταθμό. Η Τζένυκα κλεισμένη στις συλλογές της. Συλλογιζότανε τα νιάτα της. Που αρχίσανε και τελέψανε σε λίγες μέρες και που τώρα τ' άφηνε εδώ. Δε θα τα ξανάβλεπε. Τίποτις δε θα ξανάβλεπε. Ζούσε για πάντα γι' αυτόν τον άνθρωπο που δεν ήξερε το ελάχιστο από τα χτυποκάρδια της. Ανίκανος να υποψιαστεί. Κι αν καμιά μέρα έπεφτε άρρωστη, αυτός θα ξαγρυπνούσε στο προσκέφαλό της. Αν μπορούσε την καρδιά της να τού την ανοίξει. Αν μπορούσε να καταλάβει. Η μόνη παρηγοριά της, αν μπορούσε να 'χει μαζί κάποιον που να μάντευε το τι μεγάλη ευτυχία γνώρισε και τον πόνο της. Τον πόνο της. Είδε μονομιάς τους φίλους που θα την υποδεχότανε, τις φιλενάδες που θα καμαρώνανε τα λούσα της. Είδε το τι ήτανε πριν η ίδια... Εδώ άφηνε τα νιάτα και γυρνώντας πίσω τώρα, δεν έπαιρνε παρά την ηλίθια τραγικότητα των περασμένων της. Τα περασμένα της, πριν από τα λιγοήμερα νιάτα, τον εαυτό της απαράλλαχτο όπως ήταν μια φορά, θα τον αντίκριζε κάθε μέρα στο πρόσωπο, στο κορμί, στη ζωή της όποιας γνωστής κυρίας. Η αηδία τής φαρμάκωνε το στόμα. Να μπορούσε πια να μη συλλογιόταν.
   Και δεν ήταν δυνατό ούτε να κλάψει αυτή τη στιγμή  κοντά στον άντρα της, που για τέταρτη φορά  τής διηγιότανε πώς τον αποχαιρέτησε ο κύριος Πρεσβευτής... Τα πρόσωπα των φίλων που την προσμένανε. Τ' άκουε τα λόγια της υποδοχής. Και τον θαυμασμό τον άχαρο. Ξαφνικά συλλογίστηκε τη μητέρα της. Την ξαναείδε... που περνούσε ώρες μέσα στο σαλόνι με το γιατρό. Το σαλόνι. Τα κατεβασμένα στόρια. Με τους δυο γέρους που μιλούσανε γαλλικά. Οι αναμνήσεις. Μια σελίδα της «Ιλουστρασιόν». Ο γάτος. Κι η απελπισία τη γέμισε έτσι την καρδιά της, που τα δάγκασε τα χείλια να μη φωνάξει.
   Ο Παυλογιάννης έμοιαζε τώρα στενοχωρημένος. Δεν ήξερε πώς να εξηγήσει την τελευταία φράση του κυρίου Πρεσβευτού· τού φαινότανε λιγάκι διφορούμενη και πονηρή. Την έλεγε, την ξανάλεγε, και παρακάλεσε τη γυναίκα του να τού πει επιτέλους κι αυτή τη γνώμη της.
   Η Νοτρ-Νταμ έμεινε πίσω. Χάθηκε από τα μάτια τους σε λίγο κι ο Σηκουάνας, κι ένα τραμ πέρασε από δίπλα. Το τελευταίο που βλέπανε στο Παρίσι. Η Γκαρ ντε Λυών. Το ρολόγι της.
 
Καστανάκης Θράσος
Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 16-40, 
Αθήνα, Αύγουστος 1928
 
Σημειώσεις: 
(1)  Οι ένθερμοι εραστές και οι αυστηροί λόγιοι αγαπούν εξίσου, στην ώριμη εποχή τους, δυνατές και απαλές γάτες...
(2)  Αχ φίλε μου, είμαστε παλαιωμένα πράγματα, καλέ μου φίλε!
(3) Τα γηρατειά είναι πάντα πολύ κοντά.
(4) Φίλε μου, τα νεαρά κορίτσια θα έχουν πάντα χοντροκομμένα γούστα, πολύ καλέ μου φίλε!
(5)  Είμαι σαν βασίλισσα στην αυλή της!