Δέχτηκε να γεράσει επιτέλους, όταν υποψιάστηκε πως τα γηρατειά θα τής δίνανε μια ευγένεια περισσότερη στην αρχοντική της εμφάνιση. Στην έκφραση του κορμιού, σ' εκείνες τις αργότατες χειρονομίες. Και στο περπάτημα. Έτσι η κυρία Δαμιανού απόχτησε ξαφνικά ένα ασπρόμαλλο κεφάλι, ωραίο όπως πριν, και πάντα αγέρωχο. Ριγμένο προς τα πίσω. Τόσο, ώστε θαρρείς πως δεν κοίταζε παρά μόνο με τα ρόδινα ανήσυχα ρουθουνάκια της. Ποτές με τα μάτια, που τα κρατούσε μισόκλειστα.
Παιδούλα, τη λατρεύανε οι φιλενάδες της. Αργότερα οι φίλοι, τα γνωστά σαλόνια, οι ξένοι επίσημοι, οι αυτόχθονες ημιεπίσημοι κι όλα τα συγγενικά της γυμνασιόπαιδα.
Τώρα, κατακαθισμένη πια, παρακολουθούσε την κόρη της την Τζένυκα. Τη μονάκριβη, που ήτανε μια κοπέλα έξυπνη, όμορφη, μα που την έσβηνε ωστόσο την ομορφιά της μέσα σ' ένα κύμα παιδιάτικης αλλεγκρέτσας. Εκπληκτικό παιδί! Τίποτις το γυναικείο. Ενώ η ίδια στην ηλικία της...
Η Τζένυκα ξεχώριζε και σε κάτι άλλο: αγαπούσε αυτή την Αθήνα! Μια αγάπη που δε λέγεται. Άκουε να μιλούνε ακατάπαυστα μέσα στο σπίτι για τα καλά και τ' αγαθά της Ευρώπης, για το τάδε παριζιάνικο περιοδικό, για το τελευταίο εγγλέζικο ρομάντζο, για τις επισκευές του παλατιού των Βερσαλλιών. Δεν της καιγόταν καρφί. Ούτε η ελάχιστη περιέργεια για όλες αυτές τις ιστορίες. Την Αθήνα της δεν την άλλαζε με κανένα παράδεισο της Δύσης.
Αυτό, φυσικά, δεν την εμπόδιζε να θαυμάζει τη μητέρα, που το γαμήλιο ταξίδι της την είχε γυρίσει σε τρεις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Αλλά την έβρισκε κάπως υπερβολική που δε μιλούσε, παρά για τα όσα «εκεί» είχε δει και μάθει. Τα όσα πλησίασε εκεί, τα όσα εκεί χάρηκε. Όλο τα ίδια και τα ίδια. Έτσι που, μια μέρα, ένας γνωστός τους κουτσομπόλης διάσημος, τής είπε της Τζένυκας: «Η κυρία μητέρα σας δε θα τον θυμόταν τόσο ζωηρά τον μακαρίτην σύζυγον αν δεν τον συνέδεε με τας εκ Παρισίων αναμνήσεις της». Χοντρά λόγια, που την πλήγωσαν την Τζένυκα· στην κάμαρή της τη νύχτα, πάτησε τα κλάματα κι ήρθε η κυρία Δαμιανού, με τη «Φεμινά» στο χέρι να την παρηγορήσει και να μάθει επιτέλους ποιον αγαπά. Αυτό ήταν το μόνο μυστικό του παιδιού της που ανυπομονούσε να το γνωρίσει.
Η Τζένυκα είχε ακόμη έναν καημό.
Υπόφερε που 'βλεπε τη μητέρα της να κάθεται ώρες ολόκληρες στο σαλόνι... Με τα στόρια κατεβασμένα, να κάθεται και να κουβεντιάζει, απογεύματα ολόκληρα, με τον κύριο Μπενεδάτο, το γιατρό, για την τελευταία θεατρική «πρεμιέρα» που συγκινούσε τους Παριζιάνους. Κι ο κύριος Μπενεδάτος, δόξα της επιστήμης στα παλιά τα χρόνια και σήμερα γεροντάκι λιωμένο, κατόρθωνε με χίλιες τρεμάμενες προσπάθειες να βάλει τα γυαλιά του και να ρίξει μια ματιά στην «Ιλλουστρασιόν». Αυτός κατόπι θα διηγότανε πώς είχε περάσει την τελευταία βραδιά του στο Παρίσι, πριν είκοσι δύο έτη... Πίνοντας το τσάι του σιγά σιγά, θα θυμόταν τα απρέ - μιντί της «Ρεζάνς», κανένα επεισόδιο που θα τού συνέβηκε σε κάποιο ρεβεγιόν, και την πλατεία του Παλαί Ρουαγιάλ... όπου μια μέρα, πηγαίνοντας να νοικιάσει ένα θεωρείο στο Τεάτρ Φρανσαί, συνάντησε την κυρία Δαμιανού με τον άντρα της, νιόπαντρους. Το αμάξι με τα δυο άσπρα άλογα, που λίγο έλειψε εκείνη τη στιγμή να τους πατήσει, καθώς ήταν κι οι τρεις τους ζαλισμένοι από τη χαρά της συνάντησης. Μια νύχτα κατόπι... στη λίμνη του δάσους της Βουλώνης, που τα φώτα λυγίζανε πάνω στα νερά, τα βιολιά παίζανε πίσω από τα δέντρα, κάποιες φωνές κοριτσίσιες που ξεσκίζανε την καλοκαιριάτικη γαλήνη.
Έτσι, ώρες ολόκληρες μέσα στο σαλονάκι, οι δυο γέροι με τις κουβέντες τους. Και τα στόρια κατεβασμένα. Ο Μουσταφάς, ο πολυχαϊδεμένος γάτος, γλιστρούσε πάνω στον καναπέ να βρει το χέρι της κυρίας του, κι ο γιατρός τότες απάγγελνε, ανυψώνοντας όσο μπορούσε τη φωνή:
«Les amoureux fervents et les savants austéres
aiment également, dans leur mûre saison,
les chats puissants et doux...» (1)
Κι απαγγέλνοντας, τα σάλευε μαλακά μαλακά τα δυο του χέρια, ανοιγμένα, κι από την πολλή του μελαγχολία χαμογελούσε. Η κυρία έμνησκε σιωπηλή. Τα δυνατά της ματόκλαδα κλείνανε. Θυμότανε πως ένα πρωί στο Παρίσι... Όχι πρωί, ξημερώματα· γυρνούσανε μαζί κι οι τρεις τους από ένα γλέντι. Περνώντας εμπρός από το Λουξεμβούργο, είδανε ένα πελώριο γάτο να καμαρώνει στις γρίλιες του κήπου. Σταθήκανε να τον κοιτάξουνε, και τότες άκουσε, πρώτη φορά το γιατρό να τ' απαγγέλλει το ποίημα, και τα νερά της Φονταίν ντε Μέντιζις τρέχανε τραγουδιστά και μύριζε ο αέρας όλος αυγή και γλύκα ξενυχτιού. Έμνησκε σιωπηλή και ύστερα, σαν να ξυπνούσε, και με τα μάτια της υγρά, ψιθύριζε στο γιατρό:
«Ah mon ami, nous sommes des vieilles choses, mon cher ami!» (2)
Η φωνή της ήτανε μονομιάς πολύ βραχνή κι η Τζένυκα δε μπορούσε να βαστάξει και χυνόταν έξω από το σαλονάκι. Το 'νιωθε να πονάει το κορμί της και τής φαινόταν πως, όπου κι αν πήγαινε, όπου και να κρυβότανε, θ' άκουε πάντα δυο γέρους να κλαίνε, να κλαίνε για να μην πεθάνουνε.
Πήγαινε στις φιλενάδες της.
Τρία χρόνια που 'χε τελέψει το γυμνάσιο, κι η μητέρα άρχιζε πιο επίμονα να ζητά να μάθει την προτίμησή της. Επιτέλους δε λείπανε οι νέοι μέσα στους τόσους γνωστούς! Κι η κυρία Δαμιανού ήθελε με κάθε θυσία να πάρει νέο άντρα η κόρη της. Ανησυχούσε που ακόμη δεν έλεγε ν' αποφασίσει, να προσέξει κάποιον σοβαρότερα, τίποτα ερωτοτροπίες αποτελεσματικές. «La vieillesse est toujours trop proche...» (3), τής τόνιζε κάθε φορά που μένανε μονάχες ύστερα από καμιά επίσκεψη. Έπαιρνε το Μουσταφά στην αγκαλιά της, έλεγε και τής ανοίγαν το μεσιανό παράθυρο, ξαπλωνόταν στον καναπέ κι έδινε δρόμο στις συμβουλές τις πολύπειρες.
Συχνά παρευρισκότανε και ο κύριος Μπενεδάτος. Έσκυβε ν' ακούσει καλύτερα και τής έλεγε της Τζένυκας, χαϊδεύοντάς της τα δάχτυλα: «Πρέπει να παντρευτείς, κορούλα μου, να παντρευτείς για να το πω κι εγώ το νυν απολύεις τον δούλον σου... και να σάς αφήσω ήσυχους». Η Τζένυκα τον μάλωνε αμέσως, καταθυμωμένη. Η κυρία Δαμιανού γυρνούσε το πρόσωπο έξω από το παράθυρο κι ανάπνεε δύσκολα.
Το μόνο που τής έμελε της Τζένυκας, ήτανε να βρίσκεται τριγυρισμένη από ευχάριστες συντροφιές. Τ' άλλα όλα... φιλολογίες! Ξανθιά, υψηλή σαν τη μητέρα της, με μεγάλα μάτια πράσινα, και στο κάθε της κίνημα, στις τρεχάλες, που τις αγαπούσε ίδιο αγόρι, χαιρότανε η ορμή του κοριτσιού που μόνο για το παιχνίδι ξετρελαίνεται. Παρέες, φάρσες, εκδρομούλες. Και λίγος φωνόγραφος. Ωστόσο κάποια κρυφά της γούστα παίρνανε να ωριμάζουνε.
.............................
Το φθινόπωρο, λίγες εβδομάδες αφού γυρίσανε από το Λουτράκι, άρχισε να συχνάζει στο σπίτι τους ο κύριος Παυλογιάννης. Τους τον είχε παρουσιάσει ο γιατρός, που γνώριζε χρόνια τις θείες του.
Σαραντάρης. Αφεντάνθρωπος. Ένα διπλό προγούλι έδινε στο πρόσωπό του κάποιο φως, κάποια χωριανή ιερότητα αγίου που τον καλόθρεψες για να τον παρουσιάσεις στο ποίμνιο των πιστών. Ήταν φορές που μιλούσε κατ' επανάληψη κι επί πολλή ώρα. Άλλοτες περνούσε ολόκληρη εσπερίδα χωρίς ν' ανοίξει το στόμα του, και πάντα η κύρια δράση της παρουσίας του περιοριζόταν στα πολλά μειδιάματα μιας ανατροφής αξιόλογης.
Ειδικός για τη γερμανική νομοθεσία, ήτανε το δεξί χέρι του υπουργείου, που ετοίμαζε κατακλυσμούς νομοσχέδια. Επίσης ένα βερολινέζικο περιοδικό, πριν χρόνια, είχε δημοσιεύσει δύο οικονομολογικά του άρθρα, οι κυβερνητικοί κύκλοι το είχανε σίγουρο πως σε λίγο θα γινότανε ο άνθρωπος της ημέρας και συνάμα το δικηγορικό του το γραφείο έκανε χρυσές δουλειές. Αυτοί οι τέσσερις τελευταίοι λόγοι αναγκάζανε την κυρία Δαμιανού να τον ανέχεται, αν και τον έβρισκε «πολύ αγροτικό» για το σαλόνι της. Μα τίποτ' από' όλα αυτά δεν επηρέασε τη Τζένυκα. Η Τζένυκα τον ερωτεύθηκε, επειδή ήταν ο πρώτος άνθρωπος που τής έκαμε εντύπωση άντρα. Μάλιστα. Ο πρώτος που τον έβλεπε να μην έχει ομοιότητα με τις φιλενάδες της ούτε και με τους φίλους, που ήταν ίδιοι σαν τις φιλενάδες κι απαράλλαχτοι.
Για τούτο, μήτε μια φορά δε μπόρεσε να τού μιλήσει, χωρίς να γίνει κατακόκκινη. Όταν περάσανε δυο μήνες κι η μαμά τής ανακοίνωσε πως ήρθε αυτός και «τη ζήτησε επίσημα», δε μπόρεσε να κρατήσει τα ευτυχισμένα, τα πολύ νευρικά αναφιλητά της.
Σύντομα έγινε ο γάμος τους. Και περίφημος. Η κυρία Δαμιανού ξόδεψε ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας της, που ν' αφήσει εποχή η λαμπρότητά του. Βασιλικός γάμος, που όλες οι πρωινές κι οι βραδινές εφημερίδες τον περιγράψανε απ' την αρχή ως το τέλος. Ιδιαίτερα σχόλια για τις τουαλέτες της κυρίας Δαμιανού.
Επί μέρες, ο Μπενεδάτος ερχότανε να τής κρατάει συντροφιά και να τής εξιστορεί την αίγλη της, που σκίασε όλες τις νέες, ακόμη και την ίδια τη νύφη. Η κυρία Δαμιανού τον κοίταζε, άναβε το τσιγάρο της, και με μεγάλη κούραση: «Ah, mon ami, nous sommes des vieilles choses, mon cher ami!»
.............................
Ξακολουθητικά η Τζένυκα καταλάβαινε πως τη λάτρευε ο άντρας της. Κι ήτανε τόσο ευτυχισμένη, ώστε δεν έβρισκε καιρό για να περηφανευτεί, ούτε και για ν' ακολουθήσει τις νέου είδους συμβουλές που τις έδινε πάλε η ακαταπόνητη μαμά.
Ο γάμος τον άλλαξε τον Παυλογιάννη. Άρχισε να γίνεται κομψός στο ντύσιμό του, ευχάριστος στις κουβέντες του, χαμογελούσε λιγότερο, κι η κυρία Δαμιανού αισιοδοξούσε κι έλεγε, στις καλές της τις ώρες, πως πιθανό, μια μέρα, να γινόταν υποφερτός. Μ' όλο τούτο κάθε που έμενε μονάχη με το Μπενεδάτο κι η ομιλία τους γυρνούσε στους νιόπαντρους, δεν έπαυε να ρίχνει τον αφορεσμό: «Mon ami, les jeunes filles auront toujours des goûts grossiers, mon très cher ami!» (4) Και τα 'σφιγγε τα χείλη της με τη στενοχώρια της γυναίκας που είναι καλοαναθρεμένη και που ωστόσο δε μπορεί να κρατήσει την αηδία της. Και μέσα από τα κατεβασμένα στόρια περνούσε η μακάρια ζέστη του ήλιου, μοναξιά κι ανία απομεσήμερου.
Ήτανε, αλήθεια, κάτι παράξενο να βλέπεις εκείνο τον άνθρωπο ερωτευμένο με τη γυναίκα του -να τους βλέπεις ερωτευμένους και τους δυο! Πολλοί φίλοι επιμένανε πως ο Παυλογιάννης «προσήλθε εις γάμου κοινωνίαν αγνός όσο κι η γυναίκα του». Ξέροντας καλά από γυναίκες, ελπίζανε πως μια τέτοια φήμη, αν πήγαινε ως τ' αυτιά της Τζένυκας, θα την ψύχραινε στα σίγουρα. Άλλοι προσθέτανε πως τώρα που άνοιξε τα μάτια του κι είδε τι θα πει έρωτας, θα γύρευε να φαρδαίνει τον κύκλο των γνώσεών του, δε θα μπορούσε πια τώρα να κρατηθεί. Κι άλλα πολλά.
Μα οι δυο τους ήταν ακόμα ευτυχισμένοι.
Μέσα στους πολιτικούς αγώνες, όπως πολλοί το είχαν προβλέψει, ο Παυλογιάννης δεν άργησε να γίνει μια από τις πιο «διακεκριμένες» φυσιογνωμίες. Συγχρόνως πάχαινε κι άλλο, καταντούσε ηρωικός με τη μεγαλόσωμη παρουσία του, ένα είδος Ηρακλή αναχρονισμένου, χριστιανικού. Και τώρα, όταν μιλούσε, έπαιρνε μια επαγγελματική σοβαρότητα βαθύβουλη, με πολλαπλά μυστήρια, που έκανε εντύπωση στις κυρίες. Άρχισαν αυτές να στοχάζουνται πως έπρεπε, από κοινωνικό τουλάχιστον καθήκον, να τον προσέξουν ιδιαίτερα. Ύστερα, δεν ήταν και μικρή η τύχη να γίνουν αντίπαλες της Τζένυκας.
Ο Παυλογιάννης, με τ' αγαθά της σημερινής του περιωπής και με τα μυστικά που διείδε στην ομορφιά της γυναίκας του, άρχισε, το δεύτερο χρόνο, να αιστάνεται κάποιες στενάχωρες περιέργειες που πράγματι δεν τις είχε άλλοτε. Εδώ σημειώνουμε ότι, τίμιος άνθρωπος και νοικοκυρεμένος, θα 'βαζε όλα του τα δυνατά για ν' αντισταθεί στους πειρασμούς. Ναι, για την αντίσταση θα το χρησιμοποιούσε όλο του το νομομαθέστατο λογικό, αν δεν το 'χανε στ' άξαφνα εμπρός στους μισόγυμνους χορούς μιας βιεννέζας χορεύτριας, που είχε κατεβεί στην Αθήνα με το θίασό της. Αυτή τα 'στειλε όλα αφόντο και τον μασκάρωσε, τον παράλλαξε τον αγροτικό Παυλογιάννη σε φρακοφορεμένο ήρωα πρωτευουσιάνικου σκανδάλου. Μαζί, πότε με τ' αυτοκίνητα, πότε με τις σαμπάνιες και τις μουσικές, σού τηνέ φέρανε άνω - κάτω την Αθήνα. Είκοσι μέρες σωστές.
Όταν η Τζένυκα πίστεψε στα όσα τής έλεγαν για τη διαγωγή του και στα όσα σε λίγο είδε με τα δικά της μάτια, ένιωσε πως μόλις από τώρα άρχιζε να καταλαβαίνει τον κόσμο. Τώρα πρωτοέβλεπε τον εαυτό της, τώρα και τους άλλους. Περισσότερη ώρα θα χρειαζότανε η κυρία Δαμιανού για ν' αλλάξει μια της καθημερινή φορεσιά απ' ό,τι τής χρειάστηκε της Τζένυκας για ν' αλλάξει ολόκληρη.
Όταν ο βιεννέζικος θίασος έφυγε για να εξακολουθήσει τον προορισμό του στ' άλλα τα Βαλκάνια, κι ο Παυλογιάννης μοιραία ξαναγύρισε σπίτι του, δυσκολεύτηκε να την αναγνωρίσει. Από τη γυναίκα του, το πλάσμα που ήταν ξελυτό μέσα στην αγορίστικη αφροντισιά, δεν απόμνησκε παρά μόνο η παιδική γλύκα των ματιών. Οι τρόποι της, τα λόγια, οι φορεσιές, η στοχαστικότητα, καθώς και το καινούργιο της γέλιο, ίδια πια τη δείχνανε, ίδια από την κορφή ως τα νύχια με τις γνωστότερες κυρίες. Κι ο σύζυγος το χαμήλωσε το κεφάλι του, απορώντας για το πολύτροπο των γυναικών, όπως διαρκώς απορούσε κι ο συχωρεμένος του ο πατέρας, πληρεξούσιος Νάξου. Απόρησε, μ' ένα μεγάλο - μεγάλο στόμα ξανακοίταξε τη γυναίκα του, κι ησύχασε που δε θα είχε πια ανάγκη να προστρέξει σε νέες επικίνδυνες περιπέτειες.
..............................
Περάσανε πέντε χρόνια. Με μια καθώς πρέπει ειρήνη, που μόλις την τάραζαν οι κάποιες ωγύγιες λογοτριβές του σπιτιού. Με υποδοχές, με θέατρα, με αξιόλογα φιλανθρωπικά έργα. Με τρεις αγορεύσεις του Παυλογιάννη στη Βουλή. Κι εξακολουθούσε πάντα στην εντέλεια ο πολλαπλασιασμός του κοινωνικού τους γοήτρου.
Αμέσως ύστερ' από το σκάνδαλο, η Τζένυκα είχε βαλθεί να κάνει επιστήθιες φιλενάδες της όλες τις κυρίες που πριν, με τις πόζες και την επίδειξή τους, τής φαίνουνταν ανυπόφορες. Επίσημα κι ένοπλα μπήκε στη σειρά τους. Τις έφτασε. Πήγαινε τώρα να τις ξεπεράσει. Και μονομιάς την κατάκτησε κι αυτήν το μεγάλο όνειρο: το Παρίσι! Δεν τη χωρούσε η Αθήνα. Διψούσε Ευρώπες.
Αυτή, που δεν έπιανε ποτές της βιβλίο στο χέρι, αναζητώντας τώρα την παρηγοριά και την ελπίδα, άρχισε να διαβάζει αχόρταστη τα γαλλικά μυθιστορήματα, που οι μονυελοφόροι επαΐοντες τής τα συνιστούσαν για εικόνες πιστότατες της γαλλικής κοινωνίας. Τα διάβαζε και τ' αποστήθιζε σαν προσευχές, που σού μισοκλείνουνε τα μάτια για να σε φέρουνε μ' ένα σάλτο στις ακριβότερες εξέδρες του παραδείσου.
Για τούτο έλιωσε από τη χαρά, όταν ο Παυλογιάννης τής πήγε ένα βράδυ την είδηση πως επιτέλους το κατάφερε: ο κύριος υπουργός τον έστελνε στο Παρίσι για κάποια αναγκαιότατη υπόθεση του Κράτους. Έπρεπε μόνο να φύγουνε το ταχύτερο, επειδή οι τέτοιου είδους υποθέσεις πολύ γρήγορα παύουν να 'ναι αναγκαίες... Πώς δεν τον έχασε τον νου της! Κι η ίδια το ρωτιότανε κάθε λίγο και λιγάκι, ξαπλωμένη στην κουβέρτα του βαποριού που τους έφερνε στη Μασσαλία. Το ρωτιότανε και τα 'δειχνε σαν φιλιά τα χείλια της προς τον ουρανό, που ήταν ατέλειωτος με τον ασύννεφο ήλιο, προς τη θάλασσα, προς το κάθε κύμα που ανασάλευε τη χρυσωμένη απεραντοσύνη, και στ' απρόσμενα καραβάκια που τα τραβούσε η άπλα του ορίζοντα και τα ξελάργευε. Αγαπιάρικα αντίκρυζε η Τζένυκα και τους δυο Σπανιόλους που ακατάπαυστα τραγουδούσανε, κι όλους τους λευκοφορεμένους συνταξιδιώτες που σίμωναν να τής κάνουνε το κόρτε στα πεταχτά. Αυτοί τής μιλήσανε για τη ζωή της Ευρώπης, για τις πολυτέλειές της, για τα γλέντια και τις βιογραφίες εκείνων που ξέρουνε να ρίχνουνται στη χαρά.
Τους άκουε όλους η Τζένυκα, σαν θεούς που μάθανε να τής μιλούνε περίφημα τη γαλλική και με μια εγγλέζικη φίνα φίνα προφορά! Μαγευότανε. Πολλά πράματα ξεχνούσε. Όταν όμως, σε λίγο, πήγαινε κάτω στην καμπίνα κι έβλεπε τον άντρα της πνιγμένο στον ίδρω, ν' αλλάζει πουκάμισο, τα φρύδια της σούρωναν και καταλάβαινε τότες πως άλλος ήτανε ο δικός της ο δρόμος και πως δεν έφερνε σ' αυτά που τής λέγανε... Μια και γρήγορα θα διάβαινε από τη γιορτερή ζάλη της Ευρώπης και θα ξαναγυρνούσε πάλε πίσω στο σπίτι της. Στην οδό Σόλωνος. Σαν και πρώτα.
Στο Παρίσι. Όπως όλοι οι μεγαλοπιασμένοι ομογενείς, έτσι κι αυτοί νοίκιασαν δωμάτια σ' ένα από τα πιο φημισμένα ξενοδοχεία των Ηλυσίων. Μερικοί από τους επισήμους της πρεσβείας ήρθανε να τον βρούνε τον Παυλογιάννη, πήγε μαζί τους, τέλεψαν ένα δυο φλυαρίες πρώτης ανάγκης, κι από την άλλη μέρα αφιερώθηκε στις αγορές της γυναίκας του. Ήταν ατέλειωτα τα ψώνια που είχε να κάνει η Τζένυκα. Τις έβλεπε τις τουαλέτες μέσα στ' αμέτρητα εμπορικά, χυμένες σ' αραδιαστά θαμπώματα πολυτέλειας, ό,τι θες κι ό,τι φαντάστηκες, και τα 'χανε, και δος του αγορά στην αγορά. Την κυρίεψε μια τέτοια λύσσα σπατάλης, που μπροστά της δε θα 'πιανε χαρτωσιά κι η πιο τρελή θεατρινίτσα.
Σε λίγο, ύστερ' από τα τόσα πάνε κι έλα έμαθε να πηγαίνει και μονάχη της και δεν την εμπόδιζε που ο άντρας της χρωστούσε να παρουσιάζεται κάπου κάπου στην πρεσβεία. Στο δρόμο, ασυνόδευτη, άκουε πολυάριθμους κυρίους κάθε ηλικίας και κάθε τόπου να τής λένε λόγια κολακευτικά και υποσχέσεις γενναίες. Παρ' όλο τούτο, δε μπορούσε ν' ανεχθεί που στο ξενοδοχείο, όπου πληρώνανε τετρακόσια φράγκα τη μέρα κανένας δεν την πρόσεχε, κανένας δεν αποπειράθηκε να φλερτάρει μαζί της, να την παρακολουθήσει τουλάχιστον, κι ούτε αυτοί ακόμη οι λακαίοι μοιάζανε να συγκινούνται που άλλαζε πέντε φορές τη μέρα καπέλο. Μέσα στους πελάτες, ήτανε και δυο τρεις από τους συνταξιδιώτες της, αλλά και τούτοι, έχοντας πια ησυχάσει από τη μοναξιά που μέσα στο βαπόρι τους αφάνισε, τη χαιρετούσανε με μια μεγάλη ανυπόφορη ευγένεια μεγάλης απόστασης. Ξεχωριστά όμως οι λακαίοι ήταν που τη δαιμόνιζαν. Εκείνη η απάθειά τους, που σού έλεγε πως είδανε τα πάντα, πως τίποτις δεν τους απόμνησκε πια να χαρούνε, κι εκείνα τ' αγέλαστα πρόσωπά τους που τα ομόρφαινε μια ψυχρή μελαγχολία, μια ατέλειωτη θλίψη μπλαζέ... Αν στη θέση της Τζένυκας ήτανε τώρα η κυρία Δαμιανού, θα μουρμούριζε το δίχως άλλο: «Όταν κι οι λακαίοι αρχίσουν να γίνονται μελαγχολικοί, τι θα απομείνει πια στις κυρίες;»
Η κόρη της όμως δεν ήξερε από τέτοιες φράσεις και πήγαινε να σκάσει. Όλα τα ψώνια που 'κανε κι όλα της τα διαμαντικά θα τα 'δινε πρόθυμη, αν την αφήνανε να σφάξει έναν από τούτους δα τους λακαίους. Επιτέλους η εχθρικότητά της κατάντησε αβάσταχτη κι άρχισε τις μητροπαράδοτες γκρίνιες με το σύζυγο. Διοργάνωσε χίλια τερτίπια, ηύρε τα κόλπα τα καλύτερα, ετοίμασε την κάθε πρόφαση και τον κατάφερε να πάνε σε κανένα ξενοδοχείο δεύτερης σειράς. Έτσι κουβάλησαν στο «Οτέλ Τριανόν» του Καρτιέ Λατέν.
Εκεί τα ηύρε τ' αγαθά της ψυχής της. Καινούριο περιβάλλον, ήσυχο. Διαφορετικό σ' όλα. Το συμπαθούσες με την πρώτη ματιά. Η διευθύντρια του ξενοδοχείου είχε ένα πρόσωπο αγαθό κι ολοστρόγγυλο σαν ψωμί χωριάτικο, καλούς τρόπους, λίγη πούντρα, και διατηρούσε κάτι θαυμάσια χασμουρητά κληρονομικής γαλήνης που τής πληθαίναν το μάγουλο. Γλυκιά γυναίκα. Ήταν και κοντόφθαλμη και συνήθιζε να νοικιάζει τα δωμάτιά της -τα μισά στις επαρχιώτισσες μητέρες που 'ρχονταν για λίγο στο Παρίσι να δούνε τα παιδιά, και τ' άλλα τα μισά στους επαρχιώτες εμπόρους που ταξιδεύουνε να βρούνε ένα δυο γυναίκες βολικές. Κι αυτοί για λίγο. Όσα περίσσευαν, τα παίρνανε οι φοιτητές.
Από την τρίτη κιόλας τη μέρα, η διευθύντρια του ξενοδοχείου πήρε να φουσκώνει για τους καινούριους της πελάτες. Διπλασίασε την τιμή ενός δωματίου που ήταν ανοίκιαστο, άλλαξε τις μπροστέλες των φαμ ντε σαμπρ, πήγε να δει αν ο μάγειρας ξυριζόταν τις καθημερινές -και κάθε που θα περνούσε η Κυρία Παυλογιάννη για να βγει έξω, θα την έπαιρνε μέσα στο γραφείο της, θα την καμάρωνε με το χρυσό φας α μαιν της, κι ανεξάντλητη θα 'βρισκε να τής κάνει του κόσμου τους επαίνους. Την απόβγαζε ίσαμε το δρόμο. Τα γκαρσόνια τρέχανε να φέρουν αυτοκίνητο. Κι η Τζένυκα ριχνόταν σε τολμηρότερα ψώνια.
Τότες ήτανε που τη συνάντησα ένα πρωί στο μπουλεβάρτο του Σαιν - Μισέλ. Εκείνη με γνώρισε πρώτη, κουβεντιάσαμε, μού είπε τα νέα της Αθήνας, και μόλις έκανα να τη ρωτήσω αν είναι ευχαριστημένη από το Παρίσι, από το ξενοδοχείο της, χαμογέλασε σαν ολόκληρη δυναστεία Αψβούργων και μού αποκρίθηκε: «Je suis comme une reine dans sa cour!» (5) Ακόμη λίγα λόγια και χωριστήκαμε. Περίλυπος τη σεργιάνιζα που έφευγε. Ένα κουνιστό φορτίο χιουμορισμού, κι όλη της η κομψότητα πνιγμένη κάτω από την αλογάριαστη συρροή της μόδας. Κι εγώ, που την ήξερα πριν από το γάμο της και που είχα μάθει κατόπι το επεισόδιο της Βιεννέζας χορεύτριας αγριεύτηκα που ένα και μοναδικό λάθος του άντρα φτάνει για να την καταντήσει έτσι τη γυναίκα του. Τη σεργιάνισα ώσπου γύριζε ο δρόμος.
.................................
Με τις τόσες τουαλέτες, τις αγορές, τα τόσα βαρυκίνητα λούσα που τής παίρνανε όλες τις ώρες κι όλο της το κορμί, σιγά σιγά έμοιαζε να ξέχασε πως τα νιάτα της είχαν κι άλλο προορισμό. Πως μπορούσε να τ' απολαύσει και μ' άλλους τρόπους. Προς το τέλος, αλήθεια, το είχε ξεστοχίσει και δεν το θυμήθηκε παρά χάρη σε κάτι φοιτητές, νοικάρηδες του ξενοδοχείου. Από την ώρα που έμπαινε μέσα στην αίθουσα του εστιατορίου να φάει, εκεί στο πρώτο πάτωμα, ως την ώρα που θα 'φευγε, δεν παύανε αυτοί να την παρακολουθούνε. Οι φοιτητές τής τα θυμίσανε τα νιάτα της κι άρχισε αμέσως κι εκείνη να τους προσέχει γλυκά, μόλις ο Παυλογιάννης ριχνόταν να ξεκοκαλίσει την τελευταία ώρα της εφημερίδας του και το κλείσιμο της μπόρσας.
Την ίδια εβδομάδα παρατήρησε πως τρεις από τους φοιτητές αρχίσανε να τρώνε τακτικά στο εστιατόριο του ξενοδοχείου. Κι αντίκρυ στο τραπεζάκι της.
Ήτανε Γάλλοι κι οι τρεις τους, νέοι από καλές οικογένειες -καθώς την πληροφόρησε η διευθύντρια. Και στο γεύμα ο νους της πια όλος της Τζένυκας ήταν το πώς να ρίξει μια ώρα αρχύτερα τον Παυλογιάννη στην άβυσσο της εφημερίδας.
Γρήγορα ζευγαρωθήκανε οι ματιές των νέων με τα χαμόγελά της, που δε μπορούσε να τα κρύψει. Ζευγάρωμα ξακολουθητικό κι εύθυμο. Τολμήσανε τότες κι οι νέοι να χαμογελάσουνε και με τη σοβαρότητα, που παίρνανε μαζί κι οι τρεις με τη Τζένυκα μόλις ο σύζυγος έκανε να γυρίσει σελίδα, αισθανόντανε να τους κυριεύει ο πυρετός και τ' αλάφιασμα της τρυφερής συνενοχής τους.
Μια μέρα, όπου ύστερα από το γεύμα περάσανε στο σαλόνι να καπνίσει ένα πούρο ο άντρας της, πιάσαν σχέσεις. Ο Παυλογιάννης ζήτησε από τους νέους μερικές πληροφορίες για την κίνηση των Γάλλων βασιλοφρόνων, γύρισε κατόπι την κουβέντα στην ιστορία του Δικαίου, τέλος στις διεθνείς περιπλοκές και με πλήθος λόγια τούς εξήγησε τα ελάχιστα πράγματα που από τα εσωτερικά της πατρίδας μας επιτρέπεται να μάθουν οι ξένοι. Το βράδυ ξανανταμωθήκανε στο σαλόνι, και τις άλλες μέρες η φιλία περίσσεψε.
Κι η Τζένυκα, νευριάζοντας που η κουβέντα γυρνούσε αδιάκοπα στην πολιτική, άρχισε να ξεχωρίζει τον ένα από τους τρεις, που μιλούσε λίγο και που άφηνε τις συζητήσεις για να 'ρθει να καθίσει στο πλάι της. Είχε καστανά μάτια, κάτι ωραία μαλλιά πλαισιώνανε τη χλωμή του όψη, και στ' αψηλό του ανάστημα μια λεβέντικη ευγενικότητα.
Επιτέλους ένα δειλινό τύχανε μονάχοι οι δυο τους στο σαλόνι. Στάθηκε ορθός μπροστά της, χαμήλωσε τα μάτια και τής είπε τον έρωτά του. Η φωνή έβγαινε σιγανή, βαθιά μ' ολόθερμους τόνους που τη Τζένυκα τη μεθούσανε. Τής μίλησε για τη ζωή του, όπου δεν είχε κανένα που να τον αγαπά, για τους τριγυρινούς που τού σβήναν την πίστη και τα ιδανικά του, και τον σώριαζαν ολοένα χαμηλότερα. Ένας κύκλος προδοσίας καθημερινής απ' όπου δε μπορούσε να λυτρωθεί, μια ορφάνια ατέλειωτη... Κάτι κόσμοι απελπισμού όπου κι αν κοίταζε. Και τώρα κοντά της, κοντά στην «ξένη», αισθανόταν τη σωτήρια, την αφεύγατη ανάγκη της κάθε πικραμένης και δειλιάρας καρδιάς, να ζεσταθεί μέσα σε μια στοργή ερωτιάρικη. Κοντά της θα μπορούσε να πάρει θάρρος για ν' αντικρίσει τη βάναυση μικρότητα του κάθε-μέρα... Κι ήταν η πρώτη φορά οπού έτσι εμπρός σε μια γυναίκα την άφηνε την περηφάνια του να λιώσει για να προβάλει λεύτερος ο συνεπαρμός της λαχτάρας. Λεύτερος. Αδάμαστος. Την ικέτευε να θελήσει να αιστανθεί τον καημό και την ελπίδα του. Δε μπορούσε να τής εξηγήσει το πόσο υπόφερνε, παρά μονάχα τής είπε πως έκλαψε χτες σαν ένας γέρος φριχτά έρημος, έκλαψε, έκλαψε τόσο που τον ένιωσε τον εαυτό του ξαλαφρωμένο μ' ένα προμήνυμα ευτυχίας... Γι' αυτό τόλμησε σήμερα να 'ρθει και να τής ανοίξει την καρδιά του. Η Τζένυκα είχε δέσει τα χέρια της. Και τα δάχτυλα μπλεγμένα όπως στο σχολειό. Πολύ μικρούλα. Τον άκουε. Δεν τα είχε συλλογιστεί ποτές τα λόγια του... Αυτά τα λόγια του που τής έρχουνταν τώρα σε μια γλώσσα που είχε μάθει να τη λογαριάζει για επίσημη γλώσσα του έρωτα. Σαν λίγωμα την έδενε μουσικής που τα πάντα θα τα 'σερνε να στριμωχτούνε σ' ένα μονάχο μυστικό σφιχταγκάλιασμα. Τόση, τόση ανατριχίλα ομορφιάς!... Και μια μεγάλη αμέσως βουή στο κεφάλι της σαν να σταματούσε τρανταχτά η ζωή ολόκληρη, και δεν ξεχώριζες τίποτις παρά τέσσερα χέρια που ποθερά παλεύανε. Τίποτις. Και τα χέρια λύνανε γρήγορα κι αυτά και σβήναν. Τίποτις. Μόνε η βουή που δεν έπαυε, παρά σειόταν μέσα στο νου της, και την τρόμαζε όπως όλα τούτα τα φαντάσματα, και δεν τολμούσε να σαλέψει τώρα η Τζένυκα από τον καναπέ. Ακίνητη. Πολύ - πολύ μικρούλα, με τα δάχτυλά της μπλεγμένα. Πού θα σερνόταν ύστερ' από χρόνια αυτός ο άντρας που όλο τής μιλούσε, όλο ορθός εμπρός της. Είχε πάψει έτσι να τον ακούει. Μέσα της ένα τρελό γιγάντεμα έρωτα τής υπόταζε το κορμί ως τα γόνατα κάτω. Ίσαμε κάτω στα πόδια που την ομορφιά τους άξαφνα την ένιωσε τόσο ζωντανή... ζωντανή σαν να τα 'χε μονομιάς γυμνά τα πόδια της, όπως μέσα στα σεντόνια το πρωί καθώς ξυπνούσε!
Τον άφησε να τής φιλήσει το χέρι κι έφυγε τρέχοντας στην κάμαρή της.
..............................
Την άλλη μέρα βρεθήκανε στον κήπο του Λουξεμβούργου. Μονάχοι. Μείνανε ως την ώρα όπου έπεσε το μούχρωμα, κι όταν η Τζένυκα γύρισε στο ξενοδοχείο, πήγε και κλείστηκε πάλι στο δωμάτιό της. Ο Παυλογιάννης δεν είχε έρθει ακόμη.
Κοίταξε στον καθρέφτη του τοίχου, είδε το πρόσωπό της, είδε αργά αργά όλο της το κορμί. Με τα μάτια ορθάνοιχτα. Στάθηκε να καλοδεί τη μέση της, τη ράχη, το μπούστο, να καταλάβει πώς ήτανε ολόκληρη πρωτύτερα που περπατούσε στο πλευρό του αγαπημένου της. Είχε τέτοια ευτυχία, ώστε βλέποντας τώρα το πόσο όμορφη έδειχνε, δε μπορούσε ούτε να χαμογελάσει. Μια μεγάλη σοβαρότητα ευτυχίας έτσι αντίκρυ στον καθρέφτη... Φαινόταν και το πελώριο σπίτι που χτίζαν στην άλλη πλευρά του δρόμου.
Ύστερις έριξε γύρω μια ματιά, μια αόριστη, μακρινή ματιά μεθυσμένου, και πήγε να ξαπλωθεί στο ντιβανάκι. Τα πάντα τής φάνηκαν πιο μονάχα. Θλιβερά. Όλα σε μια θανατερή μοναξιά και το 'βλεπε, το καταλάβαινε πρώτη φορά τώρα, όπου η ίδια ξέφευγε με τον ακριβό της. Η λαχτάρα του αφιέρωνε μια φλόγινη γοητεία στα όσα πρόσμενε η Τζένυκα από εδώ κι εμπρός. Και το 'νιωθε το αίμα να τρέχει στις φλέβες της πλούσιο σαν λάμψη, κι ένας θρίαμβος έβγαινε από την πρόσχαρη υγεία της και τής πλημμύριζε τη σάρκα. Και το νου. Ούτε συλλογίστηκε, ούτε καν μια φορά ανησύχησε μην καταλάβει τίποτα ο άντρας της. Ήτανε αδύνατον να το φοβηθεί γιατί ήξερε πως βρισκότανε τούτος σ' άλλο κόσμο -στον κόσμο των περασμένων της που ήταν καμωμένος διαφορετικά, μ' άλλο σχέδιο, απ' άλλο υλικό, και ξένος πέρα ως πέρα με τα όσα τής φτιάναν σήμερα τη ζωή. Κι ούτε συμπόνια, ούτε και κανένα μίσος αισθανόταν για τον άντρα της.
Την άλλη μέρα, όταν καθίσανε στο ιδιαίτερο μιας πατισερί, ο αγαπημένος της άρχισε να τής παραπονιέται σκληρά που η αγάπη της ήτανε φρόνιμη, λογική, μετρημένη... Τής είπε πως έβλεπε την επιμονή της να μη θυσιάσει το παραμικρότερο στον πόθο του, ούτε μια κίνηση παραπάνω, την προφύλαξή της να μη ριχτεί στον έρωτα όπως ριχνόταν εκείνος. Έγινε κατακόκκινη. Τα περασμένα του τα παριζιάνικα, ο χαρακτήρας του, η μόρφωσή του, όλα όσα δεν ήξερε από τη ζωή του και που τώρα ξαφνικά τα συλλογίστηκε, ήρθαν και πέσανε απάνω της και τη γεμίσανε ντροπή για τον εαυτό της. Ντροπή και μια ταπείνωση αβάσταχτη. Τι ήτανε αυτή εμπρός του; Μια άβγαλτη γυναικούλα... Τι άλλο ήθελε να τής πει μ' αυτά του τα λόγια παρά πως ήτανε μια γυναίκα δεμένη στη μέτρια μοίρα της, στη σειρά της. Πρωτόγονη. Νόμισε πως τον έχανε. Πήρε δειλή το χέρι του και την ίδια τη στιγμή τήν άρπαξε το πρώτο του φίλημα. Στο τέλος τού είπε πως ήταν έτοιμη να πάει μαζί του σ' ένα χωριουδάκι, όπως τής το γύρευε, να περάσει κοντά του ένα απόγευμα ολάκερο. Η φωνή της έτρεμε. Και κοίταζε τα μάτια του.
Το Ρομπενσόν είναι ένα μικρό χωριό, μισή ώρα από το Παρίσι. Είχε πολλά δέντρα, ήλιο, σκύλους. Και μερικές πλατείες. Έχει και δρόμους περιποιημένους. Αυτοί όμως με την ερημιά τους, με τις πολλαπλές τους ομοιόμορφες κι ακατοίκητες διασταυρώσεις, σκηνοθετούνε την εγκατάλειψη μιας χώρας που μέρα μεσημέρι ο ύπνος κατέβη και την κούρσεψε. Μια ατμόσφαιρα ασκητικής αλληλεγγύης πνέει ανάμεσα στις ξεραμένες βρύσες και στις ολοπράσινες φυλλωσιές που ποτές δε σαλεύουν. Ποτές, γιατί ο άνεμος περνά μόνο από τους μεγάλους δρόμους που 'ναι έξω από το Ρομπενσόν. Από κει και τ' αυτοκίνητα, κυνηγώντας τις αλανιάρικες όρνιθες. Κάτω στο χωριό, στην αγορά, μερικά συνταξιούχα άλογα περπατούσανε για λόγους υγιεινής. Χωρίς όρεξη. Χωρίς πίστη στη μέλλουσα ζωή. Τις Κυριακές, πιθανό να δεις και κάποια δυσαρεστημένη γάτα που τρέχει κι άνθρωπο ζητά. Στην κεντρική λεωφόρο, πάνω στα πελώρια δέντρα που τα 'χει θρέψει η απουσία κάθε γίδας και κάθε περαστικού, μέσα στα κλαριά, οι μεγαλεπίβολοι καφετζήδες της περιοχής έχουν στήσει είδος φωλιές, με καθίσματα και τραπεζάκια. Για ιδιότροπους αναρριχητικούς πελάτες. Και πολύ πολύ τολμηρούς. Αλλ' ούτε ένας ιστορικός αναφέρει να φάνηκαν καμιά μέρα πελάτες παρόμοιοι. Ούτε και κανείς είδε ποτέ τους καφετζήδες. Μόλις μερικοί θρύλοι κυκλοφορούν... Και παντού βασιλεύει η σιωπή των ολόαδειων καφενείων.
Σ' αυτό το χωριό την έφερε τη Τζένυκα. Σε μια κάμαρη του πιο απομακρυσμένου ξενοδοχείου. Κλεισμένοι μέσα περάσανε τ' απόγευμά τους. Σε λίγο θα βράδιαζε και δε θέλανε να το πιστέψουν.
Τής είπε, κρατώντας το κεφάλι της μέσα στα χέρια του: «Είμαι τόσο ευτυχισμένος! Είμαι τόσο ευτυχισμένος που επιθυμώ, λαχταράω έναν κόσμο ακόμη αγαθά... και μού είναι εντελώς αδιάφορο που δεν τα 'χω!...» Κι εκείνη τού χαμογέλασε σαν παιδί, που πονηρεύεται από την άρρητη χαρά του. Τα μαλλιά της είχαν κατέβει στο μέτωπο. Την πήρε πιο πιστά στην αγκαλιά του.
Αιστάνουνταν βαθιά στα χέρια τους, τριγύρω τους, ένα γλυκασμό σπατάλης, μια πρωταπόχτητη μακαριότητα που τούς έφερνε να φαντάζουνται πως από 'δω κι εμπρός ποτές πια δε θα μπορούσανε να κοιμηθούνε. Το παράθυρο μισάνοιχτο. Ήτανε αυγουστιάτικη μέρα και πάνω από τα σπίτια ο ουρανός απλωνότανε με τη λαμπηράδα του και τη γαλήνη τη χαρωπή. Ένα ελάχιστο σύννεφο γελοιογραφούσε τα καμώματα της κίνησης.
Συλλογιστήκανε κι οι δυο τους τι όμορφα που θα ήτανε να ξαναβρεθούνε εδώ πέρα με φεγγαροφεγγιά. Και μαζί συλλογίστηκαν πως η ώρα περνούσε. Βράδιαζε κι έπρεπε γρήγορις να γυρίσουνε στο Παρίσι. Μια απέραντη μελαγχολία στην καρδιά της Τζένυκας. Κι ο ουρανός όλος. Τη μούδιασε παραπονιάρικα. Μένανε ωστόσο ακόμη ξαπλωμένοι μέσα στη θερμοζώντανη σιγαλιά της πρώτης μέρας τους που βασίλευε. Τα μάτια της Τζένυκας πηγαινοέρχουνταν περίλυπα, γυρεύοντας να χορτάσουνε την κάμαρη· να πάρουν την κρυφότερή της εικόνα. Για να μπορούνε σε κάθε μελλούμενη ονειροπόληση να την ξαναζούνε ακέραια την ερωτιάρικη αταξία της κάμαρής τους... Μα τα κρατούσε τ' αναφιλητά της γιατί δεν ήθελε να τελέψει με κλάματα η τόση χαρά. Σηκώθηκε πρώτη. Τα σκασμένα χείλια της τα σούρωνε η πίκρα για τις αδιάφορες, τις βάρβαρες όψεις της ζωής που την προσμένανε πάλι. Και θέλοντας ακόμη λιγάκι να ξεφύγει, να ξεφύγει, να ξεφύγει, υψώθηκε στα δάχτυλα των ολόγυμνων ποδιών της και τον κοίταξε τον αγαπημένο, αγέρωχη ξανά με την πανώρια προσφορά της αιδωσύνης της.
Γύρισε στο ξενοδοχείο όπου ο Παυλογιάννης την περίμενε ανήσυχος. Μα μόλις την είδε, ξέχασε την ανησυχία του και με την αιματώδική του διαχυτικότητα άρχισε αμέσως να τής εξηγεί πως τέλεψε έξοχα τις δουλειές του και πως η Πρεσβεία, κατευχαριστημένη, τον επιφόρτιζε με μια καινούρια υπόθεση. Σημαντικότατη. Τώρα ήταν πια βέβαιος πως θα κερδίζανε τα εκατομμύρια, αλλ' έπρεπε εξάπαντως αύριο να φύγουνε για την Αθήνα. Η υπόθεση δεν επέτρεπε την παραμικρότερη αργοπορία. Για τούτο κι εκείνος, περιμένοντάς την να επιστρέψει, είχε αρχίσει κιόλας να ετοιμάζει τις βαλίτσες.
Η Τζένυκα κάθισε. Την πονούσε η μέση της. Ο νους της όλος είχε σκορπίσει κι έβλεπε το πάτωμα να γυρνά, μ' ένα ωραίο ανθογυάλι καταμεσίς, μ' ένα ωραίο ανθογυάλι, να γυρνά, ν' ανεβοκατεβαίνει. Να την τυφλώνει. Και το 'νιωθε ακόμη το κορμί της όπως πρωτύτερα... Αυτό την ξέσκιζε και δεν έφτανε να τον καταλάβει πλέρια τον πόνο της. Μια θολώτατη ανημποριά την ξεχείλιζε αυτή την ώρα, φριχτότερη απ' όλη τη ζωή που την πρόσμενε.
Κι ο Παυλογιάννης, βλέποντας πως ήταν κουρασμένη, ξανάρχισε να τις σιάζει μόνος του τις βαλίτσες.
Την άλλη μέρα, λίγο πριν να 'ρθει το αυτοκίνητο να τούς πάρει, μπόρεσε να τον συναντήσει τον αγαπημένο. Στις σκάλες. Είχε μάθει πως φεύγανε έτσι ξαφνικά, ήτανε κατακίτρινος και δεν τα σήκωνε τα μάτια του. Τής είπε: «Κοντά σας πίστεψα πως μια ωραία ευτυχία αξίζει περισσότερο από ένα σωρό μεγάλες ιδέες... Τώρα τα χάνω και τα δυο, δε μού απομένει τίποτις. Τα 'δωκα όλα, όλα και δε μπορώ πια να πιστέψω ούτε πως ο θάνατος είναι ωραίος!» Στάθηκε μια στιγμή και σε λίγο: «Το σκληρότερο απ' όλα είναι που η ζωή και τον τωρινό μας πόνο θα μάς τον χαλάσει. Θα μάς τον ταπεινώσει έτσι, που θα 'ρθει μια μέρα οπού κι αυτόν τον πόνο μας, τούτης εδώ της στιγμής, θα τον λησμονήσουμε. Έτσι. Μεγάλη ταπείνωση. Μεγάλη». Με τα μάτια της τρελά η Τζένυκα κοίταξε τα χέρια του· το χαμηλωμένο κεφάλι. Ξαναθυμήθηκε σαν στιγμές θανάτου τη δύναμή του, τη χαρά, το στήθος του το βάρβαρο. Ανατριχιάζοντας γύρισε αλλού. Ένιωσε εκείνος πως θα τα είχε κλείσει τώρα τα μάτια της κι έσκυψε και τής φίλησε το χέρι όπως την πρώτη φορά οπού βρεθήκανε μονάχοι τους στο σαλονάκι.
Ακούστηκε από κάτω η φωνή του Παυλογιάννη που ανέβαινε βιαστικός, και χωριστήκανε.
Ένα μεγαλόπρεπο αυτοκίνητο τούς πήρε για να τους πάει στο σταθμό. Η Τζένυκα κλεισμένη στις συλλογές της. Συλλογιζότανε τα νιάτα της. Που αρχίσανε και τελέψανε σε λίγες μέρες και που τώρα τ' άφηνε εδώ. Δε θα τα ξανάβλεπε. Τίποτις δε θα ξανάβλεπε. Ζούσε για πάντα γι' αυτόν τον άνθρωπο που δεν ήξερε το ελάχιστο από τα χτυποκάρδια της. Ανίκανος να υποψιαστεί. Κι αν καμιά μέρα έπεφτε άρρωστη, αυτός θα ξαγρυπνούσε στο προσκέφαλό της. Αν μπορούσε την καρδιά της να τού την ανοίξει. Αν μπορούσε να καταλάβει. Η μόνη παρηγοριά της, αν μπορούσε να 'χει μαζί κάποιον που να μάντευε το τι μεγάλη ευτυχία γνώρισε και τον πόνο της. Τον πόνο της. Είδε μονομιάς τους φίλους που θα την υποδεχότανε, τις φιλενάδες που θα καμαρώνανε τα λούσα της. Είδε το τι ήτανε πριν η ίδια... Εδώ άφηνε τα νιάτα και γυρνώντας πίσω τώρα, δεν έπαιρνε παρά την ηλίθια τραγικότητα των περασμένων της. Τα περασμένα της, πριν από τα λιγοήμερα νιάτα, τον εαυτό της απαράλλαχτο όπως ήταν μια φορά, θα τον αντίκριζε κάθε μέρα στο πρόσωπο, στο κορμί, στη ζωή της όποιας γνωστής κυρίας. Η αηδία τής φαρμάκωνε το στόμα. Να μπορούσε πια να μη συλλογιόταν.
Και δεν ήταν δυνατό ούτε να κλάψει αυτή τη στιγμή κοντά στον άντρα της, που για τέταρτη φορά τής διηγιότανε πώς τον αποχαιρέτησε ο κύριος Πρεσβευτής... Τα πρόσωπα των φίλων που την προσμένανε. Τ' άκουε τα λόγια της υποδοχής. Και τον θαυμασμό τον άχαρο. Ξαφνικά συλλογίστηκε τη μητέρα της. Την ξαναείδε... που περνούσε ώρες μέσα στο σαλόνι με το γιατρό. Το σαλόνι. Τα κατεβασμένα στόρια. Με τους δυο γέρους που μιλούσανε γαλλικά. Οι αναμνήσεις. Μια σελίδα της «Ιλουστρασιόν». Ο γάτος. Κι η απελπισία τη γέμισε έτσι την καρδιά της, που τα δάγκασε τα χείλια να μη φωνάξει.
Ο Παυλογιάννης έμοιαζε τώρα στενοχωρημένος. Δεν ήξερε πώς να εξηγήσει την τελευταία φράση του κυρίου Πρεσβευτού· τού φαινότανε λιγάκι διφορούμενη και πονηρή. Την έλεγε, την ξανάλεγε, και παρακάλεσε τη γυναίκα του να τού πει επιτέλους κι αυτή τη γνώμη της.
Η Νοτρ-Νταμ έμεινε πίσω. Χάθηκε από τα μάτια τους σε λίγο κι ο Σηκουάνας, κι ένα τραμ πέρασε από δίπλα. Το τελευταίο που βλέπανε στο Παρίσι. Η Γκαρ ντε Λυών. Το ρολόγι της.
Καστανάκης Θράσος
Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 16-40,
Αθήνα, Αύγουστος 1928
Σημειώσεις:
(1) Οι ένθερμοι εραστές και οι αυστηροί λόγιοι αγαπούν εξίσου, στην ώριμη εποχή τους,
δυνατές και απαλές γάτες...
(2) Αχ φίλε μου, είμαστε παλαιωμένα πράγματα, καλέ μου φίλε!
(3) Τα γηρατειά είναι πάντα πολύ κοντά.
(4) Φίλε μου, τα νεαρά κορίτσια θα έχουν πάντα χοντροκομμένα γούστα, πολύ καλέ μου φίλε!
(5) Είμαι σαν βασίλισσα στην αυλή της!