Τρίτη 12 Ιουλίου 2022

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΔΥΣΕΙ Ο ΉΛΙΟΣ

Α' 
 
   Η κυρία Μπερτράν ξύπνησε πάλι σήμερα στις κακές της. Της συμβαίνει συχνά τώρα τελευταία να ξυπνά έτσι. Ένα τίναγμα σα να της πιάνεται η αναπνοή και μαζί η απροσδιόριστη εκείνη αγωνία που πια δεν την αφήνει για μέρες. Ανοίγει τα μάτια κι αμέσως η πρώτη σκέψη της είναι πως βρίσκεται στο τέλος του δρόμου, πως η κλεψύδρα άδειασε σχεδόν όλη. Λίγη άμμο ακόμη, κι αυτή λιγοστεύει ολοένα. Αχ, να μπορούσε να την αναποδογυρίσει ξανά! Ας ήτανε μπορετό να βρεθεί η γιομάτη κοιλιά επάνω κι η αδειανή κάτω...
   Έχει μια τέτοια κλεψύδρα και βράζει τ' αβγά. Βάζει τ' αβγά στο νερό μόλις αρχίζει να φεύγει η άμμος, κι όταν χυθεί όλη, είναι έτοιμα. Ποτέ δεν τη μεταχειρίζεται χωρίς να πάει ο νους της στην κλεψύδρα της ανθρώπινης ζωής. Στα δεκαοχτώ την αγόρασε απ' του Μαγγιώρου.
   Είκοσι χρόνια από τότε και τριάντα που ήταν, πενήντα. Η ηλικία της κυρίας Μπερτράν. Χτες βγήκε και ψώνισε φόρεμα και πανωφόρι, με γιακά από αληθινό αστρακάν. Αυτή την απόφαση την έλαβε ξαφνικά. Σε μια στιγμή ψευδαίσθησης. Τυχαία καθώς πήγαινε συνάντησε την κυρία που πέρυσι είχε παρέα στο βαγκόν-λι γυρνώντας απ' το Παρίσι. Της είπε λοιπόν πως την έβρισκε ξανανιωμένη κατά δέκα χρόνια, πως πρέπει όλο να γελά «γιατί έχετε τόσο δροσερό χαμόγελο» και ότι στα πενήντα μας έχομε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας. 
   Η κυρία Μπερτράν τόσο ξαναγεννήθηκε από τα λόγια αυτά, που, ενώ δεν είχε σκοπό να ράψει φέτος τίποτα, ντύθηκε από κορφής.
   Σήμερα όμως η διάθεσή της είχε αλλάξει. Από τον χθεσινό άνθρωπο δεν απόμεινε τίποτα. Ούτε ίχνος. Όχι, όχι, δεν υπάρχει περιθώριο. Όλα τέλειωσαν. Γιατί έκαμε όλες αυτές τις μάταιες απόπειρες; Και πώς ήταν δυνατόν μια τυχαία συνάντηση κι ένα τυπικό κομπλιμέντο να μεταβάλει την πραγματικότητα, την φοβερή, την ανελέητη πραγματικότητα; Πώς έκαμε τ' όνειρο να ζήσει; Μήπως δεν έχει ξοφλήσει προ πολλού μ' όλα τα όνειρα, εκτός από κείνα που βλέπει στον ύπνο της, όλα γιομάτα εφιάλτες; Απόψε πάλι την ξύπνησε η Ματίνα. Βογκούσε τόσο, που το κορίτσι πετάχτηκε και ήρθε να δει τι έπαθε. Βρέθηκε, λέει, ολομόναχη σε μια απέραντη σάλα όπου θα είχε δοθεί κάποια μεγάλη γιορτή, αλλά χωρίς να θυμάται αν είχε λάβει μέρος. Καρέκλες αναποδογυρισμένες, μπουκάλες αδειανές, αποφάγια, ποτήρια γιομάτα κι άλλα μισοπιωμένα, λουλούδια μαραμένα παντού, κι οι υπηρέτες που έσβηναν βιαστικά τα φώτα ένα - ένα. Μια κλειστή πόρτα στο βάθος της σάλας και πήγε να φύγει από κει. Γύρισε το πόμολο και είδε πως απόξω ήταν ένα χνουδάτο σκοτάδι, σαν να κρεμόταν κάποια μαύρη βελουδένια αυλαία. Άπλωσε το χέρι της. Τίποτε... Κι όταν σήκωσε το πόδι της για να βγει, δε βρήκε πού να πατήσει κι έπεσε στο κενό...
 
.......................................
 
   Φόρεσε το καινούργιο πανωφόρι σε μια συναυλία. Όλη την ώρα που άκουε τη μουσική έκλαιε. Τώρα τελευταία της συμβαίνει αυτό. Σαν δια μιας να επικοινωνεί με την καρδιά όλου του κόσμου και σαν αυτή η καρδιά να 'ναι γιομάτη ζεστασιά, γιομάτη αγάπη, γιομάτη συμπόνια και μαζί να 'ναι μοναχή, έρημη, χαμένη... Κι ακόμα νιώθει σαν η δική της καρδιά να 'ναι κι αυτή ένα κομμάτι από την καρδιά όλου του κόσμου...
   Και ξαφνικά τον είδε. Καθόταν στην απέναντι μεριά του ίδιου εξώστη κι άκουε. Μετά από είκοσι χρόνια καθόταν πάλι στην ίδια θέση. Η κυρία Μπερτράν θέλει να πάει το γρηγορότερο κοντά του, αλλά είναι αδύνατο. Πρέπει να περιμένει το διάλειμμα. Η προσδοκία της συναντήσεώς της με τον άνθρωπο, τον μόνο που αγάπησε στη ζωή της κι έχασε σε μια στιγμή, την κυριεύει τόσο, ώστε ξεχνά ολότελα πού βρίσκεται και συλλογιέται μόνο πώς θα γίνει η συνάντησή τους. Θα τον πλησιάσει από πίσω χωρίς να την δει, και θ' ακουμπήσει το χέρι της ελαφρά στον ώμο του. Εκείνος θα ξαφνιαστεί κι ως θα στραφεί θα την δει.
   Όλα τα χρόνια ζούσε στην Ευρώπη.
   Έφυγε μόλις χώρισαν.  Ήταν να φύγουν μαζί όταν η κυρία Μπερτράν πληροφορήθηκε τις σχέσεις του με κάποια άλλη. Κι ακόμα πως το μόνο εμπόδιο ανάμεσά τους ήταν εκείνη. Όταν του μίλησε, δεν της το αρνήθηκε, αλλά ούτε και ήθελε το διαζύγιο. Περνούσε, λέει, μια κρίση και την παρακαλούσε να υπομείνει όσο να γιατρευτεί και να ξαναγυρίσει σπίτι τους. Και την παρακαλούσε να τον συγχωρέσει για το κακό που της έκανε. Η κυρία Μπερτράν δεν δέχτηκε τον όρο της εξευτελιστικής αναμονής και χώρισαν.
   Πήγε έξω με την άλλη. Και πέρυσι κάποιος παλιός τους φίλος της είπε πως ο πρώην άντρας της έλαβε την απόφαση να κατέβει στην Ελλάδα να ζήσει για πάντα αποτραβηγμένος σε κάποιο πευκόφυτο νησάκι του Σαρωνικού. Είχε μάλιστα αρχίσει να χτίζει και βίλα ψηλά στο λόφο ανάμεσα στα πεύκα, μ' ολόγυρα τη θάλασσα. Το διάλειμμα έγινε κι η κυρία Μπερτράν σηκώθηκε. Έμεινε όρθια ως ένα λεπτό και ξανακάθισε. Αυτό που πήγαινε να κάμει δεν είχε νόημα. Τίποτα, μα τίποτα δεν δικαιολογούσε μια τέτοια διάχυση. Έπειτα ποιος την εβεβαίωνε πως επιζούσε το ίδιο στη θύμησή του; Είκοσι χρόνια... Ολάκερη ζωή!... Έπειτα το σπουδαιότερο... την είχε εγκαταλείψει για μια άλλη... Πώς μπορεί να το ξεχνά;... Πώς μπορεί να ξεχνά αυτή την αδικία, αυτή την προσβολή, αυτή την σκληρότητα; Να πάει σε ποιον; Σ' αυτόν που γκρέμισε όλη τη ζωή της, που της σκότωσε κάθε χαρά, κάθε πίστη, κάθε εμπιστοσύνη στη ζωή; Που την άφησε ολομόναχη με την ψυχή αδειανή; Έφυγε από τη συναυλία αμέσως.  Η καρδιά του κόσμου ήταν τώρα ένα κομμάτι πάγος, που το θανάσιμο κρύο του το 'νιωθε και στη δική της καρδιά.
 
.......................................
 
   Η καμαριέρα τής έφερε το γράμμα του πρωί - πρωί, ενώ βρισκόταν ακόμα στο κρεβάτι. Την προσκαλούσε για μερικές μέρες στο νησί. Την είχε δει στη συναυλία. Ήθελε να τρέξει κοντά της αλλά φοβήθηκε. Δεν ήταν σίγουρος πως θα τον δεχόταν χωρίς μνησικακία. Να μην της γράψει όμως, δεν του στάθηκε μπορετό. Όλη την ώρα της συναυλίας η καρδιά του ήταν κοντά της... Η κυρία Μπερτράν πήρε το τηλέφωνο με τρεμάμενο χέρι και ζήτησε να την πληροφορήσουν πότε είχε βαπόρι. Είχε την επαύριο στις δύο. Θα του τηλεγραφήσει πως φτάνει αύριο στις τέσσερις. Εν τω μεταξύ είχε ένα σωρό δουλειές. Θα του κρατά πρώτα - πρώτα όσα πράγματα του άρεσαν. Έπειτα από είκοσι χρόνια ξυπνούσαν στη θύμησή της τα γούστα του. Θα του κάμει και το γλυκό που του αρέσει, με μύγδαλα και καρύδια. Κι ακόμα θα του κρατά την περίφημη εκείνη ρομπ ντε σαμπρ που είδε στη βιτρίνα του Στρογγυλού. Σαμουά με βυσσινιά ρεβέρ...
   Τι ωραία που είναι η ζωή και τι καλά που δεν έκαμε τότε καμιά τρέλα!... Και ξαφνικά πετιέται απ' το κρεβάτι κι αρχίζει να ετοιμάζεται. Θα πάει να της κάμουν τα μαλλιά ακαζού. Έτσι που είναι άσπρη θα της πηγαίνουν περίφημα. Ή μάλλον όχι. Καλύτερα να τ' αφήσει γκρίζα. Με τα γκρίζα θα αισθανθεί ίσως πόσο κακό της έκαμε...
 
Β'
 
   «Είχα το φόβο μήπως μετανιώσεις», ήταν τα πρώτα λόγια που της είπε... Κι αυτή του απάντησε πως ίσα - ίσα που δεν έβλεπε την ώρα. Μόλις πλησιάστηκαν, δώσανε το χέρι και φιλήθηκαν. Έπειτα φρόντισε τα πράγματά της. Μια μικρή βαλιτζούλα την πήρε εκείνος. Το δρομάκι που ακολουθούσαν ήταν ανηφορικό και όπως ανέβαιναν όλο και περισσότερο έβλεπαν όλη τη λαμπερή κατάμπλαβη θάλασσα.
   «Κουράζεσαι;» τη ρώτησε σε μια στιγμή.
   «Ω, διόλου... αν και μπορούσε περίφημα να κουράζομαι τώρα πια». Και γέλασε.
   «Γιατί... είσαι μια χαρά... Δεν άλλαξες διόλου...» 
   «Ούτε και συ. Στη συναυλία σε είδα αμέσως. Ξέρεις πως τις ίδιες σκέψεις είχα κάμει κι εγώ; Μάλιστα εγώ σηκώθηκα κιόλας να 'ρθω. Αλλά ξανακάθισα. Ακριβώς γιατί δεν ήξερα πώς θα με δεχόσουν».
   «Το ξέρω. Κι ούτε μπορούσε να 'ναι αλλιώς. Όπως εγώ, έτσι και συ ένιωσες την καρδιά σου να σε σπρώχνει σε μένα... Στην κοινωνία ο άνθρωπος χάνει πολλές απ' τις αγαθές του ιδιότητες. Τις αγαθότερες ιδιότητές του. Δεν ακολουθεί, όπως θα 'πρεπε, τις παρορμήσεις της καρδιάς του, που δε λαθεύουν ποτέ.  Να, τώρα. Αντίς να πάμε ο ένας στον άλλο όπως ήταν σωστό, κλειστήκαμε στα καβούκια μας τυραννισμένοι με ανόητες αμφιβολίες».
   Άξαφνα, καθώς έστριψαν, μπροστά τους φάνηκε μια φαρδιά τσιμεντόσκαλα και στην κορφή το κάτασπρο σπίτι με τις βεράντες και τα μεγάλα τετράγωνα παράθυρά του.
   «Τι ωραία!...» ψιθύρισε η κυρία Μπερτράν.
   «Στάσου, στάσου, μη βιάζεσαι. Ν' ανέβουμε πρώτα όλα τα σκαλιά».
   Κι αλήθεια το θέαμα από κει πάνω ήταν απερίγραπτο.  Ήταν λοιπόν τόσο ωραίος ο κόσμος; Ήταν τόσο ωραίος ανέκαθεν; Αλλά τότε γιατί δεν τον χαρήκαμε όσο έπρεπε; Κι όλο με μιας τα δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Έβλεπε τη ζωή σαν ένα τρισαγαπημένο πρόσωπο  που αποχωριζόμαστε γερμένοι στο γύρο του πλοίου με τα χέρια απλωμένα σ' αυτό. Το αποχωρίζουνταν κι οι δυο. Κι οι δυο είχαν απλωμένα τα χέρια. Μόλις άνοιξε η πόρτα, η κυρία Μπερτράν, που πέρασε πρώτη, στάθηκε και περίφερε τα βλέμματά της ένα γύρω, στα έπιπλα και στ' άλλα στολίδια της κάμαρας... 
   Ήταν όλα εκεί, το καθένα στη θέση του...
   Να το περσικό χαλί με τους καβαλάρηδες που κυνηγούν ελάφια... να στους τοίχους τα παλιά πιάτα, να ο βενετσιάνικος καθρέφτης, να κι ο μπρούντζινος Βούδας και το κινέζικο γκογκ και το λαπωνέζικο μαχαίρι, με τη λαβή από κέρατο ταράνδου, και το κεχριμπαρένιο κομπολόι και τα ξυλόγλυπτα του Αγίου Όρους, κι οι παλιές ελαιογραφίες κι οι φορτωμένες βιβλιοθήκες με τη σοφία του κόσμου κλεισμένη σε παλιά δεσίματα. «Λάφυρα από της αγαπητικιάς ζωής το κούρσος», όπως του άρεσε να λέει. Και πάνω από το τζάκι μ' όλο το φως επάνω της, η εικόνα ενός εξαίσιου πλάσματος με αέρινο αχνορόδινο φόρεμα, μπράτσα και λαιμό γυμνά, μαλλιά στον άνεμο, μάτια ολάνοιχτα, γιομάτα χαρούμενη προσδοκία, και στα χείλη κάποιο αόριστο χαμόγελο. Η εικόνα της κυρίας Μπερτράν.
   «Κι αυτό λάφυρο από της αγαπητικιάς ζωής το κούρσος», της είπε γελώντας, ενώ εκείνη κοίταζε ακόμα το πορτρέτο της.
   «Ορισμένως... μια ζωγραφιά από τα χρόνια της νιότης μάς δίνει την πλάνη πως το καλύτερο μέρος του εαυτού μας σώθηκε από τη φθορά. Είναι σαν τις παλιές περγαμηνές που δείχνουν οι ξεπεσμένοι ευγενείς. Αν έλειπαν κι αυτά τ' απομεινάρια, το παρόν μας θα 'ταν ακόμα πιο θλιβερό, μονάχα που στην ηλικία αυτή είχα σχεδόν αδειανή την ψυχή μου. Ήταν γιατί αγνοούσα την αξία των πραγμάτων. Την ανυπολόγιστη αξία και των πιο τιποτένιων πραγμάτων... Νέοι, σπάζουμε το ποτήρι μας πριν τ' αγγίξομε...»
   «Ενώ τώρα», πρόσθεσε εκείνος, «το στραγγίζομε ως τη στερνή σταλαματιά και πάλι το ξαναφέρνουμε στα χείλη μας... Ίσως κάτι μένει ακόμα. Κάποια γεύση, κάποιο άρωμα...»
 
.....................................
 
   Όταν έπειτα από δεκάχρονη συμβίωση χώρισαν με τον άντρα της, η κυρία Μπερτράν τον προσκάλεσε μια μέρα να πάρει όλο το κοινό τους νοικοκυριό. Για να μπορέσει ευκολότερα να ξεχάσει. Και νάτο πάλι εδώ όπως τα πρώτα χρόνια... όπως όταν πρωτόρθε σπίτι του κοριτσόπουλο με αχάραγο από τις πίκρες το μέτωπο... Θυμάται την ημέρα της μετακόμισης.... όταν είχαν μείνει τα πατώματα γυμνά κι οι τοίχοι αδειανοί, μόνο λίγο ανοιχτότεροι, εκεί που κρέμουνταν τα κάδρα κι ακουμπούσαν τα έπιπλα, κι η ψυχή ακόμα πιο αδειανή και πιο απογυμνωμένη.
   «Θυμάσαι», του είπε, «με πόση προσοχή τα τυλίγαμε όλα τούτα; Ιδίως ανησυχούσαμε με τα φαρφουρένια φλιτζανάκια. Για πιότερη ασφάλεια σού τα τύλιξα σε μια παλιά μου μεταξωτή μπλούζα. Κι έπειτα θυμάσαι; Πήραμε το τσάι. Κι επειδή η μέρα ήταν εξαιρετικά επίσημη, το ήπιαμε στο παλιό κινέζικο σερβίτσιο. Όταν έφθασε το καμιόνι να κουβαλήσει, σουρούπωνε. Πήγες μαζί... Δεν ξαναϊδωθήκαμε».
 
..............................
 
   Σώπασαν.
   Πόσο είχε γεράσει. Ούτε ίχνος της παλιάς μορφής.  Ένιωσε ένα κύμα ευτυχίας... Σχετικά μ' εκείνον αυτή ήταν νέα. Πολύ νέα.
   «Τι συλλογιέσαι; Σε παρακολουθώ να 'σαι παραδομένη σε κάποια σκέψη...»
   Τον κοίταξε και του χαμογέλασε.
   «Το πιστεύεις; Δεν σκεπτόμουν τίποτα».
   «Αυτό θα πει πως είσαι ευτυχής... Ναι, Έλλη; Είσαι ευτυχής;»
   «Ναι... πολύ... πάρα πολύ». 
   Απλώνει το χέρι του κι ελαφρά χαϊδεύει τα μαλλιά της.
   «Είδες πώς άσπρισαν;»
   «Σου πηγαίνουν τόσο ωραία...» Και της τα χαϊδεύει.
   Από το παράθυρο είδαν να 'ρχεται μια γυναίκα μ' ένα μεγάλο μπουκέτο χειμωνιάτικα ρόδα. Ήταν με τα γιορτινά της κι έμοιαζε βιαστική.
   «Η κυρα - Ρήνη. Έρχεται να σου πει το καλώς όρισες, έπειτα να μας ανάψει το τζάκι και να ετοιμάσει το τσάι. Ξέρει πως ήρθες, Της το 'πα πως σε περίμενα. Περιμένω, της είπα, την γυναίκα μου».
   Η καρδιά του κόσμου ήταν μια γέρικη ευτυχισμένη καρδιά.
 
Καζαντζάκη Γαλάτεια
Κρίσιμες στιγμές (Διηγήματα) 
Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου