Σάββατο 2 Ιουλίου 2022

ΤΟ ΑΝΩΝΥΜΟ ΓΡΑΜΜΑ

    Το ανώνυμο γράμμα, που είχε λάβει, εκείνο το πρωί στο γραφείο του ο Άλκης, ήταν σύντομο και κατηγορηματικό, όπως όλα τα ανώνυμα γράμματα:
   «Η γυναίκα σας σάς απατά. Αν θέλετε να την πιάσετε, δεν έχετε παρά να την παρακολουθήσετε την πρώτη φορά, που θ' ανεβεί μόνη της στην Αθήνα».
   Και υπογραφή «Ένας φίλος σας».
  Ο Άλκης, χωρίς να το διαβάσει δεύτερη φορά, το 'καμε χίλια κομμάτια και το πέταξε στο καλάθι του γραφείου του. Όχι από την περιφρόνηση που λένε πως χρωστούμε στα ανώνυμα γράμματα. Βιαζότανε ν' απαλλαγεί μια ώρα αρχύτερα από το γράμμα αυτό, να μην το ξαναδιαβάσει πια, να το ξεχάσει ολότελα, αν ήταν βολετό, να γλιτώσει από κάθε υποχρέωση απέναντι του ανωνυμογράφου. Γιατί, από την πρώτη στιγμή που το διάβασε, είχε την εντύπωση, μια ενοχλητική εντύπωση, πως ο ανωνυμογράφος του δημιουργούσε ένα χρέος που έπρεπε να το εξοφλήσει. Και τον έβλεπε εκεί μπροστά του, θα τον έβλεπε πάντα, να περιμένει σαν κακός δανειστής την εξόφληση και να τον ρωτάει: «Μα πότε επιτέλους; Ακόμα; Ως πότε θα περιμένω;» Με την περίεργη αυτή εντύπωση έμεινε κάμποσες στιγμές ακίνητος μπροστά στο γραφείο του με το κεφάλι στηριγμένο στις δυο του παλάμες. Έπρεπε λοιπόν να παρακολουθήσει τη γυναίκα του, να την πιάσει στην αγκαλιά του εραστή της, να δημιουργήσει σκάνδαλο και ύστερα να τη χωρίσει. Αυτό του ζητούσε βέβαια ο ανωνυμογράφος. Και το γράμμα ήτανε σαν προσταγή που ένιωθε μέσα του πως δεν μπορούσε να την ξεφύγει. Δε συλλογιζόταν αυτή τη στιγμή αν αυτά που έγραφε το γράμμα ήταν αλήθεια ή ψέμματα, δε συζητούσε με τον εαυτό του το ζήτημα της απαράδεχτης γι' αυτόν απιστίας της γυναίκας του, που του ύψωνε μπροστά του το ανώνυμο αυτό γράμμα. Προσπαθούσε να μην το σκέπτεται καθόλου. Εκείνο που τον βασάνιζε ήταν ο λόγος που είχε να δώσει -σαν να είχε να δώσει λόγο- στο άγνωστο πρόσωπο, που του είχε γράψει το γράμμα και που το φανταζόταν να περιμένει επίμονα μια απάντηση.
   Πλησίαζε μεσημέρι. Σηκώθηκε πριν την ώρα του, άφησε μισοτελειωμένη τη δουλειά του και τράβηξε ίσια στο λεωφορείο -κατοικούσε χειμώνα - καλοκαίρι εδώ και δυο χρόνια στη Γλυφάδα- που θα τον έφερνε στο σπίτι του. Δεν πήγαινε με σκοπό να δημιουργήσει σκηνές. Απεναντίας, συγχισμένος από μέσα του, πήγαινε με την ίδια διάθεση, σαν πάντα, να βρεθεί κοντά στη γυναίκα που αγαπούσε, που του ήταν απαραίτητη και που δε θα 'κανε τίποτα -λόγο ή υπαινιγμό- ούτε ύστερ' από το γράμμα αυτό, τίποτα που θα μπορούσε να του στερήσει, τώρα προπάντων, έστω και λίγες ώρες την τρυφερότητά της. Απεναντίας πήγαινε για να βρει κοντά της τη δύναμη ν' αντιμετωπίσει τον άγνωστο εχθρό, που ερχόταν να του ταράξει την ευτυχία του.
 
   Ο Άλκης δεν ήταν απ' τη γενιά των Οθέλλων. Σ' ένα πράμα όμως συμφωνούσε με τον Οθέλλο. Ότι «αν χάσεις όλους τους θησαυρούς της γης και δεν το ξέρεις πως τους έχασες, είναι σαν να μην έχασες τίποτε».
   Έπειτα, το ανώνυμο γράμμα δεν του είχε αποκαλύψει τίποτε που δεν το είχε σκεφτεί και ο ίδιος. Και δεν το είχε δεχτεί σαν απροσδόκητο χτύπημα. Από καιρό είχε αρχίσει και ο ίδιος να υποπτεύεται αόριστα τη γυναίκα του. Τα συχνά, τα κανονικά της σχεδόν ταξίδια στην Αθήνα, πότε με τη μία πρόφαση, πότε με την άλλη, τον είχαν βάλει σε υποψίες. Προσπαθούσε, όμως, με κάθε τρόπο να τις απομακρύνει από τη σκέψη του. Και ήταν πάντα ευχαριστημένος, όταν έβρισκε ο ίδιος μια πιθανή, αθώα δικαιολογία των ταξιδιών αυτών.
   Κάποτε τής είχε πει με καλοσύνη, αφού το σκέφτηκε πολύ πρωτύτερα:
   «Μα, χριστιανή μου, πάλι στην Αθήνα μ' αυτή τη ζέστη; Άλλοι φεύγουν απ' την Αθήνα για να 'ρθουν στην εξοχή, στη θάλασσα, στο μπάτη. Κι εσύ ξεκινάς από την εξοχή για να πας στην Αθήνα;»
   Και όμως έτρεμε να τη δει να ταραχτεί, να τα χάσει, να προδώσει κάποια ενοχή. Ήθελε, αν ήταν βολετό, να της βάλει ο ίδιος μια ικανοποιητική απάντηση στο στόμα, μιαν απάντηση που θα τον καθησύχαζε. Εκείνη του αποκρίθηκε, γελώντας, χωρίς να ταραχτεί καθόλου:
   «Έχει γούστο να ζηλεύεις, Άλκη».  
   Την πήρε στην αγκαλιά του και τη φίλησε. Ήθελε να την ευχαριστήσει για την ωραία απάντηση που του 'δωκε. Και από τότε, μολονότι πάντα τον ενοχλούσαν, βέβαια, τα τακτικά της ταξίδια, δεν της ξαναείπε ποτέ λέξη. Σε ό,τι συλλογιζόταν να της πει έδινε μόνος του στον εαυτό του την ωραία εκείνη, καθησυχαστική απάντηση: 
   «Έχει γούστο να ζηλεύεις, Άλκη».
   Και ησύχαζε.
 
   Έτσι έφτασε και το μεσημέρι εκείνο στο σπίτι του, μετά το ανώνυμο γράμμα, αποφασισμένος να μην πει λέξη. Η Δώρα -μια όμορφη, μελαχρινή γυναικούλα, που μικροκαμωμένη, όπως ήταν, έμοιαζε περισσότερο με αθώο ζωντανό παιχνιδάκι παρά με ανθρώπινο πλάσμα με πονηριές και κακίες- τον δέχτηκε με την ανυπόμονη τρυφερότητα που τον περίμενε πάντα. Έπεσε στην αγκαλιά του και άρχισε να τρίβεται πάνω του σαν γατίτσα.
   «Μπράβο σου, Άλκη, που ήρθες νωρίτερα να φάμε. Κι έχω να πάω νωρίς σήμερα στην Αθήνα...»
   Άξαφνα, το ανώνυμο γράμμα, που το είχε κάνει χίλια κομμάτια, σαν να μαζεύτηκαν άξαφνα όλα του τα σκόρπια κομμάτια και να ξαναμπήκαν στη θέση τους, όπως σε μια κινηματογραφική ταινία μίκυ-μάους, υψώθηκε πάλι μπροστά στα μάτια του. Και το ξαναδιάβασε τώρα καθαρά:
   «Η γυναίκα σας σάς απατά. Αν θέλετε να την πιάσετε, δεν έχετε παρά να την παρακολουθήσετε την πρώτη φορά που θ' ανεβεί μόνη της στην Αθήνα».
   «Πάλι στην Αθήνα, παιδί μου;» της είπε τρυφερά εκείνος. «Δε βαριέσαι μ' αυτή τη ζέστη;»  
   «Τι να κάνω;» του αποκρίθηκε. «Έχω δώσει λόγο να πάω στης Άννας να με βοηθήσει να ράψουμε το καινούργιο μου φορεματάκι. Ξέρεις τι γούστο έχει και τι χρυσοχέρα που είναι. Βλέπεις, λοιπόν, πως θέλω να σου κάνω οικονομίες. Κι εσύ γκρινιάζεις. Αν δεν θέλεις πάλι, δεν πάω...»
   Τι ικανοποιητική απάντηση! Ανάσανε. Ωρισμένως εκείνος ο ανωνυμογράφος ήταν ή ένας ανόητος που δεν ήξερε τι έγραφε ή ένας κακός άνθρωπος που ήθελε να φαρμακώσει την ευτυχία του.
   «Να μην πας, παιδί μου;» της είπε. «Γιατί να μην πας; Εγώ ένα λόγο είπα. Αφού δεν σε κουράζει εσένα, κάνε όπως θέλεις».
   Στις τρεις το απόγευμα η Δώρα τον αποχαιρέτισε τρυφερότατα -τρυφερότερα από ποτέ- κι έφυγε, πεταχτή σαν πουλάκι. «Το πουλάκι», συλλογιζόταν ο Άλκης, καθώς την παρακολουθούσε να κατεβαίνει τις σκάλες σαν να πετούσε, «θα ξαναγυρίσει στο κλουβί του». Και τραβήχτηκε στην κάμαρά του, ήσυχος, ευχαριστημένος, αποφασισμένος να μην κάνει τίποτε. Αυτό έλειπε τώρα να πάρει στα σοβαρά ένα ανώνυμο γράμμα! Αποφάσισε να ξαπλωθεί λίγο σε μια ντορμέζα και να διαβάσει κάποιο περιοδικό που είχε λάβει τη στιγμή εκείνη από το ταχυδρομείο. Ξαπλώθηκε κι άρχισε να διαβάζει. Άξαφνα πέταξε το περιοδικό σε κάποιο τραπεζάκι. Δε μπορούσε να προχωρήσει. Νόμιζε πως έβλεπε στο άνοιγμα της πόρτας τον άγνωστο ανωνυμογράφο, που του 'δινε το καπέλο του και το μπαστούνι του και του 'λεγε αυστηρά με μια φωνή προσταγής:
   «Εμπρός, λοιπόν! Τι περιμένεις; Ως πότε θα είσαι ηλίθιος; Θέλεις να χάσεις κι αυτή την ευκαιρία; Σήκω αμέσως. Τρέχα. Μη χάνεις ούτε λεπτό. Εδώ είσαι ακόμα;»
   Σηκώθηκε σαν υπνωτισμένος χωρίς να ξέρει κι ο ίδιος τι κάνει και πού πάει, πήρε βιαστικά το καπέλο του και το μπαστούνι του και βγήκε από το σπίτι. Θα είχε περάσει ως μία ώρα από τη στιγμή που είχε φύγει η Δώρα. Τράβηξε κι εκείνος κατευθείαν προς το σταθμό των λεωφορείων. Ένα λεωφορείο περίμενε εκεί γεμάτο επιβάτες έτοιμο για αναχώρηση. Μπήκε μέσα, σαν υπνωτισμένος πάντα, και σε λίγα λεπτά το λεωφορείο ξεκίνησε για την Αθήνα. Πού πήγαινε; Θα πήγαινε ολόισια στο σπίτι της Άννας, της ξαδέρφης της γυναίκας του. Πώς ήθελε να την έβρισκε εκεί τη Δώρα του. Και πώς ανησυχούσε μήπως από κανένα τυχαίο εμπόδιο δεν είχε φτάσει ακόμα. Αλλά θα την έβρισκε. Ήταν βέβαιος. Και συλλογιζόταν μόνο με τι πρόφαση να δικαιολογήσει την ξαφνική του παρουσία. Το βρήκε. Θα 'λεγε πως του τηλεφώνησαν άξαφνα να πάει να υπογράψει κάποιο συμβόλαιο. Και να μη βιαστεί η Δώρα να κατεβεί στη Γλυφάδα. Θα την περίμενε στου Ζαχαράτου να πάρουν ένα παγωτό και να κατεβούν μαζί. Και ταξίδευε, μελετώντας το ρόλο του, για να μην πάθει κανένα τρακ. Είχε αποστηθίσει το μέρος του:
   «Μου τηλεφώνησαν, αγάπη μου, ξέρεις, για κείνο το συμβόλαιο. Λίγο πρωτύτερα και θα πρόφταινα ν' ανεβούμε μαζί. Τέλος πάντων, αφού ήρθα στην Αθήνα, πέρασα να σε ειδοποιήσω να μη βιαστείς...»
   Αυτά και άλλα θα τής έλεγε, για να τη βγάλει από κάθε υποψία πως την είχε παρακολουθήσει. Και φυσικά, εκείνη δε θα τον παρεξηγούσε.
   Σε λίγο έφτασε στο συγγενικό σπίτι. Η εξώπορτα ήταν ανοιχτή. Μπήκε, χωρίς να χτυπήσει, και ανέβηκε ολόισια πάνω.
   «Η Δώρα είν' εδώ;»
   «Δεν είναι πολύ ώρα που έφυγε. Κρίμα!»  
   «Έφυγε; Τόσο γρήγορα; Και γιατί έφυγε;»
   Η Άννα, που τον είδε να χάνει άξαφνα το χρώμα του, κάτι υποπτεύτηκε. Και προσπάθησε να μπαλώσει το πράμα.
   «Ήτανε να μείνει, αλλά την έπιασε, την καημένη, ένας δυνατός πόνος».
   «Πόνος; Τι πόνος;» ρώτησε περίεργα ο Άλκης.
   «Μα ένας πόνος, που τον συνηθίζει φαίνεται. Λέει πως έχει χολολίθους».
   «Ξέρω...» έκανε ο Άλκης.
   Αντί ν' ανησυχήσει για τον πόνο, ησύχασε. Το χρώμα του τού ξαναήρθε. Ώστε ο πόνος, λοιπόν, την είχε αναγκάσει να φύγει τόσο βιαστικά από το σπίτι της  ξαδέρφης της. Κι εκείνος, που την είχε παρεξηγήσει, που είχε πιστέψει μια στιγμή πως το άτιμο εκείνο γράμμα έλεγε την αλήθεια.
   «Έτσι λοιπόν;» είπε ήσυχος τώρα. «Πάλι αυτός ο διαβολόπονος; Και φυσικά θα γύρισε στο σπίτι να ησυχάσει. Πάω να την προφτάσω. Με συγχωρείς, Άννα μου. Γεια σου».
   Και ξανακατέβηκε βιαστικά τις σκάλες.
 
   Με το πρώτο λεωφορείο, που βρήκε στη στάση Ακαδημίας, κατέβηκε στη Γλυφάδα. Έφτασε στο σπίτι του λαχανιασμένος.
   «Ήρθε η κυρία;»
   «Όχι, κύριε. Δεν ήρθε...»
   «Δεν ήρθε ακόμα; Περίεργο...»   
   Όπου να 'ναι, σκέφτηκε, θα γυρίσει. Πού μπορεί να γυρίζει με τον πόνο της;» Κάθισε στη βεράντα και την περίμενε. Η ώρα περνούσε, μα η Δώρα δε φαινόταν από πουθενά. Μήπως είχε πάθει τίποτε; Μήπως τής είχε δυναμώσει ο πόνος και την πήραν σε καμιά κλινική; Θα ήταν τρομερό. Και να μη βρίσκεται κοντά της... Αλλά και πάλι θα το προτιμούσε από το άλλο του ανωνυμογράφου.
   Ήρθε εφτά, ήρθε οχτώ -τι αγωνία για τον Άλκη- πλησίαζε εννέα και η Δώρα δεν είχε φανεί ακόμα. Μια στιγμή σκέφτηκε να φύγει πάλι, να πάρει ένα ταξί και να ξαναγυρίσει στην Αθήνα, γυρεύοντάς την. Άξαφνα η Δώρα φάνηκε στην άκρη του δρόμου. Περπατούσε βιαστικά, ελεύθερα, και δε φαινόταν να υποφέρει. Σε λίγο έφτασε, γελαστή, ευχαριστημένη, γεμάτη τρυφερότητα σαν πάντα για τον άντρα της. Ούτε της είχε περάσει απ' το νου της πως ο Άλκης την είχε ζητήσει στο σπίτι της Άννας. Εκείνος την πρόλαβε:
   «Τι έγινες, παιδί μου; Έβαλα χίλια κακά στο νου μου».
   «Δεν άργησα και πολύ για ν' ανησυχήσεις...» του είπε. «Η συνηθισμένη μου ώρα». 
   «Και ο πόνος σου; Σου πέρασε ο πόνος σου;»
   Με τη γρήγορη γυναικεία σκέψη κάτι άρχισε να υποπτεύεται η Δώρα. Και δεν έδειξε καμιά απορία για την ερώτηση.
   «Ευτυχώς δεν ήταν τίποτε...» είπε. «Μου πέρασε».
   «Δε μου λες λοιπόν πού ήσουν τόση ώρα;» της είπε τότε εκείνος μ' ένα ύφος που δεν το συνήθιζε και που έβαλε σε νέες υποψίες τη Δώρα.
   «Δεν είπαμε;» του αποκρίθηκε με προσποιημένη αταραξία. «Στης Άννας. Πού ήθελες να είμαι;»
   «Μα στης Άννας δεν έμεινες παρά μισή ώρα. Έπειτα; Πού πήγες έπειτα;»
   Αν μπορούσε, Θεέ μου, να είχε αποφύγει αυτή την ανάκριση. Αλλά είχε μπλέξει. Αν μπορούσε τουλάχιστον η Δώρα να του δώσει πάλι μια ικανοποιητική απάντηση. Κι ας ήταν και ψεύτικη.
   «Περίεργος είσαι!» του είπε ενοχλημένη τάχα η Δώρα. «Φυσικά, αφού μ' έπιασε ο πόνος, έφυγα από το σπίτι της Άννας για να γυρίσω στο σπίτι. Περνώντας από κάποιο φαρμακείο, πήρα μια ασπιρίνη. Σε λίγο ο πόνος μου πέρασε εντελώς. Έπρεπε λοιπόν να γυρίσω στο σπίτι; Έπρεπε να μυριστώ τα δάχτυλά μου πως εσύ με είχες ζητήσει στο σπίτι της Άννας και ανησυχούσες; Μια φορά, που ήμουν στην Αθήνα, πήγα κι εγώ στον κινηματογράφο του Ζαππείου. Αυτό ήταν όλο. Είσαι τώρα ευχαριστημένος;»
   Ευχαριστημένος; Ήταν ενθουσιασμένος. Του 'ρχόταν να την αγκαλιάσει, να τη φιλήσει, να την ευχαριστήσει για το καλό που του είχε κάνει με την απάντησή της. Εκείνη πήγε τώρα να ξαλλάξει μια στιγμή και σε λίγο γύρισε πάλι στη βεράντα να μείνει μαζί του ώσπου να ετοιμαστεί το τραπέζι. Μίλησαν λίγη ώρα για πράγματα ασήμαντα. Άξαφνα, εκείνος, σαν να του χρειαζόταν μια καθησυχαστική ακόμα απάντηση, η τελευταία -η τυραννία του ανώνυμου γράμματος εξακολουθούσε να τον βασανίζει- τής είπε αδιάφορα τάχα:
   «Δε μου λες, αλήθεια, για να περνά η ώρα, την υπόθεση της ταινίας που είδες;» 
   Εκείνη κόμπιασε. Ποιας ταινίας; Δεν είχε δει καμιά ταινία. Φάνηκε μια στιγμή σαστισμένη. Εκείνος ανησυχούσε μήπως δε βρει να του δώσει την απάντηση που επιθυμούσε. Και μετανοούσε που είχε κάνει την τελευταία αυτή ερώτηση. Τι την ήθελε; Καλά είχαν πάει ως τώρα τα πράματα. Αν μπορούσε να της υπαγορεύσει τουλάχιστον ο ίδιος μια οποιαδήποτε κινηματογραφική υπόθεση... Και περίμενε με αγωνία. Η ησυχία του, η τελειωτική του ησυχία, η ευτυχία του για όλη του τη ζωή κρεμόταν από την απάντηση αυτή της Δώρας. Εκείνη, ύστερ' από μια μικρή σιωπή, έβαλε κάτι εύθυμα γέλια.
   «Την υπόθεση;» είπε. «Χα, χα!... Ντρέπομαι να σου πω, καημένε...»
   «Ντρέπεσαι; Τι ντρέπεσαι;»
   «Ντρέπομαι να σου πω πως δεν είδα τίποτε». 
   «Δεν είδες; Πώς δεν είδες;»
   Άρχισε πάλι ν' ανησυχεί.
  Από το μυαλό του πέρασε γρήγορα πάλι το ανώνυμο γράμμα, οι υποψίες του, οι φόβοι του. Έστρεψε το πρόσωπο και κοίταξε τη γυναίκα του στα μάτια. Όλη του η ευτυχία κρεμότανε από τα λόγια που θα του έλεγε.
   Δεν περίμενε πολύ. Η Δώρα με φωνή ήρεμη τού μιλούσε:
   «Τίποτε σου λέω, δεν είδα τίποτε. Με πήρε ο ύπνος. Για φαντάσου! Θέλεις η κούραση του πόνου, θέλεις η ασπιρίνη, με πήρε ο ύπνος. Και κοιμόμουν όλη την ώρα. Κοιμήθηκα γλυκύτατα. Δεν ξύπνησα παρά με το τέλος της προβολής. Τι ντροπή!»
    Η καρδιά του Άλκη είχε έρθει στον τόπο της. Τα λόγια της γυναίκας του ξανάφεραν την ηρεμία στην ταραγμένη ψυχή του. Το ανώνυμο γράμμα, οι υποψίες του, οι φόβοι του ξεχάστηκαν κι έσβησαν. Προχώρησε και την πλησίασε.
   «Υπναρού!» της είπε χαϊδευτικά, όπως μιλούν στα παιδάκια.
   Την αγκάλιασε και τη φίλησε γεμάτος χαρά κι ευγνωμοσύνη.
 
   Από την εποχή εκείνη ο Άλκης δεν ξαναδιάβασε ποτέ του ανώνυμο γράμμα. Και είχε λάβει πολλά ακόμα.
   «Αυτοί που υποστηρίζουν», έλεγε, «πως ένα ανώνυμο γράμμα πρέπει να το σκίζει κανείς αμέσως χωρίς να το διαβάσει έχουν δίκιο. Μεγάλο δίκιο!»
 
Νιρβάνας Παύλος
Περιοδικό «Αθήναι», τεύχος 1
Οκτώβριος 1934

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου