Δευτέρα 25 Απριλίου 2022

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΕΛΑ

   Ο Πέλας γεννήθηκε σ' ένα τόπο αγαπημένο απ' τους θεούς. Το θαλασσινό κύμα χάιδευε απαλά την αμμουδιά που ξαπλωνόταν κατά το βοριά. Πιο ψηλά, το ποτάμι με τους πυκνοδασωμένους όχτους χυνόταν στη θάλασσα.  Πίσω απ' τις αμμουδιές, ο κάμπος· πίσω απ' τον κάμπο, το βουνό. Εκεί που βουνό, κάμπος και θάλασσα έσμιγαν αρμονικά, ήταν χτισμένο το χωριό του Πέλα.
   Όταν ήταν μικρός τριγυρνούσε στον άμμο και στα βράχια του γιαλού, παίζοντας με τη θάλασσα. Βουτούσε ως τους γοφούς στο χλιο νερό, κυνηγώντας καβούρια και μαζεύοντας πεταλίδες. Τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού κολυμπούσε, ώσπου ένιωθε τα χέρια του να μουδιάζουν από κούραση. Έκανε ανάσκελα, και κατόπι γύριζε πίσω, με σκοπό, άλλη φορά, να πάει μακρύτερα. Ονειρευόταν να διαφεντέψει τη θάλασσα, μα δεν είχε ακόμα τα φτερά που θα τον έκαναν να πετάξει πάνω στο κύμα. Ζούσε στη στεριά, απέναντι στο πέλαγο, έτοιμος να παλέψει, κάποια μέρα, με τ' αρμυρό νερό. 
   Οι χωριανοί τον αγαπούσαν. Ήταν παιδί ζωηρό, λιγνό και μελαψό, με μαλλιά μαύρα κατσαρά, μύτη γερτή και στόμα καλογραμμένο. Τα μάτια του -μεγάλα, καστανά- ήσαν γεμάτα μεγαλοπρέπεια. Έμοιαζε του πατέρα του, κι ο πατέρας του έμοιαζε μ' όλους τους χωριανούς. Ήσαν όλοι τους μια οικογένεια, γεννημένοι απ' τον ίδιο κοινό πρόγονο. 
   Όταν γεννήθηκε ο Πέλας, ο πατέρας του πήγε στο βασιλιά ένα μεγάλο φαγκρί κι ένα ασπρόμαλλο κατσίκι. Ο βασιλιάς, που ήταν συνάμα κι ιερέας, δέχτηκε το δώρο και κοίταξε τ' αστέρια, να ιδεί το ριζικό του νιογέννητου αγοριού. Κι ενώ όλος ο ουρανός πήγαινε από ανατολή σε δύση, εκείνο το βράδυ έν' αστέρι, που πρώτη φορά φάνηκε στο στερέωμα, τραβούσε σταθερά προς τη μεριά του ήλιου. Ο βασιλιάς το 'κρινε για σημάδι θεϊκό· κι είπε να ονομάσουν το παιδί Πέλα, για τιμή του αρχαίου τους λαού, του πελασγικού.
   «Οι καιροί είναι δύσκολοι», είπε. «Οι άνθρωποι που κατεβαίνουν απ' το βοριά μάς διώχνουν απ' τα χωράφια μας· κι αν τολμήσουμε να σηκώσουμε κεφάλι στην αδικία, μάς σφάζουν. Ίσως, αυτό το παιδί να μάς γλιτώσει απ' τους πολεμιστές με τα ξανθά μαλλιά, τα γαλανά μάτια και τα παρδαλοχρωματισμένα κορμιά».
   Μα γρήγορα ξεχάστηκε τ' αστέρι κι η προφητεία του γεροβασιλιά. Ο Πέλας μεγάλωνε μέσ' στη θάλασσα. Μ' ένα πανί γύρω στη μέση -μα τις πιότερες φορές ολόγυμνος- κυλιόταν στην άμμο και πηδούσε από βράχο σε βράχο. Δεν έκανε παρέα με τ' άλλα παιδιά του χωριού. Ζούσε μονάχος. Κάθε πρωί, έβλεπε τις βάρκες να βγαίνουν στο ψάρεμα, κι αναλογιζόταν πότε θα τον παίρναν κι αυτόν μαζί τους. Η βάρκα του πατέρα του ήταν μαύρη, μ' ένα άσπρο ζωνάρι ολοτρίγυρα. Έφευγε το πρωί με τις άλλες, και γύριζε το βράδυ. Ο Πέλας δεν καταλάβαινε τούτο το γυρισμό. Αν ήταν αυτός, θα τραβούσε προς την Ανατολή, ώσπου να βρει καινούργιες χώρες. Δεν θα γύριζε πίσω ποτέ.
   Καμιά φορά οι βάρκες έρχονταν το βράδυ λειψές -άμα έπιανε άξαφνα η δυνατή τραμοντάνα. Τότε, το χωριό γέμιζε θρήνους και φωνές. Μα ο Πέλας ζηλοφθονούσε τους χαμένους, γιατί νόμιζε πως έπλεγαν κατά τη χώρα του ήλιου. Σαν έμαθε πως τους σκότωνε η θάλασσα, σκυθρώπιασε· κι αποφάσισε, όταν μεγαλώσει, να κάνει το ταξίδι της Ανατολής.
   Τ' απομεσήμερα παρατούσε τη θάλασσα και πήγαινε στον κάμπο. Ο δρόμος ήταν ίσιος και στενός, φραγμένος με βατομουριές. Δεξιά απλώνονταν οι πλούσιοι μπαξέδες, με τα θρεμμένα λαχανικά, που έφταναν ως την αμμουδιά. Αριστερά ήσαν λιγοστά μποστάνια, κι αυτά πολύ βλαστερά·  κι ύστερα το βουνό, πνιγμένο μέσ' στο δάσος το πυκνό. Ο δρόμος χώριζε το τρίγωνο που σχημάτιζαν το βουνό κι ο γιαλός. Πήγαινε ως το ποτάμι. Στη γωνιά ακριβώς που θάλασσα και βουνοπλαγιές συναντιόνταν, ήταν χτισμένο το χωριό του Πέλα. Από βοριά, κάμπος κι αμμουδιά· από νοτιά, βουνό και βραχερά ακρογιάλια.
   Τα πρωινά, ο Πέλας έπαιρνε το δρόμο της ακρογιαλιάς, των βράχων. Τα πλατάνια κι οι φτέρες κατέβαιναν πυκνά, ως το κύμα. Μονάχα μια στενή λουρίδα από βράχους και χαλίκια χώριζε το βασίλειο του Ποσειδώνα απ' το κράτος της Δήμητρας. Τα ρέματα ροβολούσαν βαθιά απ' το βουνό, ανάμεσα σε ψηλές πολύφυτες πλαγιές, γεμάτα βουή κι ύπουλη υγρασία. Το νερό τους ήταν λιγοστό, μα καθαρό και παγωμένο. Αλλού πάλι, μέσ' στα χαλίκια, ένα μέτρο απ' τη θάλασσα, ανάβλυζε κρυστάλλινη πηγή. Μια τέτοια ανάβρα αναδυνόταν σ' ένα μικρόν όρμο, ως μια ώρα δρόμο απ' το χωριό. Στις δυο άκρες του, το βουνό, πολύ ψηλό σ' αυτό το μέρος, ορθωνόταν με απότομους γκρεμούς. Στο κέντρο είχε λίγα μέτρα αμμουδιά, ανάμεσα στους κοκκινόχρωμους βράχους. Το νερό ανάβλυζε απ' τις στερνές φτέρες του βουνού, στεκόταν σε μιαν αμμόστρωτη λακούβα, και κυλούσε κατόπι στη θάλασσα. Ήταν ψυχρό και νόστιμο. Δίπλα στην πηγή, ήταν το ξωκκλήσι του θαλασσινού θεού, με το αρχαίο ξόανο. Εκεί έκανε ο Πέλας τις προσευχές και τις θυσίες του. Μοιραζόταν με το θεό το ψάρεμά του: μια σαλιάρα, ένα γωβιό, μια πέρκα και πολλά καβούρια. Γιατί ψάρευε. Ο πατέρας του τού 'χε δώσει ένα παλιό αγκίστρι, δεμένο σε τρίχα από ουρά αλόγου. Κι ο Πέλας καθόταν ώρες πάνω σ' ένα βράχο, σκυμμένος στη θάλασσα, περιμένοντας να τσιμπήσει το ψάρι.
   Αφού έδινε στο θεό το μερδικό του, ό,τι του απόμενε δεν το πήγαινε στο σπίτι. Το έτρωγε μόνος του, μακριά από κάθε αδιάκριτο μάτι. Άναβε φωτιά με τσακμακόπετρα, μέσα στις ξερές φτέρες, και πύρωνε στρογγυλά χαλίκια· ύστερα έριχνε το ψάρεμά του πάνω στην πυροστιά, και το σκέπαζε με φύλλα χλωρά. Σε λίγη ώρα, οι γωβιοί είχαν σκάσει, δείχνοντας την άσπρη τους σάρκα· και τα κοκκινωπά καβούρια απειλούσαν τον ουρανό με τις νεκρές δαγκάνες τους.
   Αφού έτρωγε, ξαπλωνόταν κάτω από μια γέρικη βελανιδιά, και κοιτούσε τη γαλάζια θάλασσα, που μόλις τη ρυτίδωνε ο μπάτης. Στο βάθος, η μυστηριακή Ανατολή τραβούσε το μυστήριο των μαύρων του ματιών. Δυο μυστήρια πάνω από 'να τρίτο: Τη θάλασσα. Ύστερα κοιμόταν, κι ο θεός του δελφινιού προστάτευε τον ύπνο του. Πάνωθέ του το βουνό, πράσινο και χαρωπό, τραγούδαγε τη ζωή με μύρια στόματα.
   Το μεσημέρι γύριζε στο χωριό, με το κεφάλι σκυφτό κάτω απ' τον άγριο ήλιο. Είχε πια μαυρίσει. Οι χειμώνες δεν μπορούσαν να σβήσουν τον ιχώρα του θερινού ήλιου πάνω στο μελαχρινό του κορμί.
   Η καλύβα της φαμίλιας του ήταν δροσερή. Μπρος στα παράθυρα είχαν βάλει πλεχτές καλαμωτές, που κρατούσαν ευχάριστη σκιά. Η μητέρα ύφαινε στον αργαλειό. Η μεγάλη αδερφή πρόσεχε το ψάρι, που ξεροψηνόταν στη χόβολη του τζακιού. Κάτασπροι ήσαν οι τοίχοι, και το χωματένιο πάτωμα χρισμένο με άργιλο κιτρινωπό. 
   Γεύονταν το φαγητό τους δίχως να μιλάν. Ο πατέρας έλειπε πάντοτε, ή στα χωράφια ή στο ψάρεμα. Έτρωγαν στην πόρτα της καλύβας, κάτω απ' το μεγάλο πλάτανο, που τον έτρεφαν τα υπόγεια νερά, λίγα μέτρα πέρ' από τη θάλασσα. Τ' αδερφάκια του Πέλα -ένα μπουλούκι φωνακλάδικα μελανούρια- πέφταν λαίμαργα στο λευκόσαρκο ψάρι, στα ωμά αλατισμένα λαχανικά, στο χλωρό τυρί και το βαθύχρυσο ψωμί. Ύστερα, κουρασμένα, κοιμόνταν πάνω στις δροσερές καλαμωτές της καλύβας. Οι προβιές ήσαν φυλαγμένες στο γιούκο, για το χειμώνα.
   Καμιά φορά, το απομεσήμερο, ο Πέλας ανέβαινε στο βουνό. Έπαιρνε την κάτω ρεματιά με τις ψηλές πλαγιές, έστριβε αριστερά, και σκαρφάλωνε στο απότομο μονοπάτι. Στην αρχή, ο δρόμος περνούσε ανάμεσ' από μποστάνια γεμάτα καστανιές, μηλιές κι αχλαδιές. Από κει έμπαινε στο δάσος το πυκνό με τα δέντρα, τις φτέρες και τα χαμόκλαδα. Το κορμί του δροσιζόταν στο βαρύν ίσκιο. Περπατούσε γοργά, κρατώντας ψηλά το κεφάλι. Ανάσαινε τη μεθυστικήν υγρασία και διαισθανόταν τη μεγάλη ζωή, που χίλιοι μικροθόρυβοι πρόδιδαν μ' ένα απέραντο και γλυκό θρόισμα.
   Σε μια στροφή του δρόμου, κει που ήταν ο βωμός του Θεού Τράγου, παρουσιαζόταν άξαφνα, ξαπλωμένο μπροστά στα πόδια του, το χωριό. Ο βλαστερός κάμπος με τις δεντρόφυτες ρεματιές φαινόταν καθαρός κι απλός, περιφραγμένος απ' τη θάλασσα και τα δυο βουνά. Ο μεγάλος ποταμός, βγαίνοντας απ' το τιτανικό φαράγγι, χώριζε τον κάμπο σε δυο ίσα μέρη· κι ύστερα από χίλιους μαίαντρους χυνόταν στη θάλασσα, ως χίλια μέτρα βορεινότερα απ' το χωριό, μέσα σε βλάστηση πυκνή. Ο Πέλας όμως κάρφωνε το μάτι του στην Ανατολή, όπου, τις καθαρές μέρες, ένα βουνό γαλάζιο και τριγωνικό μόλις αχνοφαινόταν στον ορίζοντα. 
   Τι να 'ταν αυτό το βουνό; Κανείς δεν ήξερε. Οι βάρκες των χωριανών δεν είχαν το κουράγιο να παν τόσο μακριά. Αυτό το βουνό δεν καθόταν μονάχα πάνω στη θάλασσα· καθόταν και στην ψυχή του Πέλα...
   Κατόπι ο δρόμος τραβούσε όλο κορδέλες  ανάμεσα στο δάσος, αφήνοντας τη θάλασσα πίσω του. Οι βατομουριές γρατζούναγαν τις γυμνές γάμπες του αγοριού, που διάβαινε αποφασιστικά μέσ' απ' τα κλαριά τους.  Στο δρόμο του συναπαντούσε λογιώ - λογιώ αγρίμια: Λαγούς, γουστέρες, χελώνες, νυφίτσες. Πού και πού, μακριά, περνούσε, σαν αστραπή, ένα ζαρκάδι. Μια φορά βρέθηκε μπροστά σ' ένα λύκο, μα δεν τρόμαξε. Άρπαξε ένα κούτσουρο και βάδισε θαρρετά πάνω στ' αγρίμι. Ο λύκος έφυγε. Ίσως φοβήθηκε τον μικρόν αυτόν άνθρωπο. Ίσως τον πήρε -καθώς ήταν γυμνός, μελαψός κι όμορφος- για πνεύμα του δάσους, και δεν τον πείραξε. 
   Ύστερ' από ώρα έφτανε σ' ένα ίσωμα γεμάτο υγρά βράχια  με λειχήνες και ψηλές φτελιές, που έπαιζαν με τον ήλιο και τη σκιά. Παρακάτω έβρισκε καταπράσινες κρανιές, με καρπούς κοκκινωπούς και ξινούς. Έκοβε ολόκληρα κλαριά, και γευόταν τα κράνα ένα - ένα, μορφάζοντας απ' την ξινίλα· μα ήσαν δροσερά και νόστιμα.
   Έφτανε στη βρύση κουρασμένος. Ξαπλωνόταν κάτω απ' τις αργυρόφυλλες φλαμουριές, αφού πρώτα δροσιζόταν με το ψυχρό νερό. Η θάλασσα απλωνόταν πάλι στα πόδια του, και το γαλάζιο βουνό της Ανατολής βάραινε στη φαντασία του.
   Πιο πέρα ήταν ένας μικρούλικος ναός, χαρισμένος στον Πρώτο Θεό, που είχε σύμβολο τον σταυραετό. Δίπλα, σε μια καλύβα, καθόταν μόνος ένας γέρος ερημίτης ιερέας, με γένεια και μακριά μαλλιά κάτασπρα. Μόλις έβλεπε τ' αγόρι να 'ρχεται απ' το μονοπάτι του βουνού, σερνόταν ως κάτω απ' τη φλαμουριά, φέρνοντας στο μουσαφίρη κάποια λιχουδιά -αχλάδι ζουμερό ή ψημένα κάστανα- καμιά φορά και νόστιμα χαμοκέρασα, που μόνο αυτός ήξερε πού φύτρωναν. Ύστερα κάθονταν μαζί,  γέρος και παιδί, ως το ηλιοβασίλεμα, άλλοτε σιωπηλοί κι άλλοτε μιλώντας για ανώτερα πράματα. Ο Πέλας έλεγε για τη θάλασσα, τα ψάρια και τον κάμπο· ο ερημίτης για το βουνό και τ' αγρίμια του, για τ' αστέρια και τους Θεούς.
   Έλεγε πως οι Θεοί ήσαν πολλοί. Όλοι τους γεννήθηκαν απ' τους γάμους της Γης και τ' Ουρανού, που συνάμα είναι άντρας της και γιος της. Και είναι -οι Θεοί- ο Ήλιος που βαδίζει ψηλά, η Αυγή που τρέχει μπρος απ' τον Ήλιο, η Σελήνη της νύχτας, κι ο Θεός με το κριάρι. Ύστερα γεννήθηκαν κι άλλοι Θεοί, δυνατοί, με μορφή φοβερή κι απαίσια, τέρατα σωστά. Ο πατέρας τους, ο Ουρανός, τους κλείνει στα βάθη της μάνας τους, της Γης. Και πάλι γεννιώνται καινούργιοι Θεοί, που διώχνουν τους παλιούς. Στερνός απ' όλους γεννήθηκε ο Λαμπρός Θεός -ο Πρώτος- που ο ερημίτης ήταν ιερέας του ναού του.  Ο Θεός αυτός έχει γυναίκα τη θεά τ' Ουρανού, κι έβαλε τ' αστέρια του να λάμπουν στην ουρά του Ταώ, του αγαπημένου της πουλιού. Αυτοί είναι οι μεγάλοι Θεοί. Υπάρχουν όμως και πολλοί μικρότεροι, καλοί και κακοί, που ζουν στη θάλασσα, στους ποταμούς, στα δάση, και μέσα στα σπίτια ακόμα. Και καθένας έχει τα ιερά του ζώα, που οι άνθρωποι χρωστάν να τα τιμούν: το κριάρι, τον τράγο, τον κύκνο, το λύκο, το ποντίκι, τον αετό, την κουκουβάγια, κι άλλα πολλά.
   Ο Πέλας άκουγε αχόρταγα τη διδαχή του γέροντα. Θαύμαζε για τη δύναμη και τα έργα των Θεών· μα δεν ένιωθε τι ένωνε αυτά τα υπεράνθρωπα πνεύματα με ζώα σιχαμερά, σαν το ποντίκι.
   Με το βασίλεμα του ήλιου μπαίναν στο ναό και προσκυνούσαν το ξόανο του Θεού με τα γουρλωμένα μάτια, τη σημιτική μορφή και τις μακριές μπούκλες. Τώρα, ο Πέλας χαιρετούσε το γέροντα, κι έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού. Το δάσος ήταν σκοτεινό, και τα πουλιά της νύχτας  έκρωζαν θλιβερά. Στο σκοτάδι έλαμπαν, πού και πού, δυο κύκλοι απροσδιόριστοι. Ήσαν τα μάτια των αγριμιών, που ξαφνιασμένα έβλεπαν την ασυνήθιστη σκιά να περνάει γοργή, μέσ' στο σκοτάδι. Σαν έφτανε στο μικρό βωμό του Θεού Τράγου, έβλεπε τ' αστέρια τ' ουρανού, ύστερ' απ' το σκοτεινό θόλο του δάσους. Η θάλασσα φωσφόριζε χαμηλά. Πέρα, το βουνό των Θεών ορθωνόταν περήφανα στο νυχτόφωτον ορίζοντα. Μέσα στην απόλυτη γαλήνη του νυχτερινού βουνού, ανέβαινε ο θόρυβος του ξύπνιου ακόμα χωριού καθαρός, ομοιόμορφος.
   Ο πατέρας καθόταν μπρος στην πόρτα του σπιτιού, ανάμεσα στους δικούς του, κι έτρωγε σταφύλια πίνοντας κρασί. Μόλις είχε γυρίσει απ' τη δουλειά, κι ήταν κουρασμένος. Έλεγε, με φράσεις αργές κι επίσημες, την ιστορία της ημέρας του, δίνοντας μεγάλη σημασία και στις πιο μικρές λεπτομέρειες. Ύστερα δειπνούσαν μπρος στο κατώφλι, καθισμένοι σταυροπόδι γύρω απ' τη μεγάλη γαβάθα με το ψητό κατσίκι. Έπαιρναν τα κοψίδια με τα δάχτυλα, και τα μασούσαν αργά κι επίσημα,  καθώς αρμόζει στους ανθρώπους που γνωρίζουν την αξία της τροφής. Μετά το δείπνο ξάπλωναν στις καλαμωτές της μοναδικής κάμαρας και κοιμόντανε βαριά, κουρασμένοι από τους κόπους της ημέρας. Η βοή της θάλασσας έμπαινε από τ' ανοιχτά παράθυρα, μαζί με τα κουνούπια που αφθονούσαν στους βάλτους του κάμπου. Περί τα μεσάνυχτα φύσαγε το στεριανό αγιάζι, γεμάτο υγρασία δροσερή, και ξεδιάλυνε τα μιάσματα της ακύμαντης θάλασσας και των βάλτων. Ο ύπνος γινόταν ευχάριστος.
 
   Το χειμώνα η ζωή ήταν πολύ σκληρή. Η τραμοντάνα έδερνε τις ακρογιαλιές, κι οι βάρκες δεν μπορούσαν να βγουν για ψάρι. Μετά τις βροχές ερχόταν το χιόνι και σκέπαζε το βουνό. Οι άνθρωποι, κλεισμένοι στις καλύβες τους, κάθονταν πλάι στη φωτιά και πρόσμεναν τον ερχομό της άνοιξης.
   Την τελευταία φορά που ο Πέλας είδε το γέρο ερημίτη, το χινόπωρο ήταν πια προχωρημένο. Σκυθρωπό και γυμνωμένο έδειχνε το δάσος, κι η γη ανάδινε βαριάν υγρή οσμή, ύστερ' από τα πρωτοβρόχια. Ανάμεσα στα χαμόδεντρα, ο Πέλας βρήκε πλήθος μενεξελιά λουλουδάκια, με μίσχους γερτούς και με αναγερμένα τα βελουδένια τους φύλλα. Ξεπρόβαλλαν μόνα τους  απ' τη γη, δίχως να φαίνεται το φυτό που τα 'τρεφε. Μάζεψε μιαν ολόκληρη αγκαλιά, και τα 'δωσε στο γέροντα, που καθόταν ήρεμος κάτω απ' τη φλαμουριά.
   «Να τα προσφέρουμε στο Λαμπρό», είπε.
   Πήγαν στο μικρό ναό, και σκόρπισαν τα λουλούδια μπρος στο ξόανο και πάνω στο βωμό. Ύστερα, ο γέροντας ύψωσε τα χέρια και δεήθηκε  την αγάπη του Θεού Αετού για το μικρό του φίλο. Χωρίστηκαν νωρίς, γιατί οι μέρες είχαν μικρύνει. Στη δύση, ο ουρανός ήταν κόκκινος.
   Την άλλη μέρα ο βοριάς γέμισε το πέλαγο μ' αφρούς. Ο Πέλας, τυλιγμένος στην προβιά του, ανέβηκε στον ψηλό βράχο κι ανάσαινε ηδονικά την υγρασία του θαλασσινού αφρού. Τα σύννεφα κυλούσαν χαμηλά, κι οι κορφές του βουνού των Θεών ασπρίσαν.
   Ο χειμώνας πέρασε στενάχωρος και πληχτικός. Οι βοριάδες κι οι νοτιάδες φυσούσαν καθένας με τη σειρά του, κρατώντας τη θάλασσα πάντοτε τρικυμισμένη. Το ψάρι γίνηκε λιγοστό, κι ώσπου να μεγαλώσουν τα νέα κατσίκια, η τροφή δεν ήταν αρκετή για τους ανθρώπους του χωριού. Οι κυνηγοί πέρασαν το ποτάμι και σκότωσαν, στο βούρκο του βάλτου, αγριόχηνες, αγριόπαπιες, μπεκάτσες και μια βίδρα. Το τρυγόνι και τ' ορτύκι ήταν λιγοστό, και στα δυο του περάσματα. Μια μέρα ηλιόλουστη και γλυκιά, οι βάρκες βγήκαν για ψάρι· μα ο καιρός άλλαξε αναπάντεχα σε σορόκκο, κι οι ψαράδες γύρισαν με χέρια αδειανά και λειψοί. Τέσσερα παλικάρια ρούφηξε η θάλασσα. Το χωριό γέμισε θρήνους· κι ο βασιλιάς - ιερέας έκανε θυσία ένα μοσχάρι στο Θεό της θάλασσας, που το 'φαγε ύστερ' αυτός με τη φαμίλια του.
   Τα χιόνια ήρθαν όψιμα και πολλά, μα βάστηξαν λίγο. Σαν τα 'λυωσε η νοτιά και μύρισε η άνοιξη, ο Πέλας πήρε το δρόμο του βουνού. Το δάσος είχε ξυπνήσει, κι η νέα ζωή χυνόταν στον αγέρα μεθυστική.  Οι πρώτες σαύρες σέρνονταν, νωθρές ακόμα, στην αδύναμη λιακάδα. Τα πουλιά είχαν πανηγύρι. 
   Σαν έφτασε στη βρύση, δίπλα στη φλαμουριά, δεν είδε το φίλο του να 'ρχεται να τον προαπαντήσει. Προχώρησε κατά το καλύβι όπου έμενε ο γέροντας. Ήταν άδειο. Τον βρήκε μπρος στο βωμό του ναού, ξαπλωμένο και νεκρό. Το πετσί του είχε κολλήσει στα κόκαλα του κρανίου· τα μάτια του είχαν βουλιάξει. Δίπλα του καθόταν ένας σταυραετός, που μόλις είδε το παιδί  πέταξε απ' την πόρτα και χάθηκε.
   Ο Πέλας δεν φοβόταν το θάνατο. Ο αετός που παραστεκόταν το νεκρό, χωρίς να τον αγγίξει, ήταν σημάδι θεϊκό. Έκοψε κλαριά βελανιδιάς και σκέπασε το λείψανο του ιερέα. Ύστερα κατέβηκε στο χωριό, κι ειδοποίησε το βασιλιά για το θάνατο του ερημίτη.
   Την άλλη μέρα ανέβηκε όλο το χωριό. Έκαψαν το ιερό κουφάρι. Την τέφρα την έβαλαν σε υδρία, και την απόθεσαν μπροστά στο ξόανο. Ο Πέλας έκλαψε το φίλο του, και δεν ξανανέβηκε στο βουνό. 
   Ήταν πια δώδεκα χρονών. Ο πατέρας του τον έπαιρνε με τη βάρκα. Έτσι είδε κι έμαθε πολλά καινούργια πράματα. Πήγε στο ποτάμι και πάλεψε, μαζί με τους άλλους, όταν τα δυο ρεύματα στις εκβολές -το θαλασσινό και το ποταμίσιο- έφεραν σε κίνδυνο το σκαφίδι. Τράβηξε κουπί κόντρα στο βραδυκίνητο μα δυνατό ποτάμι· και θαύμασε το δάσος που σκέπαζε τις δυο ακροποταμιές, τόσο πυκνό, που δύσκολα το πάταγε άνθρωπος. Ψάρεψε, μέσ' στο ποτάμι, τον κέφαλο και το μουστακαλή γουλιανό με το νόστιμο κρέας. Το μεσημέρι κοιμόταν στη βάρκα, κάτω απ' τον ίσκιο της ευωδιαστής αλυγαριάς. Η ομορφιά του ποταμού τού μάγεψε την ψυχή· μα και το βουνό, ως το 'βλεπε απ' τη θάλασσα ολόκληρο, ψηλό, μεγάλο, καταπράσινο, ήταν ωραίο.
   Όταν πάτησε τα δεκαοχτώ χρόνια, έκανε το ταξίδι προς την Τραμοντάνα. Πήρε προμήθειες και γλυκό νερό· και με μπάτη ευνοϊκό προσπέρασε τις εκβολές του ποταμού, ακολουθώντας τη χαμηλή παραλία. Όσο προχωρούσε, τόσο το βουνό των Θεών μεγάλωνε στα μάτια του. Είδε, στο βάθος, το βαθύ φαράγγι που χωρίζει τα δυο βουνά. Από μακριά φαινόταν ωραίο και άγριο. Ύστερα, το βουνό των Θεών άρχισε ν' απλώνει τις πρώτες χαμηλές πλαγιές του, που ήσαν μισόξερες, σκεπασμένες με βλάστηση σκληρή και κοντή, όλο πουρνάρια. Ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα ήταν ένας πλατύς κάμπος, ξερός και άγονος. Το βράδυ, ο Πέλας έφτασε ακριβώς κάτω απ' τις κορυφές του βουνού των Θεών. Μια βαθιά χαράδρα το χώριζε στα δυο, ολόγκρεμη, γεμάτη θεόρατα έλατα. Οι κορυφές στέκονταν ψηλά κι έκρυβαν τον μισόν ουρανό της Δύσης. Ήσαν κάτασπρες, μέσ' στο καλοκαίρι. Εκεί κάθονταν οι Θεοί.
   Ο Πέλας γονάτισε στην πλώρη της βάρκας. Ύψωσε τα χέρια του στους Θεούς, κι ιδιαίτερα στο Θεό της θάλασσας και τον Καδμήλο -το Θεό του ανέμου. Ύστερα έστριψε τιμόνι προς τη στεριά, να περάσει τη νύχτα. Και τότε έγιναν τ' αξιοσημείωτα γεγονότα.
   Καθώς πλησίαζε στην παραλία, είδε μέσ' στο λυκοφώτισμα ένα μακρύ καραβάνι, που προχωρούσε κατά το νοτιά. Μπροστά πηγαίναν νέοι άντρες, πολεμιστές, με ψηλά δόρατα κι ακόντια. Πίσω τους ακολουθούσαν τα γυναικόπαιδα κι οι γέροι, ανάμεσα σε φορτωμένα άλογα κι αργοκίνητους βοϊδαραμπάδες. Μόλις είδαν τη βάρκα, έτρεξαν με φωνές στο γιαλό. Την κοιτούσαν σα να ήταν κάτι το πρωτόφανο. Ήσαν άνθρωποι ψηλοί, με άσπρο πετσί και μακριά μαλλιά ξανθά. Έξαφνα έβγαλαν μια δυνατή μυριόστομη κραυγή, και τα βέλη τους σφύριξαν γύρω απ' τον Πέλα, πέφτοντας στη θάλασσα με κρότο μαλακό. Ο Πέλας πήρε γοργά στροφή, κατά το πέλαγο. Μα οι σαγίτες έβρεχαν γύρω του, ώσπου ξεμάκρυνε αρκετά. Τότε είδε πως ήταν πληγωμένος στο δεξί ώμο. Με χίλιους πόνους έβγαλε τη σαγίτα, κι έπλυνε την πληγή με γλυκό νερό. Με την αυγή, ο αέρας έπεσε. Ο Πέλας αναγκάστηκε να πιάσει τα κουπιά· μα η λαβωματιά τον πονούσε, κι ήταν ξάγρυπνος. Σε λίγο παράτησε τη βάρκα ακίνητη, περιμένοντας τον πρωινό μπάτη. Πονούσε πολύ.
   Το πρωί σηκώθηκε μελτέμι. Η θάλασσα αγρίεψε, κι η βάρκα χοροπηδούσε πάνω στα κύματα. Με μύριους κόπους έφτασε, την άλλη νύχτα, στο χωριό. Δεν ένιωθε το δεξί του χέρι, κι έκαιγε ολόκληρος. Όλοι οι χωριανοί μαζεύτηκαν γύρω στο στρώμα του. Ο βασιλιάς -που ήταν ιερέας και γιατρός- του 'βαζε στην πληγή ξερά βότανα, μουρμουρίζοντας ξόρκια. Ύστερα εξέτασαν τις σαγίτες που βρήκαν μέσ' στη βάρκα· κι έπεσαν σε συλλογή κι απορία, γιατί ήταν πρωτόφανες σε σχήμα και κατασκευή. Ο Πέλας δεν μπορούσε να τους φωτίσει, γιατί η θέρμη τον είχε ρίξει σε κάρωμα βαθύ. Σαν συνήρθε, ιστόρησε στο βασιλιά τα καθέκαστα. Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι οι άντρες, κάτω απ' το μεγάλο πλάτανο, να κουβεντιάσουν και να αποφασίσουν. Αποφάσισαν να προχωρήσουν οπλισμένοι προς το Βοριά, να ιδούν τι πραγματικά συμβαίνει. Ύστερα θυσίασαν δώδεκα περιστέρια στη θεά Διώνη, κι ένα κριάρι στο θεό Καδμήλο, με τον πελώριο φαλλό.
   Ξεκίνησαν τ' άλλο πρωί, με τα χαράματα. Πήραν το δρόμο του κάμπου, προς το φαράγγι των δυο βουνών. Η Ανατολή ήταν κατακόκκινη, κι ο Αστέρας έλαμπε κάτασπρος. Ήσαν κάπου πενήντα άντρες, με δόρατα, ακόντια, τόξα κι ασπίδες. Στο δρόμο τραγουδούσαν πολεμικούς σκοπούς, που ξάφνιασαν τους κορυδαλλούς και τους έκαναν να σωπάσουν. Με την ανατολή του ήλιου έφτασαν στο δεξί όχτο του ποταμού με τ' αργυρά νερά -που ήταν συνάμα και Θεός. Προσευχήθηκαν σ' ένα μικρό βωμό, και προχώρησαν μέσα στο μαγεμένο φαράγγι με τους ψηλούς βράχους και τα πλατάνια. Απέναντι, στα ριζά του βουνού των Θεών, είδαν ένα πολύχρωμο μπουλούκι. Ήσαν πολεμιστές ψηλοί, με άσπρο πετσί και ξανθά μαλλιά. Πιο πέρα στεκόταν ένα καραβάνι από άλογα, φορτωμένα με γυναικόπαιδα. Οι παρδαλοί πολεμιστές, σαν είδαν τους μελαψούς Μάγνητες, κρυφτήκαν πίσω απ' τα βράχια.
   Οι δυο στρατοί έριξαν πολλές σαγίτες, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μα οι Μάγνητες ήσαν ήσυχοι· ο ποταμός τούς χώριζε απ' τους ξανθούς ανθρώπους, που δεν είχαν βάρκες να τον διαβούν.
   «Κι αν φτιάσουν βάρκες;» ρώτησε ο πατέρας του Πέλα.
   Ο βασιλιάς του 'ριξε ματιά περιφρονητική και είπε:
   «Οι παρδαλοντυμένοι άνθρωποι του Βοριά δεν ξέρουν να σκαρώνουν βάρκες. Περνάν τους ποταμούς μόνο σαν έβρουν πόρο. Μα ο δικός μας ποταμός δεν έχει πόρο». 
   Γύρισαν στο χωριό, κι ήσυχοι τώρα, πιάσαν τις δουλειές τους. Ο Πέλας άργησε να γίνει καλά. Το χέρι τον πονούσε όλο το καλοκαίρι. Μα το χειμώνα πήγε στο κυνήγι και δυνάμωσε ξανά. Την άλλη άνοιξη είχε γίνει όμορφος άντρας και δυνατός.
 
   Μια νύχτα τρικυμισμένη, που ο γαρμπής σάρωνε το πέλαγο, ένα καράβι έπεσε στους βράχους, ακριβώς μπροστά στο χωριό. Τα κύματα ρούφηξαν τους ναύτες. Μονάχα ένας σώθηκε, μα πολύ κακοπαθιασμένος. Ήταν ένας άντρας μελαψός και κοντόχοντρος, με μύτη αετού και χείλια σαρκωμένα. Τα γένια και τα μαλλιά του ήσαν στριμμένα σε μπούκλες τόσο περίτεχνες, που σώθηκαν κι αυτές απ' το ναυάγιο. Φορούσε ρούχο κόκκινο, χρυσοκέντητο.
   Οι χωριανοί πρώτη φορά είδαν καράβι τόσο μεγάλο κι άνθρωπο με τόσο πλούσια φορεσιά. Θαύμασαν το πελώριο σκαρί και τα μαλαματένια δαχτυλίδια του ναυαγισμένου. Το καράβι ήταν φοινικικό, κι ο άνθρωπος με την πορφυρή φορεσιά Φοίνικας έμπορας. Μιλούσε γλώσσα ακατανόητη, μα φαινόταν άνθρωπος ανώτερος και πολύξερος. Ήξερε μερικές λέξεις πελασγικές. Οι Μάγνητες τον καλοδέχτηκαν και τον γέμισαν τιμές. Ο βασιλιάς τού 'δωσε την καλύτερη γωνιά της καλύβας του.
   Σαν είδε, την άλλη μέρα, το καράβι του σφηνωμένο σε δυο βράχους, ο Φοίνικας έκλαψε κι έριξε στάχτη στις φίνες μπούκλες της κεφαλής του. Ο Πέλας όμως ήταν εκεί. Όπως γίνηκε το ναυάγιο, δεν έφυγε κοντά απ' το νεκρό καράβι. Γεμάτος στοχασμό, περιεργαζόταν τη ναυπηγική τέχνη της μεγάλης βάρκας. Ύστερα πλησίασε τον Νταραγιαβούς -έτσι λεγόταν ο Φοίνικας- και του πρότεινε να σκαρώσουν καινούργιο καράβι.
   «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γυρίσεις στην πατρίδα σου», του είπε. «Ας προσπαθήσουμε, με τη συμφωνία πως θα με πάρεις μαζί σου».
   Ο Νταραγιαβούς τον έσφιξε στην αγκαλιά του και τον ονόμασε γιο του. Την άλλη μέρα άρχισαν την εργασία. Έστησαν τον ταρσανά στην μπούκα του ποταμού, σ' ένα γυμνό χωράφι. Έτσι δεν είχαν φόβο μήπως η τρικυμία τούς χαλάσει τη δουλειά. Είχαν βοηθούς τέσσερα γερά παλικάρια του χωριού, που θέλαν να μάθουν την τέχνη. Ο Νταραγιαβούς τους οδηγούσε, κι αυτοί δούλευαν. Έκοψαν την κατάλληλη ξυλεία απ' το δάσος, και με κόπο κουβάλησαν τους μεγάλους κορμούς. Για τα κατάρτια αναγκάστηκαν να κόψουν έλατα απ' το βουνό, που η μεταφορά τους παρουσίασε απέραντες δυσκολίες. Μα παντού νίκησαν, γιατί είχαν κέφι και θέληση. Τους έλειπαν εργαλεία κι άλλες πρώτες ύλες· κι οσοδήποτε να τους οδηγούσε ο Φοίνικας, έκαναν στραβή δουλειά, σαν πρωτάρηδες που ήσαν.
   Όλο το καλοκαίρι πέρασε στον ταρσανά. Ο Νταραγιαβούς καθόταν κάτω από 'να τσαρδάκι κι έκλαιγε τη μοίρα του, δίνοντας συμβουλές στους μαστόρους. Αυτοί δούλευαν στο σκαρί και στα ξάρτια. Πρώτα γίνηκε ο σκελετός· κι από κει, άρχισαν να τον ντύνουν με τις μακριές καμπυλωτές σανίδες. Τα κατάρτια και τα πανιά τα δούλευαν χωριστά.
   Ο Πέλας ήταν γεμάτος όνειρα. Έβλεπε κιόλας το μεγάλο καράβι να πετάει πάνω στο βαθύχρωμο κύμα, με πλώρη κατά την Ανατολή και τη χώρα του παραμυθιού. Οι κουβέντες του χοντρολογά Φοίνικα τον έκαναν να βλέπει κιόλας τη μυθική Τύρο με τον αξεπέραστο πολιτισμό και τις ντελικάτες ηδονές, που ούτε φαντάσθηκε ποτέ του αυτός, ο μιξοβάρβαρος Πελασγός· και χαμογελούσε σε τούτα τα οράματα, δείχνοντας δυο αράδες άσπρα δόντια λύκου πεινασμένου.
   Κατά το χινόπωρο, ο Νταραγιαβούς έπαθε θέρμες. Κάθε τρεις μέρες του 'ρχόταν σύγκρυο, κι έπεφτε στο στρώμα. Φλεγόταν ολόκληρος. Ο αδύνατος οργανισμός του δεν μπόρεσε να βαστάξει. Μια μέρα, αντί να πέσει ο πυρετός -ύστερ' από λίγες ώρες ρίγος, όπως πάντοτε- κράτησε όλη τη νύχτα. Το πρωί ξύπνησε παγωμένος, σαν να ήταν απύρετος· μα δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί, ούτε να μιλήσει. Η ανάσα του έγινε αδύνατη κι η καρδιά του χτυπούσε γοργά κι ακανόνιστα. Το μεσημέρι πέθανε. Τον θάψανε δίπλα στο ποτάμι, κάτω απ' τις αλυγαριές· και του 'βαλαν μέσ' στον τάφο ένα ψεύτικο καραβάκι, μια και δεν πρόφτασε να χαρεί τ' αληθινό. Ύστερα μαζεύτηκαν στον ταρσανά και συζήτησαν τι θα γίνει με τη δουλειά. Είπαν ν' αφήσουν στη μέση το καράβι, αφού δεν είχε πια κανένα σκοπό. Μα ο Πέλας επέμενε να το αποτελειώσουν. Μίλησε ώρα πολλή, με φλόγα και πάθος:
   «Θα ταξιδέψουμε μακριά», είπε. «Θα ιδούμε καινούργιες χώρες, όμορφες και ξωτικές. Και θα γυρίσουμε γεμάτοι πλούτη».
   Με αυτά και άλλα τούς έπεισε. Κι έτσι, περί το μισοχείμωνο, το καράβι ήταν έτοιμο. Στην πλώρη σκάλισαν τη μορφή του Θεού της θάλασσας. Τα ξάρτια του ήσαν πλατιά λατίνια· κι η κουβέρτα του έκλεινε καλά από πάνω, ώστε να μη μπορούν να μπουν τα κύματα στο αμπάρι.
   Όταν το 'ριξαν στο νερό, η καρδιά του Πέλα χτυπούσε. Μα αφού το σκαρί κλονίστηκε λιγάκι, στάθηκε βαρύ κι ισορροπημένο, πάνω στο λασπόνερο του ποταμού. Οι χωριανοί το χαιρέτησαν με μια ιαχή και τ' ονόμασαν «Μάγνη», για τιμή της παλιάς τους φυλής.
   Γυρνώντας το βράδυ στο χωριό, βρέθηκε μπροστά σ' αναπάντεχο θέαμα. Ένα καραβάνι είχε στήσει τα τσαντίρια του, πλάι στο δρόμο του κάμπου. Ήσαν οι παρδαλοντυμένοι άνθρωποι του Βοριά, που μπόρεσαν και πέρασαν τον ποταμό. Οι Μάγνητες, πολύ ταραγμένοι, έτρεξαν στα σπίτια να πάρουν τα όπλα τους. Ύστερα μαζεύτηκαν κάτω απ' το μεγάλο πλάτανο κι έκαναν συμβούλιο. Αποφάσισαν να πουν ευγενικά, στους ξένους, να φύγουν· να περάσουν το φαράγγι και να βγουν στο μεγάλο και καρπερό κάμπο της Δύσης, όπου θα 'βρισκαν άφθονα χωράφια και λιβάδια, να εγκατασταθούν. Κι αν δεχτούν, να τους δώσουν τροφές κι ό,τι άλλο ήθελαν. Αν όχι, θα τους έδιωχναν με τα όπλα.
   Ο βασιλιάς πήρε ένα διχαλωτό κλαδί στο χέρι -σύμβολο ειρηνικό του θεού Καδμήλου- και προχώρησε στην κατασκήνωση των ξένων. Τον δέχτηκε ο αρχηγός τους, ένας άντρας ψηλός, λιγνός, ξανθός και γαλανομάτης. Η μύτη του ήταν λεπτοκαμωμένη και πολύ καλογραμμένη, τα χείλη του αρμονικά. Όταν ο γερο - Πελασγός είπε την απόφαση του λαού του, ο άλλος τον κοίταξε με μάτια γεμάτα γαλήνη και νοημοσύνη.
   «Αυτά που λες είναι σωστά και λογικά», είπε με προφορά βαριά και ξενική. «Μα ο τόπος σας είναι καλός, κι αρκετά μεγάλος για όλους μας. Πήραμε απόφαση να μείνουμε εδώ. Κουραστήκαμε πια... Τρία χρόνια τώρα περπατάμε, διωγμένοι από τους λαούς του Βοριά και την πείνα».
   «Πώς;» απόρεσε ο βασιλιάς. «Έρχονται κι άλλοι λαοί πίσω από σας;»
   «Ναι. Λεφούσια αμέτρητα. Άνθρωποι που τρων κρέατα ωμά, σαν τ' αγρίμια. Όπου και να σταθήκαμε, μάς έδιωξαν. Μα εδώ είμαστε ασφαλισμένοι, γιατί δεν θα μπορέσουν ποτέ να περάσουν το ποτάμι».
   «Έτσι λέγαμε κι εμείς για σας», είπε ο βασιλιάς. «Και όμως να, που το περάσατε...»
   «Εμείς μάθαμε την τέχνη να κουφαλιάζουμε τους κορμούς των δέντρων και να φτιάνουμε μονόξυλες βάρκες. Αυτοί όμως δεν έχουν περισσότερο μυαλό από 'να αγρίμι του βουνού. Ποτέ δεν θα μηχανευτούν να σκαρώσουν πλεούμενο».
   «Τόσο το καλύτερο. Μα σας δίνω συμβουλή να τραβήξτε για το μεγάλο κάμπο. Πιο βολεμένοι κι ασφαλισμένοι θα είσαστε κει».
   «Όχι», αποκρίθηκε ο ξανθός άντρας. «Είμαστε κουρασμένοι, και θα σταθούμε εδώ. Αν θέλετε να το παραδεχτείτε, πάει καλά· έχει τόπο για όλους μας, δεν θα σας πειράξουμε. Ειδ' αλλιώς, θα πολεμήσουμε· κι όποιος νικήσει».
   «Θα πολεμήσουμε», είπε ο βασιλιάς.
   «Θα πολεμήσουμε», ξαναείπε ο ξανθός αρχηγός. «Για πες μου όμως; Τι λαός είσαστε σεις;»
   «Είμαστε Μάγνητες, από το μεγάλο λαό των Πελασγών, που έζησε ανέκαθεν σε τούτη τη χώρα. Και σεις, ποιοι είσαστε;»  
   «Έλληνες είμαστε, από το έθνος των Αιολέων -των Παρδαλών. Η φυλή μας είναι οι Μινύες. Έχουμε γλώσσα δική μας. Τη δική σας τη μάθαμε από τους ανθρώπους του λαού σας, που κατοικούν στα βορεινά του ποταμού».
   Ο βασιλιάς γύρισε στο χωριό με κεφάλι σκυφτό. Οι Μάγνητες μάντεψαν την αλήθεια, κι ετοιμάστηκαν να πολεμήσουν. Αποφάσισαν να επιτεθούν αμέσως, μόλις νυχτώσει. Ήξεραν τα κατατόπια· έλπιζαν να αιφνιδιάσουν τους Έλληνες και να τους νικήσουν. Περίμεναν λοιπόν να βασιλέψει το νιόβγαλτο φεγγάρι· κι ύστερα χίμηξαν σιωπηλοί, στην κοιμισμένη κατασκήνωση. Έσφαξαν τους βιγλάτορες κι έβαλαν μαχαίρι στα τρομαγμένα γυναικόπαιδα. Γίνηκε πανικός, θρήνος κι οδυρμός κάτω απ' τα γαλήνια αστέρια της νύχτας. 
   Οι Μινύες, μόλις συνήρθαν απ' το πρώτο ξάφνιασμα, άρπαξαν τα όπλα κι άρχισαν να πολεμάν. Ήσαν γεροί πολεμιστές, σκληροί κι ατρόμητοι. Έδιωξαν τους Μάγνητες από την κατασκήνωση, και πολεμώντας προχώρησαν προς το χωριό. Οι Μάγνητες κατάλαβαν τον κίνδυνο, και ταμπουρώθηκαν στα σπίτια τους, αποφασισμένοι να πεθάνουν. Μα οι Έλληνες τους έδιωξαν κι έβαλαν φωτιά στα σπίτια. Το χωριό έπεσε στα χέρια τους κι εκδικήθηκαν σκληρά, σφάζοντας κι αυτοί γυναικόπαιδα. Ο γερο - βασιλιάς έτρεξε στο ναό, και γονατιστός μπροστά στο ξόανο του Θεού δεόταν για τη σωτηρία του λαού. Εκεί τον βρήκε ένας ψηλός Έλληνας, και τον έσφαξε πάνω στο βωμό, κάτω από το φοβερό ίσκιο του θεϊκού φαλλού.
   Όσοι γλίτωσαν, υποχωρούσαν πολεμώντας προς τη θάλασσα· μα οι Αιολείς τους κυνηγούσαν, αποφασισμένοι να τους ξεκάνουν. Οι Μάγνητες  αναγκάστηκαν να μπουν στο νερό, και κολυμπώντας έφτασαν σ' ένα μεγάλο βράχο, ως εκατό μέτρα απ' την ακρογιαλιά. Ανέβηκαν απάνω και περίμεναν. Μα οι Έλληνες δεν ήξεραν να κολυμπάν -πρώτη φορά έβλεπαν θάλασσα. Εκεί, οι Μάγνητες ήσαν ασφαλισμένοι απ' το μαχαίρι του εχθρού, όχι όμως κι απ' το θάνατο...
 
   Ο Πέλας είχε κοιμηθεί από βραδύς με τους τέσσερις συντρόφους του στο καράβι, πέρα στο ποτάμι. Η χαρά του ήταν μεγάλη καθώς άκουγε το φλοίσβισμα του νερού στην καρένα. Είχε στα χέρια του το γερό σκαρί, που θα τον πήγαινε στην Ανατολή, στο γαλάζιο κωνικό βουνό, που φαινόταν τις καθαρές μέρες.
   Ξύπνησε προτού ξημερώσει κι ανέβηκε στο κατάστρωμα. Η νύχτα ήταν αφέγγαρη, μα καθαρή. Απ' τις κορφές του βουνού των Θεών κατέβαινε ψυχρό βοριαδάκι. Ένα παράξενο φέγγος τον ξάφνιασε. Στο βάθος, το χωριό καιγόταν.
   Γεμάτος ταραχή ξύπνησε τους συντρόφους του. Άλαλοι, ωχροί, κοιτούσαν το απαίσιο θέαμα. Η πρώτη τους σκέψη ήταν να τρέξουν στο χωριό, μα ο Πέλας τούς εμπόδισε:
   «Δεν ξέρουμε τι γίνεται. Ας πάμε με το καράβι».
   Βρήκαν τη σκέψη του σωστή. Σήκωσαν τα πανιά και βγήκαν στο αλμυρό νερό. Η «Μάγνη» πάλεψε σκληρά με τη ρεστία της εκβολής. Ύστερα, όλο νεύρο, πέταξε σπρωγμένη απ' το βοριά πάνω στη μαύρη θάλασσα.
   Καθώς πλησίαζαν στο χωριό, μάντεψαν την τεράστια καταστροφή, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς συμβαίνει. Κίτρινοι, με δόντια σφιγμένα, κοιτούσαν τις ψηλές φλόγες που φώτιζαν το νυχτερινό βουνό. Δεν είπαν, σ' όλο το δρόμο, ούτε μια λέξη. Όταν έφτασαν κοντά, ο Πέλας έστριψε το τιμόνι δεξιά, για ν' αποφύγει το μεγάλο βράχο. Έξαφνα, άκουσε φωνές κι είδε ανθρώπινες σκιές στο γρανίτινο όγκο, που ξεπρόβαλλε σκοτεινός πάνω απ' τη θάλασσα. Πρόσταξε να μαϊνάρουν τα πανιά, κι η «Μάγνη» ακοστάρισε στο βράχο.
   Ήσαν καμιά τριανταριά, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ανάμεσά τους κι η μητέρα του Πέλα. Ο τρόμος τούς είχε αλαλιάσει. Πήδησαν στο καράβι· και λαφιασμένοι ιστορούσαν, με μισά λόγια, τη φοβερή καταστροφή. Ο Πέλας τούς άκουγε αμίλητος.
   «Οι άλλοι πού είναι;» ρώτησε τη μάνα του.
   Η γερόντισσα ακούμπησε στον ώμο του κλαίγοντας:
   «Τους σκότωσαν όλους. Και τον πατέρα σου, και τ' αδέρφια σου. Την αδερφή σου την άρπαξε ένας Έλληνας. Είναι όμορφη, δεν πιστεύω να τη σκοτώσουν. Θα την κάνουν σκλάβα...»
   Ο Πέλας κοίταξε το βουνό των Θεών, με ματιά γεμάτη εγκαρτέρηση· κι είπε σιγανά:
   «Ήταν γραφτό. Ας γεννήσει κι αυτή Ελληνόπουλα. Αφού θα μείνουν στο χωριό μας, πες πως είμαστ' εμείς. Όσο για μας, θα κάνουμε καινούργια πατρίδα...»
   Σήκωσαν τα πανιά· κι έβαλαν πλώρη κατά την Ανατολή που αχνορόδιζε.
 
Καραγάτσης Μ.
Η Μεγάλη Λιτανεία
Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 2007

Σάββατο 2 Απριλίου 2022

ΚΑΣΣΩΠΗ

   
   Αγκαλά (1) και η μικρή χώρα ήτουν τώρα χριστιανική και ο Ιουστινιανός, «πιστός βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων», είχε απαγορέψει τη θρησκεία των εθνικών, τα παλαιά χτίρια των ελληνικών ναών εμέναν ακόμα άγγιχτα και ορθά τα είδωλα που τα εστόλιζαν, μόνο οι αναβάθρες (2) και οι βωμοί είχαν χορτιάσει, γιατί κι οι λίγοι πιστοί της αρχαίας λατρείας δεν ετολμούσαν να παραβούν το νόμο.
   Ο ναός του Κασίου Διός εσηκωνότουν κάτασπρος σιμά στο μικρό λιμάνι της πολιτείας, όλος από το ντόπιο αμυγδάλι περίστυλος,  κι έφεγγε ανάμεσα στα μεγάλα ιδρυά που τον έντυναν από τα τρία μέρη και που δεν άφηναν γυμνή παρά του γιαλού την πρόσοψη, ώστε που το πανέμνοστο (3) δωρικό μνημείο εφαινότουν μακρόθες από το πέλαγο κι ήτουν το μόνο χτίριο που τα πλεούμενα αντίκρυζαν μπαίνοντας, γιατί μέρος από τα σπίτια της πολιτείας  τα 'κρουβε της ακροθαλασσιάς το γύρισμα, μέρος το ψηλό καστρί που υπεράσπιζε τη χώρα και το στενό της Κασσώπης.
   Εκεί από κάτου από τα ψηλά ιδρυά, που, ναι, δεν ήταν πλια αγιασμένα από του Θεού την παρουσία, αλλά που δεν είχαν χάσει για τούτο τη μυστική πνοή τους, εγενότουν ακόμα, όπως και στα παλιά χρόνια, ο περίπατος της μικρής πολιτείας, ενώ στ' άλλα μέρη εξεφόρτωναν τα πλοία τα πλούτη τους ή εφόρτωναν τα προϊόντα του τόπου που τα πήγαιναν έπειτα στην Ανατολή ή και στην Ιταλία.
   Το καλοκαίρι ήτουν προχωρημένο κι ήτουν απόγιομα· ανάλαφρο αγεράκι ερχότουν από τη θάλασσα, ο κόσμος εκαθότουν ή εκινιότουν ήσυχα στον ίσκιο.
   «Έφυγαν κι άλλα ασκέρια για την Ιταλία· ο πόλεμος δεν έχει τέλος», είπε ο Φιλόστρατος, άντρας πενηντάρης και καλοντυμένος.
   «Έχουν σκληρή τη ζωή αυτοί οι βάρβαροι», του αποκρίθη ο χιλίαρχος Θεόδωρος, που όριζε το κάστρο της Κασσώπης, «και δεν βαριόνται τον πόλεμο. Ο καινούργιος βασιλιάς τους, ο Τωτίλας, είναι καταστρεφτής μεγάλος κι ετσάκισε πολλές φορές το στρατό του αυτοκράτορα. Είναι εφτάψυχοι οι Γότθοι».
   «Είναι δεκαφτάψυχοι», αποκρίθη ο Φιλόστρατος χαμογελώντας, «αφού βαστούν δεκαφτά χρόνια πόλεμο· μα, ωστόσο, δεν τολμούν να πολεμήσουν στη θάλασσα σαν οι όμοιοί τους οι Βάνδαλοι, είναι τώρα εκατό χρόνια· ο Γιζέριχος τότες δεν ελησμόνησε το νησί μας· μόνο στες χώρες (4) δεν επάτησαν»,
   «Και ούτε άλλοι βάρβαροι δε θα πατήσουν», είπε η Ασκληπηγένεια του Φιλόστρατου η κόρη, που επερπατούσε μαζί τους. «Ο θεός αγαπάει την Κασσώπη και ο αυτοκράτορας· για τούτο άφησε και περσούς (5) στρατιώτες εδώ».
   «Τα κάστρα», είπε ο Θεόδωρος, «ήταν καλά, μα επάλιωσαν· από χρόνια κανένας δεν τα διόρθωσε· και λείποντας ο Ιονικός (6) στόλος να εμποδίζει, οι βάρβαροι θα 'παιρναν αμέσως τη χώρα· ο στρατός εδώ είναι περιττός, γιατί είναι πάντα λίγος για ν' αντισταθεί στ' αμέτρητα φουσάτα τους. Στον πόλεμο, ελέγαν οι στρατηγοί του Αυγούστου, σαν ένας τους πέφτει, ξεφυτρώνουν δύο στη θέση του σκοτωμένου. Δεν ξέρω, γιατί δε στέρνουν και μας στην Ιταλία. Ίσως αργότερα». 
   Η Ασκληπηγένεια εκοκκίνησε. «Όχι, Θεόδωρε», είπε, «χωρίς εσάς θα νικήσουν αφτού (7)· ο Βελισάριος γνωρίζει να καταβάνει (8) τους βαρβάρους· αυτός εκατάστρεψε τους Βάνδαλους της Λιβύας και θα ρίξει και τους Γότθους της Γερμανίας στους λόγγους τους· η Ελλάδα μας δε θα πατηθεί από αυτούς».
   Ο Θεόδωρος άκουσε με σπλάχνος την ομιλία της Ελληνοπούλας και την εκοίταξε κατάματα. Τότες του φάνηκε ακόμα ωραιότερη στη δροσερότητα των είκοσι χρόνων της και, μη θέλοντας να της σαλέψει τη βεβαιότητά της, δεν αποκρίθη. Εκείνη ύστερα από μια στιγμή, ξακολουθώντας τη σκέψη της, επρόσθεσε:
   «Θα νικήσουν και χωρίς εσέ».
   «Ζηλεύω τη δόξα», απολογήθη ο στρατιώτης. «Αχ, να 'τουν σωμένος ο πόλεμος και νικητής να 'μουν γυρισμένος από την Ιταλία, τότες για μας, Ασκληπηγένεια, θ' άρχιζε η ευτυχία. Προσμένουμε τώρα με την ελπίδα,  μα πώς ν' αποφασίσω του στεφανώματός μας την ημέρα όσο ο πόλεμος βαστάει; Οι καιροί είναι δύσκολοι κι ο στρατιώτης δεν ορίζει τον εαυτό του». 
   «Ο καιρός είναι δικός μας», είπε η κόρη, «μα στην Ιταλία δε θέλω να σε στείλουν, είσαι μέγας καθώς είσαι· έκαμες δέκα πολέμους, στο Δούναβη, στην Αφρική, στην Περσία· οι Γότθοι θα υποταχτούν και χωρίς εσέ, αγαπημένε».
   Ο Θεόδωρος όμως εκούνησε πικρά το κεφάλι κι ύστερα, δίνοντας άλλη τροπή στην ομιλία, είπε:
   «Φιλόστρατε, φαίνεται δε φοβάστε εφέτο τες θέρμες της Κασσώπης· αργήσατε στη χώρα· η Ηραΐδα σάς προσμένει και τώρα η εξοχή είναι αθάνατη· και το μετόχι σας σιμά στο νερό, σε ψηλή θέση...»
   «Δε θ' αργήσουμε να πάμε», αποκρίθη ο Φιλόστρατος, «κι έλα εκεί να ιδείς την Ασκληπηγένεια». 
   «Θα να 'ρθω ν' αποχαιρετήσω τουλάχιστο· ή και για να μείνω».
   Κι εθυμήθη ο νέος χιλίαρχος τα ταξίδια του στην Ηραΐδα. Εκεί είχε πρωτογνωρίσει την Ασκληπηγένεια· ήτουν μικρότερη τότες παρόμοια με ρόδου μπουμπούκι· και την ανανογιότουν (9) μέσα στες μεγάλες κληματαριές με τα χρυσά σταφύλια, σιμά στο νερό, που έβγαινε από το στόμα χαλκωματένιου λιονταριού, να γελά και να παίζει στην ευτυχία της πρώτης νιότης. Πώς εκοίταζε με περιέργεια τη χρυσή περικεφαλαία, κι εκρεμότουν από τα χείλη του, όταν της εδιηγιότουν την ιστορία των πολέμων, που 'χε κάμει· εκεί είχε αρχίσει η αγάπη· και το μπουμπούκι από χρόνο στο χρόνο είχε γένει ρόδο κι έφεγγε τώρα μ' όλη του την ωραιότητα κι αισθανότουν ο Θεόδωρος πως κάθε μέρα εθέρμαινε κι επέρσευε ο έρωτας.
 
   Ξάφνως όμως, ενώ οι τρεις τους ήσυχα συνομιλούσαν, ο κόσμος όλος ανακατώθη σα θάλασσα ανεμισμένη κι εβοούσε, ανήσυχος και τρομασμένος, θέλοντας να μάθει το αναπάντεχο κακό που 'χε συνέβει, ζητώντας βεβαίωση. Μια τρομερή φωνή είχε σπαρθεί και ο φόβος από στιγμή σε στιγμή επλήθαινε. Άρχιζαν οι γυναίκες να ουρλιάζουν και να λιγοθυμούν κι εγινότουν η ταραγμένη βοή μεγαλύτερη.
   «Στόλος, οι βάρβαροι».
   Άλλες λέξες δεν ακουόνταν· και του κάκου οι κρουσμένοι (10) πολίτες ερωτούσαν ο ένας τον άλλον, κανένας δεν ήξερε ή δεν ήθελε να ειπεί περσότερα. Από το γιαλό τίποτα δεν εφαινότουν, γιατί η ράχη του κάστρου έκρουβε τ' ανοιχτό πέλαγο κι ήταν για τούτο η ανησυχία μεγαλύτερη. Κι ακούστη η σάλπιγγα να κράζει τους στρατιώτες και τούτοι απ' όλα τα μέρη, ξαφνισμένοι έφερναν τα πατήματά τους προς απάνου και τους ακολούθησε άσκεφτα το σκιασμένο (11) πλήθος, θέλοντας τουλάχιστο να γνωρίσει τη μεγαλότη της συφοράς. 
   Παιδιά εκλαίγαν μοναχά τους στους δρόμους κράζοντας τες μανάδες τους, που τα 'χαν μία στιγμή λησμονήσει, συρμένες και κείνες από την ορμή του κόσμου, που με τους στρατιώτες ανέβαινε· και τώρα η πολιτεία είχε αδειάσει και μόνο η ράχη του κάστρου εμαύριζε από ανθρώπους.
   Ως και οι τρεις συνομιλητές είχαν ανεβεί και επαρατηρούσαν από το ψήλωμα τη θάλασσα· ο λαός εφώναζε απελπισμένος: «Οι βάρβαροι, οι βάρβαροι», κι ήτουν αναποφάσιστος. «Οι βάρβαροι, οι βάρβαροι», εβοούσε.
   Κι αληθινά εδιακρινότουν ο στόλος που ανέβαινε προς το στενό, φανερά προς την Κασσώπη· οι μαύρες καραβέλες επλέαν γοργά, γιατί πρίμος άνεμος εφούσκωνε τα κόκκινα πανιά τους κι ήταν λαμπρό και ασυνήθιστο το θέαμα της θάλασσας με τα πολλά πλεούμενα, που αντάμα όλα εσκίζαν τα κύματα.
   Οι στρατιώτες που ήθελαν τώρα ν' αρχίσουν το έργο τους και που η πολυκοσμία τούς εμπόδιζε έσπρωχναν το πλήθος προς το ρόβολο (12) και όλος ο κόσμος επήρε τρομασμένος τον κατήφορο βοώντας, παρόμοιος με φουσκωμένο τράφο κι εχώθη πάλι στη χώρα, ενώ στο κάστρο οι στρατιώτες  άναβαν στια για να πυρώνουν τους μύδρους (13) κι ετοιμαζόνταν να πολεμήσουν.
   «Φιλόστρατε», είπε ο χιλίαρχος, που μαθημένος στον κίνδυνο δεν εδειχνότουν ταραγμένος,  «στο κάστρο να μείνετε δεν μπορείτε· το φουσάτο φαίνεται μεγάλο· και η χώρα θα πολιορκηθεί.  Ποιος ξέρει πώς θα 'ρθουν τα πράματα· πηγαίνετε αμέσως στην Ηραΐδα κι ευρείτε τρόπο εκείθες για την Αλεξάνδρεια ή για άλλο μέρος· τώρα ο πόλεμος θ' αρχίσει. Χαίρετε».
   Κι έτσι λέγοντας, τούς άφησε να φύγουν κι ο ίδιος εγύρισε προς τους στρατιώτες.
   Ο Φιλόστρατος, σύμφωνα με την οδηγία του στρατηγού, εκίνησε με τη θυγατέρα του και με λίγους σκλάβους για την Ηραΐδα· στες πόρτες της χώρας το διάβα ήταν δύσκολο, γιατί κόσμος πολύς αλλαλιασμένος εσπρωχνότουν αφτού, παίρνοντας ο καθένας μαζί του ό,τι είχε πολυτιμότερο· αλλά δεν έφευγαν όλοι, γιατί απελπισμένοι μερικοί δεν επροσπαθούσαν ουδέ να σωθούν κι επρόσμεναν άνεργοι και άλλοι, που 'χαν περσότερο θάρρος, οπλιζόνταν για να πολεμήσουν. Μέσα στη χώρα η πρώτη ανησυχία είχε πέσει και οι πλατείες ήταν έρημες.
   Ωστόσο τα καράβια είχαν σιμώσει και ακουόνταν κιόλας τα βάρβαρα φωνατά κι εδιακρινόνταν τα ξανθά πρόσωπα. Ήταν μια εκατοστή καραβέλες. Τώρα οι μηχανές του κάστρου άρχιζαν να δουλεύουν και τα πυρωμένα σίδερα, που επέφταν, εβαστούσαν τα πλοία σε απόσταση ή επόντιζαν τες βάρκες που εδοκίμαζαν να ρίξουν στρατό στη γης· κι έκαναν ν' αφρίζει και να μπουρμπουλίζει το μπλάβο πέλαγο και να βράζει, ενώ οι κουπιές το ανακάτωναν και ο κρότος του δαρμένου νερού και το σφούρισμα των μύδρων εσυγχιζότουν με τες άγριες φωνές των πολεμιστών και με τους σκουσμούς (14) των ποντισμένων.
   Όμως την ημέραν αυτήν η χώρα δεν επάρθη· γιατί ωστόσο είχε πέσει η νύχτα και οι καραβέλες έγειραν πλώρη προς την  Ιταλία.
   Κι εχύθη χαρά τόση στον απελπισμένο τόπο που οι πολίτες εφιλιούνταν στους δρόμους κι εκλαίγαν από τη χαρά οι γυναίκες· οι φευγάτοι, που είχαν ιδεί από τα ψηλώματα την τσάκιση των βαρβάρων, έγερναν πίσω στη χώρα και τ' όνομα του Θεόδωρου αποθεώθη.
   Αλλά ο Φιλόστρατος με την Ασκληπηγένεια δεν εξανάρθαν.
 
   Ο πόλεμος δεν ήτουν τελειωμένος. Το άλλο βράδυ χωριάτες τρομαγμένοι εμπήκαν στη χώρα φέρνοντας φοβερά μαντάτα. Οι Γότθοι είχαν έβγει στην εξοχή κι εφόνευαν κι έκαιγαν κι εμίαιναν τες παρθένες. Ο κάμπος του Τυφλού είχε πέσει όλος στα χέρια τους κι είχε γένει ερημία· τα πλοία τους εσκέπαζαν τη θάλασσα κι εκούρσευαν ανεμπόδιστα τα παράλια της Ήπειρος· ο αυτοκρατορικός στόλος πουθενά δεν εφαινότουν· και βέβαια δε θ' αργούσαν  να φανιστούν πάλι τα ίδια πλοία για ν' αποκλείσουν το λιμάνι της Κασσώπης, ενώ ο στρατός από της ξηράς το μέρος θα πολιορκούσε τη χώρα, αφού φανερά τώρα οι βάρβαροι ήθελαν να πολεμήσουν τον αυτοκράτορα στον τόπο του, για να τον υποχρεώσουν έτσι να τραβήξει το στρατό του από την Ιταλία και πρώτος τόπος που εβρισκότουν στο δρόμο τους ήτουν το νησί της Κόρκυρας.
   Στην Κασσώπη κανείς δεν έβλεπε πλια σωτηρία· εμήνυσαν από την απελπισμένη χώρα στον ύπαρχο της Κόρκυρας και στες σιμοτεινές (15) πολιτείες της Ήπειρος ζητώντας βοήθεια, αλλά από παντού τους εδηλώθη πως στρατός στο χέρι δεν υπήρχε και από μέρες τα πλοία είχαν λάβει διαταγή ν' αναχωρήσουν προς άγνωστο τέλος, αφήνοντας μόνο στα λιμάνια λίγα καράβια άχρηστα για μακρινό ταξίδι. Ελέγαν κιόλας οι μαντατοφόροι πως ο ίδιος ο βασιλιάς Τωτίλας είχε πιάσει γης στα Σύβοτα κι είχε πάρει το δρόμο της Μακεδονίας, ενώ τα τρακόσια κάτεργά του, που 'χαν έρθει μαζί του από τη Σικελία, είχαν περάσει σιμά στους Παξούς κι εκάναν πανιά για να προσβάλουν την Αχαΐα κι εζητούσαν τον Ιονικό στόλο για να τον πολεμήσουν. Έτσι λοιπόν δεν ερχότουν βοήθεια· κι οι μέρες επερνούσαν σε μεγάλην απελπισία, οι κάτοικοι δεν έβλεπαν παρά στα βουνά καταφυγή, γιατί εφοβούνταν το θάνατο και την πείνα, αν οι βάρβαροι εκλειούσαν κι έπαιρναν τη χώρα.
   Αλλά όσο ο κόσμος έφευγε, τόσο εγενότουν δυσκολότερη η υπεράσπιση και ο Θεόδωρος αποφάσισε ν' απαγορέψει την έξοδο και υποχρέωσε τον κόσμο όλον να δουλεύουν αγγαρεία για να διορθωθούν τα τειχιά και τα φρούρια. Εκήρυξεν ελεύτερους όσους δούλους ήθελαν πάρει τα όπλα κι εδιάταξε τους πλούσιους να προσφέρουν τα χρήματά τους για ν' αγοραστούν άρματα και ζωοθροφίες από τες χώρες της Ήπειρος, όσο ακόμα ήταν βολετό να ξεφεύγουν την προσοχή του βαρβαρικού στόλου, που εβίγλιζε όλο το πέλαγο.
   Οι νέες τούτες διαταγές εκακοφάνισαν κόσμον πολύ· γιατί ένα μέρος από τους σκλάβους που ήταν άμαθοι τελείως στον πόλεμο, επροτιμούσαν την καλοζωϊά και την ησυχία απ' όλες τις ελευτερίες· και πολλοί πλούσιοι είχαν κιόλας θάψει το έχει τους κι ελογάριαζαν να το ξανάβρουν στο γυρισμό τους, όταν οι Γότθοι εξεθύμαιναν και τα πράματα ησύχαζαν· κι ήταν κι άλλοι που όρεξη δεν είχαν να χτυπηθούν γιατί εθεωρούσαν  κάθε προσπάθεια χαμένη κι επιθυμούσαν μόνο να βρουν τρόπο για ν' ασφαλίσουν τη ζωή τους.
   Κι ήταν ελεεινή η κατάσταση της πολιτείας· οι ελευτερωμένοι σκλάβοι είχαν σηκώσει πρόσωπο κι επάσκιζαν να εγδικιώνται τους αφέντες τους για όσα είχαν πάθει έως τότες και τους εκατάδιδαν  στην εξουσία, μολογώντας που είχαν κρουμμένα τα χρήματα ή και τους εσυκοφαντούσαν κακόβουλα κι εδοκίμαζαν να τους κάνουν μισητούς στο λαό, παρασταίνοντάς τους αδιάφορους για τα πράματα της πατρίδας. Και αν κανείς πλούσιος ετολμούσε να φανεί ανυπόταχτος στες διάταξες του Θεοδώρου, δύσκολα εξέφευγε, γιατί οι ελευτερωμένοι σκλάβοι ήταν πάντα έξυπνοι κι ήξεραν να φυλάγουν και πόρτες και λιμάνι κι έγερναν πίσω τους άτυχους που 'χαν πολλά να υποφέρουν, ως την ημέρα της καταδίκης τους. Ουδέ πλούσιος κανένας δεν είχε ησυχία, γιατί ήταν πάντα φόβος από τους νέους άταχτους στρατιώτες.
   Ωστόσο κάθε μέρα σ' όλες τες πλατείες της πολιτείας εγυμναζόνταν οι καινούργιοι οπλίτες και ο Θεόδωρος επιστάτευε παντού, αλλά δεν έβανε βάση στο άταχτο ασκέρι και αισθανότουν τη βεβαιότητα που, αν τα πράματα δεν άλλαζαν, η χώρα θα 'πεφτε στα χέρια των βαρβάρων. Και ακουότουν από τους χωριάτες πως το ξανθό φουσάτο επροχωρούσε πάντα χωρίς να βιάζεται. Οι Γότθοι ήξεραν πού το νησί ήτουν δικό τους· χωρίς δυσκολία έκαναν κάθε μέρα λίγα πατήματα προς τα εμπρός· στα λιβάδια είχαν εύρει πλούσια χωριά κι εμεθούσαν με το κρασί κι εγλεντούσαν. Οι κάτοικοι τούς απόφευγαν ή εδοκίμαζαν με την υποταγή να τους γλυκαίνουν. Κι έτρεχε λόγος στην Κασσώπη πως οι φευγάτοι πολίτες επαραδινόνταν στα χέρια του Γότθου στρατηγού κι ήταν αυτοί που οδηγούσαν το ξένο ασκέρι· για τούτο εθύμωνε μ' αυτούς ο όχλος κι εχαλούσε τα σπίτια τους κι έκαιγε στους δρόμους τες εικόνες τους ή εγδικιωνότουν μ' όσους δικούς τους είχαν μείνει στη χώρα.
   Και η συγκοινωνία με την Ήπειρο είχε καταντήσει επικίνδυνη τόσο, που σπάνιες φορές ετολμούσε καράβι να διαβεί το στενό, και τα λίγα πλεούμενα που κάπου κάπου έμπαιναν στο λιμάνι εφέρναν πως ο μαύρος στόλος έπλεε πάντα στα νερά του νησιού, έβγαζε κουρσάρους τρογύρου κι εμπόδιζε τη θάλασσα σε τρόπο που το νησί ήταν κοντά ολότελα αποχωρισμένο από το επίλοιπο μέρος της αυτοκρατορίας.
   Ο Θεόδωρος εσυλλογιότουν τώρα και την Ασκληπηγένεια που, αν δεν είχε αναχωρήσει κατά την παραγγελία του, εκινδύνευε περσότερο παρά η ίδια η χώρα, γιατί, ως επληροφορούσαν, οι Γότθοι ευρίσκονταν σιμά στην Ηραΐδα. Και η ιδέα που η κόρη ήταν σε κίνδυνο θανάτου και ντροπής και που τρόπος δεν υπήρχε να γλιτώσει, τον εζάλιζε και δεν τον άφηνε ψυχρά να σκέφτεται. Στην Ηραΐδα κάθε αντίσταση ήτουν αδύνατη και από μια στιγμή στην άλλη οι βάρβαροι θα την έπαιρναν και θα του 'παιρναν και την Ασκληπηγένεια. Πώς να την προστατέψει; Εσυλλογιότουν πράματα αδύνατα. Αν έβγαινε να πολεμήσει τους βαρβάρους; Μα τότες, αν εμφανιζότουν ο στόλος, η Κασσώπη θα 'πεφτε αμέσως· ποιος θ' αντιστεκότουν; Κι αν πάλι τής εμηνούσε να 'ρθουν οπίσω; Από την οργή του λαού θα την επροστάτευε· μα μη δεν ήξερε πως η Κασσώπη ήταν χαμένη; Ίσως όμως ο Φιλόστρατος είχε εύρει τρόπο να φύγουν, μα και τούτο ήταν δύσκολο, γιατί ο χιλίαρχος εγνώριζε πως τες πρώτες μέρες δεν το 'χαν κάμει. Τώρα ήθελε θετικά να γνωρίζει πού και πώς εβρισκότουν η αγαπημένη του κι εποθούσε να την ιδεί. Ποιος ξέρει τι εμπορούσε να συμβουλέψει. Τον εβαστούσε όμως οπίσω η σκέψη που ο Φιλόστρατος στην απελπισία του εμπορούσε να 'χε παραδοθεί σαν τους άλλους· κι αλήθεια τότες η κόρη θα 'ταν κάπως ασφαλισμένη, μα ποια θα 'τουν η θέση του, αν επήγαινε; Κι ανησυχούσε κι άλλαζε ο χαρακτήρας του· ο κατάκαρδος πόνος δεν τον άφηνε να προσέχει στ' άλλα, δεν ετιμωρούσε πλια τους ανυπόταχτους δεν επιτηρούσε πλια με ζήλο τα γυμνάσια του στρατού του, δεν έτρωγε ουδ' εκοιμότουν κι ο κόσμος είχε παρατηρήσει τη μεγάλη αλλαγή και δεν έβρισκε εξήγηση.
 
   Μίαν ημέρα είχε ακουστεί από τους χωριάτες πως το βαρβαρικό φουσάτο είχε πολύ προχωρέσει κι εκάτεχε τώρα τους κάμπους όλους και τες Ράχες και το Δράστη στα ριζοβούνια και, αν η είδηση ήταν αληθινή, η Ηραΐδα είχε πέσει στα χέρια των εχθρών ή δεν είχαν να κάμουν παρά λίγα στάδια για να την πάρουν.
   Και η Ασκληπηγένεια; Ήταν λοιπόν χαμένη;
   Ακούοντας ο Θεόδωρος εκιτρίνισε σαν νεκρός· το λογικό του δεν εδούλευε άλλο· ήξερε μόνο που καιρό δεν είχε να χάνει και που έπρεπε να τρέξει στην Ηραΐδα. Η Κασσώπη ήταν, ναι, σε κίνδυνο, γιατί τα καράβια δεν είχαν φύγει, μα για την ώρα δεν επολεμούσαν, ενώ η Ασκληπηγένεια θα 'τουν στην τελευταίαν ακμή. Στενοχωρημένος από το πάθος αποφάσισε. Έκαμε αμέσως να του σελώσουν κι εδιέταξε μια δεκαριά ανθρώπους να τον ακολουθήσουν. Ύστερα  επαράδωκε την εξουσία στον πρώτο του αξιωματικό, δηλώνοντάς του ότι σε λίγες ώρες θα να 'τουν γυρισμένος.
   Μα ο αξιωματικός τού παρατήρησε: «Με συγχωράς, Θεόδωρε, τι σκέφτεσαι να κάμεις;»
   «Θα γυρίσω απόψε», αποκρίθη.
   «Μα η Κασσώπη κινδυνεύει».
   «Οι βάρβαροι επήραν ή παίρνουν την Ηραΐδα· κι η Ασκληπηγένεια;»
   «Οι βάρβαροι φαίνεται έχουν πάρει το βουνό· αλλά ησύχασε, ο Φιλόστρατος είναι από κείνους που έφυγαν· θα 'ναι κι αυτός συνενοημένος με τον εχτρό, αλλιώς πώς θα 'μενε έξω;»
   «Πρέπει να ιδώ ο ίδιος».
   Τ' άλογα ήταν έτοιμα. Ανέβηκε κι εβάδισε με τη συνοδεία του προς τες πόρτες. Ο κόσμος που επρόσεχε κάθε του κίνημα, γιατί δεν είχε παρά σ' αυτόν τις λίγες ελπίδες του, τον εκοίταζε στατικός και τον ακολούθησαν πολλοί μ' ανήσυχη περιέργεια. Στις πόρτες εσταμάτησαν φοβούμενοι την τιμωρία· τον είδαν να μακραίνει προς την εξοχή και κατακραυγή εβγήκε από πολλά στόματα. «Φεύγει!» Κι εκοινολογήθη στη χώρα το φύγει του κι εταραχτήκαν όλοι κι ετρόμαξαν κι έπασχαν να εξηγήσουν την αιτία. Και άλλο λόγο δεν έβρισκαν, πάρεξ που ο χιλίαρχος είχε λάβει διαταγή ν' αναχωρήσει για την Κόρκυρα ή για άλλο κάστρο, κι εσυμπέραιναν που 'χε παρθεί απόφαση να παρατήσουν την Κασσώπη στην τύχη της κι εδείλιαζαν όλοι. Κι εγίνηκε στην άτυχη χώρα οχλαγωγία μεγάλη· ο λαός ήθελε να παραδοθεί για να μη χυθεί αδίκως αίμα, αφού άλλη σωτηρία δεν έβλεπε. Ο αξιωματικός εβρέθηκε σε δύσκολη θέση και, για να ησυχάσει τον κόσμο, εκήρυξε ότι το βράδυ ο Θεόδωρος θα 'τουν οπίσω, γιατί είχε πάει μόνο στην Ηραΐδα να ιδεί την αρραβωνιαστική του. Η κήρυξη όμως τούτη ερέθισε· πολλοί δεν επίστεψαν κι εξακολουθούσαν να φωνάζουν για την παράδοση. «Ο Φιλόστρατος», έλεγαν, «είναι προδότης, τι έχει να κάμει μ' αυτόν ο στρατηγός μας;» Άλλοι όμως που εγνώριζαν την παντρειά του ελυπηθήκαν και μια φωνή εβγήκε στον κόσμο, άσκημη για το χιλίαρχο, που ύστερα χίλια στόματα την ξαναείπαν: «Αχ, κι ο Θεόδωρος έχει να κάμει με τους φευγάτους προδότες, και μας έφυγε».
 
   «Ο Θεόδωρος», έκραξε η Ασκληπηγένεια χαρούμενη κι έδραμε προς δεξίωσή του με άμετρη χαρά.
   Κι ο Θεόδωρος ήτουν πολύ συγκινημένος· οι βάρβαροι δεν είχαν πάρει την Ηραΐδα κι ήταν ακόμα αυτού η Ασκληπηγένεια.
   «Τι νέα;» επρόσθεσε εκείνη δακρυσμένη. «Οι βάρβαροι έφυγαν; Τους ενίκησες;»
   Ο χιλίαρχος εκρέμασε το πρόσωπο· τι επρόσμεναν από αυτόν το αδύνατο; Αποκρίθη: 
   «Οι βάρβαροι δε φεύγουν· ναι, στη χώρα δεν έβαλαν άλλο χέρι, μα κουρσεύουν τα χωριά· και θα ξέρετε βέβαια που εσίμωσαν εδώ τώρα. Ήρθα, Ασκληπηγένεια, να ιδώ πού είστε, να μάθω τι θα κάμετε· ήμουν στεναχωρεμένος. Πώς να σας γλιτώσω;»
   «Τι είμαι 'γω;» απολογήθη με πάθος η νέα. «Ο τόπος μου καταστρέφεται και τρόπος δεν υπάρχει φαίνεται να διωχτούν εδώθες. Αχ, το καημένο το νησί, πόσα υποφέρνει. Και οι κάτοικοι δεν πολεμούν· τους κάνουν τόπο. Τα λιβάδια είναι έρημα, ο κόσμος επήρε τα όρη, άλλοι υποτάζονται και υποφέρνουν καθετί για να 'χουν τη ζωή χάρισμα. Από τα χτες, μάς λέγουν, ανεβαίνουν οι βάρβαροι και στα βουνά μας· πού θα δώσει όλος αυτός ο κόσμος;»
   «Μα γιατί, Ασκληπηγένεια, δεν επρολάβετε αλλού να φυλαχτείτε, ως σας συμβούλεψα;»
   «Τι πειράζει; Ήμουν βέβαιη που θα τους ενικούσες. Τώρα και να ηθέλαμε τρόπος δεν είναι. Από τ' άλλο μέρος του βουνού άλλοι τόσοι βάρβαροι δέρνουν τον τόπο και η Κόρκυρα στρατό δεν έχει για να τους πολεμήσει. Ο αυτοκρατορικός στόλος φαίνεται εποντίστη κι εκείνος, οι θάλασσες είναι γιομάτες πλοία του Τωτίλα».
   «Τι θα γένει λοιπόν τώρα;»  
   Η Ασκληπηγένεια εσήκωσε τες πλάτες.
   «Θα σας πιάσουν», είπε ο Θεόδωρος με πόνο.
   «Όχι, όχι· ζωντανή δε θα με πιάσουν», αποκρίθη χαμογελώντας κι εσώπασαν κι οι δύο κι εμέναν αναποφάσιστοι. Επέρασε έτσι ώρα καμπόση.
   «Ώφου, κόρη μου», έκραξε ξάφνως ο Φιλόστρατος περίτρομος. «Εχαθήκαμε· οι βάρβαροι έρχονται, πού να πάμε;»
   Ο χιλίαρχος άχνισε, αλλά μαθημένος στον κίνδυνο δεν έχασε το νου του. «Πού είναι τοι;» είπε. 
   «Ανεβαίνουν».
   Κι αληθινά έως διακόσια άλογα εφαινόνταν στο ριζό του βουνού που ανέβαιναν χωρίς να βιάζονται κατά το ταχτικό τους· οι χρυσωμένες περικεφαλαίες έλαμπαν κι ένα σύγνεφο μποχού (16) τούς ακολουθούσε.
   «Είναι μακράν ακόμα», είπε ο Θεόδωρος, «ας φύγουμε στην Κασσώπη. Πού αλλού να πάτε; Το κάστρο εύκολα δε θα μου το πάρουν κι ίσως φτάσει κι ο Ιονικός στόλος».
   Κι ανεβήκαν στ' άλογα κι εβιαζόνταν προς τη χώρα. Ο δρόμος ήταν ελεύτερος, αλλά πουθενά άνθρωπος δεν εφαινότουν· οι κάμποι εκάπνιζαν, τα χωριά ήταν ρειπισμένα (17)· σε λίγες ημέρες το γελάμενο νησί είχε καταντήσει λυπητερή ερημιά.
   Επερπάτησαν ώρα καμπόση και, πριν του βουνού το γύρισμα τους κρούψει την Ηραΐδα, η Ασκληπηγένεια εγύρισε να την κοιτάξει κι είδε το σπίτι της να καίεται. Τότες δάκρυα πολλά εβγήκαν από τα μάτια της, έκλαψε την καταστροφή από τα πράματα εκείνα που από τα μικρά της χρόνια αγαπούσε. Αργά προς τ' απόγιομα αντίκρισαν τη μικρή χώρα με τα λευκά σπίτια της, με τους μαρμαρένιους ναούς της και, βλέποντας μέσα σ' όλην αυτήν την ερήμαξη τόπο κατοικημένο, αιστανθήκαν ελάφρωση. Μα στη θάλασσα μπρος στο λιμάνι ήταν οι καραβέλες που ψηλάθες εφαινόνταν μικρές κι ο Θεόδωρος με χτυποκάρδι είπε:
   «Πολεμούν στην Κασσώπη».
 
   Έφτασαν βράδυ· οι πόρτες ήταν κλεισμένες· μα ο Θεόδωρος έκαμε ν' ανοίξουν δίνοντας το σύνθημα. Βαβούρα ανθρώπων ακουότουν από τη χώρα κι ο δέκαρχος που εφύλαγε, αφού εχαιρέτισε, είπε:
   «Ο στόλος εξαναφάνη και δε φεύγει». 
   «Το ξέρω», είπε σκεφτικός ο Θεόδωρος.
   «Και σ' εζητούσαν· η χώρα είναι ανταριασμένη».
   Ο Φιλόστρατος, ωστόσο, και η Ασκληπηγένεια είχαν πεζέψει από τ' άλογα και τα 'χαν αφήσει στους δούλους. Ήταν φοβισμένοι από τα σοβαρά νέα που είχαν ακούσει.
   «Πηγαίνουμε σπίτι», είπε ο Φιλόστρατος. «Τέτοιαν ώρα κανείς δε θα μας γνωρίσει».
   Κι άφησαν το Θεόδωρο, που εκίνησε κι εκείνος με τους καβαλαρέους του προς τη χώρα. Όλος ο κόσμος ήτουν στο πόδι· όλοι εθρηνούσαν κι εκλαίγαν. Στην πλατεία του πραιτώριου  τ' άλογο επροχωρούσε  με δυσκολία. Κανείς όμως δεν επρόσεξε τους καβαλάρηδες,  γιατί συχνά επηγαινοερχόνταν τ' άλογα. Οι εχτροί του Θεόδωρου εμεγαλοφωνούσαν  και τον έβριζαν φανερά κι ερέθιζαν τον κόσμο που οδυρότουν απελπισμένος για την μελλούμενη καταστροφή. Οι στρατιώτες είχαν αρνηθεί να παραδώσουν τη χώρα και καθένας εγνώριζε τι την ανέμενε. Κι εσπερνότουν κάθε στιγμή μία είδηση, τρομερή πάντα, που εμεγάλωνε τη στενοχώρια.
   «Οι βάρβαροι είχαν ρίξει βάρκες». «Το κάστρο είχε λίγα πολεμοφόδια».
   Μα ο Θεόδωρος, ακούοντας την κατάκριση, εσυγχιζότουν τώρα. Εσπερούνισε τ' άλογό του πάνω στο πλήθος, που εσκίστη σαν κύμα. Και τότες τον εγνώρισαν. Όλοι τον εκοίταξαν μία στιγμή αναποφάσιστοι· μα κάποιος εφώναξε: «Θάνατος!» Και χίλια στόματα ξαναείπαν το λόγο και βροντερά έλεγαν: «Ο προδότης τούς έφερε, γι' αυτό επήγε στου Φιλόστρατου. Θάνατος!» Κι ένα σύγνεφο πέτρες επέταξε κι επλήγωσε τ' άλογά του κι εκείνον. Τότες το άτι του χιλιάρχου εσηκώθη στα πισινά πόδια πάνου από τα κεφάλια του κόσμου και το πλήθος, μαθημένο να υποτάζεται, έκαμε τόπο κι άφηκε ανοιχτό το διάβα προς το παλάτι. Εκεί εμπήκε ο Θεόδωρος κι έδραμαν όλοι κατόπιν του, βογγώντας σαν οργισμένη θάλασσα, βρίζοντας πάντα, σφεντονίζοντας πέτρες στα παράθυρα. «Προδότη, προδότη!» του 'λεγαν. «Τους έφερες, για να γλιτώσεις εσύ και η αγαπητικιά σου». 
   Μα ξάφνως εβγήκε φωνή τρόμου από τον θυμωμένο όχλο, γιατί εβγήκε άκουσμα πως ασκέρι μεγάλο από της ξηράς το μέρος είχε ζώσει την Κασσώπη κι εστιούσε τα τσαντίρια του ξώγναντα στα τειχιά. Τη στιγμήν αυτή ο Θεόδωρος εφανερώθη σ' ένα παραθύρι για να μιλήσει, μα οι κραυγές έπνιξαν τη φωνή του. «Μας έχασες, μας έχασες! Ο ίδιος τούς έδειχνες το δρόμο, έφτασαν μαζί σου». Κι ερρίχτη ο κόσμος να ξεφουντώσει (18) τες πόρτες. Αλλά ο χιλίαρχος τότες, επικεφαλής στους καβαλαρέους του και στους λίγους ανθρώπους, που εφύλαγαν το πραιτώριο, εβγήκε αρματωμένος κι επλήγωσε τους τολμηρότερους που 'χαν κάμει την αρχή της ρήξης και τότες του λαού το κύμα αντιμαμάλησε (19) προς οπίσω και ο Θεόδωρος με τους άντρες του, σπρώχνοντας κατά μέτωπο, εμπόρεσε ν' ανοίξει πάτημα κι εδιαβήκαν απάνου στους σκοτωμένους κι επήραν τον ανήφορο του κάστρου.
   Στη χώρα το ερεθισμένο πλήθος εχύθη στους δρόμους κι έβανε φωτιά στα σπίτια των πλούσιων και στα δημόσια χτίρια κι εκακοποιούσε τους ανθρώπους. Μάλιστα μπρος στο σπίτι του Φιλόστρατου είχε μαζευτεί πολύς λαός και η Ασκληπηγένεια δε θα γλίτωνε βέβαια από τον καινούργιο κίνδυνο, αν στρατιώτες δεν κατέβαιναν από το κάστρο αρκετοί για να τιμωρήσουν τους άταχτους και να φέρουν τάξη στην αναγκεμένη πολιτεία. Ο Θεόδωρος άνοιξε το κάστρο στους αδύνατους κι εμπήκαν μέσα γυναίκες πολλές και παιδιά κι όσοι ήταν κυνηγισμένοι από τον ξαφνιασμένο όχλο.
   Αυτού έμενε τώρα και η Ασκληπηγένεια.
 
   Όλη νύχτα οι βάρβαροι είχαν εργαστεί για να οχυρώσουν το στρατόπεδο. Μπροστά - μπροστά από μία θάλασσα σ' άλλη είχαν τοποθετήσει τες κακοκάμωτες μηχανές τους, ώστε που απόκλεισαν τελειωτικώς τη χώρα μ' έναν δεύτερο κινητό τοίχο που εμπορούσαν να σπρώχνουν από πίσω, όταν ήθελαν να σιμώσουν, και μ' αυτόν τον τρόπο ήταν κιόλας προφυλαγμένοι από ξαφνική προσβολή του ιππικού. Ύστερα άφηκαν έναν τόπο άδετο και πίσωθε είχαν στήσει  τες σκηνές τους. Μακρότερα ακόμα είχαν βάλει τ' άλογα να βόσκουν κι είχαν ξεφορτώσει τες αποσκευές τους.
   Ο στόλος είχε σταθεί μπρος στο λιμάνι κι είχε λάβει διαταγή με το ξημέρωμα να σηκώσει τες άγκυρες, να πασκίσει να κόψει τες σιδερένιες καδένες και να μην αφήσει σ' άνεση το κάστρο, για να βρίσκονται έτσι διαιρεμένες οι προσπάθειες των πολιορκημένων. Ο στρατός από τ' άλλο μέρος θα 'δινε την έφοδο, σπρώχνοντας με ζόρι τες μηχανές του. Οι κριοί θα κολλούσαν στα τειχιά για να τα ρειπίσουν, οι κινητοί πύργοι θα εσίμωναν στες πόρτες και στ' άλλα μετερίζια για να πολεμούν από ψήλωμα τους Ρωμαίους και μηχανές άλλες θα σφεντόνιζαν πέτρες και στια μέσα στη χώρα. Έτσι ο Γότθος στρατηγός έλπιζε να μη χασομερήσει μπρος στην Κασσώπη.
   Αλλά μόλις εξημέρωσε, είδαν οι βάρβαροι απάνου στο καστρί να κυματίζει λευκή σημαία και ο στρατηγός τους απόσυρε τις διαταγές του, ως να 'ρθει σε λόγια με τους αντιπάλους και να μάθει τι επιθυμούσαν. Και σε λίγο εβγήκαν από τη χώρα τρεις αποστολάτορες που εζήτησαν να μιλήσουν με τον αρχηγό.
   Θορισμούθος ελεγότουν ο Γότθος· κι ήτουν άντρας μισόκοπος, τεράστιος και ωραίος. Είχε μεγάλην ξανθή γεννειάδα κι είχε μάτια μπλάβα και πολύ άσπρο ήτουν το δέρμα του. Δεν είχε ακόμα φορέσει τα όπλα του κι ήταν ντυμένος κατά τη ρωμαϊκή συνήθεια, που 'χε γένει κοινή τότες σ' όλον τον κόσμο. Οι αποστολάτορες σοβαροί εμπήκαν στη σκηνή του κι ο Θορισμούθος τούς εδέχτη με τρόπους όμορφους, μιλώντας τους τη λατινική γλώσσα. Ήταν αυτού κι άλλοι αξιωματικοί, που εσυνόμοιαζαν στα σουσούμια με τον αργχηγό τους και που εκαθόνταν τριγύρου του αμίλητοι.
   Και είπαν οι αποστολάτορες:
   «Ο Ρωμαίος χιλίαρχος Θεόδωρος, που ορίζει το κάστρο της Κασσώπης, σε χαιρετά και ρωτάει αν ήρθες σα φίλος ή για να πολεμήσεις;»
   «Θα πολεμήσω», είπε ο Γότθος γελώντας. «Μη δεν είδε το στόλο μου και το στρατό μου;»
   «Τότες», είπαν, «άκουσε το μήνυμά του. Οι πολίτες κατηγορούν το στρατηγό μας για προδοσία. Τον κατηγορούν που αυτός ο ίδιος σάς έφερε. Είναι τούτο αλήθεια, Θορισμούθε;»
   «Όχι».
   «Και αυτός, θέλοντας να δείξει ότι θάνατο δε φοβάται και με την αποδειγμένη αντρειά του θέλοντας να ξεπλύνει την ύβρη, σε καλεί, Θορισμούθε, σε μονομαχία, αγκαλά και ο ρωμαϊκός νόμος ρητώς το απαγορεύει. Δέχεσαι, Γότθε;»
   «Ναι», αποκρίθη γελώντας και τα μάτια του εφέξαν.
   «Εύγε, εύγε, Θορισμούθε», είπαν οι Γότθοι οι αξιωματικοί του.
   «Στην Ιταλία», ξακολούθησε ο στρατηγός, «πολεμούμε δεκαφτά χρόνια με τους Ρωμαίους και ως τώρα οι στρατηγοί του Ιουστινιανού ενικούσαν τους δικούς μας, όχι από υψηλότερη παλληκαριά και περσότερη δύναμη. Οι Ρωμαίοι εγνωρίζετε τέχνες και μηχανές που εξολόθρευαν τον κόσμο μακρόθες. Έως τώρα δεν τες είχαμε συνηθίσει γιατί τες επεριφρονούσαμε. Μόνο η ανάγκη μάς έκαμε να τες δεχτούμε. Εμείς τιμούμε την αντρειά. Για τούτο πολλές φορές οι ξακουσμένοι βασιλιάδες μας και οι Γότθοι κόμητες επροσφερνόταν να μονομαχήσουν με τους εδικούς σας. Κανείς ποτέ  δεν εδέχτη προφασιζόμενος πού ο νόμος το εμπόδιζε. Δε θέλω να πάρω ορμηνειά από τους κακούς στρατηγούς σας. Εμείς οι Γότθοι νομίζουμε ντροπερό (20) ν' αρνηθούμε τον αγώνα που μάς προσφέρνεται, γιατί τέτοια άρνηση αποδείχνει δειλία. Ο Θορισμούθος δέχεται τη μονομαχία μ' ευχαρίστηση κι ελπίζει στη νίκη. Θα χτυπηθούμε μπρος στα τειχιά της Κασσώπης και μπρος στο ασκέρι μου, αφού πρώτα εσείς μού δώσετε λόγο και οι άντρες μου ορκιστούν, στη μαλιά (21) να μη βοηθηθεί από τους δυο μας κανένας».
   «Εύγε, εύγε, Θορισμούθε», έκραξαν οι αξιωματικοί του.
   Και έγινεν έτσι. Άμα οι αποστολάτορες αναχώρησαν, οι Γότθοι στρατιώτες εδιαταχτήκαν να παραταχτούν στον κάμπο και ασπροντυμένοι κράχτες τους εκήρυξαν πως ο κόμητας Θορισμούθος έμελλε να μονομαχήσει με το Ρωμαίο χιλίαρχο και απαίτησαν από τους στρατιώτες όρκο να μην ταραχτούν, ό,τι κι αν εσυνέβαινε, για να βοηθήσουν το στρατηγό, πάρεξ μόνο αν έβλεπαν τους εχτρούς να κινιώνται. Και το ξανθό φουσάτο εδέχτη τα μαντάτα μ' ευχαρίστηση και μεγαλόφωνα επαίνεσε τον αρχηγό του.
   Και τότες αμέσως ανοίχτη μία πόρτα της χώρας, ενώ οι σάλπιγγες και τα βούκκινα εσήμαιναν, κι εβγήκαν είκοσι καβαλαρέοι, όλοι με λαμπρά φορέματα και αρματωμένοι. Και επί κεφαλής τους ήταν ο χιλίαρχος. Εφορούσε διχτάτο θώρακα και στο ζερβί χέρι εβαστούσε βαρύ σκουτάρι, όπου ήταν ζωγραφισμένοι οι ρωμαϊκοί αετοί. Οι άντζες (22) του και τα μεριά του ήταν σκεπασμένα μ' ατζάλι, στο δεξί χέρι, που ήτουν κι εκείνο ντυμένο με σιδερό χερόχτι, εκρατούσε μακρό κοντάρι, στη ζώση εκρεμότουν η σπάθα. Εσίμωνε με το κεφάλι κάτου κι εφαινότουν σκυθρωπός μέσα στα κατεβασμένα σίδερα της χρυσωμένης περικεφαλαίας. Τ' άλογό του ήταν θωρακωμένο και κείνο με διχτάτη αρματωσιά, που δεν είχε παρά δυο μόνο τρύπες για τα μάτια του ζώου.
   Οι σύντροφοι εσταμάτησαν· κι αυτός εβάδισε μόνος έως τη μέση του κάμπου κι επρόσμενε. Και να, με το λάλημα από βούκκινα, ο Θορισμούθος ερχότουν πηλαλώντας, παρόμοιος με περήφανο λιοντάρι, κι ανεμιζότουν η ξανθή γεννειάδα του κι εκυμάτιζε η ουρά της ψηλής περικεφαλαίας του, που 'χε στην κορφή ομοίωμα δράκοντα με ανοιχτό στόμα. Εφορούσε κι εκείνος ασημόχρωμο θώρακα από πλέριο ατζάλι και στο ζερβί χέρι εκρατούσε τετράγωνο αλαφρό σκουτάρι και πάνου στο σκουτάρι ήτουν σμαλτωμένος σε πράσινο κάμπο ένας όφιος χρυσός με πολλές βύρες, μ' ορθωμένο κεφάλι, και που ρουφούσε ένα ανθρώπινο κουφάρι χρυσό κι εκείνο και από το κουφάρι δεν εφαινότουν παρά το απάνου μέρος, γιατί το αποδέλοιπο ήταν μέσα στο στόμα του θερίου.
   Και ο Θεόδωρος, ως είδε του καβαλάρη τη χύση, εκέντησε και ο ίδιος τ' άλογο κι έστησε αναμάσκαλα το κοντάρι. Μα εμείναν μία στιγμή κι οι δυο κι εχαιρετηθήκαν, μετρώντας ο ένας τη δύναμη του άλλου, συνομοιάζοντας τη φορεσιά τους. Ωραιότερος ήτουν ο Θορισμούθος, ο χιλίαρχος είχε περσότερη χάρη. Ύστερα εσήκωσαν το μουσούδι. Κι αρχίσαν τη μαλιά.
   Εχυθήκαν ολόγοργα ο ένας απάνου στον άλλον βαστώντας με δύναμη τα κοντάρια. Το χτύπημα του Γότθου έσφαλε κι από τη φόρα ανταμωθήκαν. Τότες το άτι του Θεόδωρου εσηκώθη στα πισινά πόδια κι ο Ρωμαίος εκατάφερε στον εχτρό του μπηχτή κονταριά στον αριστερό ώμο, αλλά ο Γότθος έμεινε στέρεος στη σέλα. Τ' άλογα ξακολούθησαν να τρέχουν μακραίνοντας· με τέχνη τα γύρισαν ξάφνως  κι εχύθηκαν οπίσω. Ο Θορισμούθος εσκόπεψε στο στήθος, κρένοντας πως ουδέ σκουτάρι, ουδέ θώρακας  θα 'μεναν ατρύπητα, αλλά ο Ρωμαίος εδέχτη  το χτύπημα πάνου στον αετό του σκουταριού του και στον ίδιο καιρό έστριψε λίγο τ' άλογο, ώστε που το κουσπί του κονταριού εξεγλίστρησε πάνου στο χάλκωμα κι ο Θορισμούθος  θα 'βγαινε από το κεφάλι του ζώου, αν δεν εστιούσε το κοντάρι στη γης. Όπως ήτουν σταματημένος, ο χιλίαρχος τον επρόφτακε και, κάνοντας πάλι να ορθωθεί το φαρί του, του 'φερε δεύτερο χτύπημα  κατάστηθα. Και το όπλο δεν επροσπέρασε το χοντρό θώρακα, αλλά το ξαφνικό αχούμισμα (23) τον έκανε να ζυγαρίσει (24). Και πριν λάβει καιρό να βρει πάλι το ίσιο, ο Θεόδωρος του 'φερε κι άλλη βαρηματιά, που εύκολα τον εξέγυρε και ο κόμητας έφυγε από το πλευρό κι έπεσε βαρύς στη γης. Πετώντας ο χιλίαρχος το σκουτάρι, άδραξε με τα δυο χέρια το όπλο του και το 'στησε απάνου στο λαιμό του Θορισμούθου, στο μέρος που κολλούσε ο θώρακας με την περικεφαλαία και που 'χε μείνει από την πεσηματιά γυμνό. Κι ήτουν έτοιμος να το μπήξει.  
   «Παραδίνεσαι;» τον ερώτησε.
   «Η χώρα είναι δική τους. Θα την πάρουν και χωρίς εμέ. Τέλειωνε». 
   Κι ο Θεόδωρος εσυλλογίστηκε με πολλή γληγοράδα πως ο νικημένος αρχηγός του 'λεγε αλήθεια. Η χώρα θα 'πεφτε και θ' αγρίευαν οι βάρβαροι, θέλοντας να εγδικηθούν για το φόνο του Θορισμούθου που στα μάτια τους θα 'τουν άδικος, γιατί ο κόμητας δεν είχε πέσει λαβωμένος. Η Κασσώπη θα 'χε περσότερα να υποφέρει. Του είπε:
   «Δε σε σκοτώνω. Σήκω. Ας σου φέρουν τ' άλογό σου».
   «Καβαλάρης κράζομαι νικημένος, θέλεις τώρα στα πόδια δίχως αρματωσιά;» αποκρίθη ο κόμητας, ενώ εσηκωνότουν.
   Οι βάρβαροι, που ήταν παραταγμένοι και που εκοίταζαν ανήσυχοι, εβούιζαν βροντερά επαινώντας τον Ρωμαίο.
   «Όπως θέλεις», είπε ο χιλίαρχος πεζεύοντας.
   Κι ενώ εγδυνόνταν και οι δύο τες βαριές αρματωσιές, ο Θορισμούθος είπε:
   «Στρατιώτης Ρωμαίος δεν εστάθη ακόμα τόσο γενναίος όπως εσύ. Ζήτησέ μου χάρη, ο Θορισμούθος και οι Γότθοι είναι κι αυτοί γενναίοι».
   «Αν πεθάνω κι αν πάρεις τη χώρα, να σεβαστείς τουλάχιστο την Ασκληπηγένεια, του Φιλόστρατου τη θυγατέρα».
   «Ναι», του αποκρίθη.
   Είχαν μείνει με τα ρούχινα σκουτιά τους κι άλλα όπλα δεν εβαστούσαν παρά σκουτάρι και σπάθα και περικεφαλαία. Άρχισαν οπίσω τη μαλιά. Οι περικεφαλαίες εσήμαιναν, οι σπάθες εσπιθοβολούσαν, τα σκουτάρια εκρουόνταν. Ο Γότθος επροσπαθούσε να μένει ασάλευτος, αλλά ο Ρωμαίος τον υποχρέωνε να προχωρεί ή να πηγαίνει οπίσω, καθώς έκανε ο ίδιος. Με μία δυνατή σπαθιά ο Θεόδωρος είχε ραγίσει το αλαφρύ σκουτάρι του κόμητα και του 'χε πληγώσει το χέρι. Ήτουν το πρώτο αίμα. Μα δεν έδωσαν προσοχή στη μικρή πληγή. Ο Θορισμούθος επλήγωσε κι εκείνος τον χιλίαρχο με τρυπητό χτύπημα στο μηρί, ο αγώνας όμως εξακολουθούσε πάντα με την ίδια λύσσα. Οι σπαθιές έπεφταν συχνές πολύ, βαριές και βροντερές. Στο τέλος ο Θεόδωρος,  βλέποντας πως ο δεξιός ώμος του Γότθου ήτουν ξέσκεπος, ηθέλησε να του καταφέρει θανατερό χτύπημα και, για να τον γελάσει, εξάμωνε (25) στην κοιλιά. Επροχώρεσε, στενοχωρώντας (26) τον, έβαλε μεγάλη φωνή κι εσήκωσε μ' ορμή και με γοργότητα τη σπάθα του για να του τρυπήσει το λαιμό. Μα ο άλλος, κάνοντας οπίσω, τον έβγαλε κι αφήνοντας ύστερα να γλιστρήσει το σίδερό του πάνω στη λεπίδα του Ρωμαίου, εβάρεσε καρφωτά. Και το σπαθί εμπήκε στο στόμα του Θεόδωρου, που δεν είχε ακόμα πάψει τη φωνή, και τόση ήτουν η ορμή της τρυπησιάς κι η φόρα του χιλίαρχου, που η σπάθα εβγήκε από πισωθειό και εχώθη πέρα πέρα έως τη χέρα. Και έπεσε ο Θεόδωρος χάμου αιματοκυλισμένος και λίγο αναταράχτη, γιατί γλήγορα του βγήκε η πνοή.
   Ο Θορισμούθος τότες περήφανος έσκυψε για να γδύσει το λείψανο ως ήτουν η συνήθεια, μα άλλο δεν επήρε παρά το σιδερένιο δαχτυλίδι, τ' άλλα όπλα τού τα πίθωσε σιμά του.
 
   Και τότες οι σύντροφοι του Θεόδωρου περίλυποι ήρθαν να σηκώσουν το νεκρό και μαζί ήταν και η άμοιρη Ασκληπηγένεια. Έκλαιγε πικρά κι εγονάτισε μπρος στον σκοτωμένο και του σφόγγιζε απαρηγόρητα το αίμα και με πάθος τον εφιλούσε.
   «Ποια και ποιανού είσαι, κόρη, που σου 'καμα τέτοια λύπη;» ερώτησε ο Θορισμούθος κοιτάζοντάς την προσεχτικά.
   «Είμαι η Ασκληπηγένεια, του Φιλόστρατου η θυγατέρα», αποκρίθη, κοιτάζοντας κι εκείνη το βάρβαρο με πικραμένο βλέφαρο, «κι ήμουν η αρραβωνιαστικιά του. Μου πήρες τη ζωή μου».
   «Ασκληπηγένεια, η χώρα είναι δική μου. Όμως έδωσα υπόσχεση στον πεθαμένο να σου χαρίσω την ελευτεριά. Κι ο Θορισμούθος κρατεί το λόγο του. Ας επάρουν τώρα το λείψανο του αντρειωμένου στη χώρα κι ας το τιμήσουν, καθώς του πρέπεται, και συ αναχώρησε με τον πατέρα σου, όπου βούλεσαι, ή παραδώσου στα χέρια μου, ως να τελειώσει ο πόλεμος». 
   «Θορισμούθε, ο αγαπημένος μου απέθανε σκοτωμένος, η πατρίδα χάνεται κι η δόξα της σβήνεται. Και 'γω να ζήσω όταν όλα θα 'ναι χαμένα, όταν όλοι θα 'ναι πεθαμένοι; Θα 'ναι τούτη χάρη για μένα; Πεθαίνω με τη χώρα μου». Και την ετίναξαν οι κλάψες.
   Κι εθαύμασε ο Θορισμούθος και της είπε:
   «Ήσουν γέννημα γι' άλλον καιρό, τρυφερή Ασκληπηγένεια. Με νίκησε και τούτος στη γενναιότητα, με νικάς και συ τώρα. Πάρε και το δαχτυλίδι του».
   Ωστόσο, τέσσερις είχαν σηκώσει στον ώμο το νεκρό χιλίαρχο και εκίνησαν προς το κάστρο, οι άλλοι ακολούθησαν πεζοί, σέρνοντας τ' άλογα από τα χαλινάρια, και η νεκρική συνοδεία εμπήκε στη χώρα.
 
   Την ημέραν αυτήν οι Γότθοι ησύχασαν. Μα τ' αποταχνά (27) της άλλης ημέρας εδόθηκε η πρώτη ρίξη, τόσο από τη γης όσο και από τη θάλασσα. Οι βάρβαροι επρόσβαλαν τη χώρα σε πολλά μέρη, ώστε που ο στρατός μόλις ήτουν αρκετός  να υπερασπίζει κι εχρειαζόνταν πολλοί για να μοιράζουν τα πολεμοφόδια. Οι μηχανές εχτυπούσαν κι ερείπιζαν τα τειχιά, μπρος στα καστριά και στες πόρτες οι Γότθοι εμαχόνταν από τους κινητούς πύργους, οι καταπέλτες εδούλευαν. Ο στόλος επάσκιζε να μπει στο λιμάνι κι είχε καταφέρει να σιμώσει στο βράχο του κάστρου, τόσο που οι μύδροι δεν τον ενοχλούσαν, ενώ εχτυπούσε τη χώρα κι έκανε πολύ να υποφέρουν οι πολιορκημένοι.
   Ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς πως η Κασσώπη δε θ' αργούσε να πέσει. Οι στρατιώτες εχτυπιώνταν αντρεία, μα τους έπαιρνε ο κόπος. Έριχναν μεγάλα λιθάρια πάνω στες χελώνες (28) των κριών κι αναμένες σαΐτες στους πύργους, έχυναν θάλασσα βραστή λάδια, και πίσσα και θερμό, για να εμποδίζουν την ανάβαση με τις σκάλες, επολεμούσαν και με μηχανές και με δοξάρια κι εσκότωναν πολλούς, μα και από τους ίδιους έπεφταν. Κάθε τόσο στη χώρα άναβε πυργκαγιά και χέρια δεν ήταν για να σβήνουν.
   Όλη μέρα αγωνιστήκαν. Κι ουδέ τη νύχτα δεν εβρήκαν ανάπαψη. Το σκοτάδι εθάρυνε περσότερο τους Γότθους, που εσίμωσαν τότες τους κριούς στες πόρτες, και προς τα μεσάνυχτα ακουστήκαν τα πρώτα βαριά χτυπήματα.
   Κανείς πλια δεν έλπιζε να γλιτώσει η χώρα. Κι ο λαός απελπισμένος επιθυμούσε να παραδοθεί, νομίζοντας πως με την υποταγή θα γλύκαινε τους βαρβάρους. Μάλιστα οι γυναίκες εφοβούνταν περσότερο κι εγενότουν δαρμός και κλάμα. Η Ασκληπηγένεια, όμως, κι άλλες αρχόντισσες είχαν κλειστεί μέσα στο κάστρο, που θα 'μενε άπαρτο κι αν έπεφτε η χώρα, αλλά για λίγο, γιατί χτισμένο σ' άλλον καιρό οι πύργοι του ήταν αδύνατοι για τες μεγάλες μηχανές κι ήταν μετρημένες οι ζωοθροφίες και το νερό έλειπε.
   Ο πόλεμος εβάσταξε δύο μέρες ακόμα. Οι στρατιώτες αγωνιστήκαν όσο εδυνόνταν. Την τρίτη μέρα προς το βράδυ οι πόρτες εξεφουντωθήκαν και, σα φουσκωμένος τράφος, το ξανθό φουσάτο εμπήκε πλημμυρώντας τη χώρα.
   «Heils, heils skapja matjan iah drinkan (29)», εφώναζαν σ' όλους τους δρόμους, σ' όλα τα σπίτια, και έσφαζαν τους άντρες κι εσκλάβωναν τες γυναίκες και τες εβίαζαν.
   Κι είδαν από το κάστρο την καταστροφή της Κασσώπης.
   Την άλλην ημέρα, άμα εβγήκε ο ήλιος, οι βάρβαροι αποτέλειωσαν την ερήμαξη κι εβαλθήκαν με πόθο να πάρουν το κάστρο. Ήθελαν να τελειώσουν.
   Τότες, ενώ οι κριοί εβαρούσαν, στην κούρτη οι αρχόντισσες εβαλθήκαν να χορεύουν κι επρωτοστατούσε στο χορό η θλιμμένη Ασκληπηγένεια.
   Και εστάθη αυτή η πρώτη που, από το βράχο του Κάστρου, επήδησε στη θάλασσα, όταν εβρέθη στου γκρεμού το χείλος, και μία μία επέσαν κατόπι της όλες, οι αρχόντισσες, οι αθάνατες, που επροτίμησαν την τιμή, την ελευτερία, την πατρίδα κάλλιο, παρά τη ζωή τους.
 
Θεοτόκης Κωνσταντίνος
 «Ο Νουμάς», 1904
 
Σημειώσεις: 
(1) αγκαλά: αν και 
(2) αναβάθρα: κεκλιμένο επίπεδο που οδηγούσε ψηλότερα, μέσα σε αρχαίο ναό.  
(3) πανέμνοστος: πολύ ευχάριστος στην όψη, εξαιρετικά όμορφος 
(4) χώρες: προφανώς ο Θεοτόκης εννοεί τις πρωτεύουσες των πόλεων, τα άστη, χρησιμοποιώντας νεολογισμό και φυσικά κάνει αναχρονισμό.
(5) περσούς: περισσούς: παραπάνω, περισσότερους  
(6) Ιονικός: του Ιονίου πελάγους 
(7) αφτού: εκεί 
(8) καταβάνω: καταβάλλω, νικώ, συντρίβω 
(9) ανανογιέμαι: σκέφτομαι, συλλογίζομαι 
(10) κρουσμένος: αυτός που τα 'χει χάσει, τρομαγμένος, αναστατωμένος 
(11) σκιασμένος: τρομαγμένος, φοβισμένος 
(12) το ρόβολο: ο κατήφορος 
(13) μύδρος: βλήμα παλαιού πυροβόλου όπλου, μεγάλη πέτρα, κοτρώνα 
(14) σκουσμός: σκούξιμο, φωνή, κραυγή 
(15) σιμοτεινός: κοντινός 
(16) μποχός: σκόνη, σύννεφο σκόνης 
(17) ρειπισμένος: ερειπωμένος, σκόρπιος, άνω κάτω 
(18) ξεφουντώνω (εδώ): ρίχνω, γκρεμίζω 
(19) αντιμαμαλώ: γυρίζω πίσω, επιστρέφω, πισωπατώ 
(20) ντροπερό: ντοπιαστικό, ατιμωτικό 
(21) μαλιά: μονομαχία, μάλωμα 
(22) άντζα: γάμπα, κνήμη 
(23) αχούμισμα: επίθεση, εφόρμηση 
(24) ζυγαρίζω: ταλαντεύομαι, γέρνω από 'δω κι από κει, μένω μετέωρος 
(25) ξαμώνω: σημαδεύω, σκοπεύω 
(26) στενοχωρώ: πιέζω, εμποδίζω, περιορίζω
(27) αποταχνά: από πολύ νωρίς, από το ξημέρωμα
(28) χελώνη: όπλο για πολιορκία. Η χελώνη ήταν κατασκευασμένη με σκεπή και πλευρικούς τοίχους από γερές σανίδες. Ήταν κινούμενη, αφού ήταν προσαρμοσμένη επάνω σε τροχούς. Διακρινόταν σε επιθετική χελώνη, η οποία είχε κριό, και σε αμυντική χελώνη, η οποία απλά προστάτευε του επιτιθέμενους πολεμιστές.
(29) Ζήτω, ζήτω, φέρτε φαγητό και πιοτό.