Ο Πέλας γεννήθηκε σ' ένα τόπο αγαπημένο απ' τους θεούς. Το θαλασσινό κύμα χάιδευε απαλά την αμμουδιά που ξαπλωνόταν κατά το βοριά. Πιο ψηλά, το ποτάμι με τους πυκνοδασωμένους όχτους χυνόταν στη θάλασσα. Πίσω απ' τις αμμουδιές, ο κάμπος· πίσω απ' τον κάμπο, το βουνό. Εκεί που βουνό, κάμπος και θάλασσα έσμιγαν αρμονικά, ήταν χτισμένο το χωριό του Πέλα.
Όταν ήταν μικρός τριγυρνούσε στον άμμο και στα βράχια του γιαλού, παίζοντας με τη θάλασσα. Βουτούσε ως τους γοφούς στο χλιο νερό, κυνηγώντας καβούρια και μαζεύοντας πεταλίδες. Τις ζεστές μέρες του καλοκαιριού κολυμπούσε, ώσπου ένιωθε τα χέρια του να μουδιάζουν από κούραση. Έκανε ανάσκελα, και κατόπι γύριζε πίσω, με σκοπό, άλλη φορά, να πάει μακρύτερα. Ονειρευόταν να διαφεντέψει τη θάλασσα, μα δεν είχε ακόμα τα φτερά που θα τον έκαναν να πετάξει πάνω στο κύμα. Ζούσε στη στεριά, απέναντι στο πέλαγο, έτοιμος να παλέψει, κάποια μέρα, με τ' αρμυρό νερό.
Οι χωριανοί τον αγαπούσαν. Ήταν παιδί ζωηρό, λιγνό και μελαψό, με μαλλιά μαύρα κατσαρά, μύτη γερτή και στόμα καλογραμμένο. Τα μάτια του -μεγάλα, καστανά- ήσαν γεμάτα μεγαλοπρέπεια. Έμοιαζε του πατέρα του, κι ο πατέρας του έμοιαζε μ' όλους τους χωριανούς. Ήσαν όλοι τους μια οικογένεια, γεννημένοι απ' τον ίδιο κοινό πρόγονο.
Όταν γεννήθηκε ο Πέλας, ο πατέρας του πήγε στο βασιλιά ένα μεγάλο φαγκρί κι ένα ασπρόμαλλο κατσίκι. Ο βασιλιάς, που ήταν συνάμα κι ιερέας, δέχτηκε το δώρο και κοίταξε τ' αστέρια, να ιδεί το ριζικό του νιογέννητου αγοριού. Κι ενώ όλος ο ουρανός πήγαινε από ανατολή σε δύση, εκείνο το βράδυ έν' αστέρι, που πρώτη φορά φάνηκε στο στερέωμα, τραβούσε σταθερά προς τη μεριά του ήλιου. Ο βασιλιάς το 'κρινε για σημάδι θεϊκό· κι είπε να ονομάσουν το παιδί Πέλα, για τιμή του αρχαίου τους λαού, του πελασγικού.
«Οι καιροί είναι δύσκολοι», είπε. «Οι άνθρωποι που κατεβαίνουν απ' το βοριά μάς διώχνουν απ' τα χωράφια μας· κι αν τολμήσουμε να σηκώσουμε κεφάλι στην αδικία, μάς σφάζουν. Ίσως, αυτό το παιδί να μάς γλιτώσει απ' τους πολεμιστές με τα ξανθά μαλλιά, τα γαλανά μάτια και τα παρδαλοχρωματισμένα κορμιά».
Μα γρήγορα ξεχάστηκε τ' αστέρι κι η προφητεία του γεροβασιλιά. Ο Πέλας μεγάλωνε μέσ' στη θάλασσα. Μ' ένα πανί γύρω στη μέση -μα τις πιότερες φορές ολόγυμνος- κυλιόταν στην άμμο και πηδούσε από βράχο σε βράχο. Δεν έκανε παρέα με τ' άλλα παιδιά του χωριού. Ζούσε μονάχος. Κάθε πρωί, έβλεπε τις βάρκες να βγαίνουν στο ψάρεμα, κι αναλογιζόταν πότε θα τον παίρναν κι αυτόν μαζί τους. Η βάρκα του πατέρα του ήταν μαύρη, μ' ένα άσπρο ζωνάρι ολοτρίγυρα. Έφευγε το πρωί με τις άλλες, και γύριζε το βράδυ. Ο Πέλας δεν καταλάβαινε τούτο το γυρισμό. Αν ήταν αυτός, θα τραβούσε προς την Ανατολή, ώσπου να βρει καινούργιες χώρες. Δεν θα γύριζε πίσω ποτέ.
Καμιά φορά οι βάρκες έρχονταν το βράδυ λειψές -άμα έπιανε άξαφνα η δυνατή τραμοντάνα. Τότε, το χωριό γέμιζε θρήνους και φωνές. Μα ο Πέλας ζηλοφθονούσε τους χαμένους, γιατί νόμιζε πως έπλεγαν κατά τη χώρα του ήλιου. Σαν έμαθε πως τους σκότωνε η θάλασσα, σκυθρώπιασε· κι αποφάσισε, όταν μεγαλώσει, να κάνει το ταξίδι της Ανατολής.
Τ' απομεσήμερα παρατούσε τη θάλασσα και πήγαινε στον κάμπο. Ο δρόμος ήταν ίσιος και στενός, φραγμένος με βατομουριές. Δεξιά απλώνονταν οι πλούσιοι μπαξέδες, με τα θρεμμένα λαχανικά, που έφταναν ως την αμμουδιά. Αριστερά ήσαν λιγοστά μποστάνια, κι αυτά πολύ βλαστερά· κι ύστερα το βουνό, πνιγμένο μέσ' στο δάσος το πυκνό. Ο δρόμος χώριζε το τρίγωνο που σχημάτιζαν το βουνό κι ο γιαλός. Πήγαινε ως το ποτάμι. Στη γωνιά ακριβώς που θάλασσα και βουνοπλαγιές συναντιόνταν, ήταν χτισμένο το χωριό του Πέλα. Από βοριά, κάμπος κι αμμουδιά· από νοτιά, βουνό και βραχερά ακρογιάλια.
Τα πρωινά, ο Πέλας έπαιρνε το δρόμο της ακρογιαλιάς, των βράχων. Τα πλατάνια κι οι φτέρες κατέβαιναν πυκνά, ως το κύμα. Μονάχα μια στενή λουρίδα από βράχους και χαλίκια χώριζε το βασίλειο του Ποσειδώνα απ' το κράτος της Δήμητρας. Τα ρέματα ροβολούσαν βαθιά απ' το βουνό, ανάμεσα σε ψηλές πολύφυτες πλαγιές, γεμάτα βουή κι ύπουλη υγρασία. Το νερό τους ήταν λιγοστό, μα καθαρό και παγωμένο. Αλλού πάλι, μέσ' στα χαλίκια, ένα μέτρο απ' τη θάλασσα, ανάβλυζε κρυστάλλινη πηγή. Μια τέτοια ανάβρα αναδυνόταν σ' ένα μικρόν όρμο, ως μια ώρα δρόμο απ' το χωριό. Στις δυο άκρες του, το βουνό, πολύ ψηλό σ' αυτό το μέρος, ορθωνόταν με απότομους γκρεμούς. Στο κέντρο είχε λίγα μέτρα αμμουδιά, ανάμεσα στους κοκκινόχρωμους βράχους. Το νερό ανάβλυζε απ' τις στερνές φτέρες του βουνού, στεκόταν σε μιαν αμμόστρωτη λακούβα, και κυλούσε κατόπι στη θάλασσα. Ήταν ψυχρό και νόστιμο. Δίπλα στην πηγή, ήταν το ξωκκλήσι του θαλασσινού θεού, με το αρχαίο ξόανο. Εκεί έκανε ο Πέλας τις προσευχές και τις θυσίες του. Μοιραζόταν με το θεό το ψάρεμά του: μια σαλιάρα, ένα γωβιό, μια πέρκα και πολλά καβούρια. Γιατί ψάρευε. Ο πατέρας του τού 'χε δώσει ένα παλιό αγκίστρι, δεμένο σε τρίχα από ουρά αλόγου. Κι ο Πέλας καθόταν ώρες πάνω σ' ένα βράχο, σκυμμένος στη θάλασσα, περιμένοντας να τσιμπήσει το ψάρι.
Αφού έδινε στο θεό το μερδικό του, ό,τι του απόμενε δεν το πήγαινε στο σπίτι. Το έτρωγε μόνος του, μακριά από κάθε αδιάκριτο μάτι. Άναβε φωτιά με τσακμακόπετρα, μέσα στις ξερές φτέρες, και πύρωνε στρογγυλά χαλίκια· ύστερα έριχνε το ψάρεμά του πάνω στην πυροστιά, και το σκέπαζε με φύλλα χλωρά. Σε λίγη ώρα, οι γωβιοί είχαν σκάσει, δείχνοντας την άσπρη τους σάρκα· και τα κοκκινωπά καβούρια απειλούσαν τον ουρανό με τις νεκρές δαγκάνες τους.
Αφού έτρωγε, ξαπλωνόταν κάτω από μια γέρικη βελανιδιά, και κοιτούσε τη γαλάζια θάλασσα, που μόλις τη ρυτίδωνε ο μπάτης. Στο βάθος, η μυστηριακή Ανατολή τραβούσε το μυστήριο των μαύρων του ματιών. Δυο μυστήρια πάνω από 'να τρίτο: Τη θάλασσα. Ύστερα κοιμόταν, κι ο θεός του δελφινιού προστάτευε τον ύπνο του. Πάνωθέ του το βουνό, πράσινο και χαρωπό, τραγούδαγε τη ζωή με μύρια στόματα.
Το μεσημέρι γύριζε στο χωριό, με το κεφάλι σκυφτό κάτω απ' τον άγριο ήλιο. Είχε πια μαυρίσει. Οι χειμώνες δεν μπορούσαν να σβήσουν τον ιχώρα του θερινού ήλιου πάνω στο μελαχρινό του κορμί.
Η καλύβα της φαμίλιας του ήταν δροσερή. Μπρος στα παράθυρα είχαν βάλει πλεχτές καλαμωτές, που κρατούσαν ευχάριστη σκιά. Η μητέρα ύφαινε στον αργαλειό. Η μεγάλη αδερφή πρόσεχε το ψάρι, που ξεροψηνόταν στη χόβολη του τζακιού. Κάτασπροι ήσαν οι τοίχοι, και το χωματένιο πάτωμα χρισμένο με άργιλο κιτρινωπό.
Γεύονταν το φαγητό τους δίχως να μιλάν. Ο πατέρας έλειπε πάντοτε, ή στα χωράφια ή στο ψάρεμα. Έτρωγαν στην πόρτα της καλύβας, κάτω απ' το μεγάλο πλάτανο, που τον έτρεφαν τα υπόγεια νερά, λίγα μέτρα πέρ' από τη θάλασσα. Τ' αδερφάκια του Πέλα -ένα μπουλούκι φωνακλάδικα μελανούρια- πέφταν λαίμαργα στο λευκόσαρκο ψάρι, στα ωμά αλατισμένα λαχανικά, στο χλωρό τυρί και το βαθύχρυσο ψωμί. Ύστερα, κουρασμένα, κοιμόνταν πάνω στις δροσερές καλαμωτές της καλύβας. Οι προβιές ήσαν φυλαγμένες στο γιούκο, για το χειμώνα.
Καμιά φορά, το απομεσήμερο, ο Πέλας ανέβαινε στο βουνό. Έπαιρνε την κάτω ρεματιά με τις ψηλές πλαγιές, έστριβε αριστερά, και σκαρφάλωνε στο απότομο μονοπάτι. Στην αρχή, ο δρόμος περνούσε ανάμεσ' από μποστάνια γεμάτα καστανιές, μηλιές κι αχλαδιές. Από κει έμπαινε στο δάσος το πυκνό με τα δέντρα, τις φτέρες και τα χαμόκλαδα. Το κορμί του δροσιζόταν στο βαρύν ίσκιο. Περπατούσε γοργά, κρατώντας ψηλά το κεφάλι. Ανάσαινε τη μεθυστικήν υγρασία και διαισθανόταν τη μεγάλη ζωή, που χίλιοι μικροθόρυβοι πρόδιδαν μ' ένα απέραντο και γλυκό θρόισμα.
Σε μια στροφή του δρόμου, κει που ήταν ο βωμός του Θεού Τράγου, παρουσιαζόταν άξαφνα, ξαπλωμένο μπροστά στα πόδια του, το χωριό. Ο βλαστερός κάμπος με τις δεντρόφυτες ρεματιές φαινόταν καθαρός κι απλός, περιφραγμένος απ' τη θάλασσα και τα δυο βουνά. Ο μεγάλος ποταμός, βγαίνοντας απ' το τιτανικό φαράγγι, χώριζε τον κάμπο σε δυο ίσα μέρη· κι ύστερα από χίλιους μαίαντρους χυνόταν στη θάλασσα, ως χίλια μέτρα βορεινότερα απ' το χωριό, μέσα σε βλάστηση πυκνή. Ο Πέλας όμως κάρφωνε το μάτι του στην Ανατολή, όπου, τις καθαρές μέρες, ένα βουνό γαλάζιο και τριγωνικό μόλις αχνοφαινόταν στον ορίζοντα.
Τι να 'ταν αυτό το βουνό; Κανείς δεν ήξερε. Οι βάρκες των χωριανών δεν είχαν το κουράγιο να παν τόσο μακριά. Αυτό το βουνό δεν καθόταν μονάχα πάνω στη θάλασσα· καθόταν και στην ψυχή του Πέλα...
Κατόπι ο δρόμος τραβούσε όλο κορδέλες ανάμεσα στο δάσος, αφήνοντας τη θάλασσα πίσω του. Οι βατομουριές γρατζούναγαν τις γυμνές γάμπες του αγοριού, που διάβαινε αποφασιστικά μέσ' απ' τα κλαριά τους. Στο δρόμο του συναπαντούσε λογιώ - λογιώ αγρίμια: Λαγούς, γουστέρες, χελώνες, νυφίτσες. Πού και πού, μακριά, περνούσε, σαν αστραπή, ένα ζαρκάδι. Μια φορά βρέθηκε μπροστά σ' ένα λύκο, μα δεν τρόμαξε. Άρπαξε ένα κούτσουρο και βάδισε θαρρετά πάνω στ' αγρίμι. Ο λύκος έφυγε. Ίσως φοβήθηκε τον μικρόν αυτόν άνθρωπο. Ίσως τον πήρε -καθώς ήταν γυμνός, μελαψός κι όμορφος- για πνεύμα του δάσους, και δεν τον πείραξε.
Ύστερ' από ώρα έφτανε σ' ένα ίσωμα γεμάτο υγρά βράχια με λειχήνες και ψηλές φτελιές, που έπαιζαν με τον ήλιο και τη σκιά. Παρακάτω έβρισκε καταπράσινες κρανιές, με καρπούς κοκκινωπούς και ξινούς. Έκοβε ολόκληρα κλαριά, και γευόταν τα κράνα ένα - ένα, μορφάζοντας απ' την ξινίλα· μα ήσαν δροσερά και νόστιμα.
Έφτανε στη βρύση κουρασμένος. Ξαπλωνόταν κάτω απ' τις αργυρόφυλλες φλαμουριές, αφού πρώτα δροσιζόταν με το ψυχρό νερό. Η θάλασσα απλωνόταν πάλι στα πόδια του, και το γαλάζιο βουνό της Ανατολής βάραινε στη φαντασία του.
Πιο πέρα ήταν ένας μικρούλικος ναός, χαρισμένος στον Πρώτο Θεό, που είχε σύμβολο τον σταυραετό. Δίπλα, σε μια καλύβα, καθόταν μόνος ένας γέρος ερημίτης ιερέας, με γένεια και μακριά μαλλιά κάτασπρα. Μόλις έβλεπε τ' αγόρι να 'ρχεται απ' το μονοπάτι του βουνού, σερνόταν ως κάτω απ' τη φλαμουριά, φέρνοντας στο μουσαφίρη κάποια λιχουδιά -αχλάδι ζουμερό ή ψημένα κάστανα- καμιά φορά και νόστιμα χαμοκέρασα, που μόνο αυτός ήξερε πού φύτρωναν. Ύστερα κάθονταν μαζί, γέρος και παιδί, ως το ηλιοβασίλεμα, άλλοτε σιωπηλοί κι άλλοτε μιλώντας για ανώτερα πράματα. Ο Πέλας έλεγε για τη θάλασσα, τα ψάρια και τον κάμπο· ο ερημίτης για το βουνό και τ' αγρίμια του, για τ' αστέρια και τους Θεούς.
Έλεγε πως οι Θεοί ήσαν πολλοί. Όλοι τους γεννήθηκαν απ' τους γάμους της Γης και τ' Ουρανού, που συνάμα είναι άντρας της και γιος της. Και είναι -οι Θεοί- ο Ήλιος που βαδίζει ψηλά, η Αυγή που τρέχει μπρος απ' τον Ήλιο, η Σελήνη της νύχτας, κι ο Θεός με το κριάρι. Ύστερα γεννήθηκαν κι άλλοι Θεοί, δυνατοί, με μορφή φοβερή κι απαίσια, τέρατα σωστά. Ο πατέρας τους, ο Ουρανός, τους κλείνει στα βάθη της μάνας τους, της Γης. Και πάλι γεννιώνται καινούργιοι Θεοί, που διώχνουν τους παλιούς. Στερνός απ' όλους γεννήθηκε ο Λαμπρός Θεός -ο Πρώτος- που ο ερημίτης ήταν ιερέας του ναού του. Ο Θεός αυτός έχει γυναίκα τη θεά τ' Ουρανού, κι έβαλε τ' αστέρια του να λάμπουν στην ουρά του Ταώ, του αγαπημένου της πουλιού. Αυτοί είναι οι μεγάλοι Θεοί. Υπάρχουν όμως και πολλοί μικρότεροι, καλοί και κακοί, που ζουν στη θάλασσα, στους ποταμούς, στα δάση, και μέσα στα σπίτια ακόμα. Και καθένας έχει τα ιερά του ζώα, που οι άνθρωποι χρωστάν να τα τιμούν: το κριάρι, τον τράγο, τον κύκνο, το λύκο, το ποντίκι, τον αετό, την κουκουβάγια, κι άλλα πολλά.
Ο Πέλας άκουγε αχόρταγα τη διδαχή του γέροντα. Θαύμαζε για τη δύναμη και τα έργα των Θεών· μα δεν ένιωθε τι ένωνε αυτά τα υπεράνθρωπα πνεύματα με ζώα σιχαμερά, σαν το ποντίκι.
Με το βασίλεμα του ήλιου μπαίναν στο ναό και προσκυνούσαν το ξόανο του Θεού με τα γουρλωμένα μάτια, τη σημιτική μορφή και τις μακριές μπούκλες. Τώρα, ο Πέλας χαιρετούσε το γέροντα, κι έπαιρνε το δρόμο του γυρισμού. Το δάσος ήταν σκοτεινό, και τα πουλιά της νύχτας έκρωζαν θλιβερά. Στο σκοτάδι έλαμπαν, πού και πού, δυο κύκλοι απροσδιόριστοι. Ήσαν τα μάτια των αγριμιών, που ξαφνιασμένα έβλεπαν την ασυνήθιστη σκιά να περνάει γοργή, μέσ' στο σκοτάδι. Σαν έφτανε στο μικρό βωμό του Θεού Τράγου, έβλεπε τ' αστέρια τ' ουρανού, ύστερ' απ' το σκοτεινό θόλο του δάσους. Η θάλασσα φωσφόριζε χαμηλά. Πέρα, το βουνό των Θεών ορθωνόταν περήφανα στο νυχτόφωτον ορίζοντα. Μέσα στην απόλυτη γαλήνη του νυχτερινού βουνού, ανέβαινε ο θόρυβος του ξύπνιου ακόμα χωριού καθαρός, ομοιόμορφος.
Ο πατέρας καθόταν μπρος στην πόρτα του σπιτιού, ανάμεσα στους δικούς του, κι έτρωγε σταφύλια πίνοντας κρασί. Μόλις είχε γυρίσει απ' τη δουλειά, κι ήταν κουρασμένος. Έλεγε, με φράσεις αργές κι επίσημες, την ιστορία της ημέρας του, δίνοντας μεγάλη σημασία και στις πιο μικρές λεπτομέρειες. Ύστερα δειπνούσαν μπρος στο κατώφλι, καθισμένοι σταυροπόδι γύρω απ' τη μεγάλη γαβάθα με το ψητό κατσίκι. Έπαιρναν τα κοψίδια με τα δάχτυλα, και τα μασούσαν αργά κι επίσημα, καθώς αρμόζει στους ανθρώπους που γνωρίζουν την αξία της τροφής. Μετά το δείπνο ξάπλωναν στις καλαμωτές της μοναδικής κάμαρας και κοιμόντανε βαριά, κουρασμένοι από τους κόπους της ημέρας. Η βοή της θάλασσας έμπαινε από τ' ανοιχτά παράθυρα, μαζί με τα κουνούπια που αφθονούσαν στους βάλτους του κάμπου. Περί τα μεσάνυχτα φύσαγε το στεριανό αγιάζι, γεμάτο υγρασία δροσερή, και ξεδιάλυνε τα μιάσματα της ακύμαντης θάλασσας και των βάλτων. Ο ύπνος γινόταν ευχάριστος.
Το χειμώνα η ζωή ήταν πολύ σκληρή. Η τραμοντάνα έδερνε τις ακρογιαλιές, κι οι βάρκες δεν μπορούσαν να βγουν για ψάρι. Μετά τις βροχές ερχόταν το χιόνι και σκέπαζε το βουνό. Οι άνθρωποι, κλεισμένοι στις καλύβες τους, κάθονταν πλάι στη φωτιά και πρόσμεναν τον ερχομό της άνοιξης.
Την τελευταία φορά που ο Πέλας είδε το γέρο ερημίτη, το χινόπωρο ήταν πια προχωρημένο. Σκυθρωπό και γυμνωμένο έδειχνε το δάσος, κι η γη ανάδινε βαριάν υγρή οσμή, ύστερ' από τα πρωτοβρόχια. Ανάμεσα στα χαμόδεντρα, ο Πέλας βρήκε πλήθος μενεξελιά λουλουδάκια, με μίσχους γερτούς και με αναγερμένα τα βελουδένια τους φύλλα. Ξεπρόβαλλαν μόνα τους απ' τη γη, δίχως να φαίνεται το φυτό που τα 'τρεφε. Μάζεψε μιαν ολόκληρη αγκαλιά, και τα 'δωσε στο γέροντα, που καθόταν ήρεμος κάτω απ' τη φλαμουριά.
«Να τα προσφέρουμε στο Λαμπρό», είπε.
Πήγαν στο μικρό ναό, και σκόρπισαν τα λουλούδια μπρος στο ξόανο και πάνω στο βωμό. Ύστερα, ο γέροντας ύψωσε τα χέρια και δεήθηκε την αγάπη του Θεού Αετού για το μικρό του φίλο. Χωρίστηκαν νωρίς, γιατί οι μέρες είχαν μικρύνει. Στη δύση, ο ουρανός ήταν κόκκινος.
Την άλλη μέρα ο βοριάς γέμισε το πέλαγο μ' αφρούς. Ο Πέλας, τυλιγμένος στην προβιά του, ανέβηκε στον ψηλό βράχο κι ανάσαινε ηδονικά την υγρασία του θαλασσινού αφρού. Τα σύννεφα κυλούσαν χαμηλά, κι οι κορφές του βουνού των Θεών ασπρίσαν.
Ο χειμώνας πέρασε στενάχωρος και πληχτικός. Οι βοριάδες κι οι νοτιάδες φυσούσαν καθένας με τη σειρά του, κρατώντας τη θάλασσα πάντοτε τρικυμισμένη. Το ψάρι γίνηκε λιγοστό, κι ώσπου να μεγαλώσουν τα νέα κατσίκια, η τροφή δεν ήταν αρκετή για τους ανθρώπους του χωριού. Οι κυνηγοί πέρασαν το ποτάμι και σκότωσαν, στο βούρκο του βάλτου, αγριόχηνες, αγριόπαπιες, μπεκάτσες και μια βίδρα. Το τρυγόνι και τ' ορτύκι ήταν λιγοστό, και στα δυο του περάσματα. Μια μέρα ηλιόλουστη και γλυκιά, οι βάρκες βγήκαν για ψάρι· μα ο καιρός άλλαξε αναπάντεχα σε σορόκκο, κι οι ψαράδες γύρισαν με χέρια αδειανά και λειψοί. Τέσσερα παλικάρια ρούφηξε η θάλασσα. Το χωριό γέμισε θρήνους· κι ο βασιλιάς - ιερέας έκανε θυσία ένα μοσχάρι στο Θεό της θάλασσας, που το 'φαγε ύστερ' αυτός με τη φαμίλια του.
Τα χιόνια ήρθαν όψιμα και πολλά, μα βάστηξαν λίγο. Σαν τα 'λυωσε η νοτιά και μύρισε η άνοιξη, ο Πέλας πήρε το δρόμο του βουνού. Το δάσος είχε ξυπνήσει, κι η νέα ζωή χυνόταν στον αγέρα μεθυστική. Οι πρώτες σαύρες σέρνονταν, νωθρές ακόμα, στην αδύναμη λιακάδα. Τα πουλιά είχαν πανηγύρι.
Σαν έφτασε στη βρύση, δίπλα στη φλαμουριά, δεν είδε το φίλο του να 'ρχεται να τον προαπαντήσει. Προχώρησε κατά το καλύβι όπου έμενε ο γέροντας. Ήταν άδειο. Τον βρήκε μπρος στο βωμό του ναού, ξαπλωμένο και νεκρό. Το πετσί του είχε κολλήσει στα κόκαλα του κρανίου· τα μάτια του είχαν βουλιάξει. Δίπλα του καθόταν ένας σταυραετός, που μόλις είδε το παιδί πέταξε απ' την πόρτα και χάθηκε.
Ο Πέλας δεν φοβόταν το θάνατο. Ο αετός που παραστεκόταν το νεκρό, χωρίς να τον αγγίξει, ήταν σημάδι θεϊκό. Έκοψε κλαριά βελανιδιάς και σκέπασε το λείψανο του ιερέα. Ύστερα κατέβηκε στο χωριό, κι ειδοποίησε το βασιλιά για το θάνατο του ερημίτη.
Την άλλη μέρα ανέβηκε όλο το χωριό. Έκαψαν το ιερό κουφάρι. Την τέφρα την έβαλαν σε υδρία, και την απόθεσαν μπροστά στο ξόανο. Ο Πέλας έκλαψε το φίλο του, και δεν ξανανέβηκε στο βουνό.
Ήταν πια δώδεκα χρονών. Ο πατέρας του τον έπαιρνε με τη βάρκα. Έτσι είδε κι έμαθε πολλά καινούργια πράματα. Πήγε στο ποτάμι και πάλεψε, μαζί με τους άλλους, όταν τα δυο ρεύματα στις εκβολές -το θαλασσινό και το ποταμίσιο- έφεραν σε κίνδυνο το σκαφίδι. Τράβηξε κουπί κόντρα στο βραδυκίνητο μα δυνατό ποτάμι· και θαύμασε το δάσος που σκέπαζε τις δυο ακροποταμιές, τόσο πυκνό, που δύσκολα το πάταγε άνθρωπος. Ψάρεψε, μέσ' στο ποτάμι, τον κέφαλο και το μουστακαλή γουλιανό με το νόστιμο κρέας. Το μεσημέρι κοιμόταν στη βάρκα, κάτω απ' τον ίσκιο της ευωδιαστής αλυγαριάς. Η ομορφιά του ποταμού τού μάγεψε την ψυχή· μα και το βουνό, ως το 'βλεπε απ' τη θάλασσα ολόκληρο, ψηλό, μεγάλο, καταπράσινο, ήταν ωραίο.
Όταν πάτησε τα δεκαοχτώ χρόνια, έκανε το ταξίδι προς την Τραμοντάνα. Πήρε προμήθειες και γλυκό νερό· και με μπάτη ευνοϊκό προσπέρασε τις εκβολές του ποταμού, ακολουθώντας τη χαμηλή παραλία. Όσο προχωρούσε, τόσο το βουνό των Θεών μεγάλωνε στα μάτια του. Είδε, στο βάθος, το βαθύ φαράγγι που χωρίζει τα δυο βουνά. Από μακριά φαινόταν ωραίο και άγριο. Ύστερα, το βουνό των Θεών άρχισε ν' απλώνει τις πρώτες χαμηλές πλαγιές του, που ήσαν μισόξερες, σκεπασμένες με βλάστηση σκληρή και κοντή, όλο πουρνάρια. Ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα ήταν ένας πλατύς κάμπος, ξερός και άγονος. Το βράδυ, ο Πέλας έφτασε ακριβώς κάτω απ' τις κορυφές του βουνού των Θεών. Μια βαθιά χαράδρα το χώριζε στα δυο, ολόγκρεμη, γεμάτη θεόρατα έλατα. Οι κορυφές στέκονταν ψηλά κι έκρυβαν τον μισόν ουρανό της Δύσης. Ήσαν κάτασπρες, μέσ' στο καλοκαίρι. Εκεί κάθονταν οι Θεοί.
Ο Πέλας γονάτισε στην πλώρη της βάρκας. Ύψωσε τα χέρια του στους Θεούς, κι ιδιαίτερα στο Θεό της θάλασσας και τον Καδμήλο -το Θεό του ανέμου. Ύστερα έστριψε τιμόνι προς τη στεριά, να περάσει τη νύχτα. Και τότε έγιναν τ' αξιοσημείωτα γεγονότα.
Καθώς πλησίαζε στην παραλία, είδε μέσ' στο λυκοφώτισμα ένα μακρύ καραβάνι, που προχωρούσε κατά το νοτιά. Μπροστά πηγαίναν νέοι άντρες, πολεμιστές, με ψηλά δόρατα κι ακόντια. Πίσω τους ακολουθούσαν τα γυναικόπαιδα κι οι γέροι, ανάμεσα σε φορτωμένα άλογα κι αργοκίνητους βοϊδαραμπάδες. Μόλις είδαν τη βάρκα, έτρεξαν με φωνές στο γιαλό. Την κοιτούσαν σα να ήταν κάτι το πρωτόφανο. Ήσαν άνθρωποι ψηλοί, με άσπρο πετσί και μακριά μαλλιά ξανθά. Έξαφνα έβγαλαν μια δυνατή μυριόστομη κραυγή, και τα βέλη τους σφύριξαν γύρω απ' τον Πέλα, πέφτοντας στη θάλασσα με κρότο μαλακό. Ο Πέλας πήρε γοργά στροφή, κατά το πέλαγο. Μα οι σαγίτες έβρεχαν γύρω του, ώσπου ξεμάκρυνε αρκετά. Τότε είδε πως ήταν πληγωμένος στο δεξί ώμο. Με χίλιους πόνους έβγαλε τη σαγίτα, κι έπλυνε την πληγή με γλυκό νερό. Με την αυγή, ο αέρας έπεσε. Ο Πέλας αναγκάστηκε να πιάσει τα κουπιά· μα η λαβωματιά τον πονούσε, κι ήταν ξάγρυπνος. Σε λίγο παράτησε τη βάρκα ακίνητη, περιμένοντας τον πρωινό μπάτη. Πονούσε πολύ.
Το πρωί σηκώθηκε μελτέμι. Η θάλασσα αγρίεψε, κι η βάρκα χοροπηδούσε πάνω στα κύματα. Με μύριους κόπους έφτασε, την άλλη νύχτα, στο χωριό. Δεν ένιωθε το δεξί του χέρι, κι έκαιγε ολόκληρος. Όλοι οι χωριανοί μαζεύτηκαν γύρω στο στρώμα του. Ο βασιλιάς -που ήταν ιερέας και γιατρός- του 'βαζε στην πληγή ξερά βότανα, μουρμουρίζοντας ξόρκια. Ύστερα εξέτασαν τις σαγίτες που βρήκαν μέσ' στη βάρκα· κι έπεσαν σε συλλογή κι απορία, γιατί ήταν πρωτόφανες σε σχήμα και κατασκευή. Ο Πέλας δεν μπορούσε να τους φωτίσει, γιατί η θέρμη τον είχε ρίξει σε κάρωμα βαθύ. Σαν συνήρθε, ιστόρησε στο βασιλιά τα καθέκαστα. Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι οι άντρες, κάτω απ' το μεγάλο πλάτανο, να κουβεντιάσουν και να αποφασίσουν. Αποφάσισαν να προχωρήσουν οπλισμένοι προς το Βοριά, να ιδούν τι πραγματικά συμβαίνει. Ύστερα θυσίασαν δώδεκα περιστέρια στη θεά Διώνη, κι ένα κριάρι στο θεό Καδμήλο, με τον πελώριο φαλλό.
Ξεκίνησαν τ' άλλο πρωί, με τα χαράματα. Πήραν το δρόμο του κάμπου, προς το φαράγγι των δυο βουνών. Η Ανατολή ήταν κατακόκκινη, κι ο Αστέρας έλαμπε κάτασπρος. Ήσαν κάπου πενήντα άντρες, με δόρατα, ακόντια, τόξα κι ασπίδες. Στο δρόμο τραγουδούσαν πολεμικούς σκοπούς, που ξάφνιασαν τους κορυδαλλούς και τους έκαναν να σωπάσουν. Με την ανατολή του ήλιου έφτασαν στο δεξί όχτο του ποταμού με τ' αργυρά νερά -που ήταν συνάμα και Θεός. Προσευχήθηκαν σ' ένα μικρό βωμό, και προχώρησαν μέσα στο μαγεμένο φαράγγι με τους ψηλούς βράχους και τα πλατάνια. Απέναντι, στα ριζά του βουνού των Θεών, είδαν ένα πολύχρωμο μπουλούκι. Ήσαν πολεμιστές ψηλοί, με άσπρο πετσί και ξανθά μαλλιά. Πιο πέρα στεκόταν ένα καραβάνι από άλογα, φορτωμένα με γυναικόπαιδα. Οι παρδαλοί πολεμιστές, σαν είδαν τους μελαψούς Μάγνητες, κρυφτήκαν πίσω απ' τα βράχια.
Οι δυο στρατοί έριξαν πολλές σαγίτες, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Μα οι Μάγνητες ήσαν ήσυχοι· ο ποταμός τούς χώριζε απ' τους ξανθούς ανθρώπους, που δεν είχαν βάρκες να τον διαβούν.
«Κι αν φτιάσουν βάρκες;» ρώτησε ο πατέρας του Πέλα.
Ο βασιλιάς του 'ριξε ματιά περιφρονητική και είπε:
«Οι παρδαλοντυμένοι άνθρωποι του Βοριά δεν ξέρουν να σκαρώνουν βάρκες. Περνάν τους ποταμούς μόνο σαν έβρουν πόρο. Μα ο δικός μας ποταμός δεν έχει πόρο».
Γύρισαν στο χωριό, κι ήσυχοι τώρα, πιάσαν τις δουλειές τους. Ο Πέλας άργησε να γίνει καλά. Το χέρι τον πονούσε όλο το καλοκαίρι. Μα το χειμώνα πήγε στο κυνήγι και δυνάμωσε ξανά. Την άλλη άνοιξη είχε γίνει όμορφος άντρας και δυνατός.
Μια νύχτα τρικυμισμένη, που ο γαρμπής σάρωνε το πέλαγο, ένα καράβι έπεσε στους βράχους, ακριβώς μπροστά στο χωριό. Τα κύματα ρούφηξαν τους ναύτες. Μονάχα ένας σώθηκε, μα πολύ κακοπαθιασμένος. Ήταν ένας άντρας μελαψός και κοντόχοντρος, με μύτη αετού και χείλια σαρκωμένα. Τα γένια και τα μαλλιά του ήσαν στριμμένα σε μπούκλες τόσο περίτεχνες, που σώθηκαν κι αυτές απ' το ναυάγιο. Φορούσε ρούχο κόκκινο, χρυσοκέντητο.
Οι χωριανοί πρώτη φορά είδαν καράβι τόσο μεγάλο κι άνθρωπο με τόσο πλούσια φορεσιά. Θαύμασαν το πελώριο σκαρί και τα μαλαματένια δαχτυλίδια του ναυαγισμένου. Το καράβι ήταν φοινικικό, κι ο άνθρωπος με την πορφυρή φορεσιά Φοίνικας έμπορας. Μιλούσε γλώσσα ακατανόητη, μα φαινόταν άνθρωπος ανώτερος και πολύξερος. Ήξερε μερικές λέξεις πελασγικές. Οι Μάγνητες τον καλοδέχτηκαν και τον γέμισαν τιμές. Ο βασιλιάς τού 'δωσε την καλύτερη γωνιά της καλύβας του.
Σαν είδε, την άλλη μέρα, το καράβι του σφηνωμένο σε δυο βράχους, ο Φοίνικας έκλαψε κι έριξε στάχτη στις φίνες μπούκλες της κεφαλής του. Ο Πέλας όμως ήταν εκεί. Όπως γίνηκε το ναυάγιο, δεν έφυγε κοντά απ' το νεκρό καράβι. Γεμάτος στοχασμό, περιεργαζόταν τη ναυπηγική τέχνη της μεγάλης βάρκας. Ύστερα πλησίασε τον Νταραγιαβούς -έτσι λεγόταν ο Φοίνικας- και του πρότεινε να σκαρώσουν καινούργιο καράβι.
«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να γυρίσεις στην πατρίδα σου», του είπε. «Ας προσπαθήσουμε, με τη συμφωνία πως θα με πάρεις μαζί σου».
Ο Νταραγιαβούς τον έσφιξε στην αγκαλιά του και τον ονόμασε γιο του. Την άλλη μέρα άρχισαν την εργασία. Έστησαν τον ταρσανά στην μπούκα του ποταμού, σ' ένα γυμνό χωράφι. Έτσι δεν είχαν φόβο μήπως η τρικυμία τούς χαλάσει τη δουλειά. Είχαν βοηθούς τέσσερα γερά παλικάρια του χωριού, που θέλαν να μάθουν την τέχνη. Ο Νταραγιαβούς τους οδηγούσε, κι αυτοί δούλευαν. Έκοψαν την κατάλληλη ξυλεία απ' το δάσος, και με κόπο κουβάλησαν τους μεγάλους κορμούς. Για τα κατάρτια αναγκάστηκαν να κόψουν έλατα απ' το βουνό, που η μεταφορά τους παρουσίασε απέραντες δυσκολίες. Μα παντού νίκησαν, γιατί είχαν κέφι και θέληση. Τους έλειπαν εργαλεία κι άλλες πρώτες ύλες· κι οσοδήποτε να τους οδηγούσε ο Φοίνικας, έκαναν στραβή δουλειά, σαν πρωτάρηδες που ήσαν.
Όλο το καλοκαίρι πέρασε στον ταρσανά. Ο Νταραγιαβούς καθόταν κάτω από 'να τσαρδάκι κι έκλαιγε τη μοίρα του, δίνοντας συμβουλές στους μαστόρους. Αυτοί δούλευαν στο σκαρί και στα ξάρτια. Πρώτα γίνηκε ο σκελετός· κι από κει, άρχισαν να τον ντύνουν με τις μακριές καμπυλωτές σανίδες. Τα κατάρτια και τα πανιά τα δούλευαν χωριστά.
Ο Πέλας ήταν γεμάτος όνειρα. Έβλεπε κιόλας το μεγάλο καράβι να πετάει πάνω στο βαθύχρωμο κύμα, με πλώρη κατά την Ανατολή και τη χώρα του παραμυθιού. Οι κουβέντες του χοντρολογά Φοίνικα τον έκαναν να βλέπει κιόλας τη μυθική Τύρο με τον αξεπέραστο πολιτισμό και τις ντελικάτες ηδονές, που ούτε φαντάσθηκε ποτέ του αυτός, ο μιξοβάρβαρος Πελασγός· και χαμογελούσε σε τούτα τα οράματα, δείχνοντας δυο αράδες άσπρα δόντια λύκου πεινασμένου.
Κατά το χινόπωρο, ο Νταραγιαβούς έπαθε θέρμες. Κάθε τρεις μέρες του 'ρχόταν σύγκρυο, κι έπεφτε στο στρώμα. Φλεγόταν ολόκληρος. Ο αδύνατος οργανισμός του δεν μπόρεσε να βαστάξει. Μια μέρα, αντί να πέσει ο πυρετός -ύστερ' από λίγες ώρες ρίγος, όπως πάντοτε- κράτησε όλη τη νύχτα. Το πρωί ξύπνησε παγωμένος, σαν να ήταν απύρετος· μα δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί, ούτε να μιλήσει. Η ανάσα του έγινε αδύνατη κι η καρδιά του χτυπούσε γοργά κι ακανόνιστα. Το μεσημέρι πέθανε. Τον θάψανε δίπλα στο ποτάμι, κάτω απ' τις αλυγαριές· και του 'βαλαν μέσ' στον τάφο ένα ψεύτικο καραβάκι, μια και δεν πρόφτασε να χαρεί τ' αληθινό. Ύστερα μαζεύτηκαν στον ταρσανά και συζήτησαν τι θα γίνει με τη δουλειά. Είπαν ν' αφήσουν στη μέση το καράβι, αφού δεν είχε πια κανένα σκοπό. Μα ο Πέλας επέμενε να το αποτελειώσουν. Μίλησε ώρα πολλή, με φλόγα και πάθος:
«Θα ταξιδέψουμε μακριά», είπε. «Θα ιδούμε καινούργιες χώρες, όμορφες και ξωτικές. Και θα γυρίσουμε γεμάτοι πλούτη».
Με αυτά και άλλα τούς έπεισε. Κι έτσι, περί το μισοχείμωνο, το καράβι ήταν έτοιμο. Στην πλώρη σκάλισαν τη μορφή του Θεού της θάλασσας. Τα ξάρτια του ήσαν πλατιά λατίνια· κι η κουβέρτα του έκλεινε καλά από πάνω, ώστε να μη μπορούν να μπουν τα κύματα στο αμπάρι.
Όταν το 'ριξαν στο νερό, η καρδιά του Πέλα χτυπούσε. Μα αφού το σκαρί κλονίστηκε λιγάκι, στάθηκε βαρύ κι ισορροπημένο, πάνω στο λασπόνερο του ποταμού. Οι χωριανοί το χαιρέτησαν με μια ιαχή και τ' ονόμασαν «Μάγνη», για τιμή της παλιάς τους φυλής.
Γυρνώντας το βράδυ στο χωριό, βρέθηκε μπροστά σ' αναπάντεχο θέαμα. Ένα καραβάνι είχε στήσει τα τσαντίρια του, πλάι στο δρόμο του κάμπου. Ήσαν οι παρδαλοντυμένοι άνθρωποι του Βοριά, που μπόρεσαν και πέρασαν τον ποταμό. Οι Μάγνητες, πολύ ταραγμένοι, έτρεξαν στα σπίτια να πάρουν τα όπλα τους. Ύστερα μαζεύτηκαν κάτω απ' το μεγάλο πλάτανο κι έκαναν συμβούλιο. Αποφάσισαν να πουν ευγενικά, στους ξένους, να φύγουν· να περάσουν το φαράγγι και να βγουν στο μεγάλο και καρπερό κάμπο της Δύσης, όπου θα 'βρισκαν άφθονα χωράφια και λιβάδια, να εγκατασταθούν. Κι αν δεχτούν, να τους δώσουν τροφές κι ό,τι άλλο ήθελαν. Αν όχι, θα τους έδιωχναν με τα όπλα.
Ο βασιλιάς πήρε ένα διχαλωτό κλαδί στο χέρι -σύμβολο ειρηνικό του θεού Καδμήλου- και προχώρησε στην κατασκήνωση των ξένων. Τον δέχτηκε ο αρχηγός τους, ένας άντρας ψηλός, λιγνός, ξανθός και γαλανομάτης. Η μύτη του ήταν λεπτοκαμωμένη και πολύ καλογραμμένη, τα χείλη του αρμονικά. Όταν ο γερο - Πελασγός είπε την απόφαση του λαού του, ο άλλος τον κοίταξε με μάτια γεμάτα γαλήνη και νοημοσύνη.
«Αυτά που λες είναι σωστά και λογικά», είπε με προφορά βαριά και ξενική. «Μα ο τόπος σας είναι καλός, κι αρκετά μεγάλος για όλους μας. Πήραμε απόφαση να μείνουμε εδώ. Κουραστήκαμε πια... Τρία χρόνια τώρα περπατάμε, διωγμένοι από τους λαούς του Βοριά και την πείνα».
«Πώς;» απόρεσε ο βασιλιάς. «Έρχονται κι άλλοι λαοί πίσω από σας;»
«Ναι. Λεφούσια αμέτρητα. Άνθρωποι που τρων κρέατα ωμά, σαν τ' αγρίμια. Όπου και να σταθήκαμε, μάς έδιωξαν. Μα εδώ είμαστε ασφαλισμένοι, γιατί δεν θα μπορέσουν ποτέ να περάσουν το ποτάμι».
«Έτσι λέγαμε κι εμείς για σας», είπε ο βασιλιάς. «Και όμως να, που το περάσατε...»
«Εμείς μάθαμε την τέχνη να κουφαλιάζουμε τους κορμούς των δέντρων και να φτιάνουμε μονόξυλες βάρκες. Αυτοί όμως δεν έχουν περισσότερο μυαλό από 'να αγρίμι του βουνού. Ποτέ δεν θα μηχανευτούν να σκαρώσουν πλεούμενο».
«Τόσο το καλύτερο. Μα σας δίνω συμβουλή να τραβήξτε για το μεγάλο κάμπο. Πιο βολεμένοι κι ασφαλισμένοι θα είσαστε κει».
«Όχι», αποκρίθηκε ο ξανθός άντρας. «Είμαστε κουρασμένοι, και θα σταθούμε εδώ. Αν θέλετε να το παραδεχτείτε, πάει καλά· έχει τόπο για όλους μας, δεν θα σας πειράξουμε. Ειδ' αλλιώς, θα πολεμήσουμε· κι όποιος νικήσει».
«Θα πολεμήσουμε», είπε ο βασιλιάς.
«Θα πολεμήσουμε», ξαναείπε ο ξανθός αρχηγός. «Για πες μου όμως; Τι λαός είσαστε σεις;»
«Είμαστε Μάγνητες, από το μεγάλο λαό των Πελασγών, που έζησε ανέκαθεν σε τούτη τη χώρα. Και σεις, ποιοι είσαστε;»
«Έλληνες είμαστε, από το έθνος των Αιολέων -των Παρδαλών. Η φυλή μας είναι οι Μινύες. Έχουμε γλώσσα δική μας. Τη δική σας τη μάθαμε από τους ανθρώπους του λαού σας, που κατοικούν στα βορεινά του ποταμού».
Ο βασιλιάς γύρισε στο χωριό με κεφάλι σκυφτό. Οι Μάγνητες μάντεψαν την αλήθεια, κι ετοιμάστηκαν να πολεμήσουν. Αποφάσισαν να επιτεθούν αμέσως, μόλις νυχτώσει. Ήξεραν τα κατατόπια· έλπιζαν να αιφνιδιάσουν τους Έλληνες και να τους νικήσουν. Περίμεναν λοιπόν να βασιλέψει το νιόβγαλτο φεγγάρι· κι ύστερα χίμηξαν σιωπηλοί, στην κοιμισμένη κατασκήνωση. Έσφαξαν τους βιγλάτορες κι έβαλαν μαχαίρι στα τρομαγμένα γυναικόπαιδα. Γίνηκε πανικός, θρήνος κι οδυρμός κάτω απ' τα γαλήνια αστέρια της νύχτας.
Οι Μινύες, μόλις συνήρθαν απ' το πρώτο ξάφνιασμα, άρπαξαν τα όπλα κι άρχισαν να πολεμάν. Ήσαν γεροί πολεμιστές, σκληροί κι ατρόμητοι. Έδιωξαν τους Μάγνητες από την κατασκήνωση, και πολεμώντας προχώρησαν προς το χωριό. Οι Μάγνητες κατάλαβαν τον κίνδυνο, και ταμπουρώθηκαν στα σπίτια τους, αποφασισμένοι να πεθάνουν. Μα οι Έλληνες τους έδιωξαν κι έβαλαν φωτιά στα σπίτια. Το χωριό έπεσε στα χέρια τους κι εκδικήθηκαν σκληρά, σφάζοντας κι αυτοί γυναικόπαιδα. Ο γερο - βασιλιάς έτρεξε στο ναό, και γονατιστός μπροστά στο ξόανο του Θεού δεόταν για τη σωτηρία του λαού. Εκεί τον βρήκε ένας ψηλός Έλληνας, και τον έσφαξε πάνω στο βωμό, κάτω από το φοβερό ίσκιο του θεϊκού φαλλού.
Όσοι γλίτωσαν, υποχωρούσαν πολεμώντας προς τη θάλασσα· μα οι Αιολείς τους κυνηγούσαν, αποφασισμένοι να τους ξεκάνουν. Οι Μάγνητες αναγκάστηκαν να μπουν στο νερό, και κολυμπώντας έφτασαν σ' ένα μεγάλο βράχο, ως εκατό μέτρα απ' την ακρογιαλιά. Ανέβηκαν απάνω και περίμεναν. Μα οι Έλληνες δεν ήξεραν να κολυμπάν -πρώτη φορά έβλεπαν θάλασσα. Εκεί, οι Μάγνητες ήσαν ασφαλισμένοι απ' το μαχαίρι του εχθρού, όχι όμως κι απ' το θάνατο...
Ο Πέλας είχε κοιμηθεί από βραδύς με τους τέσσερις συντρόφους του στο καράβι, πέρα στο ποτάμι. Η χαρά του ήταν μεγάλη καθώς άκουγε το φλοίσβισμα του νερού στην καρένα. Είχε στα χέρια του το γερό σκαρί, που θα τον πήγαινε στην Ανατολή, στο γαλάζιο κωνικό βουνό, που φαινόταν τις καθαρές μέρες.
Ξύπνησε προτού ξημερώσει κι ανέβηκε στο κατάστρωμα. Η νύχτα ήταν αφέγγαρη, μα καθαρή. Απ' τις κορφές του βουνού των Θεών κατέβαινε ψυχρό βοριαδάκι. Ένα παράξενο φέγγος τον ξάφνιασε. Στο βάθος, το χωριό καιγόταν.
Γεμάτος ταραχή ξύπνησε τους συντρόφους του. Άλαλοι, ωχροί, κοιτούσαν το απαίσιο θέαμα. Η πρώτη τους σκέψη ήταν να τρέξουν στο χωριό, μα ο Πέλας τούς εμπόδισε:
«Δεν ξέρουμε τι γίνεται. Ας πάμε με το καράβι».
Βρήκαν τη σκέψη του σωστή. Σήκωσαν τα πανιά και βγήκαν στο αλμυρό νερό. Η «Μάγνη» πάλεψε σκληρά με τη ρεστία της εκβολής. Ύστερα, όλο νεύρο, πέταξε σπρωγμένη απ' το βοριά πάνω στη μαύρη θάλασσα.
Καθώς πλησίαζαν στο χωριό, μάντεψαν την τεράστια καταστροφή, χωρίς να ξέρουν τι ακριβώς συμβαίνει. Κίτρινοι, με δόντια σφιγμένα, κοιτούσαν τις ψηλές φλόγες που φώτιζαν το νυχτερινό βουνό. Δεν είπαν, σ' όλο το δρόμο, ούτε μια λέξη. Όταν έφτασαν κοντά, ο Πέλας έστριψε το τιμόνι δεξιά, για ν' αποφύγει το μεγάλο βράχο. Έξαφνα, άκουσε φωνές κι είδε ανθρώπινες σκιές στο γρανίτινο όγκο, που ξεπρόβαλλε σκοτεινός πάνω απ' τη θάλασσα. Πρόσταξε να μαϊνάρουν τα πανιά, κι η «Μάγνη» ακοστάρισε στο βράχο.
Ήσαν καμιά τριανταριά, άντρες, γυναίκες και παιδιά. Ανάμεσά τους κι η μητέρα του Πέλα. Ο τρόμος τούς είχε αλαλιάσει. Πήδησαν στο καράβι· και λαφιασμένοι ιστορούσαν, με μισά λόγια, τη φοβερή καταστροφή. Ο Πέλας τούς άκουγε αμίλητος.
«Οι άλλοι πού είναι;» ρώτησε τη μάνα του.
Η γερόντισσα ακούμπησε στον ώμο του κλαίγοντας:
«Τους σκότωσαν όλους. Και τον πατέρα σου, και τ' αδέρφια σου. Την αδερφή σου την άρπαξε ένας Έλληνας. Είναι όμορφη, δεν πιστεύω να τη σκοτώσουν. Θα την κάνουν σκλάβα...»
Ο Πέλας κοίταξε το βουνό των Θεών, με ματιά γεμάτη εγκαρτέρηση· κι είπε σιγανά:
«Ήταν γραφτό. Ας γεννήσει κι αυτή Ελληνόπουλα. Αφού θα μείνουν στο χωριό μας, πες πως είμαστ' εμείς. Όσο για μας, θα κάνουμε καινούργια πατρίδα...»
Σήκωσαν τα πανιά· κι έβαλαν πλώρη κατά την Ανατολή που αχνορόδιζε.
Καραγάτσης Μ.
Η Μεγάλη Λιτανεία
Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», 2007