...Στην αφετηρία...
Το
διήγημα «Η
γεροντοκόρη με τα διάφανα χέρια»
του
Μ. Καραγάτση που υπάρχει σε διάφορες
συλλογές και με τον τίτλο «Η
ζωή»,
πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα
«Κερκυραϊκόν
Βήμα» το
1934. Είναι
ένα από τα νεανικά διηγήματα του συγγραφέα
και ευδιάκριτα σ' αυτό είναι τα
χαρακτηριστικά του ύφους του, όχι όμως
στο βαθμό που τα συναντάμε σε άλλα
ωριμότερα έργα του. Το διήγημα αυτό μας
αποκαλύπτει έναν «άλλο»
Καραγάτση απ' αυτόν που έχουμε συνηθίσει:
πιο ευαίσθητο, πιο τρυφερό και
συναισθηματικά εμπλεκόμενο με την
ηρωίδα του διηγήματος, τη δεσποινίδα
Λιλή Πετρογιάννη, με μια ευαισθησία που
η πραγματικότητα θα συντρίψει με μια
μορφή ή επίφαση κυνισμού, όπως,
άλλωστε, συμβαίνει με τον τρόπο που
αντιμετωπίζει γενικά
τους ήρωές του ο Καραγάτσης. Ακόμη και
ο τίτλος του διηγήματος -προτιμότερος
από τον τίτλο «Η
ζωή»-
εκφράζει με την αντίθεσή του («γεροντοκόρη»,
λέξη σκληρή, απαξιωτική από τη μια,
«διάφανα χέρια», ευαισθησία, λεπτότητα
από την άλλη) αυτόν τον ιδιαίτερο τρόπο
που προσεγγίζει τα πράγματα ο Καραγάτσης.
Έτσι,
λοιπόν, στην μικρή ελληνική επαρχιακή
πόλη ο αφηγητής – alter
ego του συγγραφέα- έρχεται σε επαφή λόγω
της ιατρικής του ιδιότητας με την
«εύθραυστη»
και ευαίσθητη δεσποινίδα Λιλή Πετρογιάννη,
ανύπαντρη και κόρη καλής οικογένειας,
η οποία βιώνει τη μοναξιά και τη μελαγχολία
μιας ζωής «αξόδευτης», όσο προχωρούν
τα χρόνια και εξανεμίζονται οι ελπίδες
ενός γάμου -μοναδικής επιλογής για τις
γυναίκες των παλαιότερων εποχών. Ο
αφηγητής δένεται με τη μοναχική
δεσποινίδα, γίνεται τακτικός επισκέπτης
του σπιτιού της και, φυσικά, η ηρωίδα,
κάποια στιγμή θα του εξομολογηθεί για
το νεανικό της έρωτα, ο οποίος έφυγε για
σπουδές στη Γερμανία και δεν ξαναγύρισε,
αν και εκείνη ποτέ δεν έπαψε να τον
περιμένει. Ο
άντρας αυτός, βέβαια, κάποια στιγμή θα
επιστρέψει στην πατρίδα, αλλά με τον
«κυνικό» τρόπο που εξελίσσονται τα
πράγματα στην πραγματική ζωή, διαψεύδοντας
και τις τελευταίες ελπίδες της μελαγχολικής
και «πετρωμένης» πλέον δεσποινίδας
Πετρογιάννη.
❈
Όχι, δεν είμαι ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος ακούσιος μάρτυρας -ξένος, τρίτος, παρατηρητής- ενός από κείνα τα μικρά διακριτικά δράματα, τα χρωματισμένα σε ομοιόμορφο, και πάντα ίδιο ψυχικό τόνο, που κρύβουν ζηλότυπα την επιφανειακή τους -να πω ανυπαρξία;- στο βάθος κάποιου σπιτιού, χωμένου στους απλοϊκούς κήπους της επαρχίας. Και τα τριαντάφυλλα των κήπων, τελειώνουν σε μια σύντομη παρακμή, την εφήμερη ζωή τους, χωρίς να ξέρουν, χωρίς να νοιώθουν, πως δίπλα τους μαραίνεται σ' ένα ατέλειωτο χινόπωρο, μια καρδιά που δεν είχε καν την ολιγοήμερή τους δόξα.
Ω, το μικρό σπιτάκι, με τη μαρμάρινη σκαλίτσα του, στολισμένη με τ' απλοϊκά γεράνια! Πόσο τ' αγάπησα, σαν χάρισε λίγη από τη θαλπωρή του, από τη χάρη του, τη ζωή του, σε μένα τον ξένο, τον έρημο, τον ριγμένο από ένα καπρίτσιο της τύχης στη μικρή επαρχία.
Τις πρώτες μέρες της ζωής μου, θέλοντας να νοιώσω το μυστικό, την ουσία της ύπαρξης της επαρχίας, χανόμουνα σ' ατέλειωτες περιοδείες, αλήτικους περιπάτους, στους καμπυλωτούς δρόμους της εξοχής. Η γοητεία των δέντρων, των βάτων, των κήπων, με μια λέξη της υποταγμένης φύσεως του κάμπου, ήταν για μένα καινούργια.
Έβρισκα μια ζωή απαλή και συνειδητή, στις απλές καμπύλες της καλλιεργημένης γης. Έβρισκα μια ολόκληρη καλλιτεχνία, απόρροια γυμνασμένης σκέψης, στην αγροτική εργασία του ανθρώπου. Ζητούσα σ' έναν κήπο τη σημασία ενός βιβλίου, σημασία που κλείνει μέσα της τη σκέψη του δημιουργού. Μια φυτεία, ήταν σαν εικόνα ζωγράφου, παράσταση με νόημα δημιουργικό, που έχει μέσα της πραγματική καλλιτεχνία.
Οι παράγοντες της εργασίας του ανθρώπου, ήσαν εδώ, κρύες ανάγκες ζωής μονάχα, ή αρμονιζόσαντε με μια ανώτερη αντίληψη της ζωής και του ωραίου; Και παντού έβρισκα την έμφυτη, την ασυνείδητη ωραιοπάθεια του κοινού ανθρώπου, που πιέζουν τη φρεσκάδα της με υστερικές θεωρίες, οι δάσκαλοι στα Πολυτεχνεία.
Το μικρό σπιτάκι, με τη γερανοστολισμένη σκαλίτσα, έπιασε αμέσως μια θέση συμπαθητική στην καρδιά μου. Η άβουλη, η αφελής καλονή του, δημιούργησε ένα γόητρο, ακατανίκητο για την περιέργειά μου και την αισθητικότη μου. Ήθελα να γνωρίσω, μα και να αισθανθώ τη ζωή που δημιουργούσε αυτή η κατοικία, ή μάλλον το home -για να μεταχειρισθώ την αμετάφραστη αυτή αγγλική λέξη. Και η επιθυμία μου ξεπληρώθηκε.
Ένα ηλιόλουστο χινοπωρινό πρωί, απολάμβανα για μυριοστή φορά την ελκυστική ομορφιά, αυτού του τόσο απλού σπιτιού. Για μυριοστή φορά θαύμαζα τον ξύλινο φράχτη με τις περιπλοκάδες, την άτεχνη στην κατασκευή της πόρτα, μα που ήταν ασυνείδητο δημιούργημα έμφυτης αγνοημένης τέχνης. Όταν η πόρτα άνοιξε. Μια μορφή γλίστρησε ανάμεσα στους καπουτσίνους, μια μορφή με δυο πελώρια γαλανά μάτια.
Ήταν πρόσωπο πραγματικό, ή υλοποιημένη φαντασία του τρελού Σούμαν;
- Είστε ο καινούργιος γιατρός;
Η μορφή μιλούσε, και μάλιστα μιλούσε σε μένα.
Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν άνθρωπος αληθινός, και ότι έπρεπε ν' απαντήσω.
- Μάλιστα, κυρία...
- Δεσποινίς, διόρθωσε με μια αδιόρατη χαμογελαστή πίκρα, δεσποινίς Λιλή Πετρογιάννη...
Υποκλίθηκα βαθειά. Δεν είχα όμως συναίστηση των κινήσεών μου. Η μορφή είχε μαγνητίσει την προσοχή μου, είχε συγκεντρώσει όλες τις διανοητικές και ψυχικές δυνάμεις μου, στα δυο πελώρια καθαρά γαλανά μάτια της. Και καθώς δεν απαντούσα, επρότεινε ανοίγοντας ολόκληρη την μικρή πόρτα.
- Έχετε την καλοσύνη να μ' επισκεφθείτε;
Δεν εδίστασα ούτε στιγμή. Η μαγική πόρτα που τόσο ήθελα να διαβώ, άνοιξε μπροστά μου σαν σ' ένα μαγικό «σουσάμι». Ο δρομάκος που οδηγούσε στην γερανοστόλιστη σκάλα, ήταν σκεπασμένος με πελώριες κληματαριές. Σταφύλια κίτρινα και βαθυγάλαζα κρεμόσαντε πάνω απ' το κεφάλι μου. Και δίπλα τριανταφυλλιές, πολλές τριανταφυλλιές, χαιρετούσαν το διαβάτη. Μα ήταν χινόπωρο, και τα λουλούδια τους ήταν σπάνια.
Η μορφή περπατούσε δίπλα μου. Δεν άκουγα το περπάτημά της στα χαλίκια του δρομάκου. Ένα μακρύ γκρίζο φόρεμα έκρυβε το μικρό και αδύνατο σώμα της. Κάτω από το μαύρο μεταξωτό σάλι της, διέκρινα τα χέρια της, άσπρα, διαφανή, σαν φωτεινά.
Είχε ηλικία αυτό το ωχρό πρόσωπο; Τα λεπτά χαρακτηριστικά του, είχαν καμμίαν έκφραση; Κοιτούσα την ωχρή αυτή φυσιογνωμία. Μόνο τα μάτια ήταν ζωντανά, κάτω από τα βαρειά μαύρα μαλλιά που πέφτουν βαρειά στον λεπτόν της τράχηλο. Μάτια πελώρια καθαρά, γαλήνια, που δεν μιλούσαν αλλά συλλογιζόντανε.
Τα γεράνια με χαιρετήσαν ευγενικά καθώς ανέβαινα τη σκαλίτσα. Η πολυθρονίτσα με προσκάλεσε, προτού καν με παρακαλέσει η μορφή να καθήσω. Το καναρίνι μού τραγούδησε κάτι τι ευχάριστο, και τα μάτια, τα πελώρια μάτια με κοιτούσαν με καλοσύνη.
Ω, το όμορφο σπιτάκι! Τι ευγενικά, πραγματικά ευγενικά που με υποδέχτηκε!
Η πρώτη επίσκεψη κράτησε λίγην ώρα. Η δεσποινίς Πετρογιάννη ήθελε τις γιατρικές μου συμβουλές. Τι είχε; Από τι έπασχε; Ω, τίποτε το σπουδαίο. Κομάρες, αϋπνίες, αδυναμία... Μήπως ήξερα κανένα φάρμακο για τον ύπνο;
Αναμφιβόλως η κατάστασίς της δεν είχε τίποτε το ανησυχαστικό. Κι αυτή η ίδια έδινε τόση σημασία στην κατάστασή της, ώστε να φωνάζει, γιατρό; Ή μήπως η αδιαθεσία ήταν μια πρόφαση; Μια ευκαιρία ίσως για να γνωρίσει τον καινούργιο γιατρό, τον υποφαινόμενο; Μεταχειρίστηκα την επαγγελματική μου κατάσταση για να ξεδιαλύνω την παράξενη αυτή υποψία, που μόνος μου την έκρινα ηλίθια.
- Αν επιτρέπετε, μαμζέλ, τι ηλικία έχετε;
- Τριάντα πέντε χρόνων, απάντησε η μορφή χωρίς να διστάσει, χωρίς να δυστροπήσει.
- Δεν έχετε απολύτως τίποτα. Είναι μια μεταβατική κατάσταση, συνηθισμένη στις γυναίκες, που θα περάσει. Μην ανησυχείτε διόλου. Δεν αξίζει τον κόπο να το συλλογίζεστε.
Η δεσποινίς Πετρογιάννη χαμογέλασε αγγελικά.
- Δεν ξέρετε τι στωικισμό που έχω γιατρέ. Δίνω τόση λίγη σημασία στην υλική μου ύπαρξη...
Προδόθηκε. Ήταν η φράση που ήθελα, η φράση, που περίμενα να πιαστώ απ' αυτήν, για να λύσω την ηλίθια απορία μου. Εμειδίασα συγκαταβατικά.
- Και όμως, μαμζέλ, η υλική αυτή ύπαρξη έχει τόση επιρροή ακόμα επάνω σας. Για το τίποτα σχεδόν, φωνάξατε το γιατρό.
Η μορφή χαμογέλασε.
- Μην αποδίδετε τόσο την πρόσκλησή μου, στις γεροντοκορίστικες αρρώστιες μου. Κατά βάθος ήθελα να σας γνωρίσω. Πώς μου αρέσει να νοιώθω κόσμο γύρω μου...
Είμαι μόνη... τόσο μόνη...
Άρχισα να διαβλέπω μια γωνιά του δράματος.
Με κοίταζε μελαγχολικά.
- Φίλο;... Φίλη;... Όχι... Μόνον γνωστούς έχω. Εδώ στις μικρές πόλεις, όλος ο κόσμος γνωρίζεται. Έχω πολλούς συγγενείς και είμαστε πολύ συνδεδεμένοι...
- Και δεν μπορέσατε μέσα στις τόσες σχέσεις σας, να σχηματίσετε μια φιλία, μια εντιμιτέ, έναν ψυχικό σύνδεσμο μ' ένα πρόσωπο, που να σας απασχολεί, να ικανοποιεί κάτι, από την ύπαρξή σας;
Η μορφή χαμογέλασε.
- Μην αδικείτε κανένα γι' αυτό, ούτε μένα, και ιδίως ούτε αυτούς. Οι άνθρωποι εδώ είναι αγαθοί, συμπαθητικοί, ευχάριστοι. Μα η επαρχία έχει μια βαρειά επιρροή επάνω τους, ή μάλλον μια επιρροή βάρους, για να εκφραστώ καλλίτερα. Στις υποθέσεις τους είναι λεπτοί, οξείς, δικολαβικοί, διεστραμμένοι. Μα στις κοινωνικές τους σχέσεις είναι απλοί, τετράγωνοι, μονοκόμματοι. Έχουν μια αντίληψη πρωτόγονη της ανώτερης -ας πούμε της ψυχικής υπόστασης- του ανθρώπου. Έχουν περιορίσει τις διανοητικές ανάγκες τους στο ελάχιστο, και αυτός ο περιορισμός συμπαρασύρει και την αντίληψή τους. Δεν μπορούν ν' αντιληφτούν την προσωπικότητα, την ψυχοσύνθεση του διπλανού τους.
Στα λόγια της δεσποινίδος Πετρογιάννη, έβρισκα όλη την ψυχική λεπτότη, που δεν μπορούσαν να νοιώσουν οι άνθρωποι της επαρχίας. Αλλά και ένα μέρος του μυστικού της άρχισε να παρουσιάζεται ανάμεσα από το παράπονο της μοναξιάς της.
- Η μοναξιά, εξακολούθησε, η ζωή ανάμεσα σε όντα που δεν ανήκουν στον ίδιο κόσμο με μένα -κι όταν λέω κόσμο, παίρνω την πιο πλατειά σημασία της λέξης. - Μερικά χρόνια τέτοιας ζωής, πλαταίνουν φοβερά τον απομονωτικό κύκλο, που νομίζω καμιά φορά, πως είναι πια αδύνατο να 'ρθω πάλι σ' επαφή με τη ζωή. Δεν θα περάσει πολύς καιρός που θα με καταλάβετε. Θα νοιώσετε το ίδιο κενό γύρω σας, που νοιώθω και 'γω...
Η μορφή σώπασε. Το καναρίνι τραγουδούσε ένα τραγούδι χαμένης λευτεριάς μέσα στα σίδερα του κλουβιού του, και τα γεράνια ριγούσαν στο χάδι του αέρα.
Σηκώθηκα για να φύγω. Η δεσποινίς Πετρογιάννη με συνόδεψε ως την εξώπορτα.
- Εννοείται τώρα, μου είπε, γιατί θέλησα να 'ρθω σ' επαφή, μ' έναν άνθρωπο, που δεν έχει πεθάνει ακόμα η αισθητικότη του κάτω από το βαρύ χέρι της επαρχίας;
Έφερα στα χείλη μου το λεπτό και φωτεινό χέρι της.
- Μαμζέλ, είμαι στη διάθεσή σας. Και σας είμαι από τώρα ευγνώμων, γιατί κοντά σας η αισθητικότη μου, όπως λέτε, η διανοητική μου ζωή, θα είναι ασφαλισμένη από τους κινδύνους της επαρχιακής άνοιας, και την απαίσια φυλακή της μοναξιάς.
Η δημιουργία μιας ψυχικής επικοινωνίας, ενός φιλικού συνδέσμου ήταν ο σκοπός της δεσποινίδος Πετρογιάννη, όταν με δέχτηκε στο σπίτι της; Η δικαιολογία της είναι αληθοφανής, μα είναι αληθινή; Τι συγγένεια βρήκε μεταξύ των ψυχοτροπιών μας; Ποια είναι η αλήθεια σ' όλη αυτή την ιστορία;
Ύστερα από λίγες μέρες, επισκέφθηκα πάλι τη δεσποινίδα Πετρογιάννη. Μια αδιόρατη έλξη με τραβούσε προς το μικρό εξοχικό σπιτάκι. Αιστανόμουνα μια ενδόμυχη χαρά, μόνο με τη σκέψη ότι θα περνούσα μια ώρα ανάμεσα στα γεράνια, κοντά στη μορφή με τα πελώρια γαλανά μάτια. Αυτή την επίσκεψη την ακολούθησε άλλη. Κι' όταν ο χειμώνας άπλωσε τα χιόνια του στις κορφές, ήμουνα ο πιο ταχτικός επισκέπτης, ο πιο ευπρόσδεχτος φίλος, της συμπαθητικής γεροντοκόρης.
Έτσι ήταν γνωστή στον κόσμο. Είναι ο τίτλος, που άλλοτε με ειρωνεία, δίνουν οι νοτιοευρωπαϊκές κοινωνίες στις γυναίκες που πέρασαν ανεμέναιες τα νειάτα τους, ή μάλλον, τα τρυφερά τους νειάτα.
Τα στερνά τριαντάφυλλα μάδησαν με τις πρώτες βροχές. Τα γεράνια κουνούσαν θλιβερά τα μαραμένα κεφάλια τους. Και το καναρίνι, κλεισμένο πια στο σαλονάκι, τραγουδούσε τις χλιαρές μέρες της υγρής πατρίδας του.
Το σαλονάκι ήταν παλιό, μικρό, διακριτικό. Η βαθυπράσινη πήλινη σόμπα κρατούσε πάντα μια φιλόξενη θαλπωρή. Οι πολυθρόνες ήταν βαθειές, αναπαυτικές, οι μπερντέδες βαρειοί, τα χαλιά σιωπηλά. Και όμως τίποτα το εξαιρετικό, τίποτα το πολυτελές. Ένα ωραίο σύνολο, απλό και κοινό.
Η δεσποινίς Πετρογιάννη καθόταν κοντά στο παράθυρο. Η λιγοστή μέρα που έμπαινε ανάμεσα από τους βαρειούς μπερντέδες έδινε περίεργες φωτοσκιάσεις στην ωχρή μορφή της. Το κέντημά της, ήταν δίπλα της σ' ένα τραπεζάκι, μα δεν εργαζόταν παρά σπανιότατα. Ο κήπος απλωνόταν μπροστά της μελαγχολικός, κάτω από το συννεφιασμένο φως του χειμώνα. Οι βαθυπράσινες περιπλοκάδες του φράχτη στάλαζαν βαρειές σταγόνες, γιομάτες δροσιά. Και στο βάθος, το γκρίζο μουσκεμένο τοπίο, σε προσκαλούσε σ' ένα περίπατο φρεσκάδας και δροσιάς, σε μια περιπλάνηση πάνω στην υγρή γη.
Οι ώρες περνούσαν ήσυχες. Είμαστε σχεδόν πάντα μόνοι. Καθόμουνα σ' ένα σκαμνάκι, απέναντί της και μιλούσαμε. Οι ομιλίες μας ήταν μακριές και απαλές. Ήταν περισσότερο φωναχτές σκέψεις, παρά συμβατικοί διάλογοι. Προσπαθούσα πάντοτε, να εξιχνιάσω το βάθος αυτής της γυναίκας. Ήταν ένας ανώτερος άνθρωπος, άνθρωπος με σκέψη υγιά και εγκρατή. Εκείνο που τη χαραχτήριζε, ήταν η αντίληψη υπό την πιο πλατειά της εκδοχή. Αυτό το εξαιρετικό προσόν, την είχε βοηθήσει να βρει, την ισορροπία της γνώσης, της απλής, της κοινής γνώσης.
Σ' αυτές τις συγκινήσεις, καθένας μαρτυρούσε ασυναίσθητα, κάτι από τον εαυτό του. Σιγά - σιγά, οι προσωπικότητές μας, παρουσιαζόσαντε, αβέβαιες σα σκίτσα ζωγράφου.
Μα το κυριώτερο, το βάθος, ο λόγος εκείνος που μας δικαιολογεί μια θέση στη ζωή -και που καμιά φορά μάς κρατάει σ' αυτήν- έμενε κρυμμένο, μη θέλοντας να παρουσιαστεί. Εδίσταζε, εξέταζε, βυθομετρούσε, μη βλέποντας την ωφέλεια της γνώσης του.
Το βράδυ έπεφτε. Το σαλονάκι γιόμιζε σκιά. Οι προσωπογραφίες στον τοίχο κρύβαν στο σκοτάδι τις θλιβερές φυσιογνωμίες τους. Ήταν η ώρα που οι σκέψεις μας εστείρευαν. Οι λέξεις αραίωναν για να πάψουν σιγά - σιγά. Η δεσποινίς Πετρογιάννη κοιτούσε τον κήπο να χάνεται στη βραδινήν υγρασία. Η σόμπα μόλις άφηνε λίγη κοκκινάδα ανάμεσα από τη μισόκλειστη πορτίτσα της.
Ήταν η βαρειά, η ήσυχη ώρα. Όλη η επαρχιακή μονοτονία, όλη η θλίψη της μοναξιάς μαζεύεται και σταλάζει βαρειά. Είναι η ώρα, που ο άνθρωπος έχει ανάγκη από φως, και που δεν έχει τη δύναμη ν' ανάψει τη λυτρωτική φλόγα. Η σιωπή και το σκοτάδι μάς σκέπαζαν, μάς έπνιγαν, μάς απομόνωναν. Κρυβόμαστε εγωιστικά μέσα στις αταβιστικές μας βραδινές ατονίες.
Πρώτη αυτή, έκοβε πάντοτε τη σιωπή.
- Θα πάρετε ένα φλιτζάνι τσάι;
Ξυπνούσα. Το φρεσκοαναμμένο φως διάλυε τους καπνούς της μελαγχολίας μου, και απαντούσα στερεότυπα.
- Ευχαρίστως. Με πολλή ζάχαρη, πολύ λεμόνι, και πολύ κονιάκ.
Η μοναξιά, το κενό γύρω, ο ιδεώδης κύκλος που χωρίζει το άτομο από τον άλλο κόσμο. Η περιέργειά μου κεντήθηκε. Ποια ήταν η ζωή της δεσποινίδος Πετρογιάννη; Τι κρύβει η μορφή της; Τι μυστικό συλλογίζονται τα μάτια της; Καταλάβαινα μιαν άλλη ψυχή σ' αυτή τη γυναίκα, μια ψυχή λεπτά άρρωστη, που η θεραπεία της διέφευγε τη δικαιοδοσία μου. Εκύλισα τον κακό κατήφορο των ερωτήσεων...
- Είναι τόση μοναξιά εδώ στην επαρχία... Αλήθεια, ο κόσμος ζει πολύ μόνος του. Δεν έχετε έναν φίλο, μία φίλη, που να διασκεδάζει, ένα μέρος της μοναξιάς σας;
Ο χειμώνας κόντευε να περάσει. Ύστερα από τα χιόνια του Δεκέμβρη, και τις ηλιόλουστες παγωνιές του Γενάρη, ο Φλεβάρης ήρθε υγρός, βροχερός.
Κάθε απόγεμα, μόλις τελείωνα τις λιγοστές μου γιατρικές επισκέψεις, έπαιρνα το μακρύ εξοχικό δρόμο, που οδηγούσε στο σπιτάκι με τους καπουτσίνους και τα γεράνια. Το μικρό σκοτεινό σαλονάκι ήταν ένα λιμάνι για μένα. Ήταν ένα μέρος ανακούφισης, όπου μπορούσα να γυμνώνω την προσωπικότητά μου. Τις λίγες ώρες που περνούσα κοντά στη δεσποινίδα Πετρογιάννη, εζούσα τη ζωή του εαυτού μου, κοντά σ' έναν άνθρωπο που με αγαπούσε και ιδίως με αντιλαμβανόταν.
Η οικειότης μας σιγά - σιγά είχε μεγαλώσει. Είμαστε δυο φίλοι. Είχε σχηματιστεί μεταξύ μας μια ψυχική συνάφεια, που δημιουργούσε μια πλατειά στοργή. Αρχίσαμε να γνωριζόμαστε. Προδίναμε τον εαυτό μας μόνοι μας. Καμιά περιέργεια δεν μας κεντούσε. Παραδεχόμαστε, τις υπάρξεις μας όπως ήσαν. Κι' όταν μαθαίναμε κάτι τι από τη ζωή του άλλου, το βρίσκαμε φυσικότατο, σαν να ξέραμε ανέκαθεν την ύπαρξή του.
Καμιά φορά όμως, διέκρινα την ερώτηση στο βαθύ της βλέμμα. Κοιτούσε μέσα στα μάτια μου με αγωνία σαν να διαβάσει, κάτι τι. Ήταν όμως μια κρίση αδιόρατη και περαστική. Αμέσως η φυσιογνωμία της ξανάπαιρνε την υπερκόσμια γαλήνη της.
Ένα απόγιομα, που μια ιδέα ήλιου είχε φανεί ανάμεσα στα σύννεφα μου είπε κοιτάζοντας μακρυά, και καθώς κατάλαβα αποφεύγοντας να με κοιτάξει.
- Γιατί δεν καπνίζετε;
Δεν ήμουνα σπουδαίος καπνιστής, και απέφευγα το πολύ κάπνισμα. Ποτέ δεν είχα ανάψει τσιγάρο στο σαλονάκι, γιατί φοβόμουνα μήπως την πειράζει ο καπνός.
- Σας αρέσει η μυρουδιά του καπνού; τη ρώτησα.
- Πολύ. Αν έχετε μαζί σας τσιγάρα, θα σας παρακαλούσα ν' ανάψτε ένα.
Ικανοποίησα την επιθυμία της. Οι καπνοί του τσιγάρου απλώθηκαν απαλά στην κάμαρα, και χρωματίστηκαν από τις στερνές αχτίνες του ήλιου. Ακίνητη στην πολυθρόνα της ανάπνεε με ηδονή τους καπνούς. Είχε κλείσει τα μάτια της.
Την παρατηρούσα με προσοχή. Κάποια εσωτερική διάθεση, πολύ ισχυρή, είχε επιβληθεί, για λίγες στιγμές στην εξωτερική της γαλήνη. Κάποια ανάμνηση ίσως, την είχε παρασύρει σε μακρινές ώρες. Δεν μιλούσα. Η παρακμή της ώρας με είχε παραλύσει. Με μισόκλειστα βαρειά μάτια, παρακολουθούσα τα παιγνίδια της φωτιάς του τσιγάρου μου.
Έξαφνα κατάλαβα τα μάτια της να με κοιτάζουν, με την περίεργη βαθειά ακινησία τους.
- Σε ποια πόλη της Γερμανίας σπουδάσατε; με ρώτησε.
- Στο Μόναχο...
- Στο Αμβούργο δεν πήγατε ποτέ;
- Όχι. Στο Αμβούργο δεν είχα πάει ποτέ. Κατάλαβα μια απαγοήτεψη στο βλέμμα της. Το μυστικό της όνειρο είχε διαλυθεί. Οι καπνοί του τσιγάρου μου την ενοχλούσαν πια. Το έσβυσα σ' ένα τασάκι. Με ευχαρίστησε με ένα μειδίαμα.
Η ονειροπόλησή της, η απρόοπτη ερώτησή της, έδειχναν μια ασυνήθιστη ψυχολογική κατάσταση. Το μυστικό που από την πρώτη μέρα υποπτεύτηκα, υπάρχει άραγε; Οι υπόνοιες που για λίγο καιρό είχαν κοιμηθεί μέσα μου, ξαναξύπνησαν. Η ανωμαλία αυτή ήταν περαστική. Μπορούσα να την αποδώσω στο άστατο κέφι του γυναικείου οργανισμού. Μα ήταν άραγε αυτή η αιτία;
Οι σκέψεις και οι υποθέσεις με παράσυραν, σε μια μακρυά σιωπή. Το σκοτάδι είχε διαδεχτεί την κόκκινη δύση.
Έξαφνα η δεσποινίς Πετρογιάννη αναστέναξε. Το πρόσωπό της είχε αναχτήσει τη γαλήνη του. Χτύπησε το κουδούνι και με ρώτησε χαμογελώντας.
- Θα πάρετε ένα φλιτζάνι τσάι;
Ύστερα από λίγες μέρες ήμουνα πάλι κοντά της. Με υποδέχτηκε μ' ένα στοργικό μειδίαμα. Τα μάτια της ήσαν γιομάτα καλωσύνη.
- Πού είσαστε χτες; με ρώτησε.
- Είχα πάει εκδρομή στη Σπηλιά με τους Αναστασάκηδες.
Το μειδίαμά της τονώθηκε. Διάκρινα μια αγαθή ειρωνεία στα λόγια της.
- Η Λέλα ήταν μαζί σας;
Δεν αρνούμαι ότι κοκκίνησα λιγάκι. Και όμως χαμογέλασα γεμάτος τρυφερά αιστήματα, μόλις άκουσα αυτό το αγαπητό για μένα όνομα. Η δεσποινίς Πετρογιάννη εξακολουθούσε να με κοιτάει με τη στοργή που αιστάνεται κάθε φίλη καρδιά, για την ευτυχία του αγαπητού της. Εγώ σιωπούσα. Και η χαρούμενη σιωπή μου, ήταν ομολογία. Αναστέναξε γιομάτη νοσταλγία.
- Νιάτα!
Η σόμπα μόλις ψιθύριζε. Ο καιρός είχε ζεστάνει, και οι βροχές πέφταν χλιαρές. Στη συνηθισμένη θέση της, κοιτούσε γιομάτη σκέψεις τον υγρό κήπο. Το κέντημά της κειτόνταν όπως πάντα εγκαταλειμένο απάνω στο τραπεζάκι. Και μ' έκπληξη για πρώτη φορά είδα μισοανοιγμένο κοντά της, ένα βιβλίο.
Ήταν ένα έργο παλιό, γαλλικό, ένα βιβλίο, που απόσπασε δάκρυα από γενιές ολόκληρες λεπτών κυριών, που μεσουράνησε δυο αιώνες σχεδόν, για να σβύσει, άδοξα στην εποχή μας. Ήταν η Αστρέα του Ονορέ ντ' Υρφέ. Διασκεδασμένος γυρνούσα τις σελίδες. Θυμήθηκα τα εφηβικά μου χρόνια, όπου διάβασα με φοβερή ψυχική ταραχή, το ξεχασμένο πια αυτό βιβλίο. Κύριος οίδε, πώς βρέθηκε στην πατρική μου βιβλιοθήκη.
- Διαβάζετε την Αστρέα; την ρώτησα λίγο ειρωνικά. Σας συγκινούν αυτά τα αφύσικα πρόσωπα ενός παλιού καιρού που δεν υπήρξε ποτέ; Ο Κελάδων, η Σύλβια, ο Σύλβανδρος, ο Δενταμόρ!... Τι έρωτες!... Τι πόνος!... Τι απελπισίες συνοδευόμενες από παθητικούς δεκάρικους.
Μισοθυμωμένη μού άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια.
- Είστε κακός! Κοροϊδεύετε, ότι είναι όμορφο, φυσικό και αφελές. Κοροϊδεύετε τους ήρωες του Υρφέ γιατί αγαπούν ωραία. Ναι, γιατί αγαπούν με όλους τους κανόνες της αιστητικής. Σήμερα, οι φιλόλογοι κοιτούν μόνον τις ασχημιές, και τους συνθετισμούς του έρωτα. Από μια σειρά σιχαμερών παρατηρήσεων, βγάζουν πενήντα σελίδες πεσιμιστικά συμπεράσματα. Γι' αυτούς ο έρως είναι μια ψυχολογική ανωμαλία άξια μελέτης. Στην Αστρέα όμως θα βρείτε μόνον ό,τι το ωραίο, ό,τι το αγνό, ό,τι το συγκινητικό έχει ο έρωτας. Ο ντ' Υρφέ είναι ένας κλασσικός. Δεν ευχαριστιέται, να περιγράφει, ασκημίες...
- Μα τα υπερβάλετε, μαμζέλ, τα υπερβάλετε. Οι σημερινοί φιλόλογοι, βέβαια, δεν βλέπουν με απόλυτα οπτιμιστικό βλέμμα, εκείνο που λέγεται ερωτική κωμωδία, και που είναι το εν τρίτο της ζωής. Υπάρχει μια μερίδα νεωτέρων, που με μια άγρια απογοήτεψη, φορτώνει μ' αγριότητες και συχασιές, το γιο της Κύπρης. Μα αυτοί είναι νευραστενικοί ή υστερικοί, που νομίζουν ότι έχουν μεγαλοφυή αντίληψη. Η υγιής όμως πλειοψηφία, βλέπει τον έρωτα, κάτω από το αληθινό του πρίσμα. Βέβαια, δεν είναι έρως οι υστερικές σαρκικές συνάφειες του Ντεκομπρά, αλλ' ούτε και οι ατέλειωτες μεταρσιώσεις του Λόγγου, και του ντ' Υρφέ. Ο Δάφνις, η Χλόη και η Αστρέα, είναι φιλολογικά μνημεία. Αλλά ως μελέτες του έρωτα, έχουν θέση μόνο κοντά στους παθολογικούς πεσιμισμούς του Μαργκερίτ.
Όσο μιλούσα, με κοιτούσε με μια περίεργη φλόγα. Το χέρι της κουνιόταν νευρικά πάνω στο τραπεζάκι.
- Υπάρχουν ωραίοι έρωτες, είπε με ορμή, υπάρχουν και άσκημοι. Δεν πρέπει να καταδικάζετε κανέναν γιατί ένοιωσε μόνον το Α ή το Ω ενός ζητήματος. Από το Β ως το Ψ είναι μια σειρά καλλονών και ασχημιών που σχηματίζουν, μια ελαστική και κακόχρωμη μάζα. Κι' αυτός ο μέσος όρος στην ουδετερότη του, έχει μια καθαρά ευνουχική ασκήμια. Προτιμώ το ωραίο ή το άσκημο, απεχθάνομαι το νόθο.
Είχε μιλήσει με μεγάλη θέρμη. Μεταχειριζότανε τολμηρές εκφράσεις, που άλλοτε τις απόφευγε με προσοχή. Η συζήτησή μας, περιοριζόταν καθαρά σ' ένα αντικειμενικό επίπεδο, ή άρχιζε να φανερώνει κρυμμένες ως τη στιγμή υποκειμενικότητας; Η περιέργειά μου κεντήθηκε. Ήρθε άραγε η στιγμή να μάθω το μυστικό, το κρυμμένο δράμα, που πάντα υποπτευόμουνα.
- Δεν έχετε άδικο, είπα. Μα βρίσκετε τίποτε το φυσικό στα δυο άκρα; Εφ' όσον θέλουμε να βρούμε πού είναι ο έρως, δεν μπορούμε παρά να τον κατατάξουμε στο κακόχρωμο, όπως λέτε, μέσον. Ίσως υπήρξαν έρωτες γιομάτοι μόνο καλλονή, ή πνιγμένοι μόνο στην ασχημιά. Μα μπορούμε να παραδεχτούμε το απόλυτο στις δυο αυτές άκρες;
Σηκώθηκε απότομα. Στα μάτια της έλαμπε μια περίεργη φωτιά.
- Το απόλυτο στις άκρες; Δεν ξέρω αν υπήρξαν έρωτες αποκλειστικά άσκημοι. Αλλά έρωτες γιομάτοι ομορφιά υπάρχουν. Και θα σας το αποδείξω!
Και με το γοργό και αθόρυβο βήμα της βγήκε από την κάμαρα.
Εγύρισε σχεδόν αμέσως. Στα χέρια της κρατούσε ένα κουτί. Το άνοιξε, και σκόρπισε στο τραπέζι ένα πλήθος χαρτιά, γράμματα παλιά γραμμένα σε χοντρό άσπρο χαρτί.
- Διαβάστε, μου είπε.
Ήταν ερωτικά γράμματα. Φράσεις ωραίες, γιομάτες αγάπη και τρυφερότητα. Την έλεγε Ελίζα του, Λίζα του, Λισαμπέτα του, Λιζούλα του. Τη νανούριζε με γλυκά λόγια σαν ένα μικρό παιδάκι. Απευθυνόταν σε μια αγαθή και άπραγη ψυχή, σ' ένα αθώο κοριτσάκι. Και συλλογιζόμουν, ποια να ήταν άραγε η μορφή της δεσποινίδος Πετρογιάννη, την εποχή που εγράφτηκαν αυτά τα γράμματα δηλαδή εδώ και είκοσι χρόνια σχεδόν.
Αυτός ήταν κάποιος Τάκης. Δεν ήξερα ποιος ήταν ούτε ήθελα να μάθω. Τι μ' ενδιέφεραν τα πρόσωπα, στο δράμα που άρχισε να προβάλει; Τον εξιδανίκευα, τον ανήγαγα σ' αφηρημένη έννοια. Ήταν ο εραστής. Εκείνος!
Την αγαπούσε αληθινά; Τα γράμματά του, ήσαν γιομάτα ειλικρίνεια. Και το πιο πεπειραμένο μάτι, δεν μπορούσε ν' ανακαλύψει, αδιαφορία ή υποκρισία, κάτω από τις θερμές εκφράσεις του. Η αλληλογραφία τους, είχε βαστάξει πέντε ολόκληρα χρόνια. Δεν ήταν κανονική.
Περνούσαν μήνες χωρίς γράμμα, και ύστερα έφταναν δυο σε μια βδομάδα. Πρόσκαιρες ψυχρότητες και παρακμή που δίναν θέση, σε μια νέα κρίση. Πού και πού, παρουσιαζόσαντε μεγάλα κενά. Γράμματα θυμωμένα κι' έπειτα σιωπή. Ένα σωστό τέλος. Κι' από κει, ύστερα από καιρό, πάλι ένα γράμμα γιομάτο μεταμέλεια, έρωτα και αφοσίωση. Χωρίς αμφιβολία την αγαπούσε.
Τα τελευταία γράμματα, είχαν έλθει αραιά, σαν κουρασμένα, γιομάτα στοργή και γαλήνη. Και έπαψαν. Ήταν το τέλος.
Βυθισμένος στο διάβασμα δεν κατάλαβα την ώρα να περνάει. Κι' εκείνη, σκυμένη πάνω στο τραπέζι, ξαναδιάβαζε με συγκίνηση τα δοκουμέντα της μοναδικής της αγάπης. Τι δροσιά, που 'βγαινε από αυτά τα γράμματα, τι χαρά, τι νειάτα! Ήταν ο ωραίος έρως, ο έρως της Αστρέας και της Καλλιρρόης. Η αγάπη της ήταν ένα λυρικό ποίημα. Αλλ' από πού αρχίζει το δράμα;
- Πού τον εγνωρίσατε;
Η φωνή μου ύστερα από τόση σιωπή, αντήχησε περίεργα στην κάμαρα. Με κοίταξε ξαφνιασμένη από τις παλιές στιγμές που ξαναζούσε.
- Εδώ, μου απάντησε. Έχουν περάσει είκοσι χρόνια από τότε...
Είχε έρθει η στιγμή της εκμυστήρευσης. Έπρεπε πια να μιλήσει. Και μίλησε. Η ιστορία στο στόμα της ήταν μακρυά, γιομάτη χαρά, ομορφιά, αθωότητα. Τόση αθωότητα, που έφερνε ένα συγκαταβατικό μειδίαμα στα χείλη του ακροατή. Τι σκηνές κλασσικής απλότητος, τι συναντήσεις ειδυλλιακές, τι δάκρυα αισθηματικά, εκεί που μόνο γέλιο χαράς έπρεπε!
Και όλη η ιστορία μπορούσε να συνοψιστεί σε δυο τρεις φράσεις.
Ήταν περαστικός από την πόλη. Γνωρίστηκαν. Πέρασαν ένα καλοκαίρι γιομάτο ειδυλλιακό μεθύσι. Το χινόπωρο, εκείνος έφυγε. Πήγε στη Γερμανία να σπουδάσει νομικά. Χωρίστηκαν μ' όρκους αιωνίας αγάπης. Η συνέχεια είναι στα γράμματά του.
Αυτό ήταν όλο...
Η δεσποινίς Πετρογιάννη άναψε τη λάμπα. Ύστερα μάζεψε τα σκορπισμένα χαρτιά, τα ταχτοποίησε και τα 'κλεισε στο κουτί.
Κάθισα σιωπηλός στη θέση μου, κοντά στο παράθυρο. Συλλογιζόμουνα την ιστορία που άξαφνα μου φανερώθηκε. Εκείνο όμως που με απασχολούσε πιο πολύ δεν ήταν τόσον η ερωτική περιπέτεια, όσο η συνέχειά της, τα δέκα χρόνια που επακολούθησαν το τέλος της.
Τι ήσαν αυτά τα δέκα χρόνια για τη δεσποινίδα Πετρογιάννη; Ανάμνηση στωική; Αφοσίωση σ' ένα σβυσμένο αίστημα; Ελπίδα;
Ελπίδα; Τι να ελπίσει; Τι μπορεί να περιμένει κανείς ύστερα από τόσα χρόνια; Μπορεί να δημιουργήσει, ένα πλάσμα, μια σχηματική νόθο κατάσταση μέσα στην οποία να ζήσει;
Είχε καθίσει όπως πάντα στην πολυθρόνα της απέναντί μου. Ο κήπος είχε χαθεί πια μέσ' τη νύχτα.
Η αδύνατη λάμπα μόλις φώτιζε τη μορφή της.
- Και ύστερα; ρώτησα.
Το βλέμμα της σκοτείνιασε.
- Ύστερα, είπε, η σιωπή. Ήταν η αντίδραση της γαλήνης ύστερα από τη μεγάλη τρικυμία. Αιστανόμαστε κι' οι δυο την ανάγκη να σιωπήσουμε, ν' απομονωθούμε, να ησυχάσουμε. Δεν είχαμε πια τίποτε να πούμε μεταξύ μας. Η αγάπη μας είχε εξελιχτεί σε τέτοιο σημείο, ώστε κάθε λόγος θα ήταν περιττός. Η ηθική ένωσή μας είχε γίνει ατράνταχτη. Γαληνέψαμε ησυχασμένοι, ευτυχισμένοι για τον μεγάλο, τον αιώνιο έρωτά μας. Γιατί ν' αλληλογραφούμε; Γιατί να διακινδυνεύουμε, τον υπερκόσμιο δεσμό μας, σε μια επικοινωνία που δεν είχε να προσθέσει, πια τίποτα στην αγάπη μας;
Ώστε γι' αυτήν η παλιά ιστορία εξακολουθούσε.
Η εκδοχή της ήταν αληθινή, ή μια παρηγορητική φαντασία, που έσωζε μια κατάσταση;
- Νομίζετε, ότι σας θυμάται ακόμα; τόλμησα να ρωτήσω.
Τα μάτια της άστραψαν με χαρά.
- Και βέβαια με θυμάται. Δεν μπορεί να με ξέχασε. Η αγάπη μας είναι από κείνες που δεν σβύνουν. Έχει επιβληθεί μέσα του. Έχει γίνει ένα κομμάτι του εαυτού του, μια δεύτερη φύση του. Πώς σας πέρασε η ιδέα ότι μπορεί να με ξεχάσει;
Το πρόσωπό της εξέφραζε ανησυχία και επιτίμηση, για την περίεργη αντίληψή μου. Τι κούφια ελπίδα, μα τι βαθειά ριζωμένη! Ούτε μια στιγμή δεν συλλογίστηκε πως δέκα πέντε χρόνια χωρισμού είναι πολλά, πάρα πολλά και για τον πιο δυνατό έρωτα...
Και το δράμα αποκαλύφτηκε πια ολόκληρο. Η ελπίδα, η αόριστη μα και βέβαιη ελπίδα. Η πίστη, η αφοσίωση σ' έναν έρωτα παλιό και ξεχασμένο. Έναν έρωτα, που χωρίς άλλο είναι η μόνη που θυμάται πια στον κόσμο.
Η υποταγή στο πεπρωμένο. Και η αναμονή. Η στωική αναμονή, χρόνια ολόκληρα, χρόνια που καταστρέφουν οτιδήποτε άλλο -κι' αυτά τα νειάτα ακόμα- εχτός από την γαλήνια πίστη που στηρίζεται σε μια νόθο προϋπόθεση.
Περιμένει. Τι περιμένει; Να 'ρθει πίσω εκείνος, ο ξενιτεμένος, που 'χει τρεις πενταετίες στη Γερμανία, να την σφίξει στην αγκαλιά του, να της θυμίσει τα παλιά, να την κάνει, γυναίκα του;
Και τα χρόνια περνούν. Και το δράμα μεγαλώνει μέσ' το σκοτάδι του, θεριεύει, ξαπλώνεται, πνίγει. Οι άλλοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα. Μα ούτε κι' αυτή. Αγωνιώ. Μα αφού την αγαπάει, την θυμάται, γιατί αργεί, γιατί δεν έρχεται. Η μονοτονία των ημερών μέσ' το μικρό σπιτάκι είναι πνιχτική. Και κανένας φίλος, κανείς γνωστός, που να γλυκάνει, την γαλήνια αγωνία της.
Και περνούν κι' άλλα χρόνια. Τώρα δεν περιμένει πια τίποτα. Δεν θα 'ρθει πια. Κι αν τυχόν έρθει είναι πλέον αργά. Πιστεύει όμως. Δεν την εξέχασε, αυτό είναι αδύνατο. Αρκείται πια στο ότι την αγαπάει ακόμα, στ' ότι θα την αγαπάει πάντοτε. Η σιωπηλή και μακρινή αυτή αγάπη την λικνίζει. Δημιουργεί γύρω της μια ευχάριστη ατμόσφαιρα. Πλάθει ένα σκοπό στη ζωή της. Και ζει...
Η πλάνη της είναι υπέροχη. Η πίστη της υπερβαίνει στη δύναμή της, τις πιο ψηλές θρησκείες. Η αυταπάτη της είναι μία ολόκληρη φιλοσοφία. Να της πεις την αλήθεια, όπως τη νοιώθεις και όπως είναι; Να τη βγάλεις από την πλάνη της; Μα γιατί; Γιατί; Η πλάνη αυτή, είναι η ζωή της, η ευτυχία. Γιατί να την στερήσεις τη μοναδική της χαρά;
- Με αγαπάει και θα με αγαπάει, πάντοτε, μου είπε. Δεν ζητώ τίποτε άλλο από τη ζωή. Μου αρκεί αυτό. Το να ξέρω όσο ζω ότι μ' αγαπάει είναι η υπέρτατη ευτυχία για μένα.
Και πρόσθεσε χαμογελώντας.
- Θα πάρετε ένα φλιτζάνι τσάι;
Ο χειμώνας πέρασε. Η άνοιξη ήρθε γιομάτη χρώματα και ευωδιές, όπως ξέρει να 'ρχεται στις μικρές επαρχιακές πόλεις. Τα γεράνια ξαναζωντάνεψαν, οι περιπλοκάδες ξανάριξαν τα κλαδιά τους στο χαμηλό φράχτη, και το καναρίνι χαιρέτησε μ' ερωτικές φωνές τον ήλιο.
Και μια μέρα άνθισε το πρώτο τριαντάφυλλο. Η δεσποινίς Πετρογιάννη, το 'κοψε και το 'βαλε στο στήθος της.
- Μια τέτοια μέρα τον πρωτοείδα, μου είπε.
Α, η δύναμη των αναμνήσεων! Ω, οι ρίζες της ελπίδας...
Τ' απογέματα τα περνούσαμε τώρα στη βεραντούλα. Ο ήλιος γέρνοντας στη δύση μάκραινε μπροστά μας τη σκιά του σπιτιού. Ο ποτισμένος κήπος ανάδινε χίλιες ευωδιές λουλουδιών ανάμεσα στην οσμή της υγρασίας του. Και οι ώρες περνούσαν γαλήνια.
- Φίλε μου, μου 'λεγε καμιά φορά, πόσο σου είμαι ευγνώμων για τη συντροφιά σου.
Αυτός ο λόγος ήταν πάντοτε πολύ κολακευτικός για μένα. Και για να την ευχαριστήσω, φιλούσα το φωτεινό της χέρι.
Ένα πρωί, χτύπησε η πόρτα του γραφείου μου. Με μεγάλη μου έχπληξη είδα, ότι ήταν η δεσποινίς Πετρογιάννη. Με χαιρέτησε με το συνηθισμένο της χαμόγελο, και μου είπε κοιτάζοντάς με βαθειά στα μάτια:
- Ήρθε. Είναι εδώ.
Κατάλαβα αμέσως όλη την καταστροφή. Ο γυρισμός του ήταν το γκρέμισμα των ονείρων της. Το θάψιμο της γλυκειάς της πλάνης. Η δηλητηρίαση της ζωής της. Φαίνεται πως ωχρίασα, σαν άκουσα τα λόγια της.
- Φαίνεστε εκπληγμένος, μου είπε. Γιατί; Σας κάνει εντύπωση η επιστροφή του;
- Η επιστροφή του, απάντησα, δεν μου κάνει καμία εντύπωση. Αλλά φοβάμαι...
- Τι φοβάστε;
Δεν ήθελα να μιλήσω πιο πολύ. Προσπάθησα να υπεκφύγω.
- Ω! Τίποτα! Άλλωστε θα ιδούμε...
Μέσα μου όμως, αιστανόμουνα μια πελώρια αγωνία. Τι θα γίνει; Πώς θ' αποφύγουμε την αναπότρεφτη καταστροφή, τη μεγάλη κατάρρευση;
- Μια μέρα, είπε, αμφιβάλατε για την αγάπη του. Τώρα που ήρθε, θα ιδείτε πόσον είχατε άδικον. Θα ιδείτε πώς θα 'ρθει κοντά μου, γιομάτος αγάπη, σαν τότε...
Αλίμονο! Ερχόταν να με προειδοποιήσει, για την αγάπη του. Τ' όνειρό της ήταν πιο ζωντανό παρά ποτέ. Η απογοήτεψή της θα ήταν καταθλιπτική.
Έφυγε γιομάτη χαρά! Πήγαινε στο σπίτι της να περιμένει, Εκείνον, τον Μεσία της ζωής της. Εγώ έπεσα στην πολυθρόνα γιομάτος μαύρες σκέψεις και κακά προαιστήματα. Έπρεπε να βρω αυτόν τον άνθρωπο. Χωρίς άλλο θα ήταν περαστικός. Θα του θύμιζα την παλιά ιστορία, θα του εξηγούσα την κατάσταση. Θα τον παρακαλούσα να παίξει μια μικρή κωμωδία, μια φιλάνθρωπη κωμωδία.
Δεν άργησα πολύ να τον βρω. Στις επαρχίες ο κόσμος είναι λίγος. Και όχι μόνο τον βρήκα, αλλά ανεκάλυψα ότι ήταν και γνωστός μου, μία από κείνες τις γνωριμίες μεταξύ συμπατριωτών στην ξενιτιά.
- Εσύ, εδώ! μου είπε μ' έχπληξη. Γιατρός στην επαρχία! Πότε βάζεις κάλπη για σύμβουλος;
Ήταν ένα καλό και εύθυμο παιδί. Άλλοτε είχαμε γλεντήσει μαζί στο Βερολίνο.
- Και συ, του είπα, τι κάνεις; Εξακολουθείς ακόμα να τριγυρνάς τα καμπαρέ;
- Όχι, φίλε μου, μού είπε γελώντας. Είμαι έντιμος καπνέμπορος στο Αμβούργο. Σοβάρεψα. Και απόδειξη της αξιοπρεπείας μου ο γάμος μου!
- Πώς, φώναξα έχπληκτος. Παντρεύτηκες;
- Βεβαιότατα! Μάλιστα κάνω το ταξίδι του γάμου μου, αυτή τη στιγμή, στην πατρίδα μου.
Και περνώντας το χέρι του στο μπράτσο μου, γιομάτος χαρά για τη συνάντησή μου, επρόσθεσε:
- Τον αγαπητό Γιωργάκη! Πάμε να σου παρουσιάσω τη γυναίκα μου.
Παντρεμένος! Ταξίδι με τη γυναίκα του, στη μικρή πόλη, που όλος ο κόσμος γνωρίζεται, που όλα μαθαίνονται! Αλίμονο! Η καταστροφή ήταν αναπότρεφτη.
Οι ανήσυχες μέρες περάσαν! Εκείνος έφυγε, με την ξανθή γυναίκα του, ζητώντας να χαρεί, τη νόμιμη αγάπη του, κάτω από νέους ουρανούς. Και όλα ξαναγύρισαν στην παλιά τους κατάσταση.
Η άνοιξη προχωρούσε. Στον μικρό κήπο, τα τριαντάφυλλα είχαν σκορπίσει την απλήν ομορφιά τους. Ο βραδινός αέρας έφερνε μια μυρουδιά γης σε οργασμό. Οι οσμές των λουλουδιών άλλοτε βαρειές, άλλοτε λεπτές και διαπεραστικές, δίναν μια εντονότερη κίνηση στο αίμα. Το στήθος, αιστανόταν την ανάγκη πιο πολλού αέρα, κι' ανεβοκατέβαινε σε γοργές αναπνοές.
Τα ήσυχα βράδια ξανάρχισαν. Τα γεράνια της βεράντας μοσκοβολούσαν. Οι καπουτσίνοι δείξαν τα κεφαλάκια τους ανάμεσα στους κισσούς του φράχτη. Και οι ώρες περνούσαν σιωπηλά. Καθισμένη όπως πάντα στην πολυθρόνα της, με το αιώνιο κέντημα ακουμπισμένο στο διπλανό της τραπεζάκι, είχε τη στάση του ανθρώπου που κάτι περιμένει. Μα δεν περίμενε πια τίποτα. Δυο βαθειές ρυτίδες στο πρόσωπό της, και λίγες σταχτιές τρίχες στους κροτάφους της, ήσαν τα ίχνη της απότομης λύσης του δράματος. Μα ίσως και οι προάγγελοι των γερατειών...
Τα πελώρια γεμάτα αντίληψη μάτια της, είχαν πάρει μια έκφραση πίκρας. Έκλαψε τόσο πολύ! Για πρώτη φορά στη ζωή της έχυσε δάκρυα απελπισίας. Δάκρυα πικρά, που αφήνουν ίχνη απ' όπου περάσουν.
Η καρδιά της είχε αδειάσει. Ήταν μια εκκλησία λεηλατημένη από ορδές απίστων. Ένα κενό απίστευτο, καταθλιπτικό, απόλυτο. Η σκέψη είχε ναρκωθεί. Το να σκεφθεί, ήταν μια σειρά από πίκρες. Και δεν σκεφτόταν πια. Απόφευγε να σηκωθεί από την πολυθρόνα της. Η κίνηση, έφερνε τη σκέψη, κι' η σκέψη τις μαύρες αναμνήσεις...
Ήταν πια η παρακμή...
Η καρδιά μου καταλάβαινε την απελπισία της. Σεβόμουνα τη σιωπή της και την κατάπτωσή της. Προσπαθούσα να τη συγκρατήσω με την παρουσία μου, στον κόσμο, ως που να περάσει η κρίση. Και πέρασε. Ο χρόνος έχυσε τη λήθη του, σαν γλυκό βάλσαμο πάνω στις πληγές της, και η γερή αντίληψή της, αντέδρασε στην διανοητική αδράνεια που επακολούθησε την καταστροφή.
Μα η παλιά γυναίκα είχε σβύσει πια. Κάτω από το αιθέριο, το εξαϋλωμένο εξωτερικό της, ένοιωθες μια ψυχή, πληγωμένη, χτυπημένη ως τις βαθύτερες γωνιές της. Η αλλαγή ήταν αδιόρατη για έναν ξένο, φοβερή όμως για μένα που είχα εισδύσει στη ζωή της. Ήταν ένα μηχανικό νευρόσπαστο, που μια ένταση εσωτερικής θέλησης κινούσε. Μια ζωή, που καταδεχόνταν να ζει μόνο και μόνο από μια περιφρόνηση στο πεπρωμένο.
Όταν το βράδυ έπεφτε, η γοητεία της ώρας βάραινε πιο πολύ απάνω της. Ήταν η στιγμή που έβγαινε από τη νάρκη της, κ' ερχόταν σ' επαφή με τον κόσμο. Κατέβαινε στον μυρωμένο κήπο, ανάσαινε τις πνοές των λουλουδιών κι' απολάμβανε τους χίλιους αδιόρατους κρότους του εξοχικού βραδιού. Η λεπτή της σιλουέτα χώριζε απότομα στο μενεξεδένιο φόντο της δύσης. Τα πουλιά στα δέντρα κάναν τη βραδινή τους προσευχή, με μια υπέροχη φλυαρία. Η νοσταλγία της στιγμής ενεργούσε σαν διεγερτικό απάνω της.
Περπατούσαμε στους δρομάκους του κήπου, σιγά, σιωπηλά! Τα λόγια μας ήσαν σπάνια. Αλλά είχαν κάτι τι από την παλιά ζωή μας, κάτι τι από τον περασμένο μας οπτιμισμό. Η αντίληψή της ξυπνούσε, την ώρα που η ημέρα έσβυνε. Μα τα πρώτα σκοτάδια της νύχτας, διάλυαν την πρόσκαιρη αυτή αναλαμπή!
Και τότε γυρίζαμε στη βεράντα. Τα χαραχτηριστικά της ξανάπαιρναν τη συνηθισμένη αδιαφορία τους. Οι κινήσεις της γινόσαντε αυτόματες, σαν μηχανικές. Και όλη η δυστυχία της, στάλαζε στη φωνή της, που ο κρύος ήχος της πάγωνε την καρδιά μου.
- Θα πάρετε ένα φλιτζάνι τσάι;
Καραγάτσης Μ.
«ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου