Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

 ...Στην αφετηρία...

    Το διήγημα «Αυστραλία» του Γιάννη Δενδρινού, από τη συλλογή «Σπασμένες γραμμές» (εκδόσεις «Ενύπνιο», Αθήνα 2021), αποτελεί τη μικρή ιστορία μιας ολόκληρης ζωής, όχι τόσο του κεντρικού ήρωα, ο οποίος μπαρκάρησε και ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη για τον ίδιο και την οικογένειά του υποτίθεται, αλλά, κυρίως, της γυναίκας του που έμεινε πίσω να τον περιμένει με την ψευδαίσθηση ότι κάποτε θα καλέσει στην ξενιτειά ή θα φροντίσει και την οικογένειά του για να ζήσουν μια καλύτερη ζωή. Πολλοί «ωκεανοί» μεταφορικά και κυριολεκτικά έφεραν το «ρήγμα» στη ζωή αυτών των ανθρώπων. Ο άντρας, ο Αρχοντής, ξενιτεύτηκε και η μακρινή χώρα τον έκανε να ξεχάσει την οικογένειά του. Από την άλλη, η γυναίκα του, η Γλυκερία, έμεινε πίσω να ζει την περιορισμένη και ασφυκτική ζωή της γυναίκας του ναυτικού. Στην αρχή είχε την οικονομική στήριξη του άντρα της, έπειτα τα ίχνη του χάθηκαν, γεγονός που «έπεισε» την ηρωίδα ότι εκείνος ήταν νεκρός. Κι έτσι ακολούθησε τον κοπιώδη βίο της «χήρας» του ξενιτεμένου που αναγκάζεται να κάνει ο,τιδήποτε για να μεγαλώσει τα παιδιά της και να στηρίξει την οικογένειά της. Ως εδώ η ζωή της γυναίκας στο μικρό νησί φαίνεται φυσιολογική και αναμενόμενη... Όμως κάποια στιγμή έρχεται η διάψευση από τον περίγυρο για το τι πραγματικά συμβαίνει με τον άντρα της. Η γυναίκα έχει σκληρύνει πια κι όταν εκείνος επιστρέφει πια γέρος πίσω στο νησί πώς άραγε θα τον αντιμετωπίσει; Ο συγγραφέας -γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιθάκη- χρησιμοποιεί ως αφορμή το μύθο του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, αλλά οι δικοί του ήρωες στερούνται τις ευαισθησίες των μυθικών προτύπων τους, είναι ρεαλιστικοί ανθρώπινοι τύποι μιας πραγματικής ζωής. 
 
✽ 
 
   Τα χέρια του τρέμανε. Έβγαλε δυο πουκάμισα από τη βαλίτσα, έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του και τα περιέφερε μπρος στα γουρλωμένα μάτια των παιδιών σαν λάβαρα. Είχανε φανταχτερά χρώματα, αποχρώσεις του πράσινου και του γαλάζιου, και κάτι σχέδια ακαθόριστα, εξωτικά, που φέρνανε σε φοίνικες και καμπυλωτά ράμφη παπαγάλων.
   Αυτή με την κόρη της σταθήκανε παράμερα, όρθιες σε μια γωνιά της τραπεζαρίας. Τον κοίταζαν, αλλά ένα χαμόγελο δεν έφυγε απ' το χείλι τους.
   Ύστερα από λίγο, τα παιδιά ξεσπάσανε. «Ρε συ μάνα, θα μας εξηγήσει κανείς τι συμβαίνει 'δω πέρα;» είπανε με μια φωνή. «Ποιος είναι τούτος ο γέρος;»
   Η μάνα τους έχωσε με λύσσα τα νύχια στ' αργασμένο μπράτσο της δικής της μάνας. Το γέρικο πετσί σκίστηκε και μικρές κόκκινες σταγόνες κυλήσανε στο πάτωμα. Η γριά έμεινε ασάλευτη.
   Η Γλυκερία παντρεύτηκε τον Αρχοντή το '49, στα τελειώματα του εμφυλίου. Είχανε να λένε για την τύχη της. «Να μου τον προσέχεις», της ψιθύρισε στο αυτί μια παλιά αγαπητικιά του, η Στέλλα του Αρματάρη, όταν ένα βράδυ με βροχή τη στρίμωξε στο πάνω καντούνι της πλατείας. Κι αυτή της είχε  μπήξει τότε τα κοφτερά της νύχια στο κάτασπρο μπράτσο. Το νερό είχε σχηματίσει ρυάκι και πήρε μαζί του το αίμα και την απειλή.
   Ήτανε σκυφτή κι αδύναμη, με πόδια σαν κλαδάκια, αλλά είχε μάτια μεγάλα και υγρά, λες και την έδερνε πυρετός ολημερίς. Μόλις τα πρωτοείδε ο Αρχοντής, λέγανε, αποφάσισε να κατέβει απ' το βουνό, να παραδώσει το ντουφέκι και να φτιάξει οικογένεια. Κάποιοι ψιθύρισαν άλλα. Ότι ήτανε το χωράφι στο Βλυχό, που του 'ταξε μια νύχτα χωρίς φεγγάρι ο μπάρμπας της ο Ντίνος πάνω από τ' αποκαΐδια της φωτιάς, λίγο πριν η ομάδα τους εγκαταλείψει το ύψωμα του Κλέφτη.
   Όλα γίνανε γρήγορα. Δέκα μήνες μετά, η Γλυκερία γέννησε την κόρη τους. Την άφηνε, μωρό ακόμα, κάτω απ' τα λιόδεντρα και ζωσμένη με το σακούλι της ανέβαινε στα πιο ψηλά κλωνάρια για να μαζέψει έναν έναν τον καρπό. Και στ' αμπελάκι, στην άκρη του χωραφιού, πρώτη άφηνε τον κόπο της. Μόνη το κλάδευε στη χάση του φεγγαριού και τελευταία έφευγε από το μάζεμα των σταφυλιών. Πήγαινε συχνά στην εκκλησιά και σταυροκοπιόταν με τις άλλες γυναίκες του νησιού.
   Ο Αρχοντής ψευτοδούλευε. Έκανε δυο μεροκάματα τη βδομάδα μοιράζοντας φιάλες υγραερίου με το τρίκυκλο του πρατηρίου και τις άλλες μέρες έκανε τάχα πως τη βοηθούσε στο χωράφι. Μόλις γύριζε κοιταζόταν στον καθρέφτη, περιποιούνταν το μαύρο του μουστάκι και κατηφόριζε στην ταβέρνα. Αυτός πήγαινε στην εκκλησιά μόνο τις μεγάλες γιορτές.
   Δυο δωμάτια είχε το χαμόσπιτο που μένανε. Έφτιαξαν για τη μάνα της κι ένα τρίτο, με ξύλινους τοίχους σαν τσιγαρόχαρτα που το χειμώνα τραβούσανε νερό απ' το χώμα.
   Ένα απόγευμα που οι αστραπές σκίζανε τον ουρανό, επιστρέφοντας από μια γειτόνισσα, τον βρήκε όρθιο δίπλα στο παράθυρο της κουζίνας. Κρατούσε στο χέρι ένα ποτήρι με νερωμένο κρασί και κοίταζε τη λάσπη που κυλούσε ορμητικά από τη λιθιά του πάνω δρόμου. Ανησύχησε. Φαινόταν ότι την περίμενε.
   «Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό. Μεροδούλι μεροφάι. Θα μπαρκάρω», της είπε.
   «Όχι στα καράβια, για όνομα του Θεού». Προσπάθησε να τον μεταπείσει. Του 'πε για τα σπίτια τα καμένα. Τρία ναυάγια είχε το νησί, από τον πόλεμο και δώθε. Άσχημη η ζωή της οικογένειας του ναυτικού. Έβγαλε μια τσαλακωμένη φωτογραφία από το συρτάρι με τον ξάδερφό της, που χάθηκε πριν δυο χρόνια στη θάλασσα του Αλμποράν, έξω από τις ακτές της Ισπανίας. Του την έδειξε. Ξύπνησε και την κόρη τους, την πήρε αγκαλιά και την έβαλε μπροστά στο πρόσωπό του. Αυτός έκλεισε τα μάτια και πήγε για ύπνο. 
   Ο Αρχοντής μπάρκαρε και στους οχτώ μήνες πάνω την ειδοποίησαν ότι εξαφανίστηκε όταν το πλοίο έπιασε στο Ντάργουιν, ένα λιμάνι στο βόρειο τμήμα της Αυστραλίας. Έμεινε όπως το κερί τ' αναμμένο κι άκουγε το μυαλό της να λιώνει.
   Ο μπάρμπας της ο Ντίνος, που τα 'ξερε όλα από την αρχή, της εξήγησε. Για καλό έγινε αυτό, της είπε. Δεν είχε άδεια εισόδου στη χώρα και μπούκαρε παράνομα. Θα τον φυγάδευε κρυφά ο Μάκης ο Ραμμόπουλος και θα τον φιλοξενούσε στο σπίτι του στο Σίδνεϋ. Για όσο χρειαστεί, μέχρι να πάρει τα νόμιμα χαρτιά στα χέρια του. Σε πέντε, το πολύ έξι χρόνια, θα την φώναζε να πάει κι αυτή με το κορίτσι τους.
   Τα πρώτα χρόνια της έστελνε γράμματα. Με το όνομα του Μάκη ως αποστολέα. Της έβαζε και λίγα χρήματα στο φάκελο.
   Το '53 γίνανε οι μεγάλοι σεισμοί που ισοπέδωσαν πολλές περιοχές του νησιού. Αυτή με την κόρη και τη μάνα της ήταν από τους τυχερούς γιατί το χαμόσπιτο ήταν ξύλινο. Ο Αρχοντής δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον. Αντίθετα, τα γράμματα και τα χρήματα αραίωσαν. Κοντά στα τέλη του '50 σβήστηκε κάθε ίχνος του.  Στο νησί τον είχανε για πεθαμένο. Φόρεσε κι αυτή τα μαύρα.
   Η Γλυκερία δούλευε από καιρό ως καθαρίστρια σε αρχοντόσπιτα και η μικρή την ακολουθούσε σαν ψωριάρικο σκυλί. Το βράδυ έγερνε αποκαμωμένη στο κρεβάτι κι έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο: Ο Αρχοντής της έφυγε, λέει, κατά τη μία το βράδυ από το εστιατόριο που δούλευε. Αλήθεια, σε εστιατόριο δούλευε; Ποτέ δεν της το είπε. Βγήκε από την πίσω πόρτα και κίνησε για το σπίτι, περνώντας από ένα σκοτεινό σοκάκι. Εκεί, δίπλα σε μια σιδερένια σκάλα, εμφανίστηκε ένας μαύρος και του ζήτησε τα χρήματά του. Αυτός αρνήθηκε. Γιατί είχε αφήσει πίσω κόρη και γυναίκα, τους είπε. Αντιστάθηκε. Ένας άλλος ήρθε πισώπλατα και του 'μπηξε το μαχαίρι. Τον πετάξανε στον κάδο της γωνίας, όπως το σκουπίδι.  Το πρωί ξύπναγε ιδρωμένη και καταριότανε τους αράπηδες του Μπρούκλιν. Κι όταν της έλεγαν ότι ο άντρας της είχε πάει στην Αυστραλία κι όχι στην Αμερική τους κοίταζε σαν χαμένη.
   Τα χρόνια περάσανε. Η Γλυκερία είχε πατήσει τα σαράντα. Κι όπως η φύση φέρνεται κάποτε ανεπάντεχα, οι κακουχίες γίνανε ομορφιά. Το κορμί στύλωσε, δυνάμωσε, το πρόσωπο γλύκανε. Μόνο τα υγρά μάτια θυμίζανε τα παλιά. Ένα πρωί βρέθηκε στο σπίτι του καπετάν Δήμου που 'χε γυρίσει πρόσφατα από μπάρκο. Έλειπε η γυναίκα του στην πλατεία. Αφαιρέθηκε με την καινούργια τηλεόραση. Πρωτόγνωρα πράγματα. Παρατηρούσε το ξύλινο γραμμόφωνο με τους δίσκους, όταν ο καπετάνιος την πλησίασε από πίσω σαν γάτα κι έφερε τα χέρια του στα στήθη της. 
   Τρόμαξε κι έκανε να φύγει, αλλά εκείνος πρόλαβε και της είπε ψιθυριστά: «Μην είσαι κουτή. Τον είδα πριν δυο μήνες. Ζωή χαρισάμενη, με γυναίκα και παιδιά».
   Γύρισε και του άστραψε ένα χαστούκι. Την άλλη μέρα το πρωί συνειδητοποίησε ότι όλο το νησί το γνώριζε εδώ και χρόνια.
 
   Το βράδυ του 'στρωσε να κοιμηθεί στο ντιβανομπάουλο της νέας κάμαρας, εκεί που τα εγγόνια κοιμίζανε τους φίλους τους από τα πάνω χωριά, κάθε που ξεμένανε στη Χώρα. Ο γέρος δυσφόρησε γιατί ήθελε το κρεβάτι του, το συζυγικό, αλλά δεν έκανε θέμα. Κι αύριο μέρα είναι, ακούστηκε να μουρμουρίζει. 
   Η Γλυκερία γύρισε μετά από λίγη ώρα. Στάθηκε στην ανοιχτή πόρτα. Έβγαλε έναν αναστεναγμό, σταύρωσε τα χέρια της κι ακουμπώντας στο ξύλινο κούφωμα, έμεινε να παρατηρεί στο μισοσκόταδο τον άνθρωπο με τα εμπριμέ πουκάμισα που ήρθε να ταράξει την ηρεμία τους δυο μόλις μέρες πριν τον ερχομό της νέας χιλιετίας. Είναι ένας ξένος, φώναζε πριν από λίγο η κόρη τους ολολύζοντας. Κι όμως, σκεφτόταν όπως τον κοίταζε, αυτό το μικρό περιποιημένο μουστάκι που 'χει γίνει τώρα κατάλευκο... 
   Ξαφνικά, εκείνος άνοιξε τα μάτια του. Πρώτα τα στύλωσε στο νταβάνι, ύστερα έγειρε το κεφάλι και την είδε.
   «Έκανες οικογένεια, λένε. Με παιδιά κι εγγόνια», του είπε.
   «Ας λένε ό,τι θέλουν. Εσύ είσαι η γυναίκα μου κι εδώ είναι το σπίτι μου», της απάντησε κι αμέσως μετά συμπλήρωσε: «Μην το ξεχάσω. Το χωράφι στο Βλυχό θα το πάρει ο μικρός. Που 'χει και τ' όνομά μου».
   Γύρισε πλευρό κι αφέθηκε στον ύπνο του.
 
 Δενδρινός Γιάννης
LITERATURΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου