...Στην αφετηρία...
Η
Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου αποτελεί μια
πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση στην
νεοελληνική λογοτεχνία. Γεννήθηκε στην
Κωνσταντινούπολη το 1867 και πέθανε πολύ
πρόωρα,
το 1906 σε ηλικία μόλις 36 ετών. Θεωρείται
μια από τις πρωτοπόρους Ελληνίδες
πεζογράφους και το λιγοστό της έργο,
σύντομα διηγήματα (περίπου
140),
που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και
περιοδικά της
εποχής
όσο ήταν εν ζωῄ,
από
νωρίς τράβηξε την προσοχή στους
λογοτεχνικούς κύκλους της χώρας και
χαρακτηρίζεται για την ποιότητά του
αλλά είναι και αντιπροσωπευτικό της
προσπάθειας μιας γυναίκας, σε μια
αντροκρατούμενη κοινωνία και εποχή, να
ασχοληθεί με «γυναικεία» θέματα, να
προωθήσει ιδέες «φεμινιστικές», γεγονός
που της στοίχισε ιδιαίτερα και στην
προσωπική της ζωή, καθώς κυνηγήθηκε
-υπήρξε και δασκάλα σε ελληνικά σχολεία
της Πόλης- από τους συντηρητικούς κύκλους
της εποχής της. Το
έργο της, όμως, δε θεωρείται πρωτοποριακό
μόνο για τη θεματική του και την εμβάθυνση
σε θέματα που έχουν να κάνουν με τη
γυναικεία ψυχολογία. Είναι
επίσης σημαντικό γιατί έχει και
ενδιαφέροντα μορφολογικά χαρακτηριστικά:
περιεκτικές αφηγήσεις στα πλαίσια της
μικρής φόρμας, ζωντανούς διαλόγους και
χρήση του δημώδους ιδιώματος σε αρκετά
απ' αυτά.
Το
διήγημα «Συγγνώμη»
πρωτοδημοσιεύτηκε
στο περιοδικό της Κωνσταντινούπολης
«Φιλολογική
Ηχώ» το
1896. Μέσα απ' αυτή τη σύντομη ιστορία που
έχει να κάνει με την επίσκεψη ενός
«πρώην»
συζύγου στην εγκατελειμμένη από τον
ίδιο -είναι πλέον ξαναπαντρεμένος και
έχει αποκτήσει άλλα παιδιά- πρώην γυναίκα
του και την άρρωστη κόρη του, θίγεται
το ευαίσθητο, για την εποχή της
Παπαδοπούλου, θέμα του διαζυγίου, τα
συναισθήματα της παρατημένης και
παραιτημένης από τη ζωή συζύγου και,
υπαινικτικά μεν αλλά εξίσου εύστοχα,
αυτά της «παρατημένης»
κόρης. Η
συγγνώμη που ζητά ο «πρώην»
σύζυγος και πατέρας, μπορεί να του
δίνεται -απ' την πρώην γυναίκα του
τουλάχιστον, αλλά όχι κι απ' την κόρη-
κι αυτό φαίνεται να τον ικανοποιεί,
ωστόσο δεν έχει συναίσθηση του νοήματος
και της σημασίας της, εφόσον δεν ήταν
παρά ένα σχήμα λόγου γι' αυτόν. Και μετά
από την ικανοποίηση του ακούσματος της
λέξης, ολοκληρώνει την εθιμοτυπική του
επίσκεψη και σπεύδει να γυρίσει ξανά
στις ασχολίες και την καθημερινότητά
του, χωρίς κανένα άλλο ενδιαφέρον πια
για την άρρωστη κόρη του.
✽
Του έγραψε δυο λόγια, πως η Αγλαΐα είναι πολύ άρρωστη και τώρα τον περιμένει. Δώδεκα χρόνια ζουν χωρισμένοι. Δώδεκα χρόνια κλείσθηκε σ' αυτό το σπίτι μέσα. Δώδεκα χρόνια δεν τον είδε. Τα μαλλιά της ασπρόμαυρα, το μέτωπόν της ρυτιδωμένον. Τα δάκτυλά της πλέκουν γρήγορα πτερωτά και τα μεγάλα γαλανά μάτια της, που τώρα ξεθώριασαν, οπλισμένα με τα γυαλιά, ακολουθούν τις βελόνες. Μαύρο το φόρεμά της, μαύρη και η καρδιά της. Το παράθυρον, το οποίον είναι πολύ πλησίον της, τής δεικνύει τον Κεράτιον κόλπον γαλήνιον. Πάντοτε όταν βλέπει τα μεγάλα σκάφη να εξαπλώνονται ήσυχα και αμέριστα εις την λείαν επιφάνειαν του λιμένος, ψιθυρίζει: «Η θάλασσα η άπιστη, που σηκώνει θεριά κύματα ή σείεται ελαφρά, έχει λιμάνια ακύμαντα, μα η ζωή του ανθρώπου, αχ, δεν έχει».
Κτύπησε τον εσπερινό η καμπάνα του πατριαρχείου, η κ. Πουλχερία πετάχθηκε τρομαγμένη και ξέχασε να κάνει όπως πάντα το σταυρό της. Έφυγαν δυο - τρεις βελονιές από την κάλτσα της και η ματιά της καρφώθηκε στη θάλασσα, και κατόπι ξεκαρφώθηκε με βία και καρφώθηκε στη θύρα του δωματίου.
Δοκίμασε να ξαναπλέξει, μα τα δάκτυλα έτρεμαν και δεν το κατόρθωσε. Ο Μαυρίκος, ο γάτος της, έπαιξε με το κουβάρι της.
Κτύπησε η θύρα, η κ. Πουλχερία πετάχθηκε και βρέθηκε στο πόδι.
Επλησίασε τον καθρέφτη. Θεέ μου, τι άσχημη! Χλωμή, λιγνή, ζωντόνεκρη. Διόρθωσε λιγάκι τα μαλλιά της -η γυναίκα αυτό δεν το λησμονεί και στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής της- και συμμάζεψε το κουβάρι της που ολόκληρο το ξετύλιξεν ο Μαυρίκιος.
Ακούστηκαν βήματα. Η καρδιά της κτυπούσε δυνατά, όσο τα βήματα πλησίαζαν, τόσο οι παλμοί πλήθαιναν. Εμβήκε ένας κύριος με μεγάλη κοιλιά, παχύς, ροδοκόκκινος, καλοξυρισμένος και κρατούσε στα χάρια του κυλινδρικόν πίλον. Η κ. Πουλχερία του έτεινε το παγωμένο χέρι της. Τα μάτια της άστραφταν. Ναι, ο Μάρκος δεν ήταν αδύνατος σαν σκελετός, μα γήρασε κι εκείνος, άσπρισαν τα μαλλιά του και τα μουστάκια του.
Εκείνος, πήρε το χέρι της και το φίλησε. Δύο μεγάλα δάκρυα κυλίσθηκαν στα παχιά κατακόκκινα μάγουλά του. Με φωνή βραχνή, η οποία διεκόπτετο από την συγκίνησιν, εψιθύρισε:
«Πουλχερία, με συγχωρείς;»
Εκείνη τον συνεχώρησεν, όπως συνεχώρησε προ ολίγου τον Μαυρίκο, που εξετύλιξε το κουβάρι της.
Τι στενοχωρία! Δεν έχουν τίποτε να πουν. Πόσα έλεγαν άλλοτε σκυμμένοι σ' αυτό το παράθυρο, πριν ξημερώσει η μαύρη μέρα, κατά την οποίαν ο κ. Μάρκος έφυγε δια την Ευρώπην, με την διδασκάλισσαν της κόρης του.
Δώδεκα έτη έλειπε, δώδεκα έτη η κ. Πουλχερία έζησε ζωντόνεκρη στο παραθαλάσσιο αυτό σπίτι, δώδεκα έτη έκλαιγε κρυφά, δια να μην την βλέπει η κόρη της η ασθενική.
«Και η κόρη μας;» εψιθύρισε με στενοχωρίαν ο παχύς άνθρωπος.
«Η κόρη μας;»
Τώρα δάκρυα χονδρά σαν βροχή άφθονα έβρεξαν το πρόσωπον της κ. Πουλχερίας.
«Η κόρη μας δεν είναι καλά».
Σηκώθηκε και του ένευσε να την ακολουθήσει.
Σ' ένα δωμάτιον ευρύχωρον, με τοίχους παχείς σαν τοίχους φυλακής, με δικτυωτά πυκνά, ήτο εξηπλωμένη η κόρη του, η κόρη των.
«Αγλαΐα!»
Άνοιξε τα βαριά βλέφαρά της η άρρωστη με κόπον. Αλλά τα ξανάκλεισε, διότι την εστενοχώρει το φως το άπλετον. Χλωμή σαν αγιοκέρι και με πρόσωπο λιωμένο εχαμογέλασε, και φάνηκαν τα δόντια της μαύρα και τριμμένα.
«Ο πατέρας σου, παιδί μου».
Το μειδίαμα έφυγε από τα χείλη της.
Ο κ. Μάρκος επλησίασε και την εγλυκοφιλούσε.
«Με γνωρίζεις, Αγλαΐα μου;»
«Ναι, η μητέρα όταν παρακαλούσε στην αρρώστια της, πάντα ανέφερε τ' όνομά σου».
Γέλασε ένα γέλιο περιπαικτικό, έκλεισε τα μάτια της και γύρισε από το άλλο το πλευρό.
Η κ. Πουλχερία τον έσυρεν εκτός του δωματίου.
«Μάρκο, μη νομίσεις ότι έμαθα την κόρην σου να σε καταράται και να σε μισεί. Μα έγινε νευρική. Και ενώ όταν ήμην καλά σ' εζωγράφιζα με τα καλύτερα χρώματα, άμα μου ήρχετο η κρίσις φαίνεται ότι έλεγα μερικά πικρά πράγματα, εις τα οποία η κόρη μας επρόσεξε περισσότερον από τα λόγια τα δικά μου. Μ' εννοείς!»
«Ναι».
Το ρολόγι της Μεγάλης Σχολής εκτύπησε πέντε ώρες, ο κ. Μάρκος απεφάσισε να φύγει. Ήτο η ώρα που έβγαζε την κυρία του -διότι τώρα είχε άλλην σύζυγον και άλλα παιδάκια- στον περίπατο. «Ε, με συγχωρείς, Πουλχερία;»
«Σε συγχωρώ».
Έφυγε κατευχαριστημένος διότι φέρθηκε σαν άνθρωπος με πολλή καρδιά, αφού πήγε σ' αυτό το σπίτι που δεν έπρεπε να ματαπατήσει, δια να ιδεί την άρρωστη κόρη του.
Ενώ έφευγε, ανέπνευσε ελεύθερα και είπε: «Μα πταίει η Πουλχερία. Το παιδί αυτό είχεν ανάγκη καθαρού αέρος, περιπάτου, και εκείνη έζησε δώδεκα τώρα χρόνια κλεισμένη σαν σπιτόγατα. Τέτοια ήταν πάντα. Δεν αγαπούσε τον περίπατο. Αλίμονον, ούτε η μητρική στοργή δεν μπόρεσε να ξεριζώσει τα κακά της φυσικά».
Σκούπισε τον ίδρω του και πήδηξε γρήγορα μέσα στο καΐκι, που τον επερίμενε έξω από τα κάγκελα του κήπου.
Γλίστρησε το καΐκι, εχοροπήδησε λιγάκι ενώ περνούσε τα μεγάλα κύματα που εσήκωσε το βαποράκι της γραμμής που πέρασε προ ολίγου και άρχισε να καπνίζει το τσιγάρο του. Η συγγνώμη, την οποία του έδωκαν, πολύ τον εχαροποίησε.
Σε δυο διαφορετικά παράθυρα ήταν δύο γυναίκες και τον έβλεπαν με ματιές διαφορετικές.
Η κόρη του έβηχε, έβηχε και γελούσε, ενώ έβλεπε τον πατέρα της ξαπλωμένο, και το εξησθενημένο πνεύμα της τίποτε δεν συλλογίζουνταν.
Η κ. Πουλχερία τον έβλεπε και έλεγε πως η συγγνώμη, την οποία δίδει κανείς, είναι πολύ γελοίο πράγμα.
«Πώς τον συγχώρησα; Ήλθε πίσω η αδικοξοδευμένη νεότης μου, η Αγλαΐα μου έγινε πάλιν υγιής και ροδοκόκκινη;»
Η κ. Πουλχερία, η οποία συχνά δεν γελά, εγέλασε τώρα και εκείνη, όταν είδε μέσα στο καΐκι τόσο χαρούμενο τον κ. Μάρκο, δια την συγγνώμην την οποία έλαβε. Το γέλιο της και της κόρης απετέλεσαν μια παράξενη συμφωνία σπαρακτική μέσα στο σκοτεινό, ήρεμο και μεγάλο φαναριώτικο σπίτι. Ο γείτονας, ο δεσπότης, ο οποίος επότιζε μόνος του τα λουλούδια του, πετάχθηκε τρομαγμένος και σταυροκοπήθηκε, διότι ποτέ μα ποτέ δεν άκουσε δώδεκα τώρα χρόνια γέλια στο σπίτι της ζωντόνεκρης.
Παπαδοπούλου Αλεξάνδρα
ΜΙΚΡΟΣ ΑΠΟΠΛΟΥΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου