Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2021

ΣΕΙΣΜΟΣ

  
   Φωτεινό, ολοκάθαρο, μάς δέχεται φιλόξενα το καινούργιο σπίτι. Όλα μοντέρνα. Τα φαρδιά παράθυρα, τα μωσαϊκά στα πατώματα, τ' ανοιχτά χρώματα στους τοίχους με τ' ασπροτάβανα, κ' η τσιμεντένια βεράντα από τη μια την άκρη ως την άλλη.
   - Όμορφο το σπιτάκι σου, κυρά Τριαντάφυλλη, λέω της νοικοκυράς.
   - Ναι, χαμογελάει αυτή. Θα περάσετε καλά τις δεκαπέντε σας μέρες. Είναι και κοντά στα λουτρά.
   Σα ν' αναστενάζει -ή έτσι μου φαίνεται;
   Τώρα την προσέχω καλύτερα. Θεέ μου! Τι παρατονία η χωριάτικη φορεσιά μέσα στ' ολοκαίνουργο ευρωπαϊκό σπίτι! Μα τι μας μέλλει; Μη τάχα είμαστε ζωγράφοι για να κυνηγούμε χωριάτικους τύπους στο φυσικό τους περιβάλλον; Κ' η βεράντα αξίζει ό,τι και να πει κανείς. Πανόραμα. Μπροστά μας η θάλασσα, βαθυγάλανη, μέσα στην απαλή καμπύλη της χρυσαφένιας γης. Ο ήλιος ρίχνει μετάλλινες λάμψεις στ' ανοιγμένα πανιά μιας ψαρόβαρκας και στα φτερά ενός γλάρου. Όλα σπιθοβολούν, κι' όμως δεν είναι ζέστη. Ο αέρας φυσάει αλμυρός κι' ολόδροσος.
   - Τι χαρούμενος τόπος! λέω της αδελφής μου. Ποιος να το πει πως εδώ έγινε μια καταστροφή; Ευτυχώς που δεν άφησε σημάδια. Ίσα - ίσα, προκάλεσε μια αναδημιουργία. Τι νιάτα που 'χει η φύση εδώ! Δες πώς ανατριχιάζει η θάλασσα. Λες και νοιώθει τη δύναμή της να ξεχειλίζει. Δεν είναι μια ροδογάλανη επιφάνεια που χαμογελάει. Είναι μια δύναμη που ορμάει ογκώδης προς τη γη και θέλει να την κατακτήσει. Είναι η νεότης που σπαρταράει μεσ' στα αιώνια δεσμά της. Να, κι' ο αέρας δεν παύει να φυσάει. Είναι η ανάσα της ανυπόμονης πλάσης. Τα παλιά σπίτια θα 'ταν άλλοτε μια παρατονία.
   Η νοικοκυρά περνάει, ακούει τις τελευταίες λέξεις και μου ρίχνει μια γλήγορη, σοβαρή ματιά. 
   Παράξενη γυναίκα! Πόσων ετών να είναι; Ίσως τριάντα, ίσως και σαράντα. Το κορμί της στεγνό κι' ολόρθο, και το πρόσωπό της χλωμό κι' ασήμαντο. Μόνο τα μάτια της αξίζουν. Μαύρα, βαθουλά, κι' ανήσυχα. Σίγουρα μια παρατονία! Εδώ μέσα θα έπρεπε να πηγαινοέρχεται μια γελαστή νέα γυναίκα, ανοιχτόκαρδη και γερή. Ωστόσο, ας συμβιβαστούμε με τ' όνομά της: Τριαντάφυλλη...
   Έπειτα είναι και τα δυο παιδάκια της που μας αποζημιώνουν. Η Νότα κι' ο Νούλης. Έξι και τεσσάρων χρονών. Δυο ξυπόλυτα αγγελούδια, όχι και τόσο καθαρά. Μα έχουν μάγουλα σα ροδάκινα και φωνούλες κελαϊδιστές σαν τα χελιδονάκια.
 
   Περνάν δυο μέρες. Άντρας δεν φαίνεται στο σπίτι. Νωρίς - νωρίς κλείνεται η κυρά Τριαντάφυλλη στην κάμαρά της. Έξω χαλάει ο κόσμος. Ένα μακρινό γραμμόφωνο παίζει κάποιον σπανιόλικο χορό. Καθώς περνάει μέσα από το ασημένιο φως του φεγγαριού, ο ήχος γίνεται ανάλαφρος, ευγενικός και ταιριάζει στο ρυθμό του κύματος. Πάρα πέρα, ένα καφενεδάκι μέσ' στη θάλασσα. Τα φώτα του ανάβουν πυρκαγιές στο ακρογιάλι. Οι κιθάρες λιγώνονται και καθαρές νεανικές φωνές τραγουδούν συρτά κάποιο κλαψιάρικο τραγούδι. Ωστόσο, τα πρόσωπα των παιδιών που τραγουδούν τα φαντάζεται κανείς γερά, ηλιοκαμένα.
   Καθόμαστε στη βεράντα. Περνούν κι' όλο περνούν οι συντροφιές των ξένων στην παραλία. Άλλοι πάνε να ρεμβάσουν κάτω στα βράχια. Άλλοι τρέχουν στο χορό του Καζίνου. Κοπέλες με τουαλέτες ανάλαφρες διαβαίνουν και γελούν. Γύρω τους ανεμίζουν σαν φτερά οι γάζες των φουστανιών τους. Μια μικρή μελαχρινούλα, κρεμασμένη στο μπράτσο ενός όμορφου παιδιού, κάνει κιόλας βήματα χορού. 
   Πάνω, το βουνό κατάμαυρο, πελώριο, κοιμάται θυμωμένο. Μα ποιος το προσέχει; Η μουσική διώχνει τα φαντάσματα της νύχτας, διώχνει της φαντασίας τις εικόνες, διώχνει κάθε ανάμνηση.
   Κι' όμως λένε πως μια νύχτα σαν κι' αυτήν, σείστηκε η γη. Και τα σπίτια έγειραν και χτύπησαν το ένα απάνω στο άλλο στα στενά σοκάκια, λες κ' είχαν αιώνων έχθρα που καρτερούσε να ξεσπάσει. Χτύπησαν οι τοίχοι τους και σαραβαλιάστηκαν. Και μέσα από το χώμα μούγκριζε κάποιος θεός. Κ' οι άνθρωποι έτρεχαν άλαλοι ανάμεσα στις πέτρες που κατρακυλούσαν και σήκωναν τα χέρια τους σε βουβή ικεσία.
   Τώρα όμως, περασμένα, ξεχασμένα. Τα σπίτια ξαναχτίστηκαν σιδεροδεμένα. Μπόρα που διάβηκε.
   Μέσα από την κάμαρα της Τριαντάφυλλης ακούγονται κάμποση ώρα τα γυμνά ποδαράκια των μικρών.  Ταπ - ταπ,  ταπ - ταπ, γρήγορα, τσαχπίνικα. Γέλια ξεκαρδισμένα. Έπειτα σβήνει το φως. Φωνούλες κελαϊδιστές λίγα λεπτά, που αραιώνουν, χαμηλώνουν και σωπαίνουν. Θαρρώ πως ακούω τις ανάλαφρες ανάσες των παιδιών, πως βλέπω τα στοματάκια τους μισοανοιγμένα και τα διάφανα βλέφαρα κλειστά.
   Τάχα κοιμάται αμέσως κ' η Τριαντάφυλλη; Να είναι χήρα; Λιγομίλητη γυναίκα! Κι όμως είμαι περίεργη. Θα τη ρωτήσω αύριο. Αύριο, που είναι Σάββατο, βραδάκι μετά το φαγητό, δε θα 'χει δουλειά. Θα τη φωνάξω να καθίσει κοντά μας στη βεράντα και θα τη ρωτήσω.
 
   Την ώρα που θέλω να της πιάσω κουβέντα το άλλο βράδυ ένας άντρας ανεβαίνει τα μαρμαρένια σκαλοπάτια της βεράντας. Όμορφο παλικάρι, καμιά τριανταπενταριά χρονών, γερό, στητό σαν έλατο. Βαστάει στα χέρια του ένα κοφίνι γεμάτο ψώνια, και τραβάει ίσια στην κάμαρα της Τριαντάφυλλης, δίχως να μας ρίξει μια ματιά.
   Λίγη ώρα ακούμε τα χαρούμενα ξεφωνητά των παιδιών. Έπειτα, ανοίγει η πόρτα και τα δυο μικρά βγαίνουν κι' αρχίζουν τα παιχνίδια τους  στη βεράντα. Κρατούν σοκολάτες στα χέρια τους, κ' η χαρά λάμπει στα ματάκια τους. Μέσα σβήνει το φως. Κοιταζόμαστε με την αδελφή μου και χαμογελούμε. Η περιέργειά μας είναι φυσική.
   - Έλα 'δω! λέω της Νότας. Θείος σου είναι ο κύριος που ήρθε; 
   Ντρέπομαι λίγο για την πονηρή μου ερώτηση. Η μικρούλα με κοιτάζει χαρούμενα και μου φωνάζει καμαρωτά, με το στόμα γεμάτο γλυκά.
   - Όχι! Πατέρας μου! 
   - Κ' ήταν ταξίδι;
   - Όχι. Ήταν στην Κόρινθο.
   - Λοιπόν; Αφού ήταν στην Κόρινθο, δεν ήταν ταξίδι;
   - Όχι, σου λέω! ξεφωνίζει η μικρή. Ήταν στην Κόρινθο.
   Και χώνει ένα μεγάλο κομμάτι σοκολάτα στο στόμα της. Αδύνατον να πάρω άλλη κουβέντα από τη Νότα. Μα ο Νούλης, που παρακολουθεί με μάτια έξυπνα, κι' ας μη μιλάει, ψιθυρίζει:
   - Δουλεύει στην Κόρινθο.
   Επιτέλους! Το μυστήριο λύθηκε. Θα δουλεύει, φαίνεται, στην Κόρινθο, και θα 'ρχεται το Σαββατοκύριακο να βλέπει τη γυναίκα του και τα παιδιά του στο Λουτράκι.
   - Κρίμα! λέω της αδελφής μου, με τα γέλια. Κ' εγώ, που άρχιζα να πλάθω κιόλας στη φαντασία μου ολόκληρο μυθιστόρημα! Να όμως που παρουσιάζεται πως η κυρά μας η Τριαντάφυλλη είναι μια φρόνιμη και πιστή γυναικούλα. Κ' ευτυχισμένη. Είδες νιάτα κι' ομορφιά ο άντρας της; Κι' είδες τι της κουβάλησε;
   Κάποτε η πόρτα μισανοίγει και μια φωνή σιγανή ακούγεται.
   - Παιδιά, μέσα! 
   Χοροπηδώντας χώνονται μέσα τα μικρά. Σε δυο λεπτά όλα  ησυχάζουν.
 
   Το άλλο πρωί παίρνει ο πατέρας τα παιδιά περίπατο. Την κυρά Τριαντάφυλλη τη χάσαμε. Δε βγαίνει από την κουζίνα όλο το πρωί. Κάνα δυο φορές, που περνάει βιαστική τη βεράντα, την παρατηρώ. Τα χλωμά της μάγουλα είναι ξαναμμένα και τα μάτια της γυαλίζουν σαν να 'χει πυρετό.
   - Καλώς τον δέχτηκες! της φωνάζω γελαστή. 
   - Ευχαριστώ!
   Χώνεται γρήγορα στην κουζίνα κ' εγώ προσπαθώ να ξεδιαλύνω μέσα μου την εντύπωση που μου άφησε ο τόνος της φωνής της, όταν μου φώναξε το «ευχαριστώ». Παράξενη γυναίκα αλήθεια! Κι' ακοινώνητη. Τώρα, που την ξέρω ευτυχισμένη, νιώθω σαν κάποια αντιπάθεια για το μετρημένο της ύφος. Τι προσποίηση είναι πάλι αυτή; Γιατί δεν αφήνει ελεύθερα τα συναισθήματά της να φανούν στο πρόσωπό της; Δεν υπάρχει αλήθεια λόγος να μάς κρατεί και πόζα!
   Από μακριά ακούγεται το μεσημέρι το κελάηδισμα των παιδιών. Πετούν στα σύννεφα από τη χαρά τους κι' ο πατέρας τους  χαμογελάει με ικανοποίηση. Κάθονταν πολλή ώρα στο τραπέζι. Τα γέλια του πατέρα και των παιδιών δε σταματούν. Η φωνή της μητέρας όμως δεν ακούγεται καθόλου. Βραδάκι φεύγει ο άντρας της.
 
   Τα παιδιά πιπιλίζουν καραμέλες και παίζουν μεσ' στο φεγγάρι. Τα γραμμόφωνα άρχισαν και οι κιθάρες πρελουντιάρουν για την καντάδα. Χαρούμενη γαλήνη.
   Η κυρά Τριαντάφυλλη παίρνει μια καρέκλα και κάθεται έξω από την πόρτα της. Αλύγιστη, αμίλητη, μονοκόμματη. Τώρα μου χτυπάει στα νεύρα για καλά. Κόπο δηλαδή θα της κάνει να μας πει δυο λόγια; Μπορεί όμως να είναι και μια φυσική δειλία. Ας της μιλήσω εγώ.
   - Τι δουλειά κάνει ο άντρας σου κυρά Τριαντάφυλλη; τη ρωτώ.
   - Είναι μαραγκός, μου αποκρίνεται σαν ξαφνιασμένη που της μίλησα.
   - Κ' εργάζεται στην Κόρινθο;
   - Ναι, έχει εκεί το μαγαζί του.
   - Εργάζεται καλά; Κερδίζει;
   - Πώς; Αρκετά.
   - Μπράβο! κάνω ευχαριστημένη. Τι να σου πω, κυρά Τριαντάφυλλη. Θαυμάζω τους ανθρώπους εδώ. Δέκα χρόνια δεν επέρασαν από την καταστροφή κι' όλα ήρθαν στη θέση τους, όχι μόνον όπως ήταν πριν, μα και καλύτερα. Αυτό θα πει θάρρος στη ζωή. Χαρά που θα 'χεις τώρα να βλέπεις το σπιτάκι σου ξαναχτισμένο...
   Δεν προφταίνω να τελειώσω τη φράση μου. Η γυναίκα σκύβει το κεφάλι της μέσα στα χέρια της. Είναι τόσο ξαφνικό, που, ενώ το υποπτεύομαι, πάλι δεν πιστεύω πως κλαίει. Μα ένα πνιγμένο, βασανισμένο αναφιλητό την τραντάζει ολόκληρη. Η καρδιά μου ραγίζει. Όλη η αντιπάθεια που είχα νιώσει για την αλύγιστη γυναίκα, λιώνει, γίνεται οίκτος βαθύς.
   Περνώ το χέρι μου αδελφικά απάνω στον ώμο της.
   - Τι τρέχει; της λέω ψιθυριστά.
   Κι' αυτή, όταν συνέρχεται, αρχίζει σιγά, μονότονα:
   - Τον αγαπούσα τόσο, που δέχτηκα να με κλέψει. Ήμουν από την Περαχώρα. Αυτός είχε εδώ ένα σπιτάκι. Ένα παλιό σπιτάκι με ξύλινα ταβάνια, κατάλευκο, ασβεστωμένο, μ' έναν κισσό στη βεράντα. Φωλιάσαμε εδώ. Οι δικοί μου ούτε ήθελαν να με δουν. Μα ήμουν ευτυχισμένη. Ο Πανάγος δούλευε πάντα στην Κόρινθο. Ερχόταν όμως κάθε βράδυ, κάθε βράδυ.
   Σταματάει πνιγμένη στο κλάμα:
   - Ένα βράδυ, ότι είχε έρθει. Έβγαζε νερό από το πηγάδι και τραγουδούσε όπως το συνήθιζε. Μου τραγουδούσε εμένα, ήμουν ακόμα νύφη -μόλις ένα μήνα με είχε στεφανωθεί. Έστρωνα τραπέζι εγώ, σιγά, σιγά, για να ακούω πιο πολλή ώρα τη φωνή του...
   Αμφιβάλλω αν θα φτάσει ως το τέλος. Τα στεγνά της χέρια στριφογυρίζουν βασανισμένα.
   - Τότε έγινε το κακό. «Σεισμόοοος!» βούιζε όλο το χωριό. Πετάχτηκα εγώ έξω, φωνάζοντας σαν τρελή. «Πανάγο! Πανάγο!»  Μα αυτός είχε αρπαχτεί από το πεζούλι του πηγαδιού και δε μπορούσε να 'ρθει κοντά μου. Τότε εγώ αγκάλιασα αυτή την ελιά που βλέπετε στη μέση της αυλής. Κουνιόταν τόσο, που ακουμπούσαν τα φύλλα της στη γης, κ' εγώ μαζί τους. Και το σπίτι μας έγειρε κάνα δυο φορές κ' οι τοίχοι του ακούμπησαν στο χώμα. Ώσπου σαραβαλιάστηκαν.
   Είναι χλωμή. Τα μάτια της αστράφτουν άγρια, σαν τρελά.
   - Σου κάνει κακό, της λέω. Μη θυμάσαι εκείνη τη στιγμή. Πάει, πέρασαν τώρα αυτά.
   - Σεισμόοος... Σεισμόοοος...
   Άθελα τραβιέμαι από κοντά της. Σπαραχτικά, τραβηχτά, φωνάζει βραχνά αυτή τη λέξη και δεν μπορώ να καταλάβω αν μονολογεί δίχως να νιώθει ή αν η φαντασία της φέρνει μπροστά της εκείνη τη φρίκη ζωντανεμένη.
   Σηκώνεται, σφίγγει τα χέρια της σπασμωδικά, καίγεται, λιώνει  εκεί μπροστά μου από κάποιον κρυφό πόνο. Κάποτε επιτέλους ησυχάζει λίγο και κάθεται. Ξαναρχίζει μονότονα, σαν να παραμιλεί:
   - Καμιά βδομάδα κοιμηθήκαμε έξω, όλοι μαζί, άντρες και γυναίκες ανάκατα σαν τα ζα. Έπειτα μας έστησαν παράγκες και σκηνές. Ο Πανάγος ξαναπήγε στην Κόρινθο, έπιασε δουλειά. Εγώ έμενα ολόμονη σε μια σκηνή όλη την ημέρα, κοντά στα ρημάδια του σπιτιού μας. Όλα είχαν γίνει θρύψαλα. Τα πιάτα, που τα είχαμε αγοράσει ένα - ένα, τα γυαλικά, ο μπουφές, ο καθρέφτης, το κρεβάτι, όλα. Σαν τρελή καθόμουν και το κοίταζα και μου φαινόταν πως κ' η ευτυχία μου ήταν θαμμένη εκεί μέσα στις πέτρες. Το βράδυ γύριζε ο άντρας μου χαρούμενος, μ' ελαφριά καρδιά. Η δουλειά του 'παιρνε τις στενοχώριες. Στην αρχή με λυπόταν που μ' έβλεπε κλαμένη στο γυρισμό του. Έπειτα τον χτύπησε στα νεύρα. Ένα βράδυ, καθώς τραβούσε νερό από το πηγάδι, άρχισε να τραγουδεί μ' ένα κέφι, λες και του είχαν χαρίσει βασίλειο. Τραγουδούσε, τραγουδούσε, κ' ήταν ν' ανατριχιάζεις, καθώς έβλεπες γύρω τα γκρεμισμένα σπίτια. Μ' έπιασε ένα κλάμα τρελό. Όταν ήρθε κοντά μου, στάθηκε μια στιγμή βουβός, έπειτα άρπαξε το καπέλο του κ' έφυγε. Έκανε τρεις βραδιές να ξαναρθεί...
   Τα μάτια της σκοτεινά, φουρτουνιασμένα, κοιτάζουν τη θάλασσα που μουγκρίζει θυμωμένη.
   - Με βρήκε χειρότερα. Τότε έκανε δέκα μέρες να 'ρθει. Και πάλι έφυγε, και ξανάφυγε, κι' όλο αραίωνε ο καιρός που τον έβλεπα.
   - Καλά, και δε βρέθηκε κανείς να σε συμβουλέψει; της λέω εγώ. Έπρεπε ν' αλλάξεις, να του φανείς γελαστή...
   - Ήρθε ο καιρός που άλλαξα. Ήρθε ο καιρός που φόρεσα τα νυφιάτικά μου στολίδια ξανά και τον περίμενα γελαστή στο κατώφλι. Μα αυτός δεν άλλαξε.
   Κομπιάζει, ανασαίνει βαριά:
   - Στην Κόρινθο είχε βρει τότε, στην καταστροφή, την κοπέλα που γελούσε και τραγουδούσε μαζί του πάνω από τα συντρίμμια. Η καρδιά του, που λαχταρούσε για χαρά, πέταξε σ' αυτήν. Σ' εμένα ερχόταν τα Σαββατοκύριακα. Κάναμε δυο παιδιά, νόμιζα πως θα τον τραβούσαν εδώ. Τίποτα! Ξαναχτίσαμε το σπίτι μας, όμορφο, καινούργιο, έβαλα τα δυνατά μου να του το στολίσω όπως του αρέσει. Τίποτα! Το Σαββατοκύριακο μου 'μεινε εμένα. Ξανάρχισε η ζωή στο χωριό, ήρθανε ξένοι, οι χωριανοί μου έκαναν το σταυρό τους κ' είπανε δόξα σοι ο Θεός. Εμένα μου 'μεινε το Σαββατοκύριακο.
   Ξανασηκώνεται, στριφογυρίζει τα χέρια της μ' αγωνία. Τα χείλη της κινούνται βασανισμένα. Μόλις ακούω βραχνά τη φριχτή τη λέξη, τραβηχτή, πνιγμένη:
   - Σεισμός! Σεισμός!
 
Μπουκουβάλα Γ. Ιωάννα 
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ