Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2022

ΤΑΣΟΥΛΑ

  
   Είχε πάρει την απόφαση. Θα 'γραφε του Νουνού της. Θα τον παρακαλούσε να την πάρει μαζί του στην Αθήνα. Ήταν ηλικιωμένος, είχε μια καλή σύνταξη και ζούσε μοναχός του.
   Αυτή θα του έκανε όλες τις δουλειές: θα έπλενε, θα μαγείρευε, θα του έκανε όλο το νοικοκυριό και πάλε δε θα 'τανε «σα δούλα».
   Από οχτώ χρονών ίσαμε δεκατέσσερω έμεινε στα χέρια του.
   Αυτός την ανάστησε κι όσο κι αν ήτανε μεγάλος και πλούσιος, ποτέ δε θα περιφρονούσε τη βαφτιστικιά του. Δε θα του ζητούσε πληρωμή. Κι όταν, καλή - ώρα, βρισκότανε κανένα καλό παλικάρι, ο Νουνός της θα την επάντρευε.
   Αυτά συλλογιζότανε η Τασούλα ξαπλωμένη αργά τη νύχτα στο κρεβάτι της και σχεδίαζε κιόλας με το νου της το γράμμα.
   «Σεβαστέ μου Νουνέ,
   Δουλεύω σ' ένα σπίτι στην Κέρκυρα· δεν είμαι και πολύ ευχαριστημένη σ' αυτό το σπίτι...» μα, σα δύσκολο μου φαίνεται να το πω αυτό, από το σπίτι είμαι πολύ ευχαριστημένη και οι άνθρωποι είναι πολύ καλοί μαζί μου· μα αν το γράψω του Νουνού μου, θα μου παραγγείλει:
   «Πολύ καλά, τότε κάθισε στο σπίτι που βρίσκεσαι».
   Το λοιπόν αυτό δεν μπορώ να το πω... «δεν είμαι πολύ ευχαριστημένη σ' αυτό το σπίτι...». Μα πάλε εγώ γράμματα δεν ξέρω, το γράμμα θα μου το γράψει  μια από τις «σινιορίνες» μου... κάνει να της πω τέτοιο πράμα της ίδιας;...
   Μπα; Και γιατί δεν κάνει; Μη δεν είναι η αλήθεια; Αυτές νομίζουνε πως είναι καλές μαζί μου, μα ας ρωτήσουνε και μένα την καμαριέρα τους. Οι σινιορίνες μου είναι καλές· πολύ καλές, μα την αλήθεια! Η μια δε μου μιλάει καθόλου, ούτε για καλό, ούτε για κακό. Η άλλη όλη μέρα παίζει στο πιάνο της, ή μπαινοβγαίνει στις κάμαρες με το κεφάλι ψηλά και μ' ένα ύφος σαν να μην ήτανε άλλη στον κόσμο σαν κι αυτήν.
   Κι η τρίτη αυτή είναι η χειρότερη, ό,τι και να της πεις, γελάει! Τίποτε δεν παίρνει στα σοβαρά. Θυμώνεις, βρίζεις,  «δίκιο έχεις», σου λέει. Είσαι λυπημένη, στενοχωρημένη; «Ε, άνθρωπος είσαι!» σου λέει τάχα μου για να σε παρηγορήσει, «πρέπει να λυπάσαι, όλοι οι άνθρωποι έχουν λύπες».
   Και σε κοιτάζει μ' ένα βλέμμα, που κάλλιο είχα να μ' έδερνε!
   Το λοιπόν, όταν λέω πως «δεν είμαι ευχαριστημένη από το σπίτι» την αλήθεια λέω· κι οποιανού δεν του αρέσει, ας μην την ακούει.
   «... Νουνέ μου, σου γράφω για να σου πω πως θέλω να 'ρθω μαζί σου. Θα κάνω όλες τις δουλειές και δε θα 'χεις ανάγκη από καμαριέρα: θα 'χεις για όλα τη βαφτιστικιά σου, που μεγάλωσε τώρα και που δεν είναι πεισματάρα και κακή όπως ήτανε μικρή...» Δηλαδή αυτό το ύστερο ας μη το βάλω καλύτερα. Η «σινιορίνα» μου θα πει: «Α, ήσουνε λοιπόν κι από μικρή πεισματάρα και κακή» και θα με κάμει να της δώσω καμιά απάντηση άσκημη και δε με συφέρει να με διώξουνε πριν της ώρας. Ας βάλω λοιπόν «... και που δεν είμαι πια όπως ήμουνα μικρή».
   «Αν έχεις την ευχαρίστηση κι αποφασίσεις να με πάρεις, μου στέλνεις και τα ναύλα. Πολλούς χαιρετισμούς από τη βαφτιστική σου. Και χαιρετώ και την κυρία Ερασμία... Μα αν με ρωτήσει η σινιορίνα μου: - Ποια είναι αυτή η κυρία Ερασμία; Τι να της πω; Θα χάσουνε όλη την ιδέα που τους έκαμα να 'χουνε για το Νουνό μου και μπορεί να μου πούνε: -Α, ο Νουνός σου συζεί με πλούσιες χήρες; Κι εκεί λοιπόν θέλεις να πας εσύ;...»
   Ας λείψουνε καλύτερα τα χαιρετίσματα στη κυρία Ερασμία.
   Σχεδιάζοντας το γράμμα αποκοιμήθηκε και το πρωί πίστευε κιόλας πως το 'χε γράψει, πως το 'χε στείλει και πως είχε λάβει και την απάντηση με τα ναύλα.
   Γι' αυτό ήτανε πολύ νευρική εκείνη την ημέρα και όλες τις δουλειές τις έκανε με βιάση ασυνήθιστη. Μόλις είδε τη μια σινιορίνα της να βγαίνει από την κρεβατοκάμαρά της, έτρεξε χαρούμενη.
   «Σινιορίνα μου, σινιορινούλα μου, φεύγω. Να, ακούς τη Μυκάλη που σφυρίζει; Στο άλλο ταξίδι της θα πάρει κι εμένα».  
   «Και για πού πάλι, για το νουνό σου; Σου έγραψε τίποτε;»
   «Και βέβαια για το Νουνό μου, αυτός με κουνάρισε (1), αυτός μ' έχει σαν παιδί του. Να δείτε πως μ' είχε ντυμένη, σα βασιλοπούλα! Εγώ δεν είμαι γεννημένη για υπηρέτρια, η ανάγκη μ' έφερε να κάνω την υπηρέτρια».
   «Κανείς δεν σε κατηγοράει γι' αυτό».
   «Ναι, μάλιστα, κανείς! Όταν φύγω, μοναχά όταν φύγω, θα καταλάβετε τι αξίζει η Τασούλα. Εσείς δεν ξέρετε να εκτιμήσετε τους ανθρώπους σας, μα, έννοια σας, θα τη θυμηθείτε την Τασούλα και θα χτυπήσετε το κεφάλι σας».
   «Ώρα σου καλή. Αλλά γιατί θα χτυπήσουμε το κεφάλι μας;»
   «Μη κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε, σινιορίνα. Μα έτσι, που να δείτε καλή τύχη, μου κάνετε ένα γράμμα;»
   «Για ποιον;»
   «Για το Νουνό μου».
   Έγινε το γράμμα και το 'στειλαν συστημένο· από την ώρα που πήρε την απόδειξη η Τασούλα, πίστευε πως κρατούσε στα χέρια της το μισό της γης.
   Πόσα όνειρα δεν έκανε στο ξυπνό της!
  «Μόλις πάω στην Αθήνα θα φτιάξω ένα φόρεμα ταφταδένιο μαύρο, πολύ ανοιχτό στο λαιμό, με κοντά μανίκια, θα φορώ γκρι κάλτσες μεταξωτές και λουστρίνι γοβάκι, ένα μικρό μαύρο καπελάκι...»
   «Μ' ένα κίτρινο φτερό!»
   «Μην κοροϊδεύετε, σινιορίνα, και θα δείτε την Τασούλα που θα ντρέπεστε να την κοιτάζετε!»  
   Οι «σινιορίνες» είχανε συνηθίσει σε όλα αυτά τα παραμιλητά και δεν πρόσεχαν πια στα λόγια της.
   Μα η Τασούλα, που έβλεπε πως σωπαίνανε, πίστευε πως όλα τα παραδέχονταν και πως κάποτε μάλιστα ήτανε και στενοχωρημένες, που θα την έχαναν και που θα γινόταν κι αυτή «σινιορίνα» όμοιά τους.
   Και τόσο περσότερο πλούτιζε τες φαντασίες της.
   Το χειρότερο ήτανε τα όνειρα, που έβλεπε στον ύπνο της.
   Είχε καταφέρει να βλέπει μόνον όνειρα, που ήξερε πως εσήμαιναν κάτι καλό. Πολύ συχνά έβλεπε μια μεγάλη πόρτα και μια Εβραία, που της παράδινε ένα κλειδί. Ένας ωραίος μελαχρινός νέος ήτανε απαραίτητος και πάντα αυτή βρισκόταν σ' ένα ανοιχτό αμάξι μαζί του.
   Και μ' όλο που ήξερε τι εσήμαιναν όλα αυτά τα όνειρα, αφού η ίδια τα ταίριαζε από βραδύς στο μυαλό της, πρωί πρωί έτρεχε στις σινιορίνες.
   «Σινιορίνα, σινιορινούλα μου, έτσι, να 'χεις καλή τύχη, κοίταξε τι είναι να δεις Οβριά στον ύπνο σου, που σου παραδίνει κλειδί». Και της έφερε έναν παλιό ονειροκρίτη που βρισκόταν ανάμεσα στα βιβλία του σπιτιού.
   «... Εάν ο βλέπων είναι κόρη άγαμος, λαμπρόν συνοικέσιον μετά σοβαρού και πλουσίου νέου...»
   Αυτά τα είχε ακούσει τουλάχιστον εκατό φορές ως τώρα η Τασούλα, μα επέμενε να βλέπει το ίδιο όνειρο. Ήθελε ν' ακούνε οι σινιορίνες της τι τύχη την επερίμενε και να μη νομίζουνε πως αυτές μοναχά ήτανε στον κόσμο και κανείς άλλος!
   Ήτανε μια Κυριακή απόγευμα. Κάθε τέτοια μέρα η Τασούλα είχε έξοδο. Συγυριζόταν δύο ώρες στην κάμαρά της και επιτέλους έβγαινε πουντραρισμένη, κατακόκκινη από το σφίξιμο, με το κεφάλι λιγάκι προς τα πίσω, με στόμα σφιχτό από ακαταδεξιά και βλέμμα θριαμβευτικό από τη συναίσθηση της ομορφιάς της.
   Ήτανε ως εικοσιδύο χρονών, καλοκαμωμένη, ροδοκόκκινη, με σταχτόξανθα μαλλιά και σταχτογάλανα μάτια. Η ίδια επίστευε πως ήτανε καλλονή και πως όποιος την αντίκριζε  την ερωτευόταν αμέσως.
   Τίποτα δεν μπορούσε ν' αντισταθεί στο πέρασμα της Τασούλας! Όλα ταράζονταν μπροστά στην ομορφιά της!
   Όταν εγύριζε, και τι δε διηγόταν σ' αυτές τις καημένες τις «σινιορίνες». Πόσοι δεν είχανε στενάξει στο πέρασμά της, πόσα λογάκια της εψιθύρισαν! Ένας που πέρασε κοντά του, παραμέρισε σαστισμένος και την κοίταξε σα χαζός και όταν αυτή προσπέρασε, έβγαλε τη σκούφια του, την πέταξε με καημό στο δρόμο και την πάτησε τρεις φορές με λύσσα δαγκάνοντας βαθιά το χέρι του. 
   Εκείνη την Κυριακή, καθώς κατέβαινε, απάντησε στην σκάλα έναν κύριο, νέο κύριο πολύ καλοντυμένο και με σοβαρό εξωτερικό.
   Τα βλέμματά τους απαντήθηκαν και ο κύριος, περνώντας, έβγαλε το καπέλο του.
   Αυτό έφτανε. Η καρδιά της Τασούλας αναστατώθηκε και ο νους της επήγε αμέσως στο όνειρο.
   Κατέβηκε λίγα σκαλοπάτια και στάθηκε ν' ακούσει πού θα πήγαινε ο κύριος. Κατάλαβε πως εσταμάτησε στο δεύτερο πάτωμα· καθόταν λοιπόν κάτω από το πάτωμά της.  
   Περίεργο! Πώς δεν τον είχε ξαναδεί; Φαινόταν πως τώρα θα είχε έρθει. Σ' αυτό το πάτωμα ενοικίαζαν δωμάτια και αυτός θα ήτανε κάποιος καινούργιος νοικάρης.
  Επήγε στον περίπατό της μα δεν επρόσεχε σε τίποτε.
   Δυο - τρεις φορές έπεσε απάνω στους διαβάτες. Μια φίλη της πέρασε από κοντά της, την καλησπέρισε κι αυτή, μ' όλο που την κοίταξε στα μάτια, δεν την επρόσεξε.
   «Ε, βέβαια, τώρα που βρήκαμε τον πρίγκιπα πού να καταδεχτούμε τις φτωχές φιλενάδες!»
   Τότε γύρισε πίσω της η Τασούλα, κατάλαβε τη φίλη της, μα δεν είπε τίποτε και προχώρησε. Ευχαριστήθηκε όμως πολύ που θα «βρήκε τον πρίγκιπα».
   Το βράδυ γύρισε νωρίς στο σπίτι κι ύστερα από τη δουλειά της κλείστηκε στην καμαρούλα της να συλλογιστεί μοναχή της την ευτυχία της.
   Κάθισε στο κρεβάτι της και δεν αποφάσιζε να γδυθεί: όλο και όνειρα, όλο και σχέδια, ούτε ίχνος πια αμφιβολίας δεν της περνούσε.
   Αυτός ήταν ο άνθρωπος που της έλεγε τ' όνειρο.
   Και τον έβλεπε κιόλας ν' ανεβαίνει τη σκάλα τους και να χτυπάει το κουδούνι. Αυτή του άνοιγε ντροπαλή κι ευτυχισμένη και αυτός άπλωνε το χέρι του και την τραβούσε απαλά προς το μέρος του. «Έλα, Τασούλα, εσύ δεν είσαι για υπηρέτρια, έλα, τόσα χρόνια σε ζητάω στον κόσμο και τώρα που σ' απάντησα, δε σ' αφήνω. Έλα».
   Κι αυτή, αυτή έπεφτε στην αγκαλιά του και έλιωνε μέσα στην ευτυχία της... Εκείνη την ώρα κάτι παράξενο ακούστηκε. Η Τασούλα πετάχτηκε ορθή και κοίταζε γύρω της. Ήτανε κιόλας βαθιά νύχτα. Στο σπίτι δεν ακουόταν κανένας ήχος κι από το ανοιχτό παράθυρο έμπαινε το φως του φεγγαριού κι εσχημάτιζε ένα μεγάλο ασημένιο τετράγωνο στο πάτωμα. Όλοι κοιμόντανε κι όμως ένας ήχος γλυκός και παραπονεμένος έφτανε στ' αυτιά της.
   Επρόσεξε. Ήτανε ήχος βιολιού. Ποιος έπαιζε τέτοια ώρα βιολί; Πρόσεξε καλύτερα και κατάλαβε πως ο ήχος ερχόταν από το δεύτερο πάτωμα κι από την κάμαρα που ήτανε ακριβώς κάτω από τη δική της.
   «Ποιος έπαιζε τέτοια ώρα βιολί;» ξαναρώτησε τον εαυτό της και ο νους της επήγε στον ξένο, που απάντησε εκείνο το ίδιο απόγευμα. Από τον ήχο του βιολιού αμέσως κατάλαβε η Τασούλα πως ο άνθρωπος που έπαιζε μέσα στη βαθιά νύχτα κάποιο πόνο θα είχε, κάποιο μεγάλο, κρυφό πόνο, που τον βασάνιζε και τον έκανε να ξεθυμαίνει με το βιολί.
   Και ο άνθρωπος αυτός ήτανε ο «ξένος» και ο πόνος του ήτανε «αυτή», αυτή η ίδια η Τασούλα! Ο νους της σταμάτησε. Έπεσε στο κρεβάτι της και βυθίστηκε σε σκέψεις ασυνάρτητες, αλλόκοτες, που δεν είχε τη δύναμη ούτε να τις παραστήσει ζωντανές, ούτε και να τις διώξει.
   Η ίδια δεν μπορούσε να καταλάβει αν ήτανε κοιμισμένη ή ξύπνια. Στ' αυτιά της έφτανε πάντα ο ήχος του βιολιού παραπονεμένος. Το πρωί, πριν ακόμα ξυπνήσουν οι «σινιορίνες», αυτή συγυρισμένη κατέβαινε ως το πορτόνι (2) κι ανέβηκε ύστερα με την ελπίδα να τον απαντήσει. Όταν ήρθε ο γαλατάς πάλι κατέβηκε πίσω του -κάτι είχε ξεχάσει να του πει- το μεσημέρι ζήτησε πιπέρι μαύρο -της είχε τελειώσει χωρίς να το καταλάβει- από την καμαριέρα του πρώτου πατώματος.
   Σε λίγο πάλι ξανακατέβηκε. Μα καμιά φορά δεν απάντησε τον ξένο. Το ίδιο βράδυ, το ίδιο παραπονιάρικο κομμάτι ακούστηκε στο βιολί. Θέλει να με μαγέψει κι ύστερα μεμιάς να 'ρθει απάνω και να με πάρει!
   Μα ούτε την άλλη μέρα μπόρεσε να τον απαντήσει στη σκάλα. Έτσι πέρασαν αρκετές άκαρπες μέρες κι άλλες τόσες γλυκές νύχτες.
   Μα όσο ο ξένος δεν εφαινόταν, τόσο οι φαντασίες της εδυνάμωναν. Η ίδια δεν εξεχώριζε πια αν ήτανε όνειρα ή αλήθειες. Και αποφάσισε! Κατέβηκε στη σπιτονοικοκυρά του δεύτερου πατώματος. Ήτανε μια παχιά ξανθή κυρία με γαλανά έξυπνα μάτια. Ύστερα από λίγα στριφογυρίσματα η Τασούλα ερώτησε: 
   «Ποιος παίζει κάθε νύχτα βιολί;»
   «Ακούγεται απάνου;»
   «Πώς, σα να παίζουν στην ίδια κάμαρα!»
   «Οι κυρίες σου το ακούνε;» 
   Ετελείωσε! Η Τασούλα κατάλαβε ό,τι ήθελε να καταλάβει: αυτός έπαιζε μονάχα για την Τασούλα και δεν ήθελε ν' ακουστεί κι απ' άλλους· κι αυτό το 'ξερε και η σπιτονοικοκυρά.
   «Αντίς που στενάζουνε από μακριά, γιατί δεν ανεβαίνουνε; Άνθρωποι είμαστε, δε δαγκάνουμε», είπε με νόημα κι ανέβηκε ενθουσιασμένη γιατί «το είπε»!
   Πέρασαν κι άλλες ατέλειωτες μέρες και η Τασούλα ούτε συλλογιζόταν πια το γράμμα, που θα λάβαινε από το Νουνό της.
   «Μπορεί και να μη φύγω. Αν τελειώσει μια υπόθεση... Πα να πει από μένα εξαρτάται. Κάποιος μ' εζήτησε...» κι άφηνε να υπονοούνται πολλά.
   Μπροστά στους άλλους ήτανε υπερβέβαιη για την αλήθεια αυτών που έλεγε. Μα όταν έμενε μοναχή της, κάποτε της περνούσε και καμιά αμφιβολία κι αυτό την έτρωγε.
   «Γιατί να μην έρχεται ακόμα;»
   Ένα απόγευμα, τις τέσσερις ακριβώς, ημέρα Τετάρτη, εχτύπησε το κουδούνι. Η Τασούλα έτρεξε ν' ανοίξει και -Θεέ μου- βρέθηκε μπροστά στον ξένο! Τα μάτια συναντήθηκαν κι αυτός εχαιρέτησε. Η Τασούλα τα 'χασε.
   Μ' όλο που τόσον καιρό περίμενε αυτή τη στιγμή, τώρα που έφτασε, τώρα, την εύρισκε απίστευτη. Κοκκίνισε ως τη ρίζα του λαιμού της, τα μάτια της άστραψαν και θέλησε να χυθεί απάνω του. Μα όχι, αυτός έπρεπε πρώτος ν' απλώσει τα χέρια του, έτσι ήτανε το σωστό.
   Κατέβασε τα μάτια της, πάλι τα σήκωσε, λύγισε τη μέση της δεξιά, αριστερά, γέλασε μ' ένα κομμένο γλήγορο γέλιο, πάλι σοβαρεύτηκε, τον κοίταξε -μπα, πώς στεκότανε αυτός έτσι σαν μάρμαρο- έκαμε μισό βήμα μπροστά, μισό πίσω. Πάλε θέλησε να προχωρήσει και, επιτέλους:
   «Δέχεται παρακαλώ η Κυρία;» είπε ο ξένος.
   Η Τασούλα πρασίνισε. Τα χείλη της ξεράθηκαν και της φάνηκε πως κάποιος τη χτύπησε δυνατά πίσω στο κεφάλι.
   «Περάστε...» του είπε με κομμένη φωνή.
   Ο ξένος παραξενεύτηκε, ωστόσο χαμογέλασε κι αυτή πάλε κοκκίνισε. Βέβαια έτσι έπρεπε να κάμει, συλλογίστηκε, θα μιλήσει πρώτα με τις κυρίες μου.
   Ειδοποίησε γλήγορα, λαχανιασμένη, τις σινιορίνες της, τόσο που τις τρόμαξε. Ύστερα κάθισε ήσυχη στη μικρή τραπεζαρία κι επερίμενε να την κράξουν.
   Οι στιγμές της εφάνησαν αιώνες! Τι να λένε τάχατες τόσες ώρες; Πήγε κρυφά κι έβαλε τ' αυτί της στην πόρτα.
   Μιλούσανε για διάφορα. Σε λίγο άκουσε τη φωνή του ξένου: «Θα μου επιτρέψετε, δεσποινίς, καμιά μέρα να σας ακομπανιάρω με το βιολί μου; Ακούω συχνά να παίζετε ένα κομμάτι που μ' αρέσει και το έμαθα κι εγώ στο βιολί».
   Λίγο έλειψε ν' ανοίξει η πόρτα και να πέσει φαρδιά πλατιά η Τασούλα στο πάτωμα. Ο Θεός την εβοήθησε και βαστάχτηκε στα πόδια της· πρόφτασε να πάει ως τη μικρή τραπεζαρία, έπεσε απάνω σε μια καρέκλα, έριξε το κεφάλι της απάνω στο τραπέζι και έκλαψε, έκλαψε...
   «Τι έπαθες, Τασούλα, γιατί κλαις; Ήρθε κανείς; Έμαθες τίποτε;» την ρωτούσαν ανήσυχες οι κυρίες της, μα ποτέ δεν έμαθαν τι είχε η Τασούλα. Έκλαιγε ακόμα και τη νύχτα στο κρεβάτι της ώσπου αποκοιμήθηκε.
   Στον ύπνο της είδε έναν καλόγερο που της έφερε ένα μακρύ σχοινί και μια γαλάζια κορδέλα. Το πρωί σηκώθηκε ευχαριστημένη. Τα μάτια της ήτανε ακόμη κόκκινα, μα ο νους της έτρεχε κιόλας στο ταξίδι που της υποσχόταν τ' όνειρο. Ο καλόγερος ήτανε ο άγιος, αυτός την επροστάτευε, ο Νουνός της θα της έγραφε!
   Ποιον είχε ανάγκη η Τασούλα;  Όμορφη ήτανε. Μακάρι να ήτανε και «πολλές άλλες» όμορφες σαν κι αυτήν!
   Δεν πέρασε πολύς καιρός και η ζωή της όλη ήτανε το γράμμα που θα λάβαινε από το Νουνό της.
   «Λατρευτή μου Βαφτιστική. Σε περιμένω με λαχτάρα. Έλα. Παιδιά δεν έχω, το ξέρεις, και θα κάνω εσένα παιδί μου. Τρία μπαούλα γεμάτα υφάσματα σου έχω. Θα σε ντύσω σα βασιλοπούλα. Σου έστειλα και τα ναύλα. Ο Νουνός σου που σε λατρεύει».
   Αυτό ήτανε το γράμμα, που θα λάβαινε από το Νουνό της. Αυτός ήτανε πολύ πλούσιος· είχε ένα σπίτι στην Αθήνα, ένα ωραίο εξοχικό στην Κηφισιά και το πατρικό του στο Αργοστόλι. Είχε μια τραπεζαρία, μα μια τραπεζαρία, που θα την εζήλευε και βασιλιάς.
   Ακούς εκεί, και τι ήτανε οι σινιορίνες της; Δυο σερβίτσια μοναχά είχανε για το τσάι. Ο Νουνός της είχε δεκατέσσερα σερβίτσια και σ' ένα απ' αυτά, που ήτανε από πολύ φίνα πορσελάνα, ήτανε ζωγραφισμένοι οι δώδεκα απόστολοι, μάλιστα, ο ένας στο κάθε φλιτζάνι.
   Αυτές δεν είχανε ζωγραφισμένα σερβίτσια.
   «Δεν είναι ωραία τα φλιτζάνια να 'χουνε αγίους».
   Ακούς εκεί, που θα μου πούνε αυτές ποια φλιτζάνια είναι ωραία. Ποιανού; Εμένα της Τασούλας, που μεγάλωσα στου Νουνού μου! Δεν ντρέπονται κιόλας, που είναι και γραμματισμένες! Αυτό είναι κρίμα κι από το Θεό να λένε για φλιτζάνια που έχουνε απάνω αγίους, πως δεν είναι ωραία.
   Μα έννοια σου και θα το βρούνε από το Θεό. Έτσι κάνουνε πάντα. Ακούς να λένε  για το γαλατά πως βάνει νερό στο γάλα του! Είναι κρίμας, κρίμας να κατηγοράνε έτσι τον φτωχό τον κόσμο.
   Γι' αυτό μας παράτησε κι ο Θεός.
   Πόσο θα 'μενε ακόμα μαζί τους; Μια βδομάδα; Δυο; Ύστερα θα λάβαινε το γράμμα και θα 'φευγε.
   Αυτό ήτανε όλη της η ζωή, η χαρά, η παρηγοριά της. Μια μέρα την έκραξε η «σινιορίνα» της.
   «Τασούλα, Δεσποινίς Τασούλα Λευκαδίτου. Είχες γράμμα, γράμμα από την Αθήνα, από το Νουνό σου. Πάρ' το».
   «Αλήθεια, σινιορίνα μου, ή με γελάτε;» κι έτρεμε από αγωνία.
   «Αλήθεια, σου λέω, να, πάρ' το, άνοιχτο μοναχή σου».
  Το άρπαξε με τα δυο της χέρια, το φίλησε, το κοίταζε από τη μια μεριά, το κοίταζε από την άλλη, μέτρησε τα γραμματόσημα, κι έπειτα άρχισε να γελάει, ύστερα από τα γέλια, την έπιασαν κλάματα· ξαναφίλησε το γράμμα και το 'κρυψε μέσα στον κόρφο της.
   «Έλα να στο διαβάσω».
   «Όχι, σινιορινούλα μου, όχι ακόμα, θα κάμω πρώτα όλες μου τις δουλειές κι ύστερα. Θέλω να 'μαι ήσυχη».
   Εκείνη την ημέρα οι δουλειές του σπιτιού δεν εύρισκαν τελειωμό. Έπρεπε να τιναχτούν τα ταπέτα, να καθαριστούν οι τοίχοι, να πλυθούν τα πατώματα.
   Έπειτα έπρεπε να βάλει τάξη στις αποθήκες.
   Είναι τόσος καιρός, που το είχε στο νου της.
  Πέρασε έτσι μια βδομάδα, πέρασε και δεύτερη, κόντευαν να μπουν στην τρίτη και η Τασούλα όλο γύριζε, έπλενε, έτριβε, καθάριζε, και το βράδυ κατάκοπη, έπεφτε στο κρεβάτι της κι έσφιγγε απάνω στο στήθος της με τα δυο της χέρια το γράμμα.
   Έφτανε να τ' ανοίξει και να, η ευτυχία απλωνόταν μπροστά της.
   Ο Νουνός της τής έγραφε ακριβώς όπως αυτή εφανταζόταν, αύριο θα το άνοιγε, θα της το διάβαζαν και όλα θα ετελείωναν!
   Η Τασούλα θα έφευγε για την Αθήνα...
   Μα αν το γράμμα δεν ήτανε όπως το ονειρευόταν;
   Μπα; Και ήτανε καμιά ανάγκη να τ' ανοίξει το γράμμα;
   Μη δεν είχε το δικαίωμα να το κρατήσει κλειστό;
   Το καλό ήτανε να μην την πάρει την απόφαση η Τασούλα. Την πήρε; Τελείωσε! Θα γινότανε αυτό που ήθελε αυτή· μάλιστα! Αυτό που ήθελε αυτή! Κι ας μη νομίζανε οι «σινιορίνες» της, που θα την κατάφερναν να τ' ανοίξει. Α! Όλα κι όλα! Είχε λόγο η Τασούλα και θα κρατούσε το λόγο της. Είπε πως δε θα τ' άνοιγε το γράμμα; Ο κόσμος να χαλούσε δε θα το άνοιγε!
   Κι έσφιγγε με πείσμα το γράμμα απάνω στο στήθος της.
 
Παπά Κατίνα
Περιοδικό «Νέα Εστία»
τεύχος 22 - 24, Δεκέμβριος 1927

(1) κουναρίζω: ανατρέφω, μεγαλώνω παιδιά
(2) πορτόνι: πορτάκι μικρό, κυρίως αυλής

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2022

ΟΤΑΝ ΑΡΧΙΖΕΙ ΝΑ ΒΡΑΔΙΑΖΕΙ

   
   «Άργησες», του λέει η γυναίκα του καθώς ανεβαίνει στο αυτοκίνητο. «Πάγωσαν τα πόδια μου πια».
   Μπροστά στην πύλη του εργοστασίου πολλές ακόμα γυναίκες περιμένουν πάνω στο παγωμένο χόνι, χοροπηδάνε πέρα δώθε, το χνώτο τους βγαίνει τούφες τούφες απ' το στόμα τους, πάγωσε η αναμονή πάνω στα πρόσωπά τους.
   Ο άντρας ξεκίνησε χωρίς ν' απαντήσει. Τα φώτα απ' τ' αντίθετο ρεύμα μπροστά του λαμπύριζαν τούτη τη στιγμή, ανάμεσα στη μέρα και τη νύχτα, σαν πελώρια μάτια φοβερών θηρίων πάνω στην άσφαλτο. Τα φώτα τον τύφλωναν, η άσφαλτος ίδιος καθρέφτης, κι απ' τη μεριά που ήξερε πως ήταν το Ντόρτμουντ ανέβαινε μια κίτρινη δέσμη φως, η τελευταία της μέρας, η πρώτη της νύχτας.
  «Πού ήσουν, τέλος πάντων, κι άργησες τόσο; Μ' έστησες και περιμένω σα τον βλάκα τόση ώρα», γκρινιάζει η γυναίκα. Τρέμει απ' το κρύο και τη σύγχυση.
   «Σταμάτα επιτέλους, δε βλέπεις τι γίνεται εδώ χάμω; Κοίτα κει... Κοίτα γλίστρα... εκεί... εκεί...» Ένα αυτοκίνητο γλιστρούσε στο αντίθετο ρεύμα, έπεφτε μες στο λάκκο στην άκρη του δρόμου και τουμπάριζε με τέτοια άνεση, με τέτοια ακρίβεια που λες και ήτανε γραμμένο μέσα στην άδεια κυκλοφορίας του με σφραγίδες και υπογραφές απ' τις αρχές.
   «Ασ' τα αυτά, μην αλλάζεις κουβέντα, πού ήσουν κι άργησες τόσο;» επιμένει η γυναίκα κεντρισμένη απ' το θυμό της που ανεβαίνει κατευθείαν απ' τα παγωμένα της πόδια.
   Ο άντρας γίνεται έξω φρενών και φωνάζει: «Έτσι και δε βγάλεις το σκασμό σου, σε πέταξα αυτή τη στιγμή έξω απ' τ' αυτοκίνητο».
   Χωρίς να το θέλει πατάει γκάζι, οι πίσω ρόδες γυρίζουν πάνω στον πάγο, το αμάξι γλιστράει προς τα κράσπεδα, ο άντρας γυρνάει το τιμόνι αντίθετα, το συγκρατεί και τελικά σταματάει. Ανάβει τσιγάρο. Η γυναίκα μαρμάρωσε.
   «Τόσο ηλίθια είσαι τέλος πάντων», λέει στη γυναίκα του με σφιγμένα δόντια. «Δε βλέπεις τι γίνεται, τι ρωτάς πού ήμουν τόση ώρα. Άι στο διάολο, σκάσε επιτέλους!»
   «Με συγχωρείς, αλλά είναι καλύτερα να δουλέψεις ένα οχτάωρο παρά να περιμένεις μια ώρα μες σ' αυτό το κρύο. Μου βγήκε η Παναγία».
   «Δεν περιμένεις δα και κάθε μέρα, αυτή είναι η πρώτη φορά φέτος».
   Ο άντρας ένιωθε το μίσος και την ανυπομονησία των πολλών φώτων που μαζεύτηκαν πίσω του, τα 'βλεπε στον καθρέφτη, δε μπορούσαν να τον παρακάμψουν, αδύνατο να προσπεράσουν, τα φώτα απ' το αντίθετο ρεύμα έρχονταν ουρά δίχως τέλος.
   «Κι έπειτα έχω να πλύνω σήμερα ένα βουνό άπλυτα», λέει η γυναίκα. Ανάβει κι αυτή τσιγάρο.
  Ο άντρας ήταν έτοιμος να ξεκινήσει όταν κάποιος χτύπησε το παράθυρο και μια θυμωμένη φωνή λέει: «Άντε λοιπόν, τράβα πιο πέρα με το παλιοσαράβαλό σου, τι στο διάολο, θέλουμε κι εμείς να πάμε στα σπίτια μας».
   Ο Ντέτλεφ κατέβασε το παράθυρο αργά αργά και είπε τάχα αδιάφορα στη σκιά δίπλα στο αυτοκίνητό του: «Σου 'στριψε, φίλε. Αν βιάζεσαι τόσο, τράβα ν' αγοράσεις ελικόπτερο».
   Ξεκίνησε πάλι σιγά σιγά. Μέσα στο αυτοκίνητο έκανε κρύο. Τα μοχθηρά φώτα πίσω του κινήθηκαν ξαλαφρωμένα ακολουθώντας τον.
   «Πρέπει να πας να διορθώσεις επιτέλους το καλοριφέρ», λέει η γυναίκα. «Δεν υποφέρεται το κρύο εδώ μέσα».  
   «Καλά, καλά», είπε ο άντρας.
   Στα σύνορα της περιοχής του Ντόρτμουντ, ο δρόμος γυάλιζε σαν διπλός καθρέφτης κι αναρωτιόσουν κι έλεγες: Είναι πάγος; Είναι υγρασία; Ο Ντέτλεφ άφησε τον περιφερειακό αυτοκινητόδρομο της Ρουρ και κατευθύνθηκε προς το Μπάροπ. Στην έξοδο της Ράουμστράσσε, κάτω, προς τον ζωολογικό κήπο, ήταν τρακαρισμένα δυο αυτοκίνητα. Μπλε φώτα αναβόσβηναν και προειδοποιούσαν από μακριά για το δυστύχημα.
   «Πάλι κάποιοι θα βιάζονταν», λέει η γυναίκα κι ο άντρας της απάντησε ενώ ταυτόχρονα άνοιγε μια χαραμάδα στο παράθυρο για να πετάξει τη γόπα του έξω στον άνεμο: «Ή θα 'χε ο ένας απ' αυτούς δίπλα του στ' αυτοκίνητο κανένα χαζοθήλυκο όπως εγώ».
   Μετά φτάσανε στη συνοικία τους. Σε σχήμα βεντάλιας υψώνονταν πάνω απ' το φαρδύ δρόμο οι πολυκατοικίες, ίδιες με τεράστιους, κούφιους μονόλιθους. Ολόιδιες και πληκτικές οι πολυκατοικίες και πίσω απ' την κάθε πλήξη, μια άλλη. Προχώρησαν ώσπου τέλειωσαν αυτές οι πλήξεις κι άρχιζε μια καινούργια, η δικιά τους η πλήξη. Πίσω όμως απ' τη δικιά τους την πλήξη έφεγγε, γυρίζοντας γύρω γύρω, ένα μεγάλο μπλε φωτεινό αστέρι, το σήμα της Μερσεντές. Πολύ ωραίο ήταν το αστέρι.
   Η γυναίκα κατέβηκε, έτρεξε σαν να την κυνηγούσαν προς την είσοδο σηκώνοντας πολλές φορές το κεφάλι στα φωτισμένα παράθυρα της πρόσοψης, φάνηκε πως καθησύχασε, προχώρησε όμως ακόμα πιο βιαστικά, έκλεισε με δύναμη την πόρτα πίσω της, άρχισε να ανεβαίνει τρέχοντας δυο δυο τα σκαλοπάτια ξεκουμπώνοντας ταυτόχρονα το παλτό της, το 'βγαλε από το διάδρομο ακόμα, χτύπησε την πόρτα και περίμενε λαχανιασμένη.
   Της άνοιξε ο μικρός και είπε: «Αργήσατε πολύ σήμερα, έκανα όλα μου τα μαθήματα, έφαγα κιόλας κάτι και ήρθε κι ο ταχυδρόμος, ήθελε οχτώμιση μάρκα, εγώ όμως δεν είχα...»
   «Καλά, καλά», λέει η γυναίκα. «Έλα».
   Ο Ντέτλεφ παρκάρισε το αμάξι σ' ένα στενόμακρο χώρο που έγραφε: Μόνο για τους ενοίκους. Κατέβηκε, πήρε την τσάντα του απ' το πίσω κάθισμα, κλείδωσε κι έκανε ένα γύρο τ' αυτοκίνητο χτυπώντας με τις μύτες των παπουτσιών του τα λάστιχα. Ένα αμάξι ήρθε προς το μέρος του. Ο οδηγός του αμαξιού λέει: «Ήρθα απ' το Μπόχουμ ως εδώ με τη δεύτερη. Βρωμόκαιρος». «Ναι, σου βγαίνει η Παναγία»,  απαντάει ο Ντέτλεφ, «κι η γυναίκα μου μ' έπρηξε με τη γκρίνια της που άργησα να πάω να την πάρω. Με τέτοιους δρόμους! Γυναίκες!»
   «Γυναίκες!» λέει κι ο άνθρωπος στ' αμάξι, «ας κάτσουν πρώτα στο τιμόνι με τέτοιον καιρό, και τα λέμε. Αλλά αυτές οδηγούν μόνο το καλοκαίρι, και πάλι παν σαν τις χήνες».
   Ο Ντέτλεφ ανέβηκε με το πάσο του τα τρία πατώματα. Χτύπησε το κουδούνι. Ο μικρός άνοιξε την πόρτα κι η γυναίκα φώναξε απ' την κουζίνα: «Δεν έχεις κλειδιά; Πρέπει δηλαδή ν' αναστατώσεις όλη την οικογένεια;» Ο άντρας δεν απάντησε, η γυναίκα άλλωστε δε θα τον άκουγε, στεκόταν μπροστά στο πλυντήριο που δούλευε κι έριχνε απορρυπαντικό στις σαπουνοθήκες. Το τραπέζι ήταν κιόλας στρωμένο στη στενόχωρη κουζίνα, ο εντεκάχρονος μικρός έβαζε το ψωμί, η γυναίκα ξετύλιγε πακετάκια με τυρί και σαλάμι.
   Ο άντρας ξανακατέβηκε κάτω στο κελάρι για να φέρει μερικά μπουκάλια μπίρα, τώρα καθώς τρώει παραπονιέται για τα πολλά σκαλοπάτια. Έπειτα τρώνε σιωπηλά, ακούγεται μόνο το πλυντήριο που δουλεύει, πού και πού κάνει έναν κρότο και μετά γυρίζει ο κάδος απ' την αντίθετη μεριά. Μέσα απ' τα κουρτινάκια της κουζίνας φαίνεται το μεγάλο μπλε αστέρι της Μερσεντές που γυρίζει εκεί ψηλά, κοντά στον αυτοκινητόδρομο της Ρουρ, όπου κυλάει η ζωή πάνω στις πίστες του και καμιά σχέση δεν έχει πια με το γαλάζιο αστέρι.
   «Τι κάνατε σήμερα στο σχολείο;» ρωτάει η γυναίκα.
   «Μας σχόλασαν πάλι δυο ώρες νωρίτερα», λέει ο μικρός. «Η δασκάλα μας είναι άρρωστη. Είχαμε την αντικαταστάτρια. Δεν κάναμε τίποτα, διαβάσαμε, το κομμάτι το ξέρουμε πια απ' έξω...» 
   «Όλο άρρωστη είναι αυτή», παρατήρησε ο άντρας.
   «Εμ, βέβαια, τι ανάγκη έχουνε αυτοί», μουρμούρισε η γυναίκα. Αυτονών ο μισθός δεν κόβεται. Δεν είναι σαν εμάς. Εμείς οι φουκαράδες για ν' αρρωστήσουμε πρέπει πρώτα να τρέξουμε από δω κι από κει πριν πάρουμε το χαρτί ασθενείας».
   «Αυτοί καλά την έχουνε», λέει ο άντρας με γεμάτο στόμα. «Μακάρι κι εγώ να την είχα έτσι, μόλις δουν τα σκούρα, διώχνουν τα παιδιά στα σπίτια τους».  
   «Ναι, μακάρι να μπορούσαμε κι εμείς», λέει η γυναίκα. «Αλλά το εργοστάσιο, βλέπεις, δεν κουνιέται απ' τη θέση του».
   «Και το σχολείο δεν κουνιέται», μουρμουρίζει πάλι ο άντρας. «Η διαφορά είναι μόνο πως το σχολείο διώχνει τα παιδιά όταν πέφτει πολλή δουλειά, ενώ το εργοστάσιο όταν λιγοστεύει η δουλειά».
   «Μη λες βλακείες», λέει η γυναίκα απότομα.  Έκλεισε τα στόρια, το αστέρι της Μερσεντές έσβησε. «Κανένας δε μας έδιωξε ως σήμερα».
   «Δεν είπα εγώ αυτό, που να πάρει και να σηκώσει, μια υπόθεση έκανα μονάχα. Θα μπορούσε να γίνει, θα μπορούσε κάποτε να γίνει... έτσι το είπα». Ο άντρας έπινε τη μπίρα του απ' το μπουκάλι.
   «Μπορεί να γίνει. Πάντα το ίδιο: Θα μπορούσε να γίνει». Η γυναίκα είχε τελειώσει νωρίτερα, άρχισε να σηκώνει το τραπέζι. Ο άντρας κι ο μικρός τρώγανε ακόμα.
   «Κάτσε να τελειώσουμε κι εμείς πρώτα», λέει ο άντρας.
   «Τι μας λες! Εσείς οι δυο είστε ικανοί να τρώτε ως αύριο το πρωί αν δεν πάρω το ψωμί από μπροστά σας»
   Η γυναίκα πάτησε το κουμπί για γρήγορο πλύσιμο και το κράτησε πατητό ώσπου πήδηξε το πλυντήριο δυο προγράμματα παρακάτω. Ο μικρός σήκωσε τα πιάτα απ' το τραπέζι, τα 'βαλε στο νεροχύτη κι άναψε το ζεστό νερό.
   Ο άντρας διάβαζε εφημερίδα. Ο μικρός περίμενε να βράσει το νερό, μετά γέμισε τον νεροχύτη κι άρχισε να πλένει τα πιάτα.
   Απ' την κρεβατοκάμαρα ακουγόταν το βουητό της ηλεκτρικής σκούπας, μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας έκλεισε μια πόρτα αυτοκινήτου. Ο Ντέτλεφ πετάχτηκε στο παράθυρο και κοίταξε κάτω. Από τα πλάγια, δεξιά έπεφτε πάνω στο πρόσωπό του το μπλε φως του αστεριού της Μερσεντές.
   «Καλά το 'πα εγώ, πάλι ο Μπαχμάγιερ δεν καταδέχεται να βάλει το αμάξι του στο πάρκινγκ. Νομίζει πως επειδή έχει ένα 20 TS, μπορεί να κάνει ό,τι θέλει. Σιχαμένος άνθρωπος... Κλάους... πάνε να μου πάρεις τσιγάρα».
   «Τώρα τα θέλεις, μπαμπά;»
   «Τέλειωσε πρώτα τα πιάτα».
   Το πλυντήριο είχε σταματήσει, η γυναίκα μπήκε στην κουζίνα, άνοιξε το καπάκι, έβγαλε ένα ένα τα ρούχα και τα στοίβαξε μέσα στο στρόβιλο για το στράγγισμα.
   «Δεν είναι ανάγκη ν' αφήνεις τις βρώμικές σου κάλτσες όπου να 'ναι  μες στην κρεβατοκάμαρα, ξέρεις καλά πού είναι η θέση τους. Τρέχω συνέχεια ξοπίσω σας σα να μην είχα τόση δουλειά στην καμπούρα μου».
   «Συγγνώμη», λέει ο άντρας,  «το ξέχασα, συμβαίνουν αυτά. Κι εσύ όμως το παραμικρό το κάνεις ανατολικό ζήτημα».
   Η γυναίκα κάτι είπε, αλλά τα λόγια της σκεπάστηκαν απ' το σφυριχτό θόρυβο του κύλινδρου που γύριζε, τα γυαλικά κουδούνιζαν μες στα ντουλάπια. Μόλις τελείωσε κι αυτό, λέει: «Θα μπορούσες να πας εσύ για τα ψώνια».
   «Ποιος, εγώ;» ρωτάει ο άντρας.
   «Όχι, ο δήμαρχος».
   «Ας πάει ο Κλάους». 
   «Καλά, κατάλαβα, θα πάω μόνη μου μόλις τελειώσω με την πλύση, μόνο άπλωμα θέλει άλλωστε».
   «Άπλωμα; Και πού θα απλώσεις; Στη σοφίτα δε μπορείς», λέει ο άντρας και βάζει κάρβουνα στη σόμπα. Κοίταξε έξω απ' το παράθυρο. «Ο Μπαχμάγιερ, αυτός ο σκατιάρης, βάζει συνέχεια το αμάξι του μπροστά απ' το σπίτι. Αν το κάναμε εμείς αυτό, θα 'βλεπες τι στόμα θ' άνοιγε αυτός».
   «Γιατί δε μπορώ ν' απλώσω τα ρούχα στη σοφίτα;» ρωτάει η γυναίκα. «Συμβαίνει τίποτα;» 
   «Αφού, αυτή τη βδομάδα έχουν σειρά οι Βόλτερς για τη σοφίτα».
   «Τι πράμα;»
   «Η δικιά σου η σειρά είναι την άλλη εβδομάδα».
   «Σκατά! Τώρα πρέπει πάλι να τ' απλώσω στο μπάνιο».
   «Άπλωσ' τα λοιπόν στο μπάνιο. Δεν εμποδίζουν».
   «Ωραία τα λες! Και τι θα πρωτοκρεμάσω εκεί μέσα; Θέλουν πάλι οχτώ μέρες για να στεγνώσουν. Στο μπάνιο καλά καλά ούτε να γυρίσουμε δε χωράμε».
   «Έλα τώρα, ηρέμησε. Δε γίνεται τίποτα. Ο κανονισμός είναι κανονισμός. Εσείς οι ίδιες οι γυναίκες κάτσατε και τον κάνατε».
   «Κανονισμός! Και μόνο που ακούω αυτή τη λέξη... Εγώ, στο κάτω κάτω δεν κάθομαι όλη μέρα στο σπίτι σαν αυτή τη Βόλτερς που δεν ξέρει πώς να σκοτώσει την ώρα της. Πρέπει να δεις τον πισινό της, όλο φαρδαίνει, σαν τα καπούλια ουγγαρέζικου αλόγου είναι, κι έχει το θράσος το παλιοθήλυκο να φοράει τώρα και μίνι φούστες. Απορώ πώς δεν το βλέπει και μόνη της, πόσο πρόστυχα χτυπάει, όμως εμένα το ίδιο μου κάνει. Κι έπειτα, είδες, τώρα έβαλε και διχτυωτές κάλτσες, θα 'θελα να 'ξερα ποιον πάει ακόμα να τυλίξει... με τέτοιον πισινό... βέβαια, αυτή είναι ξεκούραστη, κι εκείνος ο φουκαράς ο άντρας της, φου να τον κάνεις, θα πέσει, αυτός βέβαια, άλλο που δε θέλει, έχει την ησυχία του ο άνθρωπος όταν γυρίζει σπίτι του, αχ, κάτι τέτοιες βρώμες θα μπορούσα να τις πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια».
   «Λέγε ό,τι θες εσύ», απαντάει ο άντρας, «όμως ο κανονισμός είναι κανονισμός, τελεία και παύλα». 
   «Κι ο Μπαχμάγιερ;» ειρωνεύεται η γυναίκα. «Αυτός μήπως σέβεται τον κανονισμό της πολυκατοικίας; Γιατί αφήνει συνέχεια το αυτοκίνητό του μπροστά στην είσοδο κι όχι στο πάρκινγκ; Είναι κάτι παραπάνω αυτός; Νομίζει δηλαδή πως, επειδή έχει ένα 20 TS, μπορεί να κάνει ό,τι θέλει; Μακάρι να θέλαμε κι εμείς... όμως εμείς δε θέλουμε, εμάς μας φτάνει το φολκσβάγκεν. Αλλά εσείς οι άντρες, όλοι εδώ μέσα στο σπίτι, κανένας δε λέει τίποτα, ο Μπαχμάγιερ, βλέπεις, μπορεί να γίνει κάποτε προϊστάμενος... ναι,  μάλιστα, έτσι είναι... όμως έννοια σας, και τότε δε θα μένει πια εδώ μαζί μας, τότε θα 'χει δικό του σπίτι, μόνος του».
   Η γυναίκα στοίβαξε τη στραγγισμένη μπουγάδα μέσα σ' έναν πλαστικό κουβά κι εξαφανίστηκε στο μπάνιο. Ο άντρας ξανακοίταξε απ' το παράθυρο και κούνησε το κεφάλι. Ο μικρός ήταν όλη αυτή την ώρα σιωπηλός, σκούπισε τα πιάτα και τα 'βαλε στο ντουλάπι. Πού και πού ακουγόταν ένα πλατάγισμα απ' το μπάνιο κάθε φορά που η γυναίκα τίναζε τα ρούχα για να τα ισιώσει.
   Ουφ, τι ξέρουν τώρα οι γυναίκες! Και βέβαια θα γίνει ο Μπαχμάγιερ προϊστάμενος, και βέβαια θα φύγει μετά από 'δω, όμως στο εργοστάσιο θα μείνει όπως και πριν. Κι έτσι και πάρει τη διεύθυνση του τμήματός μας, τότε να δεις τι μας περιμένει... γιατί να κάτσεις ν' ανοίξεις το στόμα σου λοιπόν, για το αμάξι τώρα, σκέτη βλακεία, αυτός μπορεί να μας βγάλει την πίστη αργότερα. Δεν πα' να μείνει το σκατοαμάξι του εκεί που είναι! Μακάρι να πέσει κανείς απάνω του και να σπάσει τα μούτρα του. Πολύ θα μ' άρεζε.
   «Θα πάω να πάρω μόνος μου τσιγάρα», λέει στον μικρό.
   «Άσε, μπαμπά, έτσι κι αλλιώς θα πάω στον Κουρτ να δω τι βρήκε στην αριθμητική».
   «Ε, καλά, αφού θέλεις». 
   «Πάνε εσύ καλύτερα να ψωνίσεις για τη μαμά».
   «Χαζομάρες, ας πάει η ίδια».
   «Η μαμά έχει όμως ακόμα τη μπουγάδα. Μέχρι να τελειώσει θα κλείσουν τα μαγαζιά».
   «Ας κλείσουν, δεν είν' ανάγκη να πηγαίνει κάθε μέρα για ψώνια. Θα κατέβω κάτω στ' αμάξι να δω μήπως μπορώ να φτιάξω το καλοριφέρ μόνος μου». Ο άντρας βγήκε σφυρίζοντας απ' το δωμάτιο.
   «Κλάους, Κλάους, έλα γρήγορα!»  
   Ο μικρός έτρεξε στο μπάνιο. Η γυναίκα κατεβαίνοντας απ' το σκαμνί που είχε ανέβει για ν' απλώσει τα ρούχα, χώθηκε με το 'να πόδι μες στον άδειο πλαστικό κουβά, σφηνώθηκε και στεκόταν ανήμπορη με το 'να πόδι στο σκαμνί, με τ' άλλο στον κουβά. Ο μικρός έβαλε τα γέλια και την ελευθέρωσε.
   «Τι θέαμα, μαμά, σαν ελεφαντοπόδαρο».
   «Όλο ιδέες είσαι», είπε η γυναίκα και του χάιδεψε τα μαλλιά. Ο μικρός δεν τα 'θελε κάτι τέτοια. Μια φορά είχε πει: «Άσ' τα αυτά, αυτά είναι χαζά».
   «Έλα, πάμε για ψώνια», είπε η γυναίκα.
   Στο σούπερ μάρκετ η γυναίκα διάβαζε τι χρειαζόταν μέσα από μια λίστα που είχε ετοιμάσει από νωρίς στο εργοστάσιο κι όταν τελείωσε η λίστα και γέμισε το καρότσι, έκανε μια βόλτα με τον μικρό στο κατάστημα, έτσι, χωρίς λόγο, έτσι μόνο, για να ρίξει μια ματιά, χωρίς πρόγραμμα, χωρίς να είν' ανάγκη, μόνο έτσι, για να δει τις κονσέρβες με τις ορεκτικές ετικέτες τους, να δει τι έχουν στα κατεψυγμένα, καλοθρεμμένες χήνες και πάπιες, μόνο έτσι, χωρίς ν' αγοράσει τίποτα, τι να τα κάνει άλλωστε αυτά, δεν χρειάζονται, τα Χριστούγεννα κάνουν πάντα γαλοπούλα, έχει ένα σωρό κρέας, γιατί πρέπει να 'ναι χήνα, και μάλιστα Πολωνίας, γιατί ν' αγοράζουμε τις χήνες αυτωνών. Θα πρέπει να υποστηρίζουμε πράγματα που δεν είναι σωστά, μόνο έτσι, να περπατάς και να χαζεύεις, όπως τόσοι άλλοι, αυτοί που έχουν ολόκληρη τη μέρα στη διάθεσή τους, όπως, ας πούμε, αυτή εδώ μπροστά από μένα που, χωρίς να λογαριάζει τον κόσμο που περιμένει πίσω της, κάθεται και κουτσομπολεύει με την ταμία την κοπέλα που έχει ένα παιδί και δεν είναι παντρεμένη. Μόνο έτσι.
   Βγήκαν με τον μικρό στο δρόμο, κουβαλούσαν μαζί τη βαριά τσάντα, και το αστέρι της Μερσεντές ήταν ακριβώς πάνω απ' τα κεφάλια τους, κι ας ήταν εκεί πέρα κοντά στον αυτοκινητόδρομο της περιοχής της Ρουρ. Έριχνε γυρίζοντας τις μπλε ανταύγειες του πάνω στις νότιες συνοικίες της πόλης, που οι νότιοι Γερμανοί τη λένε «η βρώμικη».
   Ο Κλάους το χρονομέτρησε κάποτε αυτό το αστέρι. Σε επτά δευτερόλεπτα, γυρίζει μια φορά γύρω απ' τον άξονά του, δηλαδή σ' ένα λεπτό, εξήντα δια επτά, σε μια ώρα επί εξήντα... αχ, βλακείες, ο μικρός όλο κάτι τέτοια σκέφτεται.
   Ο άντρας είχε ανάψει τη σόμπα στο σαλόνι, ήταν όμορφα ζεστά, κι όλα ξαφνικά μύρισαν νοικοκυριό κι αυτό που λέμε «σπίτι μας».
   «Ήταν ανάγκη;» ρωτάει η γυναίκα. «Τα κάρβουνα όλο και λιγοστεύουν στο κελάρι μας».
   «Βέβαια λιγοστεύουν», γέλασε ο άντρας, «αφού δεν μπορούν να περισσέψουν».  
   Ο μικρός κάθεται μπροστά στην τηλεόραση, Ιντερμέτζο, αλλάζει πρόγραμμα, διαφημίσεις, πάλι τίποτε ιδιαίτερο, ένα αστυνομικό, κάτι οικογενειακά μελό στο τίμιο σπίτι, όλα τα ξέρουμε πια, όλα τα 'χουμε ξαναδεί, όλα τα 'χουμε χορτάσει.
   «Το καλοριφέρ είναι πάλι εντάξει. Είχε φύγει απ' τη θέση του το σύρμα της βαλβίδας, καθόλου δύσκολο, φώναξα τον Βέμπερ, το 'φτιαξε αμέσως, ξέρει αυτός από αυτοκίνητα».
   «Δόξα τω Θεώ, κι όσο σκεφτόμουνα το αύριο, μ' έπιανε ρίγος. Ντέτλεφ, πρέπει τότε να πας αμέσως στο Βέμπερ ένα μπουκάλι μπίρα».
   «Τι μας λες, κι εγώ τις προάλλες έσπασα για τη γυναίκα του κάρβουνα όταν αυτός ήταν νυχτερινός, χωρίς μπουκάλι μπίρας».
   Η γυναίκα είχε στερεώσει τη σιδερώστρα πάνω στην άκρη του τραπεζιού και στο πρεβάζι και σιδέρωνε τα ρούχα που είχαν μείνει  απ' την προηγούμενη.
   «Δε θα δεις τηλεόραση απόψε;» ρώτησε ο άντρας.
   «Δεν ξέρω», λέει η γυναίκα κι αναστέναξε.
   «Τι έχεις; Δεν είσαι καλά;»
   «Μπα, τίποτα, ένας πόνος μόνο κάπου κάπου στην πλάτη».
   «Το 'χεις συχνά αυτό;»
   «Από τότε που με βάλανε στην καινούργια μηχανή. Πρέπει να σκύβω στο πλάι κάθε φορά που βάζω κάτω απ' το πιεστήριο τα φύλλα».
   «Τότε τράβα πιο κει το κάθισμα».
   «Το δοκίμασα κι αυτό. Αλλά τότε πρέπει να σκύβω στο πλάι όταν κατεβάζω το μοχλό, κι αυτό είναι πολύ χειρότερο».
   «Τότε να πας να το πεις στον τμηματάρχη σας».
   «Πάλι λες ό,τι θέλεις. Σα να μην ξέρεις τι θα μου πουν αυτοί. Η μηχανή είναι εντάξει, εμείς δεν είμαστε, πάντα βρίσκουμε κάτι για να γκρινιάζουμε, δεν υπάρχει δουλειά που να μη βρίσκουμε κάτι που δε μας αρέσει. Η μηχανή είναι εντάξει, όλες οι μηχανές όταν είναι καινούριες παρουσιάζουν δυσκολίες, σε μισό χρόνο όλα θα 'χουν στρώσει».
   «Τότε πάνε κατευθείαν στο γιατρό, ίσως αυτός γράψει να σε βάλουνε σ' άλλη δουλειά».
   «Σήμερα όμως μιλάς στ' αλήθεια σα να κατέβηκες απ' το φεγγάρι, σα να μπορούσε τάχα ο γιατρός να μ' αλλάξει δουλειά. Κι αν ακόμα ήταν έτσι, τέτοιες δουλειές που προτείνει ο γιατρός δεν υπάρχουν ούτε για δείγμα σ' ολόκληρο το εργοστάσιο. Καλύτερα να πας ευθεία να ζητήσεις τα χαρτιά σου».
   «Πάντως πρέπει να πας οπωσδήποτε στο γιατρό, ίσως είναι τίποτα πιο σοβαρό».
   «Ίσως. Όμως αδύνατο πριν απ' τα Χριστούγεννα. Θ' αρχίσουν πάλι να λένε στο εργοστάσιο πως κάθισα σπίτι γιατί δεν πρόφτασα τις δουλειές μου, αυτά είπαν και την άλλη φορά, έχω, λέει, λόξα με την καθαριότητα, έτσι δεν είπανε; Κι εγώ ήμουν στο κρεβάτι με κείνο το φοβερό κρυολόγημα, εσύ τουλάχιστο το ξέρεις».
   «Ναι, ναι», είπε ο άντρας.
   «Κλάους, τώρα όμως είναι ώρα να πας πια στο κρεβάτι σου».
   «Καλά, πηγαίνω, μαμά».  
   «Κλάους, άκου, το ψωμί για το σχολείο θα σου το ετοιμάσω εγώ. Μόλις γυρίσεις αύριο το μεσημέρι, το πρώτο που θα κάνεις είναι να κοιτάξεις τη σόμπα στην κουζίνα. Μετά θα πας ν' απλώσεις τα υπόλοιπα ρούχα, μην τα κάνεις κουβάρια και μην κρεμάς πολλά στο σχοινί γιατί μπορεί να βγει ο γάντζος απ' τον τοίχο».
   «Εντάξει, έγινε, μαμά».
   Ο άντρας καθόταν μπροστά στην τηλεόραση κι έβλεπε τις ειδήσεις, κάπνιζε κι έπινε πού και πού καμιά γουλιά μπίρα με το μπουκάλι.
   Η γυναίκα τελείωσε το σίδερο, κάθισε στο ντιβάνι δίπλα στον άντρα κι άρχισε να ράβει το ξηλωμένο στρίφωμα του πανταλονιού του.
   «Κάθε μέρα οι ίδιες βλακείες», λέει ρίχνοντας μια ματιά στην τηλεόραση. Έπειτα σηκώνεται και πάει στο δωμάτιο του μικρού. «Κρίμα», λέει, «κοιμήθηκε κιόλας. Ήθελα να του πω να πάει απ' της θείας Έλλης να μου φέρει τα παπούτσια μου».
   «Γράψ' του ένα σημείωμα», λέει ο άντρας.
   «Θα βάλεις εσύ το ξυπνητήρι;» ρωτάει η γυναίκα γυρίζοντας απ' το δωμάτιο του παιδιού όπου έβαλε το σημείωμα για τον Κλάους κάτω απ' το γυαλί του κομοδίνου του.
   «Θα το βάλω. Πας κιόλας για ύπνο;»
   «Ναι, είμαι ψόφια στην κούραση. Ούτ' εγώ ξέρω τι μου συμβαίνει».
   «Περίεργο, είσαι συνέχεια έτσι κουρασμένη. Πρέπει να πας οπωσδήποτε στο γιατρό μετά τις γιορτές...» 
   Ο άντρας καπνίζει, βλέπει τηλεόραση και πίνει πού και πού μια γουλιά απ' το μπουκάλι. Μόλις άρχισαν οι τελευταίες ειδήσεις σηκώθηκε, έκλεισε την τηλεόραση, πήρε το σταχτοδοχείο, το άδειασε στη σόμπα της κουζίνας, το 'πλυνε με τα δυο δάχτυλα κάτω απ' τη βρύση, το σκούπισε και το 'βαλε στο πρεβάζι του παραθύρου.
   Έπειτα άνοιξε το παράθυρο του σαλονιού κι έμπασε στο δωμάτιο, για κάμποση ώρα, τον φρέσκο αέρα και το μπλε φως του αστεριού της Μερσεντές από 'κει πάνω, απ' τον αυτοκινητόδρομο της Ρουρ. Ο άντρας ήταν ευχαριστημένος.
   Όταν πήγε στην κρεβατοκάμαρα, η γυναίκα του κοιμόταν, ανάσαινε βαθιά και ρυθμικά. Πήρε το βιβλίο που κρατούσε ακόμα στα χέρια της, έσβησε το πορτατίφ της, άναψε το δικό του, το σκέπασε μ' ένα μαντίλι, ξεντύθηκε και πήρε το βιβλίο που ήταν πάνω στο δικό του κομοδίνο. Άρχισε να διαβάζει.
 
   «Μπα, σήμερα, βλέπω, είσαι στην ώρα σου», λέει η γυναίκα καθώς ανεβαίνει στ' αυτοκίνητο.
   «Σπουδαία τα λάχανα, όλ' οι δρόμοι είναι σήμερα εντάξει».
   «Θα χαρεί ο μικρός που θα 'μαστε σπίτι στην ώρα μας. Α, Ντέτλεφ, μη διαβάζεις, βρε παιδί μου, τόσο αργά στοκρεβάτι. Απόψε ξύπνησα και σε βρήκα με το βιβλίο πεσμένο στα μούτρα και το φως να καίει. Το κάνεις πολύ συχνά αυτό τώρα τελευταία».
   «Ναι, ναι», λέει ο άντρας και στρίβει αφήνοντας τον αυτοκινητόδρομο της περιοχής της Ρουρ.
   Ο μικρός τους άνοιξε την πόρτα.
   «Έκανα όλα μου τα μαθήματα. Μόλις ετοιμαζόμουν να φάω κάτι. Τι καλά που ήρθατε κιόλας!» 
 
 Γκρυν Φον Ντερ Μαξ
(Μετφ. Κατερίνα Ψάλτου)
Περιοδικό «Διαγώνιος»
τεύχος 8, Μάιος - Αύγουστος 1981

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2022

ΧΙΟΝΟΘΥΕΛΛΑ

   
   Γύρω στα τέλη του 1811 -μιας χρονιάς αξιομνημόνευτης για μας- ζούσε στο κτήμα του, που ονομαζόταν Νεναράτωφ, ο αγαθός Γαβριήλ Γαβριήλοβιτς Ρ., ο οποίος ήταν πασίγνωστος στη γύρω περιοχή για τη φιλοξενία και τη γλυκύτητα του χαρακτήρα του. Οι γείτονές του τον επισκέπτονταν πολύ συχνά για να τρώνε μαζί του και για να παίζουν χαρτιά με τη γυναίκα του, την κυρία Πρασκόβια Πετρόβνα, ή για να βλέπουν τη θυγατέρα τους, τη Μαρία Γαβριήλοβνα, την κομψή, χλωμή, δεκαοχτάχρονη κοπέλα, την οποία θεωρούσαν πλούσια νύφη και ιδανική σύζυγο για τους ίδιους ή για τους γιους τους.
   Η Μαρία Γαβριήλοβνα, που είχε ανατραφεί διαβάζοντας γαλλικά μυθιστορήματα, ήταν ερωτευμένη ήδη. Ο άντρας, στον οποίο είχε δώσει την καρδιά της ήταν στρατιωτικός, ένας νεαρός που βρισκόταν σε άδεια και κατοικούσε σ' ένα γειτονικό εξοχικό. Εννοείται πως κι ο νεαρός έτρεφε ανάλογα συναισθήματα και φλεγόταν από το ίδιο πάθος για την κοπέλα, αλλά, δυστυχώς, οι γονείς της αγαπημένης του, όταν πρόσεξαν την αμοιβαία έλξη που υπήρχε ανάμεσά τους, απαγόρευσαν στην κόρη τους ακόμη και να τον σκέφτεται. 
   Οι εραστές μας είχαν τακτική αλληλογραφία και συναντιόνταν μονάχοι και κρυφά στο γειτονικό άλσος με τα πεύκα ή κοντά στο παλιό μικρό εκκλησάκι. Εκεί αντάλλαζαν όρκους αιώνιας αγάπης, θρηνούσαν για την αντίξοη τύχη τους και κατέστρωναν διάφορα σχέδια για να 'ναι μαζί. Ανταλλάσσοντας επιστολές και συζητώντας στις μυστικές τους συναντήσεις για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν, κατέληξαν -όπως άλλωστε ήταν φυσικό- στην ακόλουθη σκέψη: Αφού δε μπορούσαν να ζήσουν οι δυο τους χωριστά κι αφού η θέληση των γονιών της κοπέλας στεκόταν εμπόδιο στην ευτυχία τους, δε θα 'ταν ίσως καλύτερο να μη τους λάβουν καθόλου υπόψη τους; Φυσικά τη λαμπρή αυτή ιδέα, που άρεσε πολύ στην κοπέλα και ταίριαζε με τις ρομαντικές της φαντασιώσεις, σκέφτηκε πρώτος ο νεαρός.
   Ήρθε ο χειμώνας και οι μεταξύ τους συναντήσεις, όπως ήταν αναμενόμενο, σταμάτησαν, η αλληλογραφία τους, όμως, έγινε πιο συχνή. Ο Βλαντιμίρ Νικολάεβιτς -έτσι λεγόταν ο νεαρός- ικέτευε στις επιστολές του την αγαπημένη του να το σκάσει μαζί του, να παντρευτούν μυστικά, να παραμείνουν κρυμμένοι για κάποιο χρονικό διάστημα κι ύστερα να εμφανιστούν και να προσπέσουν στα πόδια των γονιών της, οι οποίοι, χωρίς αμφιβολία, θα μαλάκωναν απέναντί τους, βλέποντας πόσο συγκινητικά ηρωική ήταν η επιθυμία τους να ζήσουν τον έρωτά τους, και θα αναγκάζονταν, επιτέλους, να τους πουν: «Παιδιά μας, ελάτε στην αγκαλιά μας!»
   Η Μαρία Γαβριήλοβνα για πολύ καιρό απέκρουε όλες αυτές τις προτάσεις, διστάζοντας να συμφωνήσει με τα σχέδια που έκανε ο αγαπημένος της. Τελικά, όμως, αυτός κατάφερε να την πείσει να το σκάσουν μαζί. Έτσι, την μέρα που είχαν κανονίσει, εκείνη προφασίστηκε πονοκέφαλο, κλείστηκε στο δωμάτιό της και δεν κατέβηκε για το δείπνο. Στο διάβημά της θα τη βοηθούσε κι η υπηρέτριά της, που την είχε πάρει με το μέρος της. Θα έβγαιναν κι οι δυο τους κρυφά, απ' την πίσω πόρτα στον κήπο κι έπειτα θα πήγαιναν προς την άκρη του, όπου θα τις περίμενε ένα έλκηθρο για να τις μεταφέρει και τις δυο στο χωριό Ζάρντινο, πέντε βέρστια απόσταση από το κτήμα των Νεναράτωφ, μπροστά στην εκκλησία κι εκεί θα συναντούσαν τον Βλαντιμίρ να τις περιμένει.       
   Την προηγούμενη νύχτα από τη μέρα που θα γινόταν η απόδραση η Μαρία Γαβριήλοβνα δε μπόρεσε να κλείσει μάτι εξαιτίας των ετοιμασιών που είχε να κάνει και της αγωνίας που τη διακατείχε. Τακτοποίησε σ' ένα μικρό ταξιδιωτικό μπαούλο τα φορέματά της και κάθισε κι έγραψε δυο επιστολές, μία για μια στενή της φίλη κι άλλη μια για τους γονείς της. Στην επιστολή προς τους γονείς της τους αποχαιρετούσε με λόγια τρυφερά και συγκινητικά, τους εξηγούσε την απόφαση που είχε πάρει να φύγει μακριά τους λόγω του ακατανίκητου έρωτά της για τον Βλαντιμίρ και τέλειωνε, εκφράζοντας την ελπίδα πως κάποια στιγμή οι πολυαγαπημένοι της γονείς θα τη συγχωρούσαν και θα της επέτρεπαν να γυρίσει κοντά τους, να πέσει γονατιστή στα πόδια τους και να ζητήσει την ευχή τους κι αυτή θα ήταν, όπως τους έγραφε, η πιο ευτυχισμένη στιγμή της ζωής της. Αφού σφράγισε και τις δυο επιστολές με μια μεταλλική σφραγίδα, που παρίστανε δύο φλογισμένες καρδιές τυλιγμένες από μια επιγραφή με ρομαντικό περιεχόμενο, τελικά, κοντά στο ξημέρωμα, ξάπλωσε να κοιμηθεί. Δεν κατάφερε όμως να ξεκουραστεί, γιατί ανήσυχα όνειρα τάραζαν τον ύπνο της. Ονειρευόταν, δηλαδή, πως ο πατέρας της την έπιανε ακριβώς τη στιγμή που ανέβαινε στο έλκηθρο, την έσερνε με βία και οργή πάνω στο χιόνι και τη φυλάκιζε μέσα σ' ένα σκοτεινό και θλιβερό υπόγειο· κι ονειρευόταν και τον Βλαντιμίρ πεσμένο πάνω στα χόρτα, χλωμό και πλημμυρισμένο στο αίμα, να την παρακαλεί με φωνή γεμάτη αγωνία, ενώ ξεψυχούσε, να βιαστούν να παντρευτούνε... Αυτά κι άλλα τέτοια τρομακτικά όνειρα εναλλάσσονταν με φοβερή ταχύτητα κάτω απ' τα κλειστά της βλέφαρα. Το πρωί, που σηκώθηκε απ' το κρεβάτι, ήταν ακόμη πιο χλωμή από άλλες φορές και με πονοκέφαλο πραγματικό κι όχι ψεύτικο όπως την προηγούμενη μέρα. Ο πατέρας κι η μητέρα της πρόσεξαν αμέσως πως δεν ήταν καλά. Στην τρυφερή τους έγνοια για την υγεία της και στις αλλεπάλληλες ερωτήσεις τους «Τι έχεις Μαρία μου; Μήπως είσαι άρρωστη;» ένιωσε τύψεις. Αν κι ένιωθε βαθύ σπαραγμό μέσα της προσπάθησε να τους καθησυχάσει και να προσποιηθεί τη χαρούμενη για να πιστέψουν πως δε συμβαίνει τίποτα.         
   Πλησίαζε το σούρουπο. Η ιδέα ότι περνούσε το τελευταίο βράδυ με τους αγαπημένους της βάραινε την καρδιά της και την έκανε ν' αναπνέει με δυσκολία. Με τη σκέψη, αποχαιρετούσε μυστικά όλα τ' αγαπημένα της πρόσωπα κι αντικείμενα. Όταν σερβιρίστηκε το δείπνο, η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Με τρεμάμενη φωνή δήλωσε ότι δε μπορούσε να κατεβάσει μπουκιά και καληνύχτισε τον πατέρα και τη μητέρα της. Όταν εκείνοι τη φίλησαν και, όπως συνήθως, της έδωσαν την ευχή τους, μόλις και μετά βίας μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Με το που μπήκε στο δωμάτιό της σωριάστηκε σε μια καρέκλα και ξέσπασε σε κλάματα. Η υπηρέτριά της τη συμβούλεψε να ηρεμήσει και να βρει το κουράγιο να πραγματοποιήσει σχέδιό της. Όλα ήταν πια έτοιμα. Ύστερα από μισή ώρα η Μαρία θ' άφηνε πίσω της για πάντα το πατρικό της, το δωμάτιό της, την ήρεμη παρθενική ζωή της. Έξω λυσσομανούσε η χιονοθύελλα. Ο αέρας σφύριζε αγριεμένος, τα παράθυρα έτριζαν με τρομακτικούς ήχους, όλα τής φαίνονταν απειλητικά, σαν κάποιο θλιβερό προμήνυμα. Λίγο αργότερα όλοι πήγαν για ύπνο και το σπίτι βυθίστηκε στη σιωπή.
   Η Μαρία τυλίχτηκε στις γούνες της, φόρεσε ζεστά και άνετα παπούτσια, πήρε στο χέρι το ταξιδιωτικό της μπαούλο και βγήκε απ' το σπίτι αθόρυβα, από την πίσω πόρτα όπως ήταν κανονισμένο. Πίσω της ακολουθούσε η υπηρέτρια, κρατώντας δυο τυλιγμένους μπόγους. Κατέβηκαν στον κήπο. Η χιονοθύελλα συνεχιζόταν με αδιάκοπη ορμή. Ο άνεμος τις χτυπούσε και τις δυο κατά πρόσωπο άγρια, λες κι ήθελε να τις εμποδίσει από το διάβημά τους. Με πολύ μεγάλο κόπο έφτασαν στην άκρη του κήπου. Έξω στο δρόμο το έλκηθρο τις περίμενε. Τα άλογα, δυστροπώντας εξαιτίας του ψύχους, έδειχναν ανυπόμονα κι ο αμαξάς του Βλαντιμίρ πήγαινε γύρω γύρω στ' αμάξι, προσπαθώντας να τα καθησυχάσει και να τα συγκρατήσει στη θέση τους. Βοήθησε την κοπέλα και την υπηρέτριά της, ν' ανέβουν και να καθίσουν στο έλκηθρο, τακτοποίησε τις αποσκευές τους, έπιασε τα χαλινάρια και τ' άλογα όρμησαν μπροστά ασυγκράτητα.
   Ας αφήσουμε τώρα τη νεαρή κοπέλα στη φροντίδα του Πεπρωμένου και στα επιδέξια χέρια του αμαξά Τερέσκα και ας πάμε να δούμε τι συνέβαινε στο μεταξύ με τον αγαπημένο της.
   Ο Βλαντιμίρ πέρασε όλη τη μέρα, τακτοποιώντας τις λεπτομέρειες της απόδρασής τους. Πριν από το μεσημέρι συναντήθηκε μ' έναν παπά, τον οποίο με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να πείσει να τελέσει κρυφά το μυστήριο του γάμου. Έπειτα έτρεξε να βρει μάρτυρες ανάμεσα στους κτηματίες που κατοικούσαν στη γύρω περιοχή. Ο πρώτος στον οποίο απευθύνθηκε, ένας απόστρατος αξιωματικός καμιά σαρανταριά χρονών που λεγόταν Ντράβιν, δέχτηκε με προθυμία να τον βοηθήσει, αφού όλη αυτή η ιστορία, όπως είπε, του θύμισε τα νιάτα του και τις δικές του ερωτικές περιπέτειες. Έπεισε μάλιστα τον Βλαντιμίρ να μείνει να γευματίσει μαζί του, διαβεβαιώνοντάς τον πως δε θα 'ταν δύσκολο να βρουν και τους υπόλοιπους μάρτυρες που χρειάζονταν. Πραγματικά, αμέσως μετά το γεύμα, κατέφτασαν στο σπίτι του Ντράβιν ο γεωπόνος Σμίτ, ένας άντρας με πυκνό μουστάκι και φαβορίτες, κι ο γιος του λοχαγού Χ..., ένας δεκαεξάχρονος έφηβος που λίγο καιρό πριν είχε καταταγεί στο τάγμα των Ουλάνων. Αυτοί, όχι μόνο δέχτηκαν να βοηθήσουν το Βλαντιμίρ και να παραστούν ως μάρτυρές του, αλλά δεσμεύτηκαν μ' όρκο να θυσιάσουν ακόμη και τη ζωή τους αν αυτό θα 'ταν αναγκαίο. Ο Βλαντιμίρ τούς αγκάλιασε με συγκίνηση κι ενθουσιασμό και επέστρεψε στο σπίτι του για να ετοιμαστεί. Αρκετή ώρα νωρίτερα είχε στείλει τον πιστό του Τερέσκα με την τρόικα στο κτήμα του Νεναράτωφ για να παραλάβει τις δυο γυναίκες, δίνοντάς του λεπτομερείς οδηγίες. Για τον εαυτό του διέταξε να ετοιμάσουν ένα μικρό μόνιππο αμαξάκι και μόνος, χωρίς αμαξά, ξεκίνησε για το χωριό Ζάρντινο όπου, ύστερα από δύο ώρες σύμφωνα με το σχέδιό τους, θα συναντούσε τη Μαρία Γαβριήλοβνα. Γνώριζε καλά τη διαδρομή μέχρι το χωριό και υπολόγιζε πως δε θα διαρκούσε παραπάνω από ένα εικοσάλεπτο. 
   Όταν, όμως, ο Βλαντιμίρ βγήκε έξω στους αγρούς, ο άνεμος φυσούσε τόσο δυνατά κι η χιονοθύελλα ήταν τόσο σφοδρή που δε μπορούσε να έχει καθόλου ορατότητα στη διαδρομή του. Από τη μια στιγμή στην άλλη ο δρόμος γέμισε χιόνια κι ό,τι υπήρχε γύρω του βυθίστηκε μέσα σε μια αχνοκίτρινη ομίχλη, μέσα στην οποία στροβιλίζονταν λευκές χιονονιφάδες. Ο ουρανός κι η γη φαίνονταν σαν να 'ταν ένα ενιαίο σύνολο. Ο Βλαντιμίρ μάταια προσπαθούσε να βρει και ν' ακολουθήσει το σωστό δρόμο. Το άλογο βάδιζε στα τυφλά, άλλοτε βυθιζόταν μέσα στο πυκνό χιόνι κι άλλοτε γλιστρούσε σε κάποιο χαντάκι. Το αμαξάκι συνεχώς τραμπαλιζόταν στον κακοτράχαλο δρόμο. Ο νεαρός άντρας κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να μην απομακρυνθεί από το κεντρικό μονοπάτι, αλλά ήδη είχε περάσει μισή ώρα και το δασάκι που βρισκόταν λίγο πριν το Ζάρντινο δεν είχε φανεί ακόμα. Πέρασαν ακόμη είκοσι λεπτά χωρίς να φανεί. Τα μέρη απ' όπου περνούσε το αμαξάκι ήταν γεμάτα λακκούβες κι η χιονοθύελλα δεν έλεγε να κοπάσει. Ο ουρανός παρέμενε πάντα σκοτεινός και τ' άλογο είχε αρχίσει να κουράζεται. Ο ιδρώτας το έλουζε, παρόλο που κάθε λίγο και λιγάκι βυθιζόταν μέσα στο χιόνι.
   Κάποια στιγμή ο Βλαντιμίρ συνειδητοποίησε πως είχε πάρει λάθος δρόμο κι ανάγκασε τ' άλογο να σταματήσει. Κάθισε να σκεφτεί, προσπάθησε να θυμηθεί τι δρόμο είχε ακολουθήσει, να κάνει διάφορους υπολογισμούς. Κατέληξε στο συμπέρασμα πως έπρεπε να κινηθεί προς τα δεξιά και πήρε αυτή την κατεύθυνση. Ωστόσο το άλογο προχωρούσε με μεγάλη δυσκολία. Ήδη βρίσκονταν στο δρόμο πάνω από μία ώρα. Το Ζάρντινο, βέβαια, δε θα 'ταν πολύ μακριά, αλλά προχωρούσε κι όλο προχωρούσε, μα το χωριό δε φαινόταν πουθενά κι η ώρα περνούσε... Ο Βλαντιμίρ άρχισε ν' ανησυχεί σοβαρά.
   Επιτέλους ένας σκούρος όγκος φάνηκε στα δεξιά του κι ο Βλαντιμίρ έστρεψε το αμαξάκι προς εκείνη την κατεύθυνση. Πλησιάζοντας διέκρινε ένα δασάκι. «Δόξα τω Θεώ», σκέφτηκε ανακουφισμένος και πλησίασε πιο κοντά. Προχωρούσε με την ελπίδα να συναντήσει κάποιο γνωστό μονοπάτι ή έστω να κινηθεί κυκλικά γύρω απ' το δασάκι, πίσω απ' το οποίο ήξερε πως βρισκόταν το Ζάρντινο. Μετά από λίγο βρήκε ένα μονοπάτι, η διαδρομή έγινε ομαλή χωρίς εμπόδια, τ' άλογο βρήκε ξανά τις δυνάμεις του κι ο Βλαντιμίρ ένιωσε ανακούφιση. 
   Προχώρησε κάμποση ώρα, αλλά το χωριό δεν έλεγε να φανεί. Κάποια στιγμή άφησε πίσω του και το δασάκι και τότε ο Βλαντιμίρ με φρίκη συνειδητοποίησε ότι είχε μπει μέσα σ' ένα άγνωστο γι' αυτόν δάσος. Η απελπισία τον κυρίεψε. Χτύπησε το ζώο για να το κάνει να κινηθεί πιο γρήγορα, αλλά εκείνο, ύστερα από μια μάταιη προσπάθεια να επιταχύνει τον καλπασμό του, σύντομα κουράστηκε κι έτσι αποκαμωμένο συνέχισε να κινείται αργά, πολύ αργά, παρά τις προσπάθειες του καημένου του Βλαντιμίρ.
   Σιγά σιγά τα δέντρα άρχισαν ν' αραιώνουν κι ο Βλαντιμίρ διαπίστωσε πως είχαν βγει απ' το δάσος. Το Ζάρντινο, βέβαια, δε φαινόταν πουθενά και ήδη ήταν σχεδόν μεσάνυχτα. Δάκρυα κύλησαν από τα μάτια του. Κινήθηκε προς μια τυχαία κατεύθυνση. Ο καιρός πήρε να καλυτερεύει, τα σύννεφα άρχισαν να σκορπίζονται και τότε είδε πως βρισκόταν μέσα σε μια αχανή πεδιάδα, μια πεδιάδα που ήταν καλυμμένη μ' ένα λευκό κυματιστό χαλί από χιόνι. Η βραδιά ήταν αρκετά φωτεινή ώστε να διακρίνει ένα μικρό χωριό στο βάθος του ορίζοντα, όχι σε πολύ μεγάλη απόσταση από το μέρος που βρισκόταν. Κατευθύνθηκε, λοιπόν, προς τα 'κει. Φτάνοντας μπροστά σε μια καλύβα, πήδησε κάτω απ' τ' αμάξι, πλησίασε κι άρχισε να χτυπά ένα παράθυρο, το οποίο ύστερα από λίγο άνοιξε κι ένας γέρος με λευκή γενειάδα πρόβαλε στο πρεβάζι. 
   «Ποιος είσαι; Τι θέλεις;» 
   «Είναι μακριά από 'δω το Ζάρντινο;» 
   «Τι είπες; Αν είναι μακριά το Ζάρντινο;» 
   «Ναι... ναι... Μήπως ξέρεις να μου πεις προς τα πού είναι;» 
   «Δεν είναι μακριά, περίπου δέκα βέρστια απόσταση από 'δω».
   Σ' αυτά τα λόγια ο Βλαντιμίρ έπιασε με απόγνωση το κεφάλι του κι έμεινε ασάλευτος και κατακεραυνωμένος, όπως κάποιος που είναι στημένος μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα.  
   «Κι εσύ από πού είσαι;» ρώτησε ο γέρος.
   Ο Βλαντιμίρ δεν είχε το κουράγιο ούτε τη δύναμη ν' απαντήσει. 
   «Μήπως μπορείς να μου δώσεις κάποιο άλογο για να πάω στο Ζάρντινο;» κατάφερε να ψελλίσει ύστερα από κάποια λεπτά. 
   «Πού να το βρούμε τ' άλογο εμείς;» απάντησε ο γέρος.  
  «Μήπως μπορώ τουλάχιστον να βρω κάποιον να με οδηγήσει ως εκεί; Πληρώνω όσο όσο». 
   «Στάσου», είπε μετά από ελάχιστη σκέψη ο γέρος. «Θα σου στείλω το γιο μου. Αυτός θα σε πάει μέχρι εκεί». Κι έκλεισε το παράθυρο.
   Ο Βλαντιμίρ περίμενε μερικά λεπτά κι έπειτα ξαναχτύπησε στο παράθυρο. Ο άντρας με τη γενειάδα πρόβαλε πάλι.
   «Tι θέλεις;»
   «Πού είναι λοιπόν ο γιος σου;»
   «Τώρα θα 'ρθει. Ντύνεται. Πάγωσες; Έλα μέσα να ζεσταθείς». 
   «Ευχαριστώ, μα όχι. Πες στο γιο σου να κάνει γρήγορα».
   Επιτέλους η πόρτα άνοιξε κι ένας νεαρός βγήκε απ' την καλύβα κρατώντας στα χέρια του ένα ραβδί. Βαδίζοντας μπροστά από τον Βλαντιμίρ, άλλοτε του 'δειχνε το μονοπάτι κι άλλοτε έψαχνε το δρόμο που ήταν καλυμμένος από πυκνό χιόνι. 
   Το φως της μέρας κόντευε να χαθεί, όταν έφτασαν τελικά στο Ζάρντινο. Η εκκλησία ήταν κλειστή και έρημη. Ο Βλαντιμίρ πλήρωσε τον οδηγό και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του ιερέα. Κι εκεί τον περίμενε μια απίστευτη είδηση!

   Ας επιστρέψουμε, όμως, τώρα στους καλόψυχους ιδιοκτήτες του κτήματος Νεναράτωφ κι ας δούμε τι συνέβη σ' αυτούς. Οι δυο γέροι, όταν ξύπνησαν το πρωί, κατέβηκαν στο σαλόνι. Μόλις οι υπηρέτες έφεραν το σαμοβάρι, ο Γαβριήλ Γαβρίλοβιτς έστειλε μια μικρή υπηρετριούλα στο δωμάτιο της κόρης του για να τη ρωτήσει πώς ήταν στην υγεία της και πώς είχε περάσει τη νύχτα. Ύστερα από λίγη ώρα η υπηρετριούλα επέστρεψε και του ανακοίνωσε πως η δεσποινίδα είχε κοιμηθεί καλά, πως η υγεία της είχε αρχίσει να βελτιώνεται και πως θα κατέβαινε κοντά τους σε λίγο. Πράγματι, λίγο αργότερα η πόρτα άνοιξε, η Μαρία Γαβριήλοβνα μπήκε στο σαλόνι κι έσπευσε να φιλήσει τους γονείς της.
   «Πώς είσαι, Μάνια μου;» τη ρώτησε γεμάτος έγνοια ο Γαβριήλ Γαβριήλοβιτς.
   «Καλύτερα, πατέρα», απάντησε εκείνη. 
   «Να δεις ότι σε πείραξε ο καπνός απ' τα ξύλα στο τζάκι», είπε η Πρασκόβια Πετρόβνα. 
   «Ίσως, μητέρα», απάντησε η κοπέλα.
   Η μέρα κύλησε χωρίς απρόοπτα, αλλά το απόγευμα η Μαρία ένιωσε έντονη αδιαθεσία. Έστειλαν κάποιον στην κοντινότερη πόλη και κάλεσαν το γιατρό, ο οποίος, όταν ήρθε κατά το σούρουπο, βρήκε την άρρωστη να παραληρεί από τον πυρετό. Η διάγνωση ήταν τυφοειδής πυρετός και το επόμενο διάστημα, επί δύο βδομάδες περίπου, η δυστυχισμένη κοπέλα ήταν μεταξύ ζωής και θανάτου.
   Κανείς στο σπίτι δεν είχε προλάβει να μάθει για την απόδραση που είχε σχεδιάσει και τελικά απέτυχε. Τα γράμματα, που είχε γράψει την προηγούμενη μέρα απ' το φευγιό της, τα έκαψε. Κι η καμαριέρα της, που φοβήθηκε την οργή των αφεντικών της, δεν είπε λέξη σε κανέναν. Ο Τερέσκα από την άλλη, εκτός του ότι μιλούσε σπάνια, τον περισσότερο καιρό ήταν μεθυσμένος. Έτσι το μυστικό της θα παρέμενε απόλυτα ασφαλές, αν μέσα στο παραμιλητό της δεν το αποκάλυπτε άθελά της εν μέρει, αφού τα λόγια της εξαιτίας του πυρετού ήταν ασυνάρτητα. Η μητέρα της, που δεν το κουνούσε στιγμή από το προσκεφάλι της, το μόνο που κατάλαβε από τα λεγόμενά της ήταν ότι αγαπούσε με πάθος τον Βλαντιμίρ Νικολάεβιτς κι ότι πιθανόν αυτός ο έρωτας ήταν και η αιτία της αρρώστιας της. Το συζήτησε με τον άντρα της. Ζήτησε πληροφορίες κι από μερικούς γείτονες για τον νεαρό και στο τέλος αποφάσισαν κι οι δυο τους ομόθυμα να αποδεχτούν την κατάσταση κι ότι αυτή ήταν, κατά τα φαινόμενα, η τύχη της κόρης τους, ότι κανείς δε μπορεί ν' αποφύγει ό,τι η μοίρα ορίζει, ότι η φτώχεια δεν είναι ντροπή, ότι ο πλούτος δεν εξασφαλίζει πάντα μια ευτυχισμένη συμβίωση σ' ένα γάμο αλλά αυτή εξαρτάται απόλυτα από τους ανθρώπους και τα συναισθήματά τους κι άλλες παρόμοιες τέτοιες αναντίρρητες αλήθειες.
   Οι παροιμίες που λέγονται για θέματα ηθικής είναι εξαιρετικά χρήσιμες στις περιπτώσεις, για τις οποίες δε μπορούμε να σκεφτούμε καμιά δικαιολογία.
   Κάποτε η Μαρία άρχισε να συνέρχεται και, καθώς ο Βλαντιμίρ είχε πολύ καιρό να φανεί στο σπίτι τους, αποφάσισαν να τον προσκαλέσουν οι ίδιοι και να του ανακοινώσουν την ευχάριστη είδηση που, φυσικά, δε θα περίμενε ν' ακούσει: τη συγκατάθεσή τους για να παντρευτεί την κόρη τους. Ωστόσο η έκπληξή τους ήταν τεράστια, όταν, ως απάντηση στην πρόσκλησή τους, έλαβαν απ' αυτόν μια εντελώς παράλογη επιστολή, που έγραφε πράγματα τρελά! Τους δήλωνε, δηλαδή, πως ποτέ πια δε θα ξαναπατούσε το πόδι του στο σπιτικό τους και τους παρακαλούσε να λησμονήσουν ολότελα εκείνον τον δυστυχισμένο άντρα, για τον οποίο η μόνη ελπίδα που του είχε απομείνει ήταν ο θάνατος. Ύστερα από μερικές μέρες έμαθαν ότι ο Βλαντιμίρ κατατάχθηκε στο στρατό. Αυτό συνέβη το 1812.
   Για πολύ καιρό δεν τολμούσαν καν να το ανακοινώσουν αυτό στη κόρη τους, η οποία απ' την πλευρά της δε μιλούσε ποτέ για τον Βλαντιμίρ. Λίγους μήνες αργότερα, όταν διάβασε τ' όνομά του στη λίστα των αντρών που είχαν ανδραγαθήσει και τραυματιστεί σοβαρά στη μάχη του Μποροντίν, λιποθύμησε κι όλοι φοβήθηκαν μήπως ξαναρρωστήσει. Ευτυχώς, δε συνέβη κάτι τέτοιο.
   Μια νέα, όμως, μεγάλη θλίψη ήρθε να βρει την άτυχη Μαρία. Ο πατέρας της, ο Γαβριήλ Γαβρίλοβιτς, πέθανε αφήνοντάς τη μοναδική του κληρονόμο. Φυσικά η κληρονομιά αυτή καμιά χαρά δεν της έδωσε. Συμμεριζόταν τον πόνο της δυστυχισμένης μητέρας της και της έδινε υποσχέσεις πως ποτέ δε θα την άφηνε μόνη. Κάποια στιγμή αποφάσισαν κι οι δυο να εγκαταλείψουν το Νεναράτωφ, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με τόσες θλιβερές αναμνήσεις, και να μετακομίσουν σε ένα άλλο από τα υποστατικά τους. 
   Σύντομα πολλοί υποψήφιοι μνηστήρες περικύκλωσαν την αξιαγάπητη και πλούσια νύφη, ωστόσο αυτή δεν έδινε ελπίδες σε κανέναν. Η μητέρα της την προέτρεπε συνέχεια να επιλέξει επιτέλους κάποιον απ' αυτούς για άντρα της, αλλά η Μαρία Γαβριήλοβνα κουνούσε θλιμμένα το κεφάλι κι έμενε σκεφτική. Άλλωστε ο Βλαντιμίρ δεν βρισκόταν πια στη ζωή. Είχε πεθάνει στη Μόσχα την παραμονή της εισόδου των Γάλλων σ' αυτή. Η κοπέλα θεωρούσε ιερή την ανάμνησή του. Είχε κρατήσει κι όλα όσα της τον θύμιζαν: Τα βιβλία που άλλοτε είχε διαβάσει κι εκείνος, τους στίχους που της είχε αφιερώσει, τις ζωγραφιές του, τη μουσική που είχε συνθέσει για κείνη. Οι γείτονες, οι οποίοι είχαν μάθει όλα όσα της είχαν συμβεί, επαινούσαν με θαυμασμό τη σταθερότητα των συναισθημάτων της, αλλά περίμεναν και με ανυπομονησία τον γενναίο εκείνον άντρα που θα κατάφερνε να θριαμβεύσει απέναντι στη θλιβερή αφοσίωση της παρθενικής αυτής Αρτεμισίας. 
   Στο μεταξύ ο πόλεμος τελείωσε, στέφοντας με δόξα τα ρωσικά όπλα. Τα στρατεύματά μας επέστρεφαν από τα πεδία των μαχών. Ο λαός έτρεχε να τα προϋπαντήσει. Οι αξιωματικοί, οι οποίοι είχαν καταταγεί σχεδόν έφηβοι, επέστρεφαν τώρα πια άντρες, μπαρουτοκαπνισμένοι από τον πόλεμο και φορτωμένοι παράσημα. Οι στρατιώτες συνομιλούσαν χαρούμενα μεταξύ τους, χρησιμοποιώντας συνεχώς στις κουβέντες τους γερμανικές και γαλλικές λέξεις. Πραγματικά, αλησμόνητες μέρες! Εποχή δόξας κι ενθουσιασμού! Πόσο ζωηρά σκιρτούσε κάθε ρωσική καρδιά στο άκουσμα της λέξης «πατρίδα»! Πόση γλύκα είχαν τα δάκρυα που κυλούσαν στις συναντήσεις με τους ήρωες που επέστρεφαν! Με πόση ομοθυμία συνδυάσαμε το αίσθημα της λαϊκής υπερηφάνειας με την αφοσίωση προς τον αυτοκράτορα! Και πόσο σημαντική ήταν και γι' αυτόν αυτή η περίοδος!
   Οι Ρωσίδες τα χρόνια εκείνα ξεπέρασαν τους εαυτούς τους. Η συνηθισμένη τους ψυχρότητα εξαφανίστηκε, ο ενθουσιασμός τους ήταν αληθινά μεθυστικός, όταν συναντούσαν τους νικητές και τους επευφημούσαν. Και ποιος, βέβαια, από τους αξιωματικούς εκείνου του καιρού δε θα παραδεχόταν φανερά πως το πιο ωραίο έπαθλο για τη νίκη ήταν ο ενθουσιασμός που έδειξαν οι γυναίκες της Ρωσίας;...
   Την ένδοξη εκείνη περίοδο η Μαρία Γαβριήλοβνα ζούσε μαζί με τη μητέρα της στην επαρχία κι έτσι οι δυο γυναίκες δε μπόρεσαν να δουν και να ζήσουν τον ενθουσιασμό, με τον οποίο οι δύο πρωτεύουσες γιόρτασαν την επιστροφή των στρατευμάτων, αλλά στις κωμοπόλεις και τα χωριά ο ενθουσιασμός ίσως και να ήταν μεγαλύτερος, καθώς η εμφάνιση κάποιου αξιωματικού σ' εκείνα τα μέρη ήταν ένα είδος θριάμβου για τον ίδιο και δυσαρέσκειας για όλους τους υπόλοιπους νεαρούς, που διεκδικούσαν την προσοχή κάποιας γυναίκας κι ένιωθαν πως απειλούνται από την παρουσία του.
   Είπαμε ήδη ότι η Μαρία ήταν περικυκλωμένη από θαυμαστές παρά την ψυχρότητά της. Όταν όμως άρχισε τις επισκέψεις στο υποστατικό της ο συνταγματάρχης των Ουσάρων Βούρμιν, τραυματίας πολέμου που έφερε το παράσημο του Αγίου Γεωργίου, όλοι αναγκάστηκαν να παραιτηθούν από τις προσπάθειες να την κατακτήσουν. Ήταν ένας άντρας συμπαθητικά χλωμός, όπως έλεγαν οι δεσποινίδες της περιοχής, είκοσι έξι χρονών περίπου. Είχε έρθει με άδεια να αναρρώσει στα κτήματά του, τα οποία ήταν πολύ κοντά στο κτήμα της Μαρίας Γαβριήλοβνας. Είναι γεγονός ότι κάθε φορά που τον συναντούσε η Μαρία, η συνηθισμένη κακή της διάθεση την εγκατέλειπε και γενικά έδειχνε πως χαιρόταν τη συντροφιά του και τον προτιμούσε περισσότερο από άλλους υποψήφιους μνηστήρες. Βέβαια, δε θα μπορούσε να πει κανείς πως ανταποκρινόταν στο φλερτ του με φιλαρέσκεια, αλλά, αν την παρατηρούσε κάποιος ποιητής, θα έλεγε: S' amor non è, che dunque (1)?
   Πράγματι ο Βούρμιν ήταν ένας αξιαγάπητος νεαρός άντρας κι είχε ακριβώς το πνεύμα εκείνο που αρέσει στις γυναίκες, με αρκετή ανεκτικότητα και συγκαταβατικότητα και χωρίς υπολανθάνουσα ειρωνεία. Η συμπεριφορά του απέναντι στη Μαρία ήταν απλή, αβίαστη και φιλική, αλλά κάθε φορά που εκείνη μιλούσε ή έκανε κάτι, το βλέμμα του την ακολουθούσε επίμονα. Φαινόταν άνθρωπος ήσυχος και χαμηλών τόνων, αλλά οι φήμες έλεγαν πως στο παρελθόν ήταν υπερβολικά ζωηρός. Αυτό, όμως, δε μείωνε την εκτίμηση της Μαρίας για κείνον, η οποία -όπως κι όλες γενικά οι νεανικές καρδιές- συχνά συγχωρούν τα σφάλματα που οφείλονται σε τόλμη ή ζωηράδα.  
   Ωστόσο, εκείνο το οποίο κατά κύριο λόγο... -δηλαδή εκτός από την αβρότητα στους τρόπους, την ευχάριστη παρέα, τη συμπαθητική του χλωμάδα και το τραυματισμένο του χέρι- ξεσήκωνε τη φαντασία και την περιέργειά της ήταν η σιωπή του νεαρού Ουσάρου. Φυσικά και καταλάβαινε ότι του άρεσε. Ίσως κι εκείνος, ως έξυπνος άντρας με αρκετή εμπειρία, να πρόσεξε ότι τον είχε ξεχωρίσει ανάμεσα σ' όλους εκείνους που την πολιορκούσαν. Γιατί, λοιπόν, δεν είχε γονατίσει ακόμη μπροστά της και γιατί δεν της είχε κάνει την ερωτική του εξομολόγηση; Τι τον εμπόδιζε; Μήπως η ντροπαλοσύνη που είναι χαρακτηριστικό του αληθινού έρωτα, η περηφάνια ή οι υπολογισμοί κάποιου πονηρού προικοθήρα; Η στάση του ήταν ένα αίνιγμα για κείνη. Το σκέφτηκε αρκετά και κατέληξε στο συμπέρασμα πως η αιτία για τους δισταγμούς του ήταν η δειλία του. Αποφάσισε να τον ενθαρρύνει, δείχνοντάς του περισσότερη προσοχή και, ανάλογα με την περίσταση, ίσως και κάποια τρυφερότητα. Προετοίμασε με το νου τα σχέδιά της γι' αυτή την εξέλιξη και με ανυπομονησία περίμενε τη στιγμή που θα της εκδήλωνε τα ρομαντικά του συναισθήματα. Τα μυστικά, όποιας φύσεως κι αν είναι, βαραίνουν πάντοτε τη γυναικεία καρδιά. Το σχέδιό της έφερε το ποθητό αποτέλεσμα. Τα αισθήματα του Βούρμιν ήταν πια τόσο φανερά, τα μαύρα του μάτια ατένιζαν τη Μαρία με τόσο φλογερό πάθος, που η αποφασιστική κίνηση φαινόταν πως άμεσα θα γινόταν κι οι γείτονες άρχισαν ήδη να μιλούν για τον επικείμενο γάμο τους. Σαν να επρόκειτο κιόλας για ένα τετελεσμένο γεγονός, η καλόκαρδη Πρασκόβια Πετρόβνα ήταν γεμάτη χαρά που έβλεπε ότι η κόρη της έδωσε επιτέλους την καρδιά της σ' έναν άντρα αντάξιό της.
   Μια μέρα η Πρασκόβια Πετρόβνα καθόταν μόνη της στο σαλόνι κι έπαιζε χαρτιά, ρίχνοντας πασιέντζες, όταν μπήκε μέσα φουριόζος ο Βούρμιν και τη ρώτησε για τη Μαρία Γαβριήλοβνα. 
    «Είναι στον κήπο», του απάντησε. «Πηγαίνετε να τη συναντήσετε. Θα σας περιμένω εδώ μετά». 
   Ο Βούρμιν βγήκε έξω κι η γυναίκα σκέφτηκε: «Ίσως σήμερα τελειώσει αυτή η υπόθεση».
   Ο Βούρμιν βρήκε τη Μαρία να κάθεται κοντά στη λιμνούλα μ' ένα βιβλίο ανοιχτό στα χέρια της, ντυμένη στα λευκά, σαν αληθινή ηρωίδα κάποιου μυθιστορήματος. Μετά από τα πρώτα λόγια που αντάλλαξαν, η Μαρία σκόπιμα έμεινε σιωπηλή, ενισχύοντας έτσι την αμοιβαία αμηχανία μεταξύ τους, που μόνο με μια ξαφνική κι αποφασιστική εξομολόγηση θα μπορούσε να διαλυθεί. Έτσι κι έγινε. Ο Βούρμιν, που είχε πλήρη συναίσθηση σε πόσο δύσκολη θέση βρισκόταν, της δήλωσε πως από πολύ καιρό αναζητούσε την κατάλληλη ευκαιρία να της ανοίξει την καρδιά του και ζήτησε την αμέριστη προσοχή της για λίγο. Η Μαρία έκλεισε το βιβλίο της και χαμήλωσε τα μάτια, νεύοντας συγκαταβατικά.   
   «Σας αγαπώ», είπε ο Βούρμιν, «σας αγαπώ με πάθος!» Η Μαρία έγινε κατακόκκινη και χαμήλωσε και πάλι τα μάτια της. «Η στάση μου ήταν απερίσκεπτη, όταν, παρασυρμένος απ' τη γλυκιά συνήθεια, επέτρεψα στον εαυτό μου να σας βλέπω και να σας ακούω κάθε μέρα». Στα λόγια αυτά η κοπέλα θυμήθηκε την πρώτη επιστολή της «Νεαρής Ελοΐζας» του Ρουσώ. «Τώρα είναι πλέον αργά. Δε μπορώ ν' αντισταθώ στο πεπρωμένο! Η ανάμνησή σας, η χαριτωμένη κι αξιαγάπητη εικόνα σας θα 'ναι από 'δω και στο εξής η μοναδική απόλαυση αλλά και το μαρτύριο της ζωής μου... Κι εδώ, οφείλω, εκπληρώνοντας ένα επώδυνο καθήκον, να σας εξομολογηθώ το φριχτό μου μυστικό, το οποίο θα βάλει ανάμεσά μας ένα αξεπέραστο εμπόδιο».
   «Το εμπόδιο υπάρχει και χωρίς το μυστικό σας», απάντησε η Μαρία, «αφού ποτέ δε θα μπορούσα να γίνω σύζυγός σας...»
   «Γνωρίζω», είπε εκείνος με κατανόηση, «ότι ερωτευτήκατε κάποτε, αλλά ο θάνατος... Ω, μη μου στερήσετε, καλή κι αξιολάτρευτη Μαρία Γαβριήλοβνα, αυτή την ελάχιστη παρηγοριά... της σκέψης ότι θα μπορούσατε να δώσετε τη συγκατάθεσή σας και να με κάνετε ευτυχισμένο, εάν... εάν...»    
   «Σωπάστε! Για όνομα του Θεού, σωπάστε! Μη μου σπαράζετε την καρδιά».
   «Ναι, το γνωρίζω, το βλέπω, το αισθάνομαι ότι θα μπορούσατε κάποτε να γίνετε δική μου, να ζήσουμε ευτυχισμένοι μαζί... αλλά αλίμονο! Είναι αδύνατον!... Είμαι ήδη παντρεμένος!...» 
   Η Μαρία στύλωσε το βλέμμα πάνω του κατάπληκτη. 
   «Παντρεύτηκα πριν από τέσσερα χρόνια», συνέχισε ο Βούρμιν, «αλλά δεν ξέρω πού βρίσκεται η σύζυγός μου κι αν θα την ξαναβρώ ποτέ». 
   «Μα... αυτό ... αυτό είναι πολύ παράδοξο», ψέλλισε η Μαρία Γαβριήλοβνα. «Θα σας πω στη συνέχεια τι εννοώ, αλλά προς το παρόν συνεχίστε την ιστορία σας...» 
   «Στις αρχές του 1812», άρχισε πάλι ο Βούρμιν, «έσπευσα στη Βίλνα, όπου βρισκόταν το σύνταγμά μου. Φτάνοντας το απόγευμα σε κάποιον σταθμό, έδωσα διαταγή να μου αλλάξουν τ' άλογα όσο το δυνατόν γρηγορότερα, μα τότε ξέσπασε δυνατή χιονοθύελλα. Ο σταθμάρχης κι οι αμαξάδες με συμβούλεψαν να περιμένω μέχρι να κοπάσει. Τους άκουσα βέβαια, αλλά μια ανεξήγητη ανησυχία με κυρίεψε. Ένα αίσθημα, που δε μπορούσα να εξηγήσω, μ' έσπρωχνε να φύγω από κει. Πράγματι, μολονότι η χιονοθύελλα συνεχιζόταν με αμείωτη ένταση, τους έδωσα εντολή να ζεύξουν τ' άλογα κι έφυγα. Ο αμαξάς μου σκέφτηκε ν' ακολουθήσει το δρόμο πλάι στο ποτάμι για να συντομεύσει τη διαδρομή, αλλά οι όχθες του ποταμού ήταν σκεπασμένες με χιόνι. Το αμάξι βγήκε έξω απ' το δρόμο που έπρεπε κανονικά να πάρουμε χωρίς να το καταλάβουμε κι έτσι βρεθήκαμε σ' ένα άγνωστο μέρος. Η καταιγίδα συνεχιζόταν. Κάπου στο βάθος διέκρινα ένα αμυδρό φως κι έδωσα εντολή στον αμαξά να κινηθεί προς τα κει. Φτάσαμε σ' ένα χωριουδάκι, η εκκλησία του οποίου ήταν φωτισμένη, οι πόρτες ανοιχτές και μπροστά σ' αυτές ήταν σταματημένα λίγα έλκηθρα. Εδώ, εδώ, μου φώναξαν κάποιοι άνθρωποι. Έδωσα εντολή στον αμαξά να πλησιάσουμε. Πού χάθηκες λοιπόν; μου είπε ένας άντρας. Η μέλλουσα νύφη είναι λιπόθυμη, ο ιερέας δεν ξέρει τι να κάνει, λίγο ακόμη και θα φεύγαμε. Έλα μέσα γρήγορα. Κατέβηκα, χωρίς να μιλήσω, από το έλκηθρό μου και μπήκα μέσα στην εκκλησία, που φωτιζόταν μόνο από δυο τρεις λαμπάδες. Μια νεαρή γυναίκα καθόταν μισοαναίσθητη σε μια γωνιά της εκκλησίας, ενώ μια άλλη της έτριβε τα χέρια και τους κροτάφους. Ω, ήρθατε επιτέλους! Δόξα τω Θεώ, είπε η τελευταία. Παραλίγο να μας πεθάνει η νύφη. Ο γέρο ιερέας με πλησίασε και με ρώτησε: Θέλετε να ξεκινήσουμε; Απάντησα μηχανικά, ασυναίσθητα: Ξεκινήστε, ξεκινήστε, πάτερ.
   »Τότε σήκωσαν όρθια την κοπέλα. Μου φάνηκε όμορφη... Ω, τι ανεξήγητη κι άμυαλη επιπολαιότητα!... Στάθηκα δίπλα της. Ο ιερέας ξεκίνησε βιαστικά να τελεί το μυστήριο. Τρεις άντρες κι η υπηρέτρια συγκρατούσαν την κοπέλα προκειμένου να σταθεί όρθια δίπλα μου. Κάποια στιγμή η τελετή ολοκληρώθηκε. Φιληθείτε, μας προέτρεψαν. Η σύζυγός μου πλέον έστρεψε προς εμένα το χλωμό της πρόσωπο κι ήμουν έτοιμος να τη φιλήσω... Ααα! Δεν είναι εκείνος!... Δεν είναι εκείνος!... φώναξε και λιποθύμησε ξανά.
    »Οι μάρτυρες με κοιτούσαν κατάπληκτοι. Εγώ, χωρίς να καταλαβαίνω καλά - καλά τι μου συμβαίνει, βγήκα απ' την εκκλησία, μπήκα στο έλκηθρό μου και φώναξα στον αμαξά: Εμπρός!...»
   «Θεέ μου!» είπε ταραγμένη η Μαρία Γαβριήλοβνα. «Και δε γνωρίζετε έκτοτε τι συνέβη στη γυναίκα σας;»
   «Όχι, δε γνωρίζω... ούτε γνωρίζω πώς ονομάζεται το χωριό όπου έγινε ο γάμος, ούτε θυμάμαι πού ήταν ο σταθμός που άλλαξα άλογα... Την εποχή εκείνη ήμουν τόσο επιπόλαιος, που δεν έδινα καμιά σημασία στις συνέπειες των πράξεών μου, ούτε σκεφτόμουν πόσο εγκληματικά κι απερίσκεπτα φερόμουν... Όταν έφυγα απ' την εκκλησία, αποκοιμήθηκα και ξύπνησα την επόμενη μέρα πολύ μακριά από κείνο το μέρος. Ο αμαξάς που ήταν μαζί μου πέθανε αργότερα, στη διάρκεια της εκστρατείας, κι έτσι δεν έχω πια καμιά ελπίδα να ξαναβρώ εκείνη, στην οποία έκανα τότε ένα τόσο σκληρό αστείο κι η οποία σήμερα επίσης με την ύπαρξή της μ' εκδικείται σκληρά...»
   «Θεέ μου... Θεέ μου», αναφώνησε τότε η Μαρία Γαβριήλοβνα. «Εσείς είστε λοιπόν; Δε με αναγνωρίζετε ακόμη;...»
   Ο Βούρμιν έγινε κάτασπρος απ' την ταραχή του... κι έπειτα ρίχτηκε στην αγκαλιά της.

 
Πούσκιν Αλέξανδρος
Εφημερίδα «Αθήναι»
Ιούλιος - Δεκέμβριος 1912
Σημειώσεις:
(1) Πρόκειται για ένα στίχο που ο Πούσκιν δανείζεται από τον Πετράρχη (Σονέτο cxxxii): «Αν δεν είναι αγάπη, τότε τι είναι αυτό που νιώθω;»