Η Ζηνοβία πέθανε στον ύπνο της. Προχτές. Δήλωνε 90 χρόνων. Με τους δικούς μου υπολογισμούς, είχε κλείσει τα εκατό. Στην Οδησσό, ο πατέρας μου παρέδιδε μαθήματα γαλλικών στη μικρή Ζηνοβία. Αν ζούσε σήμερα εκείνος, θα ήταν 122 χρόνων. Έχω μια φωτογραφία της Ζηνοβίας, στην Οδησσό, που κρατάει στην αγκαλιά της την μεγάλη μου αδελφή, μωρό. Αν ζούσε η αδελφή μου σήμερα, θα ήταν 92 χρόνων. Εγώ κοντεύω τα ογδόντα. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Άλλη μια φωτογραφία. Η Ζηνοβία μ' ένα ζαρωμένο μωρό, τριών ημερών, στα χέρια. Εμένα.
Η οικογένειά μου, η οικογένεια του άντρα της αδελφής μου ήταν απ' την Οδησσό. Οι μπολσεβίκοι τους έδιωξαν κακήν κακώς το 1917 και κάτι, μαζί με την οικογένεια της Ζηνοβίας. Από ποιον να έκρυβε, άραγε, μια ολόκληρη ζωή, την ηλικία της; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...
Στο σπίτι του γαμπρού μου, χρόνια, κάθε Κυριακή μεσημέρι, τρώγαμε οικογενειακώς. Μαζί και η Ζηνοβία, ορφανή και χήρα.
Τη θυμάμαι στο Παρίσι, σαραντάρα θα ήταν. Ψηλή, κομψή, σχεδόν όμορφη. Σπούδασε δυο χρόνια αισθητικός. Στην Αθήνα, αργότερα, εξασκούσε μ' επιτυχία το επάγγελμά της. Κυρίες Λευκορωσίδες και Αθηναίες φιλενάδες της, έρχονταν στη Ζηνοβία για να παραμείνουν νέες και όμορφες. Πήγαινα κι εγώ, αραιά και πού... Όταν με πασάλειβε με την άσπρη, πηχτή κρέμα, σαν ασβέστη, έπρεπε να μένω ξαπλωμένη, ακίνητη και προπαντός αμίλητη. Αδημονούσα. Το εικοσάλεπτο δεν έλεγε να περάσει. Με συμβούλευε: «Ποτέ να μην κοιμάσαι στο πλάι, πάντοτε ανάσκελα, αλλιώς τσαλακώνεις τα μάγουλά σου!» Εκείνη, δε γελούσε ποτέ, ψευτοχαμογελούσε για να διατηρήσει το δέρμα της αρυτίδιαστο...
Ωστόσο ήταν ευγενική, καλόψυχη και καλλιεργημένη. Με το πιάνο της και δυο ξένες γλώσσες, τα ρώσικα και τα γαλλικά της. Πήγαινε ανελλιπώς στις πρεμιέρες της Λυρικής και είχε κι άποψη.
Από πάντα, ζούσε στα Εξάρχεια, στη γωνιακή πολυκαιρισμένη πολυκατοικία της οδού Ανδρέου Μεταξά και Μεσολογγίου. Ένα κτήριο παρατημένο απ' τους τέσσερις ιδιοκτήτες του, που δεν τα έβρισκαν μεταξύ τους και γι' αυτό δεν το ανακαίνιζαν. Το διαμέρισμα ήταν ένα υπερυψωμένο ισόγειο, που κάποιος τρισάθλιος αρχιτέκτων το 'χε στριμώξει με ιδιοφυώς μίζερο τρόπο. Ένας διάδρομος, αριστερά του τρία δωμάτια, το καθένα μ' ένα παράθυρο, στο βάθος μια θεοσκότεινη κουζινούλα και πλάι της, ένα λιλιπούτειο μπάνιο.
Τα παράθυρα έβλεπαν σ' έναν δρομάκο που τα τελευταία χρόνια είχε γίνει πεζόδρομος με δυο παγκάκια και τρία δέντρα. Δεν περνούσαν πια αυτοκίνητα. Χαιρόταν γι' αυτό η Ζηνοβία. Όμως χαιρόταν και για κάτι ακόμη: ο ιδιοκτήτης της, ξεχνούσε να της αυξήσει το νοίκι. Η Ζηνοβία δεν ήταν πλούσια, ίσως να ήταν και φτωχή, όμως η αξιοπρέπειά της δεν της επέτρεπε να τ' ομολογήσει... Πώς να ψάξει λοιπόν για άλλο, καλύτερο, σπίτι;
Η Ζηνοβία ήταν ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας απ' την Οδησσό. Εγώ δεν ήμουν της οικογενείας, ωστόσο, από συνήθεια, από καθήκον κι από αγάπη -λέω σήμερα- μια φορά τον μήνα πήγαινα να την δω. Πάντοτε στις δώδεκα το μεσημέρι. Με δεχόταν στο πρώτο δωμάτιο. Εκεί, είχε το πιάνο της, δυο σκυριανούς μπουφέδες, έξι καρέκλες γύρω από ένα ογκώδες τραπέζι, κι αυτό σκυριανό το δίχως άλλο, κι εμείς καθόμασταν σε δυο σκυριανές πολυθρόνες, μπροστά σ' ένα οκτάγωνο, χαμηλό, σκυριανό τραπεζάκι. Εκεί πίναμε τον καφέ μας και κουβεντιάζαμε το πολυτάραχο χτες, τους αποδημήσαντές μας... Εκείνη μου μιλούσε για τα σχέδια που έκανε...
Σ' αυτό το καθιστικό - σαλοτραπεζαρία, απ' την αρχή είχε κρεμάσει δυο κουρτίνες. Τις θαύμαζα μέσα απ' το διάφανο πλαστικό που τις περιτύλιγε. Χειροποίητες, Μετσοβίτικες, αριστουργηματικά κεντημένες από την μέση και κάτω. Κουρτίνες για το μουσείο Μπενάκη. Για να τις σώσει απ' την βρωμιά της Αθήνας, η Ζηνοβία τις κρατούσε πάντα εγκλωβισμένες μέσα σ' αυτό το πλαστικό που, με τα χρόνια, όλο και θάμπωνε.
Κάποτε δεν άντεξα:
«Ζηνοβία μου, γιατί δεν βγάζεις το πλαστικό, να φανούν οι πανέμορφες κουρτίνες σου;»
«Τρελάθηκες;» μου φώναξε. «Με τόσο καυσαέριο θα καταστραφούν, το πλαστικό τις διατηρεί».
Διατηρεί για ποιον; σκέφτηκα και κατάπια την γλώσσα μου.
«Άλλωστε», συνέχισε η Ζηνοβία, «δεν είναι μόνο οι κουρτίνες, ο θησαυρός μου! Έχω κι άλλους! Έλα στην κρεβατοκάμαρα...» και με πήρε απ' το χέρι.
Η κάμαρά της, γερασμένη θλίψη. Ένα μονό κρεβάτι, μ' ένα κομοδίνο πλάι του και μια ξεβαμμένη ντουλάπα. Μου την έδειξε.
«Βλέπεις εκεί απάνω;»
Σήκωσα το κεφάλι. Είδα μια σειρά από μαύρες κορνίζες να στέκουν ορθές γύρω από μαύρες, θολές φιγούρες.
«Τι είναι όλ' αυτά;» ρώτησα.
Μου απάντησε πολύ περήφανη.
«Βυζαντινές εικόνες, τις πήγα στο Βυζαντινό μουσείο, τις εξετίμησαν ανεκτίμητες. Ήθελαν να τις αγοράσουν, αλλά φυσικά εγώ δε δέχτηκα».
Το βλέμμα μου αγκάλιασε, άθελά του, την φτώχεια που με περιστοίχιζε κι έμεινα πιο άφωνη τώρα.
Καθίσαμε πάλι στις πολυθρόνες μας. Της μίλησα, προσπαθώντας να ακούγεται φυσιολογική η φωνή μου, για την δική μου Βυζαντινή Παναγία, του 1864, κι αυτή μαύρη. Μετά τον θάνατο της αδελφής μου, την έδωσα σ' έναν σπουδαίο συντηρητή και μου την καθάρισε. Κάτω απ' την μαυρίλα, υπήρχε ένα φύλλο χρυσού. Φανερώθηκε αστράφτουσα η Παναγιά, μ' όλη την ομορφιά των χρωμάτων της. Την έστησα με τα πτερύγιά της να λάμπουν, στη βιβλιοθήκη μου.
«Όταν θα έρθεις μια μέρα, θα τη δεις...»
«Μια περιουσία θα σου κόστισε...» είπε η Ζηνοβία.
«Δε θυμάμαι», βιάστηκα ν' απαντήσω κι εκείνη μου αράδιασε αμέσως όλους τους υπόλοιπους, ανεκτίμητους θησαυρούς της.
«Έχω ένα μπαούλο γεμάτο κεντήματα, της προγιαγιάς μου, της γιαγιάς μου, της μητέρας μου... Εκεί να δεις!...»
Σηκώθηκα.
«Ώρα να πηγαίνω, ο Αγησίλαος θα γυρίσει».
Έφυγα, φορτωμένη οργή και οίκτο, ένα κουβάρι μέσα μου.
Πίσω απ' το φέρετρο, ήμασταν εφτά. Η κυρία Μαρία που τη φρόντιζε έκλαιγε απαρηγόρητη. Την αγαπούσε την κυρία Ζηνοβία της, παίρνω όρκο. Τη ρώτησα πώς ήταν την παραμονή.
«Πολύ καλά. Την άλλη μέρα θα πήγαινα στη λαϊκή και μου έλεγε τι ν' αγοράσω. Ήθελε ένα μικρό μαρούλι. Και φράουλες ήθελε, τρελαινόταν, η καλή μου, για φράουλες, όμως να μην αγοράσω, είναι πανάκριβες ακόμα, μου είπε... Δεν τις πρόλαβε...»
Κι εμένα, αμέσως το μυαλό μου πήγε, ξεκάρφωτα, στο γέρικο σπίτι της Ζηνοβίας, στο Μούρεσι. Της είχαν τηλεφωνήσει πως έμπαζε νερό απ' τις πολλές βροχές. «Θα πρέπει κάποτε να τ' αποφασίσω, να πάω, να δω τις ζημιές, να φτιάξω τη στέγη, κάθε τόσο σπάει κάποιο κεραμίδι, έχω κι εκεί ένα σωρό έπιπλα της καημένης της μαμάς, δεν πρέπει να καταστραφούν...»
Σκέφτηκα: «Τι θ' απογίνουν οι κουρτίνες; Ποιος θα τις λευτερώσει απ' το πλαστικό πανωφόρι τους; Ποιος θα τις χαρεί;» Κι ύστερα σκέφτηκα εμένα και τον Αγησίλαο. Ογδόντα χρόνων και οι δύο και το αύριο το έχουμε σβήσει. Σήμερα ζούμε, λέμε, και παραμερίζουμε ως και παιδιά κι εγγόνια. Το τώρα είναι ζωή, το αύριο είναι θάνατος κι εγώ φοβάμαι το αύριο.
«Η Ζηνοβία κράτησε χρόνια τις κουρτίνες κουκουλωμένες και κατάφερε να τις προφυλάξει απ' τα καυσαέρια του θανάτου».
Αυτά σκεφτόμουν κι άλλα πολλά την ώρα που κατέβαζαν το φέρετρο.
Σαρή Ζωρζ
Περιοδικό «Πανδώρα»
τεύχος 15, Μάιος - Νοέμβριος 2004

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου