Δευτέρα 5 Δεκεμβρίου 2022

ΤΟ ΓΙΑΤΡΙΚΟ

   Το δωμάτιο φωτιζόταν ασθενικά απ' το κατεβασμένο φως της λάμπας. Το παράθυρο που έβλεπε στην αυλή, ήταν ανοιχτό και μια πνοή αέρα σήκωνε και φούσκωνε τις λεπτές κουρτίνες. Που είχε βγει όμως η Μαργαρώ στο παράθυρο με επιθυμιά να αναπνεύσει λίγον αέρα μπήκε πάλι μέσα γρήγορα, γιατί ήταν τόσο θερμή σα να περνούσε κι ερχόταν από δάσος που η φωτιά το κατάτρωγε.
   Καθόταν κοντά στο τραπέζι χωρίς να κάνει τίποτα. Άκουσε την πόρτα της αυλής ν' ανοίγει και σηκώθηκε και κοίταξε, παραμερίζοντας τις κουρτίνες απ' το παράθυρο.
   Δεν ήταν ο Γρηγόρης. Ο άνθρωπος που είχε έρθει, διευθύνθηκε σε μια καμαρούλα που φωτιζόταν από μικρό κοκκινωπό φως, και μπήκε.
   Ακούστηκαν ομιλίες κι έπειτα ένα φως δυνατό φώτισε το δωμάτιο.
   Έμεινε στο παράθυρο κοιτάζοντας τα δωμάτια της αυλής. Άλλα ήτανε σκοτεινά κι άλλα φωτίζονταν από μικρό φως. Κι όλα ήσυχα, σιωπηλά. Όλοι θα 'χαν έρθει, όλοι θα 'τανε στο σπίτι τους...
   Απ' το δωμάτιο που φωτιζότανε δυνατά, κάποτε ομιλίες ακούγονταν και κρότος κουταλιών ή πιρουνιών.
   Η θερμή πνοή του αέρα ξακολουθούσε να 'ρχεται και το μεγάλο δέντρο της αυλής να φλυαρεί, να φλυαρεί σα να μονολογούσε ή να 'λεγε κάποιο παράπονό του δυνατά.
   Μια πόρτα δωματίου άνοιξε και μια γυναίκα βγήκε κρατώντας έναν τενεκέ και διευθύνθηκε στο πηγάδι.
   Καθώς πλησίαζε στο δωμάτιο της Μαργαρώς στράφηκε και την είδε...
   «Ε, τι νέα», της είπε, «ακόμα δε σου 'ρθε;»
   «Ακόμα...»
   «Ο δικός μου ήρθε κι έπεσε με μιας σαν ξερός! Τα 'χε πάρει τα σκονάκια του για καλά. Ούτε έφαγε. Έπεσε σαν ξερός και ρουχαλίζει σα να 'χει μια μηχανή μέσα του πρώτης... Α, εγώ δεν κοιμούμαι μαζί του, χώρια, τώρα κάνει και ζέστη... Κι έτσι ας πάει να ρουχαλίζει... Αν και να σου πω, Μαργαρώ μου, δε μπορούμε να κρυφτούμε πίσω απ' το δάχτυλό μας, έχουμε συνηθίσει πια αυτή τη μουσική!...»
   «Ναι, αλλά πάλι...»  
   «Τι πάλι και ξεπάλι! Έτσι είναι όλοι!... Ποιος δεν είναι έτσι; Για πες μου έναν, ποιος; Για το Μήτρο το Ζαγάρα; Αυτός είναι, ποιος άλλος; Ας λείπει το νερό του ξορκισμένο να 'ναι!... Αυτός κοντεύει και ν' απαγορέψει στη γυναίκα του και στα παιδιά του να τρώνε! Τι λες! Και δεν τους είδες πώς είναι όλοι; Σα να 'χουνε βγάλει τη χρυσή!  Ο δικός σου άργησε απόψε...»
   «Κακό είναι το κρασί, κακό!»
   «Κακό το πολύ δε λέω, μα έτσι είναι οι εργατικοί... Τι να κάνουμε;»
   «Ήθελα να το 'κοβε...»
   «Α, αυτό μην το περιμένεις! Δε μπορούνε! Και να θέλουν δε μπορούνε, το 'χει έτσι το σινάφι τους... Πάμε να πάρουμε ένα ο ένας, πάμε να πάρουμε άλλο ο άλλος, κι έπειτα άμα πάνε άστα! Και το ύστερο γιατί να μην πιουν; Κουρασμένοι απ' τη δουλειά, όλη την ημέρα γκάπα, γκούπα, το τραβά το σώμα! Νάτος, αν δεν κάνω λάθος, σου ήρθε! Καληνύχτα...» 
   Και τραβήχτηκε και πλησίασε στο πηγάδι. Έβαλε τον τενεκέ κάτω, το ξεσκέπασε παίρνοντας πρώτα τον κουβά από πάνω...
   Ο άνθρωπος που 'χε μπει στην αυλή, πλησίασε σιγά, την είδε και στάθηκε, καθώς αυτή κατέβαζε τον κουβά κάτω γυρίζοντας το μαγκάνι, που άφηνε στριγγές φωνές. Μόλις ο κουβάς χτύπησε κάτω στο νερό, και οι στριγγές φωνές του μαγκανιού πάψανε, της είπε με βαριά φωνή και αργά:
   «Καλησπέρα, κυρά Ελένη, καλησπέρα... Τι κάνεις, τι κάνει ο Σπύρος; Τον έχασα! Πάει σ' άλλα λημέρια... Εμάς μάς λησμόνησε... Ας είναι καλά, έτσι πες του!»
   «Δε σε λησμόνησε, μαστρο - Γρηγόρη, δε σε λησμόνησε! Η αιτία είναι που δουλεύει μακριά...»
   «Και πόσο μακριά;»
   «Στα Πατήσια...»
   «Ε, τότε ας είναι συχωρεμένος! Πες του μόνο πως τον ήθελα να πιούμε ένα... σαν αδελφάκια, σα... συγκάτοικοι... Δεν είναι μέσα;»
   «Μέσα είναι, κοιμάται!»
   «Ε, άστον να κοιμάται! Ας είναι καλά... Καληνύχτα».
   «Καληνύχτα», του απάντησε η κυρά Ελένη κι άρχισε ν' ανεβάζει τον κουβά...
   Η πόρτα τον περίμενε ανοιχτή και πίσω λίγο η γυναίκα του, που παραμέρισε για να μπει.
   Αυτός μπήκε λέγοντας μια καλησπέρα και με βήμα βαρύ πήγε και κάθισε ή έπεσε σε μια καρέκλα.
   Η Μαργαρώ έκλεισε την πόρτα και τον πλησίασε.
   «Θα φας;» τον ρώτησε.
   «Εγώ; Έφαγα... Δηλαδής κάτι τσίμπησα! Έφαγα όμως. Το ίδιο κάνει... Συ έφαγες; Ναι; Έφαγες και συ; Ωραία! Έφαγα κι εγώ, έφαγες και συ! Ωραία!» 
   «Μα άργησες», του είπε η γυναίκα του.
   «Άργησα; Πώς άργησα; Για πες το μου πάλι να τ' ακούσω... Άργησα! Τι άργησα, αφού είναι δώδεκα! Να με τ' αυτιά μου τούτα άκουσα το ρολόι να σημαίνει ντιγκ, ντιγκ δώδεκα! Δώδεκα είναι, άργησα; Τι μου λες; Μωρέ είναι ντάλα μεσημέρι!... Δηλαδή αν ήταν ήλιος θα 'τανε μεσημέρι... Το ίδιο κάνει, δε ντρέπεσαι!...»
   Καθώς μιλούσε ζητούσε να στηρίξει το χέρι του στη μέση του, αλλά δεν το κατόρθωνε, κυλούσε κάτω. Στο τέλος έπιασε το μερί του. Έγειρε έπειτα, άμα τελείωσε να λέει, το κεφάλι στο στήθος και λίγο στα πλάγια κι έμεινε.
   Έξω στην αυλή ακούστηκε ο κρότος του μαγκανιού, οι στριγγές φωνές του, που 'βγαζε νερό.
   «Θέλεις να πλαγιάσεις;» τον ρώτησε η γυναίκα του σιγά...
   «Τι είπες;» τη ρώτησε σηκώνοντας το κεφάλι.
   «Να πλαγιάσεις...»  
   «Να πλαγιάσω; Άκου λέει! Καλό θα μου κάνει!»
   «Έλα λοιπόν...»
   «Ναι, ναι».
   Με κόπο σηκώθηκε και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Το κρεβάτι ήταν έτοιμο και βαρύς κάθισε πάνω. Έβγαλε το σακάκι του και το έριξε στα σίδερα του κρεβατιού, έπειτα άρχισε:
   «Μώρ' απόψε, ε, να 'σουνα, Μαργαρώ, έπρεπε να 'σαι! Μωρέ κάναμε κάτι γέλια! Κείνος ο Σκλαβάκος μας έκανε και σπαρταρούσαμε απ' τα γέλια... Μα τι γέλια ήταν εκείνα!... Α, Μαργαρώ, έπρεπε να 'σουνα!... Έχασες!... Στο λέω, έχασες!... Έπρεπε να 'σουνα!... Μωρέ τι γέλια ήταν εκείνα!... Έπρεπε να 'σουνα!... Α, γέλια μια φορά! Και τα ρουφήξαμε παλικαρίσια!... Μα δε λέω, το πολύ βλάφτει, μα... όταν έχεις παρέα καλή... Δε λέω... Με ρέγουλα... Μα πάνε και τα φαρμάκια κάτω, το ξέρεις;... Πάνε τα φαρμάκια κάτω!... Άτιμος είν' ο κόσμος κι όλα μάταια, Μαργαρώ μου... Μα δε μου λες, τι κάνεις αυτού;»
   Είχε δει τη γυναίκα του να μην προσέχει πια σ' αυτόν, αλλά να χτυπά με την παλάμη εδώ κι εκεί τον τοίχο...
   «Σκνίπες σκοτώνω», του απάντησε αυτή και γύρισε σ' αυτόν μόλις το κεφάλι της. 
   «Μα έτσι δε θ' αφήσεις καμιά ούτε για δείγμα! Μα, για άκου 'δω, δε μου λες, πώς βρέθηκαν οι σκνίπες μέσα;»
   «Είχα ανοιχτό το παράθυρο και μπήκανε!»
   «Και γιατί να το 'χεις ανοιχτό;»
   «Μα τι λες τώρα; Με τόση ζέστη κλειστά θα 'χα;»
   «Ναι, ναι, έχεις δίκιο, δε σου λέω... Μα και τι φταίνε αυτές; Για, για πώς τις βαράει! Μα και τι φταίνε αυτές;... Μπήκανε μέσα! Και πώς μπήκανε; Ε, μπήκανε! Σπουδαίο το πράμα! Μα... άκου, Μαργαρώ!... Να δεις, θα σου πρηστούν τα χέρια... Βάρα! Και τι θα καταλάβεις;» 
   Αυτή δεν του απαντούσε, τον άφηνε να λέει. Πήρε μάλιστα και το φως, για να βλέπει και να σκοτώνει τις σκνίπες. Κι αυτός έλεγε, έλεγε, επαναλάμβανε τα ίδια...
   Όταν δεν τον άκουε να λέει πια, γύρισε και τον είδε. Είχε αποκοιμηθεί ο μισός πάνω στο κρεβάτι και ο μισός κάτω...
   Άφησε το φως και πήγε να κλείσει τα παραθυρόφυλλα. Η αυλή ήταν έρημη. Και ησυχία. Το μεγάλο δέντρο δε φλυαρούσε, σα να 'χε αποκοιμηθεί...
 
   Πρωί πρωί, όταν ο ήλιος χρύσωνε την κορυφή του ψηλού δέντρου, ο Γρηγόρης ήταν έτοιμος για να φύγει. Κι η γυναίκα του είχε σηκωθεί μαζί του και πηγαινοερχόταν.
   Και στ' άλλα της αυλής δωμάτια είχαν σηκωθεί και τίναζαν, σάρωναν. Σ' άλλα πάλι, στην πόρτα τους απ' έξω, πλενόνταν, έπλεναν το κεφάλι τους...
   Το μαγκάνι δεν έπαυε να εργάζεται, να κατεβάζει τον κουβά, να τον φέρνει πάνω γεμάτο νερό, κι έπειτα να τον ξανατρέχει κάτω με ορμή για να ξαναγεμίσει...
   Κάποιος τραγουδούσε... Ένα μωρό έκλαιε. Απ' έξω, στο δρόμο, σκυλιά γαύγιζαν.
   Ο Γρηγόρης βγήκε έξω.
   «Α, για να σου πω Μαργαρώ», είπε, στρέφοντας στη γυναίκα του, «το μεσημέρι να μη με περιμένεις, να το ξέρεις, δε θα 'ρθω...»
   «Μα γιατί;» τον ρώτησε εκείνη.
   «Η δουλειά πάει να τελειώσει και πρέπει να της δώσω δρόμο να φεύγουμε από 'κει. Θα γείρω λίγο στο γιαπί... Ίσαμε αύριο πιστεύω τα 'χουμε νέτα!»
   «Και γιατί δε μου το 'λεγες πρωτύτερα; Στάσου είναι καιρός ακόμα, να σου τυλίξω το φαΐ σου για να μην ξοδεύεις!»
   «Δε ντρέπεσαι! Η καμήλα δεν κουτσαίνει απ' τ' αφτί! Πέρνα το μεσημέρι εσύ... Γεια...»
   Η Μαργαρώ τον έβλεπε που έφευγε, ίσαμε που βγήκε έξω, στο δρόμο, απ' τη μεγάλη ξυλένια πόρτα...
   «Να 'ταν έτσι πάντα», σκέφτηκε.
 
   Ένας ένας οι άντρες φεύγανε. Οι γυναίκες τίναζαν, έβγαζαν νερό, μιλούσαν μεταξύ τους. Ο ήλιος είχε κατεβεί κάτω και πλησίαζε να ξαπλωθεί στην αυλή.
   «Θα κάνει ζέστη πάλι σήμερα, κυρά Μαργαρώ», είπε μια μεσόκοπη στη γυναίκα του Γρηγόρη. «Θα μας ψήσει!»
   «Δε μ' αρέσει το καλοκαίρι».
   «Ναι, έχεις δίκιο, μα όταν είναι χειμώνας το θέλουμε και το λέμε καλοκαιράκι, όταν πάλι έρχεται και μας ψήνει, θέλουμε το χειμώνα και το βρίζουμε. Ούτε μεις δεν ξέρουμε τι θέλουμε!»
   «Ε, δεν το ξέρεις, κυρά Μαρία», φώναξε μια άλλη, που 'χε βγει στην πόρτα να τινάξει μια παπούτσα γιγάντια κι είχε σταματήσει το ξεσκόνισμα, για ν' ακούσει. «Αυτό έπρεπε να το ξέρεις. Ό,τι δεν έχει κανείς επιθυμάει».
   «Α, ναι, έχεις δίκιο!»
   «Έτσι είναι!» 
   «Εσύ, κυρά Ελένη, τι λες;»
   «Εγώ τι να πω;»
   «Σα να μην έχεις όρεξη...»
   «Μην είδες κανένα όνειρο κακό...»
   «Το βρήκες! Αυτό είναι! Άστε την τρομάρα μου! Απόψε ήτανε!... Μπα, μπα, μπα! Όσο το θυμάμαι ταράζουμαι!» 
   «Για πές το μας...»
   «Τι είδες;»
   «Για ν' ακούσουμε;»
   Η κυρά Ελένη πήγε κοντά τους κρατώντας ένα κοφίνι. Γρήγορα πλησίασε και κείνη που ήτανε στην πόρτα με την παπούτσα  του γίγαντα περασμένη στο χέρι ή έχοντάς την φορεμένη στο χέρι της, και με τ' άλλο, κρατώντας το ξεσκονόπανο...
   «Για λέγε...»
   «Α, τι να σας πω, τι τρομάρα πέρασα απόψε! Α, δε λέγεται!»
   «Για, για λέγε μας...»
   «Πω, πω τι ήταν εκείνο! Είδα, λέει, να 'χει γίνει ένα ρέμα βαθύ εδώ απ' έξω απ' το σπίτι μας, βαθύ, πολύ βαθύ. Και κατέβαζε ένα νερό θολό, θολό και βούιζε! Πώς βουίζουν τα ρέματα όταν κατεβάζουν πολύ νερό; Ίδια κι απαράλλαχτα! Όπου βγαίνει, λέει, η Τασίτσα μου έξω και πριν προφθάσω να της πω μια λέξη -Μη, μη, πρόσεχε! Πέφτει μέσα και χάνεται! Ω, την τρομάρα μου τότε, τις φωνές μου!... Ο άντρας μου αν και κοιμούμαστε χώρια, ξύπνησε κι έτρεξε και με ξύπνησε... Μόνο τα παιδιά δεν ξυπνήσανε... Ευτυχώς! Να σας πω όμως ένα περίεργο; Σα να μην έπεσε μόνη της η Τασίτσα μου, να την έσπρωξε να πέσει η γριά Μηλιά!»
   «Ω!»
   «Μπα!»
   «Η γριά Μηλιά!» 
   «Αυτό το όνειρο να το προσέξεις!»
   «Μπα, τι της λες! Όνειρο είναι...»
   «Όχι, να με συγχωρείς, είναι κακό!»
   «Όχι, δεν είναι! Το μόνο που θα κάνουμε άμα έρθει η γριά Μηλιά εδώ να τη δείρουμε! Να της ριχτούμε όλες!»
   «Εσύ γελάς... Δεν πιστεύεις τα όνειρα;»  
   «Όχι!»
   «Εγώ τα πιστεύω».
   «Εγώ δε βλέπω ποτές!»
   «Τι λες! Δε βλέπεις! Καλό κι αυτό!» 
   «Μπα, εμένα μ' αρέσει να βλέπω!» 
   «Τώρα πάφτε να σας πω τι έκανα 'γω και σεις λέτε ό,τι θέλετε! Εγώ έκλεισα μέσα την Τασίτσα μου, της είπα να μη βγει διόλου σήμερα όπως και η Φανή μου. Τους είπα και τ' όνειρο και που να τις παρακαλείς δε βγαίνουνε! Έτσι μου 'πε και ο Σπύρος...»
   «Καλό είναι, όποιος φυλάει τα ρούχα του έχει τα μισά...»
   «Όλα δε λες!»
   «Εγώ πιστεύω πως είναι καλό αυτό τ' όνειρο! Φεύγουν τα βάσανα. Το παιδί είναι παιδεμός!» 
   «Βρε, άσε με, χριστιανή μου! Το παιδί είναι παιδεμός! Καλά έκανα... Δεν ξέρω 'γω τέτοια... Καλά έκανα... Ας πάω τώρα να πάρω κάρβουνα απ' εκείνον τον γρινιάρη τον κυρ-Γιώργη... Πω, πω, τι άνθρωπος είναι αυτός!» 
   «Αλήθεια, τι γρινιάρης!»
   «Και πρόστυχος!»
   «Αμ' πλούτισε!»
   «Ε, τον ξυπόλυτο!»
   «Και σου 'χει κάνει, να μια μύτη!» 
   «Τη μουτζουρωμένη!»
   Η κυρά Ελένη έφυγε. Οι γυναίκες ξακολούθησαν να λένε. Άλλες δυο πήγαν κοντά και κάτι άλλα βρήκανε να πούνε.
   Και φλυαρούσαν για καλά, όταν φάνηκε πάλι η κυρά Ελένη στην πόρτα...
   «Μα δε βγαίνετε να δείτε τι γίνεται», τους είπε χωρίς να μπει μέσα.
   «Τι είναι;»
   «Τι τρέχει...
   Κι όλες διευθύνθηκαν προς την πόρτα...
   «Να, αυτός, ο γερο - Κάργας ως φαίνεται τα τίναξε μέσα 'κει κλεισμένος στο μαγαζί του, κι ήρθαν τ' ανίψια του... για να δείτε. Α, να, να οι χωροφύλακες φέρανε το μαστρο - Γιάννη... Αυτός δεν είναι ο μάστρο - Γιάννης; Αυτός είναι, τον φέρανε για ν' ανοίξει το μαγαζί! Έχει δυο μέρες ν' ανοίξει, με τη σημερινή τρεις! Και πήγαινε στ' ανίψια του κι έτρωγε κάθε βράδυ, και δυο βραδιές δεν πήγε... Να πήγε ταξίδι θα τους το 'λεγε... Γι' αυτό ήρθαν, κάνανε, χτύπησαν την πόρτα, πήγαν τον αστυνόμο...» 
   «Πάμε να δούμε;»
   «Ναι, ναι, πάμε!»
   «Ν' αφήσω τα κάρβουνα κι έφτασα!»
   Οι γυναίκες πλησίασαν στο μαγαζί του γερο - Κάργα, απ' τ' αντίθετο πεζοδρόμιο, όπου είχαν σταθεί αρκετοί και μαζί ένας με ψάθινο καπέλο και γυαλιά. Από τα γειτονικά παράθυρα είχαν προβάλει γυναίκες, κορίτσια, παιδιά και κοίταζαν.
   «Βλέπετε κείνους τους δυο με τ' άσπρα; Είναι τ' ανίψια του...» είπε η κυρά Ελένη στις γυναίκες.
   Ένας ψηλός πολύ, μουτζουρωμένος, είχε αρχίσει να παλεύει ν' ανοίξει την πόρτα.
   «Μπα», είπε ο κύριος με τα γυαλιά, «άδικα, αυτή θα 'ναι κλεισμένη από μέσα με σύρτη, μπάρα!»
   Κι αυτό κατάλαβε κι ο μουτζουρωμένος, γιατί κάτι είπε στον αξιωματικό της χωροφυλακής που στεκόταν κοντά του. Αυτό έγινε μεμιάς γνωστό στον κόσμο που 'χε μαζευτεί.
   «Είναι από μέσα κλεισμένη με σύρτη».
   «Το 'πα 'γω», είπε ο κύριος με τα γυαλιά. «Είναι βέβαιο τώρα, πως κάτι έπαθε μέσα!»
   «Μα γιατί δεν τη σπάζουν;» ρώτησε κάποιος. 
   «Άμα δούνε, πως δε μπορούνε αλλιώς, αυτό θα κάνουν», του απάντησε ο κύριος με τα γυαλιά, χωρίς να τον κοιτάξει.
   Οι γυναίκες που κάθονταν δίπλα κι είχαν κι αυτές βγει στην πόρτα, αφού μίλησαν ζωηρά μεταξύ τους μια στιγμή, είπαν στον αστυνόμο κάτι, που δεν μπόρεσαν ν' ακούσουν οι γυναίκες, δείχνοντας μέσα την αυλή τους.
   Μεμιάς τότε ο αστυνόμος, ο ψηλός μουτζουρωμένος και χωροφύλακες μπήκανε μέσα με τις γυναίκες. Το πλήθος όρμησε κι αυτό να μπει, αλλά το 'βγαλαν έξω οι χωροφύλακες. Δυο, τρεις έμειναν στην πόρτα φρουρώντας.
   Το σπίτι ήταν του γερο - Κάργα, καθώς και άλλα δυο στη γραμμή.
   «Έχει παράθυρο το μαγαζί στην αυλή του σπιτιού, απ' εκεί θα μπούνε», είπε η μια γυναίκα στην άλλη.
   Αλλά το παράθυρο ήταν όμως με σίδερα και κλειστό από μέσα...
   Άλλη κίνηση. Δυο μάγκες βγήκαν με ορμή σχίζοντας τον κόσμο και τρέχοντας στρίψανε τον άλλο δρόμο, ένα μεγάλο...
   Το πλήθος, που είχε πυκνώσει πολύ, έμαθε γιατί έτρεχαν. Πάνε να φέρουν εργαλεία, σφυριά κι άλλα, λίμες, κοπίδια...
   Κι έτσι ήταν. Τα παιδιά ήρθαν πίσω φέρνοντας σφυριά, κοπίδια.
   «Είναι καλός τεχνίτης ο κυρ Γιάννης και θα τα καταφέρει όπως πρέπει», είπε ένας ξεσκούφωτος.
   Και το πλήθος όσο πήγαινε γινόταν περισσότερο, και σα νερά λίμνης που από πολλές μεριές πέφτουν σ' αυτή διάφορα ρέματα, φούσκωνε, φούσκωνε...
   Κρότοι μέσα...
   «Να και οι φίλοι του άντρα σου!» έκανε μια απ' τις γυναίκες στη Μαργαρώ.
   «Πού 'ναι;» 
   «Να, να εκεί, κοντά στην πόρτα του ραφτάδικου! Ο Σκλαβάκος με το Φανόπουλο! Να εκείνοι οι δυο, στην πόρτα, ο ένας που ακουμπά η ράχη του στον τοίχο... που μιλούνε... Με το σταχτί καπέλο... Μα δεν τους ξέρεις; Μπα! Τι μου λες! Να λοιπόν, κείνος με το σταχτί καπέλο ο ξανθός είναι ο Σκλαβάκος, και ο άλλος με το κασκετάκι και τα γενάκια που ακουμπά στον τοίχο ο Φανόπουλος... Μα δε δουλεύουν;»
   «Όχι, κάθονται...»
   Οι κρότοι σταμάτησαν.
   «Τ' άνοιξαν, τ' άνοιξαν!» άκουσαν οι γυναίκες να λέει το πλήθος.
   Μια απ' αυτές κατέβηκε απ' το πεζοδρόμιο...
   «Πού πας, κυρά Παναγιώτα;» τη ρώτησαν οι άλλες.
   «Πάω να δω...»  
   Και χώθηκε μεσ' στο πλήθος.
   «Μέσα είναι κι έχει βρωμίσει», άκουσαν οι γυναίκες πάλι να λένε.
   «Μα το 'πα 'γω», μίλησε ο κύριος με τα γυαλιά, «αυτός πάει και πάει!»
   Άλλη είδηση σε λίγο.
   «Τον βρήκανε κόκκαλο...»
   Και το πλήθος ακόμα γενόταν περισσότερο, ο δρόμος είχε γεμίσει...
   Ξαφνικά η πόρτα του μαγαζιού η κλειστή κινήθηκε κι άνοιξε μ' ορμή.
   «Ω!» φώναξε το πλήθος κι έκανε προς τα εκεί, αλλά οι χωροφύλακες μπήκαν εμπρός.
    Ο κόσμος σπρωχνόταν, πατούσε ο ένας τον άλλον.
   «Μα τι κάνουν έτσι!» είπε ένας που έβγαινε. «Απ' τον κόσμο ή απ' εμπρός, τι θα δούνε; Να, τον βρήκανε κόκκαλο και βρώμιο στο κρεβάτι του!»
   «Πάμε;» ρώτησαν οι γυναίκες η μια την άλλη.
   «Ναι, ναι πάμε... Είδαμε πολύ».
   Και φύγανε όλες μαζί περνώντας μέσα απ' το πλήθος.
   «Αυτά παθαίνουν οι γεροτσιγκούνηδες!» είπε η μια που μπήκε στην αυλή πρώτη. 
   «Να σου πω... Αυτό το τέλος έχουνε», είπε άλλη. «Όλο λεφτά λεφτά να κάνουν και ας μην έχουνε κανένα, ούτε γυναίκα ούτε παιδιά!»
   «Τ' ανίψια του θα τα χαρούν!»
   «Και πώς έκανε για λεφτά! Δε μπορούσες να του κόψεις πεντάρα!»
   «Τσιγκούναρος, καλέ, τσιγκούναρος!» 
   «Και δεν τον είχατε δει, γέρος με λεφτά να δουλεύει, και να δουλεύει και μόνος, ούτε κάλφα...»
   «Και γ' αυτό πάει σαν το σκυλί!»
   «Και ούτε δωμάτιο δεν είχε, δε λες κι αυτό; Να κοιμάται πίσω απ' τες μόστρες του, ενώ είχε σπιτάρες! Ε, μωρέ, πώς κάνει το χρήμα τον άνθρωπο!»
   «Σα ζώο!»
   «Τι λες! Μακάρι να τον έκανε σα ζώο!»  
   Η κυρά Παναγιωτίτσα μπήκε στην αυλή...
   «Ε, ε;» της έκαναν οι γυναίκες.
   «Να, τον βρήκανε πεθαμένο και βρώμικο», είπε αυτή, πηγαίνοντας κοντά τους να σταθεί στον ίσκιο, που στεκόντουσαν αυτές.
   «Πω, πω την κατάντια του!» ξακολούθησε, άμα πήγε κοντά τους. «Σ' ένα παλιοκρέβατο βρώμικο πίσω απ' τις μόστρες του! Πω, πω, πω! Και να 'χει τόσα λεφτά! Έχει και μετρητά στην τράπεζα».
   «Για πες μας, τον είδες εσύ;» 
   «Μπα! Πού να πάω μέσα! Τώρα διώχνουν τον κόσμο...»
   «Και πώς έκανε για τη δεκάρα! Μπορούσε να σε φάει!»
   «Α, για θυμήσου, κυρά Ελένη, την κυρά Παγώνα; Εσείς δεν την προφτάσατε... Ήτανε μια καλή γυναικούλα η καημένη! Καθόταν στο σπίτι του γερο - Κάργα, στο διπλανό, είχε δυο δωμάτια. Κι επειδής δεν είχε δουλειά ο άντρας της, τον είχαν πάψει και δε μπορούσε να πληρώσει το νοίκι, τους πέταξε στο δρόμο, και χειμώνα καιρό! Έξω τα πράμματά τους στο δρόμο, κρεβάτια, στρώματα, κούνια... Και ο ουρανός να 'ναι έτοιμος για βροχή!»
   «Κι έπιασε! Δε θυμάσαι, που τρέξαμε να τους βοηθήσουμε να βάλουνε κάπου τα πράμματά τους;»
   «Γι' αυτό πήγε σα σκύλος!» 
   «Κατά την ψυχή του!»
   «Ας τα πάρει μαζί του τώρα, αν μπορεί!»
   «Και τι τα 'θελε που τα 'κανε;»
   «Να τα φάνε άλλοι!»
   «Και δεν παντρευόταν ο βλάκας!»  
   «Αυτός να παντρευτεί; Τι λες; Αυτός είχε έχθρητα στις γυναίκες!»
   «Και γι' αυτό πήγε σαν το σκύλο...»
   «Και βρώμισε...»
   Πάνω σ' αυτή την ομιλία μια φωνή ακούστηκε:
   «Τα 'δατε, τα 'δατε!»
   Οι γυναίκες γύρισαν και κοίταξαν στην πόρτα...
   Μια γριά μαυροφόρα, αδύνατη, ψηλή, μελαχρινή, με τα μάτια πολύ ζωηρά, μάτια φιδίσια, είχε σταθεί. Το κεφάλι της το 'χε κι αυτό τυλιγμένο με μαύρο πανί.
   «Καλώς την κυρά Μηλιά!» είπαν. «Ορίσατε, ελάτε!»
   Αυτή μπήκε σιγά. Τα μαύρα ρούχα της είχαν μια γυαλάδα ή ένα λούστρο.
   «Είδατε πώς ψοφούν οι τσιγκούνηδες;»
   «Μα αυτό λέγαμε και μεις...»
   «Αυτό, αυτό», είπε και η γριά Μηλιά κουνώντας το κεφάλι της καθώς πήγαινε κοντά τους.
   «Τι κάνετε; Καλά ε; Πάντα καλά! Εσύ Μαργαρώ;» ρώτησε τη γυναίκα του Γρηγόρη. «Έτσι κι έτσι! Ο άντρας σου τα ρουφά ακόμα; Ακόμα! Τα παίρνει τα σκονάκια του όπως λένε...»
   «Τα παίρνει...»
   Η γριά Μηλιά κούνησε το κεφάλι κι έβαλε το χέρι της πάνω στα χείλια της σα να 'χε μουστάκι κι ήθελε να το χαϊδέψει.
   «Για να δούμε», έκανε χωρίς να κοιτάζει καμιά.
   Οι γυναίκες δε μίλησαν, η μια κοίταξε την άλλη. Αυτή άρχισε να λέει:
   «Ε, λοιπόν, για πέτε μου... Είδατε τα χάλια του, πώς τα τίναξε; Ε, ε, ε... κι όλο μάζευε, μάζευε, δεν έδινε του αγγέλου του νερό! Αφού και σε μένα, σε μένα, που θέλησα να του κόψω τριάντα λεφτά, πήγε να με φάει! Δεν ξέρετε πώς έκανε! Σα, σα... Όρσε λοιπόν πάρε και τούτα τώρα! Τι λες, τι λες, δεν ξέρω, 'γω τα θέλω όλα, ούτε πεντάρα δε σου κόβω, μου 'κανε».
   Και η γριά Μηλιά λέγοντας αυτά τα τελευταία, μιμήθηκε τη φωνή του γερο - Κάργα. Κι ύστερα με τη φωνή της:
   «Και τι σόλες, νομίζετε, μου 'βαλε; Για πέτε μου... Δε θα το πιστέψετε! Χαρτόνι!» 
   «Έλα...»
   «Ναι, ναι χαρτόνι! Σε πέντε μέρες πάνε, έξω τα πόδια μου! Πήγα και του τα 'δειξα. Κοίταξε, του λέω, τι χάλια είναι αυτά; Τι μου 'πε, νομίζετε, αυτός; Έτσι είναι τα πετσιά σήμερις, εγώ τα κάνω τα πετσιά;»
   Και η γριά Μηλιά πάλι τον μιμήθηκε, πώς της το 'πε.
   Ένας μάγκας ξυπόλυτος, με μακριά δίχρωμα  ξανθοκάστανα μαλλιά, μπήκε μέσα...
   «Κυρά Μηλιά, εδώ είσαι και σε ζητώ!» φώναξε.
   «Τι είναι βρε;»
   «Ψιλούλια θα τσεπώσεις! Πάρε γρήγορα, μα γρήγορα, τα σύνεργά σου κι έλα!»  
   «Πού βρε;»
   «Πού βρε! Να, στου κυρ Κάργα που τα καργάρισε!»
   «Και ποιος στο 'πε, βρε;»
   «Ποιος στο 'πε, βρε! Τ' ανίψια του μου το 'παν, ποιος άλλος;»
   «Αυτοί;»  
   «Αμ εγώ; Θα τον συγυρίσεις, θα τον πλύνεις με κρασάκι...»
   «Μα αυτός βρωμά, το ξέρουνε;»
   «Ου, ου! Πώς δεν το ξέρουνε, αφού κρατούν τη μύτη τους!»
   Η γριά Μηλιά στάθηκε σκεπτικιά για λίγο...
   «Σα δύσκολο», έκανε έπειτα. «Για πάμε να τους μιλήσω εγώ...» 
   Χαιρέτισε τις γυναίκες. Τα μάτια της στυλώθηκαν για μια στιγμή στης Μαργαρώς τα μάτια και σα ν' άνοιξαν.
   Κι έφυγε μαζί με το μάγκα.
 
   Ο ήλιος έψηνε την αυλή. Κανείς δεν υπήρχε. Η πόρτα της αυλής κλειστή και ησυχία. Μόνο ψηλά στο μεγάλο δέντρο ένας τζίτζικας είχε αρχίσει το τραγούδι του...
   Ξαφνικά η πόρτα της αυλής άνοιξε και μπήκε η γριά Μηλιά. Και σιγά, με τα λουστράτα της μαύρα ρούχα σα να 'ταν κάποιο κακό φάντασμα ή ο θάνατος αυτός, προχώρησε στην αυλή και πήγε και χτύπησε σιγά το γυρτό παράθυρο της Μαργαρώς.
   «Ποιος;» ακούστηκε από μέσα.
   «Μαργαρώ! Εγώ είμαι...»
   Το παράθυρο άνοιξε και φάνηκε η Μαργαρώ.
   «Κυρά Μηλιά...»
   Αυτή της ένεψε.
   «Κοιμόσουν;» τη ρώτησε έπειτα.
   «Όχι, κάτι έραβα...»  
   «Ο Γρηγόρης κοιμάται;»
   «Όχι, δεν ήρθε».
   «Α, καλά... Άνοιξέ μου...»
   «Ανοιχτά είναι...»
   Η γριά Μηλιά άνοιξε και μπήκε...
   «Να, πάρε αυτό», είπε στη Μαργαρώ, βγάζοντας απ' το πλατύ σακάκι της μια μποτίλια...
 
   Πέρασε λίγος καιρός.
   Μια βραδιά στην ταβέρνα του Ντάρα, οι φίλοι του Γρηγόρη, ο Σκλαβάκος και ο Φανόπουλος μιλούσαν γι' αυτόν με κάτι άλλους...
  «Πώς πήγε ο φουκαράς ο Γρηγόρης είναι πια γνωστό», έλεγε ο Σκλαβάκος. «Λένε πως τον δηλητηριάσανε! Να, είχαν πει στη γυναίκα του πως, αν του δώσει και πιει κρασί, που θα 'χουνε πλύνει νεκρό, τ' αποπλύματα, δε θα θελήσει πια να βάλει στο στόμα του κρασί, θα το κόψει! Κι αυτή του έδωσε...»
 
Βουτυράς Δημοσθένης
Περιοδικό «Αλεξανδρινή τέχνη»
τεύχος 4, Μάρτιος 1927

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου