Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2022

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΡΟΜΑΝΤΣΟ

   
    Δεν περνά χρονιά, δεν περνά χριστουγεννιάτικη νύχτα, χωρίς να το ξαναζήσω μέσα στους κόσμους της μνήμης και της φαντασίας μου, το συγκινητικό αυτό ρομάντσο της πρώτης μου ηλικίας. Τριάντα χρόνια πέρασαν από τότε... Ολόχρυση εποχή της δικής μας νεότητος που πιστεύαμε με θέρμη σε όλα, στη Φύση και στην Τέχνη, στη Φιλία, στον Έρωτα, στην Ομορφιά, στη Νεότητα, στη Ζωή! Στην Καλοσύνη, πριν απ' όλα, το ευγενικό αυτό λουλούδι που ανθίζει στις άφθαρτες κορυφές της ψυχής και μυρώνει ολόκληρη τη ζωή, χωρίς να μαραθεί με τα χρόνια. Λυρικά μεθύσια και φτερωμένες ορμές -άγνωστες στους σημερινούς νέους της άχαρης εποχής μας- πόσο εύκολα σας ξαναβρίσκω τώρα για να διηγηθώ το παλιό αυτό ρομάντσο, ξαναστρέφοντας τις σελίδες του βιβλίου ως το χρυσό πέρασμα των είκοσι χρονών, που «δεν διαβάζεται δυο φορές» όπως λέγει ο Ποιητής...
   Ζούσα τότε στη Γερμανία -την άγια χώρα της μελέτης και της μουσικής. Ο χειμώνας γύρω μας φυσούσε φλόγα στις ψυχές και τα ωραία ευεργετικά χιόνια εξάγνιζαν και δυνάμωναν τη σκέψη, χάριζαν στο πνεύμα όλη τη φωτεινή τους διαύγεια και με την ψυχρή ζωτική πνοή τους μάστιζαν αδιάκοπα τα νεύρα μας στην εργασία. Οι ώρες μου όλες περνούσαν σ' ένα προσκύνημα, στην απέραντη Βαλχάλλα του γερμανικού πνεύματος, μέσα στην παντοδύναμη διανοητική μέθη που κήρυττε ο Νίτσε στους οπαδούς του. Ο εξωτερικός κόσμος όνειρο. Οι κόσμοι της Τέχνης και της Διανοίας, η μόνη φλογερή πραγματικότης. Όταν περνούσα τη μεσαία πύλη του Κονσερβατόριουμ, του αρχαίου σοβαρού κτιρίου που έκλεινε μέσα στους μαυρισμένους τοίχους του τόσες μεγάλες μουσικές αναμνήσεις, ένας αιώνας μουσικός ξυπνούσε εκεί μέσα να με παραπλανήσει στο χρυσόραμά του. Η μεγάλη αύρα του Ρομαντισμού έπνεε στο μουσικό κόσμο παντοδύναμη ακόμα.
   Μια μέρα, στο μάθημα της Κάμμερ μουζίκ, ένα νέο πρόσωπο που έβλεπα για πρώτη φορά στην τάξη μας, μου 'κανε τέτοια εντύπωση, ώστε να μη μπορώ με κανένα τρόπο να συγκεντρώσω την προσοχή μου στο Τρίο του Μπρονσάρτ που έπαιζαν τη στιγμή εκείνη. Η φυσιογνωμία του νέου εκείνου, βαθυστόχαστη και ασκητική, έφερνε ολοζώντανο μπροστά μου τον τύπο του μοναχού που παίζει σπινέτο στην περίφημη εικόνα του Τζορτζόνε «Το κονσέρτο». Το μέτωπο, πολύ ευρύ, με προεξοχές μεγάλες στα φρύδια, δείγμα τρανό μουσικής ιδιοφυΐας, έριχνε κάποιο φως στη σκοτεινή του φυσιογνωμία, που τη σκότιζαν ακόμη περισσότερο τα μάτια του -δυο μάτια μεγάλα, χωρίς φως, σβησμένα, βουβά, που δεν έλεγαν τίποτε, ούτε θλίψη, ούτε πόνο, ούτε καν παράπονο... Παράθυρα κλεισμένα της ψυχής. Όλοι τον έβλεπαν επίμονα κι εξεταστικά, μα εκείνος δεν έβλεπε κανέναν. Από την πρώτη στιγμή κατάλαβα πως ο δυστυχισμένος νέος ήταν τυφλός, γι' αυτό έμοιαζε ξένος κι αποσπασμένος απ' τον άλλο κόσμο. Σε μια άκρη της σάλας καθόταν ολομόναχος και κρατούσε το βιολοντσέλο του ανάμεσα στα γόνατα. Ο διπλανός μου μαθητής, βλέποντας την προσήλωσή μου στον άγνωστο νέο, μου 'δωσε γι' αυτόν μερικές πληροφορίες. Τον είχαν φέρει για πρώτη φορά σήμερα στην τάξη μας κι έλεγαν πως παίζει θαυμάσια, μα δεν το πίστευε κανείς, γιατί ήταν εκ γενετής τυφλός και ποτέ του δεν σπούδασε με νότες. Ο καθηγητής μας τον είχε δεχθεί με μεγάλη ευγένεια, σαν να τον γνώριζε από πριν και να τον συμπαθούσε.
   Το τρίο του Μπρονσάρτ τελείωσε και οι μαθηταί σήκωσαν τις νότες και πήγαν στις θέσεις τους.
   «Herr Mehner, wollen sie mal spielen?»
   Ο τυφλός, καθώς ήταν βυθισμένος, ανασκίρτησε άμα άκουσε τ' όνομά του.
   «Επιθυμείτε να παίξω;» ρωτά με δειλή φωνή.
   «Ναι, αν έχετε τίποτα ετοιμασμένο».  
   Ο νέος σηκώνεται πρόθυμα, μα δεν ξέρει πού να διευθυνθεί... Η καρδιά μου δεν βαστά, θέλω να σηκωθώ και να τον οδηγήσω, μα τον οδηγεί τ' αυτί του καλύτερα από κάθε άλλο, γιατί ο δάσκαλος χτυπά εκείνη τη στιγμή μερικά ακόρντα στο πιάνο κι ο τυφλός βρίσκει ασφαλώς το δρόμο του. Κάθεται κι αρχίζει να κουρδίζει το βιολοντσέλο του.
   «Τι θα παίξετε;» ρωτά ο καθηγητής.
   «Την Geister σονάτα του Μπετόβεν, αν το επιτρέπετε, κύριε καθηγητά».
   Ο δάσκαλός μας κάθισε ο ίδιος στο πιάνο. Για περισσότερη ασφάλεια, σκεφθήκαμε όλοι οι μαθηταί. Εγώ έτρεξα και κάθισα κοντά του να γυρίζω τα φύλλα της μουσικής του. Μ' απ' την πρώτη στιγμή που άρχισε ο τυφλός μαθητής να παίζει, είχα αμέσως τη διαίσθηση ότι αυτός θα 'σερνε πειθήνιο τον διδάσκαλο στην εμπνευσμένη του ερμηνεία. Αλήθεια, μόνο ένας άνθρωπος στερημένος από το φως, μπορούσε να ιδεί έτσι τον Μπετόβεν! Να τον μαντεύσει σαν ένας μουσικός Τειρεσίας της ψυχής... Ο δάσκαλος τον ακολουθούσε τυφλά και πειθήνια, κι ένα φως χυνόταν στην αυστηρή μορφή του. Οι μαθηταί άκουαν σαν κεραυνωμένοι. Και ο τυφλός ανέβαινε ολοένα στα ύψη του νοητού και αόρατου κόσμου. Το δοξάρι του -μια δόνηση παλμική, ένας βαθύς κραδασμός του ήχου μέσα στο φως. Κάθε τραβηγμένη συγχορδία του και μια απολύτρωση. Στην έντονη ρυθμική προσπάθεια, ανέβαινε μία νικηφόρα λαχτάρα. Μέσα από τα τρίσβαθα του ανθρώπινου εγώ του ανέβαιναν οι λυγμοί του Adagio για να σβήσουν πάλι μέσα σ' ένα φως. Νιώθαμε όλοι μας έντονα, παλμικά, ότι αυτός που έπαιζε εκεί κοντά μας, δραπέτευε αυτές τις στιγμές από το μαύρο δεσμωτήριο της ζωής του. Ποτέ κανείς δεν ένιωσε στο μάθημα παρόμοια συγκίνηση, κι ο ίδιος ο σκληρός καθηγητής μας, που δε χάριζε σχεδόν ποτέ τον έπαινό του, δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί στο τέλος και του είπε:
   «Μα εσείς είσθε ένας γνήσιος καλλιτέχνης!»
   Και στα λόγια του αυτά οι μαθηταί πήραν θάρρος και χειροκρότησαν έξαλλα τη θαυμάσια εκείνη εκτέλεση. Μα στη μορφή του νέου ήρωα είχε απλωθεί τώρα μια τραγική γαλήνη. Σηκώθηκε, έκαμε μια βιαστική, αδέξια υπόκλιση, και με διστακτικό βήμα διεθύνθηκε στην πρώτη του θέση. Τώρα άλλοι μαθηταί παίζουν το Κουιντέτο του Σούμαν. Μα εγώ δεν μπορώ να συγκεντρωθώ, έμμονα προσηλωμένη στην αντινομία της μορφής του τυφλού μουσικού -στο γαλήνιο μέτωπο το γεμάτο φως, και στα σκοτεινά μάτια του τα βουβά, που δεν εκφράζουν τίποτε, ούτε παράπονο καν για Κείνον που του στέρησε το φως.
 
   Λίγο βάσταξε στην τάξη μας ο θρίαμβος του Βάλτερ Μένερ -όπως κάθε θρίαμβος στην ισοπέδωση της καθημερινής ζωής. Μετά την έξαρση της πρώτης αποκαλύψεως, κατέβηκε κι αυτός στο μαθητικό επίπεδο των άλλων. Ζητούσε τις συμβουλές του δασκάλου μας κι άκουε μ' ευλάβεια κάθε του παρατήρηση, δούλευε με συγκέντρωση κι επιμονή την κάθε λεπτομέρεια, κι έφθανε πάντα στο μάθημα τέλεια τεχνικά μελετημένος. Ο καθηγητής μας μ' έβαλε να παίζω μαζί του Μπετόβεν και Γκόλντμαρκ, ίσως κι εγώ να 'δειξα περισσότερη προθυμία σ' αυτό από τις άλλες μαθήτριες που ούτε τον προσέχουν πια μέσα στην τάξη. Μα εγώ προαισθάνομαι κι ακολουθώ πιστά  κάθε χρωματισμό του παιξίματός του, και μου φαίνεται πως κι εκείνος έχει πεποίθηση σε μένα και προχωρεί ελεύθερα σαν σε γνώριμο ψυχικό έδαφος, χωρίς φόβο. Μα πώς ήθελα να ξέρω ποιος τον προγυμνάζει, ποιος τον μελετά. Τέτοια τεχνική τελειότης χωρίς τον παραμικρό δισταγμό, φανερώνει την πιο επίμονη κουραστική μελέτη.
   Ο φίλος που τον συνοδεύει κάθε φορά στην τάξη μας κι έρχεται και τον παίρνει στο τέλος του μαθήματος, δεν μου φαίνεται να 'χει κάποια αφοσίωση ώστε ν' αναλάβει αυτός το πρόσωπο της Θείας Πρόνοιας στη ζωή του. Θα υπάρχει χωρίς άλλο κάποια γυναίκα στη ζωή του. Η παρουσία της φανερώνεται από κάτι παραμικρά πράγματα· το καλλιτεχνικό δέσιμο της γραβάτας του,  το επιμελημένο χτένισμα των πυκνών μαύρων μαλλιών του. Ποια να είναι αυτή η γυναίκα; Μητέρα του, αδελφή του, φίλη του; Αυτό το τελευταίο δεν το πιστεύω. Δεν έχει το πρόσωπό του εκείνη την εσωτερική ακτινοβολία, που φωτίζει τις μορφές εκείνων που αγαπώνται.  Αν είχε μιαν αγάπη δε θα θρηνούσε το δοξάρι του με τόσο πάθος την ερήμωση της ψυχής του. Την ώρα που παίζει νιώθω τη ζωή του ανέραστη, σκοτεινή σαν τα μάτια του.
   2 Δεκεμβρίου 
   Δυο μήνες πέρασαν από την πρώτη φορά που ήλθε στην τάξη μας ο Βάλτερ, κι αν παίζω τακτικά κάθε φορά μαζί του, αν μου φαίνεται πως με γνωρίζει και φωτίζεται η φυσιογνωμία του άμα ακούσει τ' όνομά μου, ακόμη δεν ανταλλάξαμε μαζί ούτε δυο λόγια έξω από τα τυπικά του μαθήματος. Έμαθα όμως σήμερα απ' το φίλο του όλες τις λεπτομέρειες της ζωής του, που με συγκίνησαν βαθιά.
   Ο νέος αυτός φοιτητής -Ρούντολφ είναι τ' όνομά του- κάθεται στο ίδιο σπίτι με τον Βάλτερ, κι έχει υποσχεθεί στη μητέρα του να τον συνοδεύει στο Ωδείο και να τον προσέχει στο δρόμο.  Κι αν καμιά φορά αργήσουν λίγα λεπτά, εκείνη γίνεται τρελή απ' την ανησυχία και τους υποδέχεται με κρίσεις δακρύων. Ο Βάλτερ είναι ο μόνος σκοπός της ζωής της. Γεννήθηκε στον κόσμο έτσι, τυφλός. Ο πατέρας του έπαιζε το μεγάλο όργανο στη Λουθηρανική εκκλησία του Σταυρού, και φαίνεται πως απ' εκείνον κληρονόμησε την έξοχη μουσική του ιδιοφυΐα. Η μητέρα του έπαιζε βιολί και είχε μεγάλη μουσική μόρφωση, και μ' αυτήν κατόρθωσε να σπουδάσει μόνη της τον Βάλτερ. Από πολύ μικρό τον έπαιρνε τακτικά στην εκκλησία ν' ακούει τα ορατόρια του Μπαχ και του Χαίντελ, κι αυτός ήταν ο μόνος κόσμος που γνώρισε έκτοτε η ψυχή του. Όταν άκουσε για πρώτη φορά σε ηλικία οκτώ χρονών την Επίσημη Λειτουργία του Μπετόβεν, φώναξε στη μητέρα του σαν μεταμορφωμένος:
   «Mutter, ich bin glücklich! Μητέρα, είμαι ευτυχής! Βλέπω ένα φως, βλέπω το Θεό!»
   Απ' τη στιγμή εκείνη η δυστυχισμένη γυναίκα άρχισε να ελπίζει πως το παιδί της θα σωθεί με τη μουσική απ' την καταδίκη της ζωής του. Και άρχισε να τον σπουδάζει. Μα έχασε σε λίγο τον άνδρα της και έπρεπε να εργασθεί για να ζήσουν. Όλη την ημέρα έδινε μαθήματα και το βράδυ μελετούσε το γιο της. Σ' εκείνη χρωστά ο Βάλτερ ό,τι ξέρει. Τον πήγαινε μόνη της στον καθηγητή Γκριτσμάχερ που ήταν φίλος του ανδρός της, και του 'δινε ένα μάθημα το μήνα επί δέκα χρόνια. Μα όλη του τη μελέτη την προετοίμαζε αυτή, και η μητρική στοργή της έκανε το μεγάλο θαύμα να του μάθει όλη τη φιλολογία του βιολοντσέλου χωρίς νότες. Τώρα ο Γκριτσμάχερ της είπε να τον φέρει ένα χρόνο στο Ωδείο για να πάρει το δίπλωμά του, και ν' αρχίσει τις καλλιτεχνικές του περιοδείες στον κόσμο. Μα σ' αυτές η μητέρα του δεν θα μπορεί να τον συνοδεύει, επειδή το δεξί της πόδι έπαθε αγκύλωση και είναι ένας χρόνος που δεν μπορεί να βγει έξω. Όλοι οι μαθηταί της πηγαίνουν στο σπίτι της, κι εκείνη μεταγράφει τώρα για πιάνο ολόκληρο το έργο του Μπαχ για όργανο, καθώς και τους ψαλμούς του Μπενεντέτο Μαρτσέλο. Η εργασία ευτυχώς δεν της λείπει ποτέ· όλοι οι αρχιμουσικοί τής δίνουν πολλές παραγγελίες για μεταγραφές και διασκευές των έργων που διευθύνουν. Η μόνη της χαρά, η μόνη της ελπίδα είναι να ιδεί φέτος το θρίαμβο του Βάλτερ στις διπλωματικές του εξετάσεις.
   10 Δεκεμβρίου 
   Σήμερα πήρα σταθερά την απόφασή μου. Δεν θα ξαναπάω στο μάθημα της Κάμμερ μουζίκ. Θα ζητήσω μια «απαλλαγή» από το διευθυντή μας ως το τέλος του χρόνου για λόγους υγείας. Προτιμώ αυτό, παρά να βρεθώ  και σε άλλη αισθηματική έκρηξη του Βάλτερ, σαν την προχθεσινή που μου 'σχισε την καρδιά. Είχε τελειώσει το μάθημά μας, μα ο φίλος του δεν ήλθε να τον πάρει όπως κάθε φορά, κι εκείνος τον περίμενε μελαγχολικός να συμμαζέψει τις νότες του και να βάλει στη θήκη του το βιολοντσέλο.
   Οι μαθηταί έφευγαν ένας ένας χωρίς να τον προσέξουν, μα εγώ νόμιζα πως ήταν απονιά να τον εγκαταλείψω ολομόναχο στην τάξη. Τον πλησίασα χωρίς να του μιλήσω. Είδα τότε να φωτίζεται το πρόσωπό του όπως την ώρα που παίζει, και ν' απλώνει σε μένα τα χέρια του...
   «Σεις δεν είσθε;» μου είπε με ανέκφραστη λαχτάρα. Και περίμενε με αγωνία την απάντησή μου. «Αχ, πέστε μου πως είσθε σεις! Το νιώθω που βρίσκεσθε κοντά μου».
   Εγώ χωρίς να του απαντήσω τίποτε, του 'δωσα το χέρι μου. Το πήρε και το φίλησε θερμά.
   «Σας ευχαριστώ!... Όποια κι αν είσθε, σας ευχαριστώ! Τ' όνομά σας το ξέρω, τη μορφή σας δεν θα τη γνωρίσω ποτέ... Μα σας ξέρω τόσα χρόνια! Περίμενα τόσα χρόνια την ψυχή σας, περίμενα πάντα αυτή την ανταπόκριση στη δική μου ψυχή... Να που ελέησε τον πόνο μου και ήλθε! Εσείς τώρα κοντά μου!  Και δε θα σας ιδώ ποτέ!»
   Η συγκίνηση μού έπνιγε τη φωνή. Δε μπορούσα να του μιλήσω. Μόνο δυο δάκρυα έσταξαν απ' τα μάτια μου επάνω στα χέρια του, καθώς κρατούσαν τα δικά μου.
   «Κλαίτε! Κλαίτε για μένα! Σας ευχαριστώ! Δε θα παραπονεθώ πια ποτέ...»
   «Ησυχάστε», ψιθύρισα, «μην ταράζεσθε έτσι. Πώς άργησε σήμερα ο Ρούντολφ;»
   «Τον γνωρίζετε! Του μιλήσατε για μένα! Γιατί να είσθε τόσο καλή; Κανένας δε με πρόσεξε εδώ μέσα... Και σεις που έρχεσθε από τόσο μακριά... Ω! Πάρτε με μαζί σας, μαζί να πάμε... Γιατί να 'ρθείτε τώρα κοντά μου; Γιατί;»
   Το δυστυχισμένο το παιδί δεν ήξερε τι έλεγε. Ευτυχώς ο Ρούντολφ μπήκε βιαστικά στην τάξη και μας βρήκε σ' αυτή τη συγκινητική θέση. Εγώ ορθή εμπρός του με το πρόσωπο δακρυσμένο, κι εκείνος να βαστά σφιχτά και τα δυο μου χέρια. Με κόπο κατόρθωσα ν' αποσπασθώ από τον Βάλτερ.
   «Σας τον παραδίνω», είπα στο φίλο του, κι έφυγα ταραγμένη σαν ένοχος.
   20 Δεκεμβρίου 
   Δέκα μέρες δεν πήγα στο μάθημα, ούτε θα ξαναδώ τον Βάλτερ. Στην ψυχική παραφορά που βρίσκεται το δυστυχισμένο παιδί, η παραμικρή προσέγγιση θα ήταν επικίνδυνη, και καλύτερα να μην ξεγελασθεί απ' την αρχή με ψεύτικα όνειρα κι ελπίδες. Η Τέχνη, μόνο αυτή είναι η μεγάλη παρηγορήτρα!
   24 Δεκεμβρίου 
   Χιόνια, τι χιόνια, Θεέ μου! Είκοσι μέρες τώρα χιονίζει αδιάκοπα, και τα κρύσταλλα κρέμονται απ' τα ξερά κλαδιά, σαν παγωμένη άνθηση μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Παραμονή Χριστουγέννων σήμερα, η μοναξιά της κάμαράς μου είναι αβάσταχτη για μένα, και βγαίνω να κάνω έναν περίπατο στο Τσβίγκερ, το μεγάλο πάρκο με την τεχνητή λίμνη και τον ωραίο πευκόφυτο λοφίσκο, που έχει τέτοια θέα στην πλατεία του Θεάτρου και πέρα στον ποταμό. Ανεβαίνω εκεί επάνω και προσπαθώ να ζεστάνω την παγωμένη καρδιά μου με τη μεγάλη προσδοκία της βραδιάς. Απόψε τα μεσάνυχτα στη μεγάλη Λειτουργία, θα εκτελέσουν στην Καθολική Εκκλησία το Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο του Μπερλιόζ, με τη μεγάλη ορχήστρα της Όπερας και ανδρικούς και γυναικείους χορούς -επτακόσια πρόσωπα και όργανα όλα μαζί! Είναι το μεγαλύτερο μουσικό γεγονός αυτού του χρόνου, και δεν βλέπω την ώρα πότε να νυχτώσει...
   Τι θλιβερό τοπίο απ' εκεί απάνω! Είχε πάψει να χιονίζει απ' το μεσημέρι, και γύρω όλα ντυμένα με την κρυερή ασπράδα του ονείρου, έπαιρναν μια όψη παράξενη, παραμυθένια.
   Στο βάθος της σκηνογραφίας, ο ποταμός κυλούσε αργά στα θολά νερά του μεγάλα κομμάτια πάγους, που έμοιαζαν σαν άσπρα σύννεφα πεσμένα απ' το μολυβένιο ουρανό, κι η σιλουέτα της Νέας Πόλεως χανόταν στην αντικρινή όχθη σαν ένα αμφίβολο όραμα μέσα στην αχνάδα της βραδινής ομίχλης. Έξαφνα κάτω στον κήπο άρχισε να παίζει μια χαρούμενη μουσική, που έσχισε τη χιονισμένη σιωπή όπως σχίζει τον κρύσταλλο το λαμπερό διαμάντι. Ήταν η ώρα της καθημερινής παγοδρομίας, που σήμαινε το πρώτο σύνθημα του συναγερμού! Τι τρέλα αυτή η παγοδρομία! Η λίμνη του πάρκου, η καταπράσινη το καλοκαίρι, που γαληνεύουν το βαθύ σκιερό της μυστήριο οι κύκνοι με τα ολόλευκα φτερά τους, τώρα το χειμώνα είναι όλη ένα μάρμαρο παρθενικό, απάτητο. Κι απάνω στην ονειρεμένη αυτήν ασπράδα χύθηκαν τώρα σαν κύματα ζωντανά κι ολόχαρα τα νέα ζευγάρια. Χορεύουν. Τι πανηγύρι! Χορεύει επάνω στον πάγο όλη η φλόγα της ζωής, κι ο πάγος βγάζει σπίθες κάτω απ' τα σπηρούνια που τον σχίζουν σαν αστραπές φωτιάς, χαράζοντας απάνω του τους τρελούς μαίανδρους της χαράς και της μέθης. Εγώ, εδώ επάνω, ζεσταίνομαι μόνο να τους βλέπω να χορεύουν. Πώς εξορμούν κάθε στιγμή σφιχταγκαλιασμένα τα ζευγάρια, πώς στάζουν τα πρόσωπα χαρά κι απόλαυση, στάζουν αίμα τα χείλη, και πώς αστράφτουν τα μάτια και τα δόντια μέσα στο βακχικό  αυτό πανδαιμόνιο! Σκυμμένη καθώς ήμουν στο μεθυστικό θέαμα, δεν άκουσα κοντά μου βήματα που περνούσαν το μονοπάτι του λοφίσκου. Όταν γύρισα σε λίγο, βλέπω μ' ένα ξαφνικό παλμό τον Βάλτερ με το φίλο του να προχωρούν στο ύψωμα του Τσβίγγερ. Ο Ρούντολφ τον κρατούσε σφιχτά από τη μέση να μη γλιστρήσει. Ανέβηκαν και κάθισαν σ' έναν πάγκο εκεί κοντά. Θεέ μου! Τι μελαγχολική έκφραση είχε το πρόσωπο του Βάλτερ, και πώς το βλέμμα του το άψυχο, το βουβό, με τραβούσε να πάγω κοντά του και να του χαρίσω λίγη χαρά! Αλλά μια ανόητη πρόληψη με κάρφωνε στη θέση μου. Έκαμα νόημα του φίλου του να μη με προδώσει που ήμουν εκεί.
   «Χορεύουν κάτω;» ρώτησε ο Βάλτερ με αδιαφορία. «Δεν νομίζεις ιεροσυλία να παίζουν το Μαρς του Ταγχόϋζερ στις παγοδρομίες;»
   Ο Ρούντολφ προχώρησε στην άκρη της ταράτσας να ιδεί τα ζευγάρια και άρχισε να ρίχνει χιονιές σε μια μικρούλα. Εκείνη τον είδε και του φώναξε με χαρά:
   «Έλα! Έλα από κει που είσαι! Κάθισε και γλίστρησε ως κάτω!»
   «Μα δεν έχω πατίνια!»
   «Στάσου! Στάσου, σου φέρνω εγώ τώρα, στάσου να γλιστρήσουμε μαζί!»
   Και τρέχει η τρελή Γερμανίδα, παίρνει ένα ζευγάρι πατίνια, και τα φέρνει στον Ρούντολφ. Ξαναμμένη απ' το χορό και το τρέξιμο καθώς ήταν, αρπάζει τον Ρούντολφ και τον φιλεί. Εκείνος φορεί τα πατίνια, την πιάνει σφιχτά απ' τη μέση, και γλιστρούν σαν αστραπή απ' το απότομο μονοπάτι. Κάτω όλοι τους βλέπουν και με θαυμασμό τους χειροκροτούν, ως τη στιγμή που πέφτουν και κυλιούνται αγκαλιασμένοι μέσα στα χιόνια. Σε λίγο ενώνονται κι αυτοί με το τρελό πλήθος, και χάνονται μέσα στον ίλιγγο του χορού.
   Αρχίζει σιγά - σιγά να νυχτώνει. Τα ηλεκτρικά φώτα ανάφτουν και φωτίζουν με φαντασμαγορικές λάμψεις το τρελό πανδαιμόνιο. Είναι ώρα να φύγω. Με περιμένουν σε μια ελληνική οικογένεια στο τραπέζι. Κάνω ένα μεγάλο γύρο για να μην περάσω εμπρός απ' τον Βάλτερ. Φοβούμαι πως δεν θα βαστάξει η καρδιά μου και θα πάγω κοντά του... Ποιος ξέρει πόσην ώρα θα χορεύει ακόμα ο Ρούντολφ με τη μικρούλα του, και θα τον έχει εκεί να περιμένει μονάχος...
   Χριστούγεννα! Στους δρόμους όλα τα παράθυρα λάμπουν απ' τα χρυσοστολισμένα δέντρα, που ανάβουν μέσα με τα κεράκια τους σαν πολύφωτα μυριανθισμένα. Γύρω τους τα παιδάκια ολόχαρα χοροπηδούν. Ευτυχισμένα έλατα! Τα ξερίζωσαν απ' τις παγωμένες κορφές των βουνών και τα 'φεραν μέσα στη γλυκιά ζέστη της οικογενειακής εστίας... Εμένα η τύχη μου με ξερίζωσε απ' τη γλυκιά μου πατρίδα και μ' έριξε εδώ στην παγωμένη ξενιτειά...
   Όταν όμως βρέθηκα τα μεσάνυχτα μέσα στη μεγάλη Καθολική Εκκλησία, τα ξέχασα όλα. Και πατρίδα και οικογένεια και κάθε επίγεια αγάπη. Άνοιγαν για όλους οι θόλοι τ' ουρανού την υπερκόσμια εκείνη ώρα. Τα πλήθη κάτω στον απέραντο καθεδρικό ναό, σιωπηλά κι ασάλευτα, καθώς στέκονταν μεταρσιωμένα, έμοιαζαν σαν μια γιγάντια τοιχογραφία απ' αυτές που στόλιζαν τους τοίχους του ναού. Ζωντανότερες από τα πλήθη των πιστών, των εκμηδενισμένων απ' της μουσικής το κεραύνωμα, φάνταζαν οι εικόνες του Χολμπάιν και του Ντύρερ.
   Η μουσική του Μπερλιόζ ζωντάνευε τα χριστιανικά οράματα των αιώνων. Αόρατοι οι ανθρώπινοι χοροί και η πολυόργανη ορχήστρα, σκόρπιζαν από ψηλά ένα ιερό παραλήρημα, ένα πολύρυθμο φως θριαμβικό που πλημμυρούσε το ναό και θάμπωνε τις πτοημένες ψυχές με την υπερένταση του συμφωνικού μεγαλείου. Η γέννησις του Χριστού, η ψυχική κοσμοσωτηρία, η κοσμογονία η μουσική, φανερώνονταν με τα εξαγγέλματα της ορχήστρας του Μπερλιόζ σε μια τρισυπόστατη δόξα...
   Λουσμένοι μέσα στα θάμπη της Χριστουγεννιάτικης Αποκαλύψεως οι άνθρωποι που πλημμυρούσαν το ναό, χύθηκαν έξω στην πλατεία. Και η όψη της χιονισμένης πόλης ήταν τόσο φαντασμαγορική, ώστε η μουσική παραίσθησις που έζησαν μέσα στην εκκλησία εξακολούθησε ακόμα. Ο ουρανός είχε καθαρίσει ολότελα και μια δοξασμένη φεγγοβολή διάχυτη παντού μεταμόρφωνε όλα τα γνώριμα τοπία. Σαν πελώρια διαμαντένια κλαδιά, τα κρύσταλλα που κρέμονταν από τα δέντρα, απ' τους μεγάλους ανδριάντες της πλατείας, γιγάντιους με τη χιονισμένη τους πανοπλία, απ' τις γοτθικές δαντέλες των πύργων της Εκκλησίας, λαμποκοπούσαν με φανταστικές αναλαμπές στο φως του φεγγαριού, που κρεμόταν κι εκείνο στον ουρανό σαν ένα κομμάτι λαμπερό κρύσταλλο. Για να φθάσω στο σπίτι μου συντομότερα θέλησα να περάσω μέσα από το Τσβίγγερ. Τι ερημία και τι σιωπή τώρα στο μεγάλο πάρκο που αντηχούσε όλο  στην τρελή χαρά του δειλινού. Όλα γύρω κάτασπρα, σαβανωμένα στης νύχτας το μυστήριο. Μέσα στη μεθυσμένη απ' τη μουσική ψυχή μου, ξύπνησε έξαφνα πάλι η ανάμνησις του Βάλτερ. Και τα βήματά μου άθελα μ' έφεραν στο μικρό ύψωμα που τον είχα συναντήσει το απόγευμα. Ολόγυρά μου τα δέντρα σαν ολόλευκοι σκελετοί άπλωναν τα τεντωμένα χέρια τους σαν κάποιον να ζητούσαν ν' αρπάξουν. Άλλα πάλι έσκυφταν πολύ χαμηλά σα γονατισμένα σε στάση ικεσίας εμπρός σε άγνωστη ειμαρμένη. Ένας παγωμένος αέρας φυσούσε εκεί επάνω και κοβόταν απότομα· μα σε κάθε πνοή του έτριζαν τα παγωμένα κλαδιά και κουνούσαν συνθηματικά, νόμιζες πως θ' άρχιζαν να χορέψουν το Μακάβριο Χορό του Σαιν - Σανς. Ένιωθα μια φρίκη να με παγώνει και σταμάτησα να συνέλθω λίγο. Έξαφνα, ακούω μια παραπονετική φωνή κοντά μου... Όχι! Δεν ήταν της τρομαγμένης φαντασίας μου πλάνεμα. Ήταν λυγμός ανθρώπινος, κλάμα σπαραχτικό. Άρχισα να τρέμω όχι πια από φόβο, αλλά από κάποιο φοβερό προαίσθημα... Τι είναι εκείνος εκεί ο μαύρος όγκος καταγής; Είναι άνθρωπος, Θεέ μου! Πεσμένος στα χιόνια, τον βλέπω καλά... Τρέχω κοντά του σαν τρελή... Ο Βάλτερ! Εκείνος ήταν! Τον είχαν ξεχάσει, τον είχαν εγκαταλείψει εκεί απάνω, ολομόναχο! Ω, το δυστυχισμένο πλάσμα! Πώς να 'βρει το δρόμο του μονάχος μέσα στη νύχτα, μέσα στους πάγους! Έτρεξα και γονάτισα κοντά του... Δε με κατάλαβε στην αρχή. Είχε κρυμμένο το πρόσωπο μέσα στα χέρια του και σπαραχτικοί λυγμοί κλόνιζαν όλο του το σώμα.
   «Βάλτερ! Φίλε μου! Μη φοβάσαι, μην κλαις! Εγώ είμαι κοντά σου!»
   Άρπαξα τα παγωμένα χέρια του και προσπάθησα να τα ζεστάνω με την πνοή μου. Εκείνος είχε σιωπήσει μεμιάς σαν να πέτρωσε τώρα ολόκληρος.
   «Μην φοβάσαι προσπάθησε να σηκωθείς, έλα! Θα σε πάγω στη μητέρα σου, μ' ακούς, Βάλτερ;» 
   «Η μητέρα μου! Εσύ! Εσύ είσαι κοντά μου;» ψιθύρισε εκείνος με αλλοφροσύνη.
   «Ναι, παιδί μου, σήκω. Ο Ρούντολφ σε ξέχασε εδώ τόσες ώρες, θα πήγε να διασκεδάσει με τη φίλη του. Το τέρας! Ο κακούργος!»
   Ο Βάλτερ είχε συνέλθει κάπως. Άφησε το κεφάλι του να πέσει επάνω μου και είπε:
   «Ο Ρούντολφ!... Σ' εκείνον χρωστώ τώρα αυτή την ευτυχία. Πες μου πως δεν είναι ψέματα! Εσύ είσαι κοντά μου! Ας πέθαινα, Θεέ μου, τώρα αυτή τη στιγμή. Αγάπη μου! Γλυκιά μου αδελφούλα! Στα χέρια σου μέσα να πεθάνω, τι χαρά! Το ήξερα πως έχεις εσύ τόση καλοσύνη!»
   Με υπεράνθρωπο αγώνα τον άρπαξα απ' τους ώμους και τον σήκωσα. Πώς κατόρθωσα να κατεβώ μαζί του το ολισθηρό εκείνο ύψωμα, μέσα στην τριπλή φρίκη της νύχτας, της ερημιάς, των πάγων; Ούτε κατάλαβα  πως φθάσαμε στη χριστουγεννιάτικη ζωή του δρόμου. Με μεγάλη δυσκολία κατόρθωσα να βρω ένα αμάξι. Τον έβαλα μέσα και κάθισα κοντά του. Ο Βάλτερ ήταν παγωμένος και δε με γνώριζε πια.
   Τα χέρια του έτρεμαν, τα δόντια του κτυπούσαν φριχτά και το απλανές βλέμμα των ματιών του ήταν κάτι τραγικότατο. Τέλος φθάσαμε στο σπίτι του, αφού ο αμαξάς έτρεξε στο αστυνομικό τμήμα για να μάθει τη διεύθυνσή του. Η δυστυχισμένη η μάνα του είχε ειδοποιήσει την αστυνομία. Την ηύραμε σαν τρελή τριγυρισμένη από πολύν κόσμο που άφησε τις χριστουγεννιάτικες χαρές κι έτρεξε να τη βοηθήσει. Άμα με είδε μαζί του, χύθηκε στο λαιμό μου σαν τρελή απ' τη χαρά της.
   «Σεις μου τον φέρνετε! Σεις, ο καλός του άγγελος. Σας γνωρίζω τόσο καλά απ' όσα μου έλεγε για σας ο Βάλτερ μου κάθε μέρα!»
   Μ' εγνώριζε η δυστυχισμένη κι εγώ ούτε το υπόπτευα καν.
   «Μη χάνετε καιρό», της είπα.  «Να τον βάλετε αμέσως στο κρεβάτι του και να φωνάξετε το γιατρό. Είναι παγωμένος».
   Τότε μόνο πρόσεξε η δυστυχισμένη την κατάστασή του και την έπιασε νέα κρίσις απελπισίας. Τη βοήθησα σαν αληθινή αδελφή του. Πήγα κι έφερα το γιατρό, ο οποίος άμα τον εξέτασε καλά είπε πως θα φανερωθεί πνευμονία. Ηύρε την κατάστασή του πολύ επικίνδυνη. Άμα του διηγήθηκα όλο το περιστατικό και πώς έμεινε τόσες ώρες εκεί απάνω στην παγωνιά, κούνησε το κεφάλι του με ανησυχία. Ο Βάλτερ πέρασε όλη τη νύχτα τρομερή κρίση πυρετού και με μεγάλο αγώνα κατόρθωνε ν' αναπνεύσει. Η μητέρα του δεν έκανε άλλο παρά να μ' αγκαλιάζει και να μου λέγει:
   «Μη μ' αφήσεις, μη μ' εγκαταλείψεις! Μαζί θα τον σώσουμε!»
   Ο Βάλτερ παραμιλούσε, φώναζε τ' όνομά μου. Έτρεχα κοντά του, τον έπαιρνα στα χέρια μου, του μιλούσα. Τίποτε! Δεν με γνώριζε.
   «Mütter! Mütterchen! Εκείνη είναι! Δεν την βλέπεις; Μην αφήνεις να την πάρουν τα χιόνια! Μη μ' αφήνετε μονάχο! Μανούλα μου, παγώνω!»
   «Θα τον σώσουμε!» φώναζε η μητέρα του σαν σ' ένα παραμιλητό κι εκείνη.
   Και τον σώσαμε αλήθεια... Δεν σάλεψα από κοντά της τις πρώτες τρεις μέρες. Αξέχαστα Χριστούγεννα, στο προσκέφαλο ενός τυφλού αρρώστου, που ένιωθε το άγγισμα του χεριού μου στο μέτωπό του, σαν μια δροσιά μέσα στου πυρετού τη λαύρα. Η μάνα του φιλούσε τα χέρια μου γονατιστή. Άμα πέρασε ο μεγάλος κίνδυνος, της έδωσα με μεγάλο κόπο να καταλάβει πως ο Βάλτερ δεν έπρεπε να με νιώθει κοντά του. Πήγαινα κάθε μέρα και τον έβλεπα, αφού δεν ήταν φόβος εκείνος να με ιδεί. Η μητέρα του τον έκανε να πιστέψει πως είχα φύγει απ' τη Γερμανία. Κι έτσι, χωρίς φόβο μπόρεσα να χαρώ μαζί της το μεγάλο θρίαμβο του Βάλτερ Μέννερ στο τέλος του χρόνου, όταν πήρε το πρώτο βραβείο του βιολοντσέλου εμπρός στο Βασιλέα της Σαξωνίας, που κάρφωσε μόνος του στο στήθος του τυφλού νέου  το χρυσό μετάλλιο, ενώ τρεις χιλιάδες ακροαταί τον επευφημούσαν με συγκίνηση κι ενθουσιασμό μέσα στην απέραντη σάλα του Γκεβέρμπε - Χάους.
 
Σπανούδη Σοφία
Περιοδικό «Νέα Εστία»
 τεύχος 22 - 24, Δεκέμβριος 1927

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου