Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2021

ΤΑΞΙΔΙ ΜΕ ΤΡΕΝΟ ΜΕ ΣΑΣΠΕΝΣ

   Το τρένο έτρεχε μέσα στη νύχτα υπό καταρρακτώδη βροχή. Από το εσωτερικό φαίνονταν τα μαύρα παράθυρα να χαράζονταν από σταγόνες που λαμπύριζαν και κυλούσαν γοργά αυλακώνοντας λοξά το γυαλί.
   Η Τζόλι Ποντόρμο είχε πάρει τη θέση της στο τραπέζι του βαγκόν - ρεστοράν και περιεργαζόταν με προσοχή το μενού. Της άρεσε να διαβάζει τις περιγραφές των φαγητών. Αν μπορούσε θα παράγγελνε όλα τα πιάτα και θα δοκίμαζε μια μπουκιά από κάθε έδεσμα. Αλλά κρατιόταν για να μην παχύνει. Από τότε που ο σύζυγός της είχε πεθάνει στην Αμερική, είχε την τάση να τρώει πάντα πολύ. Της άρεσε το τελετουργικό που συνόδευε τα γεύματα και τα δείπνα. Ήξερε ότι θα ξόδευε περισσότερα χρήματα απ' όσα έπρεπε σε εκείνο το γεύμα στο τρένο, αλλά αποφάσισε να συγχωρέσει στον εαυτό της αυτή την πολυτέλεια. Καθισμένη σε ένα βαγόνι δεύτερης κατηγορίας δεν είχε καταφέρει να διαβάσει με την ησυχία της με όλο αυτό το κουβεντολόι του κόσμου.
   Τώρα ήταν καθισμένη σε ένα παραγεμισμένο κάθισμα, μπροστά από ένα λευκό τραπεζομάντιλο, μ' ένα κόκκινο γαρύφαλλο μέσα σ' ένα διαφανές μπουκαλάκι και είχε πάρει με λαιμαργία στα χέρια της το μενού. Ένα κομψό τετραδιάκι από κίτρινο χαρτόνι, διακοσμημένο με ροζ λουλούδια, πάνω στο οποίο ήταν γραμμένες με μπαρόκ γράμματα και μπλε μελάνι οι σπεσιαλιτέ της ημέρας: Βολοβάν γεμιστά με μπεσαμέλ και μανιτάρια, σπαγγέτι με σάλτσα κουνελιού, καπελάτσι με κολοκύθα.
   Και ύστερα, κατ' επιλογήν: Μοσχάρι με τόνο και μαγιονέζα, βοδινό με λεμόνια Sorrento, μπακαλιάρο alla vicentina. Σαλάτες εποχής. Αλλά αυτό που της άρεσε πιο πολύ ήταν τα γλυκά. Με το δάχτυλό της ακολούθησε τις προτάσεις: Κέικ σοκολάτα με λιωμένη σοκολάτα στο κέντρο. Ήδη ένιωθε το άρωμά του. Μα πού ήταν η σαντιγί; Χωρίς σαντιγί ένα κέικ σοκολάτα δεν είναι ποτέ πραγματικό κέικ. Και μετά: Τυλιχτάρι από ξηρούς καρπούς με κρέμα φράουλα, μπουρεκάκια μήλου με άρωμα τριαντάφυλλο, παρφέ αμυγδάλου σε τραγανή φωλιά.
   Η Τζόλι Ποντόρμο είχε κλείσει τα μάτια ρουφώντας τις οσμές που της γεννούσαν οι λέξεις.
   Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια αντρική φωνή να της λέει:
   - Μου επιτρέπετε;
   Άνοιξε τα μάτια από το όνειρο που βρισκόταν και είδε έναν ψηλό και λεπτό άνδρα με μια τσάντα στο χέρι που έσκυβε με μία ευγενική, σοβαροφανή χειρονομία.
   «Τι θέλει τώρα τούτος;» ήταν η πρώτη της σκέψη. Όμως ευθύς αμέσως κοίταξε γύρω της και χρειάστηκε να παραδεχθεί ότι δεν υπήρχαν πλέον θέσεις στο βαγκόν - ρεστοράν. Εν τω μεταξύ όλα τα τραπέζια είχαν γεμίσει και το μόνο εναπομείναν κενό ήταν αυτό μπροστά της.
   - Παρακαλώ! είπε με φωνή λίγο τσαντισμένη.
   Ο άνδρας, με αργές κινήσεις, έβγαλε το παλτό του και το κρέμασε στο γάντζο πάνω στον τοίχο. Κατόπιν κάθισε με κομψό και προσεκτικό τρόπο στην παραγεμισμένη θέση.
   Η Τζόλι σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε αντίκρυ. Ο άντρας ήταν ντυμένος με μια κομψότητα ολίγον τι καμαρωτή: Μπλε σακάκι με γκρι παντελόνι, κάτασπρο πουκάμισο, γραβάτα με μπλε και πράσινες ρίγες. Είχε καστανά μαλλιά  που γλιστρούσαν πάνω στο πλατύ και αυστηρό μέτωπό του. Φορούσε γυαλιά μυωπίας. Το στόμα του ήταν ευθύ, τα χείλη λεπτά και κοφτά, σαν σε κάποιον που είναι συνηθισμένος να διατάζει... «Τώρα θα υποχρεωθώ να εμπλακώ σε μια τετριμμένη συζήτηση για τον καιρό», είπε από μέσα της ξεφυσώντας. Και συνέχισε να κοιτάει με εμμονή το μενού προσπαθώντας να συγκεντρωθεί.
   Όμως η σιωπή έσπασε από μια φωνή που η Τζόλι Ποντόρμο νόμισε ότι γνώριζε. Μα πού την είχε ακούσει; Από τις μακρινές και στριγκές νότες που προέρχονταν από μια θαμμένη μνήμη. Ο άνδρας ξεκίνησε να μιλάει με μια ελαφριά προφορά από την επαρχία του Βένετο, αργή και σαγηνευτική.
   - Αυτό το τρένο που τρέχει μέσα στη νύχτα έχει κάτι το μυστηριώδες. Δε σας φαίνεται ότι αιωρείστε στο κενό ανάμεσα σε αυτά τα σκοτεινά ριγέ παράθυρα από ασήμι;
   Η Τζόλι Ποντόρμο έμεινε άλαλη να κοιτάει επίμονα το μενού. Αυτός ο ταξιδιώτης με την τόσο αυστηρή και άκαμπτη εμφάνιση είχε μια φωνή βαθιά, γλυκιά και λιγωμένη. Δεν ανταποκρινόταν καθόλου στο σώμα διευθυντού εταιρείας που είχε δει να πλησιάζει με λυγερό βήμα προς το τραπέζι της. Σήκωσε άλλη μια φορά τα μάτια και είδε πως σ' αυτό το ανώνυμο κι αδιαπέραστο πρόσωπο είχε σκάσει ένα αφοπλιστικό κι ευγενικό χαμόγελο.
   - Γράφετε ποίηση; τον ρώτησε, άναυδη ακόμα από αυτή τη λογοτεχνική έφοδο.
   - Όχι, εμπορεύομαι άλογα. Η απάντηση ήταν σαφής και απλή. Όμως κάτι δεν την έπειθε. Αυτός ο άνδρας δεν είχε τίποτα από έμπορο αλόγων. Ίσως οι ιδέες της να ήταν απαρχαιωμένες όσον αφορά στο εμπόριο αλόγων. Ίσως σήμερα τα άλογα πωλούνται και αγοράζονται μέσω διαδικτύου, χωρίς να χρειάζεται να λερωθείς με την κοπριά των στάβλων.
   - Ένας έμπορος αλόγων, τι παράξενο... Μιλάτε σαν να απαγγέλλετε ποίηση.
   - Βασικά, διαβάζω ποίηση.
   - Α...!
   Η Τζόλι Ποντόρμο αναλογίστηκε για μια στιγμή τη δική της άγνοια σχετικά με την ποίηση. Έψαξε βαθιά στη μνήμη της να ανακαλύψει μια ποιητική φράση, αλλά δεν της ήρθε τίποτα στο μυαλό. Ακόμα και τα ποιήματα που είχε μάθει στο σχολείο είχαν χαθεί στο χρόνο. Μόνο κάποιο σκόρπιο απόσπασμα: «Ω νεκρέ, αφού είσαι ακίνητος»... και μετά; Πώς πήγαινε; Κι επίσης: «Φεγγάρι τι κάνεις, εσύ φεγγάρι στον ουρανό;» Να 'ταν Λεοπάρντι ή Πάσκολι;
   - Προσπαθείτε να θυμηθείτε ένα στίχο... Το καταλαβαίνω από το πρόσωπό σας που είναι συγκεντρωμένο. Μαντεύω σωστά;
   Η Τζόλι Ποντόρμο τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό. Πώς είχε καταφέρει να διαισθανθεί με τέτοια ακρίβεια τη σκέψη που ήταν κρυμμένη στο μυαλό της;
   - Σωστά μαντέψατε, παραδέχτηκε. - Αλλά δεν είμαι πολύ ειδήμων...
   - Θα προτιμούσατε να επικεντρωθείτε στο μενού, το κατανοώ. Γιατί σας αρέσει να τρώτε. Κι εγώ σας διέκοψα το τελετουργικό του δείπνου. Λυπάμαι πολύ. Αλλά αν θέλετε βοήθεια... μου αρέσει κι εμένα να τρώω. Και να πίνω επίσης. Θέλουμε να ξεκινήσουμε από το κρασί;
   - Γιατί όχι;
   - Ας δούμε λιγάκι τι μας προσφέρει το εστιατόριο. Τι μπορεί να πιει κανείς μέσα σε ένα τρένο που τρέχει μέσα στη νύχτα ενώ έξω βρέχει και βροντάει;
   - Εξαρτάται από αυτό που τρώει.
   - Δε συμφωνώ μαζί σας. Για μένα η επιλογή του κρασιού προηγείται αυτής του φαγητού. Για σας έρχεται μετά;
   - Δεν το λέω εγώ, το λένε οι ειδικοί.
   - Και σύμφωνα με εσάς ποιοι είναι οι ειδικοί; Οι ερευνητές... αυτοί που πειραματίζονται δηλαδή... Πειραματίζονται, δε μπορούν να ακολουθούν τους κανόνες κατά γράμμα. Αφήστε τους κανόνες για την εκκλησία... Εμείς εδώ πειραματιζόμαστε σε μια ειδική περίσταση. Περισσότερο κι από το συνοδευτικό πιάτο, πρέπει να προσέξουμε τη στιγμή του εορτασμού. Η περίσταση είναι επίσημη: το νερό μάς σκεπάζει. Αλλά είναι ένα νερό μοχθηρό, επιθετικό, αρκεί να παρατηρήσει κανείς τις γρατζουνιές που κάνει πάνω στα τζάμια.
   - Αυτό το νερό προσπαθεί να μπει μέσα, προσπαθεί να μας βυθίσει μέσα του, προσπαθεί να μας συνθλίψει. Όμως εμείς αντιμετωπίζουμε τη βροχή και τη νύχτα με θάρρος. Αυτό το θάρρος πρέπει να συνοδεύεται από ένα δυνατό κόκκινο κρασί που να κυκλοφορήσει αμέσως στις φλέβες μας με ορμητική χαρά.
   Η Τζόλι Ποντόρμο ήταν όλο και πιο έκπληκτη από αυτόν τον άνδρα που μιλούσε με τόση χάρη και σοφία. Τι να του απαντήσει; Ένιωσε ξαφνικά ηλίθια και αμόρφωτη. Εκείνη που είχε σπουδάσει με πάθος, που είχε πάρει το πτυχίο της από το πανεπιστήμιο με εξαίρετους βαθμούς, τα είχε εγκαταλείψει όλα για να παντρευτεί στα είκοσί της με έναν όμορφο και φιλόδοξο νεαρό. Είχε κάνει αμέσως αμέσως τρία παιδιά κι ενώ αυτός πήγαινε μπροστά με τη δουλειά του και γινόταν ολοένα και πιο απλησίαστος και σπουδαίος, αυτή είχε αφιερώσει τη ζωή της στην ανατροφή των παιδιών. Και μόλις τα παιδιά έγιναν έφηβοι και εξαφανίζονταν από το σπίτι για ν' ασχοληθούν με τα δικά τους, εκείνη σκέφτηκε να ξαναρχίσει να δουλεύει, αλλά αντιλήφθηκε ότι ήταν πλέον πάρα πολύ αργά.
   - Εγώ θα πάρω τα βολοβάν και σκέφτομαι ότι τα βολοβάν πρέπει να συνοδευτούν από ένα λευκό αφρώδες κρασί, ένα Σαρντονέ για παράδειγμα.
   - Ένα ποιητικό πιάτο: Βολοβάν (vol au vent), πέταγμα στον άνεμο. Μ' ευχαριστεί να σκέφτομαι πως σ' αυτό το τρένο που τρέχει σαν βέλος μες στο σκοτάδι, κόντρα στο μανιασμένο νερό, εμείς βάζουμε στο στόμα μας καλαθάκια από σφολιάτα που έχουν την τάση να πετούν στον άνεμο.
   - Εδώ προτείνουν λευκό Chateauneuf du Pape, της περσινής χρονιάς. Τι λέτε; Σας αρέσει;
   - Υπέροχο.
   Εν τω μεταξύ είχε φτάσει ο σερβιτόρος, (από τη Βόρεια Αφρική πρέπει να ήταν) με σγουρά μαλλιά και αστραφτερό χαμόγελο. Είχε σκύψει με ευγένεια και λαμπρότητα προς τους δύο θαμώνες του εστιατορίου και ρώτησε τι είχαν διαλέξει.
   - Βολοβάν για δύο, απάντησε ο άνδρας. - Κι ένα Chateauneuf du Pape.
   - Μισό μπουκάλι ή ολόκληρο;
   - Ολόκληρο θα έλεγα. Συμφωνείτε; ρώτησε ο άνδρας ανασηκώνοντας το ένα του χέρι προς αυτήν. Ήταν ένα χέρι λευκό και απαλό με δάχτυλα μακριά, φροντισμένα, σίγουρα όχι συνηθισμένα σε χειρωνακτική εργασία, σκέφτηκε η Τζόλι Ποντόρμο. Τι παράξενος αυτός ο άνδρας... Ανώνυμος και άκαμπτος στην εμφάνιση και μετά, όταν τον είδε από κοντά, τόσο ποιητικός και κοινωνικός.
   - Εντάξει, συμφώνησε εκείνη.
   Μετά από λίγο γύρισε ο σερβιτόρος  βαστώντας ένα μπουκάλι γεμάτο σταγόνες, που είχε μόλις βγει από το ψυγείο. Με δυο γοργές κινήσεις έβαλε το τιρμπουσόν πάνω στο φελλό, κατόπιν παγίδεψε το μπουκάλι ανάμεσα στους μηρούς του και με μια σβέλτη κίνηση αφαίρεσε το πώμα. Το πλησίασε στη μύτη του η οποία στράβωσε κάπως κωμικά. Έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι και άρχισε να χύνει το κρασί  στο ποτήρι του κυρίου. Εκείνος όμως έκανε μια χαριτωμένη χειρονομία δείχνοντας το ποτήρι εκείνης. Ο σερβιτόρος χαμογέλασε και έχυσε το κρασί, που είχε ένα όμορφο κιτρινωπό χρώμα, στο ποτήρι της Τζόλι Ποντόρμο.
   Η γυναίκα άρπαξε το ποτήρι με το μακρύ λαιμό με χέρι διστακτικό, ενώ οι δύο άνδρες την παρατηρούσαν εν αναμονή, έφερε στο στόμα της το κρύο και αρωματικό υγρό, κατάπιε μια - δυο γουλιές κι ύστερα έκανε μια χειρονομία συγκατάθεσης.
   - Καλό;
   - Καλό.
   - Ωραία, μπορείτε να μου βάλετε και μένα. Κι ύστερα, σηκώνοντας το ποτήρι ψηλά: - Εις υγείαν!
   - Εις υγείαν.
   Κι όμως, της φαινόταν ότι τον γνώριζε αυτόν τον άνδρα. Μα πού είχε ακούσει αυτή τη φωνή με την ελαφριά προφορά από το Βένετο; Πού είχε δει αυτό το αυστηρό και σφιχτό στόμα, αυτά τα σκληρά, αποφασισμένα μάτια; Αυτό το κεφάλι με τα ίσια μαλλιά, που είχαν την τάση να γλιστρούν αέναα πάνω στο μέτωπό του; Και αυτά τα γυαλιά με τους ελαφρώς φιμέ φακούς; Δε μπορούσε καν να θυμηθεί.
   - Πες μου τι τρως και θα σου πω ποιος είσαι, αναφώνησε αυτός, ενώ έστελνε κάτω μια γουλιά μ' έναν αέρα ευδαιμονίας.
   - Κι εμείς ποιοι είμαστε που τρώμε βολοβάν με κρέμα μανιταριών;
   - Ένας άνδρας και μια γυναίκα που καθόμαστε άνετα στα ζεστά, εν μέσω σαγηνευτικών φώτων και μ' ένα εξαίρετο κρασί στα ποτήρια μας, ενώ έξω η καταιγίδα λυσσάει ενάντια στα πλευρά του τρένου κι η βροχή πασχίζει με αυθάδεια να μπει μέσα. Φανταστείτε κάποιον να μας βλέπει απ' έξω να περνάμε, σαν μια αστραπή... Ένας βοσκός που οδηγεί πίσω στο σπίτι τα πρόβατά του, ένας νυχτοφύλακας, ένας κλέφτης, ένας δολοφόνος... σηκώνει το βλέμμα και τι βλέπει; Ένα τρένο που γοργά και σιωπηλά κατευθύνεται προς το Βορρά, που τα φωτισμένα παράθυρά του αποκαλύπτουν έναν κόσμο κομψό και ειρηνικό... ενώ έξω κάνει παγωνιά, ίσως οι κάμποι να πλημμυρίζουν τώρα, τα ζώα να πεθαίνουν πνιγμένα από το νερό, να μην υπάρχει καταφύγιο γι' αυτόν που περιπλανιέται μέσα στη νύχτα, ενώ εμείς τρέχουμε γαλήνιοι προς το μέλλον...
   - Τι δραματική φαντασία! Δεν είναι πια και το τέλος του κόσμου αυτό που βρίσκεται μπροστά μας, παρά μόνο ένα ταξίδι στο σκοτάδι, προς μια πόλη του Βορρά.
   - Η βροχή έχει τη δική της φωνή. Την ακούτε εκεί έξω που στριγγλίζει; Εμείς είμαστε αρκετά θαρραλέοι, ώστε να μην αφήσουμε τους εαυτούς μας να αγχωθούν. Εμείς, με την ηρεμία των νικητών, διαλέγουμε ένα καλό κρασί, ένα ωραίο ζεστό φαγητό και εμπιστευόμαστε τις ραφιναρισμένες αισθήσεις μας, χωρίς να δίνουμε σημασία στην καταιγίδα που λυσσομανάει εκεί έξω.
   - Κι αν αντιθέτως επρόκειτο για έναν ωφέλιμο άνεμο που καθαρίζει τον αέρα και αν η βροχή ερχόταν υγιής για να γονιμοποιήσει τους κάμπους κι αν τα ζώα έβοσκαν ειρηνικά σε λιβάδια σκεπασμένα με γρασίδι;
   - Η νοοτροπία σας είναι επικίνδυνη, έχει την τάση να ειρηνεύει και να συμπαραστέκεται. Μια τυπική γυναικεία νοοτροπία. Οι γυναίκες σκέφτονται πάντα με μητρικούς όρους, είναι καλοσυνάτες και συμπονετικές. Οι άντρες γνωρίζουν καλύτερα την πραγματικότητα και ετοιμάζουν τους εαυτούς τους για τις μάχες που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν.
   - Θα θέλατε να κηρύξετε τον πόλεμο στο χρόνο;
   - Γιατί όχι; Ο χρόνος πληγώνει. Κι εγώ τον σκοτώνω για να εξοικονομήσω την αιωνιότητα.
   - Μιλάτε περισσότερο σαν φιλόσοφος παρά ως έμπορος αλόγων.
   - Τα άλογα διακατέχονται από μια σκέψη βαθιά και σεληνιακή. Έχουν άγρια ψυχή, αλλά είναι ικανά να νιώσουν δυνατά αισθήματα. Είναι επίμονα και ανυπόμονα. Γενναιόδωρα και εγωιστικά. Θα τολμούσα να πω ότι είναι καλύτερα από τους ανθρώπους.
   - Εγώ δεν ξέρω τίποτα από άλογα.
   - Λοιπόν, αν μου επιτρέπετε, μια μέρα θα σας κάνω μια ξενάγηση στο στάβλο μου. Είμαι βέβαιος ότι θα τα ερωτευτείτε τα άλογα, όπως κι εγώ. Υπάρχει κάτι αστρικό και αρχαίο σε αυτά, κάτι που τα φέρνει πιο κοντά στο Θεό απ' ό,τι εμείς σε σχέση με Αυτόν. 
   Η Τζόλι Ποντόρμο άφηνε τη φωνή εκείνη να τη νανουρίζει. Ο σερβιτόρος έφτασε με τα βολοβάν που άχνιζαν λαχταριστά πάνω στο πιάτο. Κάρφωσε το πιρούνι της στο πανεράκι με την τάρτα κι έφερε στο στόμα της την κρέμα που ανέδιδε το άρωμα των μανιταριών porcino. Της φάνηκε ότι ένιωθε ένα ανεπαίσθητο φίνο αεράκι να τρέχει ανάμεσα στα δόντια της. Πετάει στον άνεμο! Τι παράξενο όνομα για ένα τόσο πεζό πιάτο!
   Ο άνδρας τώρα μιλούσε για αστερισμούς, αφηγείτο την ιστορία της Κασσιόπης, μιας όμορφης νεαρής κοπέλας που παντρεύτηκε τον Κηφέα, το βασιλιά της Αιθιοπίας, και απέκτησαν μια κόρη που ονόμασαν Ανδρομέδα. Καθώς όμως η Κασσιόπη καυχιόταν ότι η θυγατέρα της ήταν πιο όμορφη απ' όλες τις Νηρηίδες, ο σκυθρωπός πατέρας τους Νηρέας εξοργίστηκε και εξαπέλυσε την οργή του θεού της θάλασσας, του Ποσειδώνα, ο οποίος έστειλε ένα τρομακτικό ερπετό για να καταβροχθίσει τους κατοίκους της Αιθιοπίας. Ο βασιλιάς απελπισμένος, απευθύνθηκε στο μαντείο το οποίο αποφάνθηκε με τον εξής χρησμό: Αν θέλετε να ελευθερωθεί η Αιθιοπία από το τέρας, πρέπει να θυσιάσετε τη μικρή Ανδρομέδα. Ο αιθιοπικός λαός ήταν έτοιμος να σκοτώσει τη μικρούλα Ανδρομέδα, όταν έφτασε πετώντας ο Περσέας, που την έσωσε από τον βέβαιο θάνατο. Ωστόσο, η Κασσιόπη τιμωρήθηκε για την αλαζονεία της και την έστειλαν να περιστρέφεται ανάποδα, καθηλωμένη στο ουράνιο στερέωμα.
   Η Τζόλι Ποντόρμο τον άκουγε μισοκλείνοντας τα βλέφαρά της. Μα πού είχε ακούσει αυτή τη φωνή, που άλλες στιγμές της φαινόταν υπαινικτική και προκλητική και άλλες ειλικρινής και παθιασμένη;
   Και ξαφνικά, ενώ κατάπινε μια γουλιά από εκείνο το δροσερό κρασί που είχε γεύση ροδάκινου και σύκων, τινάχτηκε σύγκορμη. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια και κοίταξε τον άνδρα με ένα βλέμμα που ήταν τρόμου και σκιρτήματος.
   Ήρθε στο νου της η πιο τρομερή μέρα της ζωής της. Η τράπεζα που μόλις είχε κάνει ανάληψη τα χρήματα της σύνταξης του συζύγου της, μια εισβολή νεαρών που κρατούσαν στα χέρια τους πιστόλια και πολυβόλα. Ξερές διαταγές. Τα ταμεία που κλείδωναν αυτόματα, ο συναγερμός που ξεκίνησε να χτυπάει. Ο διευθυντής που ούρλιαζε, ενώ ένας ψηλός άνδρας, με σκισμένο τζιν και λευκά αθλητικά παπούτσια τής σημάδευε τον κρόταφο με ένα πιστόλι. Εκείνος ο άνδρας μιλούσε... μιλούσε. Ποτέ δε θυμήθηκε τι έλεγε, αλλά μιλούσε με το διευθυντή, έδινε απάνθρωπες διαταγές... θυμήθηκε με δυσκολία πως της είχε αρπάξει από τα χέρια τα λίγα χαρτονομίσματα των εκατό διπλωμένα μες στην απόδειξη και, κάνοντάς το, την είχε σπρώξει με λύσσα στο πάτωμα. Αμέσως μετά, ο άνδρας είχε ορμήσει προς τον διευθυντή αναγκάζοντάς τον να ανοίξει ξανά τα ταμεία, αλλά στο τέλος, μόλις ο διευθυντής έκανε μια παρακινδυνευμένη χειρονομία, ο άνδρας τον είχε πυροβολήσει χωρίς έλεος στα πόδια.
   Μια παράλογη σύμπτωση. Ο άνδρας που καθόταν απέναντί της έμοιαζε τόσο πολύ στον άλλο, πράγματι, μα δε μπορούσε παρά να πρόκειται για μια απλή σύμπτωση. Πώς θα μπορούσε ένα άτομο τόσο ευγενικό, τόσο καλλιεργημένο, που μιλούσε σαν να απήγγελλε στίχους, που γνώριζε τα πάντα σχετικά με τους αστερισμούς, να έχει ληστέψει μια τράπεζα μέρα μεσημέρι, χωρίς καν να καλυφθεί με έναν σκούφο; Να είναι τόσο σίγουρος για τον εαυτό του που θα περπατούσε μέρα μεσημέρι με το κεφάλι ψηλά, με εκείνα τα καστανά λαμπερά και μεταξένια μαλλιά που έπεφταν διαρκώς πάνω στο φαρδύ του μέτωπο; Όχι, όχι, δε μπορούσε να συμβαίνει, δεν ήταν δυνατόν.
   Ο άνδρας διαισθάνθηκε την ταραχή της και έσκυψε προς αυτήν με περιποιητικό τρόπο.
   - Συμβαίνει κάτι άσχημο;
   - Όχι, όχι... είναι που μοιάζετε με έναν άνδρα που... που... εεε, με τρόμαξε πολύ ένα πρωινό σε μια τράπεζα... αλλά δεν είναι παρά όνειρα, οράματα...  
   - Μια ληστεία σε τράπεζα; Μα γιατί όχι; Θα μπορούσα κάλλιστα να ήμουν εγώ! Εκτός από τα άλογα ασχολούμαι επίσης με ένοπλες ληστείες τραπεζών. Έχω ήδη ληστέψει εφτά. Δε με πιστεύετε; Είμαι ντυμένος με σκισμένα τζιν, φοράω και ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια και εμπρός, πάμε να ληστέψουμε τράπεζες... Τι λέτε; Θα θέλατε να δείτε τα εργαλεία μου; Τα έχω μέσα σ' αυτή την τσάντα.
   Ο άνδρας γέλασε με τέτοια ηρεμία και ευθυμία που καθησύχασε πλήρως την Τζόλι Ποντόρμο, η οποία σήκωσε ντροπαλά το ποτήρι της και είπε με μια ανάσα:
   - Έχετε δίκιο, παραλογίζομαι. Είναι οράματα. Εις υγείαν!
   - Εις υγείαν! επανέλαβε εκείνος σηκώνοντας το ποτήρι του και ήπιε με δυο - τρεις γουλιές όλο το κρασί που παρέμενε σ' αυτό.
   Εν τω μεταξύ, είχαν σχεδόν φτάσει. Ο άνδρας -μα πώς τον έλεγαν; Παρά την πρόσκληση που της έκανε για το στάβλο του, δεν της είχε πει το όνομά του- φόρεσε το καπέλο του από κασμίρι, τη βοήθησε να φορέσει το φούξια φουσκωτό παλτό της από πλαστικό, σήκωσε από το έδαφος την τσάντα που φαινόταν πραγματικά βαριά και κατευθύνθηκαν ο καθένας προς το δικό του βαγόνι.
   - Εις το επανιδείν! είπε εκείνη, όταν άνοιξαν οι πόρτες μόλις το τρένο μπήκε στο σταθμό.
   - Εις το επανιδείν, κυρία Ποντόρμο! της φώναξε εκείνος ενώ κατέβαινε με ένα σάλτο από το τρένο και χανόταν μες στο πλήθος του σταθμού.
   Η Τζόλι παρέμενε όρθια σαν χαζή, δίπλα στη βαλίτσα της, λες και τα παπούτσια της ήταν καρφωμένα στο πεζοδρόμιο. Πώς γινόταν να ήξερε ότι την έλεγαν Ποντόρμο; Και ξαφνικά, της ήρθε στο νου ότι ο άνδρας στην τράπεζα τής είχε αρπάξει από τα χέρια την απόδειξη της σύνταξης του άντρα της με το όνομα γραμμένο επάνω. Και θυμόταν τη φωνή του. Ήταν αυτή ακριβώς η φωνή, αν και ο τόνος ήταν διαφορετικός πια.
   Τώρα πια ήταν σίγουρη ότι επρόκειτο για εκείνον. Μα πού είχε εξαφανιστεί; Και μετά πάλι, γιατί είχε θελήσει να την εξαπατήσει τόσο άτιμα; Η συνάντησή τους είχε υπάρξει μια απλή σύμπτωση ή μήπως εκείνος ο άνδρας την είχε ακολουθήσει και είχε παίξει όλο αυτό το θέατρο για να της δώσει ένα μάθημα; Για να της δείξει ότι ακόμα και οι ληστές τραπεζών μπορούν να είναι άνθρωποι καλλιεργημένοι, ραφινάτοι, άνθρωποι που ξέρουν να τρώνε και να πίνουν;
   Τότε ξαφνικά, η Τζόλι θυμήθηκε μια συνέντευξη που είχε δώσει σε μια εφημερίδα λίγο μετά το συμβάν. Στον δημοσιογράφο που την είχε ρωτήσει τι σκεφτόταν για τον άνθρωπο που την είχε ληστέψει και την είχε πετάξει στο έδαφος με αποτέλεσμα να βγάλει τον ώμο της, είχε απαντήσει: «Ένας άξεστος, ένας αδαής, φαινόταν από χιλιόμετρα μακριά ότι ήταν αναλφάβητος, ένας που είχε γεννηθεί στη μέση του δρόμου». «Και τι έλεγε όταν μιλούσε κατά τη διάρκεια της ληστείας»; Δεν το θυμόταν, μα της είχε φανεί μια φωνή χοντροκομμένη, η φωνή ενός απόκληρου της κοινωνίας, ενός περιθωριακού. Αυτά είχε πει στον δημοσιογράφο και τώρα ήταν σίγουρη πως ο άνδρας είχε διαβάσει αυτά τα λόγια της.
   Πήρε τη βαλίτσα της, κατέβηκε από το τρένο και κατευθύνθηκε προς το αστυνομικό τμήμα. Αλλά τι θα τους δήλωνε; Ότι είχε δειπνήσει στο τρένο με τον άνδρα που πριν ένα χρόνο είχε ληστέψει την τράπεζα που βρισκόταν κοντά στο σπίτι της και την είχε ρίξει στο έδαφος βουτώντας από το χέρι της τη σύνταξη του ανδρός της; Μα δεν ήξερε καν πώς τον έλεγαν! Φυσικά, υπήρχε η ιστορία με τα άλογα αλλά πιθανώς να την είχε εφεύρει εκείνος. Τι μπορούσε να πει στους αστυνομικούς; Ότι εκείνος που είχε θεωρήσει ως έναν άξεστο αγράμματο ήταν ένας κομψός και καλλιεργημένος κύριος που μιλούσε για αστέρια και γνώριζε απ' έξω ποιήματα; Ήταν λίγα, πραγματικά λίγα.
 
Μαραΐνι Ντάτσια
 (μετφ. Πάνος Δημάκης)
6 Φωνές, 6 Γυναίκες- Διηγήματα

Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2021

ΑΠΙΣΤΙΑ

   Περπατούσε ώρα πολλή στην αδειανή παραλία, μονάχη της - χαμηλά, δεξιά της, το νερό μαύριζε ύπουλα στο σκοτάδι. Βάδιζε άσχετη με όλα, με τον εαυτό της πιο πολύ.  Σταματούσε η σκέψη της σ' ένα σημείο χωρίς ιδιαίτερη σημασία γι' αυτή την ώρα -έπρεπε, λέει, να δώσει στη μοδίστρα το παλτό της, ήτανε πολύ μακρύ και είχε ξεθωριάσει. Θα το γύριζε απ' την άλλη μεριά και...
   Στάθηκε κάτω από ένα σβησμένο φανάρι -τώρα που το σκεφτόταν πάλι, ένιωθε μια περίεργη ασφάλεια, σάμπως να είχε μια ιδιαίτερη σημασία για κείνη, το τέλος του καλοκαιριού και το παλτό που ήθελε να μεταποιήσει.
   Σίγουρα την είχε πειράξει αυτό το κονιάκ -το ήπιε νηστικιά, μονορούφι, δε θυμάται μήπως ήτανε και διπλό.
   «Όπου να 'ναι, θ' αρχίσει η βροχή...» σκέφτηκε ήσυχα και προχώρησε με τα χέρια χωμένα στις τσέπες της ζακέτας της.
   Φυσούσε εκείνο το μικρό, ενοχλητικό αεράκι της θάλασσας -της έκανε πολύ καλό λοιπόν να σκέφτεται τον εαυτό της χωμένο σ' αυτό το παλτό, που με την επιδιόρθωση θα 'μοιαζε σίγουρα σαν καινούργιο... Ένιωσε άξαφνα γελοία. [Η μικρή φιλενάδα στα παιχνίδια του σχολειού, ήταν πολύ μακρυά της. Την είχε ανάγκη τώρα, τέτοια ώρα που οι άλλοι δεν ήταν εδώ, κοντά της, να την κοροϊδεύουν για την αδεξιότητά της στα παιχνίδια των άλλων παιδιών... «Παίζουμε, Αννούλα; Ό,τι να 'ναι, μη με ρωτάς, να παίξουμε μόνο!»]
   Άνοιξε τα μάτια της με τρόμο - το ακίνητο νερό κυλούσε αδιάφορα μέρα και νύχτα, τις ώρες που οι άλλοι γελούσαν ή πέθαιναν, κυλούσε πάντα. 
   Δεν είχε προφτάσει να σκεφτεί, ν' ανησυχήσει, να θυμώσει ίσως -τίποτα τέτοιο. Είδε το πρόσωπό του ξαφνικά, όπως μέσα σε λίμνη και κείνη σκυμμένη πάνω απ' το νερό, «σε μάγεψαν στ' αλήθεια, πρίγκιπά μου; Να σου δώσω ένα παραμύθι, να λυθούν τα μάγια...»
   Τον κοιτούσε χωρίς να τη βλέπει κι αυτό της άρεσε πολύ, τρελαινόταν γι' αυτό το παιχνίδι όταν ήταν μικρή. Τώρα όμως, δεν μπορούσε πια να παίξει μαζί του και μέσα σε τόσο κόσμο!
   Έμεινε ακίνητη, ώρα πολλή, και το είδωλό του, πίσω από γυάλινη επιφάνεια όλο και θάμπωνε...
   Όταν το κατάλαβε, είχε πια προχωρήσει πολύ στην έρημη παραλία με τα χαμηλά φώτα, σχεδόν είχε τρέξει, κι ούτε στιγμή δεν είχε σκεφτεί να τον φωνάξει, να 'ρθει κι εκείνος μαζί της, φοβόταν πολύ τέτοια ώρα μονάχη της.
   [«Παίζουμε, Αννούλα; Μην κλαις, όχι, δε μου 'καναν κακό... Να, θα σου πω ξανά το παραμύθι, να δεις που το θυμάμαι όλο, τίποτα δεν έχω ξεχάσει, τίποτα...»]
   Το πρόσωπο της μικρής φιλενάδας μπλέχτηκε στη μνήμη της με το δικό του -όχι δεν ήταν το πρόσωπό του αυτό, δε μπορεί να ήταν. Αυτό το πρόσωπο γελούσε ψεύτικα κι είχε μιαν έκφραση από γυαλί, ναι, από γυαλί.
   «Ανοησίες! Το γυαλί είναι συμπαγές και ψυχρό κι έπειτα...»
   Μόλις τώρα θυμήθηκε τα πρόσωπα γύρω του -μα ναι, φυσικά και υπήρχαν πρόσωπα γύρω του, δυο - τρία ή και πιο πολλά, δε θυμότανε καλά. Όμως ποια σημασία μπορούσε να έχει ο αριθμός...
   Της έκανε πολύ κακό να τα θυμάται, έτσι αόριστα τούτα τα πρόσωπα γύρω στο δικό του ψεύτικο γέλιο -προσπάθησε να καθορίσει τα χαρακτηριστικά τους.  
   «Ήτανε τρεις άντρες... όχι, δύο. Μπορεί... και τέσσερις. Ας είναι... Δύο. Και οι δύο μελαχρινοί. Ναι, μελαχρινοί. Μαύρα μαλλιά και μάτια και στόμα... Όχι, όχι, στη θέση που έπρεπε να βρίσκεται το στόμα, αυτοί είχαν ένα μικρό κενό».
   Πέρασε το χέρι της στο μέτωπό της -ήταν ιδρωμένο κι όμως κρύωνε πολύ. «Ένα μικρό κενό, όπως ακριβώς γίνεται με τις νεκροκεφαλές...»
   Το νερό, χαμηλά, στα πόδια της, μαύριζε ύπουλα -του γύρισε την πλάτη, μ' ένα άξαφνο αίσθημα ναυτίας.
   [«Πρέπει να παίξουμε, Αννούλα, έλα. Εγώ θα τρέχω και συ θα με κυνηγάς... ώσπου να με φτάσεις. Πρέπει να με φτάσεις. Έλα, τρέξε πίσω μου...»]
   Έφτασε λαχανιασμένη στο τελευταίο φανάρι -χάμω, στις πλάκες χόρευαν αστράκια και γραμμές κόκκινες, όπως εκείνες τις μέρες με τον παιδικό πυρετό. Ακούμπησε στο στύλο όλο της το βάρος -το παλτό της θα 'μοιαζε καινούργιο, χωρίς άλλο. Θα 'λεγε στη μοδίστρα να της φτιάξει μεγάλες τσέπες, να χώνει τα χέρια της ως τον αγκώνα.
   Χαμογέλασε στη σκέψη κι ένιωσε πάλι αυτό το περίεργο συναίσθημα από ασφάλεια και φόβο μαζί παιδικό, ανόητο.
   Το πρόσωπό του πάνω στο δικό της και γύρω τους τα μαύρα εκείνα πρόσωπα με το μικρό κενό να χάσκει σε γέλιο ακίνητο.
   «Έχω ένα παραμύθι, για σένα, πρίγκιπά μου... για να λυθούν τα μάγια...»
   Τόσο παιδιάστικη η λαχτάρα του για ένα μικρό ψέμα! Όχι, όχι, δεν ήτανε ψέμα, ήταν η αλήθεια. Της είχε πει την αλήθεια, χωρίς άλλο: «Θα σ' αφήσω μόνη σου, για πολύ λίγο». Και τη φίλησε ένοχα. Πώς της φάνηκε, αλήθεια; Κι ήθελε την ίδια στιγμή να τον φυλάξει απ' το κακό, το 'ξερε εκείνη το κακό, το 'βλεπε κιόλας όπως σε γυαλί το πρόσωπό του.
   «Να πας. Εγώ θα διαβάσω. Μπορεί και να κοιμηθώ. Να πας...»
   Όταν έκλεισε πίσω του η πόρτα, έβγαλε μικρή κραυγή ζώου κυνηγημένου -παρακάλεσε μ' όλη της την καρδιά, να 'τανε λέει, μια γυναίκα όμορφη πλάι στο πρόσωπό του κι εκείνος να την έβλεπε, όπως κοιτάζουν τα παιδιά τις κούκλες στις βιτρίνες. Κι έπειτα, παρακάλεσε, να 'τανε λέει ένα μικρό, σκληρό αστείο αυτή του η ανάγκη να φύγει από κοντά της, ξεχνώντας το χρόνο που οδοιπορούσε ανάμεσά τους, τόσο μίζερα περιορισμένος σε ώρες, σε στιγμές...
   «Ένα μικρό, ανόητο αστείο», σκεφτόταν με πείσμα. Κοίταξε το ρολόι της -ήτανε μία μετά τα μεσάνυχτα.
   «Ένα αστείο άσχετο με μας!» Σχεδόν το φώναζε αυτό κι έπειτα προσπάθησε να συνηθίσει σ' αυτή την απάνθρωπη αναγκαιότητα του αποχαιρετισμού.
   «Αντίο, αγάπη μου... Θα 'ρθει μια άλλη εποχή, δικιά μας πάλι. Αντίο...»
   Είχε περάσει πολλή ώρα όταν βγήκε στο δρόμο -η παλιά σκάλα έτριζε κι έξω, στο σκοτάδι, μονάχα ένας μεθυσμένος περπατούσε χωρίς να βιάζεται.
   Στάθηκε ένοχη πίσω απ' τα πρόσωπα μιας εύθυμης συντροφιάς -«ένα κονιάκ, παρακαλώ»- και τον είδε ξαφνικά, όπως σε μικρό νυχτερινό εφιάλτη με καταιγίδα. Πλήρωσε κι έφυγε τρέχοντας -απόρησε που δεν έβρεχε κι ακόμα πιο πολύ που δεν έβρισκε τα λόγια για να θυμηθεί εκείνο το παλιό παραμύθι.
   Άρχιζε κάπως έτσι: «Ο πρίγκιπας είχε ξεχάσει να μετρήσει τις ώρες που τον χώριζαν από το θάνατο. Έτσι, πίστεψε πως θα μπορούσε να γελάει όπως κι οι άλλοι άνθρωποι γύρω του, που δεν ήταν μαγεμένοι...»
   Κάθισε χάμω στο πεζούλι της προκυμαίας -τα πόδια της κρέμονταν πάνω απ' το νερό κι εκείνη η μικρή παιδική αγωνία της για τη νύχτα, ξαναγύρισε.
   Ναι, ήτανε σίγουρο πως το 'χε ανάγκη να φύγει από κοντά της για λίγο -εκείνη ήθελε τόσο πολύ να τον γλυτώσει απ' αυτό τον κίνδυνο, το 'ξερε πως θα 'ρχόταν το κακό, ήτανε βέβαιη κιόλας όταν τον είδε. Δε γελούσε, όχι, το θυμάται καλά τώρα, κι ούτε μιλούσε εκείνος όση ώρα τον κοιτούσε. Όμως αυτή η έκφραση σαν από γυαλί ανάμεσά τους, θα της έμενε ανεξήγητη αν δεν είχε προσέξει την τελευταία στιγμή τα πρόσωπα που συνωστίζονταν γύρω του. Και τότε μονάχα είχε καταλάβει -ή ούτε κι αυτό. Δεν είχε πια καμιά σημασία τι είχε γίνει και γιατί και πώς... Καμιά σημασία, καμιά.
   «Μιλάνε πάλι για γυναίκες», άκουσε πλάι της μια φωνή βραχνή.
   Αυτό το πρόσωπο ήρθε καταπάνω της σαν τη μπόρα -έκανε λίγα βήματα πίσω, να τ' αποφύγει... κι άξαφνα βρέθηκε να τρέχει.
   [«Πρέπει να τρέξεις και συ, Αννούλα, να με φτάσεις, είναι εύκολο. Να, κοίταξε. Εγώ... δεν θα τρέχω πολύ... δε μπορώ πια να τρέχω πολύ... όπως τότε, θυμάσαι; Τρέξε, Αννούλα, έλα να παίξουμε, πρέπει. Μου πήρανε το παραμύθι μου, εκείνο με το μαγεμένο πρίγκιπα και την αγάπη. Πρέπει να παίξουμε, Αννούλα, τώρα!»]
   Με το ξημέρωμα είχε αρχίσει κι η βροχή -ήσυχη, μονότονη βροχή, πάνω στα μαλλιά και στα χέρια της που κρύωναν ξαφνικά.
   «Θα 'ναι σαν καινούργιο το παλτό... κι οι τσέπες θα 'ναι πελώριες... να χωράνε τα χέρια ως τον αγκώνα...»
   Χαμογέλασε ευχαριστημένη -ο μικρός παιδικός φόβος για τη νύχτα είχε τελειώσει, και το νερό πλάι της είχε αλλάξει χρώμα με τη βροχή...
   Ξαφνικά, δεν είχε καμιά σημασία κι αυτό, τίποτα πια δεν είχε σημασία.
 
Μητροπούλου Κωστούλα
 «Νέα Εστία» 
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Κυριακή 26 Δεκεμβρίου 2021

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

   
   Μια λάμπα μεγάλη παλιά με γυαλί θαμπό, βρώμικο, κατακεντημένο απ' τις μύγες, που άπειρες βρίσκονταν εκεί και το χειμώνα ακόμη, φώτιζε το παλιομάγαζο.
   Υπήρχε και μια άλλη λάμπα μικρότερη, που την άναβαν σε μέρες καλές. Αυτή δεν κρεμόταν απ' το ταβάνι, αλλ' από έναν παλιόστυλο, που βάσταγε τη σκεπή του υπογείου, που ήτανε μαζί και πάτωμα της κατοικίας του γέρου ταβερνιάρη. 
   Και για να πάει στην κατοικία του ο γέρο Τζάνας έμπαινε από μια πορτούλα σαν ντουλάπι, που βρισκόταν στον τοίχο του υπογείου. Ένας στενός και μικρός διάδρομος φαινόταν, όταν άνοιγε η πορτούλα, και μια σκαλίτσα. Η σκαλίτσα έφερνε στα δωμάτια που ήτανε επάνω απ' το υπόγειο.
   Κάτι παλαιές ζωγραφιές στόλιζαν τους τοίχους του υπογείου, και αράχνες, αράχνες σε κάθε γωνιά, εδώ, εκεί, παντού.
  Λίγοι σύχναζαν στο μαγαζάκι αυτό το παλιό. Και οι περισσότεροι γέροι.
   Οι γέροι, πέντε τον αριθμό, καθόντουσαν πάντα σχεδόν σ' ένα τραπεζάκι σε μια γωνιά και κάτω από ένα παραθυράκι. Εκεί έπιναν το κρασάκι τους, μιλούσαν σιγά σαν να 'λεγαν μυστικά, και κοίταζαν τους άλλους.
   Κι άκουγαν προπάντων, πρόσεχαν τι έλεγαν οι άλλοι.
   Κάποτε ερχόταν εκεί και μια παρέα, μια αληθινά ζουρλοπαρέα.
   Δεν ήταν από νέους ανθρώπους, αλλά από μεσόκοπους, μα γεμάτους ζωή, ευθυμία!...
   Οι μελαγχολικοί γέροι χαμογελούσαν τότε, και γελούσαν πολλές φορές, κοίταζαν ο ένας τον άλλον, κάτι λέγανε, σφόγγιζαν τα μάτια τους, και διέταζαν πάλι κρασί να πιούνε. 
   Ο γέρο ταβερνιάρης με τη γυναίκα του περιποιούνταν τους πελάτες, πήγαιναν τους μεζέδες, το κρασί.
   Αυτός ο ταβερνιάρης ήτανε ένας εύθυμος τύπος, αν και με δυσκολία περπατούσε, έσερνε τα πόδια του. Γαλανός, με δακρυσμένα μάτια πάντα, και μύτη γυρτή.
   Η ζουρλοπαρέα έλεγε για την ευθυμία που 'χε ο γεροταβερνιάρης, ότι αυτό το χρωστά στη μαγιά που 'χε γίνει μέσα του απ' το πολύ κρασί που 'πινε άλλοτε.
   Η γυναίκα του σιωπηλή, χωρίς ούτε ένα χαμόγελο, χοντρή καλοβαστούμενη, με ωραία μαύρα μάτια και σ' αυτή την ηλικία.
   Το μαγαζάκι είχε και μια πολυτέλεια. Ένα ρολόγι μεγάλο, παλιό, κρεμασμένο στον τοίχο.
   Και μέσα στην ησυχία, που γινόταν συχνά, όταν δε βρισκόταν εκεί η ζουρλοπαρέα,  ακουγόταν καθαρά ο ρυθμικός κρότος του σαν να 'ταν το βήμα  του μαύρου χρόνου.  
   Και ήταν αδύνατο, όταν χτυπούσε τις ώρες, ήταν αδύνατο ο γερο - ταβερνιάρης να μην πει με μια κλαψιάρικη φωνή, κρατώντας πολλές φορές τη μισή οκά γεμάτη στα χέρια:
   - Ωχ, ωχ, πάει μια ώρα μου, πάει! Ωχ!
   Και το γέρικο ρολόγι χτυπούσε πένθιμα, πένθιμα, έτσι μου φαινόταν, τις ώρες, σαν να 'λεγε κι αυτό το ίδιο με το γέρο ταβερνιάρη:
   - Ωχ, ωχ, πάει μια ώρα μου, πάει! Ωχ!... 
 
   Σ' αυτό το μελαγχολικό μαγαζάκι  επήγαινα νέος. Ζητούσα τη μελαγχολία τότε. Και την εύρισκα, όταν δεν ερχόταν η τρελοπαρέα. 
   Είχα μια ακρούλα που πήγαινα και καθόμουνα. Έπινα ένα, δυο κρασιά και σκεπτόμουνα. Πολλές φορές γινόμουν γέρος, απόμαχος. Καθόμουν εκεί κ' έπινα μόνος το κρασί μου. Και ζούσα με τις αναμνήσεις μου...
   Μα παραλίγο να λησμονήσω  ένα απ' τα κυριότερα πρόσωπα που σύχναζαν εκεί: ένα γέρο αλήτη.
   Ωραίος γέρος. Γαλανά μεγάλα μάτια. Κ' εκφραστικά. Γενάκια κοντά, σχεδόν άσπρα. Ανάστημα ψηλό και λεπτό. Ντυμένος με παλιόρουχα. 
   Και μιλούσε πάντα στην καθαρεύουσα βάζοντας και αρχαία μέσα, για να δείξει ίσως, πως ήταν γραμματισμένος.
   Τις περισσότερες φορές δεν καθόταν σε καρέκλα, αλλά στα σκαλοπάτια του υπογείου. Έβαζε ένα τσουβάλι, που πάντα έσερνε μαζί του, πάνω στο σκαλοπάτι και καθόταν. Και από κει ρητόρευε, έλεγε, έλεγε.
   Θα φαινόταν ένας σοβαρός γέρος, φτωχός, αλλά σοβαρός, αν δεν τον έπιανε κάτι κι άρχιζε να κάνει κινήσεις μάγκικες.
   Και όλους τους ήξερε, ήξερε πολλά. Τους γέρους τους γνώριζε από χρόνια πολλά. Και μου 'πε γι' αυτούς πως εκεί είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει, στη γειτονιά αυτή την παλιά των Αθηνών, που βρισκόταν το μαγαζί του Τζάνα.
   Από μικροί ήταν οι γέροι φίλοι, παίζανε μαζί. Και ύστερα, όταν μεγάλωσαν, μαζί τραγουδούσαν στα στενάκια της γειτονιάς κάτω από παράθυρα σπιτιών, που τώρα δεν υπάρχουν. Ήταν τα Παιδιά της Γειτονιάς, οι τραγουδιστάδες της.
   Και τραγουδούσαν ωραία «θεσπέσια», όπως έλεγε ο γέρο αλήτης, και μεγάλοι. Είχανε γίνει διάσημοι τραγουδιστάδες.
   Και δεν ήταν τόσο λίγοι. Ήταν πολλοί. Δεν πατούσαν όμως διόλου τότε στην ταβέρνα του Τζάνα, αλλά σε άλλες ταβέρνες, που είχαν χαθεί κι αυτές τώρα. Και πάτησαν στον Τζάνα, όταν δεν υπήρχε πια καμιά παλιά ταβέρνα, κανένας παλιός ταβερνιάρης. Ο γέρο Τζάνας παλιός κι αυτός, μα δεν πήγαιναν τότε. Και ο πατέρας του ταβερνιάρης εκεί...
   Ο γέρο αλήτης ήταν μικρότερος απ' τους γέρους...
   Και η μεγάλη παρέα των γερόντων, όσο ο καιρός περνούσε, μίκραινε, μίκραινε. Κάθε τόσο ο μαύρος χρόνος κάποιον θ' άρπαζε και θα 'τρωγε.
   Σιγά, σιγά έμειναν λίγοι, λιγοστοί. Το τραγούδι, που δεν τους είχε αφήσει ούτε στα πρώτα γερατειά, έσβησε. Δεν τραγουδούσαν πια. Μα και ούτε μιλούσαν. Περίμεναν...
 
   Γι' αυτόν τον αλήτη, που τα 'ξερε όλα, το Γιωργαρά, όπως τον φώναζε ο Τζάνας, η κυρά Σοφία μου 'χε πει μια βραδιά, που 'χε όρεξη για κουτσομπολιό, φλυαρία, πως ήταν από καλή οικογένεια της γειτονιάς.
   Οι γονείς του τον είχαν σπουδάσει καλά και τον είχαν βάλει μάλιστα και στη Ριζάρειο σχολή. Είχε φορέσει ράσα! Του κάκου όμως! Τα 'κανε θάλασσα εκεί και τον έδιωξαν.
   Τον έγραψαν έπειτα στο πανεπιστήμιο για φαρμακοποιό. Τα ίδια κι εκεί. Είχε μανία στην κλεψιά και στον αλήτικο βίο.
   Έκλεψε τον πατέρα του, τη μάνα του, τους συγγενείς του, ξένους. Τον έβαλαν φυλακή. Όταν βγήκε τα ίδια και χειρότερα.
   Όταν πέθανε ο πατέρας του, ό,τι πήρε το σπατάλησε. Είχε συγγενείς, αλλά κανείς δεν ήθελε να τον ξέρει. Κοιμόταν έξω. Έκλεβε και μάζευε χαρτιά. Αυτά τα δυο έκανε. Και γι' αυτά τα δυο είχε και το τσουβάλι.
 
   Αυτά μου είπε η κυρά Σοφία για το γέρο αλήτη.
   Μα κι αυτός μου 'πε πολλά γι' αυτή, χωρίς να τον ρωτήσω, μια μέρα που τον κάλεσα να του προσφέρω ένα κρασί.
   Στα παλιά τα χρόνια στην ταβέρνα του Τζάνα μαζεύονταν όλοι οι διανοούμενοι της Αθήνας και οι καλύτεροι δημοσιογράφοι.
   Η κυρά Σοφία έλαμπε τότε από ομορφιά. Και χαμογελούσε σ' όλους και όλοι την καλόβλεπαν. Της έκαναν και ποιηματάκια...
   Η κυρά Σοφία όμως δεν τα 'φτιαξε με κανέναν απ' αυτούς, αλλά πήγε και τα έφτιαξε μ' έναν βρωμερό μπακάλη, που κοιμόταν στο μπακάλικό του και σκεπαζόταν με τσουβάλια! Να κρατά κανείς τη μύτη του ήτανε!
   Ο Τζάνας πού να πάρει είδηση. Αυτός τότε έπινε πολύ κρασί. Και το βράδυ το παράκανε. Πολλές φορές μάλιστα, δε μπορούσε να σταθεί στα πόδια του.
   Η κυρία Σοφία όταν παραγινόταν ο άντρας της, τον έπαιρνε και τον πήγαινε να κοιμηθεί.
   Τη βραδιά που θα συνέβαινε αυτό όμως, η κυρά Σοφία, όταν έκλεινε το κατάστημα, αντί να πάει να κοιμηθεί πάνω στο σπίτι της, θα έπαιρνε, ελαφρά σαν γατούλα, το δρόμο του μπακάλικου.
   Θα πήγαινε να πάρει τον πρώτο ύπνο αγκαλιά με τον βρωμομπακάλη πάνω σε τσουβάλια και να σκεπαστεί με τσουβάλια...
   Κι έλεγαν οι κακές γλώσσες, πως αυτή έβαζε τον άντρα της να πίνει περισσότερο εκείνες τις βραδιές, για να τον κάνει να κοιμάται καλά και να βλέπει ωραία όνειρα! Να βλέπει ότι είχε τραγιά άπειρα...
 
   Μια βραδιά επήγα μετά το φαΐ, όπως συνήθιζα, να μείνω λίγο στην παλιά ταβέρνα.
   Βρήκα εκεί την τρελοπαρέα.
   Εκείνη τη στιγμή η τρελοπαρέα δεν έκανε ούτε έλεγε τρέλες, άκουγε, και άκουγε κάποιον, που όρθιος με το ποτήρι στο χέρι, μιλούσε, τους διηγιόταν κάτι με κωμικιά φωνή.
   Δεν άργησα όμως να καταλάβω πως ο άνθρωπος εκείνος ήταν από αυτούς που ο λαός τους λέει «Πεθαμενατζήδες!». Ήτανε δηλαδή απ' τους ανθρώπους που έχουν, ή που κάνουν κάσες για νεκρούς, και που τρέχουν μόλις ακούνε ή μυρίζονται κάποιο δυστύχημα, πένθος.
   Κι έλεγε ο άνθρωπος αυτός πώς γύριζε έξω από ένα σπίτι σαν λύκος έξω από μαντρί, πώς περίμενε και πώς όρμησε να μπει, όταν άκουσε φωνές σπαραχτικές. Χωρίς καμιά συγκίνηση, ύαινα σωστή που προχωρεί να χορτάσει από πτώματα, έτσι προχώρησε κι αυτός και μπήκε στο σπίτι που ταραζόταν απ' τους θρήνους. Ένας γέρος είχε πεθάνει μέσα εκεί.
   Κι έλεγε ο πεθαμενατζής:
   - Είχα, όπως σας είπα, ντυθεί τα μαύρα μου ρούχα! Ήμουνα δηλαδή κατρεπέγκλ! Κι ανεβαίνω τα σκαλιά σαν πουλάκι και να 'μαι μπρος τους! Διπλώνομαι: «Συλλυπητήρια! Κι εγώ ερχόμουν να ρωτήσω για την υγεία του...» Αρχίζει η μηχανή μου να ράβει ψέμματα! «Ευχαριστώ, ευχαριστώ», μου λένε, και απ' τα μάτια τους να, δάκρυα! Βρύση! Σφίχτηκα κι εγώ να τρέξει ένα δάκρυ... πού δάκρυ!
   Και διηγήθηκε έπειτα ο πεθαμενατζής πώς κατόρθωσε και τους είπε ότι είναι στις διαταγές τους κι αν θέλουν καμιά καλή κάσα...
   Και πήραν από καρυδιά...
   - Δε μου λες, τον ρώτησε ένας απ' την τρελοπαρέα, μπορούμε να βρούμε καμιά κάσα μεταχειρισμένη;
   - Μεταχειρισμένη κάσα! έκανε εκείνος. Και τι να την κάνεις;
  - Τι να την κάνω! Να την έχω! Και άμα πεθάνω, να μην ξοδεύουνε οι δικοί μου για καινούργιες! Οικονομία, βλέπεις! Εγώ είμαι οικόνομος άνθρωπος! Τι λες, θα μου 'βρεις;
   - Μα τι λες τώρα! Άσε τ' αστεία! Μπορεί...
   - Μπορεί και παραμπορεί! Να, τη δικιά σου! Και θα 'ναι από καρυδιά! Γιατί εσένα που κάνεις κάσες θα σου βάλουν καλή οι κληρονόμοι σου! Τι με κοιτάζεις;... Εσύ θα πας πρωτύτερα από μένα, το ξέρω! Θα γράψεις στη διαθήκη σου: Άμα μου ξεθάψετε τα κόκκαλά μου, την κάσα να τη δώσετε στο Γιώργο Βρακούμη!
   Ο πεθαμενατζής δε φάνηκε να 'ναι ευχαριστημένος απ' αυτά τα λόγια. Με τη βία χαμογελούσε. Κι έφυγε γρήγορα.
   Εγώ ήθελα να μάθω ποιος ήταν ο γέρος που είχε πεθάνει. Είχα μια βεβαιότητα, πως ήταν κάποιος απ' τους γέρους. Και είχα μέρες να τους δω...
   Όταν έφυγε η τρελοπαρέα, ρώτησα το Τζάνα. Η γυναίκα του δεν ήτανε εκεί.
   Κι έτσι ήταν. Ένας απ' τους γέρους εκείνους είχε πεθάνει, ένας ψηλός με γενάκια και καμπουρωτή μύτη...
   Έμεινα καταλυπημένος. Και ζήτησα κι άλλο κρασί.
   Ο γέρο Τζάνας το 'φερε σούρνοντας τα πόδια του, και πήγε έπειτα και κάθισε στο τεζάκι. Δεν είχε όρεξη για ομιλία. Μου φάνηκε λυπημένος.
   Μα όταν το παλιό ρολόγι χτύπησε την ώρα, δε μπόρεσε να μην πει με κλαψιάρικη και κωμικιά φωνή μαζί: 
   - Ωχ, ωχ! Πάει μια ώρα μου! Πάει! Ωχ!
 
   Κανείς άλλος δεν ήταν μέσα στο υπόγειο πελάτης εκτός από μένα.
   Η λάμπα θαμπή φώτιζε. Ησυχία. Ο κρότος του ρολογιού ο ρυθμικός σαν βήμα του Χρόνου ακουγόταν μέσα εκεί.
   Εγώ σκεπτόμουνα. Ο γέρος που πέθανε, μου 'χε πει ο γέρο αλήτης, ήταν σπουδαίος μπάσος, τριζάτος!...
   Αυτά είχα στο νου μου, αυτά γύριζαν στο κεφάλι μου. Και μελαγχολούσα, μελαγχολούσα.
   Ξαφνικά όμως σαν να έλαμψε κάτι μέσα εκεί στο υποσκότεινο υπόγειο! Ένα φως θαυμάσιο σαν να εχύθηκε...
   Η πόρτα που ήταν σαν ντουλάπι, είχε ανοίξει απότομα και μια νέα είχε βγει όλο λάμψη και γλύκα.
   Καθόμουνα εκεί κοντά στο πορτάκι, που ήτανε σαν ντουλάπι. Τα μάτια της στυλώθηκαν επάνω μου κι έκανε και ένα βήμα προς εμένα σαν να 'θελε να μου μιλήσει.
   Κι εγώ που είχα μείνει σαν μαρμαρωμένος απ' την εμφάνισή της, κατέβασα τα μάτια μπροστά στη φωτεινή εκείνη γλύκα.
   Είχα ταραχτεί. Κι έπειτα ακόμα, που σκεπτόμουν την εμφάνισή της αυτή την ξαφνικιά, μου φαινόταν, καθώς βγήκε από 'κει μέσα, πως ήταν σαν φάντασμα ωραίας κόρης, που είχε χτιστεί μέσ' στην παλιά οικοδομή...
   Ο γέρο Τζάνας γύρισε και την είδε:
   - Τι θέλεις, Χαρίκλεια; τη ρώτησε.
   Αυτή πήγε κοντά του και έσκυψε και κάτι του είπε στ' αυτί.
   - Ναι, ναι, έκανε εκείνος.
   Έφυγε, τραβήχτηκα ελαφρά. Αλλ' όταν επήγε στην πόρτα και μπήκε μέσ' στο στενό διάδρομο, γύρισε και με είδε...
   Έμεινα ακίνητος κοιτάζοντάς την.
   Ενώ ο νους καταλάβαινε γρήγορα, αργούσε όμως να ειδοποιήσει τι έπρεπε να κάνει το σώμα. Καθώς φαίνεται δε θα υπήρχε καλή συγκοινωνία!
   Αυτό το 'χα παράπονο. Αλλ' αυτή τη φορά παράδοξα, πώς, πώς, ειδοποίησε πριν χαθεί η ευκαιρία. Κι έκανα ένα κίνημα στη νέα.
   Η καρδιά μου χτυπούσε σαν καμπάνα όταν αναγγέλλει πυρκαγιά. Μα κι εγώ φωτιά είχα πάρει, καιγόμουνα!
   Αυτή δεν απάντησε ευθύς στο κίνημά μου. Αλλά να, και μου χαμογέλασε ξαφνικά, κούνησε ελαφρά το κεφάλι χαιρετώντας με, και σιγά έφυγε αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή.
 
   Την άλλη μέρα πήγα και μετά το φαΐ. Κάποτε μόνο πήγαινα άλλοτε, τώρα δε μπορούσα να μην πάω. Και πώς δεν επήγα μάλιστα από το πρωί!
   Ούτε το γέρο σκέφθηκα, που είχε χαθεί, ούτε τους άλλους που έμειναν στη λύπη βυθισμένοι, περιμένοντας τη σειρά τους.
   Μα δε χωρούσε τίποτε άλλο μέσα στη σκέψη μου, δε χωρούσε! Όλη την είχε πλημμυρίσει εκείνη!...
   Άδικα περίμενα όμως κοιτάζοντας την κλειστή πορτούλα που έμοιαζε σαν ντουλάπι.
   Αχ, αυτό το ντουλάπι, έλεγα, ύστερα από τα παλιά πράγματα που έβγαζε, τι μου ξεφύτρωσε!
   Έφυγα για να ξαναγυρίσω. Αλλά κάτι μου ήρθε στο νου, μια κακιά σκέψη:
   - Μήπως μου φάνηκε; Μην ήταν πλάσμα της φαντασίας μου;
 
   Επήγα πάλι όταν νύχτωσε.
   Λιγοστοί πελάτες ήρθαν. Πέρασε κι η ζουρλοπαρέα. Ήπιε κι έφυγε. Δεν έμεινε πολύ. Απ' τους γέρους κανείς δεν εφάνηκε.
   Έφαγα κάτι εκεί, στην ταβέρνα. Και περίμενα.
   Η ώρα περνούσε και το ρολόγι θα 'χε χτυπήσει δυο φορές. Και άλλες τόσες θα είπε με κλαψιάρικη κωμικιά φωνή ο γέρο Τζάνας:
   - Ωχ, ωχ! Πάει μια ώρα μου, πάει!... Ωχ!
   Σιγά σιγά έφυγαν και οι δυο που 'χαν καθίσει στη θέση των γερόντων και μιλούσαν ώρα σιγαλά.
   Ησυχία στο υπόγειο. Η κυρά Σοφία δεν ήταν. Ο ρυθμικός κρότος του ρολογιού ακουγόταν καθαρά.
   Ο γέρο Τζάνας  σαν να νύσταξε μου φάνηκε.
   Να, η πορτούλα όμως!  Άνοιξε και φάνηκε αυτή!
   Δεν ήταν πλάσμα της φαντασίας μου, όχι! Νάτη! Υπήρχε! 
   Με κοίταξε καλά, μια στιγμούλα, κι έπειτα με χαιρέτησε με χαμόγελο...
   - Πολύ τολμηρή είναι! είπα εγώ με το νου μου.
   Αυτή στάθηκε στην πόρτα, έριξε μια ματιά προς το μέρος του Τζάνα, κατέβηκε και ήρθε προς εμένα.
   Εγώ τα 'χασα. Νόμισα πως θα μου μιλούσε, έτσι έδειχνε, αλλά δε μου μίλησε, με κοίταξε μόνο με μια ματιά.
   - Πω - πω, έκανα εγώ μόλις πέρασε, τι ορμητικιά που είναι! Σαν να 'θελε να με φάει με τα μάτια της με κοίταξε! 
   Αυτή είχε πλησιάσει στο τεζάκι. Ο γέρο Τζάνας τώρα την είδε:
   - Ε, ε! είπε.
   - Τι είναι; του έκανε εκείνη.
   Ένα γατάκι καθόταν ζαρωμένο σε μια καρέκλα. Αυτή πήρε νερό απ' το τεζάκι και το ράντισε...
   - Μα τι κάνεις; της είπε ο γέρο Τζάνας.
   - Τι κάνω; τον ρώτησε αυτή.
   Και πήρε το γατάκι στην αγκαλιά της και τραβήχτηκε.
   - Θεόζουρλη είναι! είπα εγώ ευχαριστημένος.
   Κι ερχόταν προς εμένα. Και όταν πλησίασε αργά και παίζοντας με το γατάκι, στάθηκε και μου μίλησε:
   - Σας αρέσουν τα γατάκια; με ρώτησε.
   - Από τώρα, ναι, θα μ' αρέσουν! της απάντησα.
   Γέλασε.
   - Ωραία!
   - Μα, Χαρίκλεια, της είπε δυνατά ο γέρο Τζάνας. - Τι είναι αυτά;
   - Τι κάνω; τον ρώτησε αυτή. Και σε μένα έπειτα:
   - Καλή νύχτα σας! Οι γέροι είναι ιδιότροποι!
 
   Δεν ήμουν καλά, καιγόμουνα. Είχα ανάψει σαν ξερό κλαδί στο πλησίασμα δυνατής φωτιάς.
   Και όλο εκεί γύριζα, όλο εκεί! Ήμουν σαν δεμένος με σχοινί, που δε φαινόταν, και δε μπορούσα ν' απομακρυνθώ απ' το μέρος αυτό, απ' το μαγαζί του γέρο Τζάνα.
   Η αγάπη μας προχωρούσε. Αλλά μου έκανε κάτι τρέλες!
   Μια βραδιά που είχε αδειάσει το υπόγειο και περίμενα να φανεί, ξαφνικά από πάνω απ' το ταβάνι πέφτει κάτι επάνω στο τραπέζι μου.
   Το παίρνω και το κοιτάζω. Ήταν ένα πανί φτιαγμένο σαν μικρό τόπι, και πάνω του δεμένο ένα χαρτί!...
   Γρήγορα κατάλαβα τι συνέβαινε. Το πάτωμα, ή το ταβάνι του υπογείου ήταν μονό, και οι σανίδες θα είχαν καταστραφεί, ανοίξει σε πολλές μεριές, κι έτσι από κάποιο άνοιγμα θα έριξε την επιστολή. Επιστολή! Όταν άνοιξα το χαρτάκι το 'δα άγραφο!...
   Ύστερα φάνηκε και γελούσε. Και αυτό, να ρίχνει από πάνω χαρτί λευκό μου το 'κανε άλλες δυο φορές.
 
   Επήγαινα ένα βράδυ, πιστεύοντας πως πάλι κανένα λευκό χαρτί θα μου ερχόταν, όταν να,  κοντά εκεί βλέπω το γέρο αλήτη.
   - Τι μου κάνετε; μου είπε. - Είσθε καλά; Εγώ πάντα τα ίδια! Μόλις ροδίσει η Ανατολή, εξέρχομαι προς άγραν χαρτιών! Και μόλις το σκότος φανεί, τρυπώνω κάπου να πιω κανένα νέκταρ!
   Κρατούσε το τσουβάλι του, άδειο όμως.
   - Θα πηγαίνετε τώρα, στο καταγώγιον του γέρο Τζάνα, ξακολούθησε να λέει. - Έχω δύο ημέρες να περάσω! Τι κάνει η κυρία Σοφία; Μήπως κλονίστηκε η υγεία της απ' τον ερχομό της χαριτοβρύτου εγγονής;... Κατά μάνα, κατά κύρη, κατά γιο και θυγατέρα!
   Ταραγμένος υπερβολικά τον ρώτησα να μου πει τι εννοούσε μ' αυτά. Ο γέρο αλήτης αυτό ήθελε, να πει.
   Κι άρχισε να λέει, πως η εγγονή τα 'κανε γης Μαδιάμ στην Πάτρα, όπου μένουν οι γονείς της. Ο πατέρας της, ένας καλός νοικοκύρης, αλλ' η κόρη είχε μοιάσει της γιαγιάς. Τα 'φτιαξε και τα παράφτιαξε με κάποιον μόρτη και οι γονείς της την έστειλαν στο γέρο Τζάνα και στην κυρά Σοφία να της βάλουν μυαλό απ' το πολύ που έχουν! Ο ίδιος ο Τζάνας μου τα 'πε...
 
   Τι χτύπημα, τι χτύπημα ήταν εκείνο!
   Όλα όσα είχα υψώσει, πύργους, ας πούμε, μια οικοδομή τεράστια, όλα μεμιάς είχανε πέσει! Σεισμός τρομαχτικός τα λόγια του γέρο αλήτη, έκαναν ό,τι είχα χτίσει, ό,τι καλό, ό,τι ωραίο, να γίνει σωρός άμορφος. Συντρίμματα!
   Δεν επήγα στο υπόγειο. Γύρισα πίσω. Δεν ήθελα πια να ξαναπάω.
   Έτσι αποφάσισα. Μα αφού πλανήθηκα εδώ κι εκεί, δε μπόρεσα πια να κρατηθώ και πήγα. Ήμουν σαν δεμένος...
   Και όταν οι πελάτες έφυγαν κι έμεινε το υπόγειο ήσυχο, περίμενα κανένα χαρτάκι. Μάταια περίμενα. Το πορτάκι όμως άνοιξε ξαφνικά, και φάνηκε αυτή... Και είχα απελπιστεί, έτρεμα...
   Με χαιρέτησε τώρα, όχι όπως όταν έριχνε τα λευκά χαρτάκια και παρουσιαζόταν έπειτα, αλλά με γλυκό χαμόγελο, και μου έδειξε ένα χαρτάκι που κρατούσε διπλωμένο. Ύστερα γρήγορα κουνώντας το, για να πάρει φόρα, το πέταξε. Κι έφυγε.
   Το χαρτάκι είχε έρθει στα πόδια του τραπεζιού μου. Έσκυψα το πήρα και το διάβασα. Ύστερα από λόγια θερμά αγάπης, που με τάραξαν, γιατί μου 'φεραν δυνατά στο νου μου τα λόγια του γέρο αλήτη, με καλούσε να πάω το βράδυ, όταν θα είχανε κλείσει το κατάστημα. Θα με περίμενε. Και μου έδινε οδηγίες...
   Επήγα. Ήταν μια νύχτα ψυχρή, σκοτεινή. Πέρα απ' το σπίτι λίγο, ένα φανάρι έφεγγε τρέμοντας...
   Έκανα ό,τι μου είπε. Και σε λίγο η κλειστή πόρτα του υπογείου άνοιξε, ή μισάνοιξε και φάνηκε μια μορφή. Ήταν αυτή.
   - Έλα, έλα! μου είπε.
   Και καθώς κατέβηκα κι έκανα να μπω μ' έσυρε γρήγορα μέσα κι έκλεισε την πόρτα. Έπειτα έσυρε το σύρτη και κλείδωσε.
   Μια μικρή λάμπα φώτιζε πάνω στο τεζάκι ακουμπισμένη.
   Αυτή ήρθε. Τα μάτια της έκαιαν.
   - Επιτέλους! είπε κι έπεσε στην αγκαλιά μου ζητώντας με μανία τα χείλια μου.
   Μείναμε έτσι για λίγο. Ύστερα όμως αυτή σαν να συνήρθε μου λέει:
   - Στάσου! Έλα να πάμε επάνω! 
   - Επάνω!
   - Ναι, επάνω! Έλα, έλα! Στο δωμάτιό μου! Έλα! 
   Και μ' έσυρε.
   - Κοιμούνται βαριά, πολύ βαριά! Μη φοβάσαι! Έλα! Δεν ακούνε!
   Πήρε τη λάμπα με το 'να χέρι και με τ' άλλο μ' έσυρε πάλι. Νόμιζα πως έβλεπα όνειρο, όνειρο μάγο! Την ακολούθησα.
   Το πορτάκι, που μου φαινόταν σαν ντουλάπι, το 'δα τώρα σαν πόρτα παραδείσου, και την παλιά, τη στενή σκαλίτσα, την είδα σαν ουράνια σκάλα...
 
   Κι έτσι άρχισε μια ζωή γεμάτη αγάπη, ηδονή, μανία.
   Ένα πράγμα όμως δε μπορούσα να καταλάβω: Πώς οι γέροι με τόσο θόρυβο, που κάναμε, δεν ξυπνούσαν, δεν ξύπνησαν έστω και μια φορά;
   Μια βραδιά το 'μαθα κι αυτό. Τους έδινε υπνωτικό!
   Στο νου μου ήρθε τότε εκείνο του γέρο αλήτη: Κατά μάνα, κατά κύρη...
   Αλλά τι είχε να κάνει αυτό; Αντί να σβήσει την αγάπη την άναβε πιο πολύ, ήμουν σαν τρελός. Ναι, ναι, δεν ήμουν καλά. Και βρισκόμουν πάντα ζαλισμένος σαν να ταξίδευα ολοένα σε κάποιο πέλαγος μαγεμένο, πέλαγος φουρτουνιασμένο...
   Ήτανε πια δικιά μου! Και η αμαρτία της εκείνη που μ' ενοχλούσε ναι, συχνά, μ' άναβε περισσότερο τη μανιακή αγάπη. Είχα τρελαθεί!...
 
   Απ' το ηδονικό αυτό όνειρο ξύπνησα ένα βράδυ. Τι κρίμα! Και πώς ήθελα να εξακολουθούσε αιώνια!
   Δεν πήγαινα τακτικά πια στο υπόγειο, όταν ήταν ανοιχτό. Πήγαινα ταχτικά, όταν ήταν κλειστό. Κι ένα βράδυ  που πήγα έχοντας μια προαίσθηση κακιά να μ' ενοχλεί, είδα πως στο σπίτι κάποιος είχε πεθάνει.
   Είχε πεθάνει ο γέρο Τζάνας. Το υπόγειο έκλεισε. Οι γονείς της ήρθαν, την πήραν.
   Κι έγιναν τόσο γρήγορα αυτά...
 
Βουτυράς Δημοσθένης 
«Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος»

Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2021

Η ΟΔΟΣ ΚΡΟΚΟΔΕΙΛΩΝ

   
   Ο πατέρας μου φύλαγε στο κάτω συρτάρι του τεράστιου γραφείου του ένα παλιό κι όμορφο χάρτη της πόλης μας. Ήταν μια ολόκληρη δέσμη διπλωμένες περγαμηνές, στεριωμένες με λωρίδες λινού υφάσματος που σχημάτιζαν έναν τεράστιο χάρτη του τοίχου, μια πανοραμική κάτοψη.
   Κρεμασμένος ο χάρτης, κάλυπτε όλο τον τοίχο κι άπλωνε μπρος στα μάτια μας μια πλατιά άποψη της κοιλάδας του ποταμού Τυσμιένκα που στριφογύριζε σαν μια κυματιστή αχνοχρυσαφιά κορδέλα, μέσα σ' ένα δαίδαλο από λιμνούλες και βάλτους, σ' ένα υψίπεδο που ψήλωνε προς το νότο, ομαλά στην αρχή, κι έπειτα, σ' όλο και πυκνότερους στίχους, σαν μια σκακιέρα από τορνευτά λοφάκια, που μίκραιναν και χλώμιαζαν καθώς έσβηναν μέσα στην αχνή κίτρινη ομίχλη του ορίζοντα. Απ' αυτή την ξέθωρη περιφέρεια άρχιζε να αναδύεται η πόλη και να αναπτύσσεται προς το κέντρο του χάρτη, μια ομοιόμορφη μάζα στην αρχή, ένα πυκνό συνοθύλευμα από τετράγωνα και σπίτια, χωρισμένα με τα βαθιά φαράγγια των δρόμων, για να γίνει, στο πρώτο πλάνο πια, μια σειρά ευδιάκριτα χτίσματα. Με ακρίβεια χαραγμένα αυτά τα χτίσματα, φαίνονταν καθαρά όπως ένα τοπίο που το κοιτάς με τα κιάλια. Σ' αυτό το κομμάτι του χάρτη, ο χαράκτης είχε συγκεντρώσει την προσοχή του στη δαιδαλώδη και πολύπτυχη αφθονία των δρόμων και των σοκακιών, κι είχε βαλθεί να αποδώσει μ' εκπληκτική ακρίβεια λεπτομέρειες  από τα περιζώματα, τα γείσα, τα επιστύλια και τις παραστάδες. Τα 'χε βυθίσει όλα στο φως του σκοτεινού χρυσού ενός προχωρημένου και συννεφιασμένου απογεύματος· η σέπια της σκιάς πότιζε βαθιά τις γωνιές και τις κόχες. Συμπαγή κομμάτια και πρίσματα αυτής της σκιάς τρυπούσαν με σκοτεινές βούλες τα φαράγγια των δρόμων, βυθίζοντας σ' ένα ζεστό χρώμα μισό δρόμο εδώ, μιαν αλάνα παρακάτω. Δραματοποιούσαν κι ενορχήστρωναν τη σύνθετη αρχιτεκτονική πολυφωνία σ' ένα θλιβερό ρομαντικό κιαροσκούρο.
   Σ' αυτό το χάρτη, που το στυλ του θύμιζε πανοράματα μπαρόκ, η Οδός Κροκοδείλων έλαμπε μ' ένα λευκό κενό με το οποίο σημαδεύουν συνήθως τις πολικές περιοχές ή τις ανεξερεύνητες χώρες, για τις οποίες τίποτε σχεδόν δεν μας είναι γνωστό. Υπήρχαν μόνο οι μαύρες γραμμές λίγων δρόμων και τα ονόματά τους χαραγμένα με απλά απέριττα γράμματα, διαφορετικά από τα επιβλητικά στοιχεία που είχαν χρησιμοποιηθεί για τα ονόματα των άλλων δρόμων. Ο χαρτογράφος πρέπει να 'ταν εξαιρετικά απρόθυμος να συμπεριλάβει αυτή την περιοχή στο χάρτη της πόλης, κι οι αναστολές του βρήκαν έκφραση στην τυπογραφική μεταχείριση που τους επιφύλαξε. 
   Για να κατανοήσει ο αναγνώστης αυτές τις επιφυλάξεις, πρέπει να τραβήξουμε την προσοχή του στον ύποπτο και αμφίβολο χαρακτήρα αυτής της ιδιόρρυθμης περιοχής, της τόσο διαφορετικής από την υπόλοιπη πόλη.
   Ήταν μια βιομηχανική κι εμπορική περιοχή που ο χρησιμοθηρικός χαρακτήρας της ήταν χτυπητά εμφανής. Το πνεύμα των καιρών, οι μηχανισμοί της οικονομίας, δεν λυπήθηκαν την πόλη μας και ρίζωσαν σ' ένα τμήμα της περιφέρειάς της που εξελίχτηκε σιγά σιγά σ' ένα παρασιτικό προάστιο.
   Ενώ στην παλιά πόλη κυριαρχούσε ένα νυχτερινό, μισοπαράνομο εμπόριο, που το χαρακτήριζε κάποια τυπολατρική επισημότητα, στη νέα περιοχή άνθισαν μονομιάς μοντέρνες, αδρές και σοβαρές εμπορικές προσπάθειες. Ο ψευτοαμερικανισμός, μπολιασμένος στον παλιό, σαθρό πυρήνα της πόλης, φούντωσε εδώ σε μια πλούσια (πλην άδεια και άχρωμη) βλάστηση εξεζητημένης χυδαιότητας. Παντού έβλεπες φτηνά, προχειροφτιαγμένα κτίρια με πομπώδεις προσόψεις, καλυμμένες μ' ένα τερατώδες γυψομάρμαρο και σκασμένο σοβά. Τα παλιά ετοιμόρροπα σπίτια του προαστίου απόκτησαν ξαφνικά μεγάλες εισόδους, βιαστικά κατασκευασμένες και φυτεμένες πάνω τους, οι οποίες, μόνο ύστερα από προσεκτική εξέταση αποκάλυπταν πως δεν ήταν παρά άθλιες απομιμήσεις πρωτευουσιάνικου μεγαλείου. Τα θαμπά, βρώμικα κι ελαττωματικά τζάμια που καθρέφτιζαν κυματιστά σκοτεινές εικόνες του δρόμου, το κακοπλανισμένο ξύλο στις πόρτες, η γκρίζα ατμόσφαιρα των άχαρων εσωτερικών, με τα ραγισμένα ράφια και τους ετοιμόρροπους τοίχους γεμάτους αράχνες και πηχτή σκόνη, έδιναν σ' αυτά τα μαγαζιά το στίγμα κάποιου άγριου Κλόντικε. Σειρές ατέλειωτες απλώνονταν από ραφτάδικα, υφασματοπωλεία, μαγαζιά με πορσελάνες, φαρμακεία και κουρεία. Στις φαρδιές γκρίζες βιτρίνες τους μπορούσε κανείς να διαβάσει τις λοξές ημικυκλικές επιγραφές με τα παχιά επίχρυσα γράμματα: CONFISERIE, MANUCURE, KING OF ENGLAND. 
   Οι παλιοί κάτοικοι της πόλης, οι νοικοκυραίοι, κρατιότανε μακριά απ' αυτή την περιοχή όπου είχαν εγκατασταθεί όλων των ειδών τα αποβράσματα, οι χαμηλότερες τάξεις -πλάσματα χωρίς χαρακτήρα, χωρίς ξεκάθαρη οικογενειακή προέλευση, ηθικά κατακάθια, το είδος των ανθρώπινων υπάρξεων που φυτρώνει σε τέτοιες εφήμερες κοινότητες. Αλλά, σε στιγμές κάμψης, σε ώρες ηθικής αδυναμίας, κάποιος απ' τους κατοίκους της πόλης, θα τολμούσε, τυχαία μάλλον, μια επίσκεψη σ' αυτή την ύποπτη συνοικία. Κι οι πιο καλοί συμπολίτες μας δεν ήταν εντελώς απαλλαγμένοι από τον πειρασμό της εκούσιας κατάπτωσης, της διάρρηξης των φραγμάτων της ιεραρχίας, της κατάδυσης στη ρηχή λάσπη της συντροφικότητας, της εύκολης οικειότητας και της βρώμικης συνάφειας. Η περιοχή ήταν ένα Ελδοράδο για τέτοιους ηθικούς λιποτάκτες. Τα πάντα έμοιαζαν αμφίβολα και ύποπτα, τα πάντα υπόσχονταν -με μυστικά κλεισίματα ματιών, κυνικά τονισμένες χειρονομίες, σηκωμένα φρύδια- την εκπλήρωση λάγνων επιθυμιών· τα πάντα ωθούσαν στην αποχαλίνωση των χαμηλότερων ενστίκτων.
   Ελάχιστοι μόνο πρόσεξαν τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά αυτής της περιοχής: τη μοιραία έλλειψη χρώματος, λ.χ. λες κι αυτός ο ψεύτικος, τάχιστα αναπτυσσόμενος χώρος δε σήκωνε μια τέτοια πολυτέλεια. Όλα ήταν γκρίζα εκεί κάτω, όπως στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες ή σε καταλόγους με φτηνή εικονογράφηση. Η ομοιότητα αυτή ήταν περισσότερο πραγματική παρά μεταφορική. Περιπλανώμενος κανείς σ' εκείνα τα μέρη, είχε την εντύπωση πως ξεφύλλιζε κάποιο προσπέκτους ή πως χάζευε τις στήλες ανιαρών εμπορικών διαφημίσεων, ανάμεσα στις οποίες κούρνιαζαν, σαν παράσιτα ύποπτες ανακοινώσεις, αμφίβολες αγγελίες και εικόνες με διπλό νόημα. Η περιπλάνηση αποδεικνυόταν άγονη και μάταιη όπως η έξαψη που νιώθει κανείς όταν εξετάζει μ' επιμέλεια ένα πορνογραφικό άλμπουμ.
   Αν για παράδειγμα, έμπαινε κανείς σ' ένα εμποροραφείο να παραγγείλει ένα κοστούμι -ένα κοστούμι χαρακτηριστικής για την περιοχή φτηνής κομψότητας- ανακάλυπτε πως το κτίριο ήταν ογκώδες και άδειο, και τα δωμάτια ψηλά και άχρωμα. Τεράστια ράφια σκαρφάλωναν σε σειρές στο ακαθόριστο ύψος του δωματίου, παρασέρνοντας τη ματιά του θεατή προς το ταβάνι που θα μπορούσε να 'ναι ο ουρανός -ο φτηνός, ψεύτικος, ξεθωριασμένος ουρανός αυτής της συνοικίας. Οι αποθήκες πάλι, που μπορούσε κανείς να τις δει από τις ανοιχτές πόρτες, ήταν φίσκα από χαρτοκιβώτια και καφάσια -μια γιγάντια αρχειοθήκη που υψωνόταν ως τη σοφίτα, για να διαλυθεί μέσα στη γεωμετρία της αδειοσύνης πάνω στα δοκάρια του κενού. Τα μεγάλα γκρίζα παράθυρα, χαρακωμένα όπως σελίδες καθολικού, δεν άφηναν το φως να περάσει, κι ωστόσο το μαγαζί ήταν γεμάτο από ένα άτονο, ανώνυμο, γκρίζο φως, που δεν έριχνε σκιές και δεν τόνιζε τίποτα. Σχεδόν αμέσως, εμφανιζόταν ένας λεπτεπίλεπτος νεαρός, εκπληκτικά δουλικός, ευκίνητος και περιποιητικός, πρόθυμος να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του πελάτη και να τον βυθίσει στην απαλή ροή της φτηνής διαφημιστικής του κουβέντας. Αλλ' όταν, συζητώντας ακατάπαυστα, ξετύλιγε ένα πελώριο κομμάτι καλοδιπλωμένο ύφασμα και πτυχώνοντάς το επιδέξια, σχημάτιζε φανταστικά σακάκια και παντελόνια, όλη αυτή η τετραπέρατη παράσταση φάνταζε ξαφνικά εξωπραγματική, μια πλασματική κωμωδία, ένα παραβάν τοποθετημένο ειρωνικά για να κρύψει το αληθινό νόημα των πραγμάτων.
   Οι ψηλές μελαχροινές πωλήτριες, μ' ένα ψεγάδι η καθεμιά στην ομορφιά της (κατά πώς ταίριαζε σ' αυτή τη γειτονιά των ρεταλιών) πηγαινοέρχονταν ή στέκονταν στο κούφωμα της πόρτας, προσπαθώντας να δουν αν η δουλειά που είχε ανατεθεί στις έμπειρες φροντίδες του πωλητή έφτασε σε πρόσφατο σημείο. Ο πωλητής, μ' ένα πλατύ χαμόγελο προσποιητό, κουνιόταν και λυγιόταν σαν τραβεστί. Είχες τη διάθεση να πιάσεις το κρεμαστό πηγούνι του να το σηκώσεις, ή να τσιμπήσεις το χλωμό πουδραρισμένο μάγουλό του, την ώρα που με μια κλεφτή, γεμάτη νόημα ματιά πρόβαλε διακριτικά το εμπορικό σήμα του υλικού, ένα σήμα διάφανου συμβολισμού.
   Βαθμιαία, η εκλογή του κουστουμιού παραχωρούσε τη θέση της στο δεύτερο στάδιο του σχεδίου. Ο θηλυπρεπής νεαρός, εξαιρετικά ευαίσθητος απέναντι στα πιο ενδόμυχα σαλέματα του πελάτη, τοποθετούσε τώρα μπρος στα μάτια του μια επιλογή από τα πιο παράξενα εμπορικά σήματα, μια ολόκληρη βιβλιοθήκη ετικέτες, μια βιτρίνα προβολής της συλλογής του πιο εκλεπτυσμένου ειδήμονα. Φαινόταν τότε καθαρά πως το υφασματοπωλείο ήταν απλώς ένα προπέτασμα, πίσω απ' το οποίο κρυβόταν ένα παλαιοπωλείο με μια συλλογή εξόχως αμφίβολων βιβλίων και εμπιστευτικών εκδόσεων. Ο δουλοπρεπής πωλητής άνοιγε κι άλλα κελάρια γεμάτα ως το ταβάνι με βιβλία, σχέδια και φωτογραφίες. Αυτές οι ξυλογραφίες κι οι χαλκογραφίες ξεπέρναγαν και τις τολμηρότερες προσδοκίες μας: ούτε στα όνειρά μας δεν είχαμε φανταστεί τέτοια βάθη διαφθοράς, τόσες ποικιλίες ακολασίας.
   Οι πωλήτριες τώρα πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στα ράφια με τα βιβλία, με γκρίζα πρόσωπα σαν περγαμηνές, στιγματισμένα με σκοτεινές, λιπαρές κηλίδες από καφετιά βαφή με σκοτεινά μάτια που άστραφταν καθώς εκτόξευαν αιφνίδιες, λοξές, κατσαριδίσιες ματιές. Ωστόσο, κι αυτά ακόμα τα σκοτεινά τους αναψοκοκκινίσματα, οι ερεθιστικές κοσμητικές κηλίδες, το λιγοστό χνούδι στ' απάνω χείλι τους, πρόδιναν το πηχτό, μαύρο αίμα τους. Το υπερέντονο χρώμα τους, χρώμα αρωματικού καφέ, έμοιαζε να λεκιάζει τα βιβλία που 'πιαναν στα χλωμά, κίτρινα χέρια τους, συνέχιζε, θαρρείς, να σέρνεται απάνω στις σελίδες, θαρρείς κι άφηνε στον αέρα ένα σκοτεινό αποτύπωμα από φακίδες, ένα λεκέ ταμπάκου, σαν το αποτύπωμα που αφήνει μια τρούφα, με τη βαριά, ερεθιστική, ζωώδη μυρωδιά της.
   Στο μεταξύ η λαγνεία είχε κατακτήσει τα πάντα. Ο πωλητής, που η ίδια του η φορτικότητα τον είχε εξουθενώσει, βούλιαζε σε μια κατάσταση θηλυκής παθητικότητας. Τώρα είναι ξαπλωμένος σ' έναν από τους πολλούς καναπέδες που βρίσκονταν ανάμεσα στα ράφια, χωμένος μέσα στις φαρδιές μεταξωτές πιτζάμες του. Μερικά κορίτσια χάζευαν τις στάσεις και τις πόζες στα σχέδια που φιγουράριζαν στα καλύμματα των βιβλίων, την ώρα που άλλα κορίτσια ξάπλωναν σε πρόχειρα κρεβάτια να πάρουν έναν ύπνο. Η πίεση πάνω στον πελάτη χαλάρωνε. Ο κλοιός του έντονου ενδιαφέροντος ξέσφιγγε, κι αυτός αισθανόταν σχεδόν μόνος. Οι πωλήτριες, κουβεντιάζοντας μεταξύ τους, δεν του 'διναν καμιά σημασία. Γυρίζοντας τις πλάτες τους, παίρνοντας αλαζονικές πόζες, μετακινώντας το βάρος τους απ' το ένα πόδι στο άλλο, παίζοντας με τα φτηνά παπούτσια τους, εγκαταλείποντας  τα λυγερά κορμιά τους στις φιδίσιες κινήσεις των μελών τους, πολιορκούσαν τον ανήσυχο θεατή που έκαναν πως αγνοούσαν προβάλλοντας την υποτιθέμενη αδιαφορία τους. Αυτή η υποχώρηση ήταν υπολογισμένη: στόχος της ήταν η βαθύτερη εμπλοκή του επισκέπτη ενώ, υποτίθεται, άφηνε κάποιο περιθώριο στην πρωτοβουλία του.
   Ας εκμεταλλευτούμε όμως την ευκαιρία της στιγμιαίας αδιαφορίας για ν' αποφύγουμε τις απροσδόκητες συνέπειες μιας αθώας επίσκεψης στο εμποροραφείο, κι ας ξαναγλιστρήσουμε στο δρόμο.
   Κανένας δεν μας σταματάει. Μέσ' από διαδρόμους με βιβλία, μέσ' από μακριά ράφια φορτωμένα περιοδικά και γκραβούρες, βγαίνουμε απ' το κατάστημα και βρισκόμαστε σ' εκείνο το μέρος της Οδού Κροκοδείλων απ' όπου, λόγω ύψους, μπορούμε να δούμε όλη την απόσταση ως το βάθος, ως τα ατέλειωτα ακόμα κτίρια του σιδηροδρομικού σταθμού. Όπως συμβαίνει συχνά σ' αυτή την περιοχή, είναι μια μέρα γκρίζα, όλο το σκηνικό θυμίζει φωτογραφία σε εικονογραφημένο περιοδικό -τόσο γκρίζα, τόσο μονοδιάστατα είναι τα σπίτια, τα οχήματα, οι άνθρωποι. Η πραγματικότητα είναι λεπτή και διάφανη σαν φύλλο χαρτί και προδίδει, μ' όλες τις ρωγμές της, τον μιμητικό της χαρακτήρα. Κάποιες στιγμές, έχει κανείς την εντύπωση πως υπάρχει μόνο το κομμάτι που βρίσκεται μπροστά στα μάτια του κι εντάσσεται στην αναμενόμενη πουαντιγίστικη εικόνα μιας λεωφόρου, ενώ, από την άλλη πλευρά, η αυτοσχέδια αμφίεση άρχισε κιόλας ν' αποσαθρώνεται και, ανίκανη να βαστάξει, διασπάται πίσω απ' την πλάτη μας σε σοβάδες και πριονίδια, σ' ένα σωρό αποθηκευμένο σ' ένα τεράστιο άδειο θέατρο. Η ένταση μιας τεχνητής πόζας, η υποτιθέμενη σοβαρότητα μιας μάσκας, κάποιο ειρωνικό πάθος, τρεμοπαίζουν σ' αυτό το προσωπείο.
   Μακριά από μας, όμως, η επιθυμία ν' αποκαλύψουμε αυτή την απάτη. Παρά την αναπτυγμένη κρίση μας, η συνοικία αυτή με την ευτελή κι επιδεικτική γοητεία της, ασκεί πάνω μας έλξη. Εκτός αυτού, αυτός ο πιθηκισμός μεγαλούπολης έχει τα χαρακτηριστικά μιας αυτοπαρωδίας. Σειρές από μικρά μονώροφα προαστιακά σπιτάκια  εναλλάσσονται με πολυώροφα κτίρια, καμωμένα θαρρείς από χαρτόνι, ένα ανακάτωμα από τυφλά παράθυρα γραφείων, βιτρίνες με γκρίζα τζάμια,  επιγραφές μαγαζιών, διαφημίσεις και νούμερα. Κύματα πλήθους ξεχύνονται ανάμεσα στα σπίτια. Ο δρόμος φαρδύς σαν τις λεωφόρους των μεγαλουπόλεων, αλλά το κατάστρωμα φτιαγμένο με πήλινα πλακάκια όπως οι πλατείες των χωριών, γεμάτο λακκούβες και γρασίδι. Η κυκλοφορία στο δρόμο είναι ο περίγελος της πολιτείας· όλοι μιλούν γι' αυτή με περηφάνια κι ένα πονηρό βλέμμα. Αυτό το γκρίζο, απρόσωπο πλήθος έχει συνείδηση του ρόλου του και προσπαθεί να εξαρθεί στο ύψος των πρωτευουσιάνικων φιλοδοξιών του. Εν πάση περιπτώσει, παρά τη φούρια και την αίσθηση σκοπιμότητας, κυριαρχεί η εντύπωση μιας μονότονης κι άσκοπης περιπλάνησης, μιας υπνωτισμένης πομπής ανδρεικέλων. Μια ατμόσφαιρα αλλόκοτης ασημαντότητας διαποτίζει τη σκηνή. Το πλήθος ξεχύνεται νωχελικά και, όσο παράξενο κι αν ηχεί, το βλέπει κανείς αμυδρά, συγκεχυμένα. Τα πρόσωπα διαβαίνουν σε μια ήμερη αταξία, χωρίς ποτέ να αποκτούν την πλήρη ευκρίνεια των περιγραμμάτων τους. Πού και πού μόνο, μέσα σ' αυτό το σάλο χιλιάδων κεφαλιών, συλλαμβάνουμε κάποια σκοτεινή, κεφάτη έκφραση, ένα μαύρο μελόνι φορεμένο στραβά, μισό πρόσωπο σκισμένο από 'να χαμόγελο που σχημάτισαν τα χείλια μόλις έπαψαν να μιλούν, ένα πόδι προτεταμένο, έτοιμο να κάνει ένα βήμα, ακινητοποιημένο στη στάση αυτή για πάντα.

   Μια άλλη ιδιορρυθμία της περιοχής είναι τ' αμάξια που πηγαίνουν μόνα τους, χωρίς αμαξάδες. Όχι πως δεν υπήρχαν οδηγοί, αλλά, χωμένοι μες στο πλήθος, κι απασχολημένοι με χιλιάδες προσωπικές τους υποθέσεις, δεν σκοτίζονταν καθόλου για το αγώι τους. Σ' αυτή την περιοχή της επίφασης και των άδειων χειρονομιών, κανείς δεν έδινε πολλή προσοχή στον ακριβή προορισμό μιας διαδρομής, κι οι επιβάτες εγκαταλείπονταν σ' αυτές τις διαδρομές, με την ίδια απερισκεψία που χαρακτήριζε και κάθε άλλη τους δραστηριότητα. Καμιά φορά, έβλεπε κανείς τους αμαξάδες σε επικίνδυνες στροφές, να βγαίνουν ολόκληροι σχεδόν πάνω απ' τις σπασμένες οροφές των αμαξιών και με τα χαλινάρια στο χέρι να επιδιώκουν κάποιο δύσκολο κι επικίνδυνο προσπέρασμα.

   Υπάρχουν και τραμ. Η αποθέωση της φιλοδοξίας των δημοτικών συμβούλων. Η εμφάνισή τους, ωστόσο, αξιοθρήνητη. Φτιαγμένα από παπιέ - μασέ, με τα πλευρά σκεβρωμένα, ζουλιγμένα από την κακομεταχείριση τόσων χρόνων. Συνήθως τους έλειπε το μπροστινό μέρος, κι όπως περνούσαν, μπορούσε κανείς να βλέπει τους επιβάτες να κάθονται αλύγιστοι στις θέσεις τους, σοβαροί κι ευπρεπείς. Αυτά τα τραμ τα σπρώχνουν δημοτικοί αχθοφόροι. Αλλά το πιο παράξενο απ' όλα, ήταν το σιδηροδρομικό σύστημα της Οδού Κροκοδείλων.
 
   Κάπου κάπου, σε διαφορετικές ώρες της ημέρας και κυρίως προς το τέλος της βδομάδας, έβλεπες ομάδες ανθρώπων να περιμένουν το τρένο σε κάποιο σταυροδρόμι. Κανείς δε μπορεί να 'ναι βέβαιος αν θα 'ρθει και πού θα σταματήσει, αν σταματήσει. Συμβαίνει λοιπόν συχνά οι άνθρωποι να περιμένουν σε δύο σημεία, μιας και δε μπορούν να συμφωνήσουν πού είναι η στάση. Περιμένουν πολλή ώρα σχηματίζοντας μιας μαύρη, σιωπηλή ουρά, δίπλα στις γραμμές που μόλις διακρίνονται, με τα πρόσωπα γυρισμένα προφίλ: μια σειρά χλωμές φιγούρες, κομμένες θαρρείς από χαρτί, με μιαν απολιθωμένη έκφραση ανήσυχης προσμονής.
 
   Επιτέλους, το τρένο ξαφνικά εμφανίζεται: μπορεί κανείς να το δει να καταφτάνει απ' την πλευρά που το περίμενε, χαμηλό σαν φίδι, μια μινιατούρα με κοντόχοντρη ασθμαίνουσα μηχανή. Μπαίνει στο μαύρο διάδρομο κι ο δρόμος σκοτεινιάζει απ' την καρβουνόσκονη που σκόρπισαν τα βαγόνια. Τ' αγκομαχητά της μηχανής, ένα κύμα παράξενης, μελαγχολικής σοβαρότητας απ' τη μια, κι η συγκρατημένη βιάση και ταραχή απ' την άλλη, μετατρέπουν το δρόμο, προς στιγμήν, σε αίθουσα σιδηροδρομικού σταθμού, μέσα στο χειμωνιάτικο λυκόφως που πέφτει βιαστικά.

   Η μαύρη αγορά σιδηροδρομικών εισιτηρίων, κι η δωροδοκία εν γένει, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές πληγές της πόλης μας.

   Την τελευταία στιγμή, όταν το τρένο είναι ήδη στο σταθμό, μέσα σε μεγάλη νευρικότητα, γίνονται διάφορες διαπραγματεύσεις με τους εξαχρειωμένους σιδηροδρομικούς υπαλλήλους. Πριν ακόμα ολοκληρωθούν αυτές οι διαπραγματεύσεις, το τρένο ξεκινάει ακολουθούμενο από ένα τσούρμο απογοητευμένους επιβάτες που σέρνονται πίσω του κάμποση ώρα πριν διαλυθούν.

   Ο δρόμος, που συρρικνώθηκε προς στιγμήν για να σχηματίσει έναν αυτοσχέδιο σταθμό, γεμάτο κατήφεια και πνοές μακρινών ταξιδιών, πλαταίνει πάλι, αλαφραίνει, κι υποδέχεται το αμέριμνο πλήθος που ξεχύνεται ψιλοκουβεντιάζοντας προς τις βιτρίνες -αυτά τα γκρίζα βρώμικα τετράγωνα, γεμάτα φτηνοπραμάτειες, κέρινα ομοιώματα και κούκλες κουρείων.

   Ντυμένες χτυπητά, με μακριά φορέματα στολισμένα με δαντέλες, αρχίζουν να κυκλοφορούν οι πόρνες. Θα μπορούσαν να 'ναι γυναίκες κομμωτών ή μαέστρων που διευθύνουν μπάντες ρεστοράν. Προχωρούν μ' ένα βήμα ζωηρό, αρπακτικό, κι έχουν όλες τους κάποιο μικροψεγάδι στις κακές, διεφθαρμένες φάτσες τους: ένα μαύρο, παραμορφωτικό αλληθωρισμό, ένα λαγόχειλο, ή ελαφρά ακρωτηριασμένες μύτες.

   Οι κάτοικοι της πόλης είναι περήφανοι για την οσμή διαφθοράς που αποπνέει η Οδός Κροκοδείλων. «Δεν υπάρχει λόγος να στερηθούμε κάτι», λένε μ' αυτοϊκανοποίηση, «έχουμε ως και πρωτευουσιάνικες αμαρτίες». Ισχυρίζονται πως όλες οι γυναίκες της περιοχής είναι πουτάνες. Στην πραγματικότητα, αρκεί ν' αντικρίσεις οποιαδήποτε από δαύτες και συναντάς αμέσως ένα επίμονο, προσηλωμένο βλέμμα που σε παγώνει με τη βεβαιότητα της εκπλήρωσης. Οι μαθήτριες φοράνε τις κορδέλες τους μ' έναν τρόπο χαρακτηριστικό, περπατούν με τα λιγνοποδαράκια τους μ' ένα βήμα ιδιόρρυθμο, κι έχουν μια πρόστυχη έκφραση στα μάτια που προαναγγέλλει την αυριανή τους διαφθορά.

   Κι ωστόσο -θα 'πρεπε, ωστόσο, να προδώσουμε το τελευταίο μυστικό αυτής της περιοχής, το προσεκτικά συγκαλυμμένο μυστικό της Οδού Κροκοδείλων;

   Στη διάρκεια της αφήγησής μας, έχουμε δώσει αρκετά προειδοποιητικά σημάδια κι έχουμε διακριτικά υπαινιχθεί, πολλές φορές, τις επιφυλάξεις μας. Ο προσεκτικός αναγνώστης, συνεπώς, δε θα αιφνιδιαστεί απ' ό,τι ακολουθεί. Έχουμε μιλήσει για τον μιμητικό, ψευδαισθητικό χαρακτήρα της περιοχής, αλλά το νόημα των λέξεων αυτών είναι πολύ αυστηρό και καθορισμένο για ν' αποδώσει τη μισοψημένη, ακαθόριστη πραγματικότητά της.

   Η γλώσσα μας δεν έχει ορισμούς που θα μπορούσαν να ζυγίσουν, ας πούμε, την πυκνότητα της πραγματικότητας ή να προσδιορίσουν την ευλυγισία της. Ας το πούμε έξω απ' τα δόντια: η ατυχία της περιοχής είναι πως τίποτα δεν πετυχαίνει ποτέ εκεί πέρα, τίποτα δε μπορεί να φτάσει στο ύψιστο σημείο της οριστικής περάτωσης. Οι χειρονομίες μένουν κρεμασμένες στον αέρα, οι κινήσεις εξαντλούνται πρόωρα κι αδυνατούν να υπερπηδήσουν έναν ορισμένο βαθμό αδράνειας. Έχουμε ήδη υπογραμμίσει τη μεγάλη μπραβούρα και σπατάλη προθέσεων, σχεδίων και προσδοκιών, που είναι από τα χαρακτηριστικά της περιοχής. Δεν είναι, όντως, τίποτα παραπάνω από μια ζύμωση επιθυμιών, πρόωρα εξημμένων, και γι' αυτό, ανίσχυρων και κούφιων. Σε μιαν ατμόσφαιρα υπέρμετρης ευκολίας, κάθε καπρίτσιο φουντώνει ως τα σύννεφα, κι ένα ερέθισμα της στιγμής φουσκώνει και γίνεται ένας κούφιος παρασιτικός όγκος. Ξάφνου φυτρώνει μια χθαμαλή βλάστηση αφράτων ζιζανίων -άχρωμες παπαρούνες- καμωμένη απ' την ανάερη στόφα των εφιαλτικών ονείρων και του χασίς. Πάνω απ' όλη την περιοχή πλανιέται η νωχελική, ακόλαστη μυρωδιά της αμαρτίας, και τα σπίτια, τα μαγαζιά, οι άνθρωποι σαν να μην είναι τίποτ' άλλο από ένα ρίγος στο πυρέσσον σώμα της, μια φρικίαση στα εμπύρετα όνειρά της. Πουθενά αλλού δε νιώθουμε να μας απειλούν τόσες δυνατότητες, πουθενά αλλού δεν αισθανόμαστε τόσο συγκλονισμένοι απ' την προσέγγιση της εκπλήρωσης, χλωμοί και λιγωμένοι από τη θελκτική αυστηρότητα της πραγμάτωσης. Κι' αυτό είναι το όριο που σταματάνε όλα.
   
   Όταν ξεπεραστεί ένα ορισμένο σημείο έντασης, η παλίρροια σταματάει κι αρχίζει να υποχωρεί, η ατμόσφαιρα γίνεται θολή και ταραγμένη, οι δυνατότητες μαραίνονται και χάνονται σ' ένα κενό, οι τρελές γκριζωπές παπαρούνες διαλύονται, γίνονται στάχτη.

   Για πάντα θα μας βασανίζουνε οι τύψεις που, σε μια δεδομένη στιγμή, εγκαταλείψαμε το κάπως ύποπτο εμποροραφείο. Ποτέ δε θα μπορέσουμε να το ξαναβρούμε. Θα γυρίζουμε από μαγαζί σε μαγαζί και θα κάνουμε χιλιάδες λάθη. Θα μπούμε σε πάμπολλα μαγαζιά, θα δούμε πάμπολλα που είναι όμοια. Θα περιπλανηθούμε ανάμεσα σ' ατέλειωτα ράφια με βιβλία, θα ξεφυλλίσουμε περιοδικά και άλλα έντυπα, θα κουβεντιάσουμε ώρες κι ώρες φιλικά με νεαρές γυναίκες αμφίβολης ομορφιάς, βαμμένες υπερβολικά, κι ωστόσο ανίκανες να καταλάβουν τις επιθυμίες μας.

   Θα μπλέξουμε σε παρανοήσεις μέχρις ότου ο πυρετός κι η εξάψή μας εξανεμιστούν σε άσκοπες προσπάθειες και μάταιες αναζητήσεις.

   Όλες οι ελπίδες μας ήταν μια πλάνη, η δήθεν ύποπτη εμφάνιση του κτιρίου και του προσωπικού ήτανε μόνο επίφαση, τα υφάσματα ήταν αληθινά υφάσματα, κι ο πωλητής δεν είχε άλλα, ανομολόγητα ελατήρια. Οι γυναίκες της Οδού Κροκοδείλων είναι διεφθαρμένες ως ένα μετριότατο βαθμό κι ασφυκτιούν κάτω από πυκνά στρώματα ηθικής προκατάληψης και κοινότατης πεζότητας. Σ' αυτή την πόλη του φτηνού ανθρώπινου υλικού, κανένα ένστικτο δε μπορεί ν' ανθίσει και κανένα σκοτεινό, σπάνιο πάθος δεν είναι δυνατόν ν' αφυπνισθεί.

   Η Οδός Κροκοδείλων ήταν μια παραχώρηση που έκανε η πόλη μας στο μοντερνισμό και τη μητροπολιτική διαφθορά. Είναι φανερό πως δεν είχαμε τις δυνατότητες για τίποτα καλύτερο από μια χάρτινη απομίμηση, μια συρραφή εικόνων που τις κόψαμε από παλιές πρωτοποριακές εφημερίδες.

Σουλτς Μπρούνο
(Μετφρ. Σπύρος Τσακνιάς)
«Το Δέντρο»
Ε.ΚΕ.ΒΙ.