Το τρένο έτρεχε μέσα στη νύχτα υπό καταρρακτώδη βροχή. Από το εσωτερικό φαίνονταν τα μαύρα παράθυρα να χαράζονταν από σταγόνες που λαμπύριζαν και κυλούσαν γοργά αυλακώνοντας λοξά το γυαλί.
Η Τζόλι Ποντόρμο είχε πάρει τη θέση της στο τραπέζι του βαγκόν - ρεστοράν και περιεργαζόταν με προσοχή το μενού. Της άρεσε να διαβάζει τις περιγραφές των φαγητών. Αν μπορούσε θα παράγγελνε όλα τα πιάτα και θα δοκίμαζε μια μπουκιά από κάθε έδεσμα. Αλλά κρατιόταν για να μην παχύνει. Από τότε που ο σύζυγός της είχε πεθάνει στην Αμερική, είχε την τάση να τρώει πάντα πολύ. Της άρεσε το τελετουργικό που συνόδευε τα γεύματα και τα δείπνα. Ήξερε ότι θα ξόδευε περισσότερα χρήματα απ' όσα έπρεπε σε εκείνο το γεύμα στο τρένο, αλλά αποφάσισε να συγχωρέσει στον εαυτό της αυτή την πολυτέλεια. Καθισμένη σε ένα βαγόνι δεύτερης κατηγορίας δεν είχε καταφέρει να διαβάσει με την ησυχία της με όλο αυτό το κουβεντολόι του κόσμου.
Τώρα ήταν καθισμένη σε ένα παραγεμισμένο κάθισμα, μπροστά από ένα λευκό τραπεζομάντιλο, μ' ένα κόκκινο γαρύφαλλο μέσα σ' ένα διαφανές μπουκαλάκι και είχε πάρει με λαιμαργία στα χέρια της το μενού. Ένα κομψό τετραδιάκι από κίτρινο χαρτόνι, διακοσμημένο με ροζ λουλούδια, πάνω στο οποίο ήταν γραμμένες με μπαρόκ γράμματα και μπλε μελάνι οι σπεσιαλιτέ της ημέρας: Βολοβάν γεμιστά με μπεσαμέλ και μανιτάρια, σπαγγέτι με σάλτσα κουνελιού, καπελάτσι με κολοκύθα.
Και ύστερα, κατ' επιλογήν: Μοσχάρι με τόνο και μαγιονέζα, βοδινό με λεμόνια Sorrento, μπακαλιάρο alla vicentina. Σαλάτες εποχής. Αλλά αυτό που της άρεσε πιο πολύ ήταν τα γλυκά. Με το δάχτυλό της ακολούθησε τις προτάσεις: Κέικ σοκολάτα με λιωμένη σοκολάτα στο κέντρο. Ήδη ένιωθε το άρωμά του. Μα πού ήταν η σαντιγί; Χωρίς σαντιγί ένα κέικ σοκολάτα δεν είναι ποτέ πραγματικό κέικ. Και μετά: Τυλιχτάρι από ξηρούς καρπούς με κρέμα φράουλα, μπουρεκάκια μήλου με άρωμα τριαντάφυλλο, παρφέ αμυγδάλου σε τραγανή φωλιά.
Η Τζόλι Ποντόρμο είχε κλείσει τα μάτια ρουφώντας τις οσμές που της γεννούσαν οι λέξεις.
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ακούστηκε μια αντρική φωνή να της λέει:
- Μου επιτρέπετε;
Άνοιξε τα μάτια από το όνειρο που βρισκόταν και είδε έναν ψηλό και λεπτό άνδρα με μια τσάντα στο χέρι που έσκυβε με μία ευγενική, σοβαροφανή χειρονομία.
«Τι θέλει τώρα τούτος;» ήταν η πρώτη της σκέψη. Όμως ευθύς αμέσως κοίταξε γύρω της και χρειάστηκε να παραδεχθεί ότι δεν υπήρχαν πλέον θέσεις στο βαγκόν - ρεστοράν. Εν τω μεταξύ όλα τα τραπέζια είχαν γεμίσει και το μόνο εναπομείναν κενό ήταν αυτό μπροστά της.
- Παρακαλώ! είπε με φωνή λίγο τσαντισμένη.
Ο άνδρας, με αργές κινήσεις, έβγαλε το παλτό του και το κρέμασε στο γάντζο πάνω στον τοίχο. Κατόπιν κάθισε με κομψό και προσεκτικό τρόπο στην παραγεμισμένη θέση.
Η Τζόλι σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε αντίκρυ. Ο άντρας ήταν ντυμένος με μια κομψότητα ολίγον τι καμαρωτή: Μπλε σακάκι με γκρι παντελόνι, κάτασπρο πουκάμισο, γραβάτα με μπλε και πράσινες ρίγες. Είχε καστανά μαλλιά που γλιστρούσαν πάνω στο πλατύ και αυστηρό μέτωπό του. Φορούσε γυαλιά μυωπίας. Το στόμα του ήταν ευθύ, τα χείλη λεπτά και κοφτά, σαν σε κάποιον που είναι συνηθισμένος να διατάζει... «Τώρα θα υποχρεωθώ να εμπλακώ σε μια τετριμμένη συζήτηση για τον καιρό», είπε από μέσα της ξεφυσώντας. Και συνέχισε να κοιτάει με εμμονή το μενού προσπαθώντας να συγκεντρωθεί.
Όμως η σιωπή έσπασε από μια φωνή που η Τζόλι Ποντόρμο νόμισε ότι γνώριζε. Μα πού την είχε ακούσει; Από τις μακρινές και στριγκές νότες που προέρχονταν από μια θαμμένη μνήμη. Ο άνδρας ξεκίνησε να μιλάει με μια ελαφριά προφορά από την επαρχία του Βένετο, αργή και σαγηνευτική.
- Αυτό το τρένο που τρέχει μέσα στη νύχτα έχει κάτι το μυστηριώδες. Δε σας φαίνεται ότι αιωρείστε στο κενό ανάμεσα σε αυτά τα σκοτεινά ριγέ παράθυρα από ασήμι;
Η Τζόλι Ποντόρμο έμεινε άλαλη να κοιτάει επίμονα το μενού. Αυτός ο ταξιδιώτης με την τόσο αυστηρή και άκαμπτη εμφάνιση είχε μια φωνή βαθιά, γλυκιά και λιγωμένη. Δεν ανταποκρινόταν καθόλου στο σώμα διευθυντού εταιρείας που είχε δει να πλησιάζει με λυγερό βήμα προς το τραπέζι της. Σήκωσε άλλη μια φορά τα μάτια και είδε πως σ' αυτό το ανώνυμο κι αδιαπέραστο πρόσωπο είχε σκάσει ένα αφοπλιστικό κι ευγενικό χαμόγελο.
- Γράφετε ποίηση; τον ρώτησε, άναυδη ακόμα από αυτή τη λογοτεχνική έφοδο.
- Όχι, εμπορεύομαι άλογα. Η απάντηση ήταν σαφής και απλή. Όμως κάτι δεν την έπειθε. Αυτός ο άνδρας δεν είχε τίποτα από έμπορο αλόγων. Ίσως οι ιδέες της να ήταν απαρχαιωμένες όσον αφορά στο εμπόριο αλόγων. Ίσως σήμερα τα άλογα πωλούνται και αγοράζονται μέσω διαδικτύου, χωρίς να χρειάζεται να λερωθείς με την κοπριά των στάβλων.
- Ένας έμπορος αλόγων, τι παράξενο... Μιλάτε σαν να απαγγέλλετε ποίηση.
- Βασικά, διαβάζω ποίηση.
- Α...!
Η Τζόλι Ποντόρμο αναλογίστηκε για μια στιγμή τη δική της άγνοια σχετικά με την ποίηση. Έψαξε βαθιά στη μνήμη της να ανακαλύψει μια ποιητική φράση, αλλά δεν της ήρθε τίποτα στο μυαλό. Ακόμα και τα ποιήματα που είχε μάθει στο σχολείο είχαν χαθεί στο χρόνο. Μόνο κάποιο σκόρπιο απόσπασμα: «Ω νεκρέ, αφού είσαι ακίνητος»... και μετά; Πώς πήγαινε; Κι επίσης: «Φεγγάρι τι κάνεις, εσύ φεγγάρι στον ουρανό;» Να 'ταν Λεοπάρντι ή Πάσκολι;
- Προσπαθείτε να θυμηθείτε ένα στίχο... Το καταλαβαίνω από το πρόσωπό σας που είναι συγκεντρωμένο. Μαντεύω σωστά;
Η Τζόλι Ποντόρμο τον κοίταξε με το στόμα ανοιχτό. Πώς είχε καταφέρει να διαισθανθεί με τέτοια ακρίβεια τη σκέψη που ήταν κρυμμένη στο μυαλό της;
- Σωστά μαντέψατε, παραδέχτηκε. - Αλλά δεν είμαι πολύ ειδήμων...
- Θα προτιμούσατε να επικεντρωθείτε στο μενού, το κατανοώ. Γιατί σας αρέσει να τρώτε. Κι εγώ σας διέκοψα το τελετουργικό του δείπνου. Λυπάμαι πολύ. Αλλά αν θέλετε βοήθεια... μου αρέσει κι εμένα να τρώω. Και να πίνω επίσης. Θέλουμε να ξεκινήσουμε από το κρασί;
- Γιατί όχι;
- Ας δούμε λιγάκι τι μας προσφέρει το εστιατόριο. Τι μπορεί να πιει κανείς μέσα σε ένα τρένο που τρέχει μέσα στη νύχτα ενώ έξω βρέχει και βροντάει;
- Εξαρτάται από αυτό που τρώει.
- Δε συμφωνώ μαζί σας. Για μένα η επιλογή του κρασιού προηγείται αυτής του φαγητού. Για σας έρχεται μετά;
- Δεν το λέω εγώ, το λένε οι ειδικοί.
- Και σύμφωνα με εσάς ποιοι είναι οι ειδικοί; Οι ερευνητές... αυτοί που πειραματίζονται δηλαδή... Πειραματίζονται, δε μπορούν να ακολουθούν τους κανόνες κατά γράμμα. Αφήστε τους κανόνες για την εκκλησία... Εμείς εδώ πειραματιζόμαστε σε μια ειδική περίσταση. Περισσότερο κι από το συνοδευτικό πιάτο, πρέπει να προσέξουμε τη στιγμή του εορτασμού. Η περίσταση είναι επίσημη: το νερό μάς σκεπάζει. Αλλά είναι ένα νερό μοχθηρό, επιθετικό, αρκεί να παρατηρήσει κανείς τις γρατζουνιές που κάνει πάνω στα τζάμια.
- Αυτό το νερό προσπαθεί να μπει μέσα, προσπαθεί να μας βυθίσει μέσα του, προσπαθεί να μας συνθλίψει. Όμως εμείς αντιμετωπίζουμε τη βροχή και τη νύχτα με θάρρος. Αυτό το θάρρος πρέπει να συνοδεύεται από ένα δυνατό κόκκινο κρασί που να κυκλοφορήσει αμέσως στις φλέβες μας με ορμητική χαρά.
Η Τζόλι Ποντόρμο ήταν όλο και πιο έκπληκτη από αυτόν τον άνδρα που μιλούσε με τόση χάρη και σοφία. Τι να του απαντήσει; Ένιωσε ξαφνικά ηλίθια και αμόρφωτη. Εκείνη που είχε σπουδάσει με πάθος, που είχε πάρει το πτυχίο της από το πανεπιστήμιο με εξαίρετους βαθμούς, τα είχε εγκαταλείψει όλα για να παντρευτεί στα είκοσί της με έναν όμορφο και φιλόδοξο νεαρό. Είχε κάνει αμέσως αμέσως τρία παιδιά κι ενώ αυτός πήγαινε μπροστά με τη δουλειά του και γινόταν ολοένα και πιο απλησίαστος και σπουδαίος, αυτή είχε αφιερώσει τη ζωή της στην ανατροφή των παιδιών. Και μόλις τα παιδιά έγιναν έφηβοι και εξαφανίζονταν από το σπίτι για ν' ασχοληθούν με τα δικά τους, εκείνη σκέφτηκε να ξαναρχίσει να δουλεύει, αλλά αντιλήφθηκε ότι ήταν πλέον πάρα πολύ αργά.
- Εγώ θα πάρω τα βολοβάν και σκέφτομαι ότι τα βολοβάν πρέπει να συνοδευτούν από ένα λευκό αφρώδες κρασί, ένα Σαρντονέ για παράδειγμα.
- Ένα ποιητικό πιάτο: Βολοβάν (vol au vent), πέταγμα στον άνεμο. Μ' ευχαριστεί να σκέφτομαι πως σ' αυτό το τρένο που τρέχει σαν βέλος μες στο σκοτάδι, κόντρα στο μανιασμένο νερό, εμείς βάζουμε στο στόμα μας καλαθάκια από σφολιάτα που έχουν την τάση να πετούν στον άνεμο.
- Εδώ προτείνουν λευκό Chateauneuf du Pape, της περσινής χρονιάς. Τι λέτε; Σας αρέσει;
- Υπέροχο.
Εν τω μεταξύ είχε φτάσει ο σερβιτόρος, (από τη Βόρεια Αφρική πρέπει να ήταν) με σγουρά μαλλιά και αστραφτερό χαμόγελο. Είχε σκύψει με ευγένεια και λαμπρότητα προς τους δύο θαμώνες του εστιατορίου και ρώτησε τι είχαν διαλέξει.
- Βολοβάν για δύο, απάντησε ο άνδρας. - Κι ένα Chateauneuf du Pape.
- Μισό μπουκάλι ή ολόκληρο;
- Ολόκληρο θα έλεγα. Συμφωνείτε; ρώτησε ο άνδρας ανασηκώνοντας το ένα του χέρι προς αυτήν. Ήταν ένα χέρι λευκό και απαλό με δάχτυλα μακριά, φροντισμένα, σίγουρα όχι συνηθισμένα σε χειρωνακτική εργασία, σκέφτηκε η Τζόλι Ποντόρμο. Τι παράξενος αυτός ο άνδρας... Ανώνυμος και άκαμπτος στην εμφάνιση και μετά, όταν τον είδε από κοντά, τόσο ποιητικός και κοινωνικός.
- Εντάξει, συμφώνησε εκείνη.
Μετά από λίγο γύρισε ο σερβιτόρος βαστώντας ένα μπουκάλι γεμάτο σταγόνες, που είχε μόλις βγει από το ψυγείο. Με δυο γοργές κινήσεις έβαλε το τιρμπουσόν πάνω στο φελλό, κατόπιν παγίδεψε το μπουκάλι ανάμεσα στους μηρούς του και με μια σβέλτη κίνηση αφαίρεσε το πώμα. Το πλησίασε στη μύτη του η οποία στράβωσε κάπως κωμικά. Έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι και άρχισε να χύνει το κρασί στο ποτήρι του κυρίου. Εκείνος όμως έκανε μια χαριτωμένη χειρονομία δείχνοντας το ποτήρι εκείνης. Ο σερβιτόρος χαμογέλασε και έχυσε το κρασί, που είχε ένα όμορφο κιτρινωπό χρώμα, στο ποτήρι της Τζόλι Ποντόρμο.
Η γυναίκα άρπαξε το ποτήρι με το μακρύ λαιμό με χέρι διστακτικό, ενώ οι δύο άνδρες την παρατηρούσαν εν αναμονή, έφερε στο στόμα της το κρύο και αρωματικό υγρό, κατάπιε μια - δυο γουλιές κι ύστερα έκανε μια χειρονομία συγκατάθεσης.
- Καλό;
- Καλό.
- Ωραία, μπορείτε να μου βάλετε και μένα. Κι ύστερα, σηκώνοντας το ποτήρι ψηλά: - Εις υγείαν!
- Εις υγείαν.
Κι όμως, της φαινόταν ότι τον γνώριζε αυτόν τον άνδρα. Μα πού είχε ακούσει αυτή τη φωνή με την ελαφριά προφορά από το Βένετο; Πού είχε δει αυτό το αυστηρό και σφιχτό στόμα, αυτά τα σκληρά, αποφασισμένα μάτια; Αυτό το κεφάλι με τα ίσια μαλλιά, που είχαν την τάση να γλιστρούν αέναα πάνω στο μέτωπό του; Και αυτά τα γυαλιά με τους ελαφρώς φιμέ φακούς; Δε μπορούσε καν να θυμηθεί.
- Πες μου τι τρως και θα σου πω ποιος είσαι, αναφώνησε αυτός, ενώ έστελνε κάτω μια γουλιά μ' έναν αέρα ευδαιμονίας.
- Κι εμείς ποιοι είμαστε που τρώμε βολοβάν με κρέμα μανιταριών;
- Ένας άνδρας και μια γυναίκα που καθόμαστε άνετα στα ζεστά, εν μέσω σαγηνευτικών φώτων και μ' ένα εξαίρετο κρασί στα ποτήρια μας, ενώ έξω η καταιγίδα λυσσάει ενάντια στα πλευρά του τρένου κι η βροχή πασχίζει με αυθάδεια να μπει μέσα. Φανταστείτε κάποιον να μας βλέπει απ' έξω να περνάμε, σαν μια αστραπή... Ένας βοσκός που οδηγεί πίσω στο σπίτι τα πρόβατά του, ένας νυχτοφύλακας, ένας κλέφτης, ένας δολοφόνος... σηκώνει το βλέμμα και τι βλέπει; Ένα τρένο που γοργά και σιωπηλά κατευθύνεται προς το Βορρά, που τα φωτισμένα παράθυρά του αποκαλύπτουν έναν κόσμο κομψό και ειρηνικό... ενώ έξω κάνει παγωνιά, ίσως οι κάμποι να πλημμυρίζουν τώρα, τα ζώα να πεθαίνουν πνιγμένα από το νερό, να μην υπάρχει καταφύγιο γι' αυτόν που περιπλανιέται μέσα στη νύχτα, ενώ εμείς τρέχουμε γαλήνιοι προς το μέλλον...
- Τι δραματική φαντασία! Δεν είναι πια και το τέλος του κόσμου αυτό που βρίσκεται μπροστά μας, παρά μόνο ένα ταξίδι στο σκοτάδι, προς μια πόλη του Βορρά.
- Η βροχή έχει τη δική της φωνή. Την ακούτε εκεί έξω που στριγγλίζει; Εμείς είμαστε αρκετά θαρραλέοι, ώστε να μην αφήσουμε τους εαυτούς μας να αγχωθούν. Εμείς, με την ηρεμία των νικητών, διαλέγουμε ένα καλό κρασί, ένα ωραίο ζεστό φαγητό και εμπιστευόμαστε τις ραφιναρισμένες αισθήσεις μας, χωρίς να δίνουμε σημασία στην καταιγίδα που λυσσομανάει εκεί έξω.
- Κι αν αντιθέτως επρόκειτο για έναν ωφέλιμο άνεμο που καθαρίζει τον αέρα και αν η βροχή ερχόταν υγιής για να γονιμοποιήσει τους κάμπους κι αν τα ζώα έβοσκαν ειρηνικά σε λιβάδια σκεπασμένα με γρασίδι;
- Η νοοτροπία σας είναι επικίνδυνη, έχει την τάση να ειρηνεύει και να συμπαραστέκεται. Μια τυπική γυναικεία νοοτροπία. Οι γυναίκες σκέφτονται πάντα με μητρικούς όρους, είναι καλοσυνάτες και συμπονετικές. Οι άντρες γνωρίζουν καλύτερα την πραγματικότητα και ετοιμάζουν τους εαυτούς τους για τις μάχες που θα πρέπει να αντιμετωπίσουν.
- Θα θέλατε να κηρύξετε τον πόλεμο στο χρόνο;
- Γιατί όχι; Ο χρόνος πληγώνει. Κι εγώ τον σκοτώνω για να εξοικονομήσω την αιωνιότητα.
- Μιλάτε περισσότερο σαν φιλόσοφος παρά ως έμπορος αλόγων.
- Τα άλογα διακατέχονται από μια σκέψη βαθιά και σεληνιακή. Έχουν άγρια ψυχή, αλλά είναι ικανά να νιώσουν δυνατά αισθήματα. Είναι επίμονα και ανυπόμονα. Γενναιόδωρα και εγωιστικά. Θα τολμούσα να πω ότι είναι καλύτερα από τους ανθρώπους.
- Εγώ δεν ξέρω τίποτα από άλογα.
- Λοιπόν, αν μου επιτρέπετε, μια μέρα θα σας κάνω μια ξενάγηση στο στάβλο μου. Είμαι βέβαιος ότι θα τα ερωτευτείτε τα άλογα, όπως κι εγώ. Υπάρχει κάτι αστρικό και αρχαίο σε αυτά, κάτι που τα φέρνει πιο κοντά στο Θεό απ' ό,τι εμείς σε σχέση με Αυτόν.
Η Τζόλι Ποντόρμο άφηνε τη φωνή εκείνη να τη νανουρίζει. Ο σερβιτόρος έφτασε με τα βολοβάν που άχνιζαν λαχταριστά πάνω στο πιάτο. Κάρφωσε το πιρούνι της στο πανεράκι με την τάρτα κι έφερε στο στόμα της την κρέμα που ανέδιδε το άρωμα των μανιταριών porcino. Της φάνηκε ότι ένιωθε ένα ανεπαίσθητο φίνο αεράκι να τρέχει ανάμεσα στα δόντια της. Πετάει στον άνεμο! Τι παράξενο όνομα για ένα τόσο πεζό πιάτο!
Ο άνδρας τώρα μιλούσε για αστερισμούς, αφηγείτο την ιστορία της Κασσιόπης, μιας όμορφης νεαρής κοπέλας που παντρεύτηκε τον Κηφέα, το βασιλιά της Αιθιοπίας, και απέκτησαν μια κόρη που ονόμασαν Ανδρομέδα. Καθώς όμως η Κασσιόπη καυχιόταν ότι η θυγατέρα της ήταν πιο όμορφη απ' όλες τις Νηρηίδες, ο σκυθρωπός πατέρας τους Νηρέας εξοργίστηκε και εξαπέλυσε την οργή του θεού της θάλασσας, του Ποσειδώνα, ο οποίος έστειλε ένα τρομακτικό ερπετό για να καταβροχθίσει τους κατοίκους της Αιθιοπίας. Ο βασιλιάς απελπισμένος, απευθύνθηκε στο μαντείο το οποίο αποφάνθηκε με τον εξής χρησμό: Αν θέλετε να ελευθερωθεί η Αιθιοπία από το τέρας, πρέπει να θυσιάσετε τη μικρή Ανδρομέδα. Ο αιθιοπικός λαός ήταν έτοιμος να σκοτώσει τη μικρούλα Ανδρομέδα, όταν έφτασε πετώντας ο Περσέας, που την έσωσε από τον βέβαιο θάνατο. Ωστόσο, η Κασσιόπη τιμωρήθηκε για την αλαζονεία της και την έστειλαν να περιστρέφεται ανάποδα, καθηλωμένη στο ουράνιο στερέωμα.
Η Τζόλι Ποντόρμο τον άκουγε μισοκλείνοντας τα βλέφαρά της. Μα πού είχε ακούσει αυτή τη φωνή, που άλλες στιγμές της φαινόταν υπαινικτική και προκλητική και άλλες ειλικρινής και παθιασμένη;
Και ξαφνικά, ενώ κατάπινε μια γουλιά από εκείνο το δροσερό κρασί που είχε γεύση ροδάκινου και σύκων, τινάχτηκε σύγκορμη. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια και κοίταξε τον άνδρα με ένα βλέμμα που ήταν τρόμου και σκιρτήματος.
Ήρθε στο νου της η πιο τρομερή μέρα της ζωής της. Η τράπεζα που μόλις είχε κάνει ανάληψη τα χρήματα της σύνταξης του συζύγου της, μια εισβολή νεαρών που κρατούσαν στα χέρια τους πιστόλια και πολυβόλα. Ξερές διαταγές. Τα ταμεία που κλείδωναν αυτόματα, ο συναγερμός που ξεκίνησε να χτυπάει. Ο διευθυντής που ούρλιαζε, ενώ ένας ψηλός άνδρας, με σκισμένο τζιν και λευκά αθλητικά παπούτσια τής σημάδευε τον κρόταφο με ένα πιστόλι. Εκείνος ο άνδρας μιλούσε... μιλούσε. Ποτέ δε θυμήθηκε τι έλεγε, αλλά μιλούσε με το διευθυντή, έδινε απάνθρωπες διαταγές... θυμήθηκε με δυσκολία πως της είχε αρπάξει από τα χέρια τα λίγα χαρτονομίσματα των εκατό διπλωμένα μες στην απόδειξη και, κάνοντάς το, την είχε σπρώξει με λύσσα στο πάτωμα. Αμέσως μετά, ο άνδρας είχε ορμήσει προς τον διευθυντή αναγκάζοντάς τον να ανοίξει ξανά τα ταμεία, αλλά στο τέλος, μόλις ο διευθυντής έκανε μια παρακινδυνευμένη χειρονομία, ο άνδρας τον είχε πυροβολήσει χωρίς έλεος στα πόδια.
Μια παράλογη σύμπτωση. Ο άνδρας που καθόταν απέναντί της έμοιαζε τόσο πολύ στον άλλο, πράγματι, μα δε μπορούσε παρά να πρόκειται για μια απλή σύμπτωση. Πώς θα μπορούσε ένα άτομο τόσο ευγενικό, τόσο καλλιεργημένο, που μιλούσε σαν να απήγγελλε στίχους, που γνώριζε τα πάντα σχετικά με τους αστερισμούς, να έχει ληστέψει μια τράπεζα μέρα μεσημέρι, χωρίς καν να καλυφθεί με έναν σκούφο; Να είναι τόσο σίγουρος για τον εαυτό του που θα περπατούσε μέρα μεσημέρι με το κεφάλι ψηλά, με εκείνα τα καστανά λαμπερά και μεταξένια μαλλιά που έπεφταν διαρκώς πάνω στο φαρδύ του μέτωπο; Όχι, όχι, δε μπορούσε να συμβαίνει, δεν ήταν δυνατόν.
Ο άνδρας διαισθάνθηκε την ταραχή της και έσκυψε προς αυτήν με περιποιητικό τρόπο.
- Συμβαίνει κάτι άσχημο;
- Όχι, όχι... είναι που μοιάζετε με έναν άνδρα που... που... εεε, με τρόμαξε πολύ ένα πρωινό σε μια τράπεζα... αλλά δεν είναι παρά όνειρα, οράματα...
- Μια ληστεία σε τράπεζα; Μα γιατί όχι; Θα μπορούσα κάλλιστα να ήμουν εγώ! Εκτός από τα άλογα ασχολούμαι επίσης με ένοπλες ληστείες τραπεζών. Έχω ήδη ληστέψει εφτά. Δε με πιστεύετε; Είμαι ντυμένος με σκισμένα τζιν, φοράω και ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια και εμπρός, πάμε να ληστέψουμε τράπεζες... Τι λέτε; Θα θέλατε να δείτε τα εργαλεία μου; Τα έχω μέσα σ' αυτή την τσάντα.
Ο άνδρας γέλασε με τέτοια ηρεμία και ευθυμία που καθησύχασε πλήρως την Τζόλι Ποντόρμο, η οποία σήκωσε ντροπαλά το ποτήρι της και είπε με μια ανάσα:
- Έχετε δίκιο, παραλογίζομαι. Είναι οράματα. Εις υγείαν!
- Εις υγείαν! επανέλαβε εκείνος σηκώνοντας το ποτήρι του και ήπιε με δυο - τρεις γουλιές όλο το κρασί που παρέμενε σ' αυτό.
Εν τω μεταξύ, είχαν σχεδόν φτάσει. Ο άνδρας -μα πώς τον έλεγαν; Παρά την πρόσκληση που της έκανε για το στάβλο του, δεν της είχε πει το όνομά του- φόρεσε το καπέλο του από κασμίρι, τη βοήθησε να φορέσει το φούξια φουσκωτό παλτό της από πλαστικό, σήκωσε από το έδαφος την τσάντα που φαινόταν πραγματικά βαριά και κατευθύνθηκαν ο καθένας προς το δικό του βαγόνι.
- Εις το επανιδείν! είπε εκείνη, όταν άνοιξαν οι πόρτες μόλις το τρένο μπήκε στο σταθμό.
- Εις το επανιδείν, κυρία Ποντόρμο! της φώναξε εκείνος ενώ κατέβαινε με ένα σάλτο από το τρένο και χανόταν μες στο πλήθος του σταθμού.
Η Τζόλι παρέμενε όρθια σαν χαζή, δίπλα στη βαλίτσα της, λες και τα παπούτσια της ήταν καρφωμένα στο πεζοδρόμιο. Πώς γινόταν να ήξερε ότι την έλεγαν Ποντόρμο; Και ξαφνικά, της ήρθε στο νου ότι ο άνδρας στην τράπεζα τής είχε αρπάξει από τα χέρια την απόδειξη της σύνταξης του άντρα της με το όνομα γραμμένο επάνω. Και θυμόταν τη φωνή του. Ήταν αυτή ακριβώς η φωνή, αν και ο τόνος ήταν διαφορετικός πια.
Τώρα πια ήταν σίγουρη ότι επρόκειτο για εκείνον. Μα πού είχε εξαφανιστεί; Και μετά πάλι, γιατί είχε θελήσει να την εξαπατήσει τόσο άτιμα; Η συνάντησή τους είχε υπάρξει μια απλή σύμπτωση ή μήπως εκείνος ο άνδρας την είχε ακολουθήσει και είχε παίξει όλο αυτό το θέατρο για να της δώσει ένα μάθημα; Για να της δείξει ότι ακόμα και οι ληστές τραπεζών μπορούν να είναι άνθρωποι καλλιεργημένοι, ραφινάτοι, άνθρωποι που ξέρουν να τρώνε και να πίνουν;
Τότε ξαφνικά, η Τζόλι θυμήθηκε μια συνέντευξη που είχε δώσει σε μια εφημερίδα λίγο μετά το συμβάν. Στον δημοσιογράφο που την είχε ρωτήσει τι σκεφτόταν για τον άνθρωπο που την είχε ληστέψει και την είχε πετάξει στο έδαφος με αποτέλεσμα να βγάλει τον ώμο της, είχε απαντήσει: «Ένας άξεστος, ένας αδαής, φαινόταν από χιλιόμετρα μακριά ότι ήταν αναλφάβητος, ένας που είχε γεννηθεί στη μέση του δρόμου». «Και τι έλεγε όταν μιλούσε κατά τη διάρκεια της ληστείας»; Δεν το θυμόταν, μα της είχε φανεί μια φωνή χοντροκομμένη, η φωνή ενός απόκληρου της κοινωνίας, ενός περιθωριακού. Αυτά είχε πει στον δημοσιογράφο και τώρα ήταν σίγουρη πως ο άνδρας είχε διαβάσει αυτά τα λόγια της.
Πήρε τη βαλίτσα της, κατέβηκε από το τρένο και κατευθύνθηκε προς το αστυνομικό τμήμα. Αλλά τι θα τους δήλωνε; Ότι είχε δειπνήσει στο τρένο με τον άνδρα που πριν ένα χρόνο είχε ληστέψει την τράπεζα που βρισκόταν κοντά στο σπίτι της και την είχε ρίξει στο έδαφος βουτώντας από το χέρι της τη σύνταξη του ανδρός της; Μα δεν ήξερε καν πώς τον έλεγαν! Φυσικά, υπήρχε η ιστορία με τα άλογα αλλά πιθανώς να την είχε εφεύρει εκείνος. Τι μπορούσε να πει στους αστυνομικούς; Ότι εκείνος που είχε θεωρήσει ως έναν άξεστο αγράμματο ήταν ένας κομψός και καλλιεργημένος κύριος που μιλούσε για αστέρια και γνώριζε απ' έξω ποιήματα; Ήταν λίγα, πραγματικά λίγα.
Μαραΐνι Ντάτσια
(μετφ. Πάνος Δημάκης)
6 Φωνές, 6 Γυναίκες- Διηγήματα



