... Στην αφετηρία...
Το
διήγημα της Άλις Μονρό «Παραδουλεύτρα»
(«Hired
girl», από τη συλλογή διηγημάτων «The
view from Castle Rock»
του 2006) είναι μια ιστορία γραμμένη σε
πρώτο πρόσωπο, που εξιστορεί συγκριτικά
-σε σχέση και με τα υπόλοιπα πρόσωπα του
διηγήματος- και με λεπτές παρατηρήσεις,
τη ζωή μιας δεκαεπτάχρονης, που
εργάζεται, κατά τη διάρκεια των
καλοκαιρινών διακοπών, ως υπηρέτρια
στο σπίτι μιας οικογένειας, σε ένα νησί,
από
τα πολλά του Καναδά,
που ονομάζεται Ναυσικά.
Η
Μίνι, η κεντρική ηρωίδα του διηγήματος,
αλλά κι όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα που
εμφανίζονται στην ιστορία αναδεικνύονται
από τη συγγραφέα μ' όλες τις λεπτές
ψυχολογικές προεκτάσεις της ύπαρξής
τους. Η καθημερινότητά τους προβάλλει
αδρά και χωρίς επιτήδευση, ενώ η Μονρό
εισχωρεί μέσα στη γυναικεία, κυρίως,
ψυχοσύνθεση με υπαινικτικότητα και
απλότητα, έτσι που σχεδόν δεν το
αντιλαμβάνεται ο αναγνώστης. Τόσο η
έφηβη κεντρική ηρωίδα όσο και οι
μεγαλύτερες σε ηλικία γυναίκες γίνονται
«σημαντικές»
ως αφηγηματικά πρόσωπα ακόμη κι αν η
ζωή τους και τα πράγματα που τις απασχολούν
φαντάζουν κοινά, μικρά και ασήμαντα.
Είναι σαν να παρακολουθεί ο αναγνώστης
-ως αόρατος παρατηρητής- να εξελίσσεται
μπροστά του η απλή καθημερινή
ζωή απλών ανθρώπων, που
όμως αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να
συμβεί κάτι αναπάντεχο, κάτι που θ'
ανατρέψει αυτή την ήρεμη καθημερινότητα,
κορυφώνοντας, βέβαια, και την αγωνία
του αναγνώστη.
❀
Η κυρία Μοντζόι μού έδειχνε πώς να τακτοποιώ κατσαρόλες και τηγάνια. Δεν τα είχα βάλει όλα στη σωστή θέση.
Αυτό που απεχθανόταν περισσότερο, μου είπε, ήταν ένα συρτάρι άνω κάτω.
«Χάνει κανείς περισσότερο χρόνο», είπε. «Χάνει περισσότερο χρόνο ψάχνοντας για κάτι επειδή δεν το βρίσκει εκεί που ήταν την τελευταία φορά».
«Έτσι γινόταν και με τις παραδουλεύτρες στο σπίτι μας», είπα. «Τις πρώτες μέρες έβαζαν πάντα τα πράγματα σε μέρη όπου δεν μπορούσες να τα βρεις.
»Έτσι τις λέγαμε τις υπηρέτριες στο σπίτι μας», πρόσθεσα. «Παραδουλεύτρες».
«Αλήθεια;» είπε. Μεσολάβησαν μερικά δευτερόλεπτα σιωπής. «Και το τρυπητό σ' εκείνο τον γάντζο εκεί».
Γιατί αισθάνθηκα την ανάγκη να πω ό,τι είπα; Γιατί ήταν απαραίτητο να αναφέρω ότι είχαμε παραδουλεύτρες στο σπίτι;
Εύκολο να το καταλάβει κανείς. Για να προσεγγίσω όσο το δυνατόν περισσότερο το επίπεδό της. Λες και ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Λες και ό,τι κι αν έλεγα για τον εαυτό μου ή το σπίτι από το οποίο ερχόμουν θα μπορούσε να την ενδιαφέρει ή να την εντυπωσιάσει.
Αυτό για τις παραδουλεύτρες ήταν πάντως αλήθεια. Στα πρώτα μου χρόνια διαδέχονταν η μία την άλλη. Υπήρχε η Όλιβ, μια μαλακιά νυσταλέα κοπέλα που δεν με συμπαθούσε επειδή την έλεγα Όλιβ Όιλ. Ακόμα κι όταν με υποχρέωσαν να της ζητήσω συγγνώμη, εξακολούθησε να μη με συμπαθεί. Μπορεί να μη συμπαθούσε κανέναν από μας, επειδή ήταν χριστιανή της Βιβλικής Εκκλησίας, κι αυτό την έκανε δύσπιστη κι επιφυλακτική. Είχε τη συνήθεια να τραγουδάει όταν έπλενε τα πιάτα κι εγώ τα σκούπιζα. There is a Balm in Gilead... (1) Αν έκανα να τραγουδήσω κι εγώ μαζί της, σταματούσε.
Μετά ήρθε η Τζίνι, που την αγαπούσα επειδή ήταν όμορφη και μου έβαζε μπικουτί στα μαλλιά τη νύχτα, όταν έβαζε και στα δικά της. Είχε έναν κατάλογο με αγόρια με τα οποία έβγαινε κι έβαζε περίεργα σημάδια δίπλα στα ονόματά τους: x x x o o. Αυτή δεν φτούρησε πολύ.
Ούτε η Ντόροθι φτούρησε, που κρέμαγε τα ρούχα στο σκοινί με περίεργο τρόπο -από τον γιακά ή από το μανίκι ή το ένα μπατζάκι- και μάζευε τη σκόνη σε μια γωνιά όπου στερέωνε έπειτα τη σκούπα για να την κρύψει.
Μα όταν ήμουν γύρω στα δέκα, οι παλιές παραδουλεύτρες έγιναν ανάμνηση του παρελθόντος. Δεν ξέρω αν αυτό οφειλόταν στο ότι είχαμε φτωχύνει ή στο ότι θεώρησαν ότι ήμουν αρκετά μεγάλη για να βοηθάω στο νοικοκυριό. Και τα δύο ήταν αλήθεια.
Τώρα ήμουν δεκαεφτά και μπορούσα να προσληφθώ κι εγώ, αν και μόνο για το καλοκαίρι, επειδή μου έμενε ακόμη μια χρονιά στο γυμνάσιο. Η αδελφή μου ήταν δώδεκα, οπότε μπορούσε να αναλάβει το σπίτι.
Η κυρία Μοντζόι με είχε πάρει από τον σιδηροδρομικό σταθμό του Πουάντ ο Μπαρίλ και με πήγε στο νησί με εξωλέμβιο. Η γυναίκα που είχε το παντοπωλείο στο Πουάντ ο Μπαρίλ με είχε συστήσει για τη δουλειά. Ήταν παλιά φίλη της μητέρας μου -είχαν κάνει μαζί δασκάλες. Η κυρία Μοντζόι την είχε ρωτήσει αν ήξερε καμιά κοπέλα της υπαίθρου, συνηθισμένη στις δουλειές του σπιτιού, που θα ήταν διαθέσιμη για το καλοκαίρι, και η γυναίκα είχε σκεφτεί πως αυτή η δουλειά ήταν ό,τι έπρεπε για μένα. Την ίδια γνώμη είχα κι εγώ -ανυπομονούσα να γνωρίσω λίγο τον κόσμο.
Η κυρία Μοντζόι φορούσε χακί σορτς με το πουκάμισο από μέσα. Τα κοντά, ξεθωριασμένα από τον ήλιο μαλλιά της ήταν περασμένα πίσω από τα αυτιά της. Πήδηξε στη βάρκα σαν αγόρι, τράβηξε με δύναμη το σκοινί για να πάρει μπροστά η μηχανή και εκτοξευτήκαμε στα κυματισμένα βραδινά νερά του Τζόρτζιαν Μπέι. Επί τριάντα με σαράντα λεπτά κάναμε σλάλομ ανάμεσα σε βραχώδη και δασωμένα νησιά με τα μοναχικά εξοχικά σπίτια τους και τις βάρκες τους που σκαμπανέβαζαν δίπλα στις προβλήτες. Πεύκα πρόβαλλαν σε παράξενες γωνίες, ακριβώς όπως στους ζωγραφικούς πίνακες.
Κρατιόμουν από τα πλευρά της βάρκας και τουρτούριζα με το ελαφρό φουστανάκι μου.
«Ζαλίζεσαι λιγάκι;» ρώτησε η κυρία Μοντζόι, με μια υποψία χαμόγελου. Έμοιαζε με αναγγελία χαμόγελου, όταν η περίσταση δεν δικαιολογούσε κανονικό. Είχε μεγάλα λευκά δόντια και μακρύ ηλιοκαμένο πρόσωπο, και η φυσική έκφρασή της ήταν, θα έλεγες, έκφραση ανυπομονησίας που μόλις και μετά βίας ελεγχόταν. Καταλάβαινε μάλλον ότι αυτό που αισθανόμουν ήτανφόβος, όχι ναυτία, και πέταξε αυτή την ερώτηση για να με απαλλάξει -και να απαλλάξει και τον εαυτό της- από τυχόν αμηχανία.
Ορίστε η πρώτη διαφορά, ήδη, από τον κόσμο στον οποίο ήμουν συνηθισμένη. Σ' εκείνο τον κόσμο, ο φόβος ήταν στην ημερήσια διάταξη, τουλάχιστον για τις γυναίκες. Μπορεί να φοβόσουν τα φίδια, τις καταιγίδες, τα βαθιά νερά, το ύψος, το σκοτάδι, τον ταύρο, τον μοναχικό δρόμο μέσα από τον βάλτο, και να μην είχε κανείς τη χειρότερη γνώμη για σένα. Στον κόσμο της κυρίας Μοντζόι όμως, ο φόβος ήταν ντροπή και κάτι που έπρεπε να υπερνικάς, πάντα.
Το νησί προς το οποίο κατευθυνόμασταν είχε όνομα: Ναυσικά. Το όνομα ήταν γραμμένο σε μια πινακίδα στο τέρμα της προβλήτας. Το είπα δυνατά, προσπαθώντας να δείξω ότι αισθανόμουν άνετα και σε θέση να εκτιμήσω διακριτικά, και η κυρία Μοντζόι είπε με ελαφριά έκπληξη: «Α, ναι. Ήταν το όνομα που είχε όταν το αγόρασε ο μπαμπάς. Από κάποια ηρωίδα του Σαίξπηρ».
Άνοιξα το στόμα μου να πω όχι, όχι, όχι του Σαίξπηρ, και να εξηγήσω ότι η Ναυσικά ήταν η κοπέλα που έπαιζε τόπι με τις φίλες της στην παραλία και τα 'χασε όταν είδε τον Οδυσσέα που ξύπνησε από τον ύπνο του. Είχα ήδη αρκετή εμπειρία εκείνη την εποχή ώστε να ξέρω ότι οι άνθρωποι ανάμεσα στους οποίους ζούσα δεν καλοδέχονταν τέτοιου είδους πληροφορίες και θα είχα μάλλον σωπάσει ακόμα κι αν μας είχε ρωτήσει ο καθηγητής στο σχολείο, αλλά πίστευα ότι έξω στον κόσμο -τον πραγματικό κόσμο- οι άνθρωποι θα ήταν διαφορετικοί. Αναγνώρισα εγκαίρως από την τραχύτητα στον τόνο της κυρίας Μοντζόι όταν είπε «από κάποια ηρωίδα του Σαίξπηρ» ότι η Ναυσικά, ο Σαίξπηρ καθώς και οποιεσδήποτε δικές μου παρατηρήσεις ήταν πράγματα χωρίς τα οποία θα μπορούσε κάλλιστα να ζήσει.
Το φόρεμα που φορούσα στο ταξίδι το είχα ράψει μόνη μου, από βαμβακερό ύφασμα με ροζ και λευκές ρίγες. Το ύφασμα ήταν φτηνό, κι αυτό επειδή δεν προοριζόταν για φόρεμα αλλά για μπλούζα ή νυχτικό, και το σχέδιο που είχα διαλέξει -φαρδιά φούστα με εφαρμοστή μέση, σύμφωνα με τη μόδα- ήταν λάθος. Όταν περπατούσα, το ύφασμα μαζευόταν ανάμεσα στα πόδια μου κι έπρεπε να το τραβάω συνεχώς προς τα κάτω. Ήταν η πρώτη μέρα που το φορούσα και εξακολουθούσα να πιστεύω ότι το πρόβλημα μπορεί να ήταν προσωρινό -μ' ένα αρκετά γερό τράβηγμα μπορεί το ύφασμα να έπεφτε επιτέλους σωστά. Όταν όμως έβγαλα τη ζώνη μου, διαπίστωσα ότι η ζέστη της ημέρας σε συνδυασμό με τη ζέστη στο τρένο είχε δημιουργήσει ένα χειρότερο πρόβλημα. Η ζώνη, μια φαρδιά, λαστέξ φάσα χρώματος μπορντό, είχε ξεβάψει. Το φόρεμα είχε πάρει μια φραουλιά απόχρωση σε όλη την περιφέρεια της μέσης.
Έκανα αυτή τη διαπίστωση όταν ξεντύθηκα στη σοφίτα του παράσπιτου για τη βάρκα, που θα μοιραζόμουν με τη δεκάχρονη κόρη της κυρίας Μοντζόι, τη Μέρι Αν.
«Τι έπαθε το φόρεμά σου;» ρώτησε η Μέρι Αν. «Ιδρώνεις πολύ; Κρίμα».
Απάντησα πως ήταν παλιό το φόρεμα, δεν ήθελα να βάλω κάτι καλό στο τρένο.
Η Μέρι Αν ήταν ξανθιά, με φακίδες και μακρύ πρόσωπο σαν της μητέρας της. Αλλά δεν είχε το ύφος της μητέρας της, όπου οι συνοπτικές ετυμηγορίες καραδοκούσαν στην επιφάνεια έτοιμες να εκτοξευτούν καταπάνω σου. Η έκφρασή της ήταν καλόβολη και σοβαρή, και φορούσε χοντρά γυαλιά ακόμα κι όταν καθόταν στο κρεβάτι. Πολύ σύντομα θα μου έλεγε ότι είχε κάνει εγχείρηση για να διορθώσει τον στραβισμό της, αλλά η όρασή της παρέμενε και πάλι κακή.
«Έχω τα μάτια του μπαμπά», είπε. «Και την εξυπνάδα του, γι' αυτό είναι κρίμα που δεν είμαι αγόρι».
Άλλη μια διαφορά. Στο μέρος από όπου προερχόμουν, ο κόσμος αντιμετώπιζε γενικά με περισσότερη δυσπιστία την εξυπνάδα των αγοριών παρά των κοριτσιών, χωρίς να τη θεωρεί πάντως τόσο μεγάλο πλεονέκτημα ούτε στη μία ούτε στην άλλη περίπτωση. Τα κορίτσια μπορούσαν να γίνουν δασκάλες, κι αυτό δεν ήταν κακό -έστω κι αν αρκετά συχνά έμεναν γεροντοκόρες- αλλά αν ένα αγόρι συνέχιζε το σχολείο, αυτό σήμαινε ότι ήταν αδελφή.
Όλη νύχτα άκουγες το νερό που χτύπαγε παφλάζοντας πάνω στα σανίδια του παράσπιτου. Το πρωί έφτασε νωρίς. Αναρωτιόμουν αν είχα άραγε ανέβει τόσο ψηλά στον βορρά, ώστε ο ήλιος να ανατέλλει πιο νωρίς απ' ό,τι στο σπίτι μου. Σηκώθηκα και κοίταξα έξω. Από το μπροστινό παράθυρο, είδα το μεταξένιο νερό, σκοτεινό στο βάθος αλλά αστραφτερό στην επιφάνεια, που αντανακλούσε το φως του ουρανού. Τις βραχώδεις ακτές αυτού του μικρού κολπίσκου, τις αγκυροβολημένες βάρκες, το κανάλι που φάρδαινε παραπέρα, τους όγκους κάνα δυο άλλων νησιών, κι άλλες ακτές και κανάλια στο βάθος. Σκέφτηκα πως δεν θα κατάφερνα ποτέ, μόνη μου, να ξαναβρώ τον δρόμο προς την ηπειρωτική χώρα.
Δεν είχα καταλάβει ακόμη ότι οι υπηρέτριες δεν ήταν ανάγκη να βρουν τον δρόμο για οπουδήποτε. Έμεναν εκεί που βρίσκονταν, εκεί που ήταν η δουλειά. Μόνο οι άνθρωποι που έδιναν τη δουλειά μπορούσαν να πηγαινοέρχονται.
Το πίσω παράθυρο έβλεπε σ' έναν γκρίζο βράχο που έμοιαζε με κεκλιμένο τοίχο, με φρύδια και σχισμές όπου είχαν καταφέρει να ριζώσουν μικρά πεύκα, κέδρα και θαμνόμουρα. Κάτω στη βάση αυτού του τοίχου ήταν ένα μονοπάτι -που θα το έπαιρνα αργότερα- το οποίο έβγαζε μέσα από το δάσος στο σπίτι της κυρίας Μοντζόι. Εδώ ήταν όλα υγρά και σχεδόν σκοτεινά, παρότι, αν τέντωνες το κεφάλι σου, έβλεπες κομμάτια του ουρανού ν' ασπρίζουν μέσα από τα δέντρα στην κορυφή του βράχου. Όλα σχεδόν τα δέντρα ήταν αυστηρά και ευωδιαστά αειθαλή, με χοντρά κλαδιά που δεν άφηναν να φυτρώσουν πολλά πράγματα από κάτω -ούτε ίχνος από το όργιο από κλήματα, βατομουριές και δενδρύλλια που είχα συνηθίσει να βλέπω στο δάσος με τα φυλλοβόλα. Το είχα παρατηρήσει αυτό κοιτάζοντας από το τρένο την προηγουμένη -πώς αυτό που εμείς λέγαμε λόχμη μετατρεπόταν σε πιο αυθεντικό δάσος, από το οποίο είχε εξαφανιστεί όλη η αφθονία, όλο το χάος κι όλη η εποχιακή ποικιλία. Είχα την εντύπωση ότι αυτό το πραγματικό δάσος ανήκε στους πλούσιους -ήταν το σκοτεινό πάρκο αναψυχής που τους ταίριαζε- και στους Ινδιάνους, που υπηρετούσαν τους πλούσιους ως οδηγοί και εξωτικοί υποτελείς, που ζούσαν αθέατοι και λησμονημένοι, κάπου όπου δεν έφτανε το τρένο.
Παρ' όλα αυτά, εκείνο το πρωινό κοίταζα πραγματικά έξω, με μεγάλη ανυπομονησία, σαν αυτό να ήταν ένα μέρος όπου θα ζούσα και όπου όλα θα μου γίνονταν οικεία. Κι όλα μου έγιναν πράγματι οικεία, τουλάχιστον στα μέρη όπου με έφερνε η δουλειά μου και όπου έτρεπε να πάω. Αλλά ένας φράχτης είχε υψωθεί. Φράχτης είναι ίσως πολύ έντονη λέξη -δεν ήταν τόσο προειδοποίηση όσο κάτι σαν τρεμοφέγγισμα στον αέρα, μια ράθυμη υπόμνηση. Αυτό δεν είναι για σένα. Δεν ήταν ανάγκη να ειπωθεί. Ούτε να γραφτεί σε πινακίδα.
Αυτό δεν είναι για σένα. Και μολονότι τον ένιωθα, δεν ήμουν απολύτως διατεθειμένη να παραδεχτώ ότι αυτός ο φράχτης υπήρχε. Αρνιόμουν να παραδεχτώ ότι αισθανόμουν ποτέ ταπεινωμένη ή μόνη ή ότι ήμουν πραγματική υπηρέτρια. Έπαψα όμως να σκέφτομαι να βγω από το μονοπάτι, να πάω για εξερεύνηση ανάμεσα στα δέντρα. Αν μ' έβλεπε κάποιος, θα έπρεπε να δώσω εξηγήσεις, κι εκείνοι -η κυρία Μοντζόι- δεν θα ήταν και πολύ ευχαριστημένοι.
Και για να λέμε την αλήθεια, στο θέμα αυτό τα πράγματα δεν ήταν τόσο διαφορετικά στα μέρη μου, όπου οποιοδήποτε ενδιαφέρον για το ύπαιθρο το οποίο δεν συνδεόταν με πρακτικούς λόγους, ή το να περιφέρεσαι άσκοπα στη φύση -κι αυτή ακόμα η χρήση της λέξης, φύση- θα έκανε τον κόσμο να γελάει πίσω από την πλάτη σου.
Της Μέρι Αν τής άρεσε να μιλάει όταν ξαπλώναμε στα ράντζα μας τη νύχτα. Μου έλεγε ότι το αγαπημένο της βιβλίο ήταν το Κον - Τίκι κι ότι δεν πίστευε στον Θεό ή τον Παράδεισο.
«Η αδελφή μου έχει πεθάνει», είπε. «Δεν πιστεύω ότι πλανιέται κάπου στον αέρα φορώντας άσπρη πουκαμίσα. Πέθανε, πάει. Δεν είναι τίποτα πια.
»Η αδελφή μου ήταν όμορφη», είπε. «Σε σύγκριση μ' εμένα τουλάχιστον. Η μαμά δεν υπήρξε ποτέ ωραία κι ο μπαμπάς είναι πραγματικά άσχημος. Η θεία Μάργκαρετ ήταν ωραία παλιά, αλλά τώρα έχει παχύνει. Και η γιαγιά ήταν ωραία παλιά, αλλά τώρα είναι γριά. Η φίλη μου η Έλεν είναι ωραία, αλλά η φίλη μου η Σούζαν όχι. Εσύ είσαι ωραία, αλλά δεν μετράει, γιατί είσαι η υπηρέτρια. Σε πληγώνει που το λέω αυτό;»
«Όχι», απάντησα. «Όσο είμαι εδώ, είμαι μόνο η υπηρέτρια».
Όχι ότι ήμουν η μοναδική υπηρέτρια στο νησί. Οι άλλοι ήταν ένα αντρόγυνο, ο Χένρι και η Κόρι. Δεν αισθάνονταν να τους μειώνει η δουλειά τους -ήταν ευγνώμονες γι' αυτή. Είχαν έρθει στον Καναδά από την Ολλανδία πριν από μερικά χρόνια και τους είχαν προσλάβει ο κύριος και η κυρία Φόλεϊ, που ήταν οι γονείς της κυρίας Μοντζόι. Ο κύριος και η κυρία Φόλεϊ ήταν οι ιδιοκτήτες του νησιού και έμεναν σ' ένα μεγάλο άσπρο μπανγκαλόου, με τις τέντες και τις βεράντες του, στο ψηλότερο σημείο του νησιού. Ο Χένρι κούρευε το γκαζόν, φρόντιζε το γήπεδο τένις, έβαφε κάθε τόσο τις πολυθρόνες του κήπου και βοηθούσε τον κύριο Φόλεϊ στις βάρκες, στο καθάρισμα των μονοπατιών και στις επισκευές της προβλήτας. Η Κόρι έκανε τις δουλειές του σπιτιού, μαγείρευε και φρόντιζε την κύρια Φόλεϊ.
Η κυρία Φόλεϊ περνούσε τα ηλιόλουστα πρωινά έξω, καθισμένη σε μια σεζλόνγκ, με τα πόδια απλωμένα στον ήλιο και το κεφάλι προστατευμένο από μια τέντα προσαρμοσμένη στη σεζλόνγκ. Η Κόρι έβγαινε και τη μετακινούσε ανάλογα με την κίνηση του ήλιου, την πήγαινε στο μπάνιο, της έφερνε φλιτζάνια τσάι και ποτήρια παγωμένο καφέ. Τα έβλεπα αυτά με τα μάτια μου όταν ανέβαινα από το σπίτι των Μοντζόι στο σπίτι των Φόλεϊ για κάποιο θέλημα ή για να βάλω ή να πάρω κάτι από τον καταψύκτη. Οι καταψύκτες ήταν ακόμη σχετικά σπάνιο είδος πολυτελείας εκείνη την εποχή και οι Μοντζόι δεν είχαν στο δικό τους σπίτι.
«Μην πιπιλάτε τα παγάκια», άκουσα να λέει η Κόρι στην κυρία Φόλεϊ. Η κυρία Φόλεϊ δεν έδωσε, κατά τα φαινόμενα, σημασία και συνέχισε να πιπιλάει ένα παγάκι, οπότε η Κόρι είπε: «Κακό. Μη. Φτύστε. Φτύστε το στο χέρι της Κόρι. Κακό. Δεν κάνετε ό,τι λέει η Κόρι».
Με πρόφτασε καθώς πήγαινα προς το σπίτι και μου εξήγησε: «Τους λέω ότι μπορεί να πνιγεί και να πεθάνει. Αλλά ο κύριος Φόλεϊ λέει πάντα, δώσ' της παγάκια, θέλει κι αυτή ένα ποτό όπως όλοι. Έτσι της το λέω και το ξαναλέω όλη την ώρα. Μην πιπιλάτε παγάκια. Μα δεν εννοεί να κάνει αυτό που της λέω».
Μερικές φορές μ' έστελναν να βοηθήσω την Κόρι να γυαλίσει τα έπιπλα ή να περάσει με κερί τα πατώματα. Ήταν πολύ απαιτητική. Δεν περιοριζόταν ποτέ στο να σκουπίζει τους πάγκους της κουζίνας, τους έτριβε. Κάθε κίνηση που έκανε είχε τον δυναμισμό και τη συγκέντρωση ανθρώπου που τραβάει κουπί κόντρα στο ρεύμα και κάθε λέξη που πρόφερε εκτοξευόταν, θαρρείς, κόντρα σ' έναν δυνατό άνεμο αντίστασης. Όταν έστυβε ένα πατσαβούρι, είχες την εντύπωση πως έστριβε τον λαιμό πουλερικού. Σκεφτόμουν πως μπορεί να είχε ενδιαφέρον αν την κατάφερνα να μιλήσει για τον πόλεμο, αλλά το μόνο που είπε ήταν πως όλος ο κόσμος πεινούσε κι ότι φύλαγαν τις πατατόφλουδες για να τις κάνουν σούπα.
«Δεν ωφελεί», είπε. «Δεν ωφελεί να μιλάς γι' αυτά».
Προτιμούσε το μέλλον. Αυτή και ο Χένρι έκαναν οικονομίες για ν' ανοίξουν επιχείρηση. Ήθελαν ν' ανοίξουν οίκο ευγηρίας.
«Ένα σωρό κόσμος σαν αυτή», είπε η Κόρη, τινάζοντας προς τα πίσω το κεφάλι της για να δείξει την κυρία Φόλεϊ έξω στο γκαζόν. «Κι όλο και περισσότεροι με τον καιρό. Επειδή τους δίνουν φάρμακα και δεν πεθαίνουν τόσο γρήγορα. Ποιος θα τους κοιτάξει;»
Μια μέρα, η κυρία Φόλεϊ με φώναξε καθώς διέσχιζα το γκαζόν.
«Δεν μου λες, για πού το 'βαλες τόσο βιαστική;» είπε. «Έλα κάθισε εδώ δίπλα μου να ξεκουραστείς λίγο».
Τα λευκά της μαλλιά ήταν μαζεμένα κάτω από ένα μαλακό ψάθινο καπέλο, κι όταν έσκυβε μπροστά, ο ήλιος έμπαινε από τις τρύπες της ψάθας και ψέκαζε με φωτεινές πιτσίλες τις ροζ ανοιχτοκάστανες κηλίδες στο πρόσωπό της. Τα μάτια της είχαν ένα χρώμα τόσο σβησμένο, που δεν μπορούσα να το ξεχωρίσω, και το σώμα της ήταν περίεργο: στενό επίπεδο στήθος και πρησμένη κοιλιά κάτω από φαρδιά ανοιχτόχρωμα ρούχα το ένα πάνω στ' άλλο. Το δέρμα στα πόδια που είχε απλωμένα στον ήλιο γυάλιζε ξασπρισμένο και γεμάτο ανεπαίσθητες ραγάδες.
«Συγγνώμη που δεν φορώ τις κάλτσες μου», είπε. «Φοβάμαι ότι μ' έπιασαν τεμπελιές σήμερα. Μα τι αξιοθαύμαστο κορίτσι είσαι συ. Να κάνεις τόσο δρόμο ολομόναχη. Σε βοήθησε ο Χένρι να κουβαλήσεις τα ψώνια από την προβλήτα;»
Η κυρία Μοντζόι μάς κούνησε το χέρι. Πήγαινε στο γήπεδο τένις να κάνει μάθημα στη Μέρι Αν. Της έκανε μάθημα κάθε πρωί και στο φαγητό συζητούσαν τα λάθη που είχε κάνει η Μέρι Αν.
«Να κι εκείνη η γυναίκα που έρχεται να παίξει τένις», είπε η κυρία Φόλεϊ για την κόρη της. «Έρχεται κάθε μέρα, οπότε δεν υπάρχει πρόβλημα, φαντάζομαι. Γιατί να μη χρησιμοποιεί το δικό μας γήπεδο, αν δεν έχει δικό της;»
Η κυρία Μοντζόι μού είπε αργότερα: «Η κυρία Φόλεϊ σου ζήτησε να πας να καθίσεις στο γκαζόν;»
«Ναι», απάντησα. «Νόμιζε πως έφερα τα ψώνια».
«Νομίζω πως υπήρχε μια μπακάλισσα που είχε βάρκα παλιά. Μα πάνε χρόνια που δεν γίνεται πια παράδοση στο σπίτι. Η κυρία Φόλεϊ τα μπερδεύει πότε πότε».
«Είπε για σας πως είστε μια γυναίκα που ήρθε να παίξει τένις».
«Αλήθεια;» είπε η κυρία Μοντζόι.
Οι δουλειές που έπρεπε να κάνω εκεί δεν ήταν δύσκολες για μένα. Ήξερα να ψήνω, να σιδερώνω, να καθαρίζω τον φούρνο. Κανείς δεν έφερνε με τα παπούτσια του λάσπη από την αυλή του στάβλου σ' αυτή την κουζίνα και δεν είχες βαριά αντρικά ρούχα εργασίας να περάσεις από το στιφτήρι. Η δουλειά σου ήταν να βάζεις το καθετί στη σωστή του θέση και να γυαλίζεις τα πάντα. Να γυαλίζεις γύρω γύρω τα μάτια της κουζίνας έπειτα από κάθε χρήση, να γυαλίζεις τις βρύσες, να γυαλίζεις την τζαμαρία που έβγαζε στη βεράντα, ώσπου να μη φαίνεται καθόλου το τζάμι και να κινδυνεύει ο κόσμος να πέσει επάνω και να σπάσει τα μούτρα του.
Το σπίτι των Μοντζόι ήταν μοντέρνο, με επίπεδη στέγη, βεράντα που προεξείχε πάνω από το νερό και πάρα πολλά παράθυρα, που η κυρία Μοντζόι τα ήθελε αόρατα σαν τη τζαμαρία της βεράντας.
«Πρέπει όμως να είμαι ρεαλίστρια», έλεγε. «Ξέρω πως, αν το έκανες αυτό, δεν θα πρόφταινες να κάνεις τίποτ' άλλο». Δεν μπορούσες να πεις ότι σε ξεθέωνε στη δουλειά, κάθε άλλο. Ο τόνος της μαζί μου ήταν αυστηρός και ελαφρά τσαντισμένος, αλλά αυτό τον τόνο χρησιμοποιούσε με όλους. Ήταν μονίμως σε επιφυλακή για να εντοπίσει αμέλεια ή ανικανότητα, την οποία απεχθανόταν. Τσαπατσούλικος ήταν η αγαπημένη της λέξη αποδοκιμασίας. Άλλες ήταν ανούσιος και περιττός. Οι άνθρωποι έκαναν πολλά πράγματα που ήταν περιττά, και μερικά απ' αυτά ήταν και ανούσια. Άλλοι μπορεί να χρησιμοποιούσαν τις λέξεις κουλτουριάρικος, διανοούμενος, ανεκτικός. Η κυρία Μοντζόι εξαφάνιζε όλες αυτές τις διακρίσεις με μια κίνηση.
Έτρωγα μόνη μου, όταν δεν χρειαζόταν να σερβίρω όποιον έτρωγε στη βεράντα ή στην τραπεζαρία. Σ' αυτό το ζήτημα, λίγο έλειψε να κάνω ένα τρομερό λάθος. Την πρώτη φορά που η κυρία Μοντζόι με τσάκωσε να κατευθύνομαι προς τη βεράντα με τρία πιάτα -τα οποία κρατούσα με επιδεικτικό στιλ σερβιτόρας- ρώτησε: «Γιατί τρία πιάτα; Α, ναι, δύο έξω στη βεράντα κι ένα για σένα εδώ. Εντάξει;»
Όσο έτρωγα διάβαζα. Είχα βρει μια στοίβα παλιά περιοδικά -Life, Look, Time και Collier's- στο βάθος της αποθηκούλας για τις σκούπες. Αντιλαμβανόμουν ότι στην κυρία Μοντζόι δεν άρεσε η ιδέα ότι διάβαζα αυτά τα περιοδικά ενώ έτρωγα, αν και δεν ήξερα γιατί. Μήπως επειδή ήταν ανάγωγο να τρως και να διαβάζεις ταυτόχρονα, ή επειδή δεν είχα ζητήσει την άδειά της; Κατά πάσα πιθανότητα, θεωρούσε ότι το ενδιαφέρον μου για πράγματα που δεν είχαν καμία σχέση με τη δουλειά μου ήταν κάτι σαν συγκαλυμμένη αναίδεια. Περιττό.
Περιορίστηκε να πει: «Αυτά τα παλιά περιοδικά πρέπει να έχουν τρομερή σκόνη».
Απάντησα ότι τα ξεσκόνιζα πάντα.
Μερικές φορές υπήρχε κάποιος καλεσμένος για φαγητό, κάποια φίλη που είχε έρθει από κάποιο γειτονικό νησί. Άκουσα μια φορά την κυρία Μοντζόι να λέει: «... πρέπει να φροντίζεις να μένουν αυτές οι κοπέλες ικανοποιημένες, αλλιώς θα πάνε στο ξενοδοχείο ή στο λιμάνι. Κι εκεί μπορούν να βρουν εύκολα ένα σωρό δουλειές. Τα πράγματα σήμερα δεν είναι όπως παλιά».
«Πες το ψέματα», είπε η άλλη γυναίκα.
«Οπότε κάνεις κι εσύ λίγο τα στραβά μάτια», είπε η κυρία Μοντζόι. «Τους φέρεσαι όσο καλύτερα μπορείς». Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα ώσπου να συνειδητοποιήσω ότι μιλούσαν για μένα. Για μένα. «Κοπέλες» σήμαινε κοπέλες σαν εμένα. Αναρωτήθηκα τότε πώς φρόντιζαν να είμαι ικανοποιημένη. Με το να με παίρνουν πότε πότε μαζί τους σ' εκείνες τις φοβερές βαρκάδες, όταν η κυρία Μοντζόι πήγαινε ν' αγοράσει προμήθειες; Με το να μου επιτρέπουν να φοράω σορτς και μπλούζα, ή έστω έξωμο μπουστάκι, αντί για στολή με λευκό γιακά και μανσέτες;
Και ποιο ξενοδοχείο εννοούσαν; Ποιο λιμάνι;
«Σε τι είσαι καλύτερη;» ρώτησε η Μέρι Αν. «Σε ποιο άθλημα;»
Αφού το σκέφτηκα μια στιγμή, απάντησα: «Στο βόλεϊ». Το βόλεϊ ήταν υποχρεωτικό στο σχολείο. Δεν ήμουν πολύ καλή, αλλά ήταν το καλύτερό μου άθλημα, γιατί ήταν το μοναδικό.
«Ω, δεν εννοώ ομαδικά αθλήματα» είπε η Μέρι Αν. «Ρωτάω σε ποιο είσαι καλύτερη εσύ. Για παράδειγμα, στο τένις; Στο κολύμπι, στην ιππασία, σε τι; Εμένα το καλύτερό μου είναι η ιππασία, επειδή δεν εξαρτάται τόσο από την όρασή σου. Της θείας Μάργκαρετ το καλύτερό της ήταν το τένις, και της γιαγιάς το ίδιο. Του παππού ήταν η ιστιοπλοΐα, του μπαμπά είναι το κολύμπι, νομίζω, του θείου Στιούαρτ είναι το γκολφ και η ιστιοπλοΐα, και της μαμάς το γκολφ, το κολύμπι, η ιστιοπλοΐα, το τένις κι ό,τι άλλο θες, αλλά ίσως το τένις είναι λιγάκι το καλύτερό της σε σχέση με όλα τ' άλλα. Αν η αδελφή μου η Τζέιν δεν είχε πεθάνει, δεν ξέρω ποιο θα ήταν το δικό της, αλλά μπορεί να ήταν το κολύμπι, επειδή ήξερε ήδη κολύμπι κι ας ήταν μόλις τριών χρονών».
Δεν είχα πάει ποτέ σε γήπεδο τένις και η ιδέα να βγω με ιστιοπλοϊκό ή ν' ανέβω σε άλογο με τρόμαζε. Κολύμπι ήξερα, αλλά όχι πολύ καλά. Το γκολφ ήταν για μένα κάτι που έκαναν άνθρωποι με σαχλό παρουσιαστικό στα κινούμενα σχέδια. Οι μεγάλοι που γνώριζα δεν ασχολούνταν ποτέ με αθλήματα που απαιτούσαν σωματική δραστηριότητα. Κάθονταν να ξεκουραστούν όταν δεν δούλευαν, πράγμα που δεν συνέβαινε συχνά. Τα βράδια του χειμώνα μπορεί ωστόσο να έπαιζαν χαρτιά. Πρέφα. Ξερή. Όχι τα χαρτιά που θα έπαιζε ποτέ η κυρία Μοντζόι.
«Όσοι ξέρω δουλεύουν τόσο σκληρά, που δεν ασχολούνται με σπορ», είπα. «Δεν έχουμε καν γήπεδο τένις στην πόλη μας, ούτε γήπεδο γκολφ». (Στην πραγματικότητα είχαμε κι από τα δύο, αλλά δεν υπήρχαν λεφτά να συντηρηθούν τα χρόνια της Ύφεσης και δεν είχαν λειτουργήσει ξανά έκτοτε.) «Κανένας απ' αυτούς που ξέρω δεν έχει βάρκα». Δεν ανέφερα ότι η πόλη μου είχε παγοδρόμιο για χόκεϊ και γήπεδο μπέιζμπολ.
«Αλήθεια;» είπε η Μέρι Αν με σκεφτικό ύφος. «Και τι κάνουν τότε;»
«Δουλεύουν. Και δεν έχουν ποτέ δεκάρα, όλη τους τη ζωή».
Μετά της είπα ότι οι περισσότεροι απ' αυτούς που γνώριζα δεν είχαν δει ποτέ τουαλέτα και καζανάκι, παρά μόνο σε δημόσια κτίρια, κι ότι μερικές φορές οι ηλικιωμένοι (δηλαδή όσοι ήταν τόσο ηλικιωμένοι, που δεν μπορούσαν να εργαστούν) έμεναν τον χειμώνα όλη μέρα στο κρεβάτι για να μην κρυώνουν πολύ. Τα παιδιά κυκλοφορούσαν ξυπόλυτα ώσπου να πιάσουν οι πάγοι, για να μη χαλάνε το δέρμα των παπουτσιών τους, και πέθαιναν από κοιλόπονο που στην πραγματικότητα ήταν σκωληκοειδίτιδα, επειδή οι γονείς τους δεν είχαν λεφτά για γιατρό. Μερικές φορές ο κόσμος έτρωγε αγριοράδικα και τίποτ' άλλο για δείπνο.
Τίποτα απ' όλα αυτά -ούτε καν τα αγριοράδικα για δείπνο- δεν ήταν εντελώς ψέμα. Τα είχα ακούσει όλα. Αυτό για τα καζανάκια στις τουαλέτες ήταν ίσως το πλησιέστερο στην αλήθεια, αλλά ίσχυε για τους κατοίκους της υπαίθρου, όχι των πόλεων, και ως επί το πλείστον για μια γενιά πριν από τη δική μου. Καθώς όμως μιλούσα στη Μέρι Αν, ξετυλίγονταν στο μυαλό μου όλα τα μεμονωμένα περιστατικά που είχα ακούσει, έτσι που πίστευα σχεδόν ότι εγώ η ίδια περπατούσα ξυπόλυτη στην κρύα λάσπη με τα πόδια μελανιασμένα -εγώ που είχα το προνόμιο μουρουνέλαιου και εμβολιασμών, που μ' έστελναν στο σχολείο κουκουλωμένη μέχρι ασφυξίας κι έπεφτα για ύπνο πεινασμένη μόνο επειδή αρνιόμουν να φάω πράγματα όπως κρέμα με πέτσα, πουτίγκα ή συκώτι τηγανητό. Κι αυτή η παραπλανητική εντύπωση που έδινα μου φαινόταν δικαιολογημένη, σαν τα υπερβολικά ή σχεδόν ανυπόστατα πράγματα που έλεγα να υποκαθιστούσαν κάτι που δεν μπορούσα να εξηγήσω με σαφήνεια.
Πώς να εξηγήσω, για παράδειγμα, τη διαφορά ανάμεσα στην κουζίνα των Μοντζόι και τη δική μας κουζίνα στο σπίτι; Δεν αρκούσε να αναφέρω απλώς το τόσο λείο και γυαλισμένο πάτωμα της μιας και το φθαρμένο λινόλαιο της άλλης, ή το γεγονός ότι το νερό έφτανε με αντλία από ένα ντεπόζιτο στον νεροχύτη στη μια, ενώ η άλλη είχε ζεστό και κρύο νερό από τις βρύσες. Θα έπρεπε να πω ότι στη μία περίπτωση είχες μια κουζίνα που ανταποκρινόταν χωρίς παρεκκλίσεις στις προδιαγραφές μιας σύγχρονης κουζίνας και στην άλλη μια κουζίνα που άλλαζε περιστασιακά ανάλογα με τη χρήση και την έμπνευση της στιγμής, αλλά από πολλές απόψεις δεν άλλαζε καθόλου ποτέ και ανήκε αποκλειστικά σε μία οικογένεια και τα χρόνια και τις δεκαετίες της ζωής της συγκεκριμένης οικογένειας. Κι όταν σκεφτόμουν αυτή την κουζίνα, όπου η συσκευή για το μαγείρεμα ήταν συνδυασμός ηλεκτρικής κουζίνας και στόφας με ξύλα, την οποία γυάλιζα με κηρόχαρτο για το τύλιγμα του ψωμιού, όπου τα σκούρα τσίγκινα κουτιά με τα μπαχαρικά, σκουριασμένα στις άκρες, τα φυλάγαμε από χρόνο σε χρόνο στα ντουλάπια, όπου τα ρούχα της δουλειάς κρέμονταν πλάι στην πόρτα, μου φαινόταν ότι έπρεπε να την προστατέψω από την περιφρόνηση -ότι έπρεπε να προστατέψω από την περιφρόνηση έναν ολόκληρο κόσμο ζωής, πολύτιμο και οικείο, αν και σχεδόν καθόλου ευχάριστο. Την περιφρόνηση που φανταζόμουν ότι καραδοκούσε μονίμως, ότι κυκλοφορούσε με ηλεκτροφόρα καλώδια, ακριβώς κάτω από το δέρμα και πίσω από τις αντιλήψεις ανθρώπων όπως οι Μοντζόι.
«Αυτό δεν είναι δίκαιο», είπε η Μέρι Αν. «Είναι τρομερό. Δεν ήξερα ότι τα αγριοράδικα τρώγονται». Έπειτα όμως το πρόσωπό της φωτίστηκε. «Γιατί δεν πάνε να πιάσουν κανένα ψάρι;»
«Γιατί ήρθαν και τα έπιασαν ήδη αυτοί που δεν έχουν ανάγκη από ψάρια. Οι πλούσιοι. Για διασκέδαση».
Μερικοί άνθρωποι στα μέρη μου έπιαναν φυσικά ψάρια όταν είχαν χρόνο, άλλοι όμως, μεταξύ των οποίων κι εγώ, έβρισκαν ότι τα ψάρια από το ποτάμι είχαν πολλά κόκαλα. Σκεφτόμουν όμως ότι αυτό θα αποστόμωνε τη Μέρι Αν, ειδικά επειδή ήξερα ότι ο κύριος Μοντζόι οργάνωνε εξορμήσεις για ψάρεμα με τους φίλους του.
Το πρόβλημα εξακολουθούσε να την απασχολεί. «Δεν μπορούν να πάνε στον Στρατό της Σωτηρίας;»
«Είναι πολύ περήφανοι».
«Λοιπόν, τους λυπάμαι», είπε. «Τους λυπάμαι, αλλά το θεωρώ βλακεία αυτό. Και τα μωράκια, τα παιδιά; Θα έπρεπε να τα σκέφτονται. Είναι και τα παιδιά πολύ περήφανα;»
«Όλοι είναι περήφανοι».
Τα Σαββατοκύριακα που ερχόταν στο νησί ο κύριος Μοντζόι, επικρατούσε μεγάλη αναστάτωση και βαβούρα. Αυτό οφειλόταν εν μέρει στο ότι κατέφταναν επισκέπτες με βάρκα να κολυμπήσουν, να πιουν τα ποτά τους και να παρακολουθήσουν τους ιστιοπλοϊκούς αγώνες. Αλλά ως επί το πλείστον οφειλόταν στον ίδιο τον κύριο Μοντζόι. Είχε δυνατή βροντερή φωνή και ογκώδες σώμα, με δέρμα που δεν μαύριζε ποτέ. Κάθε Σαββατοκύριακο κοκκίνιζε από τον ήλιο και μες στη βδομάδα το ηλιοκαμένο δέρμα ξεφλούδιζε αφήνοντάς τον ροζ και γεμάτο φακίδες, έτοιμο να ξανακαεί. Όταν έβγαζε τα γυαλιά του, έβλεπες ότι το ένα του μάτι ήταν σβέλτο κι αλλήθωρο και το άλλο έντονο γαλάζιο αλλά αδύναμο, σαν να είχε πιαστεί σε παγίδα.
Συνήθως έβαζε τις φωνές για πράγματα που δεν ήξερε πού τα είχε βάλει ή που του είχαν πέσει ή είχε σκοντάψει πάνω τους. «Πού διάολο είναι το...» έλεγε ή «Μην τυχόν πήρε το μάτι σου το...». Έδινε έτσι την εντύπωση ότι είχε χάσει ή δεν είχε μάθει ποτέ ούτε αυτό το όνομα του πράγματος για το οποίο έψαχνε. Για να παρηγορηθεί μπορεί ν' άρπαζε μια χούφτα φιστίκια ή μπατόν σαλέ ή ό,τι άλλο έβρισκε μπροστά του και να 'τρωγε τη μια χούφτα μετά την άλλη, ώσπου να εξαφανιστούν. Έπειτα κοίταζε το άδειο μπολ σαν να μην πίστευε στα μάτια του.
Ένα πρωί τον άκουσα να λέει: «Μα πού διάολο είναι εκείνο το...». Και πηγαινοερχόταν σκοντάφτοντας αποδώ κι αποκεί στη βεράντα.
«To βιβλίο σου;» ρώτησε η κυρία Μοντζόι με ζωηρό και αποφασιστικό τόνο. Έπινε τον δεκατιανό καφέ της.
«Νόμιζα ότι το είχα αφήσει εδώ», είπε εκείνος. «Το διάβαζα».
«Από τη Λέσχη του Βιβλίου του Μήνα (2);» τον ρώτησε. «Νομίζω ότι το άφησες στο σαλόνι».
Είχε δίκιο. Σκούπιζα με την ηλεκτρική το σαλόνι και πριν από μερικά λεπτά είχα μαζέψει ένα βιβλίο που είχε γλιστρήσει το μισό κάτω από τον καναπέ. Είχε τίτλο Επτά γοτθικές ιστορίες. Αυτός ο τίτλος μού προκάλεσε την επιθυμία να το ανοίξω, κι ενώ άκουγα ακόμη τη συνομιλία των Μοντζόι το διάβαζα, κρατώντας το βιβλίο ανοιχτό με το ένα χέρι και οδηγώντας την ηλεκτρική σκούπα με το άλλο. Δεν μπορούσαν να με δουν από τη βεράντα.
«Όχι, μιλώ από την καρδιά μου», είπε η Μάιρα. «Εδώ και πολύ καιρό προσπαθώ να κατανοήσω τον Θεό. Τώρα έχουμε γίνει φίλοι. Για να τον αγαπάς πραγματικά, πρέπει ν' αγαπάς την αλλαγή, πρέπει ν' αγαπάς το αστείο· αυτές είναι οι πραγματικές προτιμήσεις της καρδιάς του».
«Να το» είπε ο κύριος Μοντζόι, που περιέργως είχε μπει στο δωμάτιο χωρίς να σκοντάψει πουθενά και χωρίς τη συνηθισμένη φασαρία -ή τουλάχιστον χωρίς εγώ ν' ακούσω τίποτα. «Μπράβο, κορίτσι μου, βρήκες το βιβλίο μου. Τώρα θυμήθηκα. Χτες βράδυ διάβαζα στον καναπέ».
«Ήταν πεσμένο στο πάτωμα», είπα. «Μόλις το μάζεψα».
Πρέπει να με είχε δει που το διάβαζα. «Είναι παράξενο βιβλίο», είπε. «Αλλά μερικές φορές θες να διαβάσεις κάτι διαφορετικό από τα συνηθισμένα».
«Εγώ δεν κατάλαβα τίποτα», είπε η κυρία Μοντζόι, μπαίνοντας με τον δίσκο του καφέ. «Καλύτερα όμως να φύγουμε από τα πόδια της και να την αφήσουμε να συνεχίσει το σκούπισμα».
Το ίδιο βράδυ, ο κύριος Μοντζόι γύρισε στην ηπειρωτική χώρα και στην πόλη. Ήταν διευθυντής τράπεζας. Αυτό δεν σήμαινε, απ' ό,τι φαινόταν, ότι δούλευε σε τράπεζα. Την επομένη της αναχώρησής του έψαξα παντού. Έψαξα κάτω από τις πολυθρόνες και πίσω από τις κουρτίνες μην τυχόν και είχε παρατήσει κάπου εκείνο το βιβλίο. Αλλά δεν βρήκα τίποτα.
«Σκεφτόμουν πάντα πως θα ήταν ωραίο να μένει κανείς εδώ πάνω όλο τον χρόνο, όπως κάνετε εσείς», είπε η κυρία Φόλεϊ. Μάλλον με είχε περάσει πάλι για την κοπέλα που έφερνε τα ψώνια. Άλλες μέρες έλεγε: «Τώρα ξέρω ποια είστε. Είστε η καινούργια κοπέλα που βοηθάει την Ολλανδέζα στην κουζίνα. Συγγνώμη όμως, δεν θυμάμαι το όνομά σας». Κι άλλοτε μ' άφηνε να περνώ από μπροστά της χωρίς να με χαιρετάει ή να δείχνει το παραμικρό ενδιαφέρον.
«Παλιά ερχόμασταν εδώ τον χειμώνα», έλεγε. «Ο κόλπος ήταν παγωμένος και υπήρχε δρόμος πάνω στον πάγο. Πηγαίναμε με χιονορακέτες. Τώρα ο κόσμος δεν το κάνει αυτό πια. Το κάνει; Φοράει χιονορακέτες;»
Δεν περίμενε να της απαντήσω. Έσκυψε προς το μέρος μου. «Μπορείτε να μου πείτε κάτι;» ρώτησε αμήχανα, μιλώντας σχεδόν ψιθυριστά. «Μπορείτε να μου πείτε πού είναι η Τζέιν; Έχω χρόνια και ζαμάνια να τη δω να τρέχει εδώ γύρω».
Της είπα πως δεν ήξερα. Χαμογέλασε σαν να την περιγελούσα κι άπλωσε το χέρι ν' αγγίξει το πρόσωπό μου. Είχα σκύψει για να την ακούσω, αλλά εκείνη τη στιγμή σηκώθηκα και το χέρι της πέρασε ξυστά από το στήθος μου. Έκανε ζέστη εκείνη την ημέρα και φορούσα το μπουστάκι μου, γι' αυτό έτυχε ν' αγγίξει το δέρμα μου. Το χέρι της ήταν ελαφρό και ξερό σαν ροκανίδι, αλλά το νύχι με γρατζούνισε.
«Είμαι βέβαιη πως είναι μια χαρά», της είπα.
Έπειτα απ' αυτό, της κουνούσα απλώς το χέρι όταν μου μιλούσε και συνέχιζα βιαστικά τον δρόμο μου.
Ένα Σάββατο απόγευμα γύρω στα τέλη Αυγούστου, οι Μοντζόι έκαναν κοκτέιλ πάρτι. Το πάρτι ήταν προς τιμήν των φίλων που φιλοξενούσαν εκείνο το Σαββατοκύριακο: του κυρίου και της κυρίας Χάμοντ. Έπρεπε να γυαλιστούν ένα σωρό ασημένια πιρουνάκια και κουταλάκια για την περίσταση, και η κυρία Μοντζόι αποφάσισε ότι καλά θα κάναμε να γυαλίσουμε όλα τ' ασημικά ταυτόχρονα. Εγώ τα γυάλιζα κι εκείνη στεκόταν δίπλα μου να επιβλέπει.
Την ημέρα του πάρτι, άρχισε να καταφτάνει κόσμος, άλλοι με βενζινάκατους, άλλοι με ιστιοφόρα. Μερικοί απ' αυτούς πήγαν για μπάνιο και κάθονταν έπειτα στα βράχια με τα μαγιό τους ή έκαναν ηλιοθεραπεία στην προβλήτα. Άλλοι ήρθαν αμέσως στο σπίτι κι άρχισαν να πίνουν και να συζητούν στο σαλόνι ή έξω στη βεράντα. Μερικά παιδιά είχαν έρθει μαζί με τους γονείς τους, ενώ κάποια μεγαλύτερα με τις δικές τους βάρκες. Δεν ήταν παιδιά της ηλικίας της Μέρι Αν -τη Μέρι Αν την είχαν στείλει να μείνει με μια φίλη της, τη Σούζαν, σ' άλλο νησί. Υπήρχαν και μερικά πολύ μικρότερα, που έφτασαν με πτυσσόμενες κούνιες και πάρκα, αλλά τα περισσότερα ήταν περίπου στην ηλικία μου. Κορίτσια κι αγόρια δεκαπέντε με δεκάξι χρονών. Πέρασαν όλο σχεδόν το απόγευμα στο νερό, φωνάζοντας, κάνοντας βουτιές και παραβγαίνοντας ποιος θα φτάσει πρώτος στη σημαδούρα.
Η κυρία Μοντζόι κι εγώ ήμασταν στο πόδι όλο το πρωί για να ετοιμάσουμε διάφορα πράγματα για φαγητό, τα οποία τακτοποιούσαμε τώρα σε πιατέλες και προσφέραμε στους καλεσμένους. Η προετοιμασία ήταν μπελαλίδικη και εκνευριστική δουλειά. Να γεμίζεις μανιτάρια με διάφορα μείγματα και να βάζεις μια μικροσκοπική φέτα από κάτι πάνω σε μια μικροσκοπική φέτα από κάτι άλλο πάνω σ' ένα προσεκτικά κομμένο κομματάκι ψωμί, φρυγανισμένο ή όχι. Όλα τα σχήματα έπρεπε να είναι τέλεια: τέλεια τρίγωνα και τετράγωνα, τέλειοι κύκλοι, τέλειοι ρόμβοι.
Η κυρία Χάμοντ ήρθε στην κουζίνα αρκετές φορές να θαυμάσει αυτά που κάναμε.
«Τι υπέροχα που φαίνονται όλα», είπε. «Θα προσέξατε ότι δεν προσφέρομαι να βοηθήσω. Είμαι εντελώς σκράπας σ' αυτά τα πράγματα».
Μ' άρεσε ο τρόπος που το είπε. Είμαι εντελώς σκράπας. Θαύμαζα τη βραχνή φωνή της, τον βαριεστημένο εγκάρδιο τόνο της και τον τρόπο με τον οποίο άφηνε να εννοηθεί ότι οι μικροσκοπικές γεωμετρικές μπουκίτσες δεν ήταν και τόσο απαραίτητες, άσε που μπορεί να ήταν και λιγάκι γελοίες. Θα ήθελα να ήμουν αυτή: με στιλπνό μαύρο μαγιό, με μαύρισμα σαν καλοφρυγανισμένο ψωμί, απαλά σκούρα μαλλιά ως τους ώμους, κραγιόν στο χρώμα της ορχιδέας.
Όχι ότι φαινόταν ευτυχισμένη. Αλλά το μελαγχολικό και ανικανοποίητο ύφος της φάνταζε γοητευτικό στα μάτια μου, και αξιοζήλευτη η αύρα του δράματος που απέπνεε. Αυτή κι ο άντρας της ήταν εντελώς διαφορετικό είδος πλουσίων από τον κύριο και την κυρία Μοντζόι. Έμοιαζαν περισσότερο μ' αυτούς για τους οποίους διάβαζα στα ρεπορτάζ των περιοδικών και σε βιβλία όπως Οι γυρολόγοι -άνθρωποι που έπιναν πολύ, είχαν ερωτικές περιπέτειες και πήγαιναν σε ψυχιάτρους.
Την έλεγαν Κάρολ και τον άντρα της Άιβαν. Τους σκεφτόμουν ήδη με τα μικρά τους ονόματα, κάτι που δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό να κάνω με τους Μοντζόι.
Η κυρία Μοντζόι μού είχε ζητήσει να βάλω φόρεμα, οπότε φορούσα το βαμβακερό με τις ροζ και λευκές ρίγες, με το λεκιασμένο ύφασμα και τη μέση κρυμμένα κάτω από τη λαστέξ ζώνη. Σχεδόν όλοι οι άλλοι φορούσαν σορτς και μαγιό. Περνούσα ανάμεσά τους προσφέροντας μεζεδάκια. Δεν ήξερα πώς ακριβώς να το κάνω αυτό. Μερικοί γελούσαν ή μιλούσαν με τόση ζέση, που δεν με πρόσεχαν και φοβόμουν μήπως με τις χειρονομίες τους μου αναποδογυρίσουν τα καναπεδάκια. Έλεγα λοιπόν «Συγγνώμη... θα θέλατε ένα απ' αυτά;» με υψωμένη φωνή που ηχούσε πολύ αποφασιστική ή και επιτιμητική. Τότε με κοίταζαν με έκπληξη και σαν να διασκέδαζαν, και είχα την αίσθηση ότι η παρέμβασή μου θα γινόταν ένα ακόμα αστείο στη συνέχεια.
«Αρκετά για την ώρα», είπε η κυρία Μοντζόι. Μάζεψε μερικά ποτήρια και μου ζήτησε να τα πλύνω. «Ο κόσμος δεν θυμάται ποτέ πού άφησε το ποτήρι του», είπε. «Είναι πιο εύκολο να τα πλύνεις και να φέρεις καθαρά. Και είναι ώρα να βγάλεις τα κεφτεδάκια από το ψυγείο και να τα ζεστάνεις. Μπορείς; Πρόσεχε τον φούρνο, δεν θέλουν πολλή ώρα».
Ενώ ήμουν απασχολημένη στην κουζίνα, άκουσα την κυρία Χάμοντ να φωνάζει: «Άιβαν! Άιβαν!». Γύριζε από δωμάτιο σε δωμάτιο στο βάθος του σπιτιού. Αλλά ο κύριος Χάμοντ είχε μπει από την πόρτα της κουζίνας που έβγαζε στο δάσος. Στεκόταν εκεί και δεν της απαντούσε. Πλησίασε στον πάγκο κι έβαλε τζιν στο ποτήρι του.
«Ω, Άιβαν, εδώ είσαι λοιπόν», είπε η κυρία Χάμοντ, μπαίνοντας από την πόρτα του σαλονιού.
«Εδώ», είπε ο κύριος Χάμοντ.
«Κι εγώ», είπε εκείνη. Έσπρωξε το ποτήρι της προς το μέρος του πάνω στον πάγκο.
Εκείνος δεν το σήκωσε. Έσπρωξε το τζιν προς το μέρος της και μίλησε σ' εμένα. «Διασκεδάζεις, Μίνι;»
Η κυρία Χάμοντ γέλασε, το γέλιο της ακούστηκε σαν γάβγισμα. «Μίνι; Από πού σου κατέβηκε η ιδέα ότι τη λένε Μίνι;»
«Μίνι», είπε ο κύριος Χάμοντ. Ο Άιβαν. Μιλούσε με προσποιητή, ονειροπόλα φωνή. «Διασκεδάζεις, Μίνι;»
«Ω, ναι», απάντησα, με φωνή που προσπάθησα να την κάνω εξίσου προσποιητή με τη δική του. Ήθελα οι Χάμοντ να μου αδειάσουν τη γωνιά, γιατί έβγαζα τα σουηδικά κεφτεδάκια από τον φούρνο και φοβόμουν μήπως μου πέσουν μερικά κάτω. Θα το έβρισκαν πολύ αστείο και θα έτρεχαν μάλλον να το πουν και στην κυρία Μοντζόι, η οποία θα με υποχρέωνε να πετάξω στα σκουπίδια όσους κεφτέδες είχαν πέσει κάτω και θα εκνευριζόταν με τη σπατάλη. Ενώ αν γινόταν αυτό και ήμουν μόνη μου, θα μπορούσα απλώς να τους μαζέψω από το πάτωμα.
«Καλώς», είπε ο κύριος Χάμοντ.
«Έκανα τον γύρο του ακρωτηρίου κολυμπώντας», είπε η κυρία Χάμοντ. «Προπονούμαι για να κάνω τον γύρο όλου του νησιού».
«Συγχαρητήρια», είπε ο κύριος Χάμοντ, με τον ίδιο τρόπο που είχε πει «Καλώς».
Είχα μετανιώσει για τον τόνο της φωνής μου, που ήταν τόσο χαρωπός και σαχλός. Είχα μετανιώσει που είχα συντονιστεί με τον έντονα επιφυλακτικό και εξεζητημένο τόνο του.
«Ωραία λοιπόν», είπε η κυρία Χάμοντ. Η Κάρολ. «Σας αφήνω τώρα».
Είχα αρχίσει να καρφώνω τα κεφτεδάκια με οδοντογλυφίδες και να τα τακτοποιώ σε μια πιατέλα. «Θες λίγη βοήθεια;» είπε ο Άιβαν και προσπάθησε να κάνει το ίδιο, αλλά οι οδοντογλυφίδες του δεν βρήκαν τον στόχο τους και τα κεφτεδάκια εκσφενδονίστηκαν στον πάγκο.
«Ωραία», είπε, αλλά έδειξε να χάνει τον ειρμό των σκέψεών του, οπότε πήγε να πάρει κι άλλο ποτό. «Ωραία, Μίνι».
Ήξερα κάτι γι' αυτόν. Ήξερα ότι οι Χάμοντ βρίσκονταν εδώ για ειδικές διακοπές, επειδή ο κύριος Χάμοντ είχε χάσει τη δουλειά του. Μου το είχε πει η Μέρι Αν. «Είναι πολύ στενοχωρημένος γι' αυτό», είπε. «Δεν θα φτωχύνουν πάντως. Η θεία Κάρολ είναι πλούσια».
Εμένα δεν μου φαινόταν στενοχωρημένος. Μου φαινόταν εκνευρισμένος -προπάντων με την κυρία Χάμοντ- αλλά σε γενικές γραμμές μάλλον ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Ήταν ψηλός και λεπτός, είχε σκούρα μαλλιά πατικωμένα προς τα πίσω και το μουστάκι του ήταν μια ειρωνική γραμμή πάνω από τα χείλια του. Μου μιλούσε σκύβοντας προς τα εμπρός, όπως τον είχα δει να κάνει νωρίτερα, όταν μιλούσε με διάφορες γυναίκες στο σαλόνι. Είχα σκεφτεί πως η λέξη που του ταίριαζε ήταν αριστοκρατικός.
«Πού πας για κολύμπι, Μίνι; Κολυμπάς;»
«Ναι», είπα. «Κάτω κοντά στο παράσπιτο για τις βάρκες». Κατέληξα πως το ότι με αποκαλούσε Μίνι ήταν ένα ιδιαίτερο αστείο μεταξύ μας.
«Είναι ωραίο μέρος;»
«Ναι». Ήταν, για μένα, επειδή ήθελα να βρίσκομαι κοντά στην προβλήτα. Δεν είχα κολυμπήσει άλλη φορά, πριν απ' αυτό το καλοκαίρι, σε νερά όπου δεν πάτωνα.
«Μπαίνεις καμιά φορά στο νερό χωρίς μαγιό;»
«Όχι», απάντησα.
«Πρέπει να το δοκιμάσεις».
Η κυρία Μοντζόι μπήκε από την πόρτα του σαλονιού για να ρωτήσει αν ήταν έτοιμα τα κεφτεδάκια.
«Είναι πεινασμένοι όλοι τους», είπε. «Από το κολύμπι. Πώς περνάς, Άιβαν; Έψαχνε να σε βρει η Κάρολ».
«Πέρασε αποδώ», είπε ο κύριος Χάμοντ.
Η κυρία Μοντζόι πασπάλισε τα κεφτεδάκια με μαϊντανό. «Λοιπόν», είπε σε μένα. «Νομίζω ότι έκανες ό,τι είχες να κάνεις εδώ. Νομίζω ότι τώρα μπορώ να τα βγάλω πέρα. Γιατί δεν φτιάχνεις ένα σάντουιτς και να κατέβεις στο παράσπιτο;»
Είπα ότι δεν πεινούσα. Ο κύριος Χάμοντ είχε βάλει κι άλλο τζιν και παγάκια και είχε πάει στο σαλόνι.
«Καλύτερα να πάρεις κάτι», επέμεινε η κυρία Μοντζόι. «Θα πεινάσεις αργότερα».
Εννοούσε ότι δεν έπρεπε να ξαναγυρίσω.
Πηγαίνοντας προς το παράσπιτο, συναντήθηκα με δυο τρεις καλεσμένες -κοπέλες της ηλικίας μου, με βρεγμένα μαγιό, που είχαν ξεκαρδιστεί στα γέλια. Είχαν μάλλον κάνει ένα μέρος από τον γύρο του νησιού κολυμπώντας και είχαν βγει από το νερό στο παράσπιτο. Τώρα επέστρεφαν κρυφά για να ξαφνιάσουν κάποιον. Έκαναν στην άκρη από ευγένεια, για να μη στάξουν νερά πάνω μου, αλλά δεν σταμάτησαν να γελάνε. Έκαναν χώρο για το σώμα μου χωρίς να ρίξουν ούτε μια ματιά στο πρόσωπό μου.
Ήταν από τις κοπέλες που θ' άρχιζαν να τσιρίζουν και να κάνουν φασαρία, έτσι και ήμουν σκύλος ή γάτα.
Η φασαρία του πάρτι όλο και δυνάμωνε. Ήμουν ξαπλωμένη στο ράντζο μου χωρίς να βγάλω το φόρεμά μου. Ήμουν στο πόδι από το πρωί και είχα κουραστεί. Αλλά δεν μπορούσα να χαλαρώσω. Έπειτα από λίγο σηκώθηκα, έβαλα το μαγιό μου και κατέβηκα για μπάνιο. Μπήκα στο νερό από τη σκαλίτσα προσεκτικά όπως έκανα πάντα -μου φαινόταν πως θα πήγαινα κατευθείαν στον πάτο και δεν θα ξανάβγαινα στην επιφάνεια έτσι και πηδούσα- κι άρχισα να κολυμπάω στα σκοτεινά. Το νερό που μου έβρεχε τα χέρια και τα πόδια μού θύμισε αυτό που είχε πει ο κύριος Χάμοντ κι άρχισα να κατεβάζω τις μπρετέλες του μαγιό μου, βγάζοντας τελικά πρώτα το ένα χέρι και ύστερα το άλλο, αφήνοντας το στήθος μου να επιπλέει ελεύθερο. Κολυμπούσα έτσι με τις ρώγες μου να σκίζουν το νερό...
Δεν το θεωρούσα απίθανο να δω τον κύριο Χάμοντ να έρχεται να με βρει. Τον φαντάστηκα να με χαϊδεύει. (Δεν κατάφερνα να φανταστώ πώς ακριβώς θα έμπαινε στο νερό- δεν μου άρεσε να τον σκεφτώ να βγάζει τα ρούχα του. Μπορεί να καθόταν ανακούρκουδα στην προβλήτα και να κολυμπούσα εγώ προς το μέρος του.) Τα δάχτυλά του να χαϊδεύουν το γυμνό μου δέρμα σαν κορδέλες φωτός. Η σκέψη να μ' αγγίζει και να με ποθεί ένας άντρας τόσο μεγάλος -σαράντα; σαράντα πέντε;- ήταν κατά κάποιο τρόπο απωθητική, ήξερα όμως ότι θα το ευχαριστιόμουν, λίγο πολύ όπως θα το ευχαριστιόταν κανείς αν τον χάιδευε ένας ερωτύλος εξημερωμένος κροκόδειλος. Το δέρμα του κυρίου Χάμοντ -του Άιβαν- μπορεί να ήταν λείο, αλλά τα χρόνια, η πείρα και η διαφθορά θα ήταν πάνω του σαν αόρατα οζίδια και λέπια.
Κρατήθηκα με το ένα χέρι από την προβλήτα και τόλμησα να ανασηκωθώ λίγο έξω από το νερό. Σκαμπανέβαζα πάνω κάτω, ανασηκωνόμουν στον αέρα σαν γοργόνα. Λαμποκοπώντας, χωρίς να με βλέπει κανείς.
Τότε άκουσα βήματα. Κάποιος ερχόταν. Ξαναβούτηξα στο νερό κι έμεινα ακίνητη.
Προς στιγμή νόμισα ότι ήταν ο κύριος Χάμοντ, ότι είχα μπει πραγματικά στον κόσμο των μυστικών σημάτων, των αιφνίδιων και βουβών εφορμήσεων του πόθου. Δεν καλύφθηκα, παρά κόλλησα πάνω στην προβλήτα, έχοντας παραλύσει σε μια στιγμή φόβου και παραίτησης.
Το φως του παράσπιτου άναψε, έκανα αθόρυβα μεταβολή μες στο νερό και είδα ότι ήταν ο ηλικιωμένος κύριος Φόλεϊ, ντυμένος ακόμη για το πάρτι με λευκό παντελόνι, ναυτικό κασκέτο και μπλέιζερ. Είχε μείνει ίσα ίσα για ένα δυο ποτά και για να εξηγήσει σε όλους ότι η κυρία Φόλεϊ δεν ήταν σε θέση να δει τόσον κόσμο μαζεμένο, αλλά έστελνε σε όλους τις καλύτερες ευχές της.
Μετακινούσε πράγματα στο ράφι με τα εργαλεία. Σε λίγο βρήκε αυτό που ήθελε ή ξανάβαλε στη θέση του αυτό που είχε έρθει να τακτοποιήσει, έσβησε το φως κι έφυγε. Δεν κατάλαβε πως ήμουν εκεί.
Σήκωσα το μαγιό μου, βγήκα από το νερό κι ανέβηκα τη σκάλα. Αισθανόμουν το σώμα μου τόσο βαρύ, που μου κόπηκε η ανάσα ώσπου να φτάσω στην κορυφή.
Η φασαρία από το πάρτι συνεχιζόταν. Έπρεπε να κάνω κάτι για να την αντέξω, οπότε άρχισα να γράφω γράμμα στη Ντόνα, την καλύτερή μου φίλη εκείνη την εποχή. Της έκανα μια ανατριχιαστική περιγραφή του κοκτέιλ πάρτι- άνθρωποι έκαναν εμετό σκυμμένοι από την κουπαστή της βεράντας και μια γυναίκα λιποθύμησε και σωριάστηκε στον καναπέ με τέτοιον τρόπο, ώστε γλίστρησε το φόρεμά της και φάνηκε ένα γέρικο στήθος (βυζούνι το έλεγα) σε μελιτζανί χρώμα. Ανέφερα τον κύριο Χάμοντ ως πορνόγερο, αν και πρόσθεσα ότι ήταν πολύ όμορφος. Είπα ότι με είχε πασπατέψει στην κουζίνα ενώ είχα τα χέρια μου απασχολημένα με τα κεφτεδάκια και ότι αργότερα με είχε ακολουθήσει στο παράσπιτο και μου είχε ριχτεί στη σκάλα. Εγώ όμως του είχα δώσει μια κλοτσιά εκεί που δεν θα το ξεχνούσε ποτέ και είχε κάνει πίσω. Έφυγε τρέχοντας, έγραψα.
«Οπότε περίμενε τη συνέχεια στο επόμενο τεύχος», έγραψα. «Τίτλος: “Βρόμικες περιπέτειες μιας λαντζέρισσας”. Ή “Διασυρθείσα στους βράχους του Τζόρτζιαν Μπέι”».
Όταν είδα ότι είχα γράψει «διασυρθείσα» αντί για «βιασθείσα», σκέφτηκα ότι μπορούσα να το αφήσω, αφού η Ντόνα δεν θα καταλάβαινε με τίποτα τη διαφορά. Συνειδητοποίησα όμως ότι το κομμάτι για τον κύριο Χάμοντ ήταν παρατραβηγμένο, ακόμα και γι' αυτό το είδος επιστολής, και τότε το όλο πράγμα με γέμισε ντροπή και μου άφησε ένα αίσθημα μοναξιάς και αποτυχίας. Έκανα την κόλα κουβάρι. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να γράψω αυτό το γράμμα παρά μόνο για να σιγουρευτώ εγώ η ίδια ότι διατηρούσα κάποια επαφή με τον κόσμο και ότι μου συνέβαιναν συναρπαστικά πράγματα - πράγματα σεξουαλικά. Γιατί επαφή δεν είχα. Ούτε μου συνέβαινε τίποτα.
«Η κυρία Φόλεϊ με ρώτησε πού είναι η Τζέιν», είχα πει όταν η κυρία Μοντζόι κι εγώ γυαλίζαμε τα ασημικά -ή μάλλον όταν εκείνη με επέβλεπε που γυάλιζα τα ασημικά. «Η Τζέιν ήταν κάποια από τις άλλες κοπέλες που δούλευαν εδώ το καλοκαίρι;»
Προς στιγμή σκέφτηκα ότι δεν θα μου απαντούσε, αλλά μου απάντησε.
«Η Τζέιν ήταν η μεγαλύτερη κόρη μου», είπε. «Η αδελφή της Μέρι Αν. Πέθανε».
«Ω, δεν το ήξερα», είπα. «Συγγνώμη. Πέθανε από πολιομυελίτιδα;» ρώτησα, επειδή δεν είχα τη σύνεση, την ευπρέπεια θα μπορούσε να πει κανείς, να μη συνεχίσω. Κι εκείνα τα χρόνια πέθαιναν ακόμη παιδιά από πολιομυελίτιδα, κάθε καλοκαίρι.
«Όχι», είπε η κυρία Μοντζόι. «Σκοτώθηκε όταν ο άντρας μου μετακίνησε τη σιφονιέρα στο δωμάτιό μας. Έψαχνε να βρει κάτι που νόμιζε ότι μπορεί να είχε πέσει από πίσω. Δεν κατάλαβε ότι η μικρή ήταν εκεί δίπλα. Μια από τις ρόδες έμπλεξε στο χαλί κι όλο το έπιπλο έπεσε πάνω της».
Όλα αυτά τα ήξερα ως την τελευταία λεπτομέρεια, φυσικά. Μου τα είχε πει ήδη η Μέρι Αν. Μου τα είχε πει πριν ακόμη με ρωτήσει η κυρία Φόλεϊ πού ήταν η Τζέιν και με γρατζουνίσει στο στήθος.
«Τι τρομερό», είπα.
«Τι να πεις. Αυτά τα πράγματα συμβαίνουν».
Η υποκρισία μου μού έφερνε αναγούλα. Μου έπεσε ένα πιρούνι στο πάτωμα.
Η κυρία Μοντζόι το σήκωσε.
«Μην ξεχάσεις να το ξαναπλύνεις».
Πόσο παράξενο είναι ότι δεν αμφέβαλλα καθόλου για το δικαίωμά μου να χώνω τη μύτη μου, να επεμβαίνω και να ξαναφέρνω αυτή την ιστορία στην επιφάνεια. Ο λόγος πρέπει να ήταν εν μέρει ότι, στην κοινωνία από την οποία προερχόμουν, πράγματα σαν αυτά δεν θάβονταν ποτέ οριστικά, αλλά επανέρχονταν τελετουργικά στο προσκήνιο, και τέτοια φρικτά γεγονότα ήταν σαν παράσημο που φορούσαν οι άνθρωποι -που φορούσαν κυρίως οι γυναίκες.
Πρέπει να συνδεόταν επίσης με την τάση μου να μην αφήνω να μου διαφύγει η παραμικρή ευκαιρία οικειότητας, ή τουλάχιστον ένα είδος ισότητας, ακόμα και με άτομα που δεν συμπαθούσα.
Η αναλγησία ήταν κάτι που δεν αναγνώριζα στον εαυτό μου. Θεωρούσα ότι ήμουν άμεμπτη σ' αυτό το ζήτημα, όπως και σε όλες τις δοσοληψίες μου μ' αυτή την οικογένεια. Μόνο και μόνο επειδή ήμουν νέα, φτωχιά και γνώριζα ποια ήταν η Ναυσικά.
Δεν διέθετα ούτε τη χάρη ούτε το ψυχικό σθένος να είμαι υπηρέτρια.
Την τελευταία Κυριακή μου εκεί ήμουν μόνη στο παράσπιτο της βάρκας, μάζευα τα πράγματά μου στη βαλίτσα που είχα φέρει -την ίδια βαλίτσα που είχε συνοδεύσει τη μητέρα μου και τον πατέρα μου στο γαμήλιο ταξίδι τους και τη μοναδική που διαθέταμε στο σπίτι. Όταν την τράβηξα κάτω από το ράντζο μου και την άνοιξα, μύρισε σπίτι - μύρισε ντουλάπα στο βάθος του διαδρόμου στον επάνω όροφο, όπου τη βάζαμε συνήθως, κοντά στα χειμωνιάτικα παλτά με τη ναφθαλίνη και το σεντόνι από μουσαμά που έβαζαν παλιά στα κρεβάτια των παιδιών. Όταν όμως την έβγαζες στο σπίτι, μύριζε ανεπαίσθητα τρένο, κάρβουνο και πόλεις -μύριζε ταξίδι.
Άκουσα βήματα στο μονοπάτι, κάποιος μπήκε σκοντάφτοντας στο παράσπιτο, χτύπησε τον τοίχο. Ήταν ο κύριος Μοντζόι.
«Είσαι επάνω; Είσαι επάνω;»
Η φωνή του ήταν βροντερή, χαρωπή, όπως την είχα ακούσει κι άλλη φορά όταν είχε πιει. Και είχε πιει φυσικά -γιατί υπήρχαν και πάλι επισκέπτες, γιόρταζαν το τέλος του καλοκαιριού. Βγήκα στην κορυφή της σκάλας. Είχε το ένα χέρι στον τοίχο για να στηρίζεται -είχε περάσει ένα σκάφος έξω στο κανάλι και τα κύματα έφταναν ως το παράσπιτο.
«Για δες», είπε ο κύριος Μοντζόι, σηκώνοντας τα μάτια προς το μέρος μου και ζαρώνοντας τα βλέφαρα για να συγκεντρωθεί. «Για δες εδώ... σκέφτηκα να έρθω αμέσως και να σου το φέρω όσο ακόμη το είχα στο μυαλό μου. Αυτό το βιβλίο», είπε.
Κρατούσε τις Εφτά γοτθικές ιστορίες.
«Επειδή είδα που το κοίταζες εκείνη την ημέρα», πρόσθεσε. «Μου φάνηκε ότι σου κίνησε το ενδιαφέρον. Και τώρα που το τελείωσα, σκέφτηκα πως καλό θα ήταν να το δώσω σ' εσένα. Μου ήρθε η ιδέα να σου το δώσω. Σκέφτηκα ότι μπορεί να σου αρέσει».
«Ευχαριστώ», είπα.
«Δεν πρόκειται μάλλον να το ξαναδιαβάσω, αν και ήταν πολύ ενδιαφέρον. Πολύ ασυνήθιστο».
«Ευχαριστώ πάρα πολύ».
«Δεν κάνει τίποτα. Σκέφτηκα ότι μπορεί να σου αρέσει».
«Ναι», είπα.
«Ωραία λοιπόν. Ελπίζω να σου αρέσει».
«Ευχαριστώ».
«Ωραία λοιπόν», είπε. «Αντίο».
«Ευχαριστώ», είπα. «Αντίο».
Γιατί λέγαμε αντίο αφού ήταν βέβαιο ότι θα ξαναβλεπόμασταν πριν φύγω από το νησί και πριν μπω στο τρένο; Το αντίο μπορεί να σήμαινε ότι αυτό το περιστατικό, το ότι μου έδωσε το βιβλίο, έπρεπε να κλείσει, δεν έπρεπε να το αποκαλύψω ή να αναφερθώ σ' αυτό. Όπως και έκανα. Ή μπορεί να οφειλόταν απλώς στο ότι ήταν πιωμένος και δεν συνειδητοποιούσε πως θα μ' έβλεπε αργότερα. Μεθυσμένο ή όχι, τον βλέπω σήμερα να στηρίζεται στον τοίχο του παράσπιτου και πιστεύω ότι τα κίνητρά του ήταν αγνά. Κάποιος που με έκρινε άξια αυτού του δώρου. Αυτού του βιβλίου.
Εκείνη τη στιγμή, όμως, δεν αισθανόμουν ιδιαίτερη χαρά ή ευγνωμοσύνη, παρά τις επανειλημμένες ευχαριστίες μου. Είχα αιφνιδιαστεί και αισθανόμουν κάπως αμήχανα. Η ιδέα ότι κάποια μικρή γωνιά του εαυτού μου είχε βγει στο φως και κάποιος την είχε αντιληφθεί πραγματικά μου προκαλούσε ανησυχία, ακριβώς όπως το να περνώ απαρατήρητη μου προκαλούσε αγανάκτηση. Και ο κύριος Μοντζόι ήταν ίσως το πρόσωπο που με ενδιέφερε λιγότερο, που η προσοχή του είχε τη μικρότερη σημασία για μένα, από όλους τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει εκείνο το καλοκαίρι.
Βγήκε από το παράσπιτο, τον άκουσα ν' ανηφορίζει βαριά το μονοπάτι για να γυρίσει στη γυναίκα του και στους καλεσμέους του. Παραμέρισα τη βαλίτσα και κάθισα στο ράντζο. Άνοιξα το βιβλίο στην τύχη, όπως είχα κάνει και την πρώτη φορά, κι άρχισα να διαβάζω.
Οι τοίχοι του δωματίου είχαν βαφτεί κάποτε βαθύ κόκκινο, αλλά με τον καιρό το χρώμα είχε ξεθωριάσει σ' ένα σωρό αποχρώσεις, σαν βάζο με μαραμένα ρόδα [...]. Ένα ποτπουρί καιγόταν στην ψηλή σόμπα, στα πλαϊνά τοιχώματα της οποίας ένας Ποσειδώνας με τρίαινα οδηγούσε τα άλογά του μέσα από ψηλά κύματα...
Ξέχασα σχοδόν αμέσως τον κύριο Μοντζόι. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο κατέληξα να πιστεύω ότι αυτό το δώρο ανέκαθεν μου ανήκε.
Μονρό Άλις
(Μετφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου)
«Η αγάπη μιας καλής γυναίκας» - Επιλογή διηγημάτων,
Μεταίχμιο, Αθήνα 2016
Σημειώσεις:
(1) Υπάρχει ένα βάλσαμο στη Γαλαάδ. Γνωστό σπιρίτσουαλ.
(2) Book of the Month Club: συνδρομητική λέσχη βιβλίου που ιδρύθηκε το 1926 και προσφέρει κάθε μήνα περιορισμένων αριθμό νέων βιβλίων στα μέλη της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου