... Στην αφετηρία...
O
Γκυ ντε Μωπασσάν στα πολλά διηγήματά
του ακολουθεί κι αυτός την παράδοση του
ρεαλισμού και του νατουραλισμού, όπως
και οι επίσης φημισμένοι σύγχρονοί του
Γάλλοι συγγραφείς, Φλωμπέρ, Μπαλζάκ
και Ζολά, με τους οποίους είχε επαφές
κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του.
Οι
ήρωές του απλοί και καθημερινοί άνθρωποι,
πολύ περισσότερο αντιήρωες, οι οποίοι
βιώνουν καταστάσεις κοινωνικές και
ψυχολογικές, που άλλοτε τους συντρίβουν
και άλλοτε τους δίνουν κίνητρο για να
μετατραπούν σε «θύτες»,
όπως ακριβώς συμβαίνει με τον Ζωρζ Λουί,
τον επονομαζόμενο και Αστό, τον
πρωταγωνιστή του διηγήματος «Ο
φονιάς των γονιών του»,
ο
οποίος δικάζεται για το φόνο ενός
πλούσιου ζευγαριού, που στη συνέχεια,
όπως αποκαλύπτει ο ίδιος στο δικαστήριο,
ήταν οι γονείς του!
Η
αφήγηση του Μωπασσάν, στο μεγαλύτερο
μέρος του διηγήματος σε πρώτο πρόσωπο
ως απολογία του Ζωρζ Λουί στο δικαστήριο,
αποκαλύπτει έναν δεξιοτέχνη των
αφηγηματικών τρόπων, έναν άριστο
ψυχογράφο κι έναν προσεκτικό «παρατηρητή»
του κοινωνικού γίγνεσθαι της εποχής
του. Δε
θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι το διήγημα
αυτό πάει κι ένα βήμα παραπέρα, καθώς
μέσα από τη στάση του πρωταγωνιστή
απέναντι στους γονείς του, οι οποίοι
τον παράτησαν επειδή ήταν νόθος για να
μεγαλώσει ως εργάτης και να υποστεί τα
βάσανα της ζωής, αναπαρίσταται συμβολικά
η σύγκρουση ανάμεσα στους εργάτες και
την αστική τάξη, κάτι που είναι βασικό
ζήτημα
των σοσιαλιστικών ιδεών της εποχής. Ο
εργάτης που «σκοτώνει» τους πλούσιους
αστούς, οι οποίοι, μολονότι όφειλαν να
τον στηρίξουν ως «δικό» τους «εργαλείο»,
τον παρατούν στο έλεος της μοίρας του
και απλά εμφανίζονται σποραδικά για να
του προσφέρουν εργασία, αλλά με έναν
τρόπο που φαντάζει ως ελεημοσύνη.
Παρ'
όλο που ο Μωπασσάν δε θα
μπορούσε να χαρακτηριστεί με ακρίβεια
ριζοσπάστης, στα
έργα του καταδικάζει
τη διαφθορά και την ασυνειδησία,
ισχυριζόμενος
ό,τι στην
πραγματικότητα η κινητήριος δύναμη του
αστικού πολιτισμού είναι τα όνειρα της
κοινωνικής ανόδου και της ατομικής
ιδιοκτησίας ενώ η θρησκεία κι η ηθική
είναι απλώς συνθήματα. Οι καταγγελίες
του είναι η έκφραση μιας εκ των έσω
κριτικής, η οποία εντοπίζει τις αντιφάσεις
και την αποτυχία του αστικού πολιτισμού
να κάνει
πράξη
τις ηθικές αξίες που υποτίθεται ότι
πρεσβεύει. Κι αν η φωνή του Μωπασσάν
εξακολουθεί να έχει ισχύ στις
μέρες μας,
παρά τον ενάμιση αιώνα που μεσολάβησε,
οφείλεται κυρίως στο ότι αναγνωρίζουμε
πως δυστυχώς πολύ λίγα έχουν ουσιαστικά
αλλάξει από τότε,
όπως, άλλωστε, αναρωτιέται κι ο ίδιος
στο τέλος του διηγήματος: «Αν
ήμασταν ένορκοι, τι απόφαση θα βγάζαμε
γι' αυτόν τον φονιά των γονιών του;»
❈
Ο συνήγορος υπεράσπισης είχε υποστηρίξει ότι ο πελάτης του ήταν τρελός. Πώς αλλιώς να εξηγηθεί αυτό το παράξενο έγκλημα;
Ένα πρωινό είχανε βρει μες στις καλαμιές, κοντά στο Σατού, τ' αγκαλιασμένα πτώματα μιας γυναίκας κι ενός άντρα, γνωστών ανθρώπων του κόσμου, πλουσίων, όχι πια νέων και παντρεμένων ένα μονάχα χρόνο, επειδή η γυναίκα είχε χηρέψει μόλις τρία χρόνια πριν.
Κανείς δε γνώριζε να είχαν εχθρούς, κι ούτε να τους είχαν κλέψει ό,τι είχαν πάνω τους. Φαίνεται πως τους είχαν πετάξει από την όχθη, αφού προηγουμένως τους χτύπησαν, τον ένα μετά τον άλλο, μ' ένα μακρύ αιχμηρό σίδερο.
Η έρευνα δεν εύρισκε τίποτα. Οι βαρκάρηδες που ανακρίθηκαν δεν γνώριζαν τίποτα. Η υπόθεση θα έμπαινε στο αρχείο, όταν ένας νέος ξυλουργός από ένα γειτονικό χωριό, ο οποίος ονομαζόταν Ζωρζ Λουί, αλλά τον φώναζαν ο Αστός, παρουσιάστηκε κι ομολόγησε την ενοχή του. Σε όλες τις ερωτήσεις απαντούσε στερεότυπα:
«Γνώριζα τον άντρα εδώ και δυο χρόνια και τη γυναίκα ένα εξάμηνο. Ερχόντουσαν συχνά να μου δώσουν για επιδιόρθωση παλιά έπιπλα, γιατί είμαι γερός τεχνίτης».
Κι όταν τον ρωτούσαν: «Γιατί τους σκότωσες;» αποκρινόταν επίμονα:
«Τους σκότωσα γιατί θέλησα να τους σκοτώσω».
Τίποτ' άλλο δεν μπόρεσαν να του αποσπάσουν.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν χωρίς αμφιβολία νόθο παιδί που το εμπιστεύτηκαν κάποτε σε μια παραμάνα της περιοχής και κατόπιν το εγκατέλειψαν. Δεν είχε άλλο όνομα από το Ζωρζ Λουί, αλλά, καθώς μεγαλώνοντας έγινε ασυνήθιστα έξυπνος, με γούστα και έμφυτες ευαισθησίες που δε διέθεταν οι φίλοι του, τον ονόμασαν ο Αστός και δεν τον ξαναφώναξαν ποτέ αλλιώς. Έλεγαν πως ήταν αξιοσημείωτα επιδέξιος στο ξυλουργικό επάγγελμα που ασκούσε. Έκανε μάλιστα και λίγο ξυλογλυπτική. Έλεγαν ακόμα πως ήταν πολύ αψίθυμος, οπαδός των κομμουνιστικών και μάλιστα μηδενιστικών θεωριών, μανιώδης αναγνώστης περιπετειωδών μυθιστορημάτων και μυθιστορημάτων με αιμοσταγείς υποθέσεις, εκλογέας με επιρροή και δεινός ομιλητής στις δημόσιες συγκεντρώσεις των εργατών ή των χωρικών.
Ο συνήγορος είχε υποστηρίξει ότι ο πελάτης του ήταν τρελός.
Γιατί, στ' αλήθεια, πώς να παραδεχθεί κανείς ότι αυτός ο τεχνίτης σκότωσε τους καλύτερους πελάτες του, πελάτες πλούσιους και γενναιόδωρους (το αναγνώριζε κι ο ίδιος), που εδώ και δύο χρόνια τού είχαν δώσει παραγγελίες τριών χιλιάδων φράγκων (τα βιβλία του το μαρτυρούσαν); Μία μόνο εξήγηση υπήρχε: η τρέλα, η έμμονη ιδέα του απόκληρου που εκδικείται όλους τους αστούς, σκοτώνοντας δύο από την τάξη τους. Κι ο δικηγόρος έκανε έναν επιδέξιο υπαινιγμό για το παρατσούκλι ο Αστός, που όλοι στην περιοχή είχαν δώσει σ' αυτόν τον εγκαταλειμμένο κι αγόρευε με δυνατή φωνή:
«Δεν είναι μήπως αυτό ειρωνεία, και μάλιστα ειρωνεία ικανή να εξάψει ακόμα περισσότερο αυτόν το δύστυχο νέο που δεν έχει ούτε πατέρα ούτε μητέρα; Είναι ένθερμος δημοκράτης. Τι λέω; Ανήκει επιπλέον σ' αυτό το πολιτικό κόμμα που η Δημοκρατία άλλοτε τουφέκιζε κι εξόριζε και σήμερα το δέχεται με ανοιχτές αγκάλες, το κόμμα για το οποίο ο εμπρησμός είναι ζήτημα αρχής και ο φόνος ένα απλούστατο μέσο.
»Αυτές οι θλιβερές θεωρίες που επικροτούνται σήμερα στις δημόσιες συναθροίσεις, κατέστρεψαν τον άνθρωπο αυτόν. Ο κατηγορούμενος άκουσε διάφορους δημοκρατικούς, ακόμα και γυναίκες -ναι γυναίκες!- να ζητούν το αίμα του Γαμβέττα, το αίμα του Γκρεβύ, και σάλεψε το άρρωστο μυαλό του, και ζητούσε αίμα, αίμα αστών.
»Δεν πρέπει να καταδικάσετε αυτόν, κύριοι, αλλά την Κομμούνα.»
Ψίθυροι επιδοκιμασίας ακούστηκαν στην αίθουσα. Ένιωθες ότι ο δικηγόρος είχε κερδίσει την υπόθεση. Ο λαϊκός επίτροπος δε δευτερολόγησε.
Τότε ο πρόεδρος του δικαστηρίου έθεσε στον κατηγορούμενο το σύνηθες ερώτημα:
«Κατηγορούμενε, έχετε να προσθέσετε τίποτα προς υπεράσπισίν σας;»
Ο κατηγορούμενος εγέρθηκε.
Ήταν κοντόσωμος, ξανθός στο χρώμα του λιναριού, με γκρίζα μάτια, απλανή και φωτεινά. Μια φωνή δυνατή, ντόμπρα και ηχηρή έβγαινε απ' αυτόν τον ισχνό νέο και μετέβαλε απότομα, με τις πρώτες λέξεις, την εντύπωση που είχε σχηματιστεί γι' αυτόν.
Μίλησε μεγαλόφωνα, με πομπώδη τόνο, αλλά τόσο ευκρινώς που και οι παραμικρότερες λέξεις του ακουγόντουσαν ως το βάθος της μεγάλης αίθουσας:
«Κύριε πρόεδρε, επειδή δε θέλω να μπω σε κανένα φρενοκομείο κι επειδή προτιμώ ακόμα και τη λαιμητόμο, θα σας πω τα πάντα.
»Σκότωσα τον άντρα εκείνο και τη γυναίκα εκείνη γιατί ήτανε γονείς μου.
»Ακούστε με τώρα και δικάστε με.»
Μια γυναίκα γέννησε ένα αγόρι και το 'στειλε κάπου, σε μια παραμάνα. Ούτε που θα πρέπει να ήξερε σε ποιο μέρος έφερε ο συνένοχός της το αθώο πλασματάκι που ήταν καταδικασμένο στην παντοτινή αθλιότητα, στο όνειδος μιας άνομης γέννησης και πολύ περισσότερο στο θάνατο, αφού το εγκαταλείψανε κι αφού η παραμάνα, μια που δεν έπαιρνε πια τη μηνιαία διατροφή, θα μπορούσε, όπως γίνεται συνήθως, να το είχε αφήσει να φθίνει, να υποφέρει από την πείνα, να πεθάνει από την εγκατάλειψη.
Η γυναίκα όμως που με θήλασε ήταν τίμια, πιο τίμια, πιο γυναίκα, πιο μεγαλόψυχη, πιο μάνα κι από τη μάνα μου. Με ανέθρεψε. Έσφαλλε κάνοντας το καθήκον της. Κάλλιο ν' αφήνονται να πεθάνουν τ' άθλια αυτά πλάσματα που στα χωριά τα πετούν όπως πετούν τα σκουπίδια.
Μεγάλωσα με την αόριστη εντύπωση ότι κουβαλούσα μια ντροπή. Τ' άλλα παιδιά με φωνάξανε μια μέρα «μπάσταρδο». Δεν ήξεραν τι σημαίνει αυτή η λέξη, που την είχε ακούσει κάποιο απ' αυτά στο σπίτι του. Κι εγώ επίσης την αγνοούσα, αλλά την ένιωσα.
Ήμουνα, μπορώ να πω, ένας από τους εξυπνότερους στο σχολείο. Θα είχα γίνει ένας τίμιος άνθρωπος, κύριε πρόεδρε, ίσως ένας ανώτερος άνθρωπος, αν οι γονείς μου δεν είχανε κάνει το έγκλημα να μ' εγκαταλείψουν.
Το έγκλημα αυτό εναντίον μου το διέπραξαν. Εγώ υπήρξα το θύμα, αυτοί υπήρξαν οι ένοχοι. Εγώ ήμουν ανυπεράσπιστος, αυτοί υπήρξαν άσπλαχνοι. Όφειλαν να με αγαπούν, αλλά με απορρίψανε.
Εγώ τους χρωστούσα τη ζωή -όμως είναι δώρο η ζωή; Η δικιά μου πάντως ήταν σκέτη δυστυχία. Αφού μ' εγκαταλείψανε αδιάντροπα, δεν τους χρωστούσα πια παρά την εκδίκησή μου. Διέπραξαν εναντίον μου την πιο απάνθρωπη πράξη, την πιο ελεεινή, την τερατωδέστερη πράξη που μπορεί να κάνει κανείς σε κάποιον.
Ένας άνθρωπος που τον βρίζουν, χτυπάει· ένας που τον κλέβουν, ξανακάνει την περιουσία του με τη βία. Ένας που τον εξαπατούν, που τον εμπαίζουν, που τον τυραννούν, σκοτώνει· ένας που ατιμάζεται, σκοτώνει. Εμένα με λήστεψαν, μ' εξαπάτησαν, με βασάνισαν, με ράπισαν ηθικά, μ' ατιμάσανε περισσότερο απ' όλους εκείνους που τους συγχωρείτε το θυμό.
Εκδικήθηκα, σκότωσα. Ήτανε νόμιμο δικαίωμά μου. Πήρα την ευτυχισμένη τους ζωή ως αντάλλαγμα της φρικτής ζωής που μου είχαν επιβάλει.
Θα πείτε βέβαια πως δολοφόνησα τους γονείς μου. Όμως ήταν γονείς αυτοί οι άνθρωποι για τους οποίους υπήρξα βάρος απαίσιο, στίγμα, για τους οποίους η γέννησή μου υπήρξε συμφορά και η ζωή μου απειλή ντροπής; Επιζητούσαν εγωιστικά την απόλαυσή τους κι αποκτήσανε ένα ανεπιθύμητο παιδί. Εξάλειψαν το παιδί. Σειρά μου να κάνω κι εγώ το ίδιο γι' αυτούς.
Κι όμως, πρόσφατα ακόμα, ήμουνα πρόθυμος να τους αγαπήσω.
Πάνε δυο χρόνια τώρα, σας το έχω πει, που ο άντρας εκείνος, ο πατέρας μου, μπήκε στο μαγαζί μου για πρώτη φορά. Δε μου πέρασε τίποτε από το νου. Μου παρήγγειλε δύο έπιπλα. Όπως το 'μαθα αργότερα, είχε πάρει τις πληροφορίες του από τον εφημέριο, υπό εχεμύθεια εννοείται.
Ερχότανε συχνά να μου αναθέσει εργασίες και πλήρωνε καλά. Μερικές φορές μάλιστα συζητούσε μαζί μου περί ανέμων και υδάτων. Αισθανόμουν στοργή γι' αυτόν.
Στην αρχή αυτής της χρονιάς έφερε και τη γυναίκα του, τη μητέρα μου. Όταν εκείνη μπήκε στο μαγαζί, έτρεμε τόσο πολύ που νόμισα ότι την είχε πιάσει κάποια νευρική πάθηση. Ύστερα ζήτησε ένα κάθισμα κι ένα ποτήρι νερό. Δεν είπε τίποτα παρά κοίταζε τα έπιπλά μου σαν παραλοϊσμένη και δεν απαντούσε παρά μ' ένα ναι ή μ' ένα όχι, στα κουτουρού, σε όλες τις ερωτήσεις του. Όταν έφυγε την πήρα για μισοπάλαβη.
Ξανάρθε τον επόμενο μήνα. Ήταν ήρεμη, συγκρατημένη. Έμειναν αρκετή ώρα τη μέρα εκείνη, φλυαρώντας, και μου έδωσαν μια μεγάλη παραγγελία. Την ξανάδα άλλες τρεις φορές, χωρίς να υποπτευθώ τίποτα. Όμως να που μια μέρα αρχίνησε να μου μιλάει για τη ζωή μου, για τα παιδικά μου χρόνια, για τους γονείς μου. Απάντηση: «Οι γονείς μου, κυρία, ήταν κάποιοι αχρείοι που με παρατήσανε». Τότε εκείνη έφερε το χέρι στην καρδιά της και λιποθύμησε. Αμέσως σκέφτηκα: «Είναι η μητέρα μου!» αλλά φρόντισα να μην αφήσω να το καταλάβουν. Ήθελα να 'ρχεται να τη βλέπω.
Εγώ, πάλι, απ' τη μεριά μου, μάζεψα τις πληροφορίες μου. Έμαθα ότι είχανε παντρευτεί μόλις τον περασμένο Ιούλιο, γιατί η μητέρα μου είχε χηρέψει εδώ και τρία μόνο χρόνια. Ψιθυριζόταν ότι είχαν αγαπηθεί ενόσω ακόμα ζούσε ο πρώτος της άντρας, αλλά δεν υπήρχε καμιά απόδειξη γι' αυτό. Εγώ ήμουνα η απόδειξη, η απόδειξη που έκρυψαν στην αρχή κι ελπίζανε να την καταστρέψουν στη συνέχεια.
Περίμενα. Ξαναφάνηκε ένα βράδυ, συνοδευμένη όπως πάντα από τον πατέρα μου. Εκείνη τη μέρα φαινόταν, δεν ξέρω γιατί, ιδιαίτερα συγκινημένη. Έπειτα, τη στιγμή που θα 'φευγαν, μου είπε: «Θέλω το καλό σου, επειδή μου φαίνεσαι τίμιο κι εργατικό παιδί. Θα σκέφτεσαι βέβαια να παντρευτείς μια μέρα. Έρχομαι να σε βοηθήσω να διαλέξεις ελεύθερα τη γυναίκα που θα σου ταιριάζει. Εμένα με πάντρεψαν με το ζόρι μια φορά, και ξέρω πόσο υποφέρει κανείς σ' αυτή την περίπτωση. Τώρα είμαι πλούσια, άτεκνη, ελεύθερη, κυρία της περιουσίας μου. Να η προίκα σου».
Και μου έδωσε ένα μεγάλο σφραγισμένο φάκελο.
Την κοίταξα καλά - καλά κι έπειτα της είπα: «Είσαστε η μητέρα μου;»
Τραβήχτηκε τρία βήματα προς τα πίσω και σκέπασε τα μάτια της με το χέρι για να μη με βλέπει άλλο. Εκείνος, ο άντρας της, ο πατέρας μου, τη βάστηξε στην αγκαλιά του και μου φώναξε: «Τρελάθηκες!»
«Καθόλου», αποκρίθηκα. «Το ξέρω πολύ καλά πως είσαστε γονείς μου. Δε με ξεγελάνε εμένανε έτσι. Ομολογήστε το κι εγώ θα φυλάξω το μυστικό σας. Δε θα σας κρατάω κακία· θα παραμείνω αυτό που είμαι, ένας μαραγκός».
Εκείνος οπισθοχωρούσε προς την έξοδο ενώ εξακολουθούσε να υποβαστάζει τη γυναίκα του που άρχισε να κλαίει με λυγμούς. Έτρεξα και κλείδωσα την πόρτα, έβαλα το κλειδί στην τσέπη μου και πρόσθεσα:
«Για κοιτάξτε την, λοιπόν, και αρνηθείτε και πάλι πως είναι η μητέρα μου».
Τότε θύμωσε, έγινε πελιδνός, τρομοκρατημένος από τη σκέψη ότι το σκάνδαλο, που είχε ίσαμε τότε αποφευχθεί, μπορούσε ξαφνικά να ξεσπάσει ότι η κοινωνική τους θέση, η υπόληψή τους, η τιμή τους θα χανόταν έτσι με μιας· και ψέλλισε: «Είσαι ένα κάθαρμα που θέλει να μας αποσπάσει χρήματα. Έπειτα σου λένε να κάνεις το καλό στο λαό, σ' αυτούς τους άξεστους, να τους βοηθάς, να τους συντρέχεις!»
Η μητέρα μου, σαστισμένη, ολοένα επαναλάμβανε: «Πάμε να φύγουμε, πάμε να φύγουμε».
Τότε, καθώς η πόρτα ήτανε κλειδωμένη, φώναξε εκείνος: «Αν δε μου ξεκλειδώσεις αμέσως, θα σε ρίξω στη φυλακή για εκβιασμό και βία».
Εγώ είχα διατηρήσει την αυτοκυριαρχία μου. Άνοιξα την πόρτα και τους είδα να χάνονται μες στο σκοτάδι.
Τότε μου φάνηκε με μιας πως είχα ορφανέψει, πως με είχαν εγκαταλείψει, πως με είχαν σπρώξει στο γκρεμό. Μια τρομερή θλίψη, ανάμικτη με οργή, μίσος και αηδία, με κυρίεψε. Σαν να εξεγέρθηκε όλο μου το είναι για το δίκιο, την ευθύτητα, την τιμή, την περιφρονημένη στοργή μου. Άρχισα να τρέχω για να τους προλάβω κατά μήκος του Σηκουάνα που έπρεπε να ακολουθήσουν για να φτάσουν στο σταθμό του Σαρού.
Σε λίγο τους πρόφτασα. Η νύχτα είχε πέσει θεοσκότεινη. Προχωρούσα στα κλεφτά πάνω στο χορτάρι, έτσι που δε με πήραν είδηση. Η μητέρα μου εξακολουθούσε να κλαίει. Ο πατέρας μου έλεγε: «Το λάθος είναι δικό σου που επέμενες τόσο πολύ να τον δεις. Ήταν τρέλα στη θέση που βρισκόμαστε. Μπορούσαμε να του είχαμε κάνει καλό από μακριά, χωρίς να εμφανιστούμε. Αφού δεν μπορούμε να τον αναγνωρίσουμε για παιδί μας, σε τι χρησίμευαν αυτές οι επικίνδυνες επισκέψεις;»
Τότε ρίχτηκα μπροστά τους, ικετεύοντάς τους. «Είδατε που είσαστε οι γονείς μου;» ψέλλισα. «Με παραπετάξατε ήδη μια φορά, θα με διώξετε και πάλι;»
Τότε, κύριε πρόεδρε, αυτός σήκωσε το χέρι του πάνω μου, σας δίνω το λόγο της τιμής μου, σας τ' ορκίζομαι στο νόμο, στη Δημοκρατία. Με χτύπησε, κι όπως εγώ τον έπιασα απ' το γιακά, τράβηξε ένα περίστροφο από την τσέπη του.
Άναψε το αίμα μου, δεν ξέρω πια, είχα τον διαβήτη μου στην τσέπη και τον χτύπησα μ' αυτόν, τον χτύπησσα όσο βαστούσα.
Εκείνη βάλθηκε τότε να ουρλιάζει: «Βοήθεια, δολοφόνος», ξεριζώνοντάς μου τα γένεια. Φαίνεται πως τη σκότωσα κι αυτήν. Σάμπως ξέρω κι εγώ τι έκανα τη στιγμή εκείνη;
Έπειτα, σαν τους είδα και τους δυο καταγής, τους πέταξα στο Σηκουάνα δίχως να το σκεφτώ. Έτσι έχουν τα πράγματα.
- Τώρα δικάστε με.
Ο κατηγορούμενος ξανακάθησε. Μπρος σε μια τέτοια αποκάλυψη, η υπόθεση αναβλήθηκε για την επόμενη συνεδρίαση του δικαστηρίου. Θα εκδικαστεί σύντομα. Αν ήμασταν ένορκοι, τι απόφαση θα βγάζαμε γι' αυτόν τον φονιά των γονιών του;
Γκυ ντε Μωπασσάν
(μτφρ. Φοίβος Πιομπίνος)
ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ (1994)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου