Πέμπτη 31 Μαρτίου 2022

Ο ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟΣ

 
   Οι φοιτητές της «Κόκκινης παντιέρας» σκόλασαν από τη συγκέντρωσή τους στις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Κι είχαν αρχίσει από τις δέκα ακριβώς. Είχε δει το ρολόι του σαν άρχισαν τη συνεδρίαση, το ξανάδε στο φως του διάδρομου φεύγοντας. Η χινοπωριάτικη βροχή έπεφτε σιγανή, όμως επίμονη. Περπατούσε κάτω από τη μεγάλη ομπρέλα χωρίς να βιάζεται, αφημένος στους λυπητερούς του στοχασμούς. Έσκυβε τις ωμοπλάτες απ' την υγρασία που γιόμιζε τον αέρα σα νερόσκονη. Του φαινόταν πως το 'κανε ζουληγμένος απ' το φορτίο της θλίψης, που κουβάλησε στη ράχη βγαίνοντας από κείνη τη μάζωξη. Τέσσερις ώρες συζήτηση με το ρολόι. Τι φλυαρία, πόσα φουσκωμένα άντερα, πόσες περιαυτολογίες. Ένα μάτσο κακοσκεπασμένοι εγωισμοί. Ο καθένας τους προσπαθούσε με τρόπο να ξεκόψει από την πνιγερή ανωνυμία του πλήθους, καλώντας όλους τους άλλους να ξορκιστούνε εν ονόματι της μεγάλης και απρόσωπης μάζας. Δηλαδή που καθένας το 'χει κρυφό καημό να της δανείσει το δικό του πρόσωπο. Είχε μολαταύτα κι ένα καλό τούτη η συγκέντρωση. Ξεσκεπάστηκε ο Αλιφάντης τι κουμάσι ήταν. Γιατί ήβγε αποδειγμένος πια, φως φανερό. Ο Αλιφάντης, μάλιστα, ο Αντρέας Αλιφάντης, ε λοιπόν ήταν ένας ακόμα παλιανθρωπάκος. Καταφερτζής πρώτης. Του 'φερε δυνατό πόνο στην ψυχή τούτο το ξεσκέπασμα γιατ' ήτανε το ίνδαλμά του.
   Σαν πρωτόρθε στην Αθήνα να γραφτεί στη Φιλολογία εδώ και λίγους μήνες, τάμα το 'χε να πάει να τόνε βρει, να τόνε γνωρίσει, να φιλήσει το χέρι το τιμημένο, που τίναζε σα φλογερά αστροπελέκια κείνα τα τραγούδια σε κάθε φυλλάδιο της «Κόκκινης παντιέρας». Τα τραγούδια της τρομπέτας τα άγρια και ορμητικά. Να του φέρει το θαυμασμό και την αφοσίωση όλης της αριστερής νεολαίας του νησιού του. Την πρώτη μέρα κιόλας είδε τη φωτογραφία του πίσω απ' το μεγάλο κρύσταλλο το κατάφωτο, σ' ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο, στο Σύνταγμα. Μια έξοχη φωτογραφία σε ακριβή κορνίζα. Ο ποιητής. Ένας ηλικιωμένος άντρας, ψηλός, μεγαλόσωμος, με ασημιά μαλλιά στις παραφτίδες, με τετράγωνο γενάκι και μαύρα πυκνά φρύδια. Από κάτω φωλιάζουνε δυο μαύρα μάτια, αρπαχτικά, σχεδόν άγρια. Μάτια γερακιού, που ζυγιάζεται, αλέστα να χιμήξει. Αμέσως κάτω απ' τη φωτογραφία ήταν ένα βιβλίο - διαφήμιση σε υπερφυσικό μέγεθος. Το νέο βιβλίο του Αλιφάντη σε μεγέθυνση. «Ο Κόκκινος Αητός». Ναι, πώς του πήγαινε! Αυτός, ατός του ήταν ο κόκκινος αητός. Λεβέντης, φαρδοφτέρουγος, νυχοποδαράτος. Λοιπόν απόψε τόνε γνώρισε από την καλή. Αχ, αυτό το θεϊκό όρνιο δεν ήταν άλλο παρά ένας γάλλος παραγεμιστός της κρατικής κουζίνας. Οι συντρόφοι που καταγγείλανε, φέρανε χεροπιαστά ντοκουμέντα στη συγκέντρωση. Τα καταθέσανε ένα προς ένα στο τραπέζι του προεδρείου, κι από κάτω βγήκε ένας προφήτης χαρτονένιος, ένας ήρωας - λαπάς, ένα σύμβολο - κορόιδο. Με τα τραγούδια του έσπρωχνε τους φτωχούς εργάτες να χτυπιούνται με τους χωροφυλάκους και με τους φαντάρους  του κράτους, κι ο ίδιος, μυστικά, τα 'ψηνε περίφημα μ' αυτό το κράτος. Τα κατάφερε να γραφτεί για πρόσφυγας κι έτσι πήρε χάρισμα ένα μεγάλο κρατικό οικόπεδο στο Φάληρο, να σηκώσει βίλα, να ξεκαλοκαιριάζει ο ερίφης. Ακόμα τις προάλλες πήρε αράδα τους ακαδημαϊκούς, φιλώντας κατουρημένες ποδιές δεξιά και ζερβά, να του δώσουν το κρατικό βραβείο «που ήτανε φτωχός οικογενειάρχης». Μπορεί κιόλας να είπε τη φράση «παλαίμαχος της γραφίδος». Κοντά σ' αυτά αποδείχτηκε πως κυνηγούσε και μια θέση δημόσιου υπάλληλου να συμπληρώσει κάποια σύνταξη. Όλα αποδειγμένα ένα προς ένα. Με αριθμούς απ' το πρωτόκολλο, με ημερομηνίες, με αντίγραφα και φωτογραφίες αναφορών του, που ξεσήκωσε η κατασκοπεία απ' τα συρτάρια των υπουργείων και τ' απόθεσε, όλα στοίβα, πάνω στο τραπέζι. Τι σαπίλα! Ακόμα πριν ανθίσει το κόκκινο λουλούδι βρέθηκε σκουληκιασμένη η ρίζα του. Λυπημός!  Τι λυπημός; Κολοκύθια! Ήταν εκεί, στο πόστο. Αυτός. Οι άλλοι. Βέβαια. Οι λίγες μορφές που ξεχώριζαν απ' τους φαφλατάδες και τους «ρήτορες». Εκείνοι οι νέοι, οι μετρημένοι, που ήτανε λίγα τα λόγια τους, ένα ναι, ένα όχι, και μέσα στα μάτια τους έκαιγε μια σταθερή φλόγα. Εκεί μέσα άναβε η επανάσταση, η σπίθα απ' την καθαρτήρια πυρκαγιά. Οι νέοι θα προχωρούσανε, σκληροί και αγνοί. Θα παραμέριζαν τα παλιοτόμαρα και θα προχωρούσανε. Άσπιλοι, αντρόπιαστοι και προ πάντων σκληροί. Οι νέοι. Οι νέοι.
   Η βροχή θα είχε σταματήσει λιγάκι. Το κατάλαβε σαν ξανάκουσε το ψιλό βίτσισμά της πάνω στο τεντωμένο πανί της ομππρέλας. Ήτανε στη μεγάλη λεωφόρο, κοντά στην Πύλη του Αδριανού. Περπατούσε μεσοστρατίς. Σήκωσε τα μάτια πάνω στο χαριτωμένο μνημείο, είδε τη λιγνή σιλουέτα του να σκεδιάζεται λαφριά μέσα στη νύχτα, και διάβασε νοερά την ξιπασμένη επιγραφή: «Αἵδ' εἰσ' Ἀδριανοῦ, οὐχί Θησέως πόλις». Ο δρόμος άπλωνε ένα γύρω αφώτιστος, μαύρος από το σκοτάδι, που έρρεε σαν υγρό πάνω στην άσφαλτο. Ένας δρόμος φαρδύς σαν πλατεία. Πιότερο ίσως έμοιαζε με κανάλι, όπου τα νερά κοιμούντανε σκοτεινά. Μακριά, κάτω απ' τα χλωμά λαμπιόνια, η άσφαλτο κρατούσε κάποιες νεροφεγγιές. Ήταν ολομόναχος και ένιωσε γύρω του να λείπουν πολύ τα τράμια που σταματήσανε να περνοδιαβαίνουν, τα κουδουνίσματά τους, που γιομίζουνε νευρικότητα τους δρόμους, κι οι μενεξελιές αστραψιές που σκάνε ψηλά απ' το καρούλι της αντένας. Ξαφνικά ένα αυτοκίνητο, μια ακριβή μάρκα, όρμησε απ' το Ζάππειο μεριά σαν πελώριο βλήμα, και πέρασε με τρελή ταχύτητα απ' τη μέση του δρόμου. Παραμέρισε και στάθηκε ζαλισμένος από τους έξοχους προβολείς του, που στραπατσάρισαν τη νύχτα, την κουρέλιασαν, την άνοιξαν δυο στη μέση, να περάσει θριαμβευτικά το άρμα της άδικης ευτυχίας. Μέσα στη φωτοπλημμύρα τους είδε τη βροχή να πέφτει σε χρυσά στημόνια, σαν την ερωτική βροχή του Δία. Οι ράγιες άστραψαν και σάλεψαν, ασημένιες νεροφίδες, κι η μαύρη λεωφόρο ξετυλίχτηκε στις ρόδες του σαν ένα τόπι λαμέ. Μέσα στην πλατιά αστραπή το μάτι του πήρε σα φωτογραφικό στιγμιότυπο ένα ζευγάρι πίσ' απ' τα κρύσταλλα. Ένα κιτρινιάρη κύριο, με κοστούμι κοσμικού ξενυχτιού, και μια γυναίκα κουλουριασμένη απάνω του, μέσα στις γούνες της, σα μια χαδιάρα γάτα Αγκύρας. Άκουσε τα λάστιχα που φεύγανε, να σέρνουνται σφιχτά πάνω στη βρεγμένη άσφαλτο, μ' έναν θόρυβο ξερό, κολλητό, σαν ένα γρήγορο και μακρύ χάδι, όλο μίσος και πόθο. Κατόπι όλα βούλιαξαν μέσα στη νύχτα, που χύθηκε και μουτζάλωσε τα σχήματα και τις αμφίβολες γραμμές, πιο πηχτή, πηχτή σα μελάνη.
   Απόμεινε λίγο να συνηθίσουν τα μάτια του, κατόπι προχώρεσε βάζοντας τα πόδια του προσεχτικά. Το νερό δυνάμωνε. Έξαφνα μες από κάποιο σοκάκι της Πλάκας έτρεξε προς το μέρος του ένας ίσκιος σβέλτος. Μια νέα γυναίκα άρπαξε ορμητικά το μπράτσο του, γαντζώθηκε πάνω του και τρύπωσε κάτω απ' την ομπρέλα του. Είπε γρήγορα - γρήγορα με ραϊσμένη φωνή:
   «Πάρτε με μαζί σας, κύριε!... Πάρτε με μαζί σας!»
   Έτρεμε η φωνή της, ίσως κιόλας να 'ταν από το κρύο που χτυπούσε το κατωσάγωνό της, γιατ' ήτανε ντυμένη πολύ λαφριά. Ξαφνιάστηκε, όμως χωρίς να χάσει καιρό τη σκέπασε με την ομπρέλα του κι άνοιξε το βήμα, βλέποντάς τη να βιάζεται. Την ένιωθε μουσκίδι απάνω του, χωρίς πανωφόρι. Ήθελε κάτι να της πει. Τι να της πει;
   «Κρυώνετε;»
   «Κρυώνω... κρυώνω...» 
   Γύριζε το κεφάλι και κοίταζε κάθε τόσο, πίσω, προς το σκοτάδι που τους ακολουθούσε ρευστό. Γύριζε κι αυτός κι έβλεπε υποψιασμένος. Δεν ήθελε να δείξει πως δείλιασε. Της είπε ακόμα:
   «Τέτοια ώρα μονάχη... κι έτσι λαφριά ντυμένη...»
   Μέσα του συλλογιόταν: Είναι τροτέζα ή λωποδύτισσα; Τροτέζα ή λωποδύτισσα; Ένιωθε το κορμί της στέριο και λαστιχάτο απάνω του, το χέρι της νευρικά γαντζωμένο στο μπράτσο του. Εκεί κοντά στο άγαλμα του Βύρωνα τής λέει:
   «Μένω εδώ κοντά. Στον Αρδηττό. Λίγο πάνω απ' το Κλάριτς. Πάμε ως εκεί και κατόπι...»
   Ήθελε να της πει: κατόπι σας δίνω την ομπρέλα και γυρίζετε.
   Τον έκοψε βιαστικά, παρακαλεστικά:
   «Ναι, πάμε... πάμε...»
   Στρίψανε τον κατήφορο κι ένιωθε τις σκοτεινές φυλλωσιές ν' απλώνουνται μουσκεμένες από πάνω τους. Ένα ταξί πέρασε, και σαν έπεσε απάνω τους το φως του, την είδε κοντά του κομψή, λυγερή και τόσο νέα! Του φάνηκε πιο νέα από κείνον. Αυτό έκανε την καρδιά του να χτυπά ευχαριστημένα. Η ραχοκοκκαλιά του στυλώθηκε κάτ' από το παλτό και το βήμα του έγινε πιο λεβέντικο. Δεν έμοιαζε καθόλου για προστυχοκόριτσο. Περπατούσανε λοιπόν κοντά - κοντά, σφιχτά, σαν παλιοί συντρόφοι, σα συγγενήδες που γυρνάνε έτσι μπράτσο στο σπιτάκι τους κάθε νύχτα. Ήταν παράξενο και γουστόζικο αυτό. Ένιωθε πάνω του το ευχάριστο βάρος της, απογευότανε το ελαφρό μύρο της μέσα στη νοτισμένη ατμόσφαιρα και χαιρότανε το συναίσθημα του αρσενικού που προστατεύει. Παραδόθηκε στους μπερδεμένους στοχασμούς του που λυγούσαν και κυματίζανε ασχημάτιστοι σαν ατμοί. Έτσι πηγαίνανε δίχως να μιλάνε. Μονάχα σαν ανηφορίσανε πια στο λόφο και μπήκανε μέσα στο λαβύρινθο των δρομάκων του Αρδηττού, τής έδινε σύντομες οδηγίες πού να πατάει:
   «Προσέχτε. Εδώ είναι λάκκοι... Τώρα δυο σκαλοπάτια. Εδώ θ' ανεβούμε.  Το νου σας. Γλιστρά λίγο... Έτσι μπράβο. Στηριχτείτε καλά».
   Κάπου σταμάτησε, άφησε την ομπρέλα στα χέρια της. Έβγαλε ένα κλειδάκι, άνοιξε, μπήκε μέσα και γύρισε το φως. Κείνη έκλεισε την ομπρέλα καταπόδι του και μπήκε πίσω του. Την έβλεπε σαστισμένος. Ήταν όμορφη, όμορφη, με πλατιά ματόκλαδα και φουσκωτούς κόρφους.
   Κοίταξε ένα γύρω της. Τα βιβλία του, το ντιβάνι του, το καναπεδάκι, τη ντουλάπα, το καρυδί τραπέζι με τα χαρτιά. Στον τοίχο την εικόνα του Μαρξ και του Λένιν. Τις ξανακοίταξε. Η βρεγμένη ρομπίτσα ήτανε κολλημένη πάνω της σα μεταξωτή επιδερμίδα. Γύρισε πάνω του τα μάτια της και τότε αυτός πρόσεξε πόσο χλωμή ήταν. Τόνε κοίταζε, τ' αχείλι της έτρεμε λαφριά στην άκρη, κάτι περίμενε ή κάτι φοβότανε ν' ακούσει. Της είπε απλά και καλόκαρδα:
   «Με λένε Παύλο Μπεράτη. Είμαι φοιτητής της Φιλολογίας. Μπορείτε να πάρετε μαζί σας την ομπρέλα. Αύριο μού την αφήνετε στο μπουφέ της “Αίγλης”, εδώ κάτω, στο Ζάππειο. Με ξέρουν τα γκαρσόνια... Και καληνύχτα σας».
   Κοίταξε το χέρι του που τής άπλωνε, κοίταξε την ομπρέλα, κατόπι σήκωσε τα μάτια της και τόνε κοίταξε πάλι καταπρόσωπο, να της χαμογελά έτσι καλοσυνάτα και φιλικά. Είπε σιγά, παρακαλεστικά: 
   «Μη με διώξετε... Δεν κάνει απόψε... Με κυνήγησε να με σκοτώσει... Έφυγα να γλιτώσω τη ζωή μου...»
   Τόνε κοίταζε ακόμα και περίμενε να διαβάσει στα μάτια του την απόφασή του. Μέσα στα μάτια της ήταν ο φόβος, ο φόβος του θανάτου, ο φόβος της νύχτας χωρίς στέγη. Τα μάτια του διωχμένου σκυλιού. Αυτός έπαψε να χαμογελά. Δίσταζε. Του ξανάπε απελπισμένη:
   «Δεν έχω πού να πάω απόψε... Ας μείνω εδώ και...»
   Ξετινάχτηκε σα να τόνε μπάτσισαν. Μέσα στην παύση ακούστηκε ολοκάθαρα το αισχρό τάξιμο, που δεν είχε το κουράγιο να του προτείνει για πλερωμή τούτο το διωγμένο ζο. Ντράπηκε που τον πήρε άξιο για μια τέτοια συναλλαγή κι ένιωσε τα μάγουλά του να πυρώνουν. Τήνε κοίταξε φανερά προσβαλμένος κι αυτή χαμήλωσε το κεφάλι σαστισμένη. 
   Δίχως να μιλήσει έκλεισε την πόρτα γυρίζοντας δυο φορές το κλειδί. Πήρε την ομπρέλα που έσταζε και την πήγε σε μια μικρή πλαϊνή καμαρούλα. Εκεί ήταν ο νιφτήρας και η τουαλέτα. Κατόπι γύρισε, άνοιξε τη ντουλάπα και τής έδωσε μια πυτζάμα. Της είπε:
   «Ακούστε... Μη μου πείτε σας παρακαλώ τ' όνομά σας. Να φορέσετε τούτο να μην αρρωστήσετε, και τρυπώστε κάτω απ' την κουβέρτα στο ντιβάνι... Εγώ θα είμαι εδώ πλάι. Με φωνάζετε σαν τελειώσετε».
   Μπήκε στο πλαϊνό διαμέρισμα, άναψε το καμινέτο του και ετοίμασε μια τσαγιέρα δυνατό τσάι. Έκανε κι ένα πιάτο σάντουιτς, με ψιλές φέτες μαύρο ψωμί, παραγεμισμένες με φρέσκο βούτυρο και μαλακό τυρί. Ακούμπησε το δίσκο στο τραπεζάκι του ντιβανιού δίπλα της, έσυρε και μια καρέκλα κοντά και κάθισε. Την είδε μέσα στην καφετιά πυτζάμα του και χαμογέλασε. Την είχε κουμπωμένη ως το λαιμό, και τα μαλλιά της χυνότανε μαύρα και γυαλιστερά κάτω απ' το φως, ως τους ώμους της. Προσπαθούσε να 'χει φυσικό ύφος, σα να 'τανε κιόλας τούτα φυσικά.
   «Εντάξει», είπε και ξαναγέλασε φιλικά. «Τώρα θα μασήσουμε λίγο για να ζεσταθούμε. Κατόπι θα κοιμηθείτε σεις αυτού στο κρεβάτι μου, κι εγώ εδώ στον καναπέ. Να 'χετε εμπιστοσύνη σε μένα».  
   «Έχω», είπε ήσυχη. Χαμογέλασε δειλά, να δείξει πως του είχε εμπιστοσύνη.
   Αληθινά, ένιωθε γύρω της ευχάριστα την ασφάλεια της κλειδωμένης πόρτας, τη ζεστασιά κάτω απ' τα στεγνά και παστρικά ρούχα. Χτένισε πίσω με τα δάχτυλα τις άφθονες μπούκλες που πλημμύρισαν το φοιτητικό προσκέφαλο, ανασηκώθηκε. Το χρώμα της στέρεης υγείας των είκοσι χρονώ τής ξανάρθε στο μελαχρινό πρόσωπο κι άρχισε να τρώει με όρεξη. Κείνος έβλεπε με ήσυχη χαρά τα μικρά δυνατά της δόντια να βουλιάζουν μέσα στα φετάκια το βουτυρόψωμο. Σαν άπλωσε το χέρι του με το κουταλάκι να βάλει ζάχαρη στη φλυτζάνα της, το άρπαξε ξαφνικά μέσα στη φούχτα της και το φίλησε με συγκίνηση.
   «Σάς ευχαριστώ».
   Ένιωσε καφτερά τα χείλια της ανάμεσα στο μεγάλο δάχτυλο και στο δείχτη. Τράβηξε γρήγορα πίσω το χέρι του, χαμογέλασε στενοχωρεμένος.
   «Δεν υπάρχει λόγος να μ' ευχαριστείτε», έκανε. «Όλοι μας είμαστε αδικημένοι κι όλοι σέρνουμε από πίσω μας τις αλυσίδες μας. Άλλος πιο λαφριά άλλος πιο βαριά. Εγώ είμαι από κείνους που νιώθουνε στα πόδια τους το βάρος απ' τις αλυσίδες όλων μαζί των άλλων... Αφήστε με να σάς βάλω λίγο κονιάκ».
   Του έλεγε σιγά:
   «Ντρέπουμαι γι' αυτό... Είστε πολύ καλός... Τι θα γινόταν αν δεν σας έστελνε ο Θεός στο δρόμο μου απόψε...» 
   Γέλασε.
   «Ο Θεός; Όχι δα!»
   «Ξέρω», λέει η κοπέλα κι ανοίγει τα μάτια της χαμογελαστά. «Απ' όλα τα λόγια σας το καταλαβαίνω. Κι απ' αυτά τα κάδρα. Είστε κομμουνιστής. Κι ο Πέτρος είναι... Όταν είπατε για το Θεό...»
   «Που μ' έστειλε στο δρόμο σας απόψε;»
   Γέλασε πάλι, ξαναγιόμισε το φλυτζάνι του και τη ρώτησε εύθυμα:
   «Πείτε μου, αντί γι' αυτό δε θα του ήτανε πιο βολικό, του Παντοδύναμου, να βολέψει τα πράματα έτσι που να μην έχετε την ανάγκη μου απόψε;»   
   Σήκωσε τους ώμους της.
   «Μπορεί κιόλας να 'ναι έτσι», έκανε. «Κι ο Πέτρος τα ίδια μού έλεγε. Τα ίδια λέγαν κι οι φίλοι του σα μαζευόντανε σπίτι. Όλοι οι κομμουνιστές τα ίδια λόγια έχετε».
   «Για την ίδια αλήθεια, τα ίδια λόγια θα 'χουμε. Πώς αλλιώς...»
   Τής φάνηκε πως δεν έπρεπε να του πει τούτη τη σκέψη της και ξανάπε συμμαζεμένη:
   «Δεν έχει σημασία τι σας λέω. Τι ξέρει μια γυναίκα και τι να πει. Βέβαια δε μπορώ να πω πως εγώ είμαι άθεη, όμως μπορεί να 'χω κι άδικο... Τα 'λεγα και σε κείνον. Καλά για τους σκληρόκαρδους τους πλούσιους, που βυζαίνουν του φτωχού το αίμα. Όμως ο Χριστός;... Αυτός; Γιατί να τόνε βρίζουν;... Η Παναγία;... Έπειτα ο Χριστός στηλίτεψε και κείνος τους πλούσιους και αγαπούσε το φτωχό. Δεν είναι έτσι;»
   Τον είδε που χαμογελούσε και ξανάπε:
   «Μπορεί να 'χω κιόλας άδικο... Να με συμπαθάτε...»  
   «Όχι δα. Χαίρουμαι να μιλάτε μαζί μου λεύτερα. Μιλάτε μου χωρίς επιφύλαξη σα να ήμουνα αδερφός σας και σας φιλοξενώ απόψε. Ξέρετε, έχω κι εγώ μιαν αδερφή στο νησί. Να, σαν και σας. Άννα τη λένε. Μόνο που κείνη είναι ξανθιά».
   Έπιασαν έτσι την κουβέντα. Πολεμούσε να της δώσει να καταλάβει πως δεν την περιφρονούσε και πως το πρόσωπό της και η ζωή της με τα μυστικά της τού ήτανε πράματα ιερά και απαραβίαστα. Θα την σεβότανε σαν μια αδερφή. Μια ανώνυμη αδερφή, που βγήκε μες απ' την ανώνυμη νύχτα κι ακούμπησε στο μπράτσο του μ' εμπιστοσύνη. Την ευχαριστούσε για τούτη την εμπιστοσύνη κι ένιωσε μιαν ορμή να τη βεβαιώσει πως ήταν άξιος γι' αυτήν.
   Αυτή ήτανε δακτυλογράφος. Του το 'πε μοναχή της. Δούλευε σε μια εταιρεία ελαιουργίας. Παντρεμένη, μόλις ένας χρόνος που παντρεύτηκαν με τον Πέτρο. Αυτός δούλευε στα τραμ. Κείνο το βράδυ γύρισε σπίτι αγριεμένος, τα μάτια του άνω κάτω. Κάτι σημαδιακά είπε για το διευθυντή της εταιρείας. Κάτι του 'πανε ή του γράψανε. Ήρθε ίσια απ' τη δουλειά του, αποφασισμένος να τη σκοτώσει. Βρωμούσε ρετσίνα, τράβηξε έναν εγγλέζικο σουγιά και την κυνήγησε. Είδε μέσα στα κόκκινα μάτια του την καταδίκη της. Μπόρεσε και ξεγλίστρησε μες από τα νύχια του χάρου. Έφυγε μέσα στη βροχή, μέσα στη νύχτα. Να, αυτή ήταν η ιστορία της. Μήτε δικούς, μήτε συγγενήδες είχε να την προστατέψουν.
   Άρχισε ξαφνικά να κλαίει σαν παιδί, τώρα που τα νεύρα της ξετεντώθηκαν. Έκλαιγε άφθονα.
   Ναι, ο Θεός τη λυπήθηκε. Αν δεν βρισκόταν αυτός πάνω στο δρόμο της... Πού θα περνούσε κείνη τη νύχτα; Σε τι χέρια θα 'πεφτε; Είχε αποφασίσει να τα δεχτεί όλα, και τα χειρότερα, παρά να γυρίσει πίσω... Το συλλογίστηκε απ' την ώρα που ξεπόρτισε... «Καημένη», είπε στον εαυτό της, «τι είσαι τώρα πια εσύ θαρρείς; Μια πατσαβούρα είσαι... Μια πατσαβούρα».
   Αναρρουφούσε τα δάκρυά της.
   Την είχε πιάσει μια έξαψη να του τα πει όλα. Μια μανία για ξομολόγηση. Την παρακάλεσε να μην του πει τίποτα... Ούτε κι αυτά που του είπε ήταν ανάγκη. Συλλογίστηκε ακόμα μήπως είχε να κάνει και το κονιάκ που της έβαλε στο τσάι. Προσπαθούσε να της δώσει να καταλάβει πως δεν του χρωστούσε τίποτα. Πως κάθε τίμιος άνθρωπος θα 'κανε το ίδιο για ένα απροστάτευτο, ένα κυνηγημένο πλάσμα. Πως κανένας δε θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την προστασία του, εχτός πια αν ήτανε χτήνος ή κεφαλαιοκράτης. Μάλιστα, αυτό. Γιατί πριν ακόμα η κοπέλα να του δώσει μια εξήγηση, αυτός το 'χε καταλάβει κιόλας πως είχε μπροστά του ένα τυπικό παράδειγμα απ' την άτιμη εκμετάλλευση που κάνουν οι αφεντάδες στα φτωχοκόριτσα που παίρνουνε στη δούλεψή τους.
   Τόνε συνεπήρε η θερμή πίστη του προς την άγια Ιδέα και της μίλησε με αστραφτερά μάτια για τον αγώνα. Για τον Μεγάλο Αγώνα που γίνεται πάνω σ' ολάκερη τη Γης, που γίνεται στα κρυφά και στα φανερά. Απ' όλους τους δυστυχισμένους κι απ' όλους τους εκλεχτούς. Της είπε για την επανάσταση, τη μεγάλη και φοβερή, που ετοιμάζουνε σ' όλα τα πέρατα του κόσμου καρδιές θερμές και μπράτσα αποφασιστικά. Είναι για να γκρεμίσουνε τούτο το τερατώδικο παλάτι της Βαβέλ, τον Πύργο του Κεφαλαίου. Αυτό είναι που τάραξε τις γλώσσες των αδερφών ανθρώπων, των αδερφών λαών. Και πια, δε μπορούν να συναγροικηθούνε για την ευτυχία τους. Αυτό είναι, το πνέμα της Βαβέλ, το δαιμόνιο του Κεφαλαίου, που τους χώρισε σε έθνη, σε φυλές, σε ράτσες, σε τάξεις κοινωνικές. Της έδειξε τον Μαρξ. Να, αυτός ήταν ο νέος Μωϋσής, ο Εβραίος με την άγια γενειάδα που κατέβασε τις νέες πλάκες από το Σινά της σοφίας, φλογισμένο από τ' αστροπελέκια της μεγαλοφυΐας του. Της μίλησε για τον Λένιν. Αν της χρειάζεται ένας θεός, να τος. Αυτός ήταν ο νέος Γιεχωβά, ο Μογγόλος θεός του άγιου κατακλυσμού. Αυτός θα πνίξει πάλι το πνέμα της Βαβέλ που μόλεψε τη γης, αυτός θα την παστρέψει πάλι απ' όλες τις σάπιες ρίζες, απ' όλες τις φαρμακερές ανάσες. Ένας νέος κατακλυσμός του Νώε από αχνιστό αίμα. Λουτρό παλιγγενεσίας! Μες απ' αυτό θα 'βγαινε η γης ολόφρεσκη και παρθενική σαν τ' αμύριστο το ρόδο. Και θ' άρχιζε ο Κόκκινος Αιώνας. Οι άνθρωποι, ξαλαφρωμένοι απ' το άτομο, εξαγνισμένοι απ' τον άγριο εγωισμό τους, θα χτυποκαρδούνε πια με τη μια, την πελώρια, την πανανθρώπινη καρδιά! Αυτό τον κατακλυσμό όμως για να τόνε ξαπολύσεις χρειάζεται να είσαι άγιος. Να είσαι άγιος, δίκαιος και αυστηρός. Γιατί αυτό που θα γίνει είναι μια τρομερή δικαιοσύνη και χρειάζονται οι άξιοι δικαστές. Δεν είναι του καθενός να 'ναι δικαστής. Και πρέπει να δεις πρώτα αν σου βαστά να βάλεις υπόδικο τον εαυτό σου. Λοιπόν να. Εκείνος μέσα του ένιωθε όλη τούτη την αγνότητα και όλο το δικαίωμα να 'ναι αυστηρός. Γιατί ήτανε νέος, που άνοιξαν τα μάτια του προς την αλήθεια. Και μόνο οι νέοι δεν είναι μπολιασμένοι από το σάπιο αίμα. Γι' αυτό μπορούν και δίνουνται ολάκεροι, χωρίς πονηρούτσικες επιφύλαξες, χωρίς πισωπόρτια φυλαγμένα ανοιχτά, χωρίς άτιμες υστεροβουλίες.
   Δεν ήξερε πόσα απ' αυτά της τα 'πε, και πόσα μόνο τ' άκουγε να του τα λέει η φλογερή καρδιά του. Όμως χάρηκε πλατιά μέσα του τούτη τη χαρά της αγνότητας, και σαν είδε την κοπέλα ν' απογέρνει σιγά - σιγά κουρασμένη και να βασιλεύουν τα μάτια της στον γλυκό ύπνο, αποτραβήχτηκε χωρίς θόρυβο, κι άκουγε τους στοχασμούς του να τραγουδούν ακόμα γύρω του, σαν ένα κοπάδι αηδόνια.
   Κάθισε μπροστά στο τραπέζι του με τη ράχη προς το ντιβάνι. Έπιασε το κεφάλι του μέσα στις παλάμες κι άκουγε τη βροχή που δυνάμωνε έξω κι έδερνε με χαρούμενη βουή την πόρτα και τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Ένιωσε τις αστραπές να τρυπώνουν ανάμεσ' από τις γρύλλιες τις χρυσές ματιές τους μέσα στο δωμάτιο. Ο κατακλυσμός του Νώε! Ο κόκκινος κατακλυσμός, που θα ραβδίσει και θα ξεπλύνει τον κόσμο από την ανομία. Θα αλαλάζει έτσι με τις μεγάλες φωνές του νερού που καθαρίζει, με τα δυνατά τραγούδια της νύχτας, που θα γεννήσει την αβασίλευτη μέρα. Θα τον ακούμε λοιπόν να τραγουδά πάνω στις πόρτες, πάνω στις στέγες και στα παραθυρόφυλλα, κι οι αστραπές θα 'ναι πιο χρυσές... πιο χρυσές. Και σαν τελειώσει ο κατακλυσμός, θ' ανατείλει πάνω στα νερά ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, κι όλες οι αμαρτίες θα πλέουνε πάνω στο νερό σαν ασκιά, πνιγμένες. Όλες...
   Ήτανε ζεστά μέσα στο δωμάτιο. Ήτανε μια χλιά μυρωδιά από καμμένο σπίρτο, τσάι και κονιάκ. Κι έξω κρύωνε. Ένιωσε την ικανοποίηση του πολιτισμένου, όταν κλειδώνει σαν οργισμένα σκυλιά έξω από την πόρτα του τα στοιχεία, που αιώνες τον παίδεψαν και τον ανάγκασαν να τα κάνει θεούς και να τους σφάζει τα παιδιά του, για να καταλαγιάσει την παράλογη έχτρα τους. Τώρα τ' αφήνει στο δρόμο να γαβγίζουν και να δέρνουνται υποταγμένα, να ξύνουν με τις μουσούδες τους την κλειδωμένη πόρτα και να ουρλιάζουν αδύναμα. Κατάλαβε να αναβρύζει απ' τα βαθιά του, ως μες από τα κόκκαλά του, μια πλούσια πηγή ευγνωμοσύνης για όλο το ασκέρι των φτωχών και των ταπεινών, που πελέκησαν τις πέτρες μέσα στον καφτερόν ήλιο, που δέσανε τις πόρτες, που χύσανε το τσιμέντο και σφυροκοπήσανε το σίδερο, μαύροι απ' την καπνιά, γυμνοί ως τη μέση, για να σηκωθεί ετούτο το σπίτι, για να σηκωθούν όλα τα μιλλιούνια σπίτια, ενάντια στο κρύο, ενάντια στο νερό, ενάντια στη ζέστη. Μια συγκίνηση τον συνεπήρε για όλους αυτούς τους ανώνυμους μαστόρους, τους κουρελήδες και μισοχορτασμένους, που δέσανε τ' αστροπελέκια με μπακιρένια χαλινάρια, σαν τ' αλόγατα στο παχνί, που γυρίσανε τις κάνουλες τ' ουρανού προς τη λίμνη του Μαραθώνα, για να φέρουν το νερό από τα σύννεφα ίσια στο νιφτήρα του. Τους έβλεπε, αράδα, να κοιμούνται το μεσημέρι κάτω από τις σκαλωσιές, λασπωμένα τομάρια, δίπλα στα μισόχτιστα γιαπιά, μ' ένα τούβλο για προσκέφαλο, μ' ένα λερό κανάτι νερό για τη δίψα, με λίγα ξερά σύκα στο χαρτί.
   Ύστερα, σιγά - σιγά, άρχισε να ξεφεύγει από τον κύκλο που δέσανε γύρω του τούτες οι σκέψεις. Ή καλύτερα, χωρίς να φεύγει αυτός από τους στοχασμούς του, αυτοί φεύγανε και τον αφήναν ένας - ένας. Στη θέση τους έμπαινε ένα παράξενο γεγονός, που όλο και ξεκαθάριζε μέσα στη σκέψη του κι άπλωνε, κι έπιανε όλο το νου του με τον όγκο του. Αυτό το πελώριο πράμα λοιπόν χώρεσε μέσα σε μια μικρή φράση, και κάθε λέξη της πέτρωσε αμετακίνητη κι ανάλλαγη. Τούτη: «Μια κοπέλα κοιμότανε στο κρεβάτι του». Τότες το κατάλαβε, κι απόρεσε, πως όλες αυτές οι ιδέες που κρατούσε ως τα τώρα και τις πιπίλιζε με τόσο πάθος, ήτανε για να τον βοηθήσουν να κρατήσει στο περιθώριο τούτο το γεγονός: «Μια κοπέλα κοιμότανε στο κρεβάτι του».  
   Όσο κουβέντιαζε τ' απολλιώρας μαζί της, περίμενε αδιάκοπα να του κάνει τούτο το πιθανότατο ρώτημα:
   «Μήπως υπάρχει καμιά γυναίκα που γι' αυτή δε θα 'πρεπε να κοιμηθώ στην κάμαρή σας;»
   Ή τουλάχιστο τούτο:
   «Η νοικοκυρά σας μήπως θα σας έκανε ιστορίες αν το μάθαινε πως φέρατε μιαν άγνωστη γυναίκα;»
   Κι όλο αυτό για να μπορέσει να της δώσει μιαν απάντηση, μιαν αυστηρή κι αξιόπρεπη απάντηση, που κλωθογύριζε μέσα στο μυαλό του απ' την αρχή. Να της πει:
   «Πρέπει να ξέρετε πως ακόμα δεν κοιμήθηκε καμιά γυναίκα στο κρεβάτι μου».
   Ήτανε μια περίεργη αυταρέσκεια μέσα σε τούτη τη σκέψη, όμως ήταν η αλήθεια πως οι σχέσεις του με τις γυναίκες μόνο αηδία ως τώρα του 'χανε φέρει. Φέτος συμπλήρωνε τα είκοσί του χρόνια, κι όσες φορές κόντεψε γυναίκα σαν άντρας, το 'κανε με παρέες φίλους του, που τον τραβολογούσανε μαζί τους στα «σπίτια». Πήγε λίγες φορές, μόνο απ' την ανόητη ανάγκη να βεβαιώσει την αντριά του στους άλλους. Και σαν έβγαινε, έφτυνε σ' όλο το δρόμο, πλενόταν απανωτά κάθε μέρα και με τρομάρα παραμόνευε να δει μια βρώμικη αρρώστια να μολεύει τα νιάτα του. Περίμενε τη γυναίκα που θα του ερχότανε, παρθενική και καθαρή όπως εκείνος, με τη φλόγα της αγάπης στο φωτεινό μέτωπο. Να της δοθεί και να την πάρει κορμί και ψυχή, ολάκερος. Θα το 'θελε να καυκηθεί αυτή την αγνότητά του σε τούτη την κοπέλα, που μπόρεσε, μπαίνοντας μαζί του, να σκεφτεί πως ήταν άξιος να της πάρει μια βρωμοπλερωμή τέτοιας λογής. Όμως η κοπέλα δεν τόνε ρώτησε τίποτα, κι ούτε βρήκε κανέναν άλλο τρόπο να της το παινευτεί. Ίσως κιόλας να το επιζητούσε αυτό, σαν ένα χαράκωμα ακόμα σκαμμένο ανάμεσά τους, για να μπορεί να κρατεί ανέγγιχτη τούτη την αγνότητά του. Και να, τώρα πια δε μπορούσε με κανένα τρόπο να μποδίσει τούτη τη σκέψη, που γιόμισε τυραννικά το μυαλό και την ψυχή του.
   «Μια κοπέλα κοιμότανε στο κρεβάτι του!»  
   Ήταν απίστευτο και απίθανο. Σχεδόν τρομερό. Έβλεπε το καλαμάρι του, τα βιβλία του, το μετάλλινο σφυροδρέπανο πάνω στο πρεσπαπιέ. Πάνω σ' όλα τούτα τα σύνεργα της μελέτης και της μοναξιάς του έβλεπε μιαν απορία, ένα ρώτημα. Πώς γίνεται; Πώς γίνεται; Συλλογίστηκε υποβλητικά και καθαρά, αραδιάζοντας το συλλογισμό του και την εικόνα λέξη προς λέξη: «Υπόθεσε πως είναι η αδερφή μου η Άννα που κοιμάται κει πίσω, κοιμάται και την ακούγω που ανασαίνει λαφριά και κανονικά». Αυτό το «λαφριά και κανονικά» θέλει να πει: κοιμάται με εμπιστοσύνη. Του φίλησε το χέρι, ανάμεσα στα δάχτυλα και στο δείχτη, και του 'πε «ευχαριστώ». Τα μάτια της ήτανε βουρκωμένα. Πρέπει λοιπόν να 'ναι τα μάτια της βουρκωμένα, και να φιλεί το χέρι μας γιατί έχουμε πέντε παραδώ περηφάνια και εντιμότητα!
   Η αδερφή του η Άννα, κι αυτή θα κοιμάται τώρα έτσι λαφριά, πέρα από τη θάλασσα, στο νησί. Και τούτη ήτανε μια αδερφή. Αυτός ο Πέτρος, ο άντρας της, τι άνθρωπος θα ήτανε; Ομοϊδεάτης, του το 'πε, σύντροφος. Και την αγαπούσε ως το σημείο που έσυρε το σουγιά να τη σφάξει, σαν του είπανε πως του την πήρε ένας άλλος. Έπρεπε να τόνε γνωρίσει αυτόν τον Πέτρο. Να τον συνεφέρει. Και τώρα η γυναίκα του ήταν, η γυναίκα του συντρόφου ήταν που ανάσαινε έτσι κανονικά κάτω από τη στέγη του. Με τόση εμπιστοσύνη. Ήταν, ας πούμε, η αδερφή του η Άννα... Η Άννα...
   Κείνη τη στιγμή η κοπέλα αναστέναξε μες από τον ύπνο της και γύρισε πλευρό. Άκουσε το γνώριμο θόρυβο της σούστας που έτριξε, μέρες το συλλογιζότανε να φωνάξει να τη σφίξουν. Άκουσε το μαλακό θρόισμα που κάνανε τα σκεπάσματα, κατόπιν πάλι την ήσυχη, την παιδιάτικη ανάσα της. Ένιωσε τη στοργή να τον πλημμυράει. Γύρισε να κοιτάξει κατά κει κι απόμεινε να βλέπει ζαλισμένος.
   Η κοπέλα είχε πεταγμένα από πάνω της τα σκεπάσματα, τα κλώτσησε πάνω στον ύπνο της, σιντόνι και κουβέρτα, σαν ένα κακοκρέβατο παιδί. Φορούσε μόνο το σακάκι της πυτζάμας του και τα πόδια της ήτανε γυμνά ως τους γοφούς. Φαίνεται να της ήρθε στενό το παντελόνι. Ένιωσε το αίμα του να χιμάει στα μελίγγια, με την ορμή της άξαφνης φουρτούνας που σπάει ρυθμικά στους βράχους. Το λαρύγγι του στέγνωσε κι καρδιά του κλωτσούσε γρήγορα, γρήγορα: «Να την σκεπάσω», είπε μέσα του. Σηκώθηκε και πλησίασε πάνω στα δάχτυλα. Στο δεύτερο βήμα το σανίδι έτριξε κάτω απ' το παπούτσι του. Σταμάτησε τρομαγμένος. Η κοπέλα δεν έχασε τίποτα απ' τον ήρεμο ρυθμό της ανάσας της. Προχώρεσε ακόμα, με τα μάτια πλατιά ανοιχτά. Εκστατικός και δυστυχισμένος. Κυριευμένος σύγκορμος και σύψυχος απ' την αδάμαστη ανάγκη να βοσκήσει τα πεινασμένα μάτια του, να χορτάσει απ' τη θεία σάρκα την όρασή του την αρσενική. Έπιασε το σκέπασμα, έσκυψε πάνουθέ της να τη σκεπάσει. Ένιωσε ν' ανεβαίνει ως τα ρουθούνια του και να τον πλημμυράει και να τόνε ζαλίζει η θηλυκιά μυρουδιά της. Η ζεστή, η γλυκιά μυρουδιά του ανθισμένου, καθαρού κορμιού. Έσκυψε ακόμα, μεθυσμένος, παραλοϊσμένος, ακούμπησε τα χείλη του πάνω στη σφιχτή, τη μελάτη σάρκα. Περπάτησε τα χείλη του, λαφριά σαν πεταλούδα που ανθολογά, πάνω στην κοιμισμένη ομορφιά της, ώσπου ένιωσε την επιδερμίδα της να ριγά και την ανάσα της να σταματά το ρυθμό της. Σήκωσε το πρόσωπό του από πάνω της, τρομαγμένος, ανήσυχος. Την κοίταξε. Ήταν έτοιμος να πέσει απάνω της να τη βιάσει σα χτήνος, έτοιμος να πέσει στο πάτωμα να συρθεί σα σκύλος, γυρεύοντας με κλάματα συχώριο και οίκτο. Είδε τους βολβούς των ματιώ της να παίζουνε τρομαγμένα κάτω απ' τα κλειστά ματόφυλλα, χωρίς να τολμούν ν' ανοιχτούνε. Είδε να σφίγγει νευρικά τα σκέλια χωρίς να τολμά να δείξει πως ήτανε ξυπνητή. Άπλωσε τα χέρια του κι άρχισε να τη χαϊδεύει παντού, να τη χαϊδεύει επίμονα και σοφά. Ένιωσε τα μέλη της να ξετεντώνονται, νικημένα, σιγά σιγά. Είδε τα ματόκλαδά της να παίζουν, τα μαυράδια των ματιώ της να φωσφορίζουν ανάμεσα απ' τα μισάνοιχτα ματόφυλλα. Του χαμογέλασε μόνο με τις ακρίτσες των χειλιών, αναστέναξε κι άνοιξε την αγκαλιά της.
   Έπεσε μέσα όπως μέσα σε μια θάλασσα από φλόγες. Ο προαιώνιος ρυθμός της δημιουργίας κυβέρνησε τότες το παρθενικό δωμάτιο του νέου προφήτη, κυριαρχικά και βάρβαρα, κάτω από την προσταγή μιας θέλησης υπέρτατης, που παίζει περιφρονητικά με τις θρησκείες και με τις ιδεοληψίες των εποχών, και παίζει με τις φτωχές καρδιές των ανθρώπων όπως παίζει ο ωκεανός με τα φύκια.
   Ξανακάθισε στο τραπέζι του, τσακισμένος, νικημένος κατά κράτος κι αβοήθητος απ' όλους. Η γυναίκα ξανακοιμήθηκε σε λίγο, όλη κορμί, με όλες τις αισθήσεις της χορτασμένες, κι η ανάσα της ξαναβρήκε εύκολα τον αλαφρύ ρυθμό της τον κανονικό.
   Σήκωσε ψηλά τα μάτια, γεμάτος αηδία. Οι εικόνες των δύο προφητών του κρεμόντανε στον τοίχο αξιοθρήνητες, όπως κρέμουνται δυο σφαχτάρια απ' τα τσιγγέλια του χασάπικου. Σ' ένα κάθισμα είδε το τελευταίο φυλλάδιο της «Κόκκινης παντιέρας» με πρωτοσέλιδο ποίημα του Αλιφάντη. Το 'ξερε απ' έξω:
Είμαστε σκληροί σαν το μαβί τ' ατσάλι,
Άσπροι σαν τον πάγο τον αγνό... 
   Ένιωσε ξαφνικά την οδύνη απ' όλο το βάθος του πέσιμού του, όλη την έχταση του νικημού. Έριξε το κεφάλι μέσα στα μπράτσα. Έκλαψε απελπισμένα πάνω στην πεθαμένη αγνότητά του, πάνω στην αρετή του, πάνω στην πίστη προς τον εαυτό του, που είναι η αρχή και το θεμέλιο κάθε πίστης. Η βροχή απ' έξω ολοένα και φρένιαζε, η βουή της έτρεχε απλωτά πάνω στην πόρτα και πάνω στα παραθυρόφυλλα, κι οι αστραπές τρυπώνανε τις χρυσές ματιές τους ανάμεσ' από τις γρίλλιες, να δούνε μέσα.
   Και δεν ήτανε πια ο κατακλυσμός του Νώε, που άγνιζε τη γης και έλεγε ψηλόφωνα το φοβερό τραγούδι του καθαρμού. Ήταν ένας κατακλυσμός από λάσπη, που έτρεχε παντού, φούσκωνε το βούρκο του και πάφλαζε, έφτυνε παρδαλά βατράχια με πρησμένες κοιλιές,  άλειβε λάσπη τα σπίτια και πιτσίλιζε τις ψυχές. Κι ήτανε οι πράσινες ματιές της ανομίας, που περνούσανε λοξές μες από τις γρίλλιες, κι ήτανε οι μαλακές, οι χλιαρές, οι ευκίνητες και σαλιάρικες γλώσσες της αμαρτίας, που τρυπώνανε και γλύφανε ως μέσα στο καύκαλο τα θερμασμένα κρανία των αδύνατων και ονειροπαρμένων ανθρώπων.
 
Μυριβήλης Στράτης
Το πράσινο βιβλίο
Βιβλιοπωλείο της «Εστίας»

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

ΘΕΩΝΙΧΟΣ ΚΑΙ ΜΝΗΣΑΡΕΤΗ

  
1
   Στο μικρό φυλάκιο, το καλύβι του φύλακα του Κεραμεικού, δε φαινόταν φως. Κι όμως η νύχτα είχε έρθει από πολλήν ώρα και τα άστρα τρέμανε στον ουρανό.
   Ο γερο - φύλακας πηγαίνοντας προς το καλύβι του συλλογιζόταν:
   «Θα είναι, φαίνεται, ακόμα έξω. Κάτι θα πήγε να ψουνίσει».
   Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μες στο σκοτάδι του καλυβιού. Όταν αντήχησε η σκληρή φωνή της:
   «Γιατί άργησες;»
   «Α, εδώ είσαι;» έκαμε ο φύλακας. «Έλεγα πως θα 'λειπες...»
   «Πού να λείψω; Δε θα είχα τίποτα να κάμω έξω». 
   «Έλεγα...»
   «Έλεγες!... Τι έλεγες;» τον αντίσκοψε απότομα. «Ξέρεις καλά πως η ζωή μου είναι εδώ μέσα, με τους τάφους... Δεν έχω πού να πάω».
   «Καλά... καλά...» προσπάθησε ο γέροντας να σταματήσει τη συζήτηση. «Θ' ανάψω τη λάμπα». 
   Το αδύνατο φως χύθηκε πάνω στο φτωχό εσωτερικό: σε δυο - τρεις καρέκλες, σ' ένα μεγάλο καθρέφτη με χρυσή κορνίζα που είχε αρχίσει να μαυρίζει, στις χρωματιστές λιθογραφίες του τοίχου που παρίσταναν βασιλιάδες της Ελλάδας και μάχες των Βαλκανικών πολέμων -τέλος, πάνω στη γριά γυναίκα με τα σκληρά χαρακτηριστικά που κειτόταν σ' έναν καναπέ με βυσσινιά χρώματα.
   «Άργησες πολύ», είπε η γυναίκα. «Γίνεται έξω τίποτα;»
   «Όχι, τίποτα. Δυο επισκέπτες ήταν. Ένα ζευγάρι. Φύγανε πολύ αργά».
   «Τέτοιαν ώρα!»
  «Τέτοιαν ώρα. Κάθονταν κάτω απ' τον Ταύρο. Τους περίμενα να φύγουν για να κλειδώσω».
  «Ο κανονισμός λέει πως με το βασίλεμα κλείνει ο Κεραμεικός! Θα μπορούσες να τους το πεις!»
  «Ε...» δικαιολογήθηκε ο γέροντας. «Δε με πείραξαν σε τίποτα. Έρχουνται πια τόσο σπάνια ξένοι να δουν τους τάφους μας...»
   «Τι κάνανε κάτω απ' τον Ταύρο;» ρώτησε εκείνη.
   «Τίποτα. Κοίταζαν τη νύχτα». 
   Μια στιγμή. Έπειτα, η γυναίκα:
   «Ήταν νέοι;»
   «Ήταν νέοι».
   Έφερε τα μάτια γύρω της. Χωρίς σκοπό. Είδε τα γερασμένα ξύλα, τα γερασμένα κάντρα, τον εαυτό της, τη νεότητα που είχε χαθεί. Βιαστικά πέρασαν από μπροστά της οι μέρες, οι ανώφελες μέρες, που σπαταλήθηκαν και χάθηκαν μες στη στερημένη ζωή της -τόσα χρόνια που πέρασαν πλάι στους αρχαίους τάφους. Το παράπονο έγινε τόνος κακός, χύθηκε στο πρόσωπό της πρώτα, έπειτα έγινε λόγος.
   «Ύστερα σου λένε χάλασε ο κόσμος!» μούγκρισε. «Αυτό έλειψε τώρα, να 'ρχουνται ν' αγαπιούνται μες στους τάφους!»
   Θέλησε να την ησυχάσει με τον καλοκάγαθο τρόπο του.
   «Μα δεν κάνανε τίποτα κακό», είπε. «Κάθονταν μονάχοι μες στη νύχτα και στη σιωπή. Φαίνεται, τους άρεζε...»
   «Άλλη φορά να κλείνεις την πόρτα σαν πέφτει ο ήλιος!» στρίγγλισε η γυναίκα. «Ακούς τι σου λέω;»
   «Καλά... Καλά...»
   Στρώσανε το τραπέζι και δειπνήσανε το λιτό φαγητό τους. Λέξη δεν άλλαξαν. Ύστερα πέσανε να κοιμηθούν. Το φως έσβησε. Ο στενός χώρος του καλυβιού σαν να ήταν έρημος, κι ο καθένας απ' τους δυο τους σαν να είχε χαθεί μες στην έρημο, μόνος.
   Πρώτη η γυναίκα πάλι έσπασε την ερημιά, σαν να μη μπορούσε να τη βαστάξει. 
   «Κοιμάσαι;...» ρώτησε.  
   Η άλλη φωνή ήρθε γαλήνια, ήσυχη.
   «Όχι, κάθουμαι».
   «Τι συλλογίζεσαι;»
   «Τίποτα...»
   Τίποτα, είπε. Όμως ο νους του ήταν εκεί, στους δυο νέους κάτω απ' τη νύχτα, κάτω απ' την αποθέωση της γόνιμης δύναμης -απ' το μνημείο του Ταύρου. Όχι,αυτός δεν αισθανόταν τη ζωή που πέρασε όπως το άλλο πλάσμα εκεί πλάι του. Δε λυπόταν  που τριάντα τόσα χρόνια σπαταλήθηκαν μες στους τάφους του Κεραμεικού. Γιατί, τόσο πολύ τους έζησε, που με τον καιρό έμαθε να τους αισθάνεται και να τους αγαπά. Έμαθε να μελετά τις επιτύμβιες στήλες, τις φιγούρες και τα σχήματα. Αυτό που κράτησε περισσότερο μέσα του ήταν η ηρεμία και η γαλήνη των μορφών. Η πέτρα υποτάχτηκε, ο θάνατος υποτάχτηκε, και τα πρόσωπα στα γλυπτά των μνημείων είχαν πάρει αυτή τη μόνιμη έκφραση -ήταν σχεδόν σαν να πορεύονταν προς την ευτυχία. Όχι, εδώ δεν ήταν χώρα του θανάτου, δεν ήταν χώρα των τάφων. Εδώ αναπαύονται μόνο οι άνθρωποι, ξεκουράζουνται απ' τη χαρά της μέρας που έσβησε. Η μέρα πέρασε με έρωτα και με δύναμη. Στο πιο ψηλό βάθρο, στο πιο κορυφαίο μέρος, για να φαίνεται απ' όλα τα πλάσματα που εδώ ξεκουράζουνται, θα στηθεί όχι μια φιγούρα πένθιμη αλλά τεντωμένο για την υπέρτατη στιγμή, πυκνή δύναμη της ευγονίας, το κορμί ενός νέου ταύρου.
   «Συλλογίζεσαι τίποτα;» ρώτησε η γυναίκα.
   «Τίποτα...» είπε ο γερο - φύλακας.
   Έπειτα πάλι έγινε ησυχία. Και πάλι, η γυναίκα:
   «Δεν άκουσες κανένα νέο σήμερα;... Πες μου τίποτα... Πες μου κάτι...»
   Ο τόνος της φωνής της τώρα ερχόταν μες απ' το σκοτάδι πιο ήμερος, πιο ανθρώπινος. Τι νέο πια έχουν να πουν δυο άνθρωποι που γέρασαν μες στη φτώχεια, που δεν αγαπήθηκαν; Συναντήθηκαν κάποτε, κάποτε -όταν έβραζε μέσα τους το αίμα- τα κορμιά τους μίλησαν, είπαν ό,τι είχαν να πουν σα δυο άγνωστοι που συναπαντήθηκαν στο δρόμο, αλλά βαθιά μέσα τους έμειναν σχεδόν όπως όλοι οι άνθρωποι, μόνοι -δυο κάστρα αμπαρωμένα με σίδερα βαριά. Τι έχουν να πουν οι άγνωστοι που κάθε τόσο συναπαντιούνται μες στο σκοτάδι; Και τώρα που ήρθαν τα γεράματα, που το αίμα πια δε βράζει, τι ερημιά που είναι γύρω!... Δεν υπάρχει τίποτα απ' τον εαυτό τους για να προσφερθεί, ο ένας δεν έχει πια να δώσει τίποτα στον άλλο, οι αμπαρωμένες πόρτες δε θ' ανοίξουν, οριστικά. Μονάχα οι άλλοι, οι ξένοι, οι έξω άνθρωποι... Μονάχα αυτωνών οι μοίρες μπορούν ακόμα να είναι χρήσιμες, να είναι πρόσχημα, το μόνο σανίδι που έχουνε ν' αρπάξουν άνθρωποι που πνίγουνται.
   «Δεν άκουσες τίποτα;... Πες μου κάτι...»
   «Δεν άκουσα τίποτα», είπε ο γέροντας.
   «Τίποτα;... Τίποτα;... Εδώ γύρω μας, για τους γειτόνους;...» 
   «Τίποτα! Τίποτα!»
   Το σκοτάδι μες στο καλύβι έγινε πιο πυκνό, ύλη στέρεη και αδιαπέραστη. Και η σιωπή. Έξω μόνο, στη χώρα των αρχαίων τάφων, αλαφρότατοι ψίθυροι σάλευαν στη νύχτα. Θα ήταν μαμούδια ή τριζόνια. Μπορεί και κανένα φύλλο από κλαδιά των δέντρων. Μπορεί.
   Η γυναίκα ήταν πια βέβαιη πως δεν έπρεπε να περιμένει τίποτα κι απ' αυτή τη μέρα, και πως έπρεπε να κοιμηθεί. Αλλά ο πανικός τότε ήρθε στο άλλο κορμί που λούφαζε μες στο σκοτάδι, στο γερο - φύλακα. Επειδή ο πανικός δεν έρχεται μονάχα σε όσους περιμένουν. Έρχεται και η ώρα εκεινών που είναι να δώσουν, που οφείλουν να δώσουν. Και τότε είναι πιο άγριος, επειδή η ώρα των δανειστών είναι ανελέητη και αδυσώπητη.
   «Δε σου είπα...» λέει ο γέροντας. «Στον Κόκκινο Πύργο ήρθε άνθρωπος! Τον είδα!...»
   Το νέο ήταν αληθινά αναπάντεχο.
   «Ήρθε άνθρωπος στον Κόκκινο Πύργο;! Στο ρημαγμένο Πύργο;! Θα μείνει ψυχή ανθρώπινη σ' αυτό το χάλασμα;»
   «Να που θα μείνει! Κι εγώ παραξενεύτηκα. Τον είδα να βγάζει το κεφάλι του απ' το φεγγίτη που είναι πάνω απ' τη στέγη. Κάθισε έτσι πολλή ώρα και κοίταζε τους τάφους...»
   «Και δεν έμαθες τι είναι;»
   «Ρώτησα κι έμαθα. Είναι, λέει, ένας γέρος στρατηγός. Νικήθηκε σ' έναν απ' τους πολέμους της Ελλάδας, δικάστηκε και του πήραν τα γαλόνια. Από τότε ζει αποτραβηγμένος απ' τον κόσμο, μίζερος και μονόχνωτος...»
   Αλήθεια; Ένας γέρος στρατηγός! Οι μάχες που έκαμε! Οι στρατοί που κυβέρνησε! Κι έπειτα, που νικήθηκε! Αυτό προπάντων! Γιατί αν νικούσε, τι νόημα θα είχε;... Οι άνθρωποι έχουν ενδιαφέρον μονάχα σαν πέφτουν, μονάχα τότε μπορούν να μας δώσουν την άγρια χαρά να τους συμπονέσουμε. Ενώ σα νικούν...
   Μονομιάς το σκοτάδι αραίωσε μες στο φυλάκιο του Κεραμεικού. Ζεστή πνοή ήρθε στον παγωμένο χώρο.
   «Αλήθεια; Ένας γέρος στρατηγός; Που δικάστηκε και του πήραν τα γαλόνια! Και γιατί ήρθε να μείνει στο ρημαγμένο πύργο; Δεκαπέντε τόσα χρόνια τώρα δεν τ' αποφάσιζε να μείνει εκεί ψυχή ανθρώπου!»
   «Η ζωή έγινε δύσκολη. Γι' αυτό λένε», είπε ο γέροντας. «Τα νοίκια ακρίβηναν. Δεν μπορούσε να μένει στην πόλη και να πληρώνει. Εδώ θα το πήρε για τίποτα το χάλασμα».
   «Χριστέ και Παναγιά!» είπε η γυναίκα. «Τον κακόμοιρο τον άνθρωπο... Εγώ να 'μουν θα φοβόμουν...»
    «Τι πράμα;»
    «Μα τώρα, ένας τέτοιος άνθρωπος, ένας παλιός στρατηγός!... Μονάχος, μες στο ρημαγμένο πύργο, πάνω απ' τους τάφους...»
   «Έλα, μην τα παραλές», είπε ο γερο - φύλακας. «Κι εμείς μες στους τάφους ζούμε. Να που ζούμε!...»
   «Άλλο είναι μ' εμάς», αντιλόγησε η γυναίκα. «Εμείς δεν πέσαμε από ψηλά καταπώς έπεσε αυτός. Ήταν για μας εύκολο να συνηθίσουμε».
   «Α! Όλοι συνηθίζουν...»
   Ο λόγος ήταν βαρύς και ήταν φανερό πως μ' αυτόν θα τελείωνε η νύχτα τους. Αλλά, όταν πέρασε κάμποση ώρα μες στη σιωπή, η γυναίκα που στο μεταξύ ταξίδεψε, ταξίδεψε τη συλλογή της σε ξένες έγνοιες, αιστάνθηκε πως για να ησυχάσει έπρεπε πάλι να γυρίσει και ν' αράξει στη δική τους μοίρα -για να κλείσει ο κύκλος.
   «Οι βροχές σταμάτησαν», είπε. «Έρχεται η άνοιξη. Πότε θ' αρχίσουν να σκάβουν φέτος για παλιούς τάφους;»
   «Μα... όπου να 'ναι», αποκρίθηκε ο γέροντας. «Φέτος θα σκάψουνε στη βορεινή μεριά».
2
Ώρα ανοιξιάτικης καταιγίδας 
   Ήρθε η άνοιξη. Ήρθαν και οι αρχαιολόγοι που έκαναν τις ανασκαφές στον Κεραμεικό. Οι εργάτες άρχισαν να σκάβουν, και ο γερο - φύλακας, όταν δεν είχε δουλειά, πήγαινε από πάνω τους και παρακολουθούσε το τι κάνανε. Κοιμισμένα από τρεις χιλιάδες χρόνια  βγαίνανε πάλι στο φως τα ίχνη της στοργής -μνημεία και επιτύμβιες στήλες, υδρίες και μορφές σκαλισμένες στο μάρμαρο. Ήμερα πρόσωπα, τα πιο πολλά νέα, άντρες και γυναίκες. Ο γερο - φύλακας κατέβαινε μες στους νιόσκαφτους λάκκους, άγγιζε τις φιγούρες, τις καθάριζε απ' το χώμα. Σαν να τις χάιδευε. Διάβαζε τα ονόματά τους. Ήξερε ένα - ένα, από τα σχήματα κι απ' την έκφραση, όλα τα ανάγλυφα τα σκορπισμένα από ανατολή σε δύση και από βοριά σε νοτιά στο κοιμητήριο του Κεραμεικού. Και τώρα που έρχονταν να προστεθούν τούτα τα νέα, τα κατάγραφε καλά μέσα στη μνήμη του, προσπαθούσε να βρει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στο καθένα, για να μη μπορούν πια να σβήσουν απ' την καρδιά του.
   Τώρα, τα βράδια πάντα είχε να φέρει νέα στο καλύβι στη γυναίκα του, που δουλεύοντας όλη τη μέρα το νοικοκυριό τους δεν είχε καιρό μήτε όρεξη να παρακολουθήσει τις ανασκαφές.
   «Πάλι ένα αγόρι!...» της έλεγε. «Έχει χαμηλωμένα τα μάτια. Το ρούχο μπροστά του κάνει τρεις δίπλες από δεξιά, τρεις από ζερβά...»
   Ή:
   «Πάλι μια κόρη!...» έλεγε. «Τα μαλλιά της είναι κύματα - κύματα...»
   Εκείνη στην αρχή έβρισκε ενδιαφέρον. Αλλά ύστερα βαριόταν. Βαριόταν πολύ σύντομα.
   «Ουφ, πια!» έλεγε. «Άφησέ με, με τους πεθαμένους σου! Σήμερα σκοτώθηκα στην πλύση!»
   Άλλες φορές, την ώρα που ο γερο - φύλακας μαγεμένος τής έλεγε για μια νεόβγαλτη γλυπτή παράσταση, για έναν νέο που έφευγε για το ταξίδι και τον ξεπροβόδιζαν οι φίλοι του, όλα νέα αγόρια ντυμένα χιτώνες που έφταναν ως τα πόδια τους, εκείνη παλεύοντας με τις δικές της έγνοιες τον έκοβε.
   «Η ζωή πια έγινε αβάσταχτη!» έλεγε. «Μονάχα χορτάρια απ' τους τάφους θα μπορούμε να μαγειρεύουμε. Πώς θα ζήσουμε;» 
   «Έχει ο Θεός... Έχει ο Θεός», τής αποκρινόταν βιαστικά, θέλοντας να μη φύγει απ' το χώρο των αρχαίων χρόνων όπου ταξίδευε. «Μη στεναχωριέσαι. Λοιπόν... τα αγόρια που αποχαιρετούν το φίλο τους...»
   «Αχ, Κύριε, δεν είναι ζωή αυτή!» φώναζε η γυναίκα αγαναχτισμένη. «Αυτός παραλογά με ανθρώπους που πέθαναν εδώ και χιλιάδες χρόνια, όταν εγώ... Τι μοίρα, Θεέ, και τούτη η δική μου!...»
   «Ξέρεις;» της είπε μιαν άλλη νύχτα σαν πέσανε να κοιμηθούν. «Ξέχασα να σου το πω! Δεν είμαι μονάχος εγώ που ξελογιάστηκα, κατά πως λες, με τους αρχαίους τάφους. Είναι κι άλλος ένας!»
   «Κι άλλος ένας;... Ποιος;»
   «Ο γερο - στρατηγός του Κόκκινου Πύργου!»
   «Ο γερο - στρατηγός;! Τι έπαθε;»
    «Δεν ξέρω τι έπαθε. Μα, απ' την ώρα που θ' ακούσει τις αξίνες να χτυπούν, άλλο δεν κάνει παρά ν' ανεβαίνει στον ψηλό φεγγίτη, να βγάζει το κεφάλι του και να κάθεται εκεί ώρες να βλέπει. Το μούτρο του πια κιτρίνισε πολύ. Είναι σα στοιχειό!»
   «Χριστέ και Παναγιά!» σταυροκοπήθηκε η γυναίκα. «Δε βγαίνει ο χριστιανός απ' την άλλη μεριά του Πύργου, να βλέπει τα τρένα που περνούν, να βλέπει τον κόσμο!...»
   «Όχι, ποτές δε βγαίνει από κει! Τα παράθυρα απ' τη μεριά του κόσμου είναι πάντα θεόκλειστα!»
   «Αυτό θα πει να ζεις ολομόναχος!» συμπέρανε η γυναίκα. «Όλες τις υποχοντρίες να τις περιμένεις. Ας είναι τουλάχιστο που με φύλαξε ο Θεός από τέτοιο κακό...»
   Έτσι περνούσαν οι μέρες της άνοιξης, το χαμομήλι είχε βγει και γέμισε τον τόπο, όταν έγινε το περιστατικό που επιτέλους έφερε κάτι νέο -ανατάραξε βίαια τη ζωή στον Κεραμεικό.
 
   Εκείθε απ' το μικρό γεφύρι, στη βορεινή πλευρά, τα στρώματα της γης είχαν πάθει μια μικρή καθίζηση στο πέρασμα των χρόνων, κι έτσι η επιφάνεια ήταν πολύ χαμηλότερη απ' τον άλλο χώρο του Κεραμεικού. Μέρες τώρα χτυπούσαν εκεί με τις αξίνες τους οι εργάτες. Είχαν φτάσει στο πρώτο στρώμα, το πέρασαν, χτύπησαν στο δεύτερο, κι έφτασαν πια στο τρίτο, όταν φάνηκε να προβάλλει η πρώτη επιτύμβια στήλη. Ο αρχαιολόγος που επιστατούσε πήδησε μονομιάς στο μεγάλο λάκκο, πήρε ο ίδιος την αξίνα κι άρχισε με προσοχή να καθαρίζει το μέρος γύρω στο μάρμαρο. Έπειτα πήρε νερό, καθάρισε την πλάκα απ' τα χώματα και διάβασε. Ένα όνομα μονάχα ήταν σμιλεμένο εκεί πάνω. Τίποτα άλλο:
ΜΝΗΣΑΡΕΤΗ
   «Εξακολουθείστε!» πρόσταξε ο αρχαιολόγος τους εργάτες. «Με προσοχή!»
   Σκάψανε με προσοχή πλάι. Δεύτερη πλάκα πρόβαλε σε λίγο, ως μισό μέτρο μακριά. Κι εκεί ένα όνομα. Τίποτα άλλο:
ΘΕΩΝΙΧΟΣ
   Το πέρασμα των χρόνων, τόσων χιλιάδων χρόνων που η γη φύλαξε την πέτρα, τής έδωσε ένα χρώμα κιτρινωπό, σβησμένο, την ευγένεια των παλιών πραγμάτων.
   «Εξακολουθείστε!» είπε ο αρχαιολόγος. «Με προσοχή πάντα!»
   Εξακολούθησαν. Σκάψανε λίγο ακόμα πιο βαθιά, όταν φάνηκε. Στην αρχή ο νους του εργάτη δεν πήγε εκεί που έπρεπε να πάει· τόσο αυτό που ξεχώριζε τώρα κάτω απ' τα χτυπήματα της αξίνας του ήταν ένα με τη γη, με το χρώμα της. Μα όταν κοίταξε καλύτερα βεβαιώθηκε.
   «Ένας σκελετός!» φώναξε, κι ένας δυσκολοσυγκράτητος φόβος πέρασε το κορμί του.
   Ένας σκελετός! Διατηρημένος σε τόσο βάθος! Στο τρίτο στρώμα της γης!
   Ο αρχαιολόγος φώναξε:
   «Μη! Μη! Σταμάτα!»
   Πήρε την αξίνα ο ίδιος, κι από κει και πέρα συνέχισε μόνος του με προσοχή το σκάψιμο. Η δουλειά του βάσταξε πάνω από δυο ώρες. Όταν σταμάτησε, βουτηγμένος στον ίδρο, το έργο του πια ήταν τελειωμένο:
   Στην ίδια γραμμή με την επιτύμβια στήλη που έγραφε το όνομα «Μνησαρέτη» ήταν ο ένας σκελετός. Ήταν μια κόρη των Αθηνών, που αναπαύτηκε εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια κάτω από αλαφρό στρώμα γης, ύστερα ήρθαν τα άλλα στρώματα και κάθισαν το ένα πάνω στο άλλο και φύλαξαν με στοργή τα λείψανά της. Και πλάι στην άλλη επιτύμβια στήλη, που έγραφε το όνομα «Θεώνιχος», ήταν ένας άλλος σκελετός, ένας έφηβος των Αθηνών, που συντρόφεψε μες στους αιώνες της σιωπής την κόρη που αναπαύτηκε κοντά του. Απ' τον πολύ καιρό τα λείψανά τους πήραν το χρώμα της γης, δέθηκαν μαζί της, και όταν ο αρχαιολόγος δοκίμασε να τ' αγγίσει και να τ' αποσπάσει είδε πως δεν το μπορούσε: Είχαν γίνει τόσο εύθραυστα που τρίβονταν μες στα χέρια του και γίνονταν γη.
   «Θα μείνουν όπως είναι!» πρόσταξε. «Δε θα τ' αγγίσει κανείς!»
   Κύκλο γύρω του, πάνω απ' την κόρη και τον έφηβο των Αθηνών, στέκονταν βουβοί ο γερο - φύλακας του Κεραμεικού  και οι εργάτες και κοίταζαν. Ήταν η πρώτη φορά που σε τόσο βάθος βρίσκανε ολόσωμα λείψανα ανθρώπων. Η μοίρα του κόσμου που πέρασε πάνω τους, πάνω απ' τη γη αυτή, τόσους αιώνες -τόσοι πόλεμοι, τόση οργή, τόσο αίμα- σεβάστηκε τη γαλήνη τους, δεν τους άγγισε. Και αυτοί έμεναν εκεί, στην ησυχία της γης, και δεν φοβόνταν πια να τους πειράξουν οι άνθρωποι. Όταν, τώρα, η ώρα ήρθε.
   Κύκλο ο χορός αισθανόταν απροσδιόριστα να περνά από πάνω του το κύμα της λύπης και του φόβου.
   Ο κορυφαίος μίλησε. Ο γερο - φύλακας του Κεραμεικού. Ρώτησε:
   «Τι άνθρωποι, άραγες, να ήταν;...»
   «Ποιος το ξέρει αυτό, παππού!» είπε ο αρχαιολόγος. «Μόνο πως ήταν νέοι -αυτό είναι σίγουρο. Κι όχι από αρχοντική γενιά. Έρχουνται απ' το λαό των προγόνων μας».
   Ο γερο - φύλακας κοίταξε ψηλά. Μια ξαφνική αστραπή πέρασε κατά τα βορεινά, κατά τα μέρη της Πάρνηθας. Ο ουρανός είχε συννεφιάσει.
   «Απόψε θα βρέξει», είπε. «Να τους σκεπάσουμε με χώμα».
   «Όχι!» είπε ο αρχαιολόγος. «Δε γίνεται πια να τους σκεπάσουμε! Θα μείνουν όπως είναι».  
   Ο γέροντας αισθανόταν την ανάγκη να επιμένει, μ' όλο που δεν του έπεφτε λόγος.
   «Κύριε», είπε, «την άνοιξη οι μπόρες είναι πολύ δυνατές. Πρέπει να τους σκεπάσουμε».
   «Όχι, παππούλη!» αποκρίθηκε σταθερά ο αρχαιολόγος. «Και ο χειμώνας που θα 'ρθει θα τους βρει τους τάφους έτσι ανοιχτούς. Δε μπορούμε πια να τους σκεπάσουμε! Γιατί», είπε, «σε δεύτερο σκάψιμο οι σκελετοί δε θα βαστάξουν».
   «Τι; Θα μείνουν λοιπόν για πάντα, πάντα έτσι ξέσκεποι οι σκελετοί;» έκαμε ο γέροντας, και ο φόβος χτύπησε την καρδιά του.
   «Για πάντα».
   Βράδιαζε. Έφυγαν οι εργάτες, έφυγε ο αρχαιολόγος, και ο γερο - φύλακας τράβηξε στο καλύβι του. Ήταν λυπημένος, ήταν ταραγμένος, δεν ήξερε τι ήταν. Σκοτεινά προαισθήματα χιμούσαν στην καρδιά του.
   Προχωρούσε στο σύθαμπο με σκυμμένο κεφάλι όταν, βαθιά, μια δύναμη τον κέντρισε, του φώναξε επιταχτικά να σηκώσει τα μάτια του. Σαν κάτι να τραβούσε τη ματιά του, μια ρευστή ύλη.
   Έστρεψε ψηλά, προς τα δυτικά, στο ρημαγμένο Πύργο. Και τον είδε πάλι εκεί, στο φεγγίτη της στέγης, ξεχώρισε το κίτρινο αποστεωμένο μούτρο του νικημένου στρατηγού που κοίταζε επίμονα με τα βαθουλωμένα μάτια του προς τους ανοιχτούς τάφους του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης. Οι αστραπές τώρα είχαν χαμηλώσει απ' την Πάρνηθα, χύθηκαν πάνω απ' το βράχο της Ακρόπολης, και, κάτω απ' τα μαύρα σύννεφα που τρέχανε δαιμονισμένα στον ουρανό, γράφανε σα χρυσά φίδια την εισαγωγή της ανοιξιάτικης θύελλας που ερχόταν.
   Ο γερο - φύλακας νόμισε πως μες στη λάμψη της αστραπής μπόρεσε να δει την άγρια λάμψη που είχαν τα μάτια του ανθρώπου του Κόκκινου Πύργου. Ανατρίχιασε.
   «Κύριε των Δυνάμεων...» μουρμούρισε.
   Άνοιξε το βήμα του.  Πλησίαζε στο μνημείο του Ταύρου όταν του φάνηκε πως άκουσε, κάτω απ' το μνημείο, σιγανή φωνή. Σα να κουβέντιαζαν.
   «Ποιοι να 'ναι τέτοιαν ώρα εδώ;» αναρωτήθηκε. 
   Ήταν ένα κορίτσι κι ένα αγόρι.
   Το κορίτσι έλεγε:
   «Τώρα πια το ξέρω πως για πάντα, για πάντα θα σ' αγαπώ. Τις νύχτες θυμάμαι τα χέρια σου... Πιο πολύ κι απ' το πρόσωπο, πιο πολύ απ' τα μάτια, πιο πολύ απ' όλο το κορμί. Θυμάμαι τα χέρια. Τα χέρια πια δε μπορώ να τα ξεχάσω...»
   Εκείνος έλεγε:
   «Όχι ακόμα. Δε μ' αγαπάς ακόμα. Όταν κάποτε θα φτάσεις να μην αγαπάς τα χέρια που χαϊδεύουν... Όταν θα φτάσεις ν' αγαπάς το σχήμα, τα δάχτυλα, την κίνηση που γράφουν... Τότε θα μ' αγαπήσεις όπως σ' αγαπώ εγώ...»
   Και πάνω τους η νύχτα που τους άκουε έγραφε με αστραπές την ιστορία της καρδιάς τους.
   Ο γερο - φύλακας τούς διέκοψε και τούς ξαναγύρισε στη γη.
   «Τι κάνετε εδώ;» ρώτησε. «Ποιοι είσαστε;»
   «Α! Να μας συμπαθάς, παππούλη», είπε το αγόρι. «Ξεχαστήκαμε».
   Στη λάμψη μιας αστραπής ο γέροντας είδε καθαρά τα πρόσωπά τους. Τα θυμήθηκε. Ήταν οι ίδιοι νέοι που και την άλλη φορά είχαν μείνει αργά, κάτω απ' το μνημείο του Ταύρου, να μιλούν στη νύχτα.
   «Ο κανονισμός δεν το επιτρέπει να μένουν τέτοια ώρα ξένοι στον Κεραμεικό!» είπε ο φύλακας και θυμήθηκε τη γυναίκα του. «Πρέπει να πηγαίνετε...»
   Τους έδειξε το δρόμο επειδή πια ήταν νύχτα. Κλείδωσε την πόρτα του φράχτη.
   «Καληνύχτα, παππούλη».  
   «Καληνύχτα, παιδιά μου».
   Το περιστατικό των παιδιών σα λίγο να γαλήνεψε την καρδιά του. Αλλά, μόλις φύγανε απ' τα μάτια του, ξαναγύρισε πάλι εφιαλτικά η ιστορία των λάκκων.
   Σαν μπήκε στο καλύβι τους έβαλε τη γυναίκα του να καθίσει και της είπε τα νέα. Όσο το σκεφτόταν, τόσο τον αναστάτωνε. Η φωνή του έτρεμε.
   «Συλλογίσου!... Δεν άφησε να ρίξουν λίγο χώμα πάνω τους. Ποτές πια το χώμα δε θα τους σκεπάσει!... Δε θα κοιμηθούν πια!...»
   Η γυναίκα, συνεπαρμένη απ' το δέος που χυνόταν απ' όλη την ύπαρξη του συντρόφου της, άρχισε κι αυτή να ταράζεται. Ήταν η πρώτη φορά, σ' όλη τη ζωή τους στον Κεραμεικό, που έβλεπε τον άντρα της, τόσο φίλο ως τώρα των επιτύμβιων μορφών, να είναι αναστατωμένος από τάφους.
   Για να βρει έναν τρόπο να τον γαληνέψει, για να ησυχάσει περισσότερο τη δική της ταραχή, του είπε:
   «Γιατί κάνεις έτσι; Εσύ ποτέ δε φοβήθηκες εδώ, τόσα χρόνια...»
   Προσπάθησε να της εξηγήσει. Της είπε πως τώρα είναι άλλο. Δεν το καταλάβαινε, λοιπόν; Πρώτη φορά σε τόσο βάθος ταράξανε την ησυχία ενός αγοριού κι ενός κοριτσιού που είχαν πιστέψει πως οι ζωντανοί δε μπορούσαν πια να τους πειράξουν. Πρώτη φορά σε τόσο βάθος μπόρεσαν να διατηρηθούν, σε τόσες χιλιάδες χρόνια, ακέρια τα λείψανα χωρίς η γη να τα έχει κάμει γη. Ήταν κάτι ιερό, σα θαύμα! Κι έπειτα... Έπειτα...
   Πώς να βρει άκρη ένας απλοϊκός άνθρωπος με τις σκοτεινές δυνάμεις που μάς κυβερνούν!... Αισθανόταν πως εδώ έγινε κάτι σκληρό, βάρβαρο και απάνθρωπο, και οι σκοτεινές δυνάμεις λέγανε μέσα του πως θα πληρωθεί...
   Την ίδια ώρα βρόντησε άγρια ο κεραυνός και απότομα άνοιξαν οι καταρράχτες του ουρανού. Η ανοιξιάτικη θύελλα ξέσπασε με απίστευτη βιαιότητα πάνω στη γη και στις καρδιές των ανθρώπων. Ο άνεμος βούιζε και σάρωνε τα δέντρα, κάθε τόσο μες στο χαλάζι που έπεφτε ακουόταν ο θόρυβος των κορμών που γέρναν, των κλαδιών που σπούσαν. Μες στο φυλάκιο του Κεραμεικού, πιασμένοι χέρι - χέρι οι δυο γέροντες, ο άντρας και η γυναίκα, που ποτέ ως τώρα δεν είχαν μπορέσει να συναντηθούν, κάθονταν εκεί, επιτέλους ενωμένοι κάτω απ' την ίδια σκέπη: το Θεό του Φόβου. Έρχονταν μέσα τους και τους πλημμύριζαν, κληρονομημένα στο λαό τούτον από παμπάλαιους χρόνους, η παράδοση για την ιερότητα των νεκρών, το σέβας του θανάτου. Κι έξω η θύελλα ούρλιαζε, σαν να ήταν η πρώτη φωνή του ουρανού που ξεσπούσε για τη βεβήλωση.
   «Χριστέ και Κύριε!... Χριστέ και Κύριε!...» ικέτευε η γυναίκα τρέμοντας. «Βοήθησέ μας!...»
   «Χριστέ και Κύριε!...» επαναλάβαινε ο γερο - φύλακας. «Θε μου... ο λάκκος τους θα πλημμυρίσει...»
   Άξαφνα, από βίαιο φύσημα του ανέμου, το μικρό παράθυρο του καλυβιού άνοιξε απότομα, χτύπησαν τα τζάμια και σπάσανε. Η καταιγίδα μπήκε μες στο δωμάτιο, έριξε νερό και χαλάζι και το γέμισε με τον τρόμο της. Η λάμπα έσβησε, όλα γίνανε σκοτάδι πηχτό.
   «Κλείσ' το γρήγορα!» φώναξε η γυναίκα. «Κλείσ' το!...» 
   Μα ο νους του γέροντα δεν ήταν πια εκεί μέσα. Τριγύριζε έξω, συνοδεμένος απ' τον πανικό, εκεί κατά τη βορεινή πλευρά, ωσάν η θύελλα που μπήκε μες στο καλύβι τους απ' το ανοιχτό παράθυρο να του έδινε το μέτρο για να καταλάβει το δράμα που την ίδια ώρα ζούσαν οι δυο νιόσκαφτοι τάφοι.
   «Δεν το βαστώ πια!...» λέει και χύνεται απ' την πόρτα του καλυβιού. «Θα πάω να τους ρίξω χώμα!...»
   Περνά μια στιγμή. Άλλη. Η γυναίκα είναι μόνη στο καλύβι, τριγυρισμένη απ' το σκοτάδι και τον τρόμο. Δεν τολμά να σαλέψει και κάθεται ζαρωμένη, ακούοντας έξω τη βοή των νερών. Όλη της η ύπαρξη έγινε αυτί που ακούει, σα να μαντεύει πως κάτι είναι που θα 'ρθει, που έρχεται, που ολοένα πλησιάζει...
   «Κύριε των Δυνάμεων!...» δέεται ολοένα. «Κύριε των Δυνάμεων!...»
   Δεν πρόφτασε ν' αποτελειώσει τη δέησή της όταν, πάνω απ' τη βοή της καταιγίδας, απ' το θόρυβο των κορμών που σαρώνονταν, πάνω απ' την ταραχή των νερών, μια άγρια κραυγή ξέσκισε τη νύχτα. Ένα ούρλιασμα ζώου που το σφάζουν, ένας σπαραγμός ανθρώπου που τον μαχαιρώνουν στα τυφλά.
   Το αίμα στις φλέβες της γυναίκας πάγωσε.
   «Θε μου!... Θε μου!... Τι είναι;» τραύλισε.
   Κι ευθύς έπειτα:
   «Και να 'ναι κείνος τέτοιαν ώρα έξω!... Θε μου!...»
   Ελάχιστες στιγμές πέρασαν. Και τότε νέα οδυνηρή κραυγή, γνώριμη τούτη, η φωνή του άντρα της, αντήχησε μες στη θύελλα:
   «Ωχ!» ούρλιαζε ο άνθρωπος σπαραχτικά.
   Μάζεψε όλο το θάρρος της, προχώρησε ως την πόρτα του καλυβιού και φώναξε μες στη νύχτα, ενώ οι βροχή και το χαλάζι δέρνανε το πρόσωπό της:
   «Ε!... Γύρισε πίσω!... Γύρισε πίσω!»
   Οι αστραπές φρένιαζαν ψηλά. Κοίταξε μπας και ξεχωρίσει τίποτα μες στη λάμψη τους.
   Τίποτα! Μονάχα μια στιγμή είδε βιαστικά, φωτισμένο σα σε όνειρο από πράσινη λάμψη, άγριο βασιλιά του χώρου, τον Ταύρο του Κεραμεικού.
   Πέρασε λίγη ώρα. Όταν, επιτέλους, ξεχώρισε καθαρά τα βήματα του άντρα της που ερχόταν. Τής φάνηκε πως βογκούσε.
   «Έλα... Έλα πια!» του φώναξε με ανακούφιση. «Τι έγινε;»
   Έπεσε σαν πτώμα στον παλιό βυσσινή καναπέ. Άναψαν τη λάμπα. Ολοένα βογκούσε.
   «Τι έπαθες;»
   «Το έλεγα εγώ πως θα μάς έρθουν κακά...» ψιθύρισε τρέμοντας. «Το 'λεγα εγώ...» 
   «Μα τι έγινε; Τι έγινε;»
   Προσπάθησε να της εξηγήσει με κομμένα λόγια.
   Μήτε αυτός δεν καταλάβαινε. Τόσα χρόνια που ζει στον Κεραμεικό ήξερε το μέρος σπιθαμή με σπιθαμή, τα μονοπάτια του, τους λάκκους. Κόντευε, είπε, στο μικρό γεφύρι, πηγαίνοντας να ρίξει χώμα στους τάφους του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης, όταν άξαφνα άκουσε μες στη θύελλα εκείνο το φοβερό ούρλιασμα που του πάγωσε το αίμα. Δεν είχε καλά - καλά συνεφέρει, πάλευε ακόμα με την επιθυμία να πάει στους τάφους και με το φόβο που του έλεγε να γυρίσει, όταν έκαμε ένα βήμα. Ήξερε καλά πως εκεί που βρισκόταν δεν υπήρχαν λάκκοι, μήτε το ποτάμι ήταν κοντά, ήθελε ακόμα λίγα μέτρα ως το γεφύρι. Κι όμως! Βρέθηκε μονομιάς να πέφτει, σα να είχε ανοίξει εκείνη την ώρα η γη και να ήθελε να τον καταπιεί. Έπεσε σε βαθύ λάκκο. Φαίνεται θα 'σπασε το ποδάρι του. Πονά φοβερά.
   «Ήμαρτον, Κύριε!...» άρχισε να σταυροκοπιέται κατάχλωμη η γυναίκα. «Τι να κάμω τώρα;... Τι να σου κάμω ώσπου να ξημερώσει;...»
   Τον φρόντισε να ξαπλώσει. Έβαλε να βράσει νερό. Ο γερο - φύλακας ολοένα βογκούσε απ' τους αβάσταχτους πόνους. Αλλά όταν τού έκαμε ζεστό επίδεσμο στο σπασμένο πόδι σα λίγο να ησύχασε. Τότε ξανά το θυμήθηκε και ανατρίχιασε.
   «Το άκουσες;...» ρώτησε σιγανά. «Άκουσες τίποτα;...» 
   Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και μουρμούρισε:
   «Θε μου, το άκουσα! Τι ήταν;»
   «Δεν ξέρω!... Μου φάνηκε πως ερχόταν από κει...»
   Δίστασε ν' αποτελειώσει τη σκέψη του.
   «Από πού;» ρώτησε με αγωνία εκείνη.
   «Μα... Απ' τον Κόκκινο Πύργο!... Απ' το ρημαγμένο Πύργο!...» 
   Η θύελλα έξω είχε κοπάσει. Πού και πού  μονάχα αραιές αστραπές σκίζανε τον ουρανό. Τα νερά τρέχανε σε μικρά ρυάκια και κάνανε ένα μυστικό θόρυβο. Οι δυο άνθρωποι του καλυβιού σβήσανε το φως, κούρνιασαν ο καθένας στη γωνιά του. Λέγανε να κοιμηθούν, μα ο ύπνος δεν ερχόταν. Θα ήταν μεσάνυχτα. Ο γέροντας βογκούσε τώρα σιγανά. Μια στιγμή ρώτησε.
   «Κάθεσαι;...»
   «Κάθουμαι. Θέλεις τίποτα;»
   «Όχι. Τίποτα...»
   «Πονάς πολύ;»
   «Σα να σύχασα λίγο. Λες να μάς ανοίξει μεγάλη ιστορία;» έλεγε για το σπασμένο πόδι του.
   Τον ησύχασε: 
   «Θα δούμε τι θα μας πει αύριο ο γιατρός. Θα δούμε αύριο».
   Σε λίγο ο γέροντας:
   «Ακούς το νερό έξω;...»
   «Ακούω. Τι πολύ νερό!...»
   «Οι σκελετοί στους λάκκους θα 'χουν πλέψει...» λέει ο γέροντας και τρέμει στη θύμησή τους.
   Πάλι σε λίγο:
   «Τι καταραμένη νύχτα!...» μουρμούρισε. «Εγώ λέω...»
   Ήθελε να της πει τους φόβους του, να της πει για τους σκοτεινούς αρμούς που στο βάθος της ύπαρξής του δένανε την οργή της νύχτας με τη βεβήλωση των τάφων του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης, όταν τον έκοψε η τρομαγμένη φωνή της:
   «Άκουσε!... Άκουσε!... Ακούς;...»
   Σιγανό, επίμονο υψωνόταν πάνω στη νύχτα, πάνω απ' το αρχαίο κοιμητήριο, πάνω απ' το τεντωμένο σώμα του Ταύρου, πάνω απ' το ρημαγμένο πύργο, στριφογύριζε πότε από δω πότε από κει, πορευόταν, σκοτεινό πνεύμα της ερημιάς: ένα βογκητό ερχόμενο σαν από μακρινό κόσμο, σαν από το χάος. Στην αρχή ψιλό, αδύνατο, ύστερα ολοένα δυνάμωνε, ύστερα γινόταν άγριο, ύστερα έπεφτε σε τόνο χαμηλό.
   Πετάχτηκαν έξω, απ' τον τρόμο, τα μάτια των ανθρώπων του καλυβιού, σπάσανε τα κουρασμένα νεύρα, το δέρμα άρχισε να τρέμει όπως λαβωμένου πουλιού.
   «Θε μου!... Τι είναι πάλι αυτό;!... Τι είναι;!...»
   «Θε μου!... Τι είναι;!» 
   Η φωνή του σκοταδιού, πιο μαλακή τώρα, σα να ικέτευε.
   «Θαρρείς πως κλαίει άνθρωπος», ψιθύρισε η γυναίκα.
   Αλλά την ίδια στιγμή η φωνή έξω έγινε στριγγλιά.
   «Σα να 'ναι τώρα κατάρα...» τραύλισε πάλι η γυναίκα.
   Τότε ο νους του γέροντα, προετοιμασμένος απ' το φόβο, απ' τη νύχτα της καταιγίδας, απ' τη γη που άνοιξε και τον πήρε, απ' τη μνήμη των παραβιασμένων τάφων, σα να 'στραψε.
   «Αυτό είναι!...» μουρμούρισε. «Δε μπορεί να είναι άλλο!... Θα βρυκολακιάσανε οι δυο νέοι του τάφου!... Θα βρυκολακιάσανε!...»
   Η λέξη φορτωμένη από δεισιδαιμονία, από παραμύθια και φαντάσματα, γέμισε μονομιάς όλο το χώρο, τον πλημμύρισε, πάγωσε τα κορμιά.
   «Ιησούς Χριστός νικά... Ιησούς Χριστός νικά...» άρχισε να δέεται η γυναίκα.
   Και η Νύχτα ολοένα βάδιζε, τυλιγμένη απ' τα νερά της θύελλας και απ' τη φωνή του σκοταδιού, στη χώρα των τάφων.
3
Ώρα της φθινοπωρινής καταιγίδας 
   Πέρασε το καλοκαίρι. Ήρθε το φθινόπωρο. 
   Ακόμα δεν έβρεξε. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Όπου να 'ναι έρχουνται οι βροχές.
   Βραδιάζει.
   Ο γερο - φύλακας του Κεραμεικού βλέπει τους δύο νέους επισκέπτες που περνάνε την καγκελωτή πόρτα. Προχωρούνε λίγο, στέκουνται κάτω απ' το μνημείο του Ταύρου. Μένουν εκεί πολύ. Ο γέροντας θαρρεί πως τους αναγνώρισε. Πηγαίνει προς το μέρος τους.
   Βαδίζει αργά, κουτσαίνοντας, βλέποντας πάντα προς τη γη, στηριγμένος σ' ένα ραβδί. Τόσοι λίγοι μήνες πέρασαν, μονάχα ένα καλοκαίρι! Όμως είναι σα να γέρασε για χρόνια. Κατάλευκα γένια τυλίγουν το πρόσωπό του και του δίνουν μια έκφραση σαν τις φιγούρες των γερόντων που είναι σκαλισμένες στα μάρμαρα του Κεραμεικού. Σα να έγινε δικός τους.
   Πλησιάζει τους δυο νέους κάτω απ' το άγαλμα του Ταύρου.
   Αν είναι αυτοί;...
   Ας γίνει, Θε μου, να ήταν!... Εκείνη, η Μεγάλη Νύχτα, η νύχτα της ανοιξιάτικης καταιγίδας, η φοβερή νύχτα του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης, είναι δεμένη μες στη μνήμη του μαζί τους. Μ' αυτούς άρχισε. Ας γίνει να είναι οι ίδιοι αυτοί που κάθουνται, όπως τότε, κάτω απ' το άγαλμα του Ταύρου... Έτσι η μνήμη της Μεγάλης Νύχτας θα 'ρθει ν' ανανεωθεί, ζωντανή, φρέσκια, να δυναστέψει την καρδιά του, ν' αναταράξει την ερημιά του... Είναι η κορυφαία νύχτα της ζωής του, η τελευταία ίσως μεγάλη νύχτα, αυτή που τον ρήμαξε, κι είναι πια ανάγκη να τη ζει, να την ξαναζεί, ανάγκη, όπως το φως και ο ύπνος. Το τέλος του ταξιδιού πλησιάζει, η μνήμη έχει ανάγκη από δυνατούς τόνους, από σκληρούς τόνους για να μην είναι η ζωή που πέρασε έρημος, να έχει δικαίωση που πέρασε.
   Πάει κοντά στους δυο νέους.
   «Καλησπέρα, παιδιά μου».
   Τον χαιρέτησαν με καλοσύνη.
   «Να με συμπαθάτε», μουρμουρίζει πάλι ο γέροντας και κοιτάζει χαμηλά στη γη. «Ήρθατε άλλη φορά στον Κεραμεικό;»
   Το αγόρι αποκρίνεται:
   «Ήρθαμε, παππούλη. Γιατί;» 
   Σηκώνει τώρα τα μάτια του ο γέροντας. Σα να έχουν κάτι μέσα τους, σαν αγωνία:
   «Ήταν την περασμένη άνοιξη;»
   «Ναι. Ήταν την περασμένη άνοιξη».
   «Ήταν ένα βράδυ;... Και μείνατε λίγο αργά, εδώ, στον ίδιο τόπο, κάτω απ' τον Ταύρο;...»
   «Ναι! Ναι! Έτσι ήταν!» 
   Μια τελευταία ακόμα λεπτομέρεια. Και τότε...
   «Εκείνη τη νύχτα δεν ξέσπασε η μπόρα; Δεν ήταν μια φοβερή ανοιξιάτικη μπόρα;...»
   «Μα ναι! Μόλις φύγαμε ξέσπασε η θύελλα!»
   Ο γέροντας προχωρεί με κλονισμένα βήματα, πάει κοντά στο αγόρι και ακουμπά το κεφάλι στο δυνατό του στήθος. Είναι πολύ συγκινημένος.
   «Παιδιά μου...» λέει. «Τι νύχτα εκείνη!... Τι φοβερή νύχτα!...»
   Τον βάλανε να καθίσει κοντά τους. Το κορίτσι τον κοίταζε χωρίς να μιλά και τα μεγάλα μάτια της που λάμπανε στέλνανε παράξενο φως πάνω στο κατάλευκο κεφάλι του. Πότε ταξίδευαν χρυσά σύννεφα μες στα μάτια της, πότε ήταν παραμύθια του δάσους, πότε ήταν χρώματα από κοχύλια της θάλασσας και από όνειρα του βυθού.
   «Γιατί τρέμεις, παππούλη;» είπε στο γέροντα.
   Πήρε μες στα ζεστά της χέρια τα χέρια του και τα χάιδεψε.
   «Γιατί τρέμεις έτσι;...»
   «Η νύχτα...» ψιθύρισε. «Εκείνη η νύχτα!... Να που είστε κι εσείς δεμένοι μαζί της...»
   «Μα τι έγινε εκείνη τη νύχτα;» 
   Τότε ο γέροντας με τρεμάμενη φωνή τούς είπε την ιστορία της νύχτας της καταιγίδας. Ο λόγος πότε με κενά, πότε με απότομα άλματα, είχε έναν τόνο λαχανιασμένο, ολόζεστος απ' τη δυναστεία της δεισιδαιμονίας και του φόβου. Τούς είπε για το πώς έγινε και οι δυο νεκροί των τάφων, ο Θεώνιχος και η Μνησαρέτη, ξύπνησαν βίαια απ' την παντοτινή τους ανάπαυση, πώς δεν τον άφησαν να τους σκεπάσει με χώμα εκείνη τη νύχτα, πώς έπειτα ξέσπασε η καταιγίδα. Την ίδια ώρα ξέσπασε πάνω στη γη και η οργή των νεκρών. Άνοιξε πρώτα η γη και χτύπησε αυτόν πρώτα -έπεσε μες στο λάκκο, έσπασε το ποδάρι του, υπόφερε αβάσταχτα κι από τότε μένει κουτσός. Μπορούνε να δούνε ακόμα, αν πάνε λίγο πιο πέρα απ' τον Ταύρο, το λάκκο που άνοιξε η γη  όπως σκίστηκε. Την ίδια νύχτα φαίνεται πως έγινε κάτι πολύ τρομαχτικό  στον Κόκκινο Πύργο. Μια φοβερή κραυγή ακούστηκε. Την άλλη μέρα βρήκανε στη σοφίτα του Πύργου νεκρό, με ολάνοιχτα μάτια, πλημμυρισμένα απ' τον τρόμο, μούσκεμα απ' το νερό της καταιγίδας, το νικημένο στρατηγό. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ξαφνικά πέθανε η γυναίκα του φύλακα. Χωρίς να το καταλάβει κανένας -και οι γιατροί απορήσανε πώς έγινε. Έτσι η δυστυχία πλημμύρισε το φυλάκιο του Κεραμεικού. Έρημος τριγυρίζει από τότε ο γερο - φύλακας, οι δυνάμεις του ολοένα φεύγουν, ο ύπνος δεν έρχεται πια να τον ξεκουράσει. Γιατί το πιο φοβερό είναι αυτό: κάθε νύχτα, τα μεσάνυχτα, οι δυο νεκροί των αρχαίων τάφων που βρυκολακιάσανε γυρίζουν πάνω απ' τον Κεραμεικό και κλαίνε. Είναι μια φωνή πότε παράπονο, πότε ουρλιαχτό. Κι εκείνος πια, ο γερο - φύλακας, κάθεται και ξαγρυπνά και την περιμένει τη φωνή να του παγώσει το γέρικο αίμα του. Περνούνε οι ώρες της νύχτας, σιγά - σιγά το αίμα ναρκώνεται, ενώ η φωνή απ' έξω ουρλιάζει. Τότε μονάχα, αργά, λίγο πριν χαράξει, έρχεται ο ύπνος. Το καταλαβαίνει πως πια δε θα κοιμηθεί, ποτέ πια, χωρίς ν' ακούει τη φωνή, έξω, των δύο νεκρών που ουρλιάζουν και καταριούνται...
   Γεμάτα από κατάπληξη άκουσαν το κορίτσι και το αγόρι το δράμα του ανθρώπου. Πώς ήταν δυνατό μέσα σ' αυτό το ήσυχο τοπίο, που μονάχα η ζωή φαίνεται πως του απόλειψε, μέσα σ' αυτό το χώρο της ερημιάς να ζουν τόσο έντονα οι σκοτεινές δυνάμεις, που είναι, στο τέλος - τέλος, η αληθινή ιστορία του ανθρώπου;
   «Παππούλη, άλλαξες τόσο πολύ μέσα σε τόσους λίγους μήνες, το βλέπω...» είπε το αγόρι. «Αλλά... μήπως σου φαίνεται πως γίνουνται όλα αυτά;... Γιατί οι νεκροί δε μιλάνε...»
   «Δε μιλάνε οι νεκροί;!» διαμαρτυρήθηκε ο γέροντας. «Όχι, αγόρι μου. Αυτοί μιλάνε πιο πολύ, μάς συντροφεύουν πιο πολύ απ' τους ζωντανούς, περπατώντας πλάι μας».
   Και πάλι σε λίγο:
   «Όχι, αγόρι μου...» μουρμούρισε. «Τόσες χιλιάδες χρόνια κοιμόντανε οι δυο τους και η γη τούς φύλαξε... Είναι φοβερό που ταράξανε την ησυχία τους...»
   Τα σύννεφα ολοένα δένανε πάνω τους σκοτεινά.
   «Και τι απόγιναν;» ρώτησε το κορίτσι.
   «Μένουν πάντα εκεί, ξέσκεποι... Να τούς σηκώσουν δε μπορούν γιατί θα γίνουν θρύψαλα. Να τους σκεπάσουν δε θέλουν...»
   Μια φορά, είπε, πριν ακόμα πεθάνει η γυναίκα του, πήγε και συμβουλεύτηκε τον παπά της Αγίας Τριάδας εκεί κοντά. Του είπε: «Γέροντα, δεν το βαστούμε πια. Έλα να πεις μια ευχή πάνω στον τάφο τους. Ίσως ησυχάσουν». Μα ο χριστιανός ιερέας, που πρώτη φορά του τύχαινε τέτοιο περιστατικό, σκέφτηκε πολύ και είπε: «Όχι, δε γίνεται. Αυτοί πέθαναν πριν έρθει στον κόσμο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αυτοί δε λάτρεψαν τον Ιησού Χριστό. Ο Χριστός δε μπορεί να τους βοηθήσει». Τότε κι αυτός, ο γερο - φύλακας, παίρνει αγιασμένο νερό απ' την κολυμπήθρα, παίρνει τη γυναίκα του και πάνε στους τάφους του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης. Ραντίζουν τους τάφους με το νερό του Χριστού και η γυναίκα του λέει τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Περίμεναν εκείνη τη νύχτα με αγωνία. «Για να δούμε», λέγανε, «θ' ακούσουμε τα μεσάνυχτα τη φωνή τους, για θα ησυχάσαν»; Περίμεναν τα μεσάνυχτα με κρυφή ελπίδα, όταν η φωνή του σκοταδιού που άρχιζε από παράπονο και τέλειωνε σε ουρλιαχτό απλώθηκε μες στη νύχτα. Απελπισμένοι τότε οι άνθρωποι του καλυβιού είπαν: «Έτσι είναι. Μήτε ο Χριστός δε μπορεί να τους βοηθήσει». 
   Σαν πέθανε η γυναίκα του, έμεινε μόνος. Τότε πια ήρθε ο πανικός. Το ίδιο βράδυ που εκείνη έφυγε, ο γερο - φύλακας κυνηγημένος απ' τον τρόμο πήγε, λέει, στους τάφους του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης και, παραβιάζοντας τη διαταγή που είχε, έριξε πάνω στα λείψανά τους λίγο χώμα. Γονάτισε εκεί πλάι και παρακάλεσε την πεθαμένη γυναίκα του. «Βοήθησέ με εσύ», της είπε. «Τώρα που είσαι μαζί τους, πες τους πια να ησυχάσουν...» Αλλά κι εκείνη από ψηλά, φαίνεται πως ήταν το ίδιο αδύναμη να τον βοηθήσει. Γιατί η φωνή του σκοταδιού ήρθε πάλι τα μεσάνυχτα, όπως και πριν, όπως όλες τις άλλες νύχτες έπειτα. Λοιπόν, φαίνεται πια πως έτσι είναι, πως τίποτα, τίποτα στον κόσμο δε θα μπορέσει πια να την κάμει να σωπάσει...
   Η φωνή του όσο μιλούσε είχε γίνει βαθιά, σαν τυλιγμένη απ' το βάρος των παμπάλαιων πραγμάτων, απ' τη βεβαιότητα της μοίρας. Ο τόνος μετάδωσε τον παλμό του, την ενέργειά του γύρω. Έτσι, όταν ο γέροντας σώπασε, κανένας απ' τους δυο νέους που αγαπιούνταν δε μπορούσε να μιλήσει. Έμειναν κι αυτοί βουβοί, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, κυριευμένοι από δυνάμεις σκοτεινές.
   Τα σύννεφα ολοένα χτυπιούνταν ψηλά, η καταιγίδα, η πρώτη φθινοπωρινή καταιγίδα, ερχόταν.
   Πρώτο μίλησε το κορίτσι.
   «Πάμε πια... Πάμε να φύγουμε», είπε στο σύντροφό της ανήσυχη.
   Μα αυτός, αποτινάζοντας τη νάρκη από πάνω του, το συνειδητοποιούσε άξαφνα πως θα του ήταν αδύνατο να φύγει, αδύνατο να λυτρωθεί αν δεν έβλεπε ως το τέλος, αν δεν τους έβλεπε -το Θεώνιχο και τη Μνησαρέτη. Γιατί αλλιώς θα είχε να τους φαντάζεται -και όταν έρθει στον άνθρωπο η δυναστεία αυτή...
   «Πού είναι, παππούλη;» ρώτησε. «Πού είναι οι τάφοι τους;»
   «Γιατί ρωτάς;» είπε εκείνος.
   «Έλα να μάς πας ως εκεί! Έλα να μάς τους δείξεις!...»
   «Όχι! Όχι! Δεν το μπορώ!» τραύλισε ο γέροντας. «Αν θέλετε, τραβήξτε μονάχοι σας κατά κει, κατά τη βορεινή πλευρά. Θα περάσετε το γεφύρι, θα στρίψετε λίγο μέσα. Εκεί θα τους βρείτε...»
   «Έλα!» είπε το αγόρι στο κορίτσι και το τράβηξε προς τα εκεί.
  
   Τι ήσυχα που ήταν, εκεί που τους βρήκαν ν' αναπαύονται, το Θεώνιχο και τη Μνησαρέτη! Ο τόπος γύρω ήταν προφυλαγμένος από ψηλά στρώματα γης, από άλλους νεώτερους τάφους. Κίτρινα αγριολούλουδα φύτρωναν εδώ κι εκεί. Στη ρίζα μιας κάθετης κοψιάς της γης ήταν η απλή, χωρίς φιγούρες, χωρίς ποικίλματα, επιτύμβια στήλη της κόρης:
ΜΝΗΣΑΡΕΤΗ
   Και πλάι της, λίγο γερτή, βλέποντας κατά τα μέρη που βασιλεύει ο ήλιος, ήταν η πλάκα του συντρόφου της. Το ίδιο απλή, χωρίς ποικίλματα:
ΘΕΩΝΙΧΟΣ
   «Κοίταξε!...» είπε σιγανά το αγόρι κι έσφιξε το χέρι της. «Κοίταξε εκεί!...»
   Στο βάθος των ανοιγμένων λάκκων κοίταξαν τους σκελετούς. Δεν είχαν τίποτα το άγριο, γιατί δε θύμιζαν οστά ανθρώπινα. Ήταν σα φιγούρες γραμμένες στη γη, στις χοντρές γραμμές τους, όχι στις λεπτομέρειες, με ύλη που ήταν πάλι γη.
   «Φοβάσαι;...» τη ρώτησε.
   Ήταν συγκινημένη. Τα μαλλιά της φώτιζαν με το δυνατό τους χρώμα τη χλωμάδα του προσώπου της και στα μάτια της ταξιδεύανε κύματα της νύχτας.
   «Όχι...» μουρμούρισε. «Δε φοβάμαι. Αλλά...» 
   Λίγη ώρα. Έπειτα εκείνη:
   «Τι να ήταν, άραγες;...»
   «Ποιος ξέρει...»
   «Μπορεί και ν' αγαπιούνταν...» είπε εκείνη.
   «Μπορεί...»
   Σε λίγο.
   «Τη χαρά...» είπε εκείνη. «Άραγες να γνώρισαν τη χαρά;...» 
   «Τι ρωτάς τέτοια πράματα!...» είπε το αγόρι. «Κι αν τη γνώρισαν κι αν δεν τη γνώρισαν...»
   Δεν του αποκρίθηκε. Αλλά στα μάτια της, όπου ταξίδευαν ιστορίες της νύχτας, τώρα πλέανε στεκάμενα, σκοτεινά νερά.
   Όταν, απότομα, τα σύννεφα που τόση ώρα πάλευαν ψηλά,  άφησαν να χιμήξει το νερό. Η μπόρα άρχισε βίαιη και αδυσώπητη. Ούρλιαζε δαιμονισμένα ο άνεμος.
   «Να φύγουμε! Να φύγουμε!» φώναξε το κορίτσι τρομαγμένα, ενώ ο αγέρας και το νερό δέρνανε το πρόσωπό της.
   «Πώς θα φύγουμε τώρα;!...» φώναζε το αγόρι δυνατά για ν' ακουστεί. «Να προφυλαχτούμε λίγο να περάσει η μπόρα!...»
   Κοίταξε γύρω του βιαστικά. Εκεί πλάι ήταν ένας μικρός θόλος καμωμένος από κάθετο κόψιμο της γης, προφυλαγμένος από πάνω, σαν να ήταν σκεπή, από πλατύ κομμάτι μάρμαρο.
   Την έσυρε προς τα εκεί.
   Χώρεσαν με άνεση. Την αγκάλιασε σα να ήθελε να την προστατέψει απ' την οργή του ουρανού. Έτσι, αγκαλιασμένοι, άρχισαν να ζουν  την ιστορία της φθινοπωρινής καταιγίδας που έδερνε τη χώρα των τάφων. Η γη με τα πρώτα κύματα της βροχής ξαφνιάστηκε και αναταράχτηκε. Όλο το καλοκαίρι περίμενε το νερό κι απ' την οδυνηρή επιθυμία οι πόροι της ριγούσαν και σπάραζαν. «Έλα! Έλα μέσα μας!...» Τα σκουλήκια στα έγκατα, διψασμένα, τριγύριζαν στα τυφλά, και το γλιστερό τους σώμα έκαιγε απ' την επιθυμία της δροσιάς. «Έλα, έλα πια!...» Οι ρίζες των δέντρων πάλεψαν, στριφογύρισαν βασανιστικά, γινήκανε σα φίδια απ' την αγωνία και την απαντοχή. «Έλα! Έλα πια!...» Κι απάνω στα μάρμαρα, πάνω στη στέγη του ρημαγμένου Πύργου η σκόνη, αφού στοιβάστηκε, αφού περίμενε, ήταν πια έτοιμη. «Έλα! Έλα πια!...» -όλα ριγούσαν κι όλα ικετεύανε το νερό. Όταν, τέλος, τα σύννεφα, αφού παίξανε με την αγωνία της γης, ρίξανε τη βροχή. Στην αρχή ήταν ένα βίαιο σάλεμα: το χώμα και οι ρίζες και τα σκουλήκια και η σκόνη αναταράχτηκαν απ' τον έρωτα του νερού -επειδή πολύ τον περίμεναν. Αλλά μόλις συνέφεραν απ' το πρώτο χτύπημα αμολύθηκαν ξέφρενα, παλαβά, να πάρουν και να χορτάσουν. Από πάνω τους τ' αστροπελέκια σκίζανε τα σύννεφα, χιμούσανε τρελά από νοτιά σε βοριά, σα να γύρευαν κι αυτά να δοθούν και να πάρουν. Όλος ο τόπος γέμισε από νεύρο, από φωτιά και απ' τη δυνατή μυρουδιά της γης που γονιμοποιούσε.
   Τυλιγμένοι απ' το ζεστό κύμα της χαράς που ξέσπασε γύρω τους, απ' το κύμα του φόβου, απ' την ιστορία των τάφων, τυλιγμένοι απ' τα νιάτα τους, κάθονταν εκεί αγκαλιασμένοι σφιχτά, το αγόρι και το κορίτσι, και κοίταζαν με ολάνοιχτα μάτια. Σιγά - σιγά η αλλόφρονη δύναμη που λυσσομανούσε γύρω τους άρχισε να μπαίνει στα κορμιά τους, να χύνεται μες στο αίμα και να το ταράζει. Πρώτη εκείνη άρχισε να τρέμει. Για να την προφυλάξει πιο πολύ, να μην κρυώνει, την αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά με το ένα χέρι, έπειτα και με το άλλο. Κάτω απ' τα δάχτυλα η γυμνή ύλη σπαρταρά και φωνάζει. Τα δάχτυλα σφίγγουν πιο πολύ, στριφογυρίζουν. Όταν κάποτε, σκοτεινά, τυφλά, αγγίζουν τη γυμνή ύλη.
   Βίαια, βασανιστικά, τεντωμένα απ' τις δυνάμεις του βάθους τα σώματα πέσανε στη γη, πλάι στο Θεώνιχο και τη Μνησαρέτη, ακούοντας τη φωνή της που γονιμοποιούσε. Και το ένα πήρε το άλλο, τα σώματα, για να μην είναι ξένα, αυτά μονάχα, στην ιστορία της καταιγίδας.
..........
   Πέρασε η μπόρα. Είχε σκοτεινιάσει. Λίγα άστρα φάνηκαν στον ουρανό.
   Χτυπούν την πόρτα στο φυλάκιο του Κεραμεικού.
   «Άνοιξέ μας να φύγουμε, παππούλη», λέει το αγόρι.
   «Για όνομα του Θεού! Πού είσαστε τέτοιαν ώρα;» ψιθυρίζει ο γέροντας τρομαγμένος.
   «Περιμέναμε να περάσει η βροχή», είπε το αγόρι.
   Τους άνοιξε την καγκελωτή πόρτα να φύγουν.
   «Ο Θεός μαζί σας!»
   «Ο Θεός μαζί σου, παππούλη!»
   Ο γέροντας γυρίζει στο καλύβι και στην ερημιά του. Σβήνει το φως και ξαπλώνεται.
   Οι ώρες περνούν.
   Περιμένει. Περιμένει... Τώρα θα 'ναι μεσάνυχτα. Όπου να 'ναι θ' ακουστεί η φωνή του σκοταδιού, η φωνή των νεκρών που βρυκολακιάσανε, η δυναστεία του. Όπου να 'ναι...
   Περιμένει. Στήνει το αυτί του ν' αφουγκραστεί. Η ώρα περνά. Η ώρα περνά. 
   «Μήπως;...»
   Ένα ξαφνικό κύμα ταράζει την καρδιά του.
   «Μήπως;...»
   Αλλά όχι!... Όχι!... Δε γίνεται!... Δεν μπορεί να γίνει!...
   Προχωρεί στην πόρτα του καλυβιού, την ανοίγει και κοιτάζει τα άστρα, να καρατάρει την ώρα, μήπως λαθεύει. Τα άστρα λάμπουν. Η Μεγάλη Άρκτος έχει βασιλέψει, η Πούλια ταξιδεύει πια κατά τα δυτικά. Είναι πολύ περασμένα τα μεσάνυχτα. Και η ησυχία είναι βαθιά.
   Τότε;... Τότε;...
   Η αναστάτωση μες στη γέρικη καρδιά είναι φοβερή, είναι σαν άνεμος που ξεριζώνει δέντρα. Το κορμί του τρέμει όπως τα φύλλα.
   «Μπορεί, λοιπόν, να γίνει;... Μπορεί να μην ακουστεί πια η φωνή των νεκρών;...»
 
   Περιμένει μάταια. Θα περιμένει μάταια και την άλλη νύχτα, και την άλλη -όλες τις νύχτες που θα 'ρθουν. Η φωνή δε θα ξανακουστεί. Ποτέ πια. Ο Θεώνιχος και η Μνησαρέτη βρήκαν πάλι τη γαλήνη, αναπαύτηκαν πάλι στη γη.
 
Βενέζης Ηλίας
22 Φεβρουαρίου 1944
«Νέα Εστία», 1944
Ε.ΚΕ.ΒΙ.