Οι φοιτητές της «Κόκκινης παντιέρας» σκόλασαν από τη συγκέντρωσή τους στις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Κι είχαν αρχίσει από τις δέκα ακριβώς. Είχε δει το ρολόι του σαν άρχισαν τη συνεδρίαση, το ξανάδε στο φως του διάδρομου φεύγοντας. Η χινοπωριάτικη βροχή έπεφτε σιγανή, όμως επίμονη. Περπατούσε κάτω από τη μεγάλη ομπρέλα χωρίς να βιάζεται, αφημένος στους λυπητερούς του στοχασμούς. Έσκυβε τις ωμοπλάτες απ' την υγρασία που γιόμιζε τον αέρα σα νερόσκονη. Του φαινόταν πως το 'κανε ζουληγμένος απ' το φορτίο της θλίψης, που κουβάλησε στη ράχη βγαίνοντας από κείνη τη μάζωξη. Τέσσερις ώρες συζήτηση με το ρολόι. Τι φλυαρία, πόσα φουσκωμένα άντερα, πόσες περιαυτολογίες. Ένα μάτσο κακοσκεπασμένοι εγωισμοί. Ο καθένας τους προσπαθούσε με τρόπο να ξεκόψει από την πνιγερή ανωνυμία του πλήθους, καλώντας όλους τους άλλους να ξορκιστούνε εν ονόματι της μεγάλης και απρόσωπης μάζας. Δηλαδή που καθένας το 'χει κρυφό καημό να της δανείσει το δικό του πρόσωπο. Είχε μολαταύτα κι ένα καλό τούτη η συγκέντρωση. Ξεσκεπάστηκε ο Αλιφάντης τι κουμάσι ήταν. Γιατί ήβγε αποδειγμένος πια, φως φανερό. Ο Αλιφάντης, μάλιστα, ο Αντρέας Αλιφάντης, ε λοιπόν ήταν ένας ακόμα παλιανθρωπάκος. Καταφερτζής πρώτης. Του 'φερε δυνατό πόνο στην ψυχή τούτο το ξεσκέπασμα γιατ' ήτανε το ίνδαλμά του.
Σαν πρωτόρθε στην Αθήνα να γραφτεί στη Φιλολογία εδώ και λίγους μήνες, τάμα το 'χε να πάει να τόνε βρει, να τόνε γνωρίσει, να φιλήσει το χέρι το τιμημένο, που τίναζε σα φλογερά αστροπελέκια κείνα τα τραγούδια σε κάθε φυλλάδιο της «Κόκκινης παντιέρας». Τα τραγούδια της τρομπέτας τα άγρια και ορμητικά. Να του φέρει το θαυμασμό και την αφοσίωση όλης της αριστερής νεολαίας του νησιού του. Την πρώτη μέρα κιόλας είδε τη φωτογραφία του πίσω απ' το μεγάλο κρύσταλλο το κατάφωτο, σ' ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο, στο Σύνταγμα. Μια έξοχη φωτογραφία σε ακριβή κορνίζα. Ο ποιητής. Ένας ηλικιωμένος άντρας, ψηλός, μεγαλόσωμος, με ασημιά μαλλιά στις παραφτίδες, με τετράγωνο γενάκι και μαύρα πυκνά φρύδια. Από κάτω φωλιάζουνε δυο μαύρα μάτια, αρπαχτικά, σχεδόν άγρια. Μάτια γερακιού, που ζυγιάζεται, αλέστα να χιμήξει. Αμέσως κάτω απ' τη φωτογραφία ήταν ένα βιβλίο - διαφήμιση σε υπερφυσικό μέγεθος. Το νέο βιβλίο του Αλιφάντη σε μεγέθυνση. «Ο Κόκκινος Αητός». Ναι, πώς του πήγαινε! Αυτός, ατός του ήταν ο κόκκινος αητός. Λεβέντης, φαρδοφτέρουγος, νυχοποδαράτος. Λοιπόν απόψε τόνε γνώρισε από την καλή. Αχ, αυτό το θεϊκό όρνιο δεν ήταν άλλο παρά ένας γάλλος παραγεμιστός της κρατικής κουζίνας. Οι συντρόφοι που καταγγείλανε, φέρανε χεροπιαστά ντοκουμέντα στη συγκέντρωση. Τα καταθέσανε ένα προς ένα στο τραπέζι του προεδρείου, κι από κάτω βγήκε ένας προφήτης χαρτονένιος, ένας ήρωας - λαπάς, ένα σύμβολο - κορόιδο. Με τα τραγούδια του έσπρωχνε τους φτωχούς εργάτες να χτυπιούνται με τους χωροφυλάκους και με τους φαντάρους του κράτους, κι ο ίδιος, μυστικά, τα 'ψηνε περίφημα μ' αυτό το κράτος. Τα κατάφερε να γραφτεί για πρόσφυγας κι έτσι πήρε χάρισμα ένα μεγάλο κρατικό οικόπεδο στο Φάληρο, να σηκώσει βίλα, να ξεκαλοκαιριάζει ο ερίφης. Ακόμα τις προάλλες πήρε αράδα τους ακαδημαϊκούς, φιλώντας κατουρημένες ποδιές δεξιά και ζερβά, να του δώσουν το κρατικό βραβείο «που ήτανε φτωχός οικογενειάρχης». Μπορεί κιόλας να είπε τη φράση «παλαίμαχος της γραφίδος». Κοντά σ' αυτά αποδείχτηκε πως κυνηγούσε και μια θέση δημόσιου υπάλληλου να συμπληρώσει κάποια σύνταξη. Όλα αποδειγμένα ένα προς ένα. Με αριθμούς απ' το πρωτόκολλο, με ημερομηνίες, με αντίγραφα και φωτογραφίες αναφορών του, που ξεσήκωσε η κατασκοπεία απ' τα συρτάρια των υπουργείων και τ' απόθεσε, όλα στοίβα, πάνω στο τραπέζι. Τι σαπίλα! Ακόμα πριν ανθίσει το κόκκινο λουλούδι βρέθηκε σκουληκιασμένη η ρίζα του. Λυπημός! Τι λυπημός; Κολοκύθια! Ήταν εκεί, στο πόστο. Αυτός. Οι άλλοι. Βέβαια. Οι λίγες μορφές που ξεχώριζαν απ' τους φαφλατάδες και τους «ρήτορες». Εκείνοι οι νέοι, οι μετρημένοι, που ήτανε λίγα τα λόγια τους, ένα ναι, ένα όχι, και μέσα στα μάτια τους έκαιγε μια σταθερή φλόγα. Εκεί μέσα άναβε η επανάσταση, η σπίθα απ' την καθαρτήρια πυρκαγιά. Οι νέοι θα προχωρούσανε, σκληροί και αγνοί. Θα παραμέριζαν τα παλιοτόμαρα και θα προχωρούσανε. Άσπιλοι, αντρόπιαστοι και προ πάντων σκληροί. Οι νέοι. Οι νέοι.
Η βροχή θα είχε σταματήσει λιγάκι. Το κατάλαβε σαν ξανάκουσε το ψιλό βίτσισμά της πάνω στο τεντωμένο πανί της ομππρέλας. Ήτανε στη μεγάλη λεωφόρο, κοντά στην Πύλη του Αδριανού. Περπατούσε μεσοστρατίς. Σήκωσε τα μάτια πάνω στο χαριτωμένο μνημείο, είδε τη λιγνή σιλουέτα του να σκεδιάζεται λαφριά μέσα στη νύχτα, και διάβασε νοερά την ξιπασμένη επιγραφή: «Αἵδ' εἰσ' Ἀδριανοῦ, οὐχί Θησέως πόλις». Ο δρόμος άπλωνε ένα γύρω αφώτιστος, μαύρος από το σκοτάδι, που έρρεε σαν υγρό πάνω στην άσφαλτο. Ένας δρόμος φαρδύς σαν πλατεία. Πιότερο ίσως έμοιαζε με κανάλι, όπου τα νερά κοιμούντανε σκοτεινά. Μακριά, κάτω απ' τα χλωμά λαμπιόνια, η άσφαλτο κρατούσε κάποιες νεροφεγγιές. Ήταν ολομόναχος και ένιωσε γύρω του να λείπουν πολύ τα τράμια που σταματήσανε να περνοδιαβαίνουν, τα κουδουνίσματά τους, που γιομίζουνε νευρικότητα τους δρόμους, κι οι μενεξελιές αστραψιές που σκάνε ψηλά απ' το καρούλι της αντένας. Ξαφνικά ένα αυτοκίνητο, μια ακριβή μάρκα, όρμησε απ' το Ζάππειο μεριά σαν πελώριο βλήμα, και πέρασε με τρελή ταχύτητα απ' τη μέση του δρόμου. Παραμέρισε και στάθηκε ζαλισμένος από τους έξοχους προβολείς του, που στραπατσάρισαν τη νύχτα, την κουρέλιασαν, την άνοιξαν δυο στη μέση, να περάσει θριαμβευτικά το άρμα της άδικης ευτυχίας. Μέσα στη φωτοπλημμύρα τους είδε τη βροχή να πέφτει σε χρυσά στημόνια, σαν την ερωτική βροχή του Δία. Οι ράγιες άστραψαν και σάλεψαν, ασημένιες νεροφίδες, κι η μαύρη λεωφόρο ξετυλίχτηκε στις ρόδες του σαν ένα τόπι λαμέ. Μέσα στην πλατιά αστραπή το μάτι του πήρε σα φωτογραφικό στιγμιότυπο ένα ζευγάρι πίσ' απ' τα κρύσταλλα. Ένα κιτρινιάρη κύριο, με κοστούμι κοσμικού ξενυχτιού, και μια γυναίκα κουλουριασμένη απάνω του, μέσα στις γούνες της, σα μια χαδιάρα γάτα Αγκύρας. Άκουσε τα λάστιχα που φεύγανε, να σέρνουνται σφιχτά πάνω στη βρεγμένη άσφαλτο, μ' έναν θόρυβο ξερό, κολλητό, σαν ένα γρήγορο και μακρύ χάδι, όλο μίσος και πόθο. Κατόπι όλα βούλιαξαν μέσα στη νύχτα, που χύθηκε και μουτζάλωσε τα σχήματα και τις αμφίβολες γραμμές, πιο πηχτή, πηχτή σα μελάνη.
Απόμεινε λίγο να συνηθίσουν τα μάτια του, κατόπι προχώρεσε βάζοντας τα πόδια του προσεχτικά. Το νερό δυνάμωνε. Έξαφνα μες από κάποιο σοκάκι της Πλάκας έτρεξε προς το μέρος του ένας ίσκιος σβέλτος. Μια νέα γυναίκα άρπαξε ορμητικά το μπράτσο του, γαντζώθηκε πάνω του και τρύπωσε κάτω απ' την ομπρέλα του. Είπε γρήγορα - γρήγορα με ραϊσμένη φωνή:
«Πάρτε με μαζί σας, κύριε!... Πάρτε με μαζί σας!»
Έτρεμε η φωνή της, ίσως κιόλας να 'ταν από το κρύο που χτυπούσε το κατωσάγωνό της, γιατ' ήτανε ντυμένη πολύ λαφριά. Ξαφνιάστηκε, όμως χωρίς να χάσει καιρό τη σκέπασε με την ομπρέλα του κι άνοιξε το βήμα, βλέποντάς τη να βιάζεται. Την ένιωθε μουσκίδι απάνω του, χωρίς πανωφόρι. Ήθελε κάτι να της πει. Τι να της πει;
«Κρυώνετε;»
«Κρυώνω... κρυώνω...»
Γύριζε το κεφάλι και κοίταζε κάθε τόσο, πίσω, προς το σκοτάδι που τους ακολουθούσε ρευστό. Γύριζε κι αυτός κι έβλεπε υποψιασμένος. Δεν ήθελε να δείξει πως δείλιασε. Της είπε ακόμα:
«Τέτοια ώρα μονάχη... κι έτσι λαφριά ντυμένη...»
Μέσα του συλλογιόταν: Είναι τροτέζα ή λωποδύτισσα; Τροτέζα ή λωποδύτισσα; Ένιωθε το κορμί της στέριο και λαστιχάτο απάνω του, το χέρι της νευρικά γαντζωμένο στο μπράτσο του. Εκεί κοντά στο άγαλμα του Βύρωνα τής λέει:
«Μένω εδώ κοντά. Στον Αρδηττό. Λίγο πάνω απ' το Κλάριτς. Πάμε ως εκεί και κατόπι...»
Ήθελε να της πει: κατόπι σας δίνω την ομπρέλα και γυρίζετε.
Τον έκοψε βιαστικά, παρακαλεστικά:
«Ναι, πάμε... πάμε...»
Στρίψανε τον κατήφορο κι ένιωθε τις σκοτεινές φυλλωσιές ν' απλώνουνται μουσκεμένες από πάνω τους. Ένα ταξί πέρασε, και σαν έπεσε απάνω τους το φως του, την είδε κοντά του κομψή, λυγερή και τόσο νέα! Του φάνηκε πιο νέα από κείνον. Αυτό έκανε την καρδιά του να χτυπά ευχαριστημένα. Η ραχοκοκκαλιά του στυλώθηκε κάτ' από το παλτό και το βήμα του έγινε πιο λεβέντικο. Δεν έμοιαζε καθόλου για προστυχοκόριτσο. Περπατούσανε λοιπόν κοντά - κοντά, σφιχτά, σαν παλιοί συντρόφοι, σα συγγενήδες που γυρνάνε έτσι μπράτσο στο σπιτάκι τους κάθε νύχτα. Ήταν παράξενο και γουστόζικο αυτό. Ένιωθε πάνω του το ευχάριστο βάρος της, απογευότανε το ελαφρό μύρο της μέσα στη νοτισμένη ατμόσφαιρα και χαιρότανε το συναίσθημα του αρσενικού που προστατεύει. Παραδόθηκε στους μπερδεμένους στοχασμούς του που λυγούσαν και κυματίζανε ασχημάτιστοι σαν ατμοί. Έτσι πηγαίνανε δίχως να μιλάνε. Μονάχα σαν ανηφορίσανε πια στο λόφο και μπήκανε μέσα στο λαβύρινθο των δρομάκων του Αρδηττού, τής έδινε σύντομες οδηγίες πού να πατάει:
«Προσέχτε. Εδώ είναι λάκκοι... Τώρα δυο σκαλοπάτια. Εδώ θ' ανεβούμε. Το νου σας. Γλιστρά λίγο... Έτσι μπράβο. Στηριχτείτε καλά».
Κάπου σταμάτησε, άφησε την ομπρέλα στα χέρια της. Έβγαλε ένα κλειδάκι, άνοιξε, μπήκε μέσα και γύρισε το φως. Κείνη έκλεισε την ομπρέλα καταπόδι του και μπήκε πίσω του. Την έβλεπε σαστισμένος. Ήταν όμορφη, όμορφη, με πλατιά ματόκλαδα και φουσκωτούς κόρφους.
Κοίταξε ένα γύρω της. Τα βιβλία του, το ντιβάνι του, το καναπεδάκι, τη ντουλάπα, το καρυδί τραπέζι με τα χαρτιά. Στον τοίχο την εικόνα του Μαρξ και του Λένιν. Τις ξανακοίταξε. Η βρεγμένη ρομπίτσα ήτανε κολλημένη πάνω της σα μεταξωτή επιδερμίδα. Γύρισε πάνω του τα μάτια της και τότε αυτός πρόσεξε πόσο χλωμή ήταν. Τόνε κοίταζε, τ' αχείλι της έτρεμε λαφριά στην άκρη, κάτι περίμενε ή κάτι φοβότανε ν' ακούσει. Της είπε απλά και καλόκαρδα:
«Με λένε Παύλο Μπεράτη. Είμαι φοιτητής της Φιλολογίας. Μπορείτε να πάρετε μαζί σας την ομπρέλα. Αύριο μού την αφήνετε στο μπουφέ της “Αίγλης”, εδώ κάτω, στο Ζάππειο. Με ξέρουν τα γκαρσόνια... Και καληνύχτα σας».
Κοίταξε το χέρι του που τής άπλωνε, κοίταξε την ομπρέλα, κατόπι σήκωσε τα μάτια της και τόνε κοίταξε πάλι καταπρόσωπο, να της χαμογελά έτσι καλοσυνάτα και φιλικά. Είπε σιγά, παρακαλεστικά:
«Μη με διώξετε... Δεν κάνει απόψε... Με κυνήγησε να με σκοτώσει... Έφυγα να γλιτώσω τη ζωή μου...»
Τόνε κοίταζε ακόμα και περίμενε να διαβάσει στα μάτια του την απόφασή του. Μέσα στα μάτια της ήταν ο φόβος, ο φόβος του θανάτου, ο φόβος της νύχτας χωρίς στέγη. Τα μάτια του διωχμένου σκυλιού. Αυτός έπαψε να χαμογελά. Δίσταζε. Του ξανάπε απελπισμένη:
«Δεν έχω πού να πάω απόψε... Ας μείνω εδώ και...»
Ξετινάχτηκε σα να τόνε μπάτσισαν. Μέσα στην παύση ακούστηκε ολοκάθαρα το αισχρό τάξιμο, που δεν είχε το κουράγιο να του προτείνει για πλερωμή τούτο το διωγμένο ζο. Ντράπηκε που τον πήρε άξιο για μια τέτοια συναλλαγή κι ένιωσε τα μάγουλά του να πυρώνουν. Τήνε κοίταξε φανερά προσβαλμένος κι αυτή χαμήλωσε το κεφάλι σαστισμένη.
Δίχως να μιλήσει έκλεισε την πόρτα γυρίζοντας δυο φορές το κλειδί. Πήρε την ομπρέλα που έσταζε και την πήγε σε μια μικρή πλαϊνή καμαρούλα. Εκεί ήταν ο νιφτήρας και η τουαλέτα. Κατόπι γύρισε, άνοιξε τη ντουλάπα και τής έδωσε μια πυτζάμα. Της είπε:
«Ακούστε... Μη μου πείτε σας παρακαλώ τ' όνομά σας. Να φορέσετε τούτο να μην αρρωστήσετε, και τρυπώστε κάτω απ' την κουβέρτα στο ντιβάνι... Εγώ θα είμαι εδώ πλάι. Με φωνάζετε σαν τελειώσετε».
Μπήκε στο πλαϊνό διαμέρισμα, άναψε το καμινέτο του και ετοίμασε μια τσαγιέρα δυνατό τσάι. Έκανε κι ένα πιάτο σάντουιτς, με ψιλές φέτες μαύρο ψωμί, παραγεμισμένες με φρέσκο βούτυρο και μαλακό τυρί. Ακούμπησε το δίσκο στο τραπεζάκι του ντιβανιού δίπλα της, έσυρε και μια καρέκλα κοντά και κάθισε. Την είδε μέσα στην καφετιά πυτζάμα του και χαμογέλασε. Την είχε κουμπωμένη ως το λαιμό, και τα μαλλιά της χυνότανε μαύρα και γυαλιστερά κάτω απ' το φως, ως τους ώμους της. Προσπαθούσε να 'χει φυσικό ύφος, σα να 'τανε κιόλας τούτα φυσικά.
«Εντάξει», είπε και ξαναγέλασε φιλικά. «Τώρα θα μασήσουμε λίγο για να ζεσταθούμε. Κατόπι θα κοιμηθείτε σεις αυτού στο κρεβάτι μου, κι εγώ εδώ στον καναπέ. Να 'χετε εμπιστοσύνη σε μένα».
«Έχω», είπε ήσυχη. Χαμογέλασε δειλά, να δείξει πως του είχε εμπιστοσύνη.
Αληθινά, ένιωθε γύρω της ευχάριστα την ασφάλεια της κλειδωμένης πόρτας, τη ζεστασιά κάτω απ' τα στεγνά και παστρικά ρούχα. Χτένισε πίσω με τα δάχτυλα τις άφθονες μπούκλες που πλημμύρισαν το φοιτητικό προσκέφαλο, ανασηκώθηκε. Το χρώμα της στέρεης υγείας των είκοσι χρονώ τής ξανάρθε στο μελαχρινό πρόσωπο κι άρχισε να τρώει με όρεξη. Κείνος έβλεπε με ήσυχη χαρά τα μικρά δυνατά της δόντια να βουλιάζουν μέσα στα φετάκια το βουτυρόψωμο. Σαν άπλωσε το χέρι του με το κουταλάκι να βάλει ζάχαρη στη φλυτζάνα της, το άρπαξε ξαφνικά μέσα στη φούχτα της και το φίλησε με συγκίνηση.
«Σάς ευχαριστώ».
Ένιωσε καφτερά τα χείλια της ανάμεσα στο μεγάλο δάχτυλο και στο δείχτη. Τράβηξε γρήγορα πίσω το χέρι του, χαμογέλασε στενοχωρεμένος.
«Δεν υπάρχει λόγος να μ' ευχαριστείτε», έκανε. «Όλοι μας είμαστε αδικημένοι κι όλοι σέρνουμε από πίσω μας τις αλυσίδες μας. Άλλος πιο λαφριά άλλος πιο βαριά. Εγώ είμαι από κείνους που νιώθουνε στα πόδια τους το βάρος απ' τις αλυσίδες όλων μαζί των άλλων... Αφήστε με να σάς βάλω λίγο κονιάκ».
Του έλεγε σιγά:
«Ντρέπουμαι γι' αυτό... Είστε πολύ καλός... Τι θα γινόταν αν δεν σας έστελνε ο Θεός στο δρόμο μου απόψε...»
Γέλασε.
«Ο Θεός; Όχι δα!»
«Ξέρω», λέει η κοπέλα κι ανοίγει τα μάτια της χαμογελαστά. «Απ' όλα τα λόγια σας το καταλαβαίνω. Κι απ' αυτά τα κάδρα. Είστε κομμουνιστής. Κι ο Πέτρος είναι... Όταν είπατε για το Θεό...»
«Που μ' έστειλε στο δρόμο σας απόψε;»
Γέλασε πάλι, ξαναγιόμισε το φλυτζάνι του και τη ρώτησε εύθυμα:
«Πείτε μου, αντί γι' αυτό δε θα του ήτανε πιο βολικό, του Παντοδύναμου, να βολέψει τα πράματα έτσι που να μην έχετε την ανάγκη μου απόψε;»
Σήκωσε τους ώμους της.
«Μπορεί κιόλας να 'ναι έτσι», έκανε. «Κι ο Πέτρος τα ίδια μού έλεγε. Τα ίδια λέγαν κι οι φίλοι του σα μαζευόντανε σπίτι. Όλοι οι κομμουνιστές τα ίδια λόγια έχετε».
«Για την ίδια αλήθεια, τα ίδια λόγια θα 'χουμε. Πώς αλλιώς...»
Τής φάνηκε πως δεν έπρεπε να του πει τούτη τη σκέψη της και ξανάπε συμμαζεμένη:
«Δεν έχει σημασία τι σας λέω. Τι ξέρει μια γυναίκα και τι να πει. Βέβαια δε μπορώ να πω πως εγώ είμαι άθεη, όμως μπορεί να 'χω κι άδικο... Τα 'λεγα και σε κείνον. Καλά για τους σκληρόκαρδους τους πλούσιους, που βυζαίνουν του φτωχού το αίμα. Όμως ο Χριστός;... Αυτός; Γιατί να τόνε βρίζουν;... Η Παναγία;... Έπειτα ο Χριστός στηλίτεψε και κείνος τους πλούσιους και αγαπούσε το φτωχό. Δεν είναι έτσι;»
Τον είδε που χαμογελούσε και ξανάπε:
«Μπορεί να 'χω κιόλας άδικο... Να με συμπαθάτε...»
«Όχι δα. Χαίρουμαι να μιλάτε μαζί μου λεύτερα. Μιλάτε μου χωρίς επιφύλαξη σα να ήμουνα αδερφός σας και σας φιλοξενώ απόψε. Ξέρετε, έχω κι εγώ μιαν αδερφή στο νησί. Να, σαν και σας. Άννα τη λένε. Μόνο που κείνη είναι ξανθιά».
Έπιασαν έτσι την κουβέντα. Πολεμούσε να της δώσει να καταλάβει πως δεν την περιφρονούσε και πως το πρόσωπό της και η ζωή της με τα μυστικά της τού ήτανε πράματα ιερά και απαραβίαστα. Θα την σεβότανε σαν μια αδερφή. Μια ανώνυμη αδερφή, που βγήκε μες απ' την ανώνυμη νύχτα κι ακούμπησε στο μπράτσο του μ' εμπιστοσύνη. Την ευχαριστούσε για τούτη την εμπιστοσύνη κι ένιωσε μιαν ορμή να τη βεβαιώσει πως ήταν άξιος γι' αυτήν.
Αυτή ήτανε δακτυλογράφος. Του το 'πε μοναχή της. Δούλευε σε μια εταιρεία ελαιουργίας. Παντρεμένη, μόλις ένας χρόνος που παντρεύτηκαν με τον Πέτρο. Αυτός δούλευε στα τραμ. Κείνο το βράδυ γύρισε σπίτι αγριεμένος, τα μάτια του άνω κάτω. Κάτι σημαδιακά είπε για το διευθυντή της εταιρείας. Κάτι του 'πανε ή του γράψανε. Ήρθε ίσια απ' τη δουλειά του, αποφασισμένος να τη σκοτώσει. Βρωμούσε ρετσίνα, τράβηξε έναν εγγλέζικο σουγιά και την κυνήγησε. Είδε μέσα στα κόκκινα μάτια του την καταδίκη της. Μπόρεσε και ξεγλίστρησε μες από τα νύχια του χάρου. Έφυγε μέσα στη βροχή, μέσα στη νύχτα. Να, αυτή ήταν η ιστορία της. Μήτε δικούς, μήτε συγγενήδες είχε να την προστατέψουν.
Άρχισε ξαφνικά να κλαίει σαν παιδί, τώρα που τα νεύρα της ξετεντώθηκαν. Έκλαιγε άφθονα.
Ναι, ο Θεός τη λυπήθηκε. Αν δεν βρισκόταν αυτός πάνω στο δρόμο της... Πού θα περνούσε κείνη τη νύχτα; Σε τι χέρια θα 'πεφτε; Είχε αποφασίσει να τα δεχτεί όλα, και τα χειρότερα, παρά να γυρίσει πίσω... Το συλλογίστηκε απ' την ώρα που ξεπόρτισε... «Καημένη», είπε στον εαυτό της, «τι είσαι τώρα πια εσύ θαρρείς; Μια πατσαβούρα είσαι... Μια πατσαβούρα».
Αναρρουφούσε τα δάκρυά της.
Την είχε πιάσει μια έξαψη να του τα πει όλα. Μια μανία για ξομολόγηση. Την παρακάλεσε να μην του πει τίποτα... Ούτε κι αυτά που του είπε ήταν ανάγκη. Συλλογίστηκε ακόμα μήπως είχε να κάνει και το κονιάκ που της έβαλε στο τσάι. Προσπαθούσε να της δώσει να καταλάβει πως δεν του χρωστούσε τίποτα. Πως κάθε τίμιος άνθρωπος θα 'κανε το ίδιο για ένα απροστάτευτο, ένα κυνηγημένο πλάσμα. Πως κανένας δε θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί την προστασία του, εχτός πια αν ήτανε χτήνος ή κεφαλαιοκράτης. Μάλιστα, αυτό. Γιατί πριν ακόμα η κοπέλα να του δώσει μια εξήγηση, αυτός το 'χε καταλάβει κιόλας πως είχε μπροστά του ένα τυπικό παράδειγμα απ' την άτιμη εκμετάλλευση που κάνουν οι αφεντάδες στα φτωχοκόριτσα που παίρνουνε στη δούλεψή τους.
Τόνε συνεπήρε η θερμή πίστη του προς την άγια Ιδέα και της μίλησε με αστραφτερά μάτια για τον αγώνα. Για τον Μεγάλο Αγώνα που γίνεται πάνω σ' ολάκερη τη Γης, που γίνεται στα κρυφά και στα φανερά. Απ' όλους τους δυστυχισμένους κι απ' όλους τους εκλεχτούς. Της είπε για την επανάσταση, τη μεγάλη και φοβερή, που ετοιμάζουνε σ' όλα τα πέρατα του κόσμου καρδιές θερμές και μπράτσα αποφασιστικά. Είναι για να γκρεμίσουνε τούτο το τερατώδικο παλάτι της Βαβέλ, τον Πύργο του Κεφαλαίου. Αυτό είναι που τάραξε τις γλώσσες των αδερφών ανθρώπων, των αδερφών λαών. Και πια, δε μπορούν να συναγροικηθούνε για την ευτυχία τους. Αυτό είναι, το πνέμα της Βαβέλ, το δαιμόνιο του Κεφαλαίου, που τους χώρισε σε έθνη, σε φυλές, σε ράτσες, σε τάξεις κοινωνικές. Της έδειξε τον Μαρξ. Να, αυτός ήταν ο νέος Μωϋσής, ο Εβραίος με την άγια γενειάδα που κατέβασε τις νέες πλάκες από το Σινά της σοφίας, φλογισμένο από τ' αστροπελέκια της μεγαλοφυΐας του. Της μίλησε για τον Λένιν. Αν της χρειάζεται ένας θεός, να τος. Αυτός ήταν ο νέος Γιεχωβά, ο Μογγόλος θεός του άγιου κατακλυσμού. Αυτός θα πνίξει πάλι το πνέμα της Βαβέλ που μόλεψε τη γης, αυτός θα την παστρέψει πάλι απ' όλες τις σάπιες ρίζες, απ' όλες τις φαρμακερές ανάσες. Ένας νέος κατακλυσμός του Νώε από αχνιστό αίμα. Λουτρό παλιγγενεσίας! Μες απ' αυτό θα 'βγαινε η γης ολόφρεσκη και παρθενική σαν τ' αμύριστο το ρόδο. Και θ' άρχιζε ο Κόκκινος Αιώνας. Οι άνθρωποι, ξαλαφρωμένοι απ' το άτομο, εξαγνισμένοι απ' τον άγριο εγωισμό τους, θα χτυποκαρδούνε πια με τη μια, την πελώρια, την πανανθρώπινη καρδιά! Αυτό τον κατακλυσμό όμως για να τόνε ξαπολύσεις χρειάζεται να είσαι άγιος. Να είσαι άγιος, δίκαιος και αυστηρός. Γιατί αυτό που θα γίνει είναι μια τρομερή δικαιοσύνη και χρειάζονται οι άξιοι δικαστές. Δεν είναι του καθενός να 'ναι δικαστής. Και πρέπει να δεις πρώτα αν σου βαστά να βάλεις υπόδικο τον εαυτό σου. Λοιπόν να. Εκείνος μέσα του ένιωθε όλη τούτη την αγνότητα και όλο το δικαίωμα να 'ναι αυστηρός. Γιατί ήτανε νέος, που άνοιξαν τα μάτια του προς την αλήθεια. Και μόνο οι νέοι δεν είναι μπολιασμένοι από το σάπιο αίμα. Γι' αυτό μπορούν και δίνουνται ολάκεροι, χωρίς πονηρούτσικες επιφύλαξες, χωρίς πισωπόρτια φυλαγμένα ανοιχτά, χωρίς άτιμες υστεροβουλίες.
Δεν ήξερε πόσα απ' αυτά της τα 'πε, και πόσα μόνο τ' άκουγε να του τα λέει η φλογερή καρδιά του. Όμως χάρηκε πλατιά μέσα του τούτη τη χαρά της αγνότητας, και σαν είδε την κοπέλα ν' απογέρνει σιγά - σιγά κουρασμένη και να βασιλεύουν τα μάτια της στον γλυκό ύπνο, αποτραβήχτηκε χωρίς θόρυβο, κι άκουγε τους στοχασμούς του να τραγουδούν ακόμα γύρω του, σαν ένα κοπάδι αηδόνια.
Κάθισε μπροστά στο τραπέζι του με τη ράχη προς το ντιβάνι. Έπιασε το κεφάλι του μέσα στις παλάμες κι άκουγε τη βροχή που δυνάμωνε έξω κι έδερνε με χαρούμενη βουή την πόρτα και τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Ένιωσε τις αστραπές να τρυπώνουν ανάμεσ' από τις γρύλλιες τις χρυσές ματιές τους μέσα στο δωμάτιο. Ο κατακλυσμός του Νώε! Ο κόκκινος κατακλυσμός, που θα ραβδίσει και θα ξεπλύνει τον κόσμο από την ανομία. Θα αλαλάζει έτσι με τις μεγάλες φωνές του νερού που καθαρίζει, με τα δυνατά τραγούδια της νύχτας, που θα γεννήσει την αβασίλευτη μέρα. Θα τον ακούμε λοιπόν να τραγουδά πάνω στις πόρτες, πάνω στις στέγες και στα παραθυρόφυλλα, κι οι αστραπές θα 'ναι πιο χρυσές... πιο χρυσές. Και σαν τελειώσει ο κατακλυσμός, θ' ανατείλει πάνω στα νερά ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, κι όλες οι αμαρτίες θα πλέουνε πάνω στο νερό σαν ασκιά, πνιγμένες. Όλες...
Ήτανε ζεστά μέσα στο δωμάτιο. Ήτανε μια χλιά μυρωδιά από καμμένο σπίρτο, τσάι και κονιάκ. Κι έξω κρύωνε. Ένιωσε την ικανοποίηση του πολιτισμένου, όταν κλειδώνει σαν οργισμένα σκυλιά έξω από την πόρτα του τα στοιχεία, που αιώνες τον παίδεψαν και τον ανάγκασαν να τα κάνει θεούς και να τους σφάζει τα παιδιά του, για να καταλαγιάσει την παράλογη έχτρα τους. Τώρα τ' αφήνει στο δρόμο να γαβγίζουν και να δέρνουνται υποταγμένα, να ξύνουν με τις μουσούδες τους την κλειδωμένη πόρτα και να ουρλιάζουν αδύναμα. Κατάλαβε να αναβρύζει απ' τα βαθιά του, ως μες από τα κόκκαλά του, μια πλούσια πηγή ευγνωμοσύνης για όλο το ασκέρι των φτωχών και των ταπεινών, που πελέκησαν τις πέτρες μέσα στον καφτερόν ήλιο, που δέσανε τις πόρτες, που χύσανε το τσιμέντο και σφυροκοπήσανε το σίδερο, μαύροι απ' την καπνιά, γυμνοί ως τη μέση, για να σηκωθεί ετούτο το σπίτι, για να σηκωθούν όλα τα μιλλιούνια σπίτια, ενάντια στο κρύο, ενάντια στο νερό, ενάντια στη ζέστη. Μια συγκίνηση τον συνεπήρε για όλους αυτούς τους ανώνυμους μαστόρους, τους κουρελήδες και μισοχορτασμένους, που δέσανε τ' αστροπελέκια με μπακιρένια χαλινάρια, σαν τ' αλόγατα στο παχνί, που γυρίσανε τις κάνουλες τ' ουρανού προς τη λίμνη του Μαραθώνα, για να φέρουν το νερό από τα σύννεφα ίσια στο νιφτήρα του. Τους έβλεπε, αράδα, να κοιμούνται το μεσημέρι κάτω από τις σκαλωσιές, λασπωμένα τομάρια, δίπλα στα μισόχτιστα γιαπιά, μ' ένα τούβλο για προσκέφαλο, μ' ένα λερό κανάτι νερό για τη δίψα, με λίγα ξερά σύκα στο χαρτί.
Ύστερα, σιγά - σιγά, άρχισε να ξεφεύγει από τον κύκλο που δέσανε γύρω του τούτες οι σκέψεις. Ή καλύτερα, χωρίς να φεύγει αυτός από τους στοχασμούς του, αυτοί φεύγανε και τον αφήναν ένας - ένας. Στη θέση τους έμπαινε ένα παράξενο γεγονός, που όλο και ξεκαθάριζε μέσα στη σκέψη του κι άπλωνε, κι έπιανε όλο το νου του με τον όγκο του. Αυτό το πελώριο πράμα λοιπόν χώρεσε μέσα σε μια μικρή φράση, και κάθε λέξη της πέτρωσε αμετακίνητη κι ανάλλαγη. Τούτη: «Μια κοπέλα κοιμότανε στο κρεβάτι του». Τότες το κατάλαβε, κι απόρεσε, πως όλες αυτές οι ιδέες που κρατούσε ως τα τώρα και τις πιπίλιζε με τόσο πάθος, ήτανε για να τον βοηθήσουν να κρατήσει στο περιθώριο τούτο το γεγονός: «Μια κοπέλα κοιμότανε στο κρεβάτι του».
Όσο κουβέντιαζε τ' απολλιώρας μαζί της, περίμενε αδιάκοπα να του κάνει τούτο το πιθανότατο ρώτημα:
«Μήπως υπάρχει καμιά γυναίκα που γι' αυτή δε θα 'πρεπε να κοιμηθώ στην κάμαρή σας;»
Ή τουλάχιστο τούτο:
«Η νοικοκυρά σας μήπως θα σας έκανε ιστορίες αν το μάθαινε πως φέρατε μιαν άγνωστη γυναίκα;»
Κι όλο αυτό για να μπορέσει να της δώσει μιαν απάντηση, μιαν αυστηρή κι αξιόπρεπη απάντηση, που κλωθογύριζε μέσα στο μυαλό του απ' την αρχή. Να της πει:
«Πρέπει να ξέρετε πως ακόμα δεν κοιμήθηκε καμιά γυναίκα στο κρεβάτι μου».
Ήτανε μια περίεργη αυταρέσκεια μέσα σε τούτη τη σκέψη, όμως ήταν η αλήθεια πως οι σχέσεις του με τις γυναίκες μόνο αηδία ως τώρα του 'χανε φέρει. Φέτος συμπλήρωνε τα είκοσί του χρόνια, κι όσες φορές κόντεψε γυναίκα σαν άντρας, το 'κανε με παρέες φίλους του, που τον τραβολογούσανε μαζί τους στα «σπίτια». Πήγε λίγες φορές, μόνο απ' την ανόητη ανάγκη να βεβαιώσει την αντριά του στους άλλους. Και σαν έβγαινε, έφτυνε σ' όλο το δρόμο, πλενόταν απανωτά κάθε μέρα και με τρομάρα παραμόνευε να δει μια βρώμικη αρρώστια να μολεύει τα νιάτα του. Περίμενε τη γυναίκα που θα του ερχότανε, παρθενική και καθαρή όπως εκείνος, με τη φλόγα της αγάπης στο φωτεινό μέτωπο. Να της δοθεί και να την πάρει κορμί και ψυχή, ολάκερος. Θα το 'θελε να καυκηθεί αυτή την αγνότητά του σε τούτη την κοπέλα, που μπόρεσε, μπαίνοντας μαζί του, να σκεφτεί πως ήταν άξιος να της πάρει μια βρωμοπλερωμή τέτοιας λογής. Όμως η κοπέλα δεν τόνε ρώτησε τίποτα, κι ούτε βρήκε κανέναν άλλο τρόπο να της το παινευτεί. Ίσως κιόλας να το επιζητούσε αυτό, σαν ένα χαράκωμα ακόμα σκαμμένο ανάμεσά τους, για να μπορεί να κρατεί ανέγγιχτη τούτη την αγνότητά του. Και να, τώρα πια δε μπορούσε με κανένα τρόπο να μποδίσει τούτη τη σκέψη, που γιόμισε τυραννικά το μυαλό και την ψυχή του.
«Μια κοπέλα κοιμότανε στο κρεβάτι του!»
Ήταν απίστευτο και απίθανο. Σχεδόν τρομερό. Έβλεπε το καλαμάρι του, τα βιβλία του, το μετάλλινο σφυροδρέπανο πάνω στο πρεσπαπιέ. Πάνω σ' όλα τούτα τα σύνεργα της μελέτης και της μοναξιάς του έβλεπε μιαν απορία, ένα ρώτημα. Πώς γίνεται; Πώς γίνεται; Συλλογίστηκε υποβλητικά και καθαρά, αραδιάζοντας το συλλογισμό του και την εικόνα λέξη προς λέξη: «Υπόθεσε πως είναι η αδερφή μου η Άννα που κοιμάται κει πίσω, κοιμάται και την ακούγω που ανασαίνει λαφριά και κανονικά». Αυτό το «λαφριά και κανονικά» θέλει να πει: κοιμάται με εμπιστοσύνη. Του φίλησε το χέρι, ανάμεσα στα δάχτυλα και στο δείχτη, και του 'πε «ευχαριστώ». Τα μάτια της ήτανε βουρκωμένα. Πρέπει λοιπόν να 'ναι τα μάτια της βουρκωμένα, και να φιλεί το χέρι μας γιατί έχουμε πέντε παραδώ περηφάνια και εντιμότητα!
Η αδερφή του η Άννα, κι αυτή θα κοιμάται τώρα έτσι λαφριά, πέρα από τη θάλασσα, στο νησί. Και τούτη ήτανε μια αδερφή. Αυτός ο Πέτρος, ο άντρας της, τι άνθρωπος θα ήτανε; Ομοϊδεάτης, του το 'πε, σύντροφος. Και την αγαπούσε ως το σημείο που έσυρε το σουγιά να τη σφάξει, σαν του είπανε πως του την πήρε ένας άλλος. Έπρεπε να τόνε γνωρίσει αυτόν τον Πέτρο. Να τον συνεφέρει. Και τώρα η γυναίκα του ήταν, η γυναίκα του συντρόφου ήταν που ανάσαινε έτσι κανονικά κάτω από τη στέγη του. Με τόση εμπιστοσύνη. Ήταν, ας πούμε, η αδερφή του η Άννα... Η Άννα...
Κείνη τη στιγμή η κοπέλα αναστέναξε μες από τον ύπνο της και γύρισε πλευρό. Άκουσε το γνώριμο θόρυβο της σούστας που έτριξε, μέρες το συλλογιζότανε να φωνάξει να τη σφίξουν. Άκουσε το μαλακό θρόισμα που κάνανε τα σκεπάσματα, κατόπιν πάλι την ήσυχη, την παιδιάτικη ανάσα της. Ένιωσε τη στοργή να τον πλημμυράει. Γύρισε να κοιτάξει κατά κει κι απόμεινε να βλέπει ζαλισμένος.
Η κοπέλα είχε πεταγμένα από πάνω της τα σκεπάσματα, τα κλώτσησε πάνω στον ύπνο της, σιντόνι και κουβέρτα, σαν ένα κακοκρέβατο παιδί. Φορούσε μόνο το σακάκι της πυτζάμας του και τα πόδια της ήτανε γυμνά ως τους γοφούς. Φαίνεται να της ήρθε στενό το παντελόνι. Ένιωσε το αίμα του να χιμάει στα μελίγγια, με την ορμή της άξαφνης φουρτούνας που σπάει ρυθμικά στους βράχους. Το λαρύγγι του στέγνωσε κι καρδιά του κλωτσούσε γρήγορα, γρήγορα: «Να την σκεπάσω», είπε μέσα του. Σηκώθηκε και πλησίασε πάνω στα δάχτυλα. Στο δεύτερο βήμα το σανίδι έτριξε κάτω απ' το παπούτσι του. Σταμάτησε τρομαγμένος. Η κοπέλα δεν έχασε τίποτα απ' τον ήρεμο ρυθμό της ανάσας της. Προχώρεσε ακόμα, με τα μάτια πλατιά ανοιχτά. Εκστατικός και δυστυχισμένος. Κυριευμένος σύγκορμος και σύψυχος απ' την αδάμαστη ανάγκη να βοσκήσει τα πεινασμένα μάτια του, να χορτάσει απ' τη θεία σάρκα την όρασή του την αρσενική. Έπιασε το σκέπασμα, έσκυψε πάνουθέ της να τη σκεπάσει. Ένιωσε ν' ανεβαίνει ως τα ρουθούνια του και να τον πλημμυράει και να τόνε ζαλίζει η θηλυκιά μυρουδιά της. Η ζεστή, η γλυκιά μυρουδιά του ανθισμένου, καθαρού κορμιού. Έσκυψε ακόμα, μεθυσμένος, παραλοϊσμένος, ακούμπησε τα χείλη του πάνω στη σφιχτή, τη μελάτη σάρκα. Περπάτησε τα χείλη του, λαφριά σαν πεταλούδα που ανθολογά, πάνω στην κοιμισμένη ομορφιά της, ώσπου ένιωσε την επιδερμίδα της να ριγά και την ανάσα της να σταματά το ρυθμό της. Σήκωσε το πρόσωπό του από πάνω της, τρομαγμένος, ανήσυχος. Την κοίταξε. Ήταν έτοιμος να πέσει απάνω της να τη βιάσει σα χτήνος, έτοιμος να πέσει στο πάτωμα να συρθεί σα σκύλος, γυρεύοντας με κλάματα συχώριο και οίκτο. Είδε τους βολβούς των ματιώ της να παίζουνε τρομαγμένα κάτω απ' τα κλειστά ματόφυλλα, χωρίς να τολμούν ν' ανοιχτούνε. Είδε να σφίγγει νευρικά τα σκέλια χωρίς να τολμά να δείξει πως ήτανε ξυπνητή. Άπλωσε τα χέρια του κι άρχισε να τη χαϊδεύει παντού, να τη χαϊδεύει επίμονα και σοφά. Ένιωσε τα μέλη της να ξετεντώνονται, νικημένα, σιγά σιγά. Είδε τα ματόκλαδά της να παίζουν, τα μαυράδια των ματιώ της να φωσφορίζουν ανάμεσα απ' τα μισάνοιχτα ματόφυλλα. Του χαμογέλασε μόνο με τις ακρίτσες των χειλιών, αναστέναξε κι άνοιξε την αγκαλιά της.
Έπεσε μέσα όπως μέσα σε μια θάλασσα από φλόγες. Ο προαιώνιος ρυθμός της δημιουργίας κυβέρνησε τότες το παρθενικό δωμάτιο του νέου προφήτη, κυριαρχικά και βάρβαρα, κάτω από την προσταγή μιας θέλησης υπέρτατης, που παίζει περιφρονητικά με τις θρησκείες και με τις ιδεοληψίες των εποχών, και παίζει με τις φτωχές καρδιές των ανθρώπων όπως παίζει ο ωκεανός με τα φύκια.
Ξανακάθισε στο τραπέζι του, τσακισμένος, νικημένος κατά κράτος κι αβοήθητος απ' όλους. Η γυναίκα ξανακοιμήθηκε σε λίγο, όλη κορμί, με όλες τις αισθήσεις της χορτασμένες, κι η ανάσα της ξαναβρήκε εύκολα τον αλαφρύ ρυθμό της τον κανονικό.
Σήκωσε ψηλά τα μάτια, γεμάτος αηδία. Οι εικόνες των δύο προφητών του κρεμόντανε στον τοίχο αξιοθρήνητες, όπως κρέμουνται δυο σφαχτάρια απ' τα τσιγγέλια του χασάπικου. Σ' ένα κάθισμα είδε το τελευταίο φυλλάδιο της «Κόκκινης παντιέρας» με πρωτοσέλιδο ποίημα του Αλιφάντη. Το 'ξερε απ' έξω:
Είμαστε σκληροί σαν το μαβί τ' ατσάλι,
Άσπροι σαν τον πάγο τον αγνό...
Ένιωσε ξαφνικά την οδύνη απ' όλο το βάθος του πέσιμού του, όλη την έχταση του νικημού. Έριξε το κεφάλι μέσα στα μπράτσα. Έκλαψε απελπισμένα πάνω στην πεθαμένη αγνότητά του, πάνω στην αρετή του, πάνω στην πίστη προς τον εαυτό του, που είναι η αρχή και το θεμέλιο κάθε πίστης. Η βροχή απ' έξω ολοένα και φρένιαζε, η βουή της έτρεχε απλωτά πάνω στην πόρτα και πάνω στα παραθυρόφυλλα, κι οι αστραπές τρυπώνανε τις χρυσές ματιές τους ανάμεσ' από τις γρίλλιες, να δούνε μέσα.
Και δεν ήτανε πια ο κατακλυσμός του Νώε, που άγνιζε τη γης και έλεγε ψηλόφωνα το φοβερό τραγούδι του καθαρμού. Ήταν ένας κατακλυσμός από λάσπη, που έτρεχε παντού, φούσκωνε το βούρκο του και πάφλαζε, έφτυνε παρδαλά βατράχια με πρησμένες κοιλιές, άλειβε λάσπη τα σπίτια και πιτσίλιζε τις ψυχές. Κι ήτανε οι πράσινες ματιές της ανομίας, που περνούσανε λοξές μες από τις γρίλλιες, κι ήτανε οι μαλακές, οι χλιαρές, οι ευκίνητες και σαλιάρικες γλώσσες της αμαρτίας, που τρυπώνανε και γλύφανε ως μέσα στο καύκαλο τα θερμασμένα κρανία των αδύνατων και ονειροπαρμένων ανθρώπων.
Μυριβήλης Στράτης
Το πράσινο βιβλίο
Βιβλιοπωλείο της «Εστίας»