Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

ΘΕΩΝΙΧΟΣ ΚΑΙ ΜΝΗΣΑΡΕΤΗ

  
1
   Στο μικρό φυλάκιο, το καλύβι του φύλακα του Κεραμεικού, δε φαινόταν φως. Κι όμως η νύχτα είχε έρθει από πολλήν ώρα και τα άστρα τρέμανε στον ουρανό.
   Ο γερο - φύλακας πηγαίνοντας προς το καλύβι του συλλογιζόταν:
   «Θα είναι, φαίνεται, ακόμα έξω. Κάτι θα πήγε να ψουνίσει».
   Άνοιξε την πόρτα και μπήκε μες στο σκοτάδι του καλυβιού. Όταν αντήχησε η σκληρή φωνή της:
   «Γιατί άργησες;»
   «Α, εδώ είσαι;» έκαμε ο φύλακας. «Έλεγα πως θα 'λειπες...»
   «Πού να λείψω; Δε θα είχα τίποτα να κάμω έξω». 
   «Έλεγα...»
   «Έλεγες!... Τι έλεγες;» τον αντίσκοψε απότομα. «Ξέρεις καλά πως η ζωή μου είναι εδώ μέσα, με τους τάφους... Δεν έχω πού να πάω».
   «Καλά... καλά...» προσπάθησε ο γέροντας να σταματήσει τη συζήτηση. «Θ' ανάψω τη λάμπα». 
   Το αδύνατο φως χύθηκε πάνω στο φτωχό εσωτερικό: σε δυο - τρεις καρέκλες, σ' ένα μεγάλο καθρέφτη με χρυσή κορνίζα που είχε αρχίσει να μαυρίζει, στις χρωματιστές λιθογραφίες του τοίχου που παρίσταναν βασιλιάδες της Ελλάδας και μάχες των Βαλκανικών πολέμων -τέλος, πάνω στη γριά γυναίκα με τα σκληρά χαρακτηριστικά που κειτόταν σ' έναν καναπέ με βυσσινιά χρώματα.
   «Άργησες πολύ», είπε η γυναίκα. «Γίνεται έξω τίποτα;»
   «Όχι, τίποτα. Δυο επισκέπτες ήταν. Ένα ζευγάρι. Φύγανε πολύ αργά».
   «Τέτοιαν ώρα!»
  «Τέτοιαν ώρα. Κάθονταν κάτω απ' τον Ταύρο. Τους περίμενα να φύγουν για να κλειδώσω».
  «Ο κανονισμός λέει πως με το βασίλεμα κλείνει ο Κεραμεικός! Θα μπορούσες να τους το πεις!»
  «Ε...» δικαιολογήθηκε ο γέροντας. «Δε με πείραξαν σε τίποτα. Έρχουνται πια τόσο σπάνια ξένοι να δουν τους τάφους μας...»
   «Τι κάνανε κάτω απ' τον Ταύρο;» ρώτησε εκείνη.
   «Τίποτα. Κοίταζαν τη νύχτα». 
   Μια στιγμή. Έπειτα, η γυναίκα:
   «Ήταν νέοι;»
   «Ήταν νέοι».
   Έφερε τα μάτια γύρω της. Χωρίς σκοπό. Είδε τα γερασμένα ξύλα, τα γερασμένα κάντρα, τον εαυτό της, τη νεότητα που είχε χαθεί. Βιαστικά πέρασαν από μπροστά της οι μέρες, οι ανώφελες μέρες, που σπαταλήθηκαν και χάθηκαν μες στη στερημένη ζωή της -τόσα χρόνια που πέρασαν πλάι στους αρχαίους τάφους. Το παράπονο έγινε τόνος κακός, χύθηκε στο πρόσωπό της πρώτα, έπειτα έγινε λόγος.
   «Ύστερα σου λένε χάλασε ο κόσμος!» μούγκρισε. «Αυτό έλειψε τώρα, να 'ρχουνται ν' αγαπιούνται μες στους τάφους!»
   Θέλησε να την ησυχάσει με τον καλοκάγαθο τρόπο του.
   «Μα δεν κάνανε τίποτα κακό», είπε. «Κάθονταν μονάχοι μες στη νύχτα και στη σιωπή. Φαίνεται, τους άρεζε...»
   «Άλλη φορά να κλείνεις την πόρτα σαν πέφτει ο ήλιος!» στρίγγλισε η γυναίκα. «Ακούς τι σου λέω;»
   «Καλά... Καλά...»
   Στρώσανε το τραπέζι και δειπνήσανε το λιτό φαγητό τους. Λέξη δεν άλλαξαν. Ύστερα πέσανε να κοιμηθούν. Το φως έσβησε. Ο στενός χώρος του καλυβιού σαν να ήταν έρημος, κι ο καθένας απ' τους δυο τους σαν να είχε χαθεί μες στην έρημο, μόνος.
   Πρώτη η γυναίκα πάλι έσπασε την ερημιά, σαν να μη μπορούσε να τη βαστάξει. 
   «Κοιμάσαι;...» ρώτησε.  
   Η άλλη φωνή ήρθε γαλήνια, ήσυχη.
   «Όχι, κάθουμαι».
   «Τι συλλογίζεσαι;»
   «Τίποτα...»
   Τίποτα, είπε. Όμως ο νους του ήταν εκεί, στους δυο νέους κάτω απ' τη νύχτα, κάτω απ' την αποθέωση της γόνιμης δύναμης -απ' το μνημείο του Ταύρου. Όχι,αυτός δεν αισθανόταν τη ζωή που πέρασε όπως το άλλο πλάσμα εκεί πλάι του. Δε λυπόταν  που τριάντα τόσα χρόνια σπαταλήθηκαν μες στους τάφους του Κεραμεικού. Γιατί, τόσο πολύ τους έζησε, που με τον καιρό έμαθε να τους αισθάνεται και να τους αγαπά. Έμαθε να μελετά τις επιτύμβιες στήλες, τις φιγούρες και τα σχήματα. Αυτό που κράτησε περισσότερο μέσα του ήταν η ηρεμία και η γαλήνη των μορφών. Η πέτρα υποτάχτηκε, ο θάνατος υποτάχτηκε, και τα πρόσωπα στα γλυπτά των μνημείων είχαν πάρει αυτή τη μόνιμη έκφραση -ήταν σχεδόν σαν να πορεύονταν προς την ευτυχία. Όχι, εδώ δεν ήταν χώρα του θανάτου, δεν ήταν χώρα των τάφων. Εδώ αναπαύονται μόνο οι άνθρωποι, ξεκουράζουνται απ' τη χαρά της μέρας που έσβησε. Η μέρα πέρασε με έρωτα και με δύναμη. Στο πιο ψηλό βάθρο, στο πιο κορυφαίο μέρος, για να φαίνεται απ' όλα τα πλάσματα που εδώ ξεκουράζουνται, θα στηθεί όχι μια φιγούρα πένθιμη αλλά τεντωμένο για την υπέρτατη στιγμή, πυκνή δύναμη της ευγονίας, το κορμί ενός νέου ταύρου.
   «Συλλογίζεσαι τίποτα;» ρώτησε η γυναίκα.
   «Τίποτα...» είπε ο γερο - φύλακας.
   Έπειτα πάλι έγινε ησυχία. Και πάλι, η γυναίκα:
   «Δεν άκουσες κανένα νέο σήμερα;... Πες μου τίποτα... Πες μου κάτι...»
   Ο τόνος της φωνής της τώρα ερχόταν μες απ' το σκοτάδι πιο ήμερος, πιο ανθρώπινος. Τι νέο πια έχουν να πουν δυο άνθρωποι που γέρασαν μες στη φτώχεια, που δεν αγαπήθηκαν; Συναντήθηκαν κάποτε, κάποτε -όταν έβραζε μέσα τους το αίμα- τα κορμιά τους μίλησαν, είπαν ό,τι είχαν να πουν σα δυο άγνωστοι που συναπαντήθηκαν στο δρόμο, αλλά βαθιά μέσα τους έμειναν σχεδόν όπως όλοι οι άνθρωποι, μόνοι -δυο κάστρα αμπαρωμένα με σίδερα βαριά. Τι έχουν να πουν οι άγνωστοι που κάθε τόσο συναπαντιούνται μες στο σκοτάδι; Και τώρα που ήρθαν τα γεράματα, που το αίμα πια δε βράζει, τι ερημιά που είναι γύρω!... Δεν υπάρχει τίποτα απ' τον εαυτό τους για να προσφερθεί, ο ένας δεν έχει πια να δώσει τίποτα στον άλλο, οι αμπαρωμένες πόρτες δε θ' ανοίξουν, οριστικά. Μονάχα οι άλλοι, οι ξένοι, οι έξω άνθρωποι... Μονάχα αυτωνών οι μοίρες μπορούν ακόμα να είναι χρήσιμες, να είναι πρόσχημα, το μόνο σανίδι που έχουνε ν' αρπάξουν άνθρωποι που πνίγουνται.
   «Δεν άκουσες τίποτα;... Πες μου κάτι...»
   «Δεν άκουσα τίποτα», είπε ο γέροντας.
   «Τίποτα;... Τίποτα;... Εδώ γύρω μας, για τους γειτόνους;...» 
   «Τίποτα! Τίποτα!»
   Το σκοτάδι μες στο καλύβι έγινε πιο πυκνό, ύλη στέρεη και αδιαπέραστη. Και η σιωπή. Έξω μόνο, στη χώρα των αρχαίων τάφων, αλαφρότατοι ψίθυροι σάλευαν στη νύχτα. Θα ήταν μαμούδια ή τριζόνια. Μπορεί και κανένα φύλλο από κλαδιά των δέντρων. Μπορεί.
   Η γυναίκα ήταν πια βέβαιη πως δεν έπρεπε να περιμένει τίποτα κι απ' αυτή τη μέρα, και πως έπρεπε να κοιμηθεί. Αλλά ο πανικός τότε ήρθε στο άλλο κορμί που λούφαζε μες στο σκοτάδι, στο γερο - φύλακα. Επειδή ο πανικός δεν έρχεται μονάχα σε όσους περιμένουν. Έρχεται και η ώρα εκεινών που είναι να δώσουν, που οφείλουν να δώσουν. Και τότε είναι πιο άγριος, επειδή η ώρα των δανειστών είναι ανελέητη και αδυσώπητη.
   «Δε σου είπα...» λέει ο γέροντας. «Στον Κόκκινο Πύργο ήρθε άνθρωπος! Τον είδα!...»
   Το νέο ήταν αληθινά αναπάντεχο.
   «Ήρθε άνθρωπος στον Κόκκινο Πύργο;! Στο ρημαγμένο Πύργο;! Θα μείνει ψυχή ανθρώπινη σ' αυτό το χάλασμα;»
   «Να που θα μείνει! Κι εγώ παραξενεύτηκα. Τον είδα να βγάζει το κεφάλι του απ' το φεγγίτη που είναι πάνω απ' τη στέγη. Κάθισε έτσι πολλή ώρα και κοίταζε τους τάφους...»
   «Και δεν έμαθες τι είναι;»
   «Ρώτησα κι έμαθα. Είναι, λέει, ένας γέρος στρατηγός. Νικήθηκε σ' έναν απ' τους πολέμους της Ελλάδας, δικάστηκε και του πήραν τα γαλόνια. Από τότε ζει αποτραβηγμένος απ' τον κόσμο, μίζερος και μονόχνωτος...»
   Αλήθεια; Ένας γέρος στρατηγός! Οι μάχες που έκαμε! Οι στρατοί που κυβέρνησε! Κι έπειτα, που νικήθηκε! Αυτό προπάντων! Γιατί αν νικούσε, τι νόημα θα είχε;... Οι άνθρωποι έχουν ενδιαφέρον μονάχα σαν πέφτουν, μονάχα τότε μπορούν να μας δώσουν την άγρια χαρά να τους συμπονέσουμε. Ενώ σα νικούν...
   Μονομιάς το σκοτάδι αραίωσε μες στο φυλάκιο του Κεραμεικού. Ζεστή πνοή ήρθε στον παγωμένο χώρο.
   «Αλήθεια; Ένας γέρος στρατηγός; Που δικάστηκε και του πήραν τα γαλόνια! Και γιατί ήρθε να μείνει στο ρημαγμένο πύργο; Δεκαπέντε τόσα χρόνια τώρα δεν τ' αποφάσιζε να μείνει εκεί ψυχή ανθρώπου!»
   «Η ζωή έγινε δύσκολη. Γι' αυτό λένε», είπε ο γέροντας. «Τα νοίκια ακρίβηναν. Δεν μπορούσε να μένει στην πόλη και να πληρώνει. Εδώ θα το πήρε για τίποτα το χάλασμα».
   «Χριστέ και Παναγιά!» είπε η γυναίκα. «Τον κακόμοιρο τον άνθρωπο... Εγώ να 'μουν θα φοβόμουν...»
    «Τι πράμα;»
    «Μα τώρα, ένας τέτοιος άνθρωπος, ένας παλιός στρατηγός!... Μονάχος, μες στο ρημαγμένο πύργο, πάνω απ' τους τάφους...»
   «Έλα, μην τα παραλές», είπε ο γερο - φύλακας. «Κι εμείς μες στους τάφους ζούμε. Να που ζούμε!...»
   «Άλλο είναι μ' εμάς», αντιλόγησε η γυναίκα. «Εμείς δεν πέσαμε από ψηλά καταπώς έπεσε αυτός. Ήταν για μας εύκολο να συνηθίσουμε».
   «Α! Όλοι συνηθίζουν...»
   Ο λόγος ήταν βαρύς και ήταν φανερό πως μ' αυτόν θα τελείωνε η νύχτα τους. Αλλά, όταν πέρασε κάμποση ώρα μες στη σιωπή, η γυναίκα που στο μεταξύ ταξίδεψε, ταξίδεψε τη συλλογή της σε ξένες έγνοιες, αιστάνθηκε πως για να ησυχάσει έπρεπε πάλι να γυρίσει και ν' αράξει στη δική τους μοίρα -για να κλείσει ο κύκλος.
   «Οι βροχές σταμάτησαν», είπε. «Έρχεται η άνοιξη. Πότε θ' αρχίσουν να σκάβουν φέτος για παλιούς τάφους;»
   «Μα... όπου να 'ναι», αποκρίθηκε ο γέροντας. «Φέτος θα σκάψουνε στη βορεινή μεριά».
2
Ώρα ανοιξιάτικης καταιγίδας 
   Ήρθε η άνοιξη. Ήρθαν και οι αρχαιολόγοι που έκαναν τις ανασκαφές στον Κεραμεικό. Οι εργάτες άρχισαν να σκάβουν, και ο γερο - φύλακας, όταν δεν είχε δουλειά, πήγαινε από πάνω τους και παρακολουθούσε το τι κάνανε. Κοιμισμένα από τρεις χιλιάδες χρόνια  βγαίνανε πάλι στο φως τα ίχνη της στοργής -μνημεία και επιτύμβιες στήλες, υδρίες και μορφές σκαλισμένες στο μάρμαρο. Ήμερα πρόσωπα, τα πιο πολλά νέα, άντρες και γυναίκες. Ο γερο - φύλακας κατέβαινε μες στους νιόσκαφτους λάκκους, άγγιζε τις φιγούρες, τις καθάριζε απ' το χώμα. Σαν να τις χάιδευε. Διάβαζε τα ονόματά τους. Ήξερε ένα - ένα, από τα σχήματα κι απ' την έκφραση, όλα τα ανάγλυφα τα σκορπισμένα από ανατολή σε δύση και από βοριά σε νοτιά στο κοιμητήριο του Κεραμεικού. Και τώρα που έρχονταν να προστεθούν τούτα τα νέα, τα κατάγραφε καλά μέσα στη μνήμη του, προσπαθούσε να βρει κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό στο καθένα, για να μη μπορούν πια να σβήσουν απ' την καρδιά του.
   Τώρα, τα βράδια πάντα είχε να φέρει νέα στο καλύβι στη γυναίκα του, που δουλεύοντας όλη τη μέρα το νοικοκυριό τους δεν είχε καιρό μήτε όρεξη να παρακολουθήσει τις ανασκαφές.
   «Πάλι ένα αγόρι!...» της έλεγε. «Έχει χαμηλωμένα τα μάτια. Το ρούχο μπροστά του κάνει τρεις δίπλες από δεξιά, τρεις από ζερβά...»
   Ή:
   «Πάλι μια κόρη!...» έλεγε. «Τα μαλλιά της είναι κύματα - κύματα...»
   Εκείνη στην αρχή έβρισκε ενδιαφέρον. Αλλά ύστερα βαριόταν. Βαριόταν πολύ σύντομα.
   «Ουφ, πια!» έλεγε. «Άφησέ με, με τους πεθαμένους σου! Σήμερα σκοτώθηκα στην πλύση!»
   Άλλες φορές, την ώρα που ο γερο - φύλακας μαγεμένος τής έλεγε για μια νεόβγαλτη γλυπτή παράσταση, για έναν νέο που έφευγε για το ταξίδι και τον ξεπροβόδιζαν οι φίλοι του, όλα νέα αγόρια ντυμένα χιτώνες που έφταναν ως τα πόδια τους, εκείνη παλεύοντας με τις δικές της έγνοιες τον έκοβε.
   «Η ζωή πια έγινε αβάσταχτη!» έλεγε. «Μονάχα χορτάρια απ' τους τάφους θα μπορούμε να μαγειρεύουμε. Πώς θα ζήσουμε;» 
   «Έχει ο Θεός... Έχει ο Θεός», τής αποκρινόταν βιαστικά, θέλοντας να μη φύγει απ' το χώρο των αρχαίων χρόνων όπου ταξίδευε. «Μη στεναχωριέσαι. Λοιπόν... τα αγόρια που αποχαιρετούν το φίλο τους...»
   «Αχ, Κύριε, δεν είναι ζωή αυτή!» φώναζε η γυναίκα αγαναχτισμένη. «Αυτός παραλογά με ανθρώπους που πέθαναν εδώ και χιλιάδες χρόνια, όταν εγώ... Τι μοίρα, Θεέ, και τούτη η δική μου!...»
   «Ξέρεις;» της είπε μιαν άλλη νύχτα σαν πέσανε να κοιμηθούν. «Ξέχασα να σου το πω! Δεν είμαι μονάχος εγώ που ξελογιάστηκα, κατά πως λες, με τους αρχαίους τάφους. Είναι κι άλλος ένας!»
   «Κι άλλος ένας;... Ποιος;»
   «Ο γερο - στρατηγός του Κόκκινου Πύργου!»
   «Ο γερο - στρατηγός;! Τι έπαθε;»
    «Δεν ξέρω τι έπαθε. Μα, απ' την ώρα που θ' ακούσει τις αξίνες να χτυπούν, άλλο δεν κάνει παρά ν' ανεβαίνει στον ψηλό φεγγίτη, να βγάζει το κεφάλι του και να κάθεται εκεί ώρες να βλέπει. Το μούτρο του πια κιτρίνισε πολύ. Είναι σα στοιχειό!»
   «Χριστέ και Παναγιά!» σταυροκοπήθηκε η γυναίκα. «Δε βγαίνει ο χριστιανός απ' την άλλη μεριά του Πύργου, να βλέπει τα τρένα που περνούν, να βλέπει τον κόσμο!...»
   «Όχι, ποτές δε βγαίνει από κει! Τα παράθυρα απ' τη μεριά του κόσμου είναι πάντα θεόκλειστα!»
   «Αυτό θα πει να ζεις ολομόναχος!» συμπέρανε η γυναίκα. «Όλες τις υποχοντρίες να τις περιμένεις. Ας είναι τουλάχιστο που με φύλαξε ο Θεός από τέτοιο κακό...»
   Έτσι περνούσαν οι μέρες της άνοιξης, το χαμομήλι είχε βγει και γέμισε τον τόπο, όταν έγινε το περιστατικό που επιτέλους έφερε κάτι νέο -ανατάραξε βίαια τη ζωή στον Κεραμεικό.
 
   Εκείθε απ' το μικρό γεφύρι, στη βορεινή πλευρά, τα στρώματα της γης είχαν πάθει μια μικρή καθίζηση στο πέρασμα των χρόνων, κι έτσι η επιφάνεια ήταν πολύ χαμηλότερη απ' τον άλλο χώρο του Κεραμεικού. Μέρες τώρα χτυπούσαν εκεί με τις αξίνες τους οι εργάτες. Είχαν φτάσει στο πρώτο στρώμα, το πέρασαν, χτύπησαν στο δεύτερο, κι έφτασαν πια στο τρίτο, όταν φάνηκε να προβάλλει η πρώτη επιτύμβια στήλη. Ο αρχαιολόγος που επιστατούσε πήδησε μονομιάς στο μεγάλο λάκκο, πήρε ο ίδιος την αξίνα κι άρχισε με προσοχή να καθαρίζει το μέρος γύρω στο μάρμαρο. Έπειτα πήρε νερό, καθάρισε την πλάκα απ' τα χώματα και διάβασε. Ένα όνομα μονάχα ήταν σμιλεμένο εκεί πάνω. Τίποτα άλλο:
ΜΝΗΣΑΡΕΤΗ
   «Εξακολουθείστε!» πρόσταξε ο αρχαιολόγος τους εργάτες. «Με προσοχή!»
   Σκάψανε με προσοχή πλάι. Δεύτερη πλάκα πρόβαλε σε λίγο, ως μισό μέτρο μακριά. Κι εκεί ένα όνομα. Τίποτα άλλο:
ΘΕΩΝΙΧΟΣ
   Το πέρασμα των χρόνων, τόσων χιλιάδων χρόνων που η γη φύλαξε την πέτρα, τής έδωσε ένα χρώμα κιτρινωπό, σβησμένο, την ευγένεια των παλιών πραγμάτων.
   «Εξακολουθείστε!» είπε ο αρχαιολόγος. «Με προσοχή πάντα!»
   Εξακολούθησαν. Σκάψανε λίγο ακόμα πιο βαθιά, όταν φάνηκε. Στην αρχή ο νους του εργάτη δεν πήγε εκεί που έπρεπε να πάει· τόσο αυτό που ξεχώριζε τώρα κάτω απ' τα χτυπήματα της αξίνας του ήταν ένα με τη γη, με το χρώμα της. Μα όταν κοίταξε καλύτερα βεβαιώθηκε.
   «Ένας σκελετός!» φώναξε, κι ένας δυσκολοσυγκράτητος φόβος πέρασε το κορμί του.
   Ένας σκελετός! Διατηρημένος σε τόσο βάθος! Στο τρίτο στρώμα της γης!
   Ο αρχαιολόγος φώναξε:
   «Μη! Μη! Σταμάτα!»
   Πήρε την αξίνα ο ίδιος, κι από κει και πέρα συνέχισε μόνος του με προσοχή το σκάψιμο. Η δουλειά του βάσταξε πάνω από δυο ώρες. Όταν σταμάτησε, βουτηγμένος στον ίδρο, το έργο του πια ήταν τελειωμένο:
   Στην ίδια γραμμή με την επιτύμβια στήλη που έγραφε το όνομα «Μνησαρέτη» ήταν ο ένας σκελετός. Ήταν μια κόρη των Αθηνών, που αναπαύτηκε εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια κάτω από αλαφρό στρώμα γης, ύστερα ήρθαν τα άλλα στρώματα και κάθισαν το ένα πάνω στο άλλο και φύλαξαν με στοργή τα λείψανά της. Και πλάι στην άλλη επιτύμβια στήλη, που έγραφε το όνομα «Θεώνιχος», ήταν ένας άλλος σκελετός, ένας έφηβος των Αθηνών, που συντρόφεψε μες στους αιώνες της σιωπής την κόρη που αναπαύτηκε κοντά του. Απ' τον πολύ καιρό τα λείψανά τους πήραν το χρώμα της γης, δέθηκαν μαζί της, και όταν ο αρχαιολόγος δοκίμασε να τ' αγγίσει και να τ' αποσπάσει είδε πως δεν το μπορούσε: Είχαν γίνει τόσο εύθραυστα που τρίβονταν μες στα χέρια του και γίνονταν γη.
   «Θα μείνουν όπως είναι!» πρόσταξε. «Δε θα τ' αγγίσει κανείς!»
   Κύκλο γύρω του, πάνω απ' την κόρη και τον έφηβο των Αθηνών, στέκονταν βουβοί ο γερο - φύλακας του Κεραμεικού  και οι εργάτες και κοίταζαν. Ήταν η πρώτη φορά που σε τόσο βάθος βρίσκανε ολόσωμα λείψανα ανθρώπων. Η μοίρα του κόσμου που πέρασε πάνω τους, πάνω απ' τη γη αυτή, τόσους αιώνες -τόσοι πόλεμοι, τόση οργή, τόσο αίμα- σεβάστηκε τη γαλήνη τους, δεν τους άγγισε. Και αυτοί έμεναν εκεί, στην ησυχία της γης, και δεν φοβόνταν πια να τους πειράξουν οι άνθρωποι. Όταν, τώρα, η ώρα ήρθε.
   Κύκλο ο χορός αισθανόταν απροσδιόριστα να περνά από πάνω του το κύμα της λύπης και του φόβου.
   Ο κορυφαίος μίλησε. Ο γερο - φύλακας του Κεραμεικού. Ρώτησε:
   «Τι άνθρωποι, άραγες, να ήταν;...»
   «Ποιος το ξέρει αυτό, παππού!» είπε ο αρχαιολόγος. «Μόνο πως ήταν νέοι -αυτό είναι σίγουρο. Κι όχι από αρχοντική γενιά. Έρχουνται απ' το λαό των προγόνων μας».
   Ο γερο - φύλακας κοίταξε ψηλά. Μια ξαφνική αστραπή πέρασε κατά τα βορεινά, κατά τα μέρη της Πάρνηθας. Ο ουρανός είχε συννεφιάσει.
   «Απόψε θα βρέξει», είπε. «Να τους σκεπάσουμε με χώμα».
   «Όχι!» είπε ο αρχαιολόγος. «Δε γίνεται πια να τους σκεπάσουμε! Θα μείνουν όπως είναι».  
   Ο γέροντας αισθανόταν την ανάγκη να επιμένει, μ' όλο που δεν του έπεφτε λόγος.
   «Κύριε», είπε, «την άνοιξη οι μπόρες είναι πολύ δυνατές. Πρέπει να τους σκεπάσουμε».
   «Όχι, παππούλη!» αποκρίθηκε σταθερά ο αρχαιολόγος. «Και ο χειμώνας που θα 'ρθει θα τους βρει τους τάφους έτσι ανοιχτούς. Δε μπορούμε πια να τους σκεπάσουμε! Γιατί», είπε, «σε δεύτερο σκάψιμο οι σκελετοί δε θα βαστάξουν».
   «Τι; Θα μείνουν λοιπόν για πάντα, πάντα έτσι ξέσκεποι οι σκελετοί;» έκαμε ο γέροντας, και ο φόβος χτύπησε την καρδιά του.
   «Για πάντα».
   Βράδιαζε. Έφυγαν οι εργάτες, έφυγε ο αρχαιολόγος, και ο γερο - φύλακας τράβηξε στο καλύβι του. Ήταν λυπημένος, ήταν ταραγμένος, δεν ήξερε τι ήταν. Σκοτεινά προαισθήματα χιμούσαν στην καρδιά του.
   Προχωρούσε στο σύθαμπο με σκυμμένο κεφάλι όταν, βαθιά, μια δύναμη τον κέντρισε, του φώναξε επιταχτικά να σηκώσει τα μάτια του. Σαν κάτι να τραβούσε τη ματιά του, μια ρευστή ύλη.
   Έστρεψε ψηλά, προς τα δυτικά, στο ρημαγμένο Πύργο. Και τον είδε πάλι εκεί, στο φεγγίτη της στέγης, ξεχώρισε το κίτρινο αποστεωμένο μούτρο του νικημένου στρατηγού που κοίταζε επίμονα με τα βαθουλωμένα μάτια του προς τους ανοιχτούς τάφους του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης. Οι αστραπές τώρα είχαν χαμηλώσει απ' την Πάρνηθα, χύθηκαν πάνω απ' το βράχο της Ακρόπολης, και, κάτω απ' τα μαύρα σύννεφα που τρέχανε δαιμονισμένα στον ουρανό, γράφανε σα χρυσά φίδια την εισαγωγή της ανοιξιάτικης θύελλας που ερχόταν.
   Ο γερο - φύλακας νόμισε πως μες στη λάμψη της αστραπής μπόρεσε να δει την άγρια λάμψη που είχαν τα μάτια του ανθρώπου του Κόκκινου Πύργου. Ανατρίχιασε.
   «Κύριε των Δυνάμεων...» μουρμούρισε.
   Άνοιξε το βήμα του.  Πλησίαζε στο μνημείο του Ταύρου όταν του φάνηκε πως άκουσε, κάτω απ' το μνημείο, σιγανή φωνή. Σα να κουβέντιαζαν.
   «Ποιοι να 'ναι τέτοιαν ώρα εδώ;» αναρωτήθηκε. 
   Ήταν ένα κορίτσι κι ένα αγόρι.
   Το κορίτσι έλεγε:
   «Τώρα πια το ξέρω πως για πάντα, για πάντα θα σ' αγαπώ. Τις νύχτες θυμάμαι τα χέρια σου... Πιο πολύ κι απ' το πρόσωπο, πιο πολύ απ' τα μάτια, πιο πολύ απ' όλο το κορμί. Θυμάμαι τα χέρια. Τα χέρια πια δε μπορώ να τα ξεχάσω...»
   Εκείνος έλεγε:
   «Όχι ακόμα. Δε μ' αγαπάς ακόμα. Όταν κάποτε θα φτάσεις να μην αγαπάς τα χέρια που χαϊδεύουν... Όταν θα φτάσεις ν' αγαπάς το σχήμα, τα δάχτυλα, την κίνηση που γράφουν... Τότε θα μ' αγαπήσεις όπως σ' αγαπώ εγώ...»
   Και πάνω τους η νύχτα που τους άκουε έγραφε με αστραπές την ιστορία της καρδιάς τους.
   Ο γερο - φύλακας τούς διέκοψε και τούς ξαναγύρισε στη γη.
   «Τι κάνετε εδώ;» ρώτησε. «Ποιοι είσαστε;»
   «Α! Να μας συμπαθάς, παππούλη», είπε το αγόρι. «Ξεχαστήκαμε».
   Στη λάμψη μιας αστραπής ο γέροντας είδε καθαρά τα πρόσωπά τους. Τα θυμήθηκε. Ήταν οι ίδιοι νέοι που και την άλλη φορά είχαν μείνει αργά, κάτω απ' το μνημείο του Ταύρου, να μιλούν στη νύχτα.
   «Ο κανονισμός δεν το επιτρέπει να μένουν τέτοια ώρα ξένοι στον Κεραμεικό!» είπε ο φύλακας και θυμήθηκε τη γυναίκα του. «Πρέπει να πηγαίνετε...»
   Τους έδειξε το δρόμο επειδή πια ήταν νύχτα. Κλείδωσε την πόρτα του φράχτη.
   «Καληνύχτα, παππούλη».  
   «Καληνύχτα, παιδιά μου».
   Το περιστατικό των παιδιών σα λίγο να γαλήνεψε την καρδιά του. Αλλά, μόλις φύγανε απ' τα μάτια του, ξαναγύρισε πάλι εφιαλτικά η ιστορία των λάκκων.
   Σαν μπήκε στο καλύβι τους έβαλε τη γυναίκα του να καθίσει και της είπε τα νέα. Όσο το σκεφτόταν, τόσο τον αναστάτωνε. Η φωνή του έτρεμε.
   «Συλλογίσου!... Δεν άφησε να ρίξουν λίγο χώμα πάνω τους. Ποτές πια το χώμα δε θα τους σκεπάσει!... Δε θα κοιμηθούν πια!...»
   Η γυναίκα, συνεπαρμένη απ' το δέος που χυνόταν απ' όλη την ύπαρξη του συντρόφου της, άρχισε κι αυτή να ταράζεται. Ήταν η πρώτη φορά, σ' όλη τη ζωή τους στον Κεραμεικό, που έβλεπε τον άντρα της, τόσο φίλο ως τώρα των επιτύμβιων μορφών, να είναι αναστατωμένος από τάφους.
   Για να βρει έναν τρόπο να τον γαληνέψει, για να ησυχάσει περισσότερο τη δική της ταραχή, του είπε:
   «Γιατί κάνεις έτσι; Εσύ ποτέ δε φοβήθηκες εδώ, τόσα χρόνια...»
   Προσπάθησε να της εξηγήσει. Της είπε πως τώρα είναι άλλο. Δεν το καταλάβαινε, λοιπόν; Πρώτη φορά σε τόσο βάθος ταράξανε την ησυχία ενός αγοριού κι ενός κοριτσιού που είχαν πιστέψει πως οι ζωντανοί δε μπορούσαν πια να τους πειράξουν. Πρώτη φορά σε τόσο βάθος μπόρεσαν να διατηρηθούν, σε τόσες χιλιάδες χρόνια, ακέρια τα λείψανα χωρίς η γη να τα έχει κάμει γη. Ήταν κάτι ιερό, σα θαύμα! Κι έπειτα... Έπειτα...
   Πώς να βρει άκρη ένας απλοϊκός άνθρωπος με τις σκοτεινές δυνάμεις που μάς κυβερνούν!... Αισθανόταν πως εδώ έγινε κάτι σκληρό, βάρβαρο και απάνθρωπο, και οι σκοτεινές δυνάμεις λέγανε μέσα του πως θα πληρωθεί...
   Την ίδια ώρα βρόντησε άγρια ο κεραυνός και απότομα άνοιξαν οι καταρράχτες του ουρανού. Η ανοιξιάτικη θύελλα ξέσπασε με απίστευτη βιαιότητα πάνω στη γη και στις καρδιές των ανθρώπων. Ο άνεμος βούιζε και σάρωνε τα δέντρα, κάθε τόσο μες στο χαλάζι που έπεφτε ακουόταν ο θόρυβος των κορμών που γέρναν, των κλαδιών που σπούσαν. Μες στο φυλάκιο του Κεραμεικού, πιασμένοι χέρι - χέρι οι δυο γέροντες, ο άντρας και η γυναίκα, που ποτέ ως τώρα δεν είχαν μπορέσει να συναντηθούν, κάθονταν εκεί, επιτέλους ενωμένοι κάτω απ' την ίδια σκέπη: το Θεό του Φόβου. Έρχονταν μέσα τους και τους πλημμύριζαν, κληρονομημένα στο λαό τούτον από παμπάλαιους χρόνους, η παράδοση για την ιερότητα των νεκρών, το σέβας του θανάτου. Κι έξω η θύελλα ούρλιαζε, σαν να ήταν η πρώτη φωνή του ουρανού που ξεσπούσε για τη βεβήλωση.
   «Χριστέ και Κύριε!... Χριστέ και Κύριε!...» ικέτευε η γυναίκα τρέμοντας. «Βοήθησέ μας!...»
   «Χριστέ και Κύριε!...» επαναλάβαινε ο γερο - φύλακας. «Θε μου... ο λάκκος τους θα πλημμυρίσει...»
   Άξαφνα, από βίαιο φύσημα του ανέμου, το μικρό παράθυρο του καλυβιού άνοιξε απότομα, χτύπησαν τα τζάμια και σπάσανε. Η καταιγίδα μπήκε μες στο δωμάτιο, έριξε νερό και χαλάζι και το γέμισε με τον τρόμο της. Η λάμπα έσβησε, όλα γίνανε σκοτάδι πηχτό.
   «Κλείσ' το γρήγορα!» φώναξε η γυναίκα. «Κλείσ' το!...» 
   Μα ο νους του γέροντα δεν ήταν πια εκεί μέσα. Τριγύριζε έξω, συνοδεμένος απ' τον πανικό, εκεί κατά τη βορεινή πλευρά, ωσάν η θύελλα που μπήκε μες στο καλύβι τους απ' το ανοιχτό παράθυρο να του έδινε το μέτρο για να καταλάβει το δράμα που την ίδια ώρα ζούσαν οι δυο νιόσκαφτοι τάφοι.
   «Δεν το βαστώ πια!...» λέει και χύνεται απ' την πόρτα του καλυβιού. «Θα πάω να τους ρίξω χώμα!...»
   Περνά μια στιγμή. Άλλη. Η γυναίκα είναι μόνη στο καλύβι, τριγυρισμένη απ' το σκοτάδι και τον τρόμο. Δεν τολμά να σαλέψει και κάθεται ζαρωμένη, ακούοντας έξω τη βοή των νερών. Όλη της η ύπαρξη έγινε αυτί που ακούει, σα να μαντεύει πως κάτι είναι που θα 'ρθει, που έρχεται, που ολοένα πλησιάζει...
   «Κύριε των Δυνάμεων!...» δέεται ολοένα. «Κύριε των Δυνάμεων!...»
   Δεν πρόφτασε ν' αποτελειώσει τη δέησή της όταν, πάνω απ' τη βοή της καταιγίδας, απ' το θόρυβο των κορμών που σαρώνονταν, πάνω απ' την ταραχή των νερών, μια άγρια κραυγή ξέσκισε τη νύχτα. Ένα ούρλιασμα ζώου που το σφάζουν, ένας σπαραγμός ανθρώπου που τον μαχαιρώνουν στα τυφλά.
   Το αίμα στις φλέβες της γυναίκας πάγωσε.
   «Θε μου!... Θε μου!... Τι είναι;» τραύλισε.
   Κι ευθύς έπειτα:
   «Και να 'ναι κείνος τέτοιαν ώρα έξω!... Θε μου!...»
   Ελάχιστες στιγμές πέρασαν. Και τότε νέα οδυνηρή κραυγή, γνώριμη τούτη, η φωνή του άντρα της, αντήχησε μες στη θύελλα:
   «Ωχ!» ούρλιαζε ο άνθρωπος σπαραχτικά.
   Μάζεψε όλο το θάρρος της, προχώρησε ως την πόρτα του καλυβιού και φώναξε μες στη νύχτα, ενώ οι βροχή και το χαλάζι δέρνανε το πρόσωπό της:
   «Ε!... Γύρισε πίσω!... Γύρισε πίσω!»
   Οι αστραπές φρένιαζαν ψηλά. Κοίταξε μπας και ξεχωρίσει τίποτα μες στη λάμψη τους.
   Τίποτα! Μονάχα μια στιγμή είδε βιαστικά, φωτισμένο σα σε όνειρο από πράσινη λάμψη, άγριο βασιλιά του χώρου, τον Ταύρο του Κεραμεικού.
   Πέρασε λίγη ώρα. Όταν, επιτέλους, ξεχώρισε καθαρά τα βήματα του άντρα της που ερχόταν. Τής φάνηκε πως βογκούσε.
   «Έλα... Έλα πια!» του φώναξε με ανακούφιση. «Τι έγινε;»
   Έπεσε σαν πτώμα στον παλιό βυσσινή καναπέ. Άναψαν τη λάμπα. Ολοένα βογκούσε.
   «Τι έπαθες;»
   «Το έλεγα εγώ πως θα μάς έρθουν κακά...» ψιθύρισε τρέμοντας. «Το 'λεγα εγώ...» 
   «Μα τι έγινε; Τι έγινε;»
   Προσπάθησε να της εξηγήσει με κομμένα λόγια.
   Μήτε αυτός δεν καταλάβαινε. Τόσα χρόνια που ζει στον Κεραμεικό ήξερε το μέρος σπιθαμή με σπιθαμή, τα μονοπάτια του, τους λάκκους. Κόντευε, είπε, στο μικρό γεφύρι, πηγαίνοντας να ρίξει χώμα στους τάφους του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης, όταν άξαφνα άκουσε μες στη θύελλα εκείνο το φοβερό ούρλιασμα που του πάγωσε το αίμα. Δεν είχε καλά - καλά συνεφέρει, πάλευε ακόμα με την επιθυμία να πάει στους τάφους και με το φόβο που του έλεγε να γυρίσει, όταν έκαμε ένα βήμα. Ήξερε καλά πως εκεί που βρισκόταν δεν υπήρχαν λάκκοι, μήτε το ποτάμι ήταν κοντά, ήθελε ακόμα λίγα μέτρα ως το γεφύρι. Κι όμως! Βρέθηκε μονομιάς να πέφτει, σα να είχε ανοίξει εκείνη την ώρα η γη και να ήθελε να τον καταπιεί. Έπεσε σε βαθύ λάκκο. Φαίνεται θα 'σπασε το ποδάρι του. Πονά φοβερά.
   «Ήμαρτον, Κύριε!...» άρχισε να σταυροκοπιέται κατάχλωμη η γυναίκα. «Τι να κάμω τώρα;... Τι να σου κάμω ώσπου να ξημερώσει;...»
   Τον φρόντισε να ξαπλώσει. Έβαλε να βράσει νερό. Ο γερο - φύλακας ολοένα βογκούσε απ' τους αβάσταχτους πόνους. Αλλά όταν τού έκαμε ζεστό επίδεσμο στο σπασμένο πόδι σα λίγο να ησύχασε. Τότε ξανά το θυμήθηκε και ανατρίχιασε.
   «Το άκουσες;...» ρώτησε σιγανά. «Άκουσες τίποτα;...» 
   Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της και μουρμούρισε:
   «Θε μου, το άκουσα! Τι ήταν;»
   «Δεν ξέρω!... Μου φάνηκε πως ερχόταν από κει...»
   Δίστασε ν' αποτελειώσει τη σκέψη του.
   «Από πού;» ρώτησε με αγωνία εκείνη.
   «Μα... Απ' τον Κόκκινο Πύργο!... Απ' το ρημαγμένο Πύργο!...» 
   Η θύελλα έξω είχε κοπάσει. Πού και πού  μονάχα αραιές αστραπές σκίζανε τον ουρανό. Τα νερά τρέχανε σε μικρά ρυάκια και κάνανε ένα μυστικό θόρυβο. Οι δυο άνθρωποι του καλυβιού σβήσανε το φως, κούρνιασαν ο καθένας στη γωνιά του. Λέγανε να κοιμηθούν, μα ο ύπνος δεν ερχόταν. Θα ήταν μεσάνυχτα. Ο γέροντας βογκούσε τώρα σιγανά. Μια στιγμή ρώτησε.
   «Κάθεσαι;...»
   «Κάθουμαι. Θέλεις τίποτα;»
   «Όχι. Τίποτα...»
   «Πονάς πολύ;»
   «Σα να σύχασα λίγο. Λες να μάς ανοίξει μεγάλη ιστορία;» έλεγε για το σπασμένο πόδι του.
   Τον ησύχασε: 
   «Θα δούμε τι θα μας πει αύριο ο γιατρός. Θα δούμε αύριο».
   Σε λίγο ο γέροντας:
   «Ακούς το νερό έξω;...»
   «Ακούω. Τι πολύ νερό!...»
   «Οι σκελετοί στους λάκκους θα 'χουν πλέψει...» λέει ο γέροντας και τρέμει στη θύμησή τους.
   Πάλι σε λίγο:
   «Τι καταραμένη νύχτα!...» μουρμούρισε. «Εγώ λέω...»
   Ήθελε να της πει τους φόβους του, να της πει για τους σκοτεινούς αρμούς που στο βάθος της ύπαρξής του δένανε την οργή της νύχτας με τη βεβήλωση των τάφων του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης, όταν τον έκοψε η τρομαγμένη φωνή της:
   «Άκουσε!... Άκουσε!... Ακούς;...»
   Σιγανό, επίμονο υψωνόταν πάνω στη νύχτα, πάνω απ' το αρχαίο κοιμητήριο, πάνω απ' το τεντωμένο σώμα του Ταύρου, πάνω απ' το ρημαγμένο πύργο, στριφογύριζε πότε από δω πότε από κει, πορευόταν, σκοτεινό πνεύμα της ερημιάς: ένα βογκητό ερχόμενο σαν από μακρινό κόσμο, σαν από το χάος. Στην αρχή ψιλό, αδύνατο, ύστερα ολοένα δυνάμωνε, ύστερα γινόταν άγριο, ύστερα έπεφτε σε τόνο χαμηλό.
   Πετάχτηκαν έξω, απ' τον τρόμο, τα μάτια των ανθρώπων του καλυβιού, σπάσανε τα κουρασμένα νεύρα, το δέρμα άρχισε να τρέμει όπως λαβωμένου πουλιού.
   «Θε μου!... Τι είναι πάλι αυτό;!... Τι είναι;!...»
   «Θε μου!... Τι είναι;!» 
   Η φωνή του σκοταδιού, πιο μαλακή τώρα, σα να ικέτευε.
   «Θαρρείς πως κλαίει άνθρωπος», ψιθύρισε η γυναίκα.
   Αλλά την ίδια στιγμή η φωνή έξω έγινε στριγγλιά.
   «Σα να 'ναι τώρα κατάρα...» τραύλισε πάλι η γυναίκα.
   Τότε ο νους του γέροντα, προετοιμασμένος απ' το φόβο, απ' τη νύχτα της καταιγίδας, απ' τη γη που άνοιξε και τον πήρε, απ' τη μνήμη των παραβιασμένων τάφων, σα να 'στραψε.
   «Αυτό είναι!...» μουρμούρισε. «Δε μπορεί να είναι άλλο!... Θα βρυκολακιάσανε οι δυο νέοι του τάφου!... Θα βρυκολακιάσανε!...»
   Η λέξη φορτωμένη από δεισιδαιμονία, από παραμύθια και φαντάσματα, γέμισε μονομιάς όλο το χώρο, τον πλημμύρισε, πάγωσε τα κορμιά.
   «Ιησούς Χριστός νικά... Ιησούς Χριστός νικά...» άρχισε να δέεται η γυναίκα.
   Και η Νύχτα ολοένα βάδιζε, τυλιγμένη απ' τα νερά της θύελλας και απ' τη φωνή του σκοταδιού, στη χώρα των τάφων.
3
Ώρα της φθινοπωρινής καταιγίδας 
   Πέρασε το καλοκαίρι. Ήρθε το φθινόπωρο. 
   Ακόμα δεν έβρεξε. Ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Όπου να 'ναι έρχουνται οι βροχές.
   Βραδιάζει.
   Ο γερο - φύλακας του Κεραμεικού βλέπει τους δύο νέους επισκέπτες που περνάνε την καγκελωτή πόρτα. Προχωρούνε λίγο, στέκουνται κάτω απ' το μνημείο του Ταύρου. Μένουν εκεί πολύ. Ο γέροντας θαρρεί πως τους αναγνώρισε. Πηγαίνει προς το μέρος τους.
   Βαδίζει αργά, κουτσαίνοντας, βλέποντας πάντα προς τη γη, στηριγμένος σ' ένα ραβδί. Τόσοι λίγοι μήνες πέρασαν, μονάχα ένα καλοκαίρι! Όμως είναι σα να γέρασε για χρόνια. Κατάλευκα γένια τυλίγουν το πρόσωπό του και του δίνουν μια έκφραση σαν τις φιγούρες των γερόντων που είναι σκαλισμένες στα μάρμαρα του Κεραμεικού. Σα να έγινε δικός τους.
   Πλησιάζει τους δυο νέους κάτω απ' το άγαλμα του Ταύρου.
   Αν είναι αυτοί;...
   Ας γίνει, Θε μου, να ήταν!... Εκείνη, η Μεγάλη Νύχτα, η νύχτα της ανοιξιάτικης καταιγίδας, η φοβερή νύχτα του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης, είναι δεμένη μες στη μνήμη του μαζί τους. Μ' αυτούς άρχισε. Ας γίνει να είναι οι ίδιοι αυτοί που κάθουνται, όπως τότε, κάτω απ' το άγαλμα του Ταύρου... Έτσι η μνήμη της Μεγάλης Νύχτας θα 'ρθει ν' ανανεωθεί, ζωντανή, φρέσκια, να δυναστέψει την καρδιά του, ν' αναταράξει την ερημιά του... Είναι η κορυφαία νύχτα της ζωής του, η τελευταία ίσως μεγάλη νύχτα, αυτή που τον ρήμαξε, κι είναι πια ανάγκη να τη ζει, να την ξαναζεί, ανάγκη, όπως το φως και ο ύπνος. Το τέλος του ταξιδιού πλησιάζει, η μνήμη έχει ανάγκη από δυνατούς τόνους, από σκληρούς τόνους για να μην είναι η ζωή που πέρασε έρημος, να έχει δικαίωση που πέρασε.
   Πάει κοντά στους δυο νέους.
   «Καλησπέρα, παιδιά μου».
   Τον χαιρέτησαν με καλοσύνη.
   «Να με συμπαθάτε», μουρμουρίζει πάλι ο γέροντας και κοιτάζει χαμηλά στη γη. «Ήρθατε άλλη φορά στον Κεραμεικό;»
   Το αγόρι αποκρίνεται:
   «Ήρθαμε, παππούλη. Γιατί;» 
   Σηκώνει τώρα τα μάτια του ο γέροντας. Σα να έχουν κάτι μέσα τους, σαν αγωνία:
   «Ήταν την περασμένη άνοιξη;»
   «Ναι. Ήταν την περασμένη άνοιξη».
   «Ήταν ένα βράδυ;... Και μείνατε λίγο αργά, εδώ, στον ίδιο τόπο, κάτω απ' τον Ταύρο;...»
   «Ναι! Ναι! Έτσι ήταν!» 
   Μια τελευταία ακόμα λεπτομέρεια. Και τότε...
   «Εκείνη τη νύχτα δεν ξέσπασε η μπόρα; Δεν ήταν μια φοβερή ανοιξιάτικη μπόρα;...»
   «Μα ναι! Μόλις φύγαμε ξέσπασε η θύελλα!»
   Ο γέροντας προχωρεί με κλονισμένα βήματα, πάει κοντά στο αγόρι και ακουμπά το κεφάλι στο δυνατό του στήθος. Είναι πολύ συγκινημένος.
   «Παιδιά μου...» λέει. «Τι νύχτα εκείνη!... Τι φοβερή νύχτα!...»
   Τον βάλανε να καθίσει κοντά τους. Το κορίτσι τον κοίταζε χωρίς να μιλά και τα μεγάλα μάτια της που λάμπανε στέλνανε παράξενο φως πάνω στο κατάλευκο κεφάλι του. Πότε ταξίδευαν χρυσά σύννεφα μες στα μάτια της, πότε ήταν παραμύθια του δάσους, πότε ήταν χρώματα από κοχύλια της θάλασσας και από όνειρα του βυθού.
   «Γιατί τρέμεις, παππούλη;» είπε στο γέροντα.
   Πήρε μες στα ζεστά της χέρια τα χέρια του και τα χάιδεψε.
   «Γιατί τρέμεις έτσι;...»
   «Η νύχτα...» ψιθύρισε. «Εκείνη η νύχτα!... Να που είστε κι εσείς δεμένοι μαζί της...»
   «Μα τι έγινε εκείνη τη νύχτα;» 
   Τότε ο γέροντας με τρεμάμενη φωνή τούς είπε την ιστορία της νύχτας της καταιγίδας. Ο λόγος πότε με κενά, πότε με απότομα άλματα, είχε έναν τόνο λαχανιασμένο, ολόζεστος απ' τη δυναστεία της δεισιδαιμονίας και του φόβου. Τούς είπε για το πώς έγινε και οι δυο νεκροί των τάφων, ο Θεώνιχος και η Μνησαρέτη, ξύπνησαν βίαια απ' την παντοτινή τους ανάπαυση, πώς δεν τον άφησαν να τους σκεπάσει με χώμα εκείνη τη νύχτα, πώς έπειτα ξέσπασε η καταιγίδα. Την ίδια ώρα ξέσπασε πάνω στη γη και η οργή των νεκρών. Άνοιξε πρώτα η γη και χτύπησε αυτόν πρώτα -έπεσε μες στο λάκκο, έσπασε το ποδάρι του, υπόφερε αβάσταχτα κι από τότε μένει κουτσός. Μπορούνε να δούνε ακόμα, αν πάνε λίγο πιο πέρα απ' τον Ταύρο, το λάκκο που άνοιξε η γη  όπως σκίστηκε. Την ίδια νύχτα φαίνεται πως έγινε κάτι πολύ τρομαχτικό  στον Κόκκινο Πύργο. Μια φοβερή κραυγή ακούστηκε. Την άλλη μέρα βρήκανε στη σοφίτα του Πύργου νεκρό, με ολάνοιχτα μάτια, πλημμυρισμένα απ' τον τρόμο, μούσκεμα απ' το νερό της καταιγίδας, το νικημένο στρατηγό. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ξαφνικά πέθανε η γυναίκα του φύλακα. Χωρίς να το καταλάβει κανένας -και οι γιατροί απορήσανε πώς έγινε. Έτσι η δυστυχία πλημμύρισε το φυλάκιο του Κεραμεικού. Έρημος τριγυρίζει από τότε ο γερο - φύλακας, οι δυνάμεις του ολοένα φεύγουν, ο ύπνος δεν έρχεται πια να τον ξεκουράσει. Γιατί το πιο φοβερό είναι αυτό: κάθε νύχτα, τα μεσάνυχτα, οι δυο νεκροί των αρχαίων τάφων που βρυκολακιάσανε γυρίζουν πάνω απ' τον Κεραμεικό και κλαίνε. Είναι μια φωνή πότε παράπονο, πότε ουρλιαχτό. Κι εκείνος πια, ο γερο - φύλακας, κάθεται και ξαγρυπνά και την περιμένει τη φωνή να του παγώσει το γέρικο αίμα του. Περνούνε οι ώρες της νύχτας, σιγά - σιγά το αίμα ναρκώνεται, ενώ η φωνή απ' έξω ουρλιάζει. Τότε μονάχα, αργά, λίγο πριν χαράξει, έρχεται ο ύπνος. Το καταλαβαίνει πως πια δε θα κοιμηθεί, ποτέ πια, χωρίς ν' ακούει τη φωνή, έξω, των δύο νεκρών που ουρλιάζουν και καταριούνται...
   Γεμάτα από κατάπληξη άκουσαν το κορίτσι και το αγόρι το δράμα του ανθρώπου. Πώς ήταν δυνατό μέσα σ' αυτό το ήσυχο τοπίο, που μονάχα η ζωή φαίνεται πως του απόλειψε, μέσα σ' αυτό το χώρο της ερημιάς να ζουν τόσο έντονα οι σκοτεινές δυνάμεις, που είναι, στο τέλος - τέλος, η αληθινή ιστορία του ανθρώπου;
   «Παππούλη, άλλαξες τόσο πολύ μέσα σε τόσους λίγους μήνες, το βλέπω...» είπε το αγόρι. «Αλλά... μήπως σου φαίνεται πως γίνουνται όλα αυτά;... Γιατί οι νεκροί δε μιλάνε...»
   «Δε μιλάνε οι νεκροί;!» διαμαρτυρήθηκε ο γέροντας. «Όχι, αγόρι μου. Αυτοί μιλάνε πιο πολύ, μάς συντροφεύουν πιο πολύ απ' τους ζωντανούς, περπατώντας πλάι μας».
   Και πάλι σε λίγο:
   «Όχι, αγόρι μου...» μουρμούρισε. «Τόσες χιλιάδες χρόνια κοιμόντανε οι δυο τους και η γη τούς φύλαξε... Είναι φοβερό που ταράξανε την ησυχία τους...»
   Τα σύννεφα ολοένα δένανε πάνω τους σκοτεινά.
   «Και τι απόγιναν;» ρώτησε το κορίτσι.
   «Μένουν πάντα εκεί, ξέσκεποι... Να τούς σηκώσουν δε μπορούν γιατί θα γίνουν θρύψαλα. Να τους σκεπάσουν δε θέλουν...»
   Μια φορά, είπε, πριν ακόμα πεθάνει η γυναίκα του, πήγε και συμβουλεύτηκε τον παπά της Αγίας Τριάδας εκεί κοντά. Του είπε: «Γέροντα, δεν το βαστούμε πια. Έλα να πεις μια ευχή πάνω στον τάφο τους. Ίσως ησυχάσουν». Μα ο χριστιανός ιερέας, που πρώτη φορά του τύχαινε τέτοιο περιστατικό, σκέφτηκε πολύ και είπε: «Όχι, δε γίνεται. Αυτοί πέθαναν πριν έρθει στον κόσμο ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός. Αυτοί δε λάτρεψαν τον Ιησού Χριστό. Ο Χριστός δε μπορεί να τους βοηθήσει». Τότε κι αυτός, ο γερο - φύλακας, παίρνει αγιασμένο νερό απ' την κολυμπήθρα, παίρνει τη γυναίκα του και πάνε στους τάφους του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης. Ραντίζουν τους τάφους με το νερό του Χριστού και η γυναίκα του λέει τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Περίμεναν εκείνη τη νύχτα με αγωνία. «Για να δούμε», λέγανε, «θ' ακούσουμε τα μεσάνυχτα τη φωνή τους, για θα ησυχάσαν»; Περίμεναν τα μεσάνυχτα με κρυφή ελπίδα, όταν η φωνή του σκοταδιού που άρχιζε από παράπονο και τέλειωνε σε ουρλιαχτό απλώθηκε μες στη νύχτα. Απελπισμένοι τότε οι άνθρωποι του καλυβιού είπαν: «Έτσι είναι. Μήτε ο Χριστός δε μπορεί να τους βοηθήσει». 
   Σαν πέθανε η γυναίκα του, έμεινε μόνος. Τότε πια ήρθε ο πανικός. Το ίδιο βράδυ που εκείνη έφυγε, ο γερο - φύλακας κυνηγημένος απ' τον τρόμο πήγε, λέει, στους τάφους του Θεώνιχου και της Μνησαρέτης και, παραβιάζοντας τη διαταγή που είχε, έριξε πάνω στα λείψανά τους λίγο χώμα. Γονάτισε εκεί πλάι και παρακάλεσε την πεθαμένη γυναίκα του. «Βοήθησέ με εσύ», της είπε. «Τώρα που είσαι μαζί τους, πες τους πια να ησυχάσουν...» Αλλά κι εκείνη από ψηλά, φαίνεται πως ήταν το ίδιο αδύναμη να τον βοηθήσει. Γιατί η φωνή του σκοταδιού ήρθε πάλι τα μεσάνυχτα, όπως και πριν, όπως όλες τις άλλες νύχτες έπειτα. Λοιπόν, φαίνεται πια πως έτσι είναι, πως τίποτα, τίποτα στον κόσμο δε θα μπορέσει πια να την κάμει να σωπάσει...
   Η φωνή του όσο μιλούσε είχε γίνει βαθιά, σαν τυλιγμένη απ' το βάρος των παμπάλαιων πραγμάτων, απ' τη βεβαιότητα της μοίρας. Ο τόνος μετάδωσε τον παλμό του, την ενέργειά του γύρω. Έτσι, όταν ο γέροντας σώπασε, κανένας απ' τους δυο νέους που αγαπιούνταν δε μπορούσε να μιλήσει. Έμειναν κι αυτοί βουβοί, κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου, κυριευμένοι από δυνάμεις σκοτεινές.
   Τα σύννεφα ολοένα χτυπιούνταν ψηλά, η καταιγίδα, η πρώτη φθινοπωρινή καταιγίδα, ερχόταν.
   Πρώτο μίλησε το κορίτσι.
   «Πάμε πια... Πάμε να φύγουμε», είπε στο σύντροφό της ανήσυχη.
   Μα αυτός, αποτινάζοντας τη νάρκη από πάνω του, το συνειδητοποιούσε άξαφνα πως θα του ήταν αδύνατο να φύγει, αδύνατο να λυτρωθεί αν δεν έβλεπε ως το τέλος, αν δεν τους έβλεπε -το Θεώνιχο και τη Μνησαρέτη. Γιατί αλλιώς θα είχε να τους φαντάζεται -και όταν έρθει στον άνθρωπο η δυναστεία αυτή...
   «Πού είναι, παππούλη;» ρώτησε. «Πού είναι οι τάφοι τους;»
   «Γιατί ρωτάς;» είπε εκείνος.
   «Έλα να μάς πας ως εκεί! Έλα να μάς τους δείξεις!...»
   «Όχι! Όχι! Δεν το μπορώ!» τραύλισε ο γέροντας. «Αν θέλετε, τραβήξτε μονάχοι σας κατά κει, κατά τη βορεινή πλευρά. Θα περάσετε το γεφύρι, θα στρίψετε λίγο μέσα. Εκεί θα τους βρείτε...»
   «Έλα!» είπε το αγόρι στο κορίτσι και το τράβηξε προς τα εκεί.
  
   Τι ήσυχα που ήταν, εκεί που τους βρήκαν ν' αναπαύονται, το Θεώνιχο και τη Μνησαρέτη! Ο τόπος γύρω ήταν προφυλαγμένος από ψηλά στρώματα γης, από άλλους νεώτερους τάφους. Κίτρινα αγριολούλουδα φύτρωναν εδώ κι εκεί. Στη ρίζα μιας κάθετης κοψιάς της γης ήταν η απλή, χωρίς φιγούρες, χωρίς ποικίλματα, επιτύμβια στήλη της κόρης:
ΜΝΗΣΑΡΕΤΗ
   Και πλάι της, λίγο γερτή, βλέποντας κατά τα μέρη που βασιλεύει ο ήλιος, ήταν η πλάκα του συντρόφου της. Το ίδιο απλή, χωρίς ποικίλματα:
ΘΕΩΝΙΧΟΣ
   «Κοίταξε!...» είπε σιγανά το αγόρι κι έσφιξε το χέρι της. «Κοίταξε εκεί!...»
   Στο βάθος των ανοιγμένων λάκκων κοίταξαν τους σκελετούς. Δεν είχαν τίποτα το άγριο, γιατί δε θύμιζαν οστά ανθρώπινα. Ήταν σα φιγούρες γραμμένες στη γη, στις χοντρές γραμμές τους, όχι στις λεπτομέρειες, με ύλη που ήταν πάλι γη.
   «Φοβάσαι;...» τη ρώτησε.
   Ήταν συγκινημένη. Τα μαλλιά της φώτιζαν με το δυνατό τους χρώμα τη χλωμάδα του προσώπου της και στα μάτια της ταξιδεύανε κύματα της νύχτας.
   «Όχι...» μουρμούρισε. «Δε φοβάμαι. Αλλά...» 
   Λίγη ώρα. Έπειτα εκείνη:
   «Τι να ήταν, άραγες;...»
   «Ποιος ξέρει...»
   «Μπορεί και ν' αγαπιούνταν...» είπε εκείνη.
   «Μπορεί...»
   Σε λίγο.
   «Τη χαρά...» είπε εκείνη. «Άραγες να γνώρισαν τη χαρά;...» 
   «Τι ρωτάς τέτοια πράματα!...» είπε το αγόρι. «Κι αν τη γνώρισαν κι αν δεν τη γνώρισαν...»
   Δεν του αποκρίθηκε. Αλλά στα μάτια της, όπου ταξίδευαν ιστορίες της νύχτας, τώρα πλέανε στεκάμενα, σκοτεινά νερά.
   Όταν, απότομα, τα σύννεφα που τόση ώρα πάλευαν ψηλά,  άφησαν να χιμήξει το νερό. Η μπόρα άρχισε βίαιη και αδυσώπητη. Ούρλιαζε δαιμονισμένα ο άνεμος.
   «Να φύγουμε! Να φύγουμε!» φώναξε το κορίτσι τρομαγμένα, ενώ ο αγέρας και το νερό δέρνανε το πρόσωπό της.
   «Πώς θα φύγουμε τώρα;!...» φώναζε το αγόρι δυνατά για ν' ακουστεί. «Να προφυλαχτούμε λίγο να περάσει η μπόρα!...»
   Κοίταξε γύρω του βιαστικά. Εκεί πλάι ήταν ένας μικρός θόλος καμωμένος από κάθετο κόψιμο της γης, προφυλαγμένος από πάνω, σαν να ήταν σκεπή, από πλατύ κομμάτι μάρμαρο.
   Την έσυρε προς τα εκεί.
   Χώρεσαν με άνεση. Την αγκάλιασε σα να ήθελε να την προστατέψει απ' την οργή του ουρανού. Έτσι, αγκαλιασμένοι, άρχισαν να ζουν  την ιστορία της φθινοπωρινής καταιγίδας που έδερνε τη χώρα των τάφων. Η γη με τα πρώτα κύματα της βροχής ξαφνιάστηκε και αναταράχτηκε. Όλο το καλοκαίρι περίμενε το νερό κι απ' την οδυνηρή επιθυμία οι πόροι της ριγούσαν και σπάραζαν. «Έλα! Έλα μέσα μας!...» Τα σκουλήκια στα έγκατα, διψασμένα, τριγύριζαν στα τυφλά, και το γλιστερό τους σώμα έκαιγε απ' την επιθυμία της δροσιάς. «Έλα, έλα πια!...» Οι ρίζες των δέντρων πάλεψαν, στριφογύρισαν βασανιστικά, γινήκανε σα φίδια απ' την αγωνία και την απαντοχή. «Έλα! Έλα πια!...» Κι απάνω στα μάρμαρα, πάνω στη στέγη του ρημαγμένου Πύργου η σκόνη, αφού στοιβάστηκε, αφού περίμενε, ήταν πια έτοιμη. «Έλα! Έλα πια!...» -όλα ριγούσαν κι όλα ικετεύανε το νερό. Όταν, τέλος, τα σύννεφα, αφού παίξανε με την αγωνία της γης, ρίξανε τη βροχή. Στην αρχή ήταν ένα βίαιο σάλεμα: το χώμα και οι ρίζες και τα σκουλήκια και η σκόνη αναταράχτηκαν απ' τον έρωτα του νερού -επειδή πολύ τον περίμεναν. Αλλά μόλις συνέφεραν απ' το πρώτο χτύπημα αμολύθηκαν ξέφρενα, παλαβά, να πάρουν και να χορτάσουν. Από πάνω τους τ' αστροπελέκια σκίζανε τα σύννεφα, χιμούσανε τρελά από νοτιά σε βοριά, σα να γύρευαν κι αυτά να δοθούν και να πάρουν. Όλος ο τόπος γέμισε από νεύρο, από φωτιά και απ' τη δυνατή μυρουδιά της γης που γονιμοποιούσε.
   Τυλιγμένοι απ' το ζεστό κύμα της χαράς που ξέσπασε γύρω τους, απ' το κύμα του φόβου, απ' την ιστορία των τάφων, τυλιγμένοι απ' τα νιάτα τους, κάθονταν εκεί αγκαλιασμένοι σφιχτά, το αγόρι και το κορίτσι, και κοίταζαν με ολάνοιχτα μάτια. Σιγά - σιγά η αλλόφρονη δύναμη που λυσσομανούσε γύρω τους άρχισε να μπαίνει στα κορμιά τους, να χύνεται μες στο αίμα και να το ταράζει. Πρώτη εκείνη άρχισε να τρέμει. Για να την προφυλάξει πιο πολύ, να μην κρυώνει, την αγκάλιασε ακόμα πιο σφιχτά με το ένα χέρι, έπειτα και με το άλλο. Κάτω απ' τα δάχτυλα η γυμνή ύλη σπαρταρά και φωνάζει. Τα δάχτυλα σφίγγουν πιο πολύ, στριφογυρίζουν. Όταν κάποτε, σκοτεινά, τυφλά, αγγίζουν τη γυμνή ύλη.
   Βίαια, βασανιστικά, τεντωμένα απ' τις δυνάμεις του βάθους τα σώματα πέσανε στη γη, πλάι στο Θεώνιχο και τη Μνησαρέτη, ακούοντας τη φωνή της που γονιμοποιούσε. Και το ένα πήρε το άλλο, τα σώματα, για να μην είναι ξένα, αυτά μονάχα, στην ιστορία της καταιγίδας.
..........
   Πέρασε η μπόρα. Είχε σκοτεινιάσει. Λίγα άστρα φάνηκαν στον ουρανό.
   Χτυπούν την πόρτα στο φυλάκιο του Κεραμεικού.
   «Άνοιξέ μας να φύγουμε, παππούλη», λέει το αγόρι.
   «Για όνομα του Θεού! Πού είσαστε τέτοιαν ώρα;» ψιθυρίζει ο γέροντας τρομαγμένος.
   «Περιμέναμε να περάσει η βροχή», είπε το αγόρι.
   Τους άνοιξε την καγκελωτή πόρτα να φύγουν.
   «Ο Θεός μαζί σας!»
   «Ο Θεός μαζί σου, παππούλη!»
   Ο γέροντας γυρίζει στο καλύβι και στην ερημιά του. Σβήνει το φως και ξαπλώνεται.
   Οι ώρες περνούν.
   Περιμένει. Περιμένει... Τώρα θα 'ναι μεσάνυχτα. Όπου να 'ναι θ' ακουστεί η φωνή του σκοταδιού, η φωνή των νεκρών που βρυκολακιάσανε, η δυναστεία του. Όπου να 'ναι...
   Περιμένει. Στήνει το αυτί του ν' αφουγκραστεί. Η ώρα περνά. Η ώρα περνά. 
   «Μήπως;...»
   Ένα ξαφνικό κύμα ταράζει την καρδιά του.
   «Μήπως;...»
   Αλλά όχι!... Όχι!... Δε γίνεται!... Δεν μπορεί να γίνει!...
   Προχωρεί στην πόρτα του καλυβιού, την ανοίγει και κοιτάζει τα άστρα, να καρατάρει την ώρα, μήπως λαθεύει. Τα άστρα λάμπουν. Η Μεγάλη Άρκτος έχει βασιλέψει, η Πούλια ταξιδεύει πια κατά τα δυτικά. Είναι πολύ περασμένα τα μεσάνυχτα. Και η ησυχία είναι βαθιά.
   Τότε;... Τότε;...
   Η αναστάτωση μες στη γέρικη καρδιά είναι φοβερή, είναι σαν άνεμος που ξεριζώνει δέντρα. Το κορμί του τρέμει όπως τα φύλλα.
   «Μπορεί, λοιπόν, να γίνει;... Μπορεί να μην ακουστεί πια η φωνή των νεκρών;...»
 
   Περιμένει μάταια. Θα περιμένει μάταια και την άλλη νύχτα, και την άλλη -όλες τις νύχτες που θα 'ρθουν. Η φωνή δε θα ξανακουστεί. Ποτέ πια. Ο Θεώνιχος και η Μνησαρέτη βρήκαν πάλι τη γαλήνη, αναπαύτηκαν πάλι στη γη.
 
Βενέζης Ηλίας
22 Φεβρουαρίου 1944
«Νέα Εστία», 1944
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου