Παρασκευή 11 Μαρτίου 2022

ΠΡΩΤΗ ΝΥΧΤΑ

   Τέσσερις πουκαμίσες.
   Τέσσερα σεντόνια.
   Τέσσερα μισοφόρια.
   Τέσσερα τελοσπάντων απ' όλα. Και κείνο το προικιό της κόρης, που το 'χε ετοιμάσει κλωστή την κλωστή -μια κλωστούλα σήμερα, μια κλωστούλα αύριο- με την υπομονή της αράχνης, δεν είχε βαρεθεί να το δείχνει στις γειτόνισσες.
   «Φτωχικότατα πράματα, μα νοικοκυρεμένα».
   Με κείνα τα χέρια τα έρημα, τα ξασπρισμένα και τα σγαντζερά, που ήτανε μαθημένα να κάνουνε του κόσμου τις δουλειές, έβγαζε απ' το σανιδένιο μπαούλο από έλατο -ένα μακρυνάρι θεόστενο, λες κι ήτανε κάσα- αργά - αργά, προσεκτικά, σαν να 'παιρνε στα χέρια της τη Θεία Κοινωνία, κομμάτι το κομμάτι τ' ασπρόρουχα τα όμορφα, και τα φουστάνια και τις σάρπες τις διπλές τις μάλλινες: τη νυφιάτικη, με τα κεντίδια τα πλουμιστά στις γωνίες και τα κρόσσια τα μεταξωτά, μακριά ίσαμε κάτω στο πάτωμα, και τις άλλες πάλι τις τρεις -μάλλινες κι αυτές- μα κάπως λίγο πιο δεύτερες- τα πόστιαζε όλα με τη σειρά πάνω στο κρεβάτι να τα δούνε, κι έλεγε και ξανάλεγε, μ' ένα χαμόγελο, ταπεινά:
   «Φτωχικότατα πράματα...» -κι η χαρά λες και τρεμόπαιζε στα χέρια της και τη φωνή της.
   «Έμεινα μονάχη μου στον κόσμο», έλεγε. «Κι όλα με τούτα 'δω τα χέρια, που δεν τα αισθάνομαι πια. Με ήλιο, με βροχή να ξενοπλένω στη βρύση, στο ποτάμι· να ξεφλουδάω μύγδαλα, να μαζώνω ελιές, να βολοδέρνω πέρα - δώθε στα χωράφια· να κάνω την παραδουλεύτρα και τη νερουλού... Μα ας είναι, δεν πειράζει. Ο Θεός, που μέτρησε τα δάκρυά μου και ξέρει τη ζωή μου, μου 'δωκε δύναμη και υγειά. Έχω κάνει δουλειές εγώ, έχω φτύσει αίμα· κι ήρθε τώρα η ώρα μου -νισάφι πια- να πάω καλιά μου. Στον άνθρωπο εκείνο τον άγιο που είντος εκεί και με καρτερεί, σα με ρωτήσει για τη θυγατέρα μας, μπορώ πια τώρα να του πω: "Κοιμήσου, καημενούλη μου, ήσυχος, μη γνοιάζεσαι, την άφηκα καλά τη θυγατέρα σου· βάσανα δεν πρόκειται αυτή να τραβήξει. Τα πέρασα και τα τράβηξα για λόγου της εγώ". Απ' τη χαρά μου κλαίω, μη μπας και βάλετε με το μυαλό σας πως...»
   Και σφούγγιξε τα δάκρυά της η κυρα - Αντώ, με την άκρη απ' το μαντήλι της το μαύρο, που το 'χε φορεμένο στο κεφάλι της κι έδενε κόμπο κάτω απ' το σαγόνι.
   Κι ούτε που έλεγες καλά - καλά πως ήτανε αυτή, έτσι καθώς ήτανε κείνη τη μέρα στα ολοκαίνουργια ντυμένη, κι έκανε μάλιστα και πολύ περίεργη εντύπωση να την ακούς να μιλάει έτσι όπως μίλαγε όλες τις άλλες τις μέρες.
   Και δόστου να την παινεύουν οι γειτόνισσες, να παραβγαίνουνε η μια την άλλη ποια να της πρωτοδείξει τη συμπάθειά της. Όμως η Μαραστέλλα, η κόρη της, ντυμένη κιόλας νυφούλα, με το σατινένιο της το φόρεμα το γκρίζο -σωστό χάρμα!- και το γαλάζιο το μαντήλι το μεταξωτό στο λαιμό,  σε μια γωνιά της καμαρούλας, που την είχαν στολισμένη για την περίσταση όσο πιο καλά γινότανε, άμα την είδε τη μάνα της να κλαίει, αναλύθηκε και κείνη σε λυγμούς.
   «Μαραστέ', Μαραστέ', τι είν' αυτά;»
   Ήρθαν και μαζεύτηκαν με λαχτάρα γύρω της όλες οι γειτόνισσες κι είχε να πει η καθεμιά και το δικό της το λόγο:
   «Μπα, σε καλό σου, τι πράματα είν' αυτά; Κλαίνε σήμερα; Άντε τώρα, γέλα! Ξέρεις τι λέει μια παροιμία; Όσο θέλεις δούλεψε, όσα θέλω θα σου δώκω».
   «Να, έβανα με το νου μου τον πατέρα μου!» είπε κι έκρυψε το πρόσωπό της η Μαραστέλλα ανάμεσα στα χέρια της.
   Πριν από εφτά χρόνια είχε πάει από θάνατο κακό! Τελωνοφύλακας του λιμανιού, έκανε τα βράδια περιπολία με το σκάφος της ακτοφυλακής. Και μια νύχτα με θαλασσοταραχή, εκεί που παράπλεε κοντά στις Δυο Ριβιέρες, ήρθε και γύρισε το περιπολικό τ' ανάποδα κι έγινε άφαντο στη στιγμή· άφαντοι κι οι τρεις που το κυβερνούσανε.
   Σ' όλους τους θαλασσινούς η μνήμη απ' το ναυάγιο εκείνο ήταν ακόμα ολοζώντανη. Και θυμόντανε πως η Μαραστέλλα, άμα ήρθε με τη μάνα της τρέχοντας, με τα χέρια ψηλά, τεντωμένα στον άνεμο και στις ριπές απ' τα θεόρατα τα κύματα, στην άκρη εκεί στο μουράγιο του καινούργιου λιμανιού, στο μέρος όπου είχανε μεταφέρει τα πτώματα των ναυαγών, ύστερα από προσπάθειες απεγνωσμένες δύο ημερών, αντίς να πέσει γονατιστή στο πτώμα του πατέρα της, είχε σταθεί σα χαμένη μπροστά σ' ένα άλλο πτώμα, και, με τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος, μουρμούριζε:
   «Άχου, αγάπη μου! Αγάπη μου! Αχ, πώς μου κατάντησες έτσι...»
   Η κυρα - Αντώ, οι συγγενείς του πνιγμένου παλικαριού, οι άνθρωποι που είχανε τρέξει, αστραπή με τη βροντή, είχαν απομείνει άναυδοι μπροστά σ' εκείνη την αναπάντεχη αποκάλυψη. Κι η μάνα του πνιγμένου αγοριού -το λέγανε Τίνο Σπάρτι- (παιδί μάλαμα είν' αλήθεια, το καημένο), ακούγοντάς τηνε να φωνάζει έτσι, της είχε περάσει ολομεμιάς τα χέρια γύρω απ' το λαιμό, την είχε σφίξει στην καρδιά της δυνατά - δυνατά, εκεί σε όλους μπροστά, σαν να 'θελε να τήνε κάνει δική της, δική της και δική του -του νεκρού παιδιού- και με φωνές γοερές της φώναζε:
   «Κόρη μου! Κόρη μου!»
   Γι' αυτό και τώρα οι γειτόνισσες, άμα ακούσανε τη Μαραστέλλα να λέει: «Έβαλα με το νου μου τον πατέρα μου», ανταλλάξανε μια με την άλλη ματιές όλο νόημα, δείγμα βαθιάς, ανείπωτης συμπόνιας. Όχι, δεν έκλαιγε για τον πατέρα του το καημένο το κορίτσι. Ή μάλλον, ναι, μπορεί, στη σκέψη πως αν ζούσε ο πατέρας της, δε θα 'χε δεχτεί για την κόρη του αυτό εδώ το προξενιό, που στα μάτια της μάνας της και κάτω απ' τις συνθήκες τις άθλιες που ζούσε, είχε φανεί πραγματική τύχη.
   Πόσο χρειάστηκε να παλέψει η κυρα - Αντώ ίσαμε που να ξεπεράσει την άρνηση την κατηγορηματική της θυγατέρας της! 
   «Γέρασα πια, δε με βλέπεις; Πιο πολύ για το χάρο είμαι παρά για τη ζωή. Τι καρτερείς; Τι θ' απογένεις αύριο - μεθαύριο σαν καλαμιά στον κάμπο ολομόναχη;»
   Ναι, είχε δίκιο η μάνα της. Όμως και κείνη, από τη μεριά της -η Μαραστέλλα- έκανε ένα σωρό σκέψεις διαφορετικές. Ναι μεν καλός άνθρωπος αυτός ο ντον Λίζι Κίρικο, που θέλανε να της δώσουνε για άντρα της -δεν το αρνιότανε- όμως ήτανε γέρος σχεδόν, και χηρευάμενος από πάνω. Τον έρημο! Παντρευότανε ξανά το πιο πολύ από ανάγκη, όχι από έρωτα, ένα μόλις χρόνο από τότε που χήρεψε, γιατ' είχε ανάγκη εκεί πάνω από μια γυναίκα, να γνοιάζεται το σπιτικό και να του φκιάνει και κάνα πιάτο φαΐ το βράδυ. Να γιατί ξαναπαντρευότανε.
   «Και σένανε τι σε μέλλει;» την είχε αντισκόψει η μάνα της. «Ίσα - ίσα αυτό εσένανε θα πρέπει να σε κάνει να νιώθεις εμπιστοσύνη: σκέφτεται σαν άνθρωπος μυαλωμένος. Γέρος; Μα δεν είναι καλά - καλά ούτε σαράντα χρονών. Δε θα σ' αφήκει να σου λείψει τίποτα: μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει έχει το μισθό του, δουλειά καλή. Ένα τάληρο τη μέρα: σωστή τύχη!»
   «Ω, ναι, μάλιστα! Ωραία δουλειά! Ωραία!»
   Εδώ ήταν ακριβώς το πρόβλημα: η κυρα - Αντώ το 'χε καταλάβει απ' την αρχή: ήτανε το είδος της δουλειάς που έκανε ο Κίρικο.
   Και μια μέρα όμορφη μαγιάτικη, κάλεσε -η ίδια η καημένη- κάτι φιλενάδες της να πάνε μια βόλτα ίσαμε κει πάνω στο ύψωμα, που δέσποζε πάνω ψηλά από το χωριό.
   Ο ντον Λίζι Κίρικο, απ' το πορτόνι του μικρού λευκού κοιμητηρίου, που ξανοίγεται πέρα ψηλά, πάνω από το χωριό, με τη θάλασσα μπροστά και τα χωράφια πίσω, άμα είδε τη συντροφιά των γυναικών να 'ρχεται από μακριά, βγήκε και τις κάλεσε να περάσουνε μέσα.
   «Το βλέπεις; Τι έχει; Λες κι είναι μπαξές με λογιών - λογιών λουλούδια...» είχε πει στη Μαραστέλλα η κυρα - Αντώ, ύστερ' από κείνη την επίσκεψη στο κοιμητήρι. «Λουλούδια που δε μαραίνονται ποτές. Κι ένα γύρω κάμπος, εξοχή. Έτσι και βγάλεις λίγο το κεφάλι σου απ' το πορτόνι, θα δεις κάτω το χωριό στα πόδια σου πιάτο· θ' ακούσεις το βουητό, τη χλαλοή του... Κι είδες τι καμαρούλα όμορφη, προσήλια, πεντακάθαρη, χιονάτη; Σφαλνάς το βράδυ πόρτα και παράθυρο, ανάβεις το φως, κι είσαι σπίτι σου: ένα σπίτι σαν όλα τ' άλλα. Τι σκέφτεσαι;»
   Και οι γειτόνισσες, κι αυτές απ' τη μεριά τους:
   «Μα και βέβαια, έτσι είναι! Κι έπειτα όλα στη ζωή μια συνήθεια είναι· θα το δεις, άμα περάσουνε κάνα δυο μερούλες, δε θα σου κάνει πια καμιάν εντύπωση. Κι όσο για τους πεθαμένους, κόρη μου, αυτοί δεν κάνουνε κακό. Απ' τους ζωντανούς να φυλάεσαι. Κι έτσι καθώς είσαι πιο μικρή από μας, θα μας δεχτείς όλες, μία - μία, εδώ πάνω. Ετούτο εδώ είναι το σπίτι μας το μεγάλο κι εσύ θα 'σαι η αφέντρα του σπιτιού κι ο φύλακας ο καλός μας».
   Αυτή η επίσκεψη εκεί πάνω, την όμορφη μαγιάτικη μέρα, είχε χαραχτεί στην ψυχή της Μαραστέλλας κι ήτανε μια οπτασία παρήγορη τους έντεκα μήνες που κράτησε η μνηστεία της: αυτήν ανακαλούσε στη μνήμη της σε ώρες απελπισίας, προπάντων σαν έπεφτε η νύχτα κι η ψυχή της σκοτείνιαζε κι έτρεμε απ' το φόβο της σαν το φύλλο.
   Σφούγγιζε ακόμα τα δάκρυά της, όταν φάνηκε στο κατώφλι ο ντον Λίζι Κίρικο, κρατώντας στην αγκαλιά του δυο χαρτοσακούλες πελώριες, αγνώριστος σχεδόν.
   «Χριστός και Παναγία!» ξεφώνησε η κυρα - Αντώ. «Μα τι πήγες κι έκανες εκεί, Χριστιανέ μου;»
   «Εγώ; Α, ναι... Ξουρίστηκα...» αποκρίθηκε ο ντον Λίζι, μ' ένα χαμόγελο θλιβερό που πηγαινοερχότανε αμήχανο στα πελιδνά γυμνωμένα του χείλη.
   Μα δεν είχε απλώς ξυριστεί ο ντον Λίζι: είχε κατακοπεί κιόλας· τόσο σκληρά, τόσο άγρια είχανε φυτρώσει τα γένια του σ' εκείνα τα βαθουλωτά, τα σκαμμένα μάγουλα που τον έκαναν τώρα να μοιάζει με ξεγδαρμένο γερασμένο τραγί.
   «Εγώ, εγώ, εγώ τον έβαλα να ξουριστεί», βιάστηκε να μπει στη μέση, καταφτάνοντας φουντωμένη, κατακόκκινη η ντόνα Νέλα, η αδερφή του γαμπρού, μια καρατέλα τεραστίων διαστάσεων, σίφουνας σωστός.
   Κράταγε κάτω από το σάλι της κάτι μποτίλιες, κι έτσι που μπήκε μέσα, ήτανε σα να 'πιασε ολόκληρη την καμαρούλα, με κείνο το πράσινο - μπιζελί φουστάνι της το μεταξωτό, που φουρφούριζε τριζάτο σα γάργαρη πηγή.
   Ερχότανε από κοντά κι ο σύζυγος, ξερακιανός σαν τον Λίζι, ηλιοκαμένος και αμίλητος.
   «Καλά δεν έκανα;» συνέχισε εκείνη, καθώς έβγαζε και ξεφορτωνότανε το σάλι της. «Πρέπει να μας απαντήσει η νύφη. Πού 'ναι τη; Κοίτα, Λίζι! Δε στο 'λεγα εγώ; Κλαίει... Δίκιο έχεις, μανάρι μου. Αργήσαμε πολύ. Αυτός εδώ φταίει, ο Λίζι. "Να ξουριστώ; Να μην ξουριστώ". Δυο ώρες ίσαμε που να τ' αποφασίσει. Μα, για πες μου, δε σου φαίνεται κομμάτι πιο νέος τώρα; Ανήμερα του γάμου, με κείνες τις βρωμότριχες τις άσπρες...»
   «Εγώ θα τις αφήκω να ξαναμεγαλώσουνε», είπε αντισκόφτοντας την αδερφή του ο Κίρικο, και καθώς κοιτούσε τη νεαρή γυναίκα είχε μια όψη θλιβερή. «Φαίνομαι γέρος όσο και πρώτα κι ασκημότερος». 
   «Ο άντρας, ρε γομάρι, άντρας είναι! Ούτε όμορφος, ούτε άσκημος!» αποκρίθηκε τότε φουρκισμένη η αδερφή του. «Για κοίτα κει, να δεις! Καινούργιο κοστούμι! Χάλια το 'κανες, κρίμας!»
   Κι άρχισε να του δίνει ξυλιές με τα χέρια της στα μανίκια, να του τινάξει τ' αλεύρι από τα ζυμαρικά που τα κράταγε ακόμα στις δυο χαρτοσακούλες.
   Ήτανε κιόλας περασμένη η ώρα· έπρεπε πρώτα να πάνε στο Δημαρχείο, να μην τον αφήσουνε τον αντιδήμαρχο να περιμένει, και μετά στην εκκλησία· η τελετή έπρεπε να τελειώσει πριν από το σούρουπο. Ο ντον Λίζι, αφοσιωμένος στη δουλειά του, ήτανε σα να καθότανε στ' αγκάθια, πιο πολύ εξαιτίας της αδερφής του, που πετούσε τη σκούφια της για σαματά και κακό, κι έδινε, μετά τις απανωτές προπόσεις και το φαγοπότι, οδηγίες και παραγγελιές.
   «Πρέπει να σημάνουνε οι καμπάνες! Πού ακούστηκε ποτέ γάμος χωρίς καμπάνες; Πρέπει να χορέψουμε! Να στείλετε να 'ρθει ο Σίδωρος ο γκαβός... Μαντολίνα και κιθάρες!»
   Άφηνε κάτι στριγγιές, που ο αδερφός της αναγκάστηκε να τήνε πάρει κατά μέρος.
   «Πάψε, Νέλα, πάψε! Θα 'πρεπε να το 'χες καταλάβει πως δε μ' αρέσουνε τα πανηγύρια».
   Η αδερφή του κάρφωσε στο πρόσωπό του να! κάτι ματάρες.
   «Πώς; Ίσα - ίσα! Γιατί;» 
  Ο ντον Λίζι κράτησε τα ματοτσίνορά του στυλωμένα και πήρε μια ανάσα βαθιά. 
   «Σκέψου πως δεν πάει μήτε χρόνος από τότες που εκείνη η άμοιρη...»
   «Α, μπα; Αλήθεια; Ακόμα το σκέφτεσαι;» τον αντίσκοψε η ντόνα Νέλα μ' ένα μορφασμό. «Μα αφού παντρεύεσαι! Ω ρε καψερή Νουντσιάτα!»
   «Ξαναπαντρεύομαι», είπε ο ντον Λίζι, γλαρώνοντας τα μάτια, χλωμός σαν το φλουρί, «όμως ούτε χορούς θέλω, ούτε καμπάνες. Εγώ άλλα πράματα έχω στην ψυχή μου».  
   Κι άμα του φάνηκε πως η μέρα κόντευε πια να δύσει, παρακάλεσε την πεθερά του να ετοιμάσει τα πράγματα όλα για την αναχώρηση.
   «Μαθές, το ξέρετε, εκεί πάνω έχω να σημάνω εσπερινό».
   Λίγο προτού αφήσει το πατρικό της, κρεμασμένη απ' το λαιμό της μάνας της, η Μαραστέλλα ξέσπασε και πάλι σε κλάματα, έκλαιγε και δεν έλεγε να σταματήσει. Δεν τη βαστούσε η καρδιά της να πάρει μόνη της το δρόμο με δαύτονε για κει πάνω...
   «Θα σε πάμε όλοι μαζί παρέα, μην κλαις», την παρηγορούσε η μάνα της. «Σταμάτα, χαζούλα, να κλαις!»
   Όμως έκλαιγε κι αυτή και κλαίγανε κι όλες οι άλλες οι γειτόνισσες μαζί της.
   Θλιβερή αναχώρηση!
   Μονάχα η ντόνα Νέλα, η αδερφή του Κίρικο, αναψοκοκκινισμένη όσο ποτέ, αυτή μόνο δεν ήτανε συγκινημένη: έλεγε πως είχε παραβρεθεί σε κάπου δώδεκα γάμους και πως, στο φινάλε, δάκρυα και κουφέτα δεν είχαν λείψει ποτές.
   «Κλαίει η κόρη π' αφήνει τη μάνα της, κλαίει η μάνα π' αφήνει τη θυγατέρα της... Τα γνωστά! Άντε γειά μας! Πάμε για ένα κατοσταράκι ακόμα, να πνίξουμε τον καημό, κι έπειτα δρόμο, γιατί ο Λίζι είναι βιαστικός...»
   Κινήσανε να φύγουνε. Λες κι ήτανε ξόδι, όχι γαμήλια πομπή. Κι ο κόσμος που τους έβλεπε να περνάνε, πρόβαλλε στα πορτόνια και τα παραθύρια κι ήρθε και στάθηκε καταμεσής στο δρόμο αναστενάζοντας:
   «Καψερή γυναίκα!»
   Εκεί πάνω, σ' εκείνο το ξάγναντο το μικρό, μπροστά στο πορτόνι, οι καλεσμένοι κοντοστάθηκαν για λίγο, πριν αποχαιρετιστούνε, να δώσουν συμβουλές στη Μαραστέλλα να μη φοβάται. Ο ήλιος πήγαινε να βασιλέψει κι ο ουρανός, τυλιγμένος στις φλόγες, είχε βαφτεί κατακόκκινος κι η θάλασσα λες κι είχε πάρει απ' τις φλόγες φωτιά. Από κάτω απ' το χωριό, έφτανε πάνω ένα βουητό ακαθόριστο, αδιάκοπο, σαν από κάποια αναταραχή μακρινή κι οι φωνές εκείνες, κύματα - κύματα, όλο χαχανητά, έρχονταν και χτυπούσανε πάνω στον τοίχο τον άσπρο, τον σγαντζερό, που έζωνε το κοιμητήρι, εκεί ψηλά, βυθισμένο στη σιωπή.
   Ο χτύπος της καμπάνας αργυρός, αγέρινος, καθώς τη χτυπούσε ο ντον Λίζι για να σημάνει τον εσπερινό, στάθηκε κάτι σαν σινιάλο για την αναχώρηση των καλεσμένων. Κι όπως χτυπούσε η μικρή καμπάνα, ο τοίχος του μικρού κοιμητηρίου θαρρείς και φάνταζε πιο λευκός. Ίσως επειδή τώρα η ατμόσφαιρα είχε γίνει κάπως πιο μουντή. Θα 'πρεπε να πηγαίνουν, να μην αργήσουνε. Κι άρχισαν όλοι τους ν' αποχαιρετάνε τη νύφη, μ' ένα σωρό ευχές.
   Είχαν απομείνει, με τη Μαραστέλλα σα χαμένη, ξυλιασμένη από το κρύο, η μάνα της και δυο ακόμα φιλενάδες της από τις πιο στενές. Ψηλά τα σύγνεφα, τυλιγμένα πριν από λίγο μέσα στις φλόγες, είχαν γίνει τώρα κατάμαυρα, σκοτεινά από την αντάρα.
   «Θέλετε να περάσετε μέσα;» ρώτησε ο ντον Λίζι, από το κατώφλι της πόρτας, τις γυναίκες.
   Όμως η κυρα - Αντώ του 'γνεψε με το χέρι της να σωπάσει και να περιμένει! Η Μαραστέλλα έκλαιγε και μέσα στ' αναφιλητά της την ικέτευε να τήνε πάρει πίσω μαζί της κάτω στο χωριό.
   «Για τ' όνομα του Θεού! Για τ' όνομα του Θεού!»
   Δε φώναζε· της μιλούσε τόσο χαμηλόφωνα κι είχε τέτοια τρεμούλα η φωνή της που η καημένη η μάνα της ένιωθε να της ξεριζώνουν την καρδιά. Η τρεμούλα της κοπέλας -το καταλάβαινε αυτή- ήτανε γιατί από το πορτόνι είχε ξεκρίνει στο εσωτερικό το κοιμητήρι, είχε δει όλους εκείνους τους σταυρούς, που έπεφτε πάνω τους η σκιά της νύχτας.
   Ο ντον Λίζι, περνώντας αριστερά, έκανε ν' ανάψει στην καμαρούλα το φως· με μια ματιά κοίταξε ένα γύρω, να δει αν ήταν όλα εντάξει κι έμεινε κάπως διστακτικός, αν θα 'πρεπε να περάσει μέσα ή να σταθεί και να περιμένει εκεί, ίσαμε που η μητέρα της να πείσει τη γυναίκα του να μπει μέσα.
   Την ένιωθε και την καταλάβαινε. Είχε συναίσθηση: το πρόσωπό του θλιβερό, αλλοσούσουμο, γερασμένο, δεν ήτανε δυνατόν να εμπνεύσει στη γυναίκα του ούτε αγάπη ούτε εμπιστοσύνη. Ένιωθε κι αυτός την καρδιά του να πλημμυρίζει από δάκρυα.
   Μόλις το προηγούμενο βράδυ είχε πέσει γονατιστός, κλαίγοντας σαν μικρό παιδί, μπροστά σ' ένα μικρό σταυρό στο κοιμητήρι, θέλοντας ν' αποχαιρετήσει την πρώτη του γυναίκα μια για πάντα. Δεν έπρεπε να την ξανασκεφτεί ποτέ πια. Τώρα θα ήταν αποκλειστικά και μόνο γι' αυτήν εδώ, σύζυγος και πατέρας μαζί· όμως οι καινούργιες φροντίδες για τη γυναίκα του δεν θα τον έκαναν να παραμελήσει τις φροντίδες που χρόνια τώρα είχε αναλάβει για όλους εκείνους που, είτε γνωστοί και φίλοι είτε άγνωστοι, κοιμόντανε κάτω απ' τη δική του επίβλεψη εκεί ψηλά.
   Στη βραδινή του εκείνη περιδιάβαση, το προηγούμενο βράδυ, είχε δώσει το λόγο του σε όλους τους σταυρούς.
   Τελικά η Μαραστέλλα υποχώρησε και δέχτηκε να περάσει μέσα. Γρήγορα - γρήγορα η μάνα της έκλεισε την πόρτα, λες κι ήθελε ν' απομονώσει τη θυγατέρα της στο γνώριμο περιβάλλον της καμαρούλας και ν' αφήσει απ' έξω τον τρόμο που γεννούσε το τοπίο. Και πραγματικά, η θέα του νοικοκυρεμένου σπιτικού  λες κι έχυσε κάτι σαν βάλσαμο παρηγοριάς στη Μαραστέλλα.
   «Άντε, βγάλε τώρα το σάλι σου», είπε η κυρα - Αντώ. «Στάσου να σου το βγάλω εγώ. Είσαι στο σπίτι σου τώρα...»
   «Κυρά», πρόσθεσε ο ντον Λίζι, δειλά, μ' ένα πικραμένο χαμόγελο, γιομάτο αγάπη. 
    «Τον ακούς;» ξανάρχισε η κυρα - Αντώ, για να κάνει το γαμπρό της να συνεχίσει.
   «Κυρά κι αφέντρα, δική μου και του σπιτιού», συνέχισε ο ντον Λίζι. «Πρέπει να το ξέρει αυτό. Εδώ θα 'χει έναν άνθρωπο που θα την αγαπάει και θα τη σέβεται, όσο και η ίδια η μάνα της. Και δεν πρέπει τίποτα να φοβάται».
   «Τίποτα, τίποτα, το ξέρουμε!» πρόσθεσε η μάνα. «Τι, μωρό είναι πια; Σαν τι να φοβηθεί; Θα στρωθεί μια χαρά και θα κάνει του κόσμου τις δουλειές... Έτσι; Έτσι;»  
   Η Μαραστέλλα έγνεψε πολλές φορές με το κεφάλι της καταφατικά· όμως όταν η κυρα - Αντώ κίνησε, μαζί με τις άλλες δυο γειτόνισσες, να φύγει, ξέσπασε ξανά πάλι σε κλάματα, χύθηκε πάλι στο λαιμό της μάνας της και κόλλησε πάνω της σα βεντούζα. Με τρόπο εκείνη, βιαστικά, ξέφυγε απ' το σφιχταγκάλιασμα της κόρης, τής έδωκε τις τελευταίες συμβουλές: να έχει εμπιστοσύνη στο Θεό και στον άντρα της, κι έφυγε, με τις γειτόνισσες μαζί, κλαίγοντας κι αυτή.
   Η Μαραστέλλα έμεινε σιμά στην πόρτα, αυτή που βγαίνοντας την είχε γείρει λίγο η μάνα της κι έκανε, φέρνοντας στο πρόσωπό της τα χέρια, να πνίξει τους λυγμούς που την πλημμύριζαν, όταν ένα φύσημα του αγέρα σα να την έκλεισε κείνη την πόρτα, δίχως να κάνει θόρυβο.
   Με τα χέρια στο πρόσωπό της ακόμα, δεν το πήρε είδηση: απεναντίας, λες και της φάνηκε ξαφνικά -τις οίδε γιατί- πως μέσα της, σαν ν' άνοιξε, λέει, ξαφνικά, ένα κενό γλυκό, ονειρεμένο· είχε την αίσθηση πως ερχόταν κάτι σαν τρέμουλο από τριζόνια, πέρα μακριά, κάτι δροσιστικό και μεθυστικό σαν άρωμα από λουλούδια. Πήρε τα χέρια της από τα μάτια: στο κοιμητήρι είδε μια λάμψη φωτεινή, πιο λαμπερή κι από αυγινή, μια λάμψη ασάλευτη κι ακίνητη που μάγευε το σύμπαν.
   Ο ντον Λίζι έτρεξε να ξανακλείσει την πόρτα. Και τότε ξαφνικά η Μαραστέλλα, τρέμοντας σύγκορμη, γυρεύοντας να κουρνιάσει σε μια γωνιά, ανάμεσα στον τοίχο και την πόρτα, του φώναξε:
   «Μη, σε παρακαλώ, μη μ' αγγίζεις!»
   Πληγωμένος από κείνη την αυθόρμητη εκδήλωση αποστροφής ο ντον Λίζι τα 'χασε.
   «Δεν ήθελα να σ' αγγίξω», είπε. «Ήθελα μόνο να κλείσω την πόρτα καλά».
   «Μη, μη», άρχισε αμέσως πάλι η Μαραστέλλα, θέλοντας να τον κρατήσει μακριά. «Άστε την ανοιχτή. Δεν σκιάζομαι!»  
   «Ε, τότε;...» ψέλλισε ο ντον Λίζι, κι ήτανε σαν να του πέφτανε τα χέρια.
   Στη σιγαλιά, απ' τη μισόκλειστη πόρτα, έφτανε από μακριά το τραγούδι κάποιου χωρικού που γύριζε ανέμελος από το χωράφι και κει, κάτω απ' το φεγγάρι, τ' αγέρι το δροσερό το διαπερνούσε και το πότιζε η μυρουδιά απ' το χλωρό νιοθέριγο χορτάρι.
   «Αν θες, να περάσω», άρχισε πάλι ο ντον Λίζι, πίκρα φαρμάκι απ' τη στενοχώρια του, «πάω να κλείσω καλά την ξώπορτα γιατί έμεινε ανοιχτή».
   Η Μαραστέλλα δεν το κούνησε ρούπι, έμεινε 'κει που 'χε τρυπώσει στη γωνία. Ο Λίζι Κίρικο πήγε αργά να κλείσει την ξώπορτα. Τη στιγμή που πήγαινε να μπει, την είδε να 'ρχεται κατά πάνω του, λες κι είχε χάσει τα λογικά της.
   «Πού 'ναι τος; Πούντος ο πατέρας μου; Πέστε μου! Θέλω να πάω στον πατέρα μου».
   «Μάλιστα! Γιατί όχι; Σωστά, θα σε πάω», της αποκρίθηκε κείνος πίκρα φαρμάκι. «Κάθε βράδυ, προτού πάω στο κρεβάτι μου, κάνω μια βόλτα. Καθήκον μου. Απόψε, για χάρη σου, δε θα την έκανα. Άντε, πάμε. Δε χρειάζεται φαναράκι. Είναι το και μας φέγγει από ψηλά το φανάρι τ' ουρανού».
   Και πήγανε από κάτι δρομάκια χαλικόστρωτα και μονοπάτια με λεβάντες ανθισμένες.
   Ένα γύρω ξεχώριζαν και φάνταζαν λευκά, κατάλευκα, στο φως του φεγγαριού, τα μνήματα τ' αρχοντικά και μαύροι, με τη σκιά τους να γέρνει μονόπαντα στη γης, σάμπως να κείτονταν στο χώμα, οι σταυροί οι σιδερένιοι των φτωχών.
   Πιο καθαρό, πιο διάφανο, έφτανε απ' τα λιβάδια τα κοντινά, τρεμουλιαστό το τραγούδι απ' τα τριζόνια κι ασίγαστο κι αδιάκοπο το βουητό της θάλασσας από μακριά.
   «Να», είπε ο Κίρικο, δείχνοντας έναν τάφο απέριττο, ταπεινό, με μια ταφόπετρα χτισμένη από πάνω, να θυμίζει το ναυάγιο με τα τρία τα θύματα του καθήκοντος. «Είναι κι ο Σάρτι», πρόσθεσε, βλέποντας τη Μαραστέλλα να πέφτει γονατιστή μπροστά στον τάφο με λυγμούς. «Εσύ κλάψε 'δω... Εγώ θα πάω πιο πέρα, δεν είναι μακριά».
   Το φεγγάρι απ' τον ουρανό κοιτούσε το μικρό το κοιμητήρι ψηλά πάνω στο ύψωμα. Μόνο αυτό είδε την όμορφη απριλιάτικη κείνη νύχτα τις δύο σκοτεινές σκιές, κοντά στα δυο τα μνήματα, στο κίτρινο χαλικόστρωτο μονοπάτι.
   Ο ντον Λίζι, σκυφτός πάνω απ' τον τάφο της πρώτης του γυναίκας, έκλαιγε μ' αναφιλητά:
   «Νουντσιά', Νουντσιά', μ' ακούς;»
 
Πιραντέλλο Λουίτζι
(μετφ. Εσπερία Καπόγλου - Σουρβίνου)
  «Νέα Εστία» 1997
Ε.ΚΕ.ΒΙ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου