Το Βγενάκι. Έτσι τη λέγανε πριν γίνει ο διωχμός, σαν ήτανε στον τόπο της, ανάμεσα στα καλά της. Μοναχοκόρη μέσα στ' αρχοντόσπιτό τους. Τι χτήματα, τι ελιές και τι αμπέλια, όλο χρυσή σουλτανίνα. Και τι προικιά. Τέσσερα μεγάλα καρυδένια μπαούλα, φάρκα. Τεφαρίκια πράματα. Του χεριού και της κρεβατής (1). Κι η συχωρεμένη η μάνα της, η κερα - Σμαραγδή η Χατζήδαινα, τη μοσκανάθρεβε μέσα στα κονάκια κι όλο έλεγε κι έλεγε, ξομπλιάζοντας κανέ δισκομάντηλο, για μαρκάροντας καμιά πετσέτα: «Ποιος, λέγου, θαν' η χ'σός κ' η καλουρίζ'κους, που θα βγάλ' τα παπούτσια τ', να 'μπει μέσα στους σπίτ' μας κι μέσα στου σόι μας! Να παρ' κουπιλούδα - τραντάφ'λου αμύριστου κι σπίτ' γιμάτου σαν του ρόδ'!»
Ωστόσο το Βγενάκι μεγάλωνε και όλο τη γυρεύανε και κανένας γαμπρός δεν ήτανε του γούστου της και της αρεσκιάς της.
Σαν ήτανε κοριτσόπουλο η μάνα της την κανάκευε και την παινολογούσε δυνατά, ν' ακούν όλοι οι γειτόνοι:
«Μπουμπούκι θα το δώσου 'γω... Τσαγαλάκι τρουφαντό θα τού δώσου 'γω. Μ'κρο - μ'κρό κι χουρ'κό θα το παντρολογήσου 'γω. Ιγγουνάκια να νταντέψου στα γόνατά μ', ιγγουνάκια να χορέψου στα χέρια μ'!»
Κατόπιν, όσο το Βγενάκι μεγάλωνε και μέστωνε κι όλο απόδιωχνε τις προξενιές, η Χατζήδαινα τα γύριζε σιγά - σιγά:
«Μουρό πράμα, λέγου! Να μεστώσ' κι να τρανέψ' μια στάλα, να μπουρεί να στήσ' σπίτ' κι άντρα. Δε θέλου 'γω νιάνιαρα για μουρουμάνες κι μουρά για λεχούσες!»
Και σαν έγινε πια μεγάλη κοπέλα, πάντα το ίδιο κακανάρεστη στις προξενιές που δεν απολείπανε, η κερα - Χατζήδαινα δεν τα 'λεγε πια φωναχτά τα κανάκια (2) της. Μόνο έβαλε κάτω τα προικιά κι άρχισε -χρυσοχέρα κι ακούραστη- ν' αλλάζει τα κεντήματα και τα σκέδια, που δεν ήτανε πια της μόδας, και να ξαναφκιάνει τις νυχτικιές και τις μάρκες πάνω στα κελύφια (3) και στα μεταξοσέντονα και στα προσόψια.
Ξαφνικά ξέσπασε ο μεγάλος χαλασμός. Οι Τούρκοι περάσανε σα δρόλαπας πάνω στις ελληνικές πολιτείες και στα χωριά της Ανατολής. Μαχαίρι και ξεθεμελιωμός. Ρημάξανε και το χωριό της, σφάξανε μαζί με τους άλλους και τα γονικά της. Νταγκαλάκια (4) ξυπόλυτα, Τσέτες με τα μάτια των πεινασμένων σκυλιών, γιουργιάρανε και πάνω στ' αρχοντικό της Χατζήδαινας. Πλιατσικολογήσανε το σπίτι που 'τανε γεμάτο σαν το ρόδι, σπάσανε με τους μπαλτάδες και τα τέσσερα καρυδένια μπαούλα με τα προικιά τα ψιλοκεντημένα. Σκίσανε τα μεταξωτά και τα βάλανε για τσεβρέδες στα ζουνάρια τους τα κόκκινα, σαρίκια τα δέσανε γύρω στα γλίτζικα (5) τα φέσια τους.
Το Βγενάκι είχε την τύχη και βρέθηκε ταξιδεμένη, μουσαφίρισσα σε μια ξαδέρφη της στη Μυτιλήνη -ο πατέρας της βαστούσε από κει. Έτσι γλίτωσε με την ψυχή στο στόμα.
Σαν έκλαψε κι απόκλαψε τα γονικά της και τη φτώχεια που την πλάκωσε έτσι ανεπάντεχα, οι συγγενήδες, που αλήθεια τής σταθήκανε στη μεγάλη συφορά, τής το 'πανε μια μέρα παστρικά και ξάστερα, πως ήτανε πια καιρός να τής βρουν έναν άντρα ν' αποκουμπήσει την ορφάνια της. Το Βγενάκι έκλαψε πάλι, που τόσο πικρά τέλειωνε τ' όνειρο του γάμου της, όμως δεν είπε τ' όχι. Έτρεμε, αλήθεια, η καρδούλα της, μην κακοπέσει, μα λαχταρούσε καταβαθά της ν' ανοίξει πια σπίτι, να κανακέψει άντρα και μωρά. Γιατ' είχε πατήσει πια στα τριάντα πέντε κι ας τα 'πνιγε εδωνά που τα λέμε. Άλλαξε βέβαια κάμποσο από τότες που η μακαρίτισσα η Χατζήδαινα την τραγουδούσε «τροφαντό τσαγαλάκι» και φτεροκοπούσε, κοπελούδα - πεταλούδα, μέσα στα περιβόλια του πατέρα της. Ήτανε ακόμα ωστόσο μορφοκοπέλα, άσπρη κι αφράτη, μόνο που έπιασε τώρα - τώρα να παχαίνει. Τα μάγουλα και τα λαιμά της άρχισαν να μαλακώνουν και πάνω στην κοντυλένια τη μυτούλα της βγήκανε κάτι ψιλά - ψιλά μαυράκια, ίσαμε τη μύτη της καρφίτσας, και ακόμα κάτι μερικές φλεβίτσες κοκκινωπές σα νήματα.
Εκείνο που απόμεινε ανέγγιχτο από την κοριτσίστικη ομορφιά της ήτανε τα μάτια της. Ένα ζευγάρι μάτια φεγγερά, παστρικά κι ολοκάθαρα σαν του παιδιού. Ήτανε καστανά ψιχαλιστά κι απόμειναν έτσι παρθενικά κι αθώα, όπως ήτανε στα δεκαεφτά της χρόνια. Από κείνα της τα χρόνια τής απόμεινε και τ' όνομα: Το Βγενάκι. Τώρα που ωρίμασε μεγαλοκοπέλα και πάχυνε, άρχισε να τη στενοχωρεί τούτο το κοριτσίστικο όνομα. Τής φαινότανε σαν κοντοφούστανο παιδιάτικο, πάν' από το γόνατο, τής φαινότανε σαν ένα παλιό της μπουστάκι που δεν την έπαιρνε πια κι αυτή επίμενε να το φορά.
«Βγενιώ, λέτε με», έλεγε. «Βγένα λέτε με πια!»
Το 'λεγε και χαμογελούσε και κοκκίνιζε σα να 'φταιγε.
Κι όλα τής λέγανε πως ήτανε καιρός πια να παντρεφτεί, για να παραμεριστεί για πάντα στο ράφι.
Και παντρέφτηκε το Βγενάκι.
Καλοπαντρέφτηκε κιόλας, σαν που τ' άξιζε η χρυσή της η γνώμη κι η καρδούλα της η κοριτσίστικη, η τρυφερή, που αγαπούσε τα χάδια και διψούσε τα γλυκόλογα και τα κανάκια. Πήρε τον κυρ - Πελοπίδα από τ' Αϊβαλί. Πρόσφυγας ήταν κι εκείνος στη Μυτιλήνη. Ένας μεσόκοπος, καμιά σαρανταριά χρονώ, με συμπαθητική φαλακρίτσα και καλοθρεμμένα κόκκινα μάγουλα. Ήταν από κείνους τους ίσιους και γερούς λαϊκούς τύπους, που σε κοιτάζουν ανοιχτόκαρδα και κατάματα, έτοιμοι να γελάσουν καλοκάγαθα με το τίποτα. Αυτό δείχνει γεια και καλή καρδιά. Ο κυρ - Πελοπίδας είχε ένα ζευγάρι μουστάκια μαύρα - φυσικό χρώμα- που πλάγιαζαν ειρηνικά δίπλα στο χαμογελαζούμενο στόμα με τα καθαρά τετράγωνα δόντια. Κι αυτόν η προσφυγιά τον έριξε στ' ακρογιάλι του νησιού, έρμον κι άραχλο. Όμως δεν απελπίστηκε, δεν τα 'βαλε κάτω. Από 'δω το 'χε από κει το 'χε, τα κατάφερε κι άνοιξε ένα νοικοκυρεμένο μπακαλικάκι στην Απάνω Σκάλα. Κι έτσι που 'ταν από φυσικό του βολικός και ανοιχτόκαρδος μ' όλο τον κόσμο, η δουλειά του αυγάτιζε και τραβούσε πρίμα. Πήρε στο τέλος και την προμήθεια της φρουράς στα τρόφιμα και στα είδη μπακαλικής κι αυτό τόνε σήκωσε μονομιάς πολύ. Έγινε ανάγκη να πάρει κι έναν υπάλληλο να τόνε βοηθά στη δουλειά, τώρα που δεν τήνε πρόφταινε πια μόνος του. Ο κυρ - Πελοπίδας έκανε και τον ψάλτη στον Άη - Θανάση. Εκειδά, μέσα στην εκκλησιά, είναι π' αγαπηθήκανε με το Βγενάκι σιγά - σιγά. Αυτή καθότανε μέσα στο στασίδι που είναι κάτω από τον άμβωνα, κατάντικρυ στο αναλόγι του. Κι ο κυρ - Πελοπίδας, θέλοντας και μη, την έβλεπε έτσι παχουλή και καμαροφρύδα και κάθε φορά που σήκωνε απάνω της τα μάτια του, κάτι λαχτάριζε γλυκά μέσα στα στήθια του. Έτσι τα 'φερνε βόλτα και κάθε φορά στο χερουβικό τα κατάφερνε να προφτάσει το «κράτημα», οπού δεν είχε το ταίρι του ανάμεσα σ' όλους τους ψαλτάδες. Χωρίς να το θέλει, η ματιά του ακουμπούσε χαδιάρικα και παρακαλεστικά στη μεγάλη άσπρη κοπέλα τη μαυροφόρα, που χαμήλωνε έτσι συσταζούμενα τα μεγάλα της ματόκλαδα αντίκρυ του. Κι αυτός άρχιζε το «κράτημα»:
«Τερερερέεεμ - ρερέεεεμ - ρερέμ. Τερερερέμ - ρερού - τερέεμ - τερέ - τερερέ!»
Τι καημός και τι γλύκα. Πώς το μελώδιζε τούτο το ψαλτικό τσάκισμα, όλο πάθος και έρωτα. Το πιπίλιζε μερακωμένος, το τραβούσε μαλακά σαν κλωνιά μαστίχη και το γύριζε όλο πάσσο (6) και παράπονο, που σ' έπιανε απ' τα φυλλοκάρδια. Μέσα στο «κράτημα» ο κυρ - Πελοπίδας έβαζε όλο το κλάμα της προσφυγιάς, όλη τη λαχτάρα της καρδιάς του, που διψούσε αγάπη, που παρακαλούσε για μια στάλα αγάπη, όλη τη λατρεία του προς την άσπρη κοπέλα με τα πένθιμα ρούχα, που κατέβαζε τα μεγάλα της ματόκλαδα αντίκρυ του κι αγγίζανε τα μάγουλά της.
Όλα τούτα για το Βγενάκι ήτανε και της τα 'λεγε χωρίς λόγια. Κι αυτή τα καταλάβαινε -έννοια σου- ένα προς ένα. Κι ύστερα, σαν παντρέφτηκαν, πάλι για το Βγενάκι ήτανε τα τσακίσματα τα μουσικά στο μελένιο το «κράτημα». Τ' αντρόγυνο περνούσε χρυσές μέρες, μέλι - γάλα.
Στ' αλήθεια ήτανε δυο απλοί και αγνοί άνθρωποι, που μεσοκόπησαν και πήγαν κι ακόμα δεν ξέρανε τι να τον κάνουνε το θησαυρό της αγάπης που έβαλε ο Θεός μέσα στην καρδιά τους. Ώσπου στο τέλος η τύχη τούς έφερε αντίκρυ - αντίκρυ, με την ηλικία και την καρδιά ώριμη για το γλυκό θέρος. Έτσι ξαφνικά -και την ώρα που δεν το προσμένανε πια πες το θάμα- ανακαλύψανε πως πάντα είναι καιρός για την απολύτρωση που υπάρχει μέσα στο να δοθεί κανένας ολάκερος. Και σα νιώσανε την αγάπη να τους κρουταλεί (7) την καρδιά, καταλάβανε πως μέσα στον άνθρωπο τον ώριμο υπάρχει πάντα το παιδί. Κάθεται και περιμένει την ώρα του, να το ξυπνήσουν, να το χαϊδέψουν και να το τραγουδήσουν. Το Βγενάκι δεν εύρισκε πια αστείο τ' όνομά της στο στόμα τ' αντρός της. Ένα περιβόλι γεμάτο λουλούδια και πουλιά, γεμάτο τρεχούμενα νερά, άνοιξε μπροστά τους. Μπήκανε μέσα κρατημένοι χέρι - χέρι οι δυο μεσόκοποι και ξαναγεννήκανε παιδιά.
«Γεράσαμε πια, βρε Βγενάκι», τής είπε μια μέρα κείνος στ' αστεία στα σοβαρά. «Γεράσαμε και γνώση δε βάλαμε, μόνο μωρουδίζουμε ακόμα».
Και γέλασε με τ' ανοιχτό του γέλιο και τής έσφιξε τα χέρια.
«Χαχ - χαχ - χα!»
Το Βγενάκι τόνε κοίταξε με τα παιδιάτικα μάτια της, χάιδεψε το χέρι του με τα κοντόφαρδα δάχτυλα κι είπε:
«Δε γεράσαμε, Πελοπίδα, κι έννοια σου. Μόνο μαζεύαμε τόσα χρόνια αγάπη, να 'χουμε ώσπου να γύρουμε και να μη μάς λείψει...»
Έτσι περνούσε ο καιρός από πάνω τους ολότελα ευτυχισμένα.
Ολότελα; Ουμ! Η αλήθεια είναι πως σαν πέρασε ο πρώτος χρόνος κι ύστερα, ένα κρυφό μεράκι άρχισε να τούς τρώει. Είδες το ψιλό σκουλήκι, που δουλεύει χωρίς να φαίνεται μέσα στην καρδιά του κόκκινου μήλου; Και ήταν αλήθεια ένα σωστό σαράκι, ένα μικρό σαράκι, που με θλίψη άρχισαν ν' αφουγκράζονται το δοντάκι του, που γρουτσάνιζε, κρίτσι - κρίτσι, που ρουκάνιζε κρυφά και σιγανά τα θεμέλια της ευτυχίας τους. Κάνανε πως δεν τ' ακούνε, να ξεγελάει ο ένας τον άλλον. Αυτό γινότανε προ πάντων τις ατέλειωτες χειμωνιάτικες βραδιές. Το Βγενάκι μαντάριζε κάλτσες δίπλα στο μπακιρένιο μαγκάλι. Ο Πελοπίδας σκάλιζε τη φωτιά, χάιδευε με τη μασιά την αναμμένη ελιοπυρήνα, που κοκκίνιζε σα βυσσινόμαυρο βελούδο, ή διάβαζε τις πρωινές φημερίδες, που τις φύλαγε πάντα για το βράδυ. Μπορεί και να μην έκανε ούτε τούτο ούτε τ' άλλο, μόνο ξεκούκκιζε το κομπολόι του και κοίταζε τη φωτιά και τότε η σιωπή στεκόταν ανάμεσό τους βαριά, ασήκωτη. Το Βγενάκι σταματούσε καμιά φορά, σήκωνε απάνω του τα μάτια της σα φταιξάρα. Τού χαμογελούσε δειλά, τού 'παιρνε το χέρι και το χάιδευε στον καρπό, όπως χαϊδεύεις ένα γατί. Αυτός την κοίταζε με αγάπη, τής χαμογελούσε.
«Τι έχεις», του 'λεγε το Βγενάκι, «πάλι αφαιρεμένος απόψε...»
«Να, κείνο το τυρί για το σύνταγμα», έκανε αυτός σοβαρά. «Έπρεπε να μου το 'χουν έτοιμο ως του Σαββάτου και...»
Χαμογελούσε, κουνούσε το κεφάλι της.
«Καλά πια, με το τυρί...»
Το 'ξερε κείνη πως δεν ήταν αυτό. Το 'ξερε και κείνος. Η ίδια συλλογή έβγαινε από την καρδιά τους φοβιτσιάρικα, έβγαινε κι ανέβαινε στα μάτια τους. Βυθιζόντανε σιγά - σιγά, αποξεχνιούντανε κι οι δυο τους δίχως να το καταλάβουνε. Σταματούσανε κάθε κίνηση κι απομέναν έτσι ν' αφουκράζουνται τη σιωπηλή φωνούλα, ασώπαστη σαν τρυφερό παράπονο, που έβγαινε μες από την ειρηνεμένη γαλήνη της αγάπης τους, παραμέριζε την ευτυχία τους για ν' ακουστεί. Μόνο το κομπολόι κεινού έριχνε αργά και μία - μία τις κεχριμπαρένιες στάλες του μέσα στη σιωπή, για να την κάνει πιο κρουστή γύρω τους. Ξαφνικά, χωρίς να το περιμένει κανένας τους, αντάμωναν οι ματιές τους και το Βγενάκι κοκκίνιζε όλη της. Τα ματόκλαδά της πεταλουδίζανε τρομαγμένα, σαν να την τσάκωνε κανείς πάνω σε κάποιο φταίξιμο. Άγγιζε το στρογγυλό του γόνατο, ρωτούσε τάχα μ' ενδιαφέρο:
«Λοιπόν αντρούλι; Τι νέα σήμερα;»
Αυτός έπαιρνε ύφος σοβαρό και ψευτοαδιάφορο, γύριζε ξαφνικά τη φημερίδα του απ' την άλλη κι έλεγε:
«Αμ τι να σου γράψουν, παιδί μου, κι αυτές. Κάθε μέρα μυαλό κατεβάζουν να σού γεμίσουν τόσα κατεβατά. Κεφάλι είν' αυτό κι αδειάζει στο τέλος...»
Κι οι δυο τους λέγανε άλλα των αλλώ. Αυτός άκουγε καθαρά τη μυστική και σιωπηλή φωνούλα που ρωτούσε μες από την κουβέντα της γυναίκας του:
«Λοιπόν, αντρούλι; Ε, το ξέρω 'γω τι συλλογιέσαι, καημένε. Λες, να 'χαμε τώρα στα γόνατά μας κι ένα παιδάκι, ε;»
Κι η ίδια πάλι η πικρή φωνούλα απαντούσε μέσα από τη μπάσα φωνή τ' αντρός, που μιλούσε τάχατες για τις φημερίδες και για τα τυριά:
«Ναι, βρε γυναίκα, αυτό με τρώει και μένα, μα το Θεό. Γιατί, μαθές, να μην έχουμε ένα παιδάκι και μεις μέσα στην αγκαλιά μας, σαν όλα τα βλοημένα αντρόγυνα. Γιατί, βρε Βγενάκι, να μη μάς δώσει και μάς ο Θεός ένα παιδί;»
Κάνανε πως δεν τ' ακούνε, γιατί σα βάζαν αρχή, το ξέρανε πως θα σερνούντανε καταπόδι άλλες κουβέντες άσκημες, σα μιαν αράδα γυμνά σκουληκάκια.
«Εγώ φταίγω, αγάπη μου, που είμαι, φαίνεται πια πολύ μεγάλη για να πιάσω παιδί. Εγώ, καλέ μου, πικραμένε μου νοικοκύρη, εγώ η ανάξια κι η άκληρη».
Κι αυτός θα τυραγνιούτανε με το δικό του:
«Εγώ θα 'μαι ο στείρος, βρε γυναίκα, εγώ, και σ' έκανα και σένα δυστυχισμένη κοντά μου...»
Γι' αυτό κανένας δε μολογούσε τη σκέψη του κι η αγάπη βούλωνε με την απαλάμη της το στόμα τους.
Ήτανε φορές που τούτη η ανομολόγητη φωνούλα ακουγότανε τόσο καθαρά και τόσο ενοχλητικά μέσα στη σιωπή, που γύριζαν το κεφάλι από την άλλη μεριά κι αναστέναζαν κρυφά, να μην πικράνει ο ένας τον άλλο. Κατάντησε σιγά - σιγά τούτη η έγνοια να τους φαρμακώσει όλη τη χαρά της αγάπης κι ο καθένας τους θαρρούσε πως μόνο τον εαυτό του τυραγνά αυτό το μαράζι. Στάθηκε σαν κακός απόσκιος ανάμεσό τους και τους μπόδιζε να φιληθούνε, κοιταγμένοι κατάματα, σαν άλλη φορά. Μια αράδα μαύρα αποσιωπητικά τρύπωναν και μέσα στις πιο ασήμαντες κουβέντες τους. Αλλάζανε ξαφνικά τα λόγια τους και λοξέβανε τρομαγμένοι μπροστά σε συνηθισμένες λέξεις, που τους φαινόταν πως τραβούσανε να πάρουν διφορούμενο νόημα. Καμιά φορά, ακόμα και μέσα στο ζεστό συζυγικό στρώμα, αποτραβιούντανε ταμπουρωμένοι στην απόμερη μοναξιά τους. Γύριζαν ράχη με ράχη και κάνανε τον κοιμισμένο. Έτσι καμωνούντανε πως δεν ακούνε το θλιβερό βουητό που έβγαινε μες από τ' αδειανό της αποτυχημένης ζωής τους.
Τρέμανε ν' ανοίξουν κουβέντα για γέννες. Μια μέρα η χαϊδεμένη γάτα του σπιτιού, η Παμπούκα, γέννησε τέσσερα παρδαλά γατιά, τρέλα. Ο κυρ - Πελοπίδας έλειπε στο μαγαζί σαν τη βρήκε το Βγενάκι μέσα στο κελάρι να τα γλύφει και να τα βυζαίνει ευτυχισμένη. Η γάτα την είδε που άνοιξε την πόρτα και στάθηκε ξαφνιασμένη να κοιτάζει. Τής μισόκλεισε τα μάτια κι έκανε ένα αδύνατο, ένα φιλικό «νιάου», να χαϊδευτεί, όπως το συνήθιζε. Το Βγενάκι την κοίταξε πολλή ώρα μα δεν την χάιδεψε. Μόνο ξανάκλεισε προσεχτικά την πόρτα, πήρε ένα κάδο και τον γέμισε νερό. Κατόπι γύρισε, ξανάνοιξε το κελάρι, πήρε τα τυφλά γατάκια απ' το βυζί της Παμπούκας και άφησε μέσα κλειδωμένη τη γάτα να φωνάζει. Τα 'πιασε ένα - ένα με τη μασιά και τα 'πνιξε μέσα στον κάδο. Κατόπι τα 'ριξε στον τενεκέ τω σκουπιδιώ. Η γάτα, κλειδωμένη, δε σώπαινε να κλαίγει και να παρακαλιέται. Το Βγενάκι πήγε στο κονοστάσι, θύμιασε την Παναγιά τη Γλυκοφιλούσα, έκανε το σταυρό της, έκανε τρεις μετάνοιες κι είπε τρεις φορές το «Πάτερ ημών». Ήτανε πολύ χλωμή, κοίταζε τρομαγμένη δεξιά - ζερβά και τα μάτια της μεγάλωσαν, γεμάτα από μυστικό φόβο. Η φωνή της Παμπούκας ερχότανε λυπητερή και επίμονη μες από το κελάρι, που τήνε τρέλαινε. Ανέβηκε στ' απάνω πάτωμα να μην ακούει. Όμως πάλι έφτανε ως την καρδιά της το σιγανό, παρακαλεστικό κλάμα της γάτας. Ανέβαινε από κάτω, από βαθιά, περνούσε πίσω απ' όλες τις κλεισμένες πόρτες και την έβρισκε. Πήγε και τής άνοιξε. Το ζωντανό άρχισε να μυρίζεται παντού, να ψάχνει κάτω απ' όλα τα έπιπλα, να την κοιτάζει και να νιαουρίζει. Τήνε πήρε στην αγκαλιά της, τη χάιδεψε κι έκλαιγε μαζί της...
Ο αγαπημένος περίπατος τ' αντρόγυνου ήτανε τα Πευκάκια. Ένα δασάκι πλάι στη θάλασσα, γαληνεμένη και ήσυχη μεριά, όπου δεν επιτρέπεται να περνούν αυτοκίνητα και ποδήλατα. Κάτω η ακρογιαλιά και μέσα ο πευκώνας, γεμάτος μωρά και ντάντες (8). Ξεφωνητά και παιχνίδι. Οι δασκάλες πάνε κει και τα παιδάκια τω δημοτικώ σχολιώ για περίπατο. Τότες πια τα μωρά γίνουνται πιο πολλά κι από τα δέντρα. Από την άλλη μεριά της πολιτείας είναι ο Μακρύ - Γιαλός. Ο κοσμικός περίπατος. Τουαλέτες, επίδειξη και κόρτε. Σιγά - σιγά άρχισαν να βρίσκουν λογής - λογής πρόφασες, για ν' αραιώσουν τους περιπάτους στα Πευκάκια. Κρυφοκοιτάζανε με τρόπο τους μπεμπέδες με τα φουσκωμένα μάγουλα και το μάτι τους έψαχνε κλεφτάτα μέσα στα καροτσάκια που σπρώχναν οι παρακόρες με τις άσπρες ποδιές. Το λαχταρούσαν και δεν πήγαινε το χέρι τους ν' απλώσει να χαϊδέψει ένα ξένο μωρό, μην το πάρει ο άλλος για παράπονο. Σε λίγο κόψαν ολότελα το περπάτημα στα Πευκάκια. Πήγαιναν απ' την άλλη.
Ήτανε νύχτες, που το Βγενάκι έπαιρνε μεγάλες απόφασες. Κει που αγρυπνούσε με κλειστά μάτια, έκανε σκέδια ως να την πάρει ο ύπνος. Να πάει να δειχτεί σε γιατρό; Αυτό θα τής έκανε μεγάλο κόπο, θα τής έφερνε ντροπή ανείπωτη. Μα κι ως αυτού θα 'φτανε, φτάνει να τής το 'λεγε ο άντρας της. Ήταν κι ακόμα ένας τρόπος. Να βάλει την ξαδέρφη της να τής προτείνει να πάνε το καλοκαίρι στα μπάνια της Θερμής. Ένα κι ένα, κατά που λένε, για τη σύλληψη τα μπάνια της Θερμής. Πολλές που 'χανε κομμένες πια τις ελπίδες τους και πιάσανε παιδί. Να, η Μαλαματένια του Μανταβού. Λοιπόν, αυτό θα μπορούσε να γίνει περίφημα. Έβλεπε κιόλας ολάκερη τη σκηνή που θα προετοίμαζε με την ξαδέρφη της μπροστά στον άντρα της. Η θεία Βασιλικούδα, περνώντας τ' απολείτουργα από το σπίτι τους να πάρει έναν καφέ μαζί τους, όπως το συνηθούσε, και να πει τα παινέδια της για την ψαλτική του κυρ - Πελοπίδα, θα το 'φερνε με τρόπο και θα 'λεγε ολότελα φυσικά:
«Ξέρεις δα, Βγενάκι; Εμείς φέτος λέμε να κάνουμε κανά μήνα στη Θερμή. Άρχισε τώρα - τώρα να με σουβλίζει ένα πονάκι εδωνά στο γόνατο. Ρεματικά, τι άλλο. Έχουν να λένε, βρίσκουνε τη γιατρειά τους εκεί στα ζεστά όσοι πάνε...»
Το Βγενάκι πάνω σ' αυτά θα 'λεγε τάχα έτσι στην τύχη:
«Πάρε δα ακόμα ένα παξιμαδάκι θεία Βασιλικούδα... Και, λένε, όμορφα είν' εκεί στη Θερμή το καλοκαίρι, ε;»
«Όμορφα, λέει;» θα 'κανε ενθουσιασμένη η ξαδέρφη. «Χαρά Θεού, παιδί μου. Ακρογιαλιά, αμμουδιά, βουνό, κόσμος καλός, αμέ τι! Θα πιάσουμε μια καμαρούλα φτηνή - φτηνή κοντά στη θάλασσα».
«Καλότυχη!» θα 'λεγε το Βγενάκι.
Και η ξαδέρφη θα 'ριχνε τον πόντο:
«Αλήθεια, Βγενάκι, δεν έρχεσαι, λέγω, και συ, να σε πάρουμε μαζί μας;»
«Κι ο Πελοπίδας;» θα 'λεγε το Βγενάκι. «Πού να τον αφήσω μονάχον ένα μήνα ολάκερο; Ποιος θα κουμαντάρει το σπίτι και ποιος θα τού μαγειρεύει και θα τον ξεσάζει (9);»
«Μπα!» θα 'κανε τότες ο Πελοπίδας. «Πάνε, βρε γυναίκα, να ξεσκάσεις μια στάλα! Μήνας είναι κι ώσπου να γυρίσεις, να δεις, θα περάσει. Εξάλλου δυο φορές τη μέρα έχει λεωφορείο για τη Θερμή και μπορώ να πετάγουμαι κάθε μέρα κοντά σου. Να πας, Βγενάκι, τ' άκουσες; Δε θέλω δεύτερη κουβέντα».
Και μόλις ξημέρωνε, όλα τούτα τα σκέδια, που τόσο εύκολα και βολικά τής φαινότανε τη νύχτα, σηκωνόντανε βουνά σαν έφεγγε ο Θεός τη μέρα. Και το μαράζι τη βόσκιζε.
Μια νύχτα, κει που γδυνότανε μπροστά στο μεγάλο καθρέφτη, στάθηκε κι έβλεπε τα φουσκωτά βυζιά της να στρογγυλεύουν ολόασπρα και παχιά. Τ' ανεσήκωσε μέσα στις παλάμες να νιώσει το άχρηστο βάρος της απαλής σάρκας κι ένιωσε να τη συνεπαίρνει σύγκορμη η λαχτάρα για ένα μικρό, τριανταφυλλί στοματάκι, που να ζουλάει πεινασμένο τη ρώγα της. Έκλεισε τα ματόφυλλα, κλείδωσε δυνατά τα δόντια κι έσφιξε μέσα στις φούχτες τον κόρφο της, ώσπου πόνεσε. Κατόπι έδεσε σταυρωτά τα γυμνά μπράτσα κάτω από τα στήθια της κι ολάκερη κουνήθηκε απαλά και τα νανούρισε, με το γλυκό ρυθμό της μητέρας που νανουρίζει βυζασταρούδι στον κόρφο.
Έτσι περνούσαν οι μέρες κι οι μήνες, κομπολόι ο ένας πισ' από τον άλλο. Και καμιά φορά, σπρωγμένοι κι οι δυο τους από την ίδια πικρή τρυφεράδα, φιλιούντανε σφιχτά - σφιχτά και λέγανε μέσα τους απομοναχοί τους:
«Ο Θεός να φυλάει την υγειά μας και την αγάπη μας και δε θέλουμε τίποτ' άλλο, Παναγιά, συχώρα με».
Ένα πρωί το Βγενάκι σηκώθηκε με κάτι σιγανούς μεσόπονους. Δεν έδωσε προσοχή. Κρυολόγημα. Όμως οι πόνοι αυτοί βάσταξαν μέρες, έτσι σιγανοί και παράξενοι. Και σαν ήρθε ο μήνας κι η περίοδό της φάνηκε λιγοστή, ένιωσε μια λιγωμάρα να μουδιάζει την ψυχή της. Απόμεινε συλλογισμένη, δίχως να συλλογιέται, μ' ανοιχτό στόμα, σα βυθισμένη. Ύστερα κάτι γλυκό, κάτι πολύ γλυκό κι ανυπόφερτο έπιασε να λιώνει μέσα της. Σα να κρεμόταν η ζωή της από μια κλωστή κάντιο (10) κι αυτή η κλωστή έλιωνε λίγο - λίγο, έλιωνε, έλιωνε... Έπεσε στον καναπέ με λυγισμένα γόνατα, σα να 'γιναν μπαμπακένια τα πόδια της. Την έπιασε ένα δυνατό καρδιοχτύπι κι άκουγε την καρδιά της μέσα της. Πού πήγαινε ο νους της...
«Να 'ταν...»
Ένας κόμπος δέθηκε μέσα στο στήθος της, ένας κόμπος που ανέβαινε σιγά - σιγά ως το καρύδι της. Την έπιασε τότες ένα δυνατό αναφιλητό κι άρχισε να κλαίει, ώρες, μονάχη. Λούστηκε μέσα στα δάκρυά της, μέσα σε χλια (11) βροχή ευτυχίας.
«Παναγία μ', αν ήτανε λέγω...»
Δεν είπε τίποτα τ' αντρός της.
Οι σιγόπονοι της μέσης βάσταξαν. Τους ένιωθε και τους γιόρταζε όλο το κορμί της. Κατόπι χάθηκαν. Και τότες άρχισαν να τής έρχουνται ζαλάδες. Έτσι στα καλά καθούμενα το κεφάλι της άδειαζε, ο κόσμος άδειαζε κατ' από τα πόδια της. Πιανότανε όπου λάχαινε, μην πέσει. Αμ' αυτά πια ήταν ολοφάνερα σημάδια.
Έκλεινε τα μάτια ευτυχισμένη, σωριαζότανε μισολιγοθυμισμένη εκεί που την έπιανε τούτο το πράμα, στην καρέκλα, στο κρεβάτι ή χάμου, πάνω στο σκαλόπανο (12). Έκλεινε τα μάτια αλλοπαρμένη, άρρωστη από ευτυχία, μεθυσμένη από ένα συναίσθημα ζεστό κι αψύ, που έκανε το αίμα να βαράει ορμητικά στα μελίγγια της. Τότες άρχιζε μια βρυσούλα να τραγουδά μέσα στο στήθος της. Κι ήθελε να κάθεται πάλι μοναχή της, ολομοναχή της, να κάθεται ώρες κλειδωμένη για ν' ακούσει το τραγούδι αυτό της μεγάλης χαράς, της καινούργιας χαράς. Το τραγούδι της νέας ζωής, που έρχεται από κάπου, από πολύ μακριά, κατεβαίνει σα μακρινό ποτάμι που ροβολάει πίσω από τα δάση κι η χαρμόσυνη φωνή του ολοένα και πιο ξάστερα ξεδιαλύνει μέσα στην ησυχία.
Αυτό γινότανε προπάντω τη νύχτα, που έκανε την κοιμισμένη, ώσπου να πάρει ο ύπνος τον άντρα της. Τότες ήταν ένα γύρω απόλυτη σιωπή και το τραγούδι ακουγότανε πιο θριαμβευτικό ν' αναβρύζει μέσα στη νύχτα. Άνοιγε τότες τα μάτια της, σοβαρή και στοχαστική, και τα στύλωνε στο μεγάλο κόνισμα, στην Παναγία τη Γλυκοφιλούσα με το μωρό στον κόρφο. Πισ' από το τριανταφυλλί τζάμι του αγιοκάντηλου, η μικρή φλόγα σάλευε χαρωπά.
«Βόηθα με, Παναγία μου, και θα τρελαθώ η καημένη...»
Η καρδούλα της σπαρταρούσε από γλυκιά τρομάρα και με τη φούχτα σταύρωνε κρυφά - κρυφά την κοιλιά της κατ' από το πάπλωμα. Καθόταν έτσι, ώρες ολάκερες άυπνη, ν' ακούει με την ησυχία της το ανεκλάλητο (13) τραγούδι της χαράς, που ανέβαινε από τα έγκατά της.
Ήτανε κελαϊδισμοί που κάνανε τα μάτια να σφίγγουν τα δάκρυα κατ' από τα ματόφυλλα και μαζί κάποια νοήματα, κάποια κινήματα, κάτι ματάκια που γνέφανε και χαμογελούσαν. Ακόμα κάτι χεράκια μικρά σαν τριαντάφυλλα, που φούχτιαζαν τον αέρα, κάτι ποδαράκια που κλωτσούσανε τα τούλια. Μια φωνούλα, μια βρυσούλα, μια βρυσούλα που μιλούσε, που λαλούσε...
Αυτό βαστούσε ώρες ολάκερες, ώσπου να την πάρει ο ύπνος κατά τις αυγές. Και σαν ξυπνούσε, ήτανε πάλι γλυκά κουρασμένη και χαμογελούσε προς τ' ανοιχτό παράθυρο. Κι ήτανε κουρασμένη γιατί όλη τη νύχτα περπάτησε μέσα στα μαγικά περιβόλια των ονείρων.
Ο κυρ - Πελοπίδας κοίταζε με ανησυχία τα μαυροχαλκαδιασμένα μάτια της, τα φερσίματά της τ' αλλιώτικα.
«Τι έχεις, βρε γυναίκα, κι είσαι έτσι ανεφερμένη τώρα - τώρα;»
Ξαφνιαζότανε σαστισμένη, χαμογελούσε και ρόδιζαν τα μάγουλά της.
«Εμένα λες;» έκανε. «Τίποτα δεν έχω. Πώς σού φάνηκε πάλι τούτο;»
Τού άρχιζε ένα σωρό κουβέντες και γέλια και γαλιφιές, ώσπου να τόνε στείλει και ν' απομείνει μοναχή της. Κλειδωνότανε τότες, βυθιζότανε στη γλυκιά της συλλογή ή ξέταζε με μανία το κορμί της, να γνωρίσει τα σημάδια του γκαστριού. Μετρούσε τις μέρες κι έταζε ταξίματα. Κι όλα πήγαιναν καλά και περίκαλα.
Τον άλλο μήνα, σαν ήρθαν οι μέρες της, δεν είδε τίποτα.
«Παναγία μου, βόηθα και θα τρελαθώ η καημένη!» σταυροκοπήθηκε μπροστά στο κόνισμα και τα μάτια της βούρκωσαν.
Ήταν ένα χινοπωριάτικο μεσημέρι, κει που τ' αντρόγυνο βρισκότανε στο τραπέζι. Ξαφνικά μια δυνατή μυρουδιά από μελίχλωρο (14) χταπόδι, ψημένο στα κάρβουνα, μοσκοβόλισε το σοκάκι και πλημμύρισε γαργαλιστικά την τραπεζαρία. Ένιωσε το στόμα της να γιομίζει μονομιάς σάλιο. Έκανε στην αρχή ν' αποτραβήξει το νου της από κει. Άρχισε να μιλά γρήγορα - γρήγορα για το μεγάλο καινούργιο μπουφέ που είχανε παραγγείλει κείνες τις μέρες και για λογής πράματα. Μα η μυρουδιά ανέβαινε ολοένα απ' το μεγάλο παράθυρο, πιο ερεθιστική, πιο ορεχτική. Τη λίγωνε ως την ψυχή, τής ανακάτευε τα σωθικά. Η ανάσα της έγινε γλήγορη και κοντή. Έκοψε στη μέση την κουβέντα της. Χλωμή, με τα μάτια στυλωμένα από την τρομάρα, άρπαξε το χέρι τ' αντρός της, το κούνησε δυνατά. Είπε γρήγορα - γρήγορα με αγωνία:
«Πελοπίδα; Άκουσες, παιδί μου, μυρουδιά; Πού να το ψήνουν, Πελοπίδα;»
Αυτός απόμεινε με τη μπουκιά στο πιρούνι.
«Κύριε ελέησον!» έκανε με απορία. Είπε ακόμα, ολότελα ασυλλόγιστα: «Συ, βρε μωρό μου, έτσι που κάνεις θαρρεί κανείς πως είσαι...»
Δαγκάστηκε και κοκκίνησε, που κόντεψε να τού ξεφύγει ο μεγάλος λόγος. Αυτή τότες, γεμάτη φρίκη, σηκώθηκε τρεμουλιάζοντας σα θερμασμένη, τον έπιασε από τα πέτα του σακακιού. Τα χείλια της ξεπετούσανε. Ξανάπε με παρακάλιο όλο λαχτάρα και κρατημένα αναφιλητά:
«Αμ' σήκω, λοιπόν! Άντε τρέξε, λοιπόν, για όνομα Θεού! Ένα τόσο δα κομματάκι... Αμ' κάνε γρήγορα, λοιπόν... Αχ, Θεέ μου! Αχ, Θεέ μου!»
Αυτός στην αρχή την κοίταζε σαστισμένος μέσα στα μάτια. Και ξαφνικά, σαν ν' άστραψε μιαν αποκαλυφτική αστραψιά, διάβασε κει μέσα το μεγάλο μαντάτο.
Πετάχτηκε αλαλιασμένος, τρεμογόνατος, και κατέβηκε τρία - τρία τα σκαλιά.
Σαν πήγε αργά τ' απόγεμα στο μαγαζί, ένα απόγεμα ανήλιαστο, όλο λάσπες και υγρασία, το μαγαζί του δεν τόνε χωρούσε. Σφύριζε, γύριζε στο τακούνι του, κάθιζε, σηκωνούταν. Ένιωθε διάθεση να κάνει μωρουδίστικα καμώματα. Ήθελε να παίξει τράκες με τα δάχτυλα, να πηδήξει, κούτσα - κούτσα, στο ένα πόδι. Ο πρώτος πελάτης που μπήκε ήταν ο γείτονάς του, ο μπαρμπα - Μανώλης ο καφετζής. Ήρτε για ζάχαρη. Αυτός τόνε κοίταξε με ψηλωμένα φρύδια πάνω από τα ματογυάλια του, που τα 'χε διορθωμένα με καλάι στο τενεκετζή. Είπε όπως πάντα:
«Τι έχουμε το λοιπόν σήμερις, κυρ - Πελοπίδα μου;» Και μονομιάς τράβηξε κατά τη χώριση με τα μπαχαρικά, να πάρει να μασήσει μια φλουδίτσα κανέλλα, όπως πάντα.
«Τι να 'χουμε, μπαρμπα - Μανώλη, τι να 'χουμε!» λέει κι ο κυρ - Πελοπίδας. Κάτι μέσα στο στήθος του χορεύει πηδηχτό: Ταμ - τιρλόμ! Κατ' από το γελέκο του: Ταραλά - τιρ - λομ! Και θέλει να κάνει τράκες με τα δάχτυλα, τράκες του χορού, έτσι που τα 'χει χωμένα μέσα στις βαθιές, ζεστές τσέπες του σουρτούκου (15) και πάει κι έρχεται. Λέει λοιπόν: «Πολύ ωραία, μπαρμπα - Μανώλη, δόξα σοι ο Θεός. Μα είναι δα και τόσο όμορφη μέρα σήμερα, ε; Χαρά Θεού!»
Τα λέει και τα χείλια του πάνε στ' αυτιά του. Γελά από ευτυχία και τα ροδοκόκκινα μάγουλά του μισοκλείνουν τα μάτια του.
Απορεί κι εξίσταται ο μπαρμπα - Μανώλης.
«Χαρά Θεού σήμερις; Δεν είσαι καλά, κυρ - Πελοπίδα μου, και ο Θεός να σου δίνει την υγειά σου. Χαρά Θεού σήμερις;»
Κι ο καφετζής για απόδειξη χτυπά στις πλάκες του μαγαζιού τα παπούτσια του, που γιομίζουν τον κόσμο λάσπες. Ο κυρ - Πελοπίδας αναγκάζεται να προσέξει την ατμοσφαιρική κατάσταση. Πού να κάθεται τώρα να του ξηγά για την άνοιξη που ανθίζει και λουλουδίζει μέσα στην καρδιά του.
«Μα βέβαια», διορθώνει γελαστός κι είναι έτοιμος να τα συμπαθήσει και να τα δικαιολογήσει όλα. «Μα βέβαια. Δηλαδή, αυτή η βροχή, δε σου λέγω. Είναι και οι λάσπες... Δίκιο έχεις βέβαια και του λόγου σου. Τρεις μέρες είναι τώρα που σιγανοψιχαλίζει ο Θεός. Αυτό, δεν υπάρχει λόγος, χτυπά στα νεύρα. Όμως, έλα πάλι που είναι και τα λιόδεντρα, ε; Δεν το συλλογίστηκες, θαρρώ αυτό, για τα λιόδεντρα. Δε σου λέγω, εμείς εδώ τώρα που μάς έριξε η δίκαιη οργή του Κυρίου, ούτε ελιές έχουμε ούτε τσουκνίδες. Μα οι άλλοι στην “ύπαιθρον”; Πρέπει κι αυτοί να καρπίσουν, μπαρμπα - Μανώλη μου, είναι δίκιο να καρπίσουν. Πώς; Ο Θεός βλέπει όλο τον κόσμο. Είδες “ο οφθαλμός”, στη μέση του θόλου μπροστά στο ιερό. “Ο Ων”. Είναι το μάτι Του και βλέπει από πάνω τού καθενός την ανάγκη. Κάνει ό,τι θέλει, πα να πει: ό,τι πρέπει. “Πάντα εν σοφίᾳ εποίησας”, λέει ο ψαλμός».
Ο μπαρμπα - Μανώλης περιμένει τη σειρά του, να τελειώσει πρώτα τη διδαχή του ο μπακάλης. Κουνά νευρικά το κεφάλι «ναι, ναι» και περιμένει την ώρα του. Και σα βρήκε την αράδα του, λέει με το θυμωμένο ύφος του φανατικού και του νευρικού:
«Καλά 'ναι όλ' αυτά, που λες, και δίκια, κυρ - Πελοπίδα μου. Μα 'γω, βλέπεις, δε μ' απολείπουν οι σκοτούρες. Αφήνω τα ρεματικά που με τριβελίζουν τα κόκκαλα σαν πάρει τούτος ο κατουρλόκαιρος, μού φέρανε σήμερις, πουρνό - πουρνό, κι ένα ένταλμα για φόρο επιτηδεύματος, λέει. Καταλαβαίνεις εσύ; Αμ' πρέπει να το πουλήσω 'γω το παλιορημάδι μου, να τους πλερώσω, τους κερατάδες, κυρ - Πελοπίδα μου. Θα πάω, λέω, σκλάβος να πουληθώ στον Τούρκο. Σού πουλιέμαι, βρε σκύλε, να του πω, για να πλερώσω τα δοσίματά μου στην Ελλάδα... Δε λυπούνται το φτωχόκοσμο, λέω 'γω, γείτονα, μηδέ φοβούνται Θεό “αυτοί”!»
“Αυτοί” ήτανε για τον μπαρμπα - Μανωλάκη, το γέρο καφετζή, όλοι μαζεμένοι οι παλιοελλαδίτες, στριμωγμένοι κάτω από το καλπάκι του χωροφύλακα. Όλοι, εξόν από το Βενιζέλο και τον Κουντουριώτη, που μέσα από τις επιχρυσωμένες κορνίζες τους φύλαγαν βάρδια δίπλα στο τζάκι, με το γυαλιστερό μπρουτζένιο γκιουγκιούμι (16) και τις καφετιέρες από χρυσαφί ντενεκέ. Ο πολιτικός με τα γυαλιά του απ' τα δεξιά, ο ναύαρχος με το τρικαντό (17) από την άλλη.
Ο κυρ - Πελοπίδας ξανάπε με την πιο συμβιβαστική φωνή του:
«Δίκιο έχεις, κυρ - Μανωλάκη μου, δε σου λέω. Μα, έλα πες μου. Τι να σου κάνουν κι “αυτοί” μαθές. Κουβέρνο είναι, βλέπεις, παράδες θέλει. Στρατά, θωρηχτά, αεροπλάνα, κανόνια, αστυνομίες, περίθαλψη προσφύγων, το ένα και τ' άλλο. Όλα αυτά, μαθές, με τι γίνουνται; Σα δε δώσουμε τα δοσίματά μας εγώ κι εσύ... Φτωχοί βέβαια. Ε, τι να γίνει; Φτωχοί εμείς, φτωχιά κι η Ελλάδα μας. Ας μη λέμε μεγάλο λόγο. Στραπάτσα φάγαμε. Μπατσιές του Θεού. Δε βαριέσαι, όλα θα σιάξουν, δόξα να 'χει ο Μεγαλοδύναμος...»
Τα 'λεγε αυτά με τη μαλακιά, την τρυφερή φωνή του, κι έτσι του ερχότανε ν' αρπάξει μέσα στις παλάμες του το θυμωμένο κι αξούριστο μούτρο του γέρου, να το σφίξει τρελά στην αγκαλιά του, να τόνε φιλήσει σταυρωτά και να του φωνάξει μέσα στ' αυτί δυνατά, που να τον ξεκουφάνει: Μωρέ! Γκαστρωμένο 'ναι το Βγενάκι, μωρέεε!
«Στρατά!» ξέσπασε, αγύριστο πάντα το κεφάλι του, ο καφετζής! «Στρατά για κινήματα. Και παπόρια για διπαρτίσματα. Μασκαραλίκια! Και παράδες του κουβέρνου για κλέψιμο. Αμή; Και αστυνομία. Εμένα μου λες για αστυνομία; Δε με σ'χωράς, κυρ - Πελοπίδα μου; Να κάνω λες χαλάλι τον ίδρο που μου τρων' αυτοί οι ξουρισμένοι οι μπάσταρδοι. Σε δουλειά να βρισκόμαστε. Είδες, ελόγου σου, να πιάσουν κανένα λωποδύτη, κανέναν απ' αυτοί τις “αγνώστοι”, καταπώς γράφουνε τα φύλλα; Μόνο κόρτε στα τρίστρατα, μολύβι και τεφτεράκι, για να γράφουνε κάθε μέρα τον κόσμο. Χτες πάλι τα 'δες. Γραμμή όλοι οι μαγαζατόροι. Γιατί, περικαλώ; Γιατί, λέει, δεν ασβεστώσαμε το πεζοδρόμι. Κατάλαβες; Όχι πες μου. Καταστηματαρχέοι, δηλαδή, είμαστ' εμείς για σκουπιδιαρέοι, να παστρεύουμε τις δρόμοι; Ε; Ουμ... Προχτές, άκου ν' ακούσεις, έρχετ' ένας απ' αυτούς μέσα στο μαγαζί. Τι αγαπάς, παιδί μου, του λέω με την πάσαν ευγένεια. “Μια καβαλίνα”, μου λέει, “έχει στο δρόμο απ' έξω απ' το μαγαζί σου. Να βγεις να την καθαρίσεις αλλιώς θ' αναφέρω”. Ακούς; Θ' αναφέρει! Ανάψαν τα καντήλια μου. Βρε, του λέω, από τότες που πατήσατε το ποδάρι σας εδώ, είναι αλήθεια, μόνο ραδίκια μάς απόμεινε να τρώμε. Όμως ακόμα, μωρέ, δεν το φτάσαμε να κάνουμε καβαλίνες! Έπιασε να γελά. “Δεν είπαμε δα, μπάρμπα”, μου λέει, “πως και καλά ελόγου σου την έκανες”. Είδες; Αμ' τότενες, του λέω, γιατί δηλαδή πρέπει να την παστρέψω 'γω;»
Ο κυρ - Πελοπίδας πολεμούσε να κάνει τα πικρά γλυκά:
«Πολύ σωστά, μπαρμπα - Μανώλη μου, έχεις όλα τα δίκια σου. Μα κι αυτοί, βλέπεις, τι να σου κάνουν πάλι. Διαταγές παίρνουν, διαταγές δίνουν. Κι αυτοί δίκιο έχουν, γείτονα, κι αυτοί δίκιο έχουνε και συ δίκιο έχεις!»
Γελούσε καλοσυνάτα και χτυπούσε χαϊδευτικά στη ράχη του γέρου. Αυτός σήκωσε το γιακά του, έβαλε τη σακούλα με τη ζάχαρη κάτω από το ρούχο του και ξεκίνησε τέλος πάντων να φύγει, όλο και κουνώντας το κεφάλι του, θυμωμένος και αμεταγύριστος.
Κατ' από τη βροχή που δεν έπαψε να ψιλοψιχαλίζει, από τη μέση του δρόμου, γύρισε και φώναξε ακόμα μια φορά:
«Δεν πάμε, λέγω, καλά, κυρ - Πελοπίδα μου! Δεν πάμε καθόλου καλά!»
Κι ο μπακάλης τού 'γνεψε φιλικά από μες από το μαγαζί, τού 'γνεψε γελαστά πως «ναι, ναι, δεν πάμε καλά, καθόλου καλά κ.λπ.» Και μέσα του τραγουδούσε:
«Γκαστρωμένο 'ναι το Βγενάκι! Γκαστρωμένο 'ναι το Βγενάκι!»
Αυτή η ανεπάντεχη ευτυχία τον έπνιγε, σα μια μπουκιά πολύ μεγάλη για να την καταπιεί εύκολα. Πεθυμούσε να σηκωθεί να καφκιστεί (18) σ' όλα τα πλάσματα του Θεού και στο καθένα χωριστά, «μυστικά», μέσα στ' αυτί, πως είναι πια πατέρας, πως σε λίγο θα χορέψει ψηλά στα μπράτσα του το παιδί. Ένα αγόρι.
«Ντάστα - να, ντάστα - να! / Που 'φαγε τα κάστανα / κι όλα τα δαμάσκηνα!»
Κι απάνω στην ώρα μπήκε μέσα στο μπακάλικο ο Περικλής ο Λεμονίδης, ένας πολύ κίτρινος, πολύ αδύνατος νέος, με μάτια κουκουλωτά, ξάσπρα σα μισονερωμένο ρακί, με κάτι μεγάλα, διάφανα αυτιά.
Ο κυρ - Πελοπίδας τον είδε να μπαίνει με φχαρίστηση.
Ήτανε γραμματικός στην «Προσφυγική Ένωση» και έκανε τον αριστερό ψάλτη στην εκκλησιά που 'ψελνε κι ο ίδιος. Επίμενε να φορεί σκληρό κολάρο, πολύ ψηλό, σαν κείνα που βάζανε στα 1908. Ένα διπλό κολάρο, σα να 'χανε χτισμένο το μακρύ λαιμό του στο γύψο. Αυτό τόνε βασάνιζε φανερά και γιόμιζε σπυράκια το σαγόνι του. Ανάμεσα στον κύκλο των ψαλτάδων, ο Λεμονίδης ήτανε γνωστός με το παρατσούκλι «η κουτάλα». Γιατί έφτανε να του μπιστευτείς κάτι κι αυτός πια ήταν άξιος να πα να το σαλιαρίσει εμπιστευτικά -«μεταξύ μας, παρακαλώ»- σ' όλη τη χώρα και τα περίχωρα.
«Καλώς τονε τον κύριο Λεμονίδη, καλώς μου τον!»
Ο κυρ - Πελοπίδας έσφιξε γκαρδιακά μέσα στα παχουλά, ζεστά χέρια του τα παγωμένα δάχτυλα του γραμματικού, που ήτανε μακριά και ξυλιασμένα -σαν κοντυλοφόροι. Πριν να μιλήσει ακόμα τον προπήρε και έγνεψε στο παιδί του μαγαζιού.
«Ξέρω, ξέρω. Ο κύριος Λεμονίδης θέλει το καθημερινό του κουτάκι με τα “ψιλά της ντάμας”. Ορίστε».
Ο κύριος Λεμονίδης χάραξε το κουτάκι με το νύχι του μικρού του δαχτυλιού, που το κρατούσε εξαιρετικά μακρύ. Άναψε με πολλές μικρές σχολαστικές κινήσεις ένα ψιλό τσιγαράκι στην άκρη των αχρωμάτιστων χειλιώ του.
«Λοιπόν;»
«Τι λοιπόν», έκανε χαμογελώντας ψευτοκακόμοιρα ο κυρ - Πελοπίδας. «Τι λοιπόν. Μεροδούλι μεροφάγι και άγιος ο Θεός. Κεσάτια, Περικλή μου. Κεσάτια. Σε μακαρίζω, παιδί μου, που είσαι μονάχος και δεν έχεις άλλο από ένα ξερό κορμί να γνοιαστείς. Σα γίνει κανένας οικογενειάρχης πληθαίνουν οι έγνοιες από μέρα σε μέρα...»
Ο κύριος Λεμονίδης έστριψε νευρικά το λιγνό λαιμάκι του μέσα στο μνημειώδικο γιακά. Σα να 'θελε να λαστιχάρει αυτός ο τυραγνισμένος λαιμός, να λαστιχάρει, να μακρύνει ακόμα αν ήτανε βολετό, ως εκεί που η κόψη του κολάρου να μη φτάνει πια να πιλατεύει το σαγόνι του.
Κοίταξε το μπακάλη κάτω απ' τη χλωμή μύτη του.
«Κάτι μάς είπες δα τώρα και συ!» έκανε με φωνή βραχνιασμένου πετειναριού, που πρωτοδοκιμάζει να κράξει. Μισόκλεισε κοροϊδευτικά τα πρησμένα ματάκια και φύσηξε τον καπνό, μια ψιλή - ψιλή φυσηξιά. «Εγώ, δηλαδή, έχω ένα ξερό κορμί να γνοιαστώ. Και συ; Δύο όλα - όλα. Το όλον μονάδες δύο. Μμμ! Οικογενειάρχης, σού λέει ο άλλος».
Αυτό δα ήταν που περίμενε κι ο κυρ - Πελοπίδας.
Αναστέναξε βαθιά, υποκριτικά, και είπε σοβαρά, σαν άνθρωπος φαμελίτης, που τόνε βαραίνουν πολλές σκοτούρες:
«Δυο; Αχ! Έτσι το θαρρείς, παιδί μου. Δυο είναι σαν παντρευτεί κανείς. Στην αρχή. Κατόπι όμως; Χουμ τα δυο γίνουνται τρία και βάλε να δούμε. Σα γίνει η αρχή, μηγάρ ξέρει κανείς πού θα σταματήσει;»
Ο Λεμονίδης τόνε κοίταξε με απορία. Πολεμούσε να καταλάβει.
«Πώς; Δηλαδή... Μήπως τίποτις νέα απ' την κερά;»
Έκλεισε σημαντικά το ένα μάτι.
Ο κυρ - Πελοπίδας κουνούσε το κεφάλι τάχα πολύ στενοχωρεμένος.
«Πληθαίνουμε, κύριε Λεμονίδη μου, βλέπεις, πληθαίνουμε!...»
Έτσι, το 'πε και ξέσπασε επιτέλους. Ήτανε σίγουρος πια πως ως το βράδυ θα τόνε σταματούσε όλη η πιάτσα κι όλη η ενορία για να του ευκηθεί. Και κείνος θα 'σφιγγε με αγάπη, αληθινά συγκινημένος, τα χέρια όλου αυτού του καλού κόσμου. Θα 'λεγε χαρούμενα σ' όλους τους καλόκαρδους ανθρώπους που τόνε συγχαιρόντανε:
«Ευχαριστούμε! Ευχαριστούμε πολύ! Ό,τι επιθυμείτε κι ελόγου σας!»
Από κείνη τη μέρα μια τρελή χαρά φύσηξε πάνω στ' αντρόγυνο. Ο κυρ - Πελοπίδας τα 'χε μισοχαμένα απ' την ευτυχία που τόνε πλάκωσε έτσι απροετοίμαστο.
«Θε μου», έλεγε, «δε σου γυρεύω πια τίποτα. Δοξασμένο ας είναι τ' όνομά σου κι αποσκέπαζέ μας τους δούλους σου».
Και λογάριαζε τους τρεις τους. Το Βγενάκι, το παιδί και τον εαυτό του.
Το «παιδί» πια ήταν το κυριότερο μέλος της οικογένειας. Μόνο γι' αυτό μιλούσανε, μόνο αυτό νοιαζόντανε, μόνο γι' αυτό πλέκανε τα στεφάνια των ονείρων. Το παιδί. Ο Ηρακλής. Τόσα χρόνια τώρα τον περίμενε τ' όνομα. Του παππού τ' όνομα. Κι όσες φορές ο κυρ - Πελοπίδας συλλογίστηκε «να 'χα ένα παιδί», έτσι το φανταζόταν. Έναν γιο με τ' όνομα του συχωρεμένου του πατέρα του. Και να που 'ρθε ο Ηρακλής! Το Βγενάκι τον ένιωθε πια μέσα στην κοιλιά της, που ώρες - ώρες σα να σάλευε κιόλας το σκανταλιάρικο. Η κερα - Κατίνα, η μαμή, πρόσφυγα κι αυτή κι αγαπημένη της μάνας της από τα καλά τα χρόνια, ήρθε τρεις - τέσσερις φορές και την είδε. Την ξέτασε, την πασπάτεψε με τα σοφά της δάχτυλα απ' όλες τις μεριές. Μέτρησαν και ξαναμέτρησαν τις μέρες. Βγάλανε πως έκλεισε το δεύτερο και μπαίνει στον τρίτο μήνα. Τα σημάδια, μια κάθετη γραμμή από τον αφαλό και κάτω, το 'δειχναν καθαρά πως θα 'τανε αγόρι.
«Μασκαρά! Μασκαρά!» έκανε ο κυρ - Πελοπίδας και χάιδευε λαφρυά τη ρόμπα που στρογγύλευε πάνω στην κοιλιά της γυναίκας του. «Μασκαρά, και τι μπιρμπάντης θα μού γίνεις εσύ, μωρέ Ηρακλή, τι μπιρμπάντης, λέω, θα μού γίνεις!»
Και τον φοβέριζε με το δάχτυλο.
Το Βγενάκι, με τα πολλά, το δέχτηκε να τής πάρει δούλα στο σπίτι, να τη μεταπιάνει (19).
Οι γειτόνισσες, που την αγαπούσαν αληθινά όλες, σκοτωνόντανε ποια να τής πρωτοφέρει «μυρουδιά» από το μαγέρεμά της. Και το Βγενάκι, συγκινημένη βαθιά, δεχότανε τούτες τις πιρουνίτσες με το κεφτεδάκι, με τη ζεστή μαριδίτσα, με το παστουρμαδάκι, σα φόρο στη μητρότητά της, σαν αναγνώριση για το γκάστρι της. Κι ο κυρ - Πελοπίδας βιαζότανε να κλείσει μια ώρα νωρίτερα το μαγαζί, να τρέξει να ρωτήσει από την πόρτα ακόμα:
«Ε, πώς τα πάει ο Ηρακλής;»
Σαν έκανε λιακάδες, το Βγενάκι έβγαζε την καρέκλα μπροστά στην ξώπορτα. Καθόταν μ' ανοιχτά τα σκέλια, όπως κάθουνται όλες οι γκαστρωμένες, και λιαζότανε. Και πάντα έπαιρνε κάθε προφύλαξη, μην τύχει και πάθει -ο μη γένοιτο- τίποτα το παιδί από ζόρεμα, για από χτύπημα ή από σύχυση. Σαν έβλεπε κανένα αγόρι να περνά τρεχάτο στο δρόμο, από πολύ μακριά ακόμα, την έπιανε τρομάρα ώσπου να περάσει να φύγει από μπροστά της. Θαρρούσε πως θα 'ρθει ίσια να πέσει πάνω στην κοιλιά της, να τής το ρίξει κι έβαζε προστατευτικά τα παχουλά χέρια της, δεμένα στεφάνι μπροστά στα γόνατά της. Σαν περπατούσε κανένας διαβάτης μπροστά της, χίλια δυο έβαζε ο νους της, ώσπου να τόνε δει να προσπεράσει. Τής φαινότανε πως, ίσα - ίσα μπροστά της, μπορούσε να σκουντουφλήσει το παπούτσι του σε μια πέτρα, να πέσει πάνω της, να τη σακατέψει. Ξέρεις τι γίνεται; Μπορεί να λάχει και κανείς μεθυσμένος. Πότε - πότε την έπιαναν λογής αρρωστιάρικες ανησυχίες. Σαν έβλεπε κανένα σακάτη, φανταζότανε πως και το παιδί της μπορούσε να βγει σημειωμένο (20). Με τίποτα ατροφικό χεράκι ή με έξι δάχτυλα, ολότελα κουλό, ή με στραβό στόμα. Έκλεινε τα μάτια κι έλεγε ένα «πατερημό» μέσα της. Μια μέρα τής φάνηκε πως μέσα στην κοιλιά της μεγαλώνει ένα πράμα μαλλιαρό, ολομάλλιαρο σα σκυλάκι! Το ένιωθε κουλουριασμένο, ένα κουβάρι, με μουτράκι τυφλό. Σηκωνόταν και θεμιαζότανε τότες. Έλεγε όλες τις προσευχές που ήξερε απ' έξω, να ξεδώσει ο νους της που τυραγνιόταν από τις φοβερές συλλογές. Κατόπι όλες τούτες οι φαντασίες τής περνούσαν. Σύχαζε και καθότανε κι έπλαθε όνειρα και μελετούσε πράματα και θάματα για τον Ηρακλή.
Πέρασε άλλος ένας μήνας έτσι.
Κατόπι...
Αυτό συνέβηκε μια νύχτα. Ο κυρ - Πελοπίδας κοιμόταν ευτυχισμένος και ρουχάλιζε λαφρυά κατά τον τρόπο του, χάα - πφφ, χάα - πφφ! και η ακοίμητη καντήλα άνοιγε στο ταβάνι και στο κονισματάρι φωτερά τριανταφυλλιά ριπίδια. Μια νύχτα χειμωνιάτικη, που η βροχή νανούριζε τον ευτυχισμένο κόσμο, που μπορούσε να κοιμάται δίχως να κρυώνει. Κάπου - κάπου ακουγότανε πάνω στις κλειστές γρίλιες να πέφτει φουχτιές - φουχτιές το χαλάζι, σα να τίναζε κανένας χορατατζής από το δρόμο κουφέτα ή αμμοχάλικο. Το Βγενάκι είχε κλειστά τα μάτια και δεν κοιμότανε. Και ξαφνικά, και 'γω δεν το ξέρω πώς, ένα φιδάκι ίσαμε μια φουρκέτα, μ' ένα κεφαλάκι ψιλό ίσαμε ένα κεχρί, γεννήθηκε και κουνήθηκε μέσα στη συλλογή της γυναίκας, έτσι που κοιτότανε ξαπλωμένη μέσα στα ζεστά στρωσίδια, με ανοιχτά τα σκέλια. Αυτό το φιδάκι ήτανε η φαρμακερή υποψία που πέρασε μες από την καρδιά της και την πάγωσε ως τις άκρες τω νυχιώ: Πως τάχα η κοιλιά της, που ολοένα την πασπάτευε, μέρες τώρα ήταν που δε φούσκωνε πια κανονικά, τής φάνηκε, μάλιστα, πως άρχισε κιόλας να μαλακώνει κάπως!
Τής ήρθε να τσιρίξει από την τρομάρα και την απελπισιά, να τσιρίξει με μια δυνατή σκληριά, σα συλλογίστηκε πως μπορεί να 'παθε τίποτα το παιδί, πως μπορεί - Θεός φυλάξοι- να τοιμάζει μια νεκρόγεννα. Τής ήρθε να ξυπνήσει τον άντρα της, να του πει την υποψία της, ίσως και τη βγάλει από μέσα της και ξαλαφρώσει. Μα δεν το 'κανε. Πέρασε όμως μια πολύ άσχημη νύχτα, ως την άλλη μέρα, που εκειδά κατά το μούχρωμα, σα να τής φάνηκε πως κάτι σάλεψε πάλι μέσα της.
«Μπα! Καλέ, κλωτσά ο δράκος μου», συλλογίστηκε, «και 'γω κάθουμαι κι αδικοβάζω με το νου μου πράματα που δεν είναι!»
Ξανάσανε και τής φάνηκε πως τής σήκωσαν ένα βουνό από πάνω από το στήθος της.
Την άλλη μέρα ήταν τα γενέθλιά της.
«Μέρες τώρα είναι που σου τοιμάζω ένα δώρο. Αμ' θα δεις και θα σαστίσεις», της είχε πει ο κυρ - Πελοπίδας.
Και κει κατά το μεσημέρι, χτύπησαν την πόρτα τους κι ο κυρ - Πελοπίδας σηκώθηκε εξαιρετικά πρόθυμος ν' ανοίξει ο ίδιος. Μπήκε ένα παλικάρι, ένας μαραγκός ήτανε, κι έβαλε στη μέση της τραπεζαρίας μια κούνια καρυδένια, πολύ όμορφη, που την έσπρωχνες και μονομιάς πήγαινε κι ερχότανε σαν κουνιστή πολυθρόνα. Μέσα ήτανε μια ντυσιά για μπεμπέ, αρχοντικά κεντημένη. Και στο κεφαλάρι της κούνιας κρεμασμένα ένα ζευγάρι ολοκόκκινα ευζωνικά τσαρουχάκια μ' ασπρογάλαζους μπούφους.
«Από τώρα!» έκανε κείνη σχεδόν τρομαγμένη. Και σαν είδε τη δυσάρεστη απορία που φάνηκε στο αγαθό πρόσωπο τ' αντρός της, κοκκίνισε, τον αγκάλιασε και τον γιόμισε φιλιά.
«Είναι για τη γιορτή σου», είπε κείνος κολακευμένος σαν παιδί. «Κοίτα 'δω; Αν είσαι καλή, θα σου φέρω και του χρόνου ένα τέτοιο δώρο, ε;»
Και γέλασε για το αστείο του μονάχος, με όλη την καρδιά του, ώσπου τα μάτια του δάκρυσαν από τα γέλια.
Σε λίγες μέρες, η φαρμακερή έγνοια, το φιδάκι το πράσινο, ξεπρόβαλε πάλι μέσα στην καρδιά της το κεφαλάκι του, ένα κεφαλάκι ίσαμε ένα κεχρί. Ξεμύτισε πιο κακό, πιο σκληρό, με το ψιλό δοντάκι του πιο φαρμακερό.
«Μα ναι, καλέ, η κοιλιά δε φούσκωνε πια. Απεναντίας...»
Από τότες ένα μαράζι μπήκε και ρίζωσε σταθερά μέσα στην καρδιά της κι ολοένα τράνευε. Στον άντρα της δεν είχε το κουράγιο να πει τον καημό της. Την έπιανε τρομάρα και μόνο σαν έβαζε με το νου της πως θα του γκρεμίσει όλο κείνο το τετράψηλο κάστρο της ευτυχίας, που το μπαϊράκι του κυμάτιζε στα σύννεφα. Ένιωθε μια βαθύτατη συμπόνεση γι' αυτόν, σα λογάριαζε πως, αλήθεια, μπορεί κάτι να 'παθε το παιδί. Και κατάπινε τον καημό της και τα δάκρυά της και περνούσε τη φουρτούνα της μανταλωμένη άλλη μια φορά μέσα στη φοβερή μοναξιά της. Έχασε τον ύπνο της, έχασε τα γέλια της και σφιγγότανε η καρδιά της σαν της χάιδευε την κοιλιά ο άντρας της κι έκανε αστείες γκριμάτσες και φοβέριζε το γιο του με το δάχτυλο όρθιο:
«Μασκαρατζίκο εσύ, μπιρμπαντάκο εσύ, Ηρακλάκη εσύ και τι θα μου γίνεις!»
Τον άκουγε και τόνε λυπόταν, ωχ πώς τόνε λυπότανε τον καημένο. Έσφιγγε τα δόντια της να μην πέσει στα πόδια του κλαίγοντας. Έβαζε με το νου της πως όλα αυτά τα χάδια και τα χωρατά γινότανε προς ένα παιδάκι νεκρό, που καθότανε και σάπιζε εκεί, μέσα στην κοιλιά της, πεθαμένο και ασάλευτο, ίσως μέσα σ' έναν τάφο. Έφριξε με την ιδέα. Μήπως, αλήθεια, ήτανε ένας ζωντανός τάφος, που πηγαινοερχότανε; Αλήθεια, προς τι πηγαινοερχότανε και δεχότανε «μυρουδιές» και χάδια κι αστεία για το παιδί που σάπιζε μέσα στην κοιλιά της; Η κοιλιά της ολοένα μαλάκωνε. Δε θα 'τανε καλύτερα να τελέψουν όλα αυτά μέσα στο πηγάδι της αυλής;
Μια νύχτα είδε ένα φοβερό όνειρο. Γεννούσε, λέει, και βγαίνανε από μέσα της όλο ψόφια γατάκια. Ένα, δυο, τρία, τέσσερα ψόφια γατάκια! Πετάχτηκε πλεμένη στον ίδρο της.
Άρχισε να χλωμιάζει και ν' αδυνατίζει γρήγορα. Το πετσί της έπιασε να σαχλύνει, σαν ένα σακί που αδειάζει σιγά - σιγά και κατακαθίζει. Ολοένα γύρευε μοναξιά, να μπορεί να παραδίνεται λέφτερα στη θλίψη της. Έκλαιγε ώρες ολάκερες, αλκοολισμένη από τον καημό της, πιπίλιζε σαν πικρή ηδονή το πένθος της. Έκλαιγε για τη χαρά τους, για την ευτυχία τους, που πέθαιναν πια τελειωτικά, έκλαιγε για την αγάπη τ' αντρός της που την έβλεπε χαμένη, έκλαιγε για το μικρό της τ' αγοράκι, που καθότανε κουβαριασμένο, αναδιπλωμένο μέσα στην κοιλιά της, με τα χεράκια του, με τα ποδαράκια του, με το κεφαλάκι του, καθότανε και σάπιζε μέσα στην κοιλιά της. Ένιωθε τον εαυτό της ένοχο αντίκρυ στον άντρα της, αντίκρυ στο παιδί.
Κείνος την έβλεπε να λιώνει μέρα με τη μέρα σαν το κερί. Τη νοιαζότανε με το να την αγαπά και να την κανακεύει περισσότερο. Του το 'λεγαν κι οι γειτόνισσες, του το 'λεγε κι η μαμή. Πώς, μωρό ήταν να μην το καταλαβαίνει ένα τόσο πράμα; Η γυναίκα αδυνάτιζε κι ασκήμαινε απ' το γκάστρι. Όλα του γκαστριού ήτανε. Κλάματα, νεύρα, παραξενιές κι αδυναμίες. Κι όσο αγριεύει η γυναίκα τόσο πιο σίγουρο είναι πως το παιδί θα 'βγει σερνικό. Ο μασκαρατζίκος, ο μπιρμπαντάκος! Λίγη υπομονή! Λίγη υπομονή ακόμα! Παίδαρος είναι αυτός, δεν είναι ψύλλος. Ηρακλέας. Πώς;
Mια μέρα, Κυριακή απολείτουργα ήταν και τής έφερνε στο μαντήλι φυλαγμενο τ' αντίδωρο. Τη βρήκε μπρούμυτη στον καναπέ, να σπαρταρά σαν το ψάρι μέσα στ' αναφιλητά.
«Μα τι κάνεις έτσι», την αποπήρε τρομαγμένος. «Έτσι που πέφτεις, πάνω στην κοιλιά, μπορεί να πάθεις και τίποτα, να 'χουμε ντράβαλα!»
Την τράβηξε δυνατά, βάρβαρα σχεδόν, απ' τους ώμους και την ανασήκωσε καθιστή. Την είδε χλωμή, θεάφι, και τρόμαξε.
«Μπα σε καλό σου! Μπα σε καλό σου! Ξεχνάς, αγάπη μου, πως έχεις παιδί στην κοιλιά!»
Με τα μάτια φουσκωμένα, κόκκινα, έπεσε στην αγκαλιά του, κρεμάστηκε στο λαιμό του και κλαίγοντας σα μωρό.
«Πελοπίδα! Αχ, Πελοπίδα! Αχ!»
«Έλα, Χριστέ! Μα τι έχεις επιτέλους... Τ' είν' αυτά που κάνεις...»
Βόγγησε μέσα στον κόρφο του:
«Πελοπίδα, στείλε φώναξε ένα γιατρό, να χαρείς...»
«Γιατρό; Καλά. Και γιατρό να σου φέρω. Σύχασε μονάχα, μην κάνεις έτσι...»
Τήνε ξάπλωσε συγκινημένος, κανακεύοντάς τη σαν άρρωστο παιδί.
«Θα πας αμέσως, ε; Τώρα αμέσως;»
«Τώρα θέλεις; Τώρα να πάγω. Σύχασε μονάχα».
Πήγε τρεχάτος κι έφερε γιατρό. Ένας ηλικιωμένος επιστήμονας, πρόσφυγας κι αυτός, παλιός οικογενειακός φίλος του σπιτιού της. Μπήκανε στην κρεβατοκάμαρα, την ξεστήθωσε, κοίταξε προσεχτικά τις ρώγες της. Μάλαξε κατόπι ανάμεσα στα κοκκαλιάρικα δάχτυλά του τα βυζιά της, αφουκράστηκε την κοιλιά της με τ' ακουστικά στ' αυτιά, τη ζούληξε από 'δω, τη ζούληξε από 'κει, κατόπι έβγαλε από την τσάντα του ένα λαστιχένιο γάντι και το 'δωσε να του το βράσουν. Σ' αυτό το αναμεταξύ ψιλορωτούσε χίλια - δυο πράματα γύρω στο γκάστρι της.
Ο κυρ - Πελοπίδας άναψε ο ίδιος το καμινέτο, σαστισμένος, αδέξιος, κι έκανε ό,τι του 'λεγε ο γιατρός. Ήτανε γεμάτος αγωνία και ντροπή. Μελετούσε κλεφτάτα την έκφραση του γιατρού, να προϊδεαστεί κάτι. Έβλεπε τα χοντρά φρύδια του που σαλεύανε, το στόμα του που ζάρωνε νευρικά από τη μια μεριά κι έσκαβε μια βαθιά ζάρα στο άσαρκο μάγουλο. Έβλεπε προ πάντων τα χέρια του γέρου, που ζύμωναν τη μαλακιά σάρκα της γυναίκας του, όπως ποτές ο ίδιος δεν τόλμησε να τη μαλάξει.
Έβλεπε και το Βγενάκι, γυμνό, ανασκελωμένο, ένα αξιολύπητο κορμί, να κρύβει το πρόσωπό της κάτω από τ' άσπρο μπράτσο της και ν' αφήνεται στα ξένα χέρια, όπως αφήνεται ένα κουφάρι, ανυπεράσπιστο και βαρύ. Καταλάβαινε πόσο την έπνιγε η ντροπή. Την είδε που δάγκανε το κάτω χείλι της.
Και σα φόρεσε το γάντι ο γιατρός και βάλθηκε να την ψάχνει μ' έναν απίστευτο τρόπο ως τα κατάβαθα του κορμιού της, είδε πάνω στο προσκέφαλο το καημένο το χέρι της, ν' ανοιγοκλείνει γυρεύοντας βοήθεια. Σφίχτηκε η καρδιά του, σαν κατάλαβε πως έψαχνε να βρει το δικό του, να πιαστεί πάνω του σαν σε αποκούμπι, για να βαστάξει τούτη τη φοβερή ταπείνωση. Είχε τόση παρακάλεση αυτό το άσπρο χέρι που έψαχνε πάνω στο προσκέφαλο με αγωνία, σαν ένα ξεχωριστό ζωντανό πλάσμα, πολύ απελπισμένο. Το πήρε και το 'σφιξε δυνατά μέσα στις παλάμες του κι ήτανε τόσο κρύο και τόσο μαλακό που φοβήθηκε.
Σαν τέλειωσε ο γιατρός να σκαλίζει τα μέσα της, τράβηξε πάνω της το σεντόνι. Ο κυρ - Πελοπίδας την άκουγε να ανασαίνει από κάτω γρήγορα και λαχανιασμένα, χωρίς να 'χει τη δύναμη να συμμαζέψει τ' ανοιγμένα μέλη της.
Τα σπλάχνα της τρέμανε, τρέμανε...
Την ώρα που σαπουνιζόταν ο γιατρός σιωπηλά, ο κυρ - Πελοπίδας πήγε κοντά του πατώντας στις μύτες των παπουτσιώ και ρώτησε σιγά και τρομαγμένα:
«Το παιδί, γιατρέ μου; Ζωντανό είναι το παιδί;»
Ο γιατρός απάντησε ήσυχα, ενώ σκουπιζότανε στο λευκό προσόψι:
«Συχάστε... Δεν υπάρχει κανένα παιδί πεθαμένο... Αφού δεν υπάρχει καθόλου παιδί. Ήτανε «ανεμογκάστρι» όπως λένε. Μια κλασική περίπτωση. Όσο για τα έμμηνα, σταματήσανε γιατί ήταν τα τελευταία της που έβλεπε...»
Μυριβήλης Στράτης
Το πράσινο βιβλίο
Βιβλιοπωλείο της «Εστίας»
Σημειώσεις:
(1) κρεβατή: ο αργαλειός
(2) κανάκια: κανακέματα, έπαινοι, χαϊδέματα
(3) κελύφια: καλύμματα, προστατευτικά μαξιλαριών
(4) νταγκαλάκι: αμόρφωτος, αστοιχείωτος , άξεστος , ηλίθιος
(5) γλίτζικος: βρωμιάρης, λιγδιάρης
(6) πάσσο: με αργό τρόπο, αργόσυρτα
(7) κρουταλώ / κουρταλώ: χτυπώ, κάνω θόρυβο
(8) ντάντες: νταντάδες, γκουβερνάντες
(9) ξεσάζω: περιποιούμαι, φροντίζω
(10) κάντιο: είδος ακατέργαστης κρυσταλλικής ζάχαρης
(11) χλιος: χλιαρός
(12) σκαλόπανο: χαλί, κιλίμι της σκάλας
(13) ανεκλάλητος: ανείπωτος, ανέκφραστος άφατος
(14) μελίχλωρος: αυτός που έχει το χρώμα του μελιού και είναι τρυφερός και όχι ξεραμένος (η
χρήση της λέξης διασώθηκε κυρίως από τα καφενεία και το ψητό το χταπόδι
που πολλοί το προτιμούν μελίχλωρο, όχι καλά ψημένο)
(15) σουρτούκο: είδος αντρικού πανωφοριού
(16) γκιουγκιούμι: δοχείο, καζάνι
(17) τρικαντό: τρίκοχο καπέλο φτιαγμένο από μαύρο ύφασμα, με ανεστραμμένο γείσο και φτερά
(18) καφκούμαι: καυχιέμαι, περηφανεύομαι
(19) μεταπιάνω: βοηθώ κάποιον στην εκτέλεση εργασίας, τεχνικής ή χειρωνακτικής
(20) σημειωμένος: ανάπηρος, σημαδεμένος