Κυριακή 29 Μαΐου 2022

ΧΡΥΣΟΙ ΓΑΜΟΙ

 
   Πριν από τις εφτά τον άκουσα ν' αναδεύεται στο κρεβάτι, στις εφτάμιση ήτανε πια έτοιμος και στις οχτώ φρέσκος - φρέσκος είχε βγει απ' το μπάνιο.
   «Τι κάνεις, Ερνέστο;»
   «Κάνω εγώ τον καφέ σήμερα».
   Όσο ο Ερνέστος ετοίμαζε τον καφέ στο κουζινάκι, εγώ ξαπλωμένη προσπαθούσα να συγκεντρωθώ. Μου φαινότανε πως θα 'πρεπε να μου 'χε δώσει μεγάλη συγκίνηση η θύμηση. Ήταν ένα πρωινό ίδιο μ' αυτό, ένα πρωινό του Δεκέμβρη πριν πενήντα χρόνια, ένα πρωινό που ντυνόμουνα νύφη εγώ για το γάμο μας.  Τώρα δεν αισθάνομαι τίποτα, ούτε και μια νοσταλγία. Πόσο άσκημο είναι να γερνάει κανείς. Γίνονται όλα ξέθωρα, ίδια, αδιάφορα.
   «Άκου».
   Τώρα ξέρω πως έβαλε στον καφέ δυο κομματάκια ζάχαρη χωρίς να τον ανακατέψει με το κουταλάκι. Πενήντα χρόνια μαζί ξέρουμε ο καθένας απ' έξω κι ανακατωτά τα φυσικά του άλλου και με κλειστά μάτια γνωρίζουμε την κάθε κίνηση ο ένας του άλλου. Τώρα οι παντρεμένοι δε μένουνε μαζί ούτε πέντε χρόνια. Χωρίζουνε σαν την κόρη μας. Κι εμείς ωστόσο, δεν έχουμε βαρεθεί. Ίσως γιατί δε νιώθαμε και την ανάγκη να διασκεδάσουμε.
   «Ερνέστο, μην ξεχάσεις το χάπι μου. Δος μου το σε παρακαλώ».
   Δεν έπρεπε να του το πω γιατί θύμωνε, αλλά δεν είχα κλείσει μάτι όλη νύχτα. Μια αγρύπνια χωρίς σοβαρό αίτιο, μου 'φερε στο νου ασήμαντους συλλογισμούς. Να, λίγη κούραση, το νερό που 'τρεχε στο σιφόνι, το ροχαλητό του Ερνέστου με το στόμα ανοιχτό. Το πρωί μονάχα το ράδιο δίνει τώρα λίγη ζωή. Φανταζόμαστε πως είναι όλα σαν πρώτα κι ακούμε τα διάφορα νέα του κόσμου, για καλλιτεχνικά, για εμπορικά. Ύστερα στο μπάνιο. Ο καθρέφτης που κάθε μέρα που περνάει μάς δείχνει πιο μαραμένη την εικόνα μας.
   «Έβαλα τη σαμπάνια στον πάγο», μου λέει ικανοποιημένος.
   «Άφησέ το. Θα το βάλω εγώ».
   Ήθελα να του πω. Ύστερα από μισόν αιώνα δεν έμαθες να μην ανακατεύεσαι στις δουλειές μου στην κουζίνα; Δεν έμαθες πως τα ποτά με τον αφρό δεν πρέπει να 'ναι πολύ παγωμένα; Κάνουν κακό, προπάντων το χειμώνα. Θα 'πρεπε να πάω ν' ανοίξω πάλι το ψυγείο και να βγάλω έξω το μπουκάλι.
   «Αχ, είσαι στενοκέφαλος. Αν θέλεις κάτι να κάνεις, στρώσε το τραπέζι».
   «Από τώρα;»
   «Ναι, να το βρούμε έτοιμο μόλις γυρίσουμε».
  Του άρεσε η ιδέα. Σα να 'μαστε στο ρεστοράν. Το ωραίο τραπεζομάντιλο με το θαυμάσιο κέντημα, αμεταχείριστο απ' την προίκα μου. Τα κρυστάλλινα ποτήρια που μάς τα 'χανε κάνει δώρο στο γάμο μας και είχανε μείνει τώρα πέντε μονάχα.
   «Έτοιμη είσαι;»  
   Ξανάνοιξα την πόρτα δυο φορές που είχε κλειδώσει αυτός  και είχε βγάλει το κλειδί. Την πρώτη φορά μού πέρασε η ιδέα πως είχα αφήσει ανοιχτό το γκάζι στο φούρνο. Τη δεύτερη πως είχα ξεχάσει το μαντήλι για το κεφάλι μου. Βγήκαμε. Τον είχα πιάσει από το μπράτσο κι ήτανε δέκα το πρωί. Με το καλό μου καπέλο, τα καινούργια μου γάντια. Ύφος επίσημο. Σα να πηγαίναμε σε κηδεία. Πολύν καιρό είχε να γίνει αυτό. Ήτανε κίνηση στο δρόμο, ήταν στο πεζοδρόμι ήλιος και περπατάγαμε ευχάριστα. Ο Ερνέστος σιγοσφύριζε κι εγώ του 'λεγα κάθε τόσο:
   «Είδες τι βήχα έχεις;»
   «Έπρεπε να πάρω μαζί μου το σάλι σου που δε σ' αρέσει γιατί νομίζεις πως είναι πολύ νεανικό».
   Στο περίπτερο πήραμε εφημερίδα. Ο Ερνέστος κοντοστάθηκε, έβαλε τα γυαλιά και κοίταξε την κοινωνική στήλη.
   «Κοίτα. Το δημοσιέψανε».
   Κάτω απ' τον τίτλο «Χρυσοί γάμοι» ήταν τα δυο μας ονόματα. Δική του ήτανε η ιδέα. Εγώ δεν το 'ξερα, αλλά είχε δίκιο. Τώρα μού φαινότανε πως το 'ξερε όλος ο κόσμος και μάς κοίταζε. Ένιωθα να κοκκινίζω από ευχαρίστηση, ντρεπόμουνα κιόλας λιγάκι, γιατί μού φαινότανε σα να λέγανε όλοι: «Να, τους βλέπεις αυτούς τους δυο; Είναι αυτοί που γράφει η εφημερίδα».  
   Ποτέ δε σπρώχνομαι, δεν κατέβαινα μακριά απ' το σπίτι μας για να ψωνίσω. Ό,τι χρειαζόμουνα το 'παιρνα απ' το μαγαζί της γειτονιάς για να μη χάνω ώρα. Τώρα όμως, να μας στη στάση του λεωφορείου που ήτανε κάτω απ' τα κλαδιά, τα γδυτά κλαδιά ενός δέντρου. Μόλις σταμάτησε, ανεβήκαμε κι εμείς μαζί με όλους τους άλλους.
   «Μα, πού πάμε, Ερνέστο;»
   «Πουθενά, έτσι κάνουμε ένα γύρο».
   Δυο αδειανές θέσεις κοντά δεν ήτανε στο λεωφορείο κι ένας νέος που καθόταν στο πλάι μου, δεν έδωσε τη θέση του στον Ερνέστο, αλλά σε λίγο κατέβηκε.
   «Έπρεπε να του το πεις, να του κάμεις παρατήρηση. Οι νέοι σήμερα δεν έχουνε ούτε σεβασμό, ούτε καλούς τρόπους», μουρμούρισε ο Ερνέστος.
 
.........................
 
   Κάθισε δίπλα μου ανακουφισμένος, έφερε τα γόνατά του κοντά μου, του 'πιασα εγώ το χέρι και του το 'σφιξα με τα γαντοφορεμένα μου δάχτυλα και κοιτάζαμε κι οι δυο έξω από το παράθυρο. Σα να 'μαστε δυο τουρίστες σε μιαν άγνωστη πόλη.
   «Είδες που γκρεμίσανε κείνο το παλάτι; Το καφενείο αυτό; Τώρα έγινε».
   Πού και πού με σκουντάει στο γόνατο για να μου δείξει μια ρεκλάμα κινηματογράφου με μισόγυμνες γυναίκες που τα δείχνουνε όλα. Σε μια στιγμή εγώ του είπα:
   «Μπορούμε να πάμε στο νοσοκομείο να δούμε την ξαδέρφη σου. Είναι στο δρόμο μας».  
   Τίποτα αυτός.
  «Είναι μέρα χαράς σήμερα», μου είπε, «ούτε επισκέψεις σ' αρρώστους, ούτε σε πεθαμένους. Αρκετά τόσα χρόνια».
   «Βάλε τη σάρπα σου, μην είσαι παιδί».
   Αλλ' αυτός κοίταζε, κοίταζε αχόρταγα μια ξανθούλα που κρατούσε ένα παιδί απ' το χέρι. Μα μήπως έκανε και τίποτ' άλλο αυτός, από το να τρέχει  πίσω απ' τις γυναίκες; Έχουνε δίκιο κείνοι που λένε πως ένα ζευγάρι μένει αξεχώριστο, γιατί ο ένας υποχωρεί και δεν ξεσυνερίζεται τον άλλον. Μού ερχόταν να φωνάξω, να το πω ακόμα και στον οδηγό του λεωφορείου: «Δε φανταζόσαστε σεις πόσα και πόσα τράβηξα μ' αυτόν το σύζυγο τόσα και τόσα χρόνια. Περιπέτειες, ανακατωσούρες, ταραχές. Με πήγε σε μια επίδειξη πατινάζ π.χ. σε μια παγοδρομία κι ανακάλυψα μετά πως ήθελε να συναντήσει μια που 'κανε πατινάζ εκεί. Τον έβλεπα να βγαίνει από το σπίτι κι εγώ απ' το παράθυρο κοίταζα να τον παρακολουθήσω στο δρόμο, αλλά πού να φανεί αυτός. Είχε σταματήσει στο θυρωρείο -για να πει τάχα κάτι στο θυρωρό, ενώ στην πραγματικότητα χαριεντιζότανε με τη θυρωρίνα, μια χοντρή, χυδαία γυναίκα».
   «Αλλά εδώ, για κοίταξε, δεν ήταν αυτός ο κινηματογράφος».
   Είναι ν' απορεί κανείς πώς τα ξεχνούσε όλ' αυτά τα παλιά κατορθώματα, όταν καθότανε δίπλα μου με τις ώρες ήσυχα - ήσυχα μπροστά στην τηλεόραση. Δε μ' άρεσε και μένα αυτή η πολιτεία που 'χε τόσο αλλάξει. Κόσμος, πολλοί κι αδιάφοροι άνθρωποι. Πού να το φανταστώ εγώ τότε, πριν πενήντα χρόνια που 'μουνα δεκαεννιά χρονών κι ανέβαινα νυφούλα τα σκαλιά της εκκλησιάς κείνο το πρωινό του Δεκέμβρη. Θυμάμαι πως πριν από ένα μήνα είχε πεθάνει ο Πουτσίνι και μού φαινότανε πως έφευγε μαζί του ο παλιός ωραίος κόσμος. Ήτανε τότε είκοσι εννιά χρονών ο Ερνέστος και φορούσε καπέλο. Καπέλο διαφορετικό βέβαια απ' αυτό που φορούσε σήμερα. Και τι περίεργη εντύπωση μου 'κανε σήμερα αυτός ο κόσμος. Ντυμένοι σαν να κάνουν συνεχώς διακοπές στην εξοχή, χωρίς γούστο και χωρίς νόημα. Ίσως το κάνανε αυτό για να παρηγοριούνται οι γέροι, πως ήταν καλύτερη η εποχή η δική τους.
   «Έλα να καθίσουμε πιο μπροστά».
   Κάναμε καλά κι αλλάξαμε θέση, γιατί έμπαινε αέρας κρύος μόλις ανοίγανε την πόρτα σε κάθε στάση. Ήταν πολύς καιρός που δεν είχαμε βγει παραέξω και βλέπαμε τώρα δεξιά κι αριστερά στους δρόμους να γυαλίζουνε τ' αυτοκίνητα στη σειρά και να τρέχουνε. Πού πήγαιναν, αλήθεια, τόσα αυτοκίνητα; Φανταζόμουνα πως οι άνθρωποι πήγαιναν στα γραφεία για τη δουλειά τους, όπως πήγαινε σαράντα πέντε ολόκληρα χρόνια ο Ερνέστος χωρίς ν' αργήσει ποτέ, χωρίς να του κάνει ποτέ ο διευθυντής παρατήρηση. Από ένα ανώνυμο γράμμα όμως έμαθα αργότερα πως ο Ερνέστος μου είχε ερωτική σχέση με κάποια Ρομπόνι, σχέση που κράτησε πάνω από δυο χρόνια. Κανένας δεν το φανταζότανε. Υποκριτής ο Ερνέστος μου, φρεσκοξυρισμένος, με την κολόνια του, σοβαρός, καθότανε μπροστά στα χαρτιά του και δούλευε, δούλευε. Άλλοτε πάλι μου 'λεγε πως πάει να πιει έναν καφέ κι ήταν ικανός να γυρίσει τα μεσάνυχτα. Και σήμερα ακόμη θα τολμούσε να το κάνει αυτό, αν του τύχαινε.
   «Γιατί την έβγαλες τη σαμπάνια απ' το ψυγείο;»
   «Γιατί αν την άφηνα τρεις ώρες στο ψυγείο, θα γινότανε πάγος».
   «Μα βέβαια», είπε, «καλά που την είχα βάλει εγώ πρώτα και θα τη βρούμε κρύα».  
   Χαμογελάει ικανοποιημένος. Υπολόγιζε πάντοτε τη συγγνώμη μου για το καθετί. Γι' αυτό ίσως βρισκόμαστε σήμερα εδώ καθισμένοι πλάι πλάι στο λεωφορείο με πιασμένα τα χέρια. Και σήμερα, εμένα θα παντρευότανε ο Ερνέστος. Πού να βρει μια τέτοια γυναίκα. Για να μη σας πω πως τρεις μήνες πριν -από κείνο το πρωινό του Δεκέμβρη, το πρωινό του γάμου μας- με είχε κάμει έγκυο στη γκαρσονιέρα ενός φίλου του που του 'χε δώσει τα κλειδιά. Έτρεμα τότε πως θα 'βλεπε την κοιλιά μου γδυτή κάτω απ' το φόρεμα.
   «Μου 'ρχεται κρύο στα πόδια», παραπονιέται.
   «Βέβαια, καθόμαστε στην ίδια θέση μια ολόκληρη ώρα».
   Σα να κατάλαβα πως είμαστε στην περιοχή του Μουζέκο και θα 'πρεπε να κατεβούμε στην άλλη στάση. Καλό θα ήτανε μια τέτοια μέρα να θυμηθούμε και τους πεθαμένους μας και να τους αφήσουμε δυο λουλούδια στον τάφο. Αλλά ξέρω πως δεν τού άρεσε αυτή η ιδέα κι έλεγε συνεχώς πως δεν είναι καμωμένος για να κάνει με το στανιό καλές πράξεις. Κάποτε τού απάντησα σ' αυτό ειρωνικά: «Έχεις κάμει μήπως πολλές ως τα τώρα;»  Ωστόσο, αν ήμουνα αυτή τη στιγμή δεκαεννιά χρονών, θα τον περίμενα στης εκκλησιάς τα σκαλοπάτια με το άσπρο μου φόρεμα και θα τον παντρευόμουνα τον Ερνέστο και σήμερα.
   «Τώρα», μου είπε, «θα ξανακάνουμε αντίθετα το γύρο. Σε μισή ώρα θα 'μαστε στο σπίτι».  
   «Αν είχαμε πάει με το μετρό, δε θα είχαμε κρυώσει».
   «Ναι, αλλά δε θα είχαμε δει τίποτα».
   Πραγματικά, δεν το φανταζόμουνα ποτέ πως ολόκληρες συνοικίες είχανε στηθεί εκεί που άλλοτε ήταν η εξοχή, τα λιβάδια, οι κήποι και τα ωραία μικρά σπιτάκια. Ήτανε δέκα χρόνια που δεν είχαμε βγει έξω από την πόλη. Τώρα που είμαστε συνταξιούχοι, πολύ ωραία ήταν η ιδέα να τριγυρίσουμε λιγάκι παραέξω, αν και μελαγχολώ να βλέπω τις καμινάδες, τα γιοφύρια και τους μαύρους ασφαλτοστρωμένους δρόμους  να 'χουνε ζώσει το Μιλάνο. Όταν ήμουνα παιδί, έφτανε να βγεις απ' το Μονφόρτε για να δεις μπροστά σου ανοιχτή εξοχή. Αλλά και ο Ερνέστος μαζεμένος στη θέση του είχε ξαφνιαστεί που 'βλεπε ένα τέτοιο τοπίο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι τι έγινε ο κόσμος που ξέραμε μεις, ο ήσυχος κι ευγενικός κόσμος, ο φτωχός αλλά ήμερος κόσμος, που ο καθένας κοίταζε τη δουλειά του χωρίς κακίες και ζήλιες σαν σήμερα. Έρχεται μια στιγμή και πεθαίνουμε σα να μας έχει κουράσει να βλέπουμε τον κόσμο τόσο άσκημο. Και πριν πεθάνουμε αφηνόμαστε κι έρχονται οι αρρώστιες, που δεν έχουμε τη διάθεση και τη δύναμη να τις κατανικήσουμε. Σαν δεν κοιμάμαι τη νύχτα, σκέφτομαι πως αν ζω, είναι μονάχα για να κάνω συντροφιά στον Ερνέστο μου. Στα εβδομήντα ένα του χρόνια δεν μπορώ να το φανταστώ πως θα 'μενε μονάχος με μια πληρωμένη γυναίκα να τον περιποιέται. Ξέχασα τις απιστίες του, δεν μπορώ να του το ξεπληρώσω και γυρίζοντας με το λεωφορείο τούτο το πρωί, είμαι συγκινημένη για την επέτειο. Δεν είναι μικρό πράμα πενήντα χρόνια ζωή κοντά του. Μια συνήθεια που σου μπαίνει στο αίμα και δεν μπορείς να ζήσεις χωρίς αυτήν. Νομίζω πως τα κράτη θα 'πρεπε να δίνουνε ένα βραβείο σ' όσους το καταφέρνουν αυτό. Έτσι θα γκρεμίζανε την ιδέα πως ο γάμος είναι ένα χρεωκοπημένο σύστημα.
   «Έλα, στην άλλη στάση θα κατέβουμε».
   Δεν το 'χα καταλάβει. Κάναμε ολόκληρο κύκλο και κατεβήκαμε στην ίδια στάση που 'χαμε ανεβεί. Πριν φτάσουμε στην πόρτα του σπιτιού μας, μ' έπιασε απ' το μπράτσο και με τράβηξε κατά το μαγαζί που πούλαγε κρασιά στη γωνιά του δρόμου. Εγώ, παρά κρασί, θα προτιμούσα ένα λουλούδι για να γιορτάσουμε την επέτειο.
   «Το ξέρεις πως δε μ' αρέσει το κρασί και σου κάνει κακό κι εσένα».
   Ο Ερνέστος πήρε ένα ποτήρι απ' τον πάγκο, έβαλε κρασί, το δοκίμασε και τ' άφησε πάλι κάτου, ξινίζοντας τα μούτρα του.
   «Δεν είναι καλό; Δε σ' αρέσει;»  
   «Περίεργο, δεν έχω καθόλου διάθεση».
   «Τι σου 'λεγα; Είσαι ένας ασυλλόγιστος».
   Μπροστά στην πόρτα μας στο κεφαλόσκαλο, έκανε μια ώρα να βάλει το κλειδί στην πόρτα.
   «Τι έχεις, Ερνέστο; Δεν είσαι καλά;»
   «Όχι, δεν είναι τίποτα».
   Πήγε να βάλει την πιτζάμα του και πρόσεξα πως έτρεμε ολόκληρος. Άναψα το φούρνο για να ζεσταθεί το φαΐ. Αυτός έβαλε την τούρτα στο τραπέζι. Είχε πέντε κεράκια, ένα για κάθε δέκα χρόνια, που θα 'πρεπε να τα φυσήξουμε και να τα σβήσουμε κι οι δυο μαζί. Αλλά... γυρίζω να τον κοιτάξω, και τι να δω. Ήτανε ασπροκίτρινος... ένα κουρέλι.
   «Μα, κάτι έχεις εσύ».  
   Είπε πως δεν είναι τίποτα και πως του πέρασε. Ήταν μονάχα μια στιγμή αδυναμίας, μου είπε, κι ένα ζεστό μπάνιο θα του κάνει καλό και μετά θα ξαπλώσει.
   «Να τηλεφωνήσω στο γιατρό;»
   Δε μ' εμπόδισε. Που θα πει πως δεν ένιωθε καλά.
   «Σ' έβλαψε το κρασί, Ερνέστο».
   «Μα όχι. Κρύωσα φαίνεται στο λεωφορείο».
   «Έλα τώρα».
   Κάθισε στο κρεβάτι του ήσυχος. Τον έγδυσα και του 'βαλα το θερμόμετρο.
   «Δε θέλω... Τέτοια μέρα σήμερα...» έλεγε σιγά, δισταχτικά. Εγώ κατάλαβα πως το 'κανε για μένα. Δεν του άρεσε να μου χαλάσει τη γιορτή, την επέτειο.
   «Κάθισε ήσυχα. Μη μιλάς. Μην κουνιέσαι».
   Ήθελα να του θυμίσω ότι και το βράδυ του γάμου μας, πριν πενήντα χρόνια, φύσαγε κρύος αέρας στο τραίνο και στο ξενοδοχείο στη Βενετία χρειάστηκε να ζητήσουμε βαρύτερες κουβέρτες. Θα μπορούσε να ήτανε μια ωραία σύμπτωση, θα του 'λεγα, αν δεν τον ένιωθα τόσο πολύ φοβισμένο. Χτύπησε το τηλέφωνο και του φάνηκε κακό σημάδι.
   «Εμπρός».
   «Ακούστε», είπε μια γυναικεία φωνή. «Σεις είσαστε που γιορτάζετε σήμερα τους χρυσούς σας γάμους;»
   «Και σεις πώς το μάθατε;»  
  «Το διάβασα στην εφημερίδα. Ήθελα να σας ευχηθώ και να σας συγχαρώ».
   «Ω!... Πάρα πολύ σάς ευχαριστώ».
   «Πολλές, θερμές ευχές», ακούστηκε πάλι η φωνή.
   «Ερνέστο», φώναξα, «ήτανε μια κυρία που μάς ευχήθηκε για τους χρυσούς μας γάμους».
   Αλλά ο Ερνέστος δεν άκουσε, ίσως γιατί κοιμόταν. 
 
Καστελλανέτα Κάρλο
 «Νέα Εστία», 1980
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου