Η κυρία Ντόρα, καθώς είναι ζωσμένη την ποδιά της κουζίνας κι ανασκουμπωμένη ετοιμάζει τα μεζεδάκια, συλλογιέται πως πραγματικά ο άνθρωπος είναι μυστήριο. Κι επειδή έχει υπόψη της, στο γενικό τούτο συμπέρασμα, τον άντρα της, μάλλον παραδέχεται πως δεν είναι στα σύγκαλά του.
Φαντάσου, φίλε μου, να του κατεβεί, στα καλά καθούμενα, ύστερα από τριάντα πέντε χρονών ξεμοναχεμένη, αποτραβηγμένη ζωή, ν' ανοίξουνε, λέει, σπίτι, να δέχουνται κόσμο και η κυρία Ντόρα να προσκαλεί τις φιλενάδες της να παίζουν χαρτιά! Και το πιο σπουδαίο, τούτη την απόφαση, δεν την είπε προφορικά, αλλά με γράμμα! Κάτι σαν απολογία, σαν εξομολόγηση... Ο άντρας της μιλούσε έτσι; Εκείνος που δεν έπαιρνες μιλιά από το στόμα του ολάκερες μέρες, ο κλειστός, ο βαρύσκιωτος, που δεν ήθελε να πατήσει ψυχή το κατώφλι τους, που δεν ενδιαφερόταν παρά μόνο κι αποκλειστικά για την επιστήμη του και τα συγγράμματά του;
«Το 'ξερα εξ αρχής πόσο σου άρεσε ο κόσμος και πως ο τρόπος που θα ζούσαμε θα 'τανε μια καταδίκη για σένα. Κι ακόμα ξέρω πως ποτές δεν έπαψες να μετανιώνεις για την τρέλα να παντρευτείς μ' έναν που σε τίποτα, μα σε τίποτα, δεν έμοιαζε με κείνο που περίμενες. Ξέρω ακόμα, πόσο οι τιμές που λάβαινα σου ήτανε αδιάφορες και, γιατί όχι, μισημένες, αφού τις πλήρωνες με τη στέρηση κάθε δική σου χαράς. Ήσουνα μια φλογερή φύση... αλλά ενώ διψούσες να λάβεις μέρος στο πλουσιοπάροχο τραπέζι της ζωής κι ήσουνα μεθυσμένη πριν ακόμα δοκιμάσεις κανένα από τα θεία κρασιά της, σε καταδίκασα στην πιο άνανθη, στην πιο χέρσα κι άνυδρη ψυχική σαχάρα.
»Σου το ξεμολογιέμαι αυτή τη στιγμή, πολλές φορές ρωτήθηκα τα πρώτα χρόνια, γιατί έμενες κοντά μου. Ήτανε τόσο φυσικό να φύγεις. Μα τόσο φυσικό, που κάθε πρωί όταν ξυπνούσα, έλεγα αν θα σε βρω!... Ούτε και θα με πίκραινε ο μισεμός σου. Θα 'τανε και για τους δυο μας η απολύτρωση. Πολλές φορές ευκήθηκα να συναντήσεις κάποιον άλλο... Ίσως, πριν παντρευτούμε, να 'πρεπε να σου πω πόσο λίγο ήμουνα φτιαγμένος ν' ανταποκριθώ στις προσδοκίες σου. Ξέρω όμως τι θα μου απαντούσες: Πως μαζί μου θα 'σουν και στην κόλαση ευτυχισμένη... Δε θα ξεχάσω ποτέ τον ενθουσιασμό σου, όταν σε πήγα με το αμάξι σε κείνο το απόμακρο εξοχικό σπίτι, το ερημικό και απομονωμένο, το κρυμμένο στα πεύκα και τα κυπαρίσσια. Θυμίζει το Νησί των Νεκρών του Μπέκλιν, μου είπες μόλις το αντικρίσαμε από μακριά, αλλά χωρίς τα λόγια σου να προδίδουν καμιά, έστω και διαβατική αγκούσα. Κι αλήθεια έμοιαζε έτσι, μάλιστα τις νύχτες όταν ακούγαμε τις κραξιές της κουκουβάγιας και το φεγγάρι μια έβγαινε και μια κρυβόταν στα σύννεφα... κι ήτανε πάντα σα να κατοικούσαμε στο Νησί των Νεκρών... Τώρα πώς συνέβηκε το θαύμα να παραδεχτείς αδιαμαρτύρητα μια τέτοια σκλαβιά, δεν ξέρω... Πόσες φορές, στις αρχές, όταν σ' άκουγα να με καλείς, πότε για να πιούμε μαζί τον απογεματινό μας καφέ, πότε για να μου δείξεις ένα πρωτάνθιστο λουλούδι ή για να χαρούμε το ηλιοβασίλεμα, αδημονούσα και πάσκιζα να γλυκάνω τον τόνο της φωνής μου, καθώς αρνιόμουν νευρωμένος το κάλεσμά σου. Γιατί πάντοτε αρνιόμουν... Αδιάφορο αν, την ίδια στιγμή, καταλάβαινα τη δική σου ανάγκη να μοιραστείς με κάποιον τις μικροχαρές αυτές... να νιώσεις πως δεν ήσουν ολομόναχη... αλλά μου 'κανε τέτοιον κόπο ν' αποσπαστώ από τη μελέτη μου... Θυμάμαι κάποιο δειλινό. Καθόσουν στη βεράντα κι εγώ, μέσα, εργαζόμουν. Θα 'χε νυχτώσει απ' ώρα όταν είπα να σταματήσω και να βγω κι εγώ λίγο στη δροσιά. Χωρίς άλλο θα 'χες πολύ στεναχωρεθεί ολομόναχη, γιατί μόλις μ' είδες μου λες: “Έλα να σου πω τι σκέφθηκα”. “Ωραία, για ν' ακούσομε”, σου απαντώ εύθυμα και κάθομαι.
“Σκέφτηκα πόσο μοιάζομε εμείς οι άνθρωποι μ' όλα τούτα τ' άστρα...” Σώπασες μια στιγμή, κοιτάζοντας τον ουρανό, και ξακολούθησες: “Όπως αυτά, έτσι κι εμείς μοιάζομε να βρισκόμαστε κοντά - κοντά ο ένας με τον άλλο κι όμως, απαράλλαχτα όπως τ' αστέρια, μας χωρίζουν αμέτρητες αποστάσεις. Κοίταξέ τα, δε μοιάζουν με γειτόνους και μάλιστα πολύ κοντινούς;”».
Όταν η κυρία Ντόρα πήγε και τον βρήκε στο γραφείο του, με το γράμμα στο χέρι, της είπε πως της έγραψε, γιατί θα του ήταν αδύνατο να της τα πει προφορικά όσα της έγραφε.
«Βέβαια, τα χρόνια έχουν περάσει στο μεταξύ, ξέρω τι θα σκέπτεσαι...»
«Ναι, έχουν περάσει... κι ακριβώς γι' αυτό δεν καταλαβαίνω, γιατί ν' αλλάξομε δίαιτα τώρα στα γεράματα. Ποιος ο λόγος... Έπειτα, κι αν υποθέσομε πως έστω και τη δωδέκατη ώρα θα 'χα τη διάθεση που χρειάζεται ν' ανοίξω σπίτι, δε θα μας εμπόδιζε η τρομερή περίοδο που περνάμε; Ξεχνάς πως είμαστε κατακτημένοι, πως ο λαός πεινά, συλλαμβάνεται, τουφεκίζεται, ξορίζεται; Ή μήπως δεν έχεις πάρει είδηση τι συμβαίνει γύρω μας;»
Και της απάντησε:
«Όπως κι αν έχει το πράμα, έχω προσκαλέσει για αύριο μερικούς φίλους να πάρομε ένα ούζο. Ετοίμασε λοιπόν τίποτα μεζεδάκια από το βρισκούμενο, γιατί όξω δεν υπάρχει τίποτα, και βρες μια δικαιολογία, τάχα γιορτάζεις τα γενέθλιά σου, για να καλέσεις τις φίλες σου να παίξετε χαρτιά. Μια και το αποφάσισα να γίνομε κοσμικοί, ας κάμομε την αρχή».
Είναι, λοιπόν, στα σύγκαλά του; Αλλά, αν και το πιστεύει η κυρία Ντόρα, όμως κάτι σα να φτεροκόπησε στην καρδιά της. Έχει ακόμα καιρό να χαρεί όσα στερήθηκε. Υπάρχουν ηδονές για όλες τις ηλικίες. Σώνει να 'χει κανείς υγεία. Το ωραίο είναι που όλες οι φίλες της ξαφνιάστηκαν. Δεν πίστευαν τ' αυτιά τους, όταν τις καλούσε με το τηλέφωνο.
«Καλέ εσύ 'σαι Ντόρα, που με προσκαλείς, ή νειρεύομαι;»
«Εγώ, εγώ, εγώ...»
«Ποιος στο τηλέφωνο; Η Ντόρα; Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ 'σαι και με καλείς για χαρτιά!... Τι νεκρανάσταση είν' αυτή; Θέλει και ρώτημα; Θα 'ρθω χωρίς άλλο... Το Ντοράκι μου, πόσο χαίρομαι».
«Μπράβο, Ντόρα. Έτσι σε θέλω. Επιτέλους. Όχι, όχι, δεν είναι αργά. Ποτέ δεν είναι αργά. Αχ, γιατί να μην πατήσεις ποδάρι από την αρχή... Κρίμα στα νιάτα σου, στο κέφι σου... Σα θυμάμαι τα κοριτσίστικα χρόνια μας... Άντε γεια σου... θα γιορτάσομε την είσοδό σου στον κόσμο σαν όταν ήμαστε δεκαφτά χρονών, χα! Χα! Χα!»
Πέρασε θαύμα. Διαλύθηκαν στις εννιά. Πήρε μια μέρα τη βδομάδα. Τότε που δέχεται κι ο άντρας της την παρέα του... αλλά τι παράξενοι είναι αυτοί που τον επισκέπτονται. Όχι, όπως θα 'τανε φυσικό, ηλικιωμένοι, σοβαροί, επιστήμονες... μπα, οι πιότεροι από δαύτους είναι παιδαρέλια. Κλείνονται στο γραφείο, κι όσες ώρες παίζουν εκείνες χαρτιά στην τραπεζαρία, αυτοί συζητούν. Ο άντρας της τής είπε να ετοιμάσει και για την παρέα του ένα τραπέζι με τράπουλες και φίσες μήπως σχηματίσουν κανένα καρέ!
Η κυρία Ντόρα ένιωθε να ξαναγεννιέται. Τι ευχάριστα περνούσαν οι μέρες. Ούτε ανία ούτε δυσθυμία ούτε νεύρα. Τίποτα... σε σημείο να μη μπορεί να εξηγήσει πώς υπομόνευε τόσα χρόνια χωρίς να επαναστατήσει. Πού βρήκε τη δύναμη να υποταχτεί; Λοιπόν ναι, ο άνθρωπος είναι μυστήριο. Γιατί τώρα πια θα της ήταν αδύνατο να ξαναγυρίσει στο παλιό καθεστώς. Αν δηλαδή του κατέβαινε ξανά του αντρός της και της έλεγε να ξανακλειστούνε στο σπίτι τους, δε θα του 'κανε τη χάρη. Όχι, με κανένα τρόπο... Να περνούν οι μέρες, οι βδομάδες, οι μήνες, τα χρόνια και να μη χτυπά ψυχή την πόρτα της, περιμένοντας πώς και τι καμιά γειτόνισσα να την καλημερίσει από το παράθυρο... Κι ήτανε νέα τότε κι είχε όλα τα δίκαια και τα δικαιώματα. Φαίνεται όμως, εκεί κατέληγε, πως ακριβώς γιατί ήτανε νέα υποτάχτηκε. Τα νιάτα, τα άτιμα, έχουν ανεξάντλητες πηγές ανεφοδιασμού... Πότε μ' ένα κέντημα πολύχρωμο και δύσκολο γιόμιζε τις ώρες της, πότε μ' ένα βιβλίο, πότε με το περβόλι, πότε με τις επιστολές που έστελνε και λάβαινε. Και κύλησε ο καιρός. Τα νιάτα, αυτά λοιπόν τη βοήθησαν. Τώρα, αδύνατο, δε θα μπορούσε να κλειστεί στο Νησί των Νεκρών. Π.χ. το τηλέφωνο. Πότε το μεταχειριζόταν άλλοτε; Ποτέ. Και προς τι; Αλλά τώρα; Από το πρωί, ή το 'παιρνε η ίδια γι' άλλους ή το 'παιρναν άλλοι γι' αυτήν. Ξαφνικά, ντριν, ντριν, ντριν, και γιόμιζε το σπίτι με το χαρούμενο κουδούνισμά του και πήγαινε τρεχάτη να πάρει το ακουστικό να μάθει πού θα συγκεντρώνονταν το απόγεμα, ν' αλλάξει στα πεταχτά καμιά κεφάτη κουβεντούλα, να μάθει κανένα νέο... Κι όταν το βράδυ έπεφτε στο κρεβάτι, να μένει ξύπνια ολάκερες ώρες ξαναζώντας τα καθέκαστα της ευχάριστης μέρας. Και να δεις που είχε ξεχάσει ολότελα την τρομερή περίοδο που περνούσε ο κόσμος. Σα να συνέβαιναν στο φεγγάρι όλα όσα γίνουνταν. Αλλά και τι να κάμομε στο κάτω - κάτω. Έχομε τη δύναμη να κάμομε τίποτα; Έπειτα ο άντρας της έμεινε ανέκαθεν μακριά από την πολιτική. Είναι κι αυτό. Αν ανακατευόταν, ίσως να ζούσαν κι αυτοί μέσα στη φοβερή κόλαση που βράζανε πλήθος γνωστοί τους. Οι κατακτητές δε χωράτευαν μ' όποιον τους έφερνε εμπόδιο. Η κυρία Ντόρα όμως με τον άντρα της δεν είχαν κανενός είδους τέτοια καρδιοχτύπια. Κι ο κόσμος που σχετίζονταν τώρα, το ίδιο. Ξέχασε το λοιπόν κι εκείνη τι συνέβαινε γύρω τους κι ήταν σα να μη συνέβαινε τίποτα. Μια μέρα, έτυχε σ' ένα μπλόκο. Είδε ανθρώπους να τρέχουν να κρυφτούν κίτρινους σαν το θειάφι από την τρομάρα και γυναίκες του λαού ν' ανοίγουν τις πόρτες τους να τους μπάζουν... Αλλά εκείνη δεν τρόμαξε διόλου. Στο προάστιό τους δε γίνουνται μπλόκα. Είναι όλοι ήσυχοι αστοί που κοιτάζουν τις δουλειές τους. Πολίτες νομιμόφρονες και γνωστικοί. Έμποροι, καταστηματάρχες, εισοδηματίες. Όταν έφτασε εκεί που ήταν να πάει, οι καλεσμένες ήτανε κιόλας καθισμένες στο τραπέζι και η νοικοκυρά μοίραζε τις κάβες. Κάποια στιγμή πήγε να πει για το μπλόκο. Την αποπήραν.
«Να ζήσεις, Ντοράκι, άφησε τα δυσάρεστα. Τα ξέρουμε».
Και μια άλλη πρόστεσε:
«Τα θέλει κι ο κωλαράκος τους...»
Κι έκλεισε η συζήτηση...
Και σήμερα το πρωί ο άντρας της τής είπε πως θα 'φευγε αμέσως και δε θα γυρνούσε ούτε τη νύχτα και να μην ανησυχήσει. Απόμεινε.
«Ούτε τη νύχτα; Τι πάει να πει αυτό;»
«Ε, κάτι πάει να πει...» και γέλασε.
«Μιλάς σοβαρά;»
«Σοβαρότατα... κάποια υπόθεση και θα χρειαστεί να μείνω όξω ως αύριο το πρωί...»
Και είχε έναν αέρα αλλιώτικο, σαν να μην ήτανε εκείνος που γνώριζε, ο βαρύς και μουντός άνθρωπος.
«Πού δηλαδή;»
«Κάπου...» και γέλασε ξανά.
Τον κοίταξε. Αυτό πια ήτανε κι αν ήτανε.
«Τι με κοιτάζεις έτσι;»
«Είναι να μη σε κοιτάζω; Έναν αιώνα ζούμε μαζί και δε λάθεψες ούτε λεπτό την ώρα του φαγητού και θες να μη γενώ άνω κάτω όταν μου λες πως θα ξενυχτήσεις όξω από το σπίτι; Κι έπειτα, τι είναι αυτό το κάπου;»
Δεν της απάντησε κι όπως η κυρία Ντόρα καθόταν στο παράθυρο κι έραβε στο φόρεμά της ένα λινό γιακαδάκι για το απόγεμα, άπλωσε και της χάιδεψε τα μαλλιά. Τούτο πια ήτανε από τ' απίστευτα. Δε θυμάται να 'χει γίνει ποτέ στη ζωή της ένα τέτοιο πράμα. Κι όπως σήκωσε τα έκπληκτα μάτια της από το ράψιμο, τον είδε να στέκεται χαμένος σε συλλογή. Παράτησε το ρούχο και παίρνοντας το χέρι του αρχίνησε να του μιλά σιγά και καλότροπα σαν που μιλάμε σε άρρωστο.
Γιατί τώρα πια δεν σήκωνε αμφιβολία. Τόσων χρονώ διανοητική κούραση ορισμένως τον είχε πειράξει στο νου.
«Όχι, Δημήτρη, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Όλα τούτα που γίνονται τώρα τελευταία είναι αλλόκοτα κι ανεξήγητα. Τι έπαθες; Τι σου συμβαίνει;... Τι αισθάνεσαι;... Ούτε και σ' αφήνω να πας πουθενά. Εκτός αν μου πεις τι τρέχει και τι υπόθεση είναι αυτή που θα σε κρατήσει όξω όλη τη νύχτα. Πες μου τι σου συμβαίνει. Μη με τρελαίνεις...»
«Θα σου πω... θα σου πω... αλλά όχι τώρα. Τώρα δεν έχω καιρό. Θα 'πρεπε μάλιστα να 'χω φύγει».
Και κοίταξε το ρολόι του.
«Κι άκουσε, μη λες σε κανέναν τίποτα».
«Αδύνατο... δε σ' αφήνω».
«Μην κάνεις ανοησίες... σε παρακαλώ. Σου υπόσχομαι αύριο να σου τα πω όλα... ναι, κάτι συμβαίνει... Και θες να μάθεις και το άλλο; Δεν αλλάξαμε ζωή για να χαρείς και συ λιγουλάκι, αλλά γιατί έτσι χρειάζεται. Και τώρα γεια σου... κι όπως σου 'πα, λέξη σε κανέναν και μην ανησυχείς. Παίξε τα χαρτάκια σου, διασκέδασε και κοιμήσου ήσυχα ήσυχα. Προπάντων μη σου μπαίνουν ιδέες. Τα μυαλά μου τα 'χω τετρακόσια, ακούς; Ποτέ δεν ήμουν τόσο ισορροπημένος και ποτέ δεν ήξερα, όσο τώρα, τι κάνω».
Κι έφυγε.
Β'
...Τελειώνοντας ο άντρας της τη ρώτησε γελαστός:
«Είσαι τώρα ήσυχη για τη διανοητική μου κατάσταση;»
«Είμαι. Αλλά φοβάμαι. Όλα τούτα είναι τρομερά επικίνδυνα».
«Δε γίνεται διαφορετικά, Ντόρα. Έπειτα, στο κάτω - κάτω, το ψωμάκι μας το φάγαμε πια εμείς. Τι περιμένομε; Πόσα χρόνια θα ζήσομε; Και πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσομε καλύτερα τον ελάχιστο καιρό που μας μένει;»
.............................
Η συνάντηση ήτανε στις εφτά το βράδυ. Θα πήγαινε στο Λυσσιατρείο και θα προχωρούσε προς απάνω από το δεξιό πεζοδρόμιο. Κάποιος θα τον πλησίαζε, θα του 'λεγε το σύνθημα και θα ξεκινούσαν. Στον ουρανό κυλιόντουσαν μαύρα σύννεφα. Όταν έμπαιναν μπρος στο φεγγάρι, οι δρόμοι σκοτείνιαζαν και του 'φευγε εκείνη η αόριστη ανησυχία μήπως τον δει κανείς και υποψιαστεί. Όσο ξεμάκραινε από την πόλη, τόσο οι διαβάτες αραίωναν. Έφτανε στιγμή να προχωρεί ολομόναχος. Στη σιωπή, μόνο τα δικά του βήματα ακούγονταν... Η καψερή η Ντόρα πώς να το χωρέσει ο νους της. Αλλά μήπως απορεί ο ίδιος λιγότερο για τον εαυτό του; Πώς βρέθηκε έτσι δια μιας έτοιμος για όλα; Πάντα βέβαια το 'ξερε αυτό, πως ο άνθρωπος ούτε απόμακρα συλλαμβάνει τι είναι ικανός να πράξει σε μια ορισμένη στιγμή. Καλό ή κακό. Π.χ. δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τον εαυτό του σ' έναν τέτοιο ρόλο...
«Είναι ανάγκη να 'ρθείτε κοντά μας», του είχαν πει. «Η συμμετοχή των διανοουμένων είναι απαραίτητη στον αγώνα. Πλάι στο λαό πρέπει να σταθούν οι πνευματικοί μας ηγέτες. Επιστήμονες, ποιητές, συγγραφείς, καλλιτέχνες, ό,τι ανώτερο υπάρχει στον τόπο...»
Του το 'λεγε κάποιος μεγάλος αγωνιστής περασμένος από φυλακές και εξορίες, ταξιδεμένος σ' όλον τον κόσμο, και που τώρα έδινε πάλι το παρών στην καινούργια πανελλήνια εξόρμηση. Φθινοπωριάτικο δειλινό στη λεωφόρο του Ελληνικού. Ένας κατακόκκινος ήλιος έγερνε στο βάθος μιας ξεβαμμένης θάλασσας με τα βουνά σα γυαλένια στο βάθος και χιλιάδες τα γερμανικά καμιόνια ν' ανεβοκατεβαίνουν... Κι απόψε τον καλούσαν σε συνεδρίαση. Έφτασε στο Λυσσιατρείο. Είχε σηκωθεί δυνατός αέρας και βούιζαν τα δέντρα στα περβόλια των σπιτιών.
Πουθενά φως. Οι πόρτες και τα παράθυρα κατάκλειστα. Μα ν' άκουσε άραγε σωστά; Μήπως δεν κατάλαβε; «Στο Λυσσιατρείο προς απάνω, από το δεξιό πεζοδρόμιο»... Η καρδιά του καταχτύπησε... Κάποιος τον ακολουθούσε. Τον πρόφτασε, πέρασε δίπλα του και ψιθύρισε χωρίς να σταματήσει τα συμφωνημένα λόγια... Έστριψε δεξιά και ο Δημήτρης Καλλιγέρης τον ακολούθησε. Στο μεταξύ οι άλλοι άνθρωποι σαν σκιές τραβούσαν προς εκεί που πήγαιναν. Ήτανε νοικοκυραίοι και επέστρεφαν στα σπίτια τους ή ήρθαν για την ίδια δουλειά;
Ο Καλλιγέρης ένιωθε μια παράξενη συγκίνηση. Σαν όταν φοιτητής παρουσιαζόταν πάνοπλος στις εξετάσεις, σίγουρος για την επιτυχία, κι έβλεπε τους καθηγητές να τον ακούν προσεχτικά κι ύστερα να του σφίγγουν τρανταχτά το χέρι. Θα γινόταν το ίδιο κι εδώ; Βέβαια και θα γινόταν. Γιατί όχι; Πόσο νέος ένιωθε. Κι αυτή η συγκίνηση πλήθυνε κι έγινε ένα είδος μέθης όταν, μόλις παρουσιάστηκε, όσοι παρευρίσκουνταν στο χαμηλό υπόγειο σηκώθηκαν και μια νέα γυναίκα του πρόσφερε το μοναδικό αναπαυτικό κάθισμα, με πρόσχαρο τρόπο:
«Ορίστε... καθίστε, παρακαλώ».
Η συνεδρίαση αφορούσε τις πρώτες οργανωτικές αποφάσεις του αγώνα της Αντίστασης, σχετικά με τη συμβολή των πνευματικών ανθρώπων και πώς θα δούλευαν καθένας στον κλάδο του. Στην απόλυτη σιωπή που βασίλευε, τα καθήκοντα έμπαιναν απανωτά, καθορισμένα. Άγραφος νόμος που δέσμευε τις συνειδήσεις ανέκκλητα. Μια μυστική δράση που στράτευε το πνεύμα. Έπρεπε να κυκλοφορήσουν παντός είδους έντυπα: εφημερίδες, περιοδικά, προκηρύξεις, άρθρα, ποιήματα, εμβατήρια, θεατρικά έργα, μουσικές συνθέσεις, σκίτσα, κι ακόμα να γίνεται διαφώτιση, να συλλέγονται πληροφορίες, να ενεργούνται έρανοι.
Ποιητές, συγγραφείς, μουσικοί, ζωγράφοι, επιστήμονες, όλοι να προσφέρουν το πνεύμα τους και την καρδιά τους στη μεγάλη Μάχη της Ελευθερίας ακολουθώντας το παράδειγμα του λαού στα βουνά, στις πόλεις και στη θάλασσα.
.......................
Όταν μέσα από τις γρίλιες τρύπωσε στο δωμάτιο το βαθυγάλαζο αυγινό φως, ο Καλλιγέρης απόρησε πώς τόσο γρήγορα πέρασε η νύχτα. Ένας - ένας έφευγε. Καθώς γυρνούσε στο σπίτι και ξανάφερνε στο νου του τα καθέκαστα της βραδιάς, ξανάκανε πάλι την ίδια σκέψη: Πώς έτσι ξαφνικά μπορεί ν' αλλάξει τροχιά ο άνθρωπος, έστω κι αν βρίσκεται στο τελευταίο όριο της ζωής του;... Όσοι παρερεύθηκαν στη συνεδρίαση δε στάθηκαν βέβαια όλοι αγωνιστές, ψημένοι στα ξερονήσια, περασμένοι από μπουντρούμια και πολύχρονες φυλακές. Αδύνατο. Οι περισσότεροι θα 'τανε σαν κι αυτόν: Κλεισμένοι στον εαυτό τους, απόκοσμοι, αφιερωμένοι στο δημιουργικό τους έργο, χαμένοι σε ειρηνικές επιδιώξεις. Και νάτους απόψε όλους αυτούς στρατευμένους στη θύελλα, δοσμένους αδίσταχτα σ' έναν αγώνα που ποιος ξέρει αν δε βάλει τελεία και παύλα στις προσπάθειες ολάκερης της ύπαρξής τους. Αλλά δεν ένιωθε καμιά λύπη γι' αυτό το ενδεχόμενο. Και ξανά τον συνέπαιρνε η μέθη του ενθουσιασμού που ένιωθε νέος.
Γ'
Η γαλήνη και η ξεγνοιασιά φευγατίστηκαν από την καρδιά της κυρίας Ντόρας. Έκανε πάλι τα μεζεδάκια του ούζου και τα κέικ του τσαγιού, το τηλέφωνο ξακολουθούσε να γιομίζει με τα κουδουνίσματά του το σπίτι, αλλά δεν έτρεχε πια με κείνη την κεφάτη διάθεση. Το εναντίον. Τώρα μόλις το άκουε, την έπιανε χτυποκάρδι και έπαιρνε το ακουστικό με αγωνία. Τι τρέχει; Ποιος τηλεφωνεί; Τι θ' ακούσει; Κι όταν άκουε τις συνηθισμένες αλαφρόμυαλες κουβέντες, ένιωθε βέβαια την καρδιά της να πηγαίνει στον τόπο της, αλλά δεν απαντούσε τώρα πια όπως άλλοτε, ξεπερνώντας πολλές φορές σε φλυαρία και κέφι τις φιλενάδες της. Ήξερε πως η αλλαγή του σπιτικού τους ρυθμού, όπως της είπε ο Δημήτρης, δεν έγινε για να νιώσει κι αυτή κάποια ευχαρίστηση στη ζωή, έστω και αργά. Ήταν για να καμουφλαριστούν με κάποιο τρόπο οι δουλειές που ήταν ανακατεμένος. Και θυμόταν τώρα με τρόμο το μπλόκο εκείνο κι όταν διάβαζε στην εφημερίδα τις εχτελέσεις που έγιναν, ένιωθε φρίκη και την περιέχυνε κρύος ιδρώς, σα να 'βλεπε τον εαυτό της και τον άντρα της μπρος στο εχτελεστικό απόσπασμα... Και καταριόταν αυτούς που τον παρέσυραν σε τούτη τη φοβερή περιπέτεια. Και σχεδίαζε να μπει στο γραφείο σε ώρα συνεδρίασης και να πει σ' όλους αυτούς ν' αφήσουν τον άντρα της ήσυχο. Να φύγουν όλοι, θηλυκοί και αρσενικοί. Να μείνουν σαν πρώτα οι δυο τους ολομόναχοι! Τ' είναι τούτη η φωτιά που της άναψαν!... Έρχουνταν όμως κι άλλες στιγμές που η ψυχική της κατάσταση άλλαζε ολότελα. Όταν ο ηρωικός αέρας που πλάταινε τα στήθια του λαού και παραμέριζε κι εξαφάνιζε το άτομο και τον έσπρωχνε σε μια θριαμβευτική πορεία για ό,τι ωραιότερο και πολυτιμότερο κλείνει η ανθρώπινη συνείδηση και δικαιολογεί κάθε θυσία. Κι έβλεπε τότε χωρίς να το καταλαβαίνει και τη δική της σκλαβιά, μαζί με κάθε άλλη σκλαβιά, να ανακατεύεται σ' αυτή την έξαλλη εξόρμηση για την κατάκτηση της ελευθερίας. Κι ήταν περήφανη για τον άντρα της και συμφωνούσε μαζί του πως δε θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν καλύτερα τα λίγα χρόνια που τους μένουν να ζήσουν.
.............................
Μια μέρα ήρθε σπίτι τους μια κοπέλα. Φορούσε γκρίζο ταγιεράκι κι όλο το παρουσιαστικό της μύριζε αρχοντιά. Κι όσο παίρνει όμορφη. Ζήτησε τον κύριο καθηγητή.
«Τ' όνομά σας;» ρώτησε η κυρία Ντόρα.
Η νέα χαμογέλασε.
«Πείτε του η Έλλη».
Η κυρία Ντόρα δεν ήξερε απ' αυτά τα πράματα και παραξενεύτηκε. Τι θα πει, η Έλλη; Και βγήκε ο Δημήτρης και την έμπασε στο γραφείο και έμειναν κάμποση ώρα κι όταν έφυγε, της είπε πως είναι ανάγκη να κρύψουν κάτι χαρτιά κι έπρεπε να σκεφτούν μαζί κανένα ασφαλισμένο μέρος.
«Τα 'φερε το κορίτσι;»
«Σε παρακαλώ μη με ρωτάς, Ντόρα, ποτέ. Σ' ό,τι γίνεται, μόνο εμένα θα ξέρεις. Κανέναν άλλο».
«Πα' να πει, δε μου 'χεις εμπιστοσύνη».
«Σου 'χω. Ούτε υπάρχει αμφιβολία πως δε μπορούσα να 'χω καλύτερο σύντροφο από σένα. Ξέρω όμως επίσης, και συ πρέπει να το ξέρεις, πως όσο λιγότερα πράματα ξέρει κανείς σ' αυτές τις ώρες, τόσο το καλύτερο».
Κι επειδή του απάντησε πειραγμένη:
«Όπως θέλεις...»
Της εξηγήθηκε:
«Δεν είναι απίθανο κάποια στιγμή να 'ρθουν να μας πιάσουν... και συ να χάσεις την ψυχραιμία σου και ν' αρχίσεις να λες ό,τι ξέρεις. Δεν είναι λοιπόν φρονιμότερο να μην ξέρεις πολλά πράματα; Μήπως νομίζεις πως κι εγώ ξέρω; Με ποιους συναντιέμαι; Ποιοι είναι όλοι αυτοί που έρχουνται σπίτι; Πώς τους λένε; Τι κάνουν; Κι ούτε θέλω να μάθω, μια και δεν είμαι σίγουρος ούτε για την αντοχή μου την ψυχική, ούτε για τα νεύρα μου. Τι είμαι; Ήρωας ή δειλός; Δεν ξέρω».
Η κυρία Ντόρα δε μίλησε πια. Ούτε ρώτησε αν η νέα είναι φοιτήτρια όπως έμοιαζε. Ούτε είπε για τους γονείς της, πόσο θα τρέμουν να ξέρουν σε τι κινδύνους τρέχει. Γιατί βέβαια τα χαρτιά που έψαχναν να κρύψουν τα κουβάλησε εκείνη. Αν την έπιαναν στο δρόμο και τα 'βρισκαν πάνω της; Κι αυτή δε χρησιμοποιούσε τη λίγη ζωή που της έμενε. Αλλά το μέλλον. Ένα μέλλον ατέλειωτο απλωμένο μπροστά της. Ένιωσε ζήλια. Η δική της ζωή δε χρειάστηκε ποτέ σε κανέναν και σε τίποτα. Κι άλλοτε το είχε σκεφθεί. Χιλιάδες φορές το είχε σκεφθεί. Το σκέφθηκε όταν έπειτα από δυο χρόνια παντρειάς ήξερε πως δεν επρόκειτο να αποχτήσει παιδιά. Τα παιδιά θα 'ταν ένας σκοπός, ένας λόγος να ζει. Χωρίς αυτά, τι ήταν; Τι δικαιολογούσε και τι έδινε κάποιο νόημα στην ύπαρξή της; Είχε ποτέ αναλάβει κάποια ευθύνη; Εξαρτήθηκε ποτέ κάτι από τη δική της επέμβαση; Δημιουργήθηκε ποτέ κάτι από τη δική της προσπάθεια; Όχι. Τίποτα... Και τώρα πάλι όξω έμενε, άχρηστη όπως πάντα.
Η κυρία Ντόρα αναπολεί μια μέρα, πάει πολύς καιρός. Ήταν απόγεμα κι ανέβαινε με το κίτρινο λεωφορείο από το Φάληρο στην Αθήνα. Επειδή ήτανε φίσκα, στάθηκε στο κάτω μέρος κολλητά στα τζάμια. Με τη ράχη γυρισμένη στους επιβάτες έκανε χάζι τη λεωφόρο, έτσι καθώς έφευγε προς πίσω και όλα τα πράματα έσβηναν στην απόσταση. Αυτό λοιπόν την έκαμε να φανταστεί πως ακριβώς έτσι γίνεται και με τη ζωή μας σα γεράσομε. Βλέπομε μόνο προς τα πίσω το δρόμο που διανύσαμε, ενώ οι νέοι τον βλέπουν ν' ανοίγεται μπροστά τους ατέλειωτος. Π.χ. εδώ στο λεωφορείο. Εκείνα που αυτή τα βλέπει να σβήνουν και να χάνονται, οι άλλοι πίσω της τα βλέπουν να 'ρχονται και να λαβαίνουν μορφή και σχήμα... Και να που ο άντρας της έφυγε από το πλάι της και πήγε με τα παλικαράκια και τα κοριτσόπουλα κι αντίς να κοιτάζει το δρόμο να μακραίνει στα πίσω, κοιτάζει μαζί τους μπροστά με τα μάτια στυλωμένα στην πλατιά λεωφόρο που ανοίγεται ατέρμονη.
Δ'
Περασμένα μεσάνυχτα. Πλάι στον άντρα της η κυρία Ντόρα πλέκει. Ο χειμώνας έχει μπει για καλά και τώρα βρέχει. Για ν' ακούει τη βροχή, η κυρία Ντόρα έχει μισανοίξει το τζάμι. Όπως από τα πρώτα της νιάτα, έτσι και τώρα την πλημμυρά εκείνη η αίσθηση που μοιάζει σαν λαχτάρα για κάτι απερίγραπτα ποθητό αλλά απροσδιόριστο και που τη βυθίζει σε μια μελαγχολική, γλυκιά, γαλήνια έκσταση. Τέσσερα πράματα στον κόσμο της δίνουν ανέκαθεν αυτή τη διάθεση. Η βροχή, το δάσος, το σφύριγμα του ανέμου και η μουσική του Σοπέν.
«Τι ωραία!» είπε σε μια στιγμή και, αφήνοντας το εργόχειρο, ακούμπησε το κεφάλι στη ράχη της πολυθρόνας και με κλειστά μάτια άκουε αχνογελώντας τις στάλες στα τζάμια.
«Άκου, Δημήτρη... δυνάμωσε», είπε με χαρά.
«Είσαι στις ευτυχίες σου, το ξέρω», έκαμε ο άντρας της χωρίς να διακόψει το γράψιμο.
«Αλήθεια, στις ευτυχίες μου. Πόσο θα 'θελα να ζω σ' έναν τόπο βορινό με πυκνά δάση, με δυνατούς αγέρηδες και βροχές».
«Όταν ησυχάσομε, θα σε πάω σ' ένα απ' αυτά τα μέρη να ζήσομε ένα - δυο χρόνια».
«Αχ, πότε θα γίνει αυτό... Πότε, Θεέ μου...»
Αλλά δεν το είπε για να ταξιδέψουν το γρηγορότερο, όχι, αυτό πάει έσβησε, αλλά γιατί την άδραξε η αγκούσα που της πλάκωνε την καρδιά εξαιτίας του Δημήτρη. Αυτός ο ακοίμητος φόβος μην του συμβεί τίποτα.
Ξαφνικά ακούστηκε το κουδούνι της οξώπορτας. Κοιτάχτηκαν άφωνοι και περίμεναν. Το κουδούνι ακούστηκε πάλι.
«Χριστέ μου», ψιθύρισε η κυρία Ντόρα και έσφιξε τα χέρια κάτω από το σαγόνι της.
Τα μάτια της είχαν γουρλώσει γιομάτα τρόμο.
«Δεν είναι τίποτα... μην κάνεις έτσι...» είπε ο Καλλιγέρης και γρήγορα μάζεψε τα χαρτιά του και τράβηξε να βγει.
«Πού πας;»
«Σσσς! Να τα κρύψω...» και βγήκε.
Όταν γύρισε, το κουδούνι χτυπούσε για τρίτη φορά.
«Τι θα γίνει τώρα! Τι θα γίνει τώρα!» έλεγε η κυρία Ντόρα... και κοίταζε ολούθες σαν τρελή... κι όπως ο άντρας της τραβούσε προς όξω όρμησε κατόπι του.
«Μην ανοίξεις... μην ανοίξεις...»
«Δεν έχει σημασία... αν με ζητούν, θα με πάρουν...»
«Να πάω εγώ... μείνε εσύ... θα πω πως δεν είσαι εδώ...»
«Όχι, όχι, άσε να πάω... μην κάνεις έτσι».
Σε λίγο έμπαινε μέσα στο γραφείο ένα παλικάρι, λούτσα από την κορφή ως τα νύχια, με τα μαλλιά του κολλημένα στο κούτελο όλο μπούκλες. Ανάσαινε γρήγορα σαν από τρέξιμο.
Η κυρία Ντόρα βγήκε έξω.
«Ήρθα να σας ειδοποιήσω πως αύριο δε θα πάτε εκεί. Σήμερα πήγαν κι έκαμαν έρευνα... πήγαν και στο τυπογραφείο κι έπιασαν τον τυπογράφο στη δουλειά. Πάθαμε ζημιές. Τι να γίνει... Τώρα θα περιμένετε να σας ειδοποιήσουν πάλι».
«Ήρθες καλά;»
«Είναι που βρέχει... αλλιώς θα 'τανε κάπως δύσκολο... Λοιπόν έτσι...» κι έκαμε να φύγει.
«Τι; Θα φύγεις; Έτσι αμέσως;»
«Εμ...»
«Δε μπορείς να μείνεις; Καλύτερα να μείνεις».
«Αν με κρατάτε...» και χαμογέλασε...
«Πώς, πώς, να μείνεις». Και φώναξε: «Κυρία Ντόρα!»
Η κυρία Ντόρα φάνηκε στο πρεβάζι της πόρτας.
«Ο νέος θα μείνει μαζί μας απόψε. Κι ετοίμασε, αν θέλεις, να πιούμε κανένα τσάι».
«Αμέσως, αμέσως...» και βγήκε βιαστικά.
Ο Καλλιγέρης την ξαναφώναξε:
«Πρέπει και ν' αλλάξει... Δώσε του τίποτα να φορέσει».
«Βέβαια και θ' αλλάξει... Έλα, παιδάκι μου».
... «Περίεργο», σκεπτόταν ο Καλλιγέρης καθώς σουλατσάριζε πάνω - κάτω, «νόμιζα πως ήμουνα έτοιμος σε κάθε στιγμή ν' αντικρίσω τους Γερμανούς και δεν είμαι. Κακή δουλειά... προ ολίγου τρόμαξα. Όταν έφερνα στο νου μου αυτή τη στιγμή, πίστευα πως θα έμενα κύριος του εαυτού μου και πως θα δεχόμουν ό,τι επακολουθήσει ψύχραιμα, σαν που πηγαίνομε στο χειρουργείο για μια επικίνδυνη εγχείρηση... Βλέπω όμως πως τα πράματα δεν είναι τόσο απλά όσο τα νομίζει κανείς...» Για πρώτη φορά συλλογιέται πως ίσως να μην έκαμε καλά να μπει σ' αυτόν το χορό... Και στο κάτω - κάτω, μήπως δεν είχε εχτελέσει το χρέος του με το παραπάνω σαν επιστήμονας; Και για ποιον εργάστηκε όλη τη ζωή του παρεχτός για τον τόπο αυτό; Το έργο του λογαριάζεται σ' όλο τον κόσμο. Δεν είναι αυτό συμβολή στην προκοπή και στον πολιτισμό του; Τι άλλο απόμενε να κάμει; Τι άλλο παρά να περιμένει το θάνατο μ' ήσυχη κι ικανοποιημένη συνείδηση; Κι όσο τα συλλογιέται όλα τούτα, τόσο και δεν καταλαβαίνει τι τον έκαμε ν' ανακατευτεί στην τρομερή τούτη περιπέτεια... Τα νέα του παλικαριού ήταν πολύ ανησυχαστικά. Συνέλαβαν τον τυπογράφο ενώ εργαζόταν. Ασφαλώς ο τυπογράφος θα ξέρει τους συντάχτες. Κάποιος, δε μπορεί, θ' ανάφερε τ' όνομά του ανάμεσα στ' άλλα. Αν μιλήσει; Αν λυγίσει μπρος στα βασανιστήρια της ανάκρισης; Αλλά και γιατί να μη λυγίσει; Μήπως δε θα 'ναι ανθρώπινο;... Μπορεί όμως και όχι. Να σταθεί μ' ατσαλωμένη την ψυχή, όπως στέκονται οι χιλιάδες άλλοι που συλλαμβάνουνται καθημερινώς... Ο Καλλιγέρης χαμογέλασε σαρκαστικά. «Κι όλα τούτα για σένα, κύριε καθηγητά. Αν μιλήσει, είσαι χαμένος εσύ, κι αν σωπάσει, σώθηκες πάλι εσύ!»
Ο νέος ερχόταν με την κυρία Ντόρα. Φορούσε κάτι δικά του ρούχα και κρατούσε την τσαγιέρα βοηθώντας την.
«Καλώς τους», είπε ο Καλλιγέρης και κάθισε, ενώ η κυρία Ντόρα έδινε στον καθένα το φλιτζάνι του.
«Ο νέος θα πεινά, κυρία Ντόρα. Έτσι θα τον περάσεις;»
«Έννοια σου... έννοια σου», είπε η κυρία Ντόρα.
«Έφαγα περίφημα», είπε ο νέος γελαστός.
«Μπράβο».
«Το παλικάρι μου 'λεγε, Δημητρό, πως τον είχαν πιάσει οι Γερμανοί και τους ξέφυγε πηδώντας από το καμιόνι. Οι σφαίρες, λέει, έπεφταν βροχή».
«Αλήθεια; Πότε;» ρώτησε ο Καλλιγέρης και κοίταζε το παιδί που μόλις ίδρωνε το μουστάκι του.
«Πριν λίγες μέρες...»
Έγινε σιωπή.
«Ώστε έτσι με τον τυπογράφο;» είπε ο Καλλιγέρης...
«Ναι, πάνω στη δουλειά. Πήρανε και τα γραφτά... όλα τα πήρανε. Ευτυχώς που κείνη τη στιγμή ήταν ολομόναχος και δεν πιάστηκαν κι άλλοι. Ό,τι είχαν φύγει...»
«Φαντάζομαι το φόβο του...» έκαμε η κυρία Ντόρα... «Θεός να φυλάει...»
«Όσο γι' αυτό, είναι μαθημένος... Δεν υπάρχει φυλακή και ξερονήσι που δεν έκαμε. Είναι απ' αυτουνούς που το 'σκασαν από την Ακροναυπλία όταν μπήκαν οι Ιταλοί. Τέσσερα χρόνια έμεινε εκεί».
«Το λέει η καρδιά του πάει να πει», είπε ξαλαφρωμένος ο Καλλιγέρης.
«Θα γλιτώσει όμως αυτή τη φορά;...»
Και το παιδί σώπασε. Κάτι σκέφτηκε, γιατί στύλωσε τη ματιά του, ζάρωσε το μέτωπό του κι έπειτα τίναξε το κεφάλι του σα για να το διώξει.
«Τον γνωρίζεις;»
«Είναι αδερφός μου... ο μεγάλος μου αδερφός».
«Αδερφός σου! Τι λες, παιδάκι μου...» έκαμε με συμπόνια η κυρία Ντόρα και τον κοίταξε.
«Τι να κάμομε; Αυτό είναι. Αλλά όχι πως δεν το συλλογιόμαστε... Όταν τον είδαμε τότε που γύρισε, δεν πιστεύαμε τα μάτια μας. Είχαμε μάθει πως πολλοί είχανε φύγει αλλά δεν ξέραμε, ήτανε κι ο Αλέκος μαζί; Δεν ήτανε; Η πρώτη του κουβέντα μόλις ανταμώσαμε, στάθηκε να με ξετάσει τι κάνω. Εδώ, μου λέει, ο αγώνας φούντωσε... Εσύ; Όταν του είπα, ενθουσιάστηκε. Μ' έπιασε από τους ώμους, με κοίταξε ευχαριστημένος και μου λέει: “Μπράβο, Μιχάλη. Έτσι σε θέλω... Έχομε δουλειά... σκληρή δουλειά”».
«Οι Γερμανοί, του λέω, δε χωρατεύουν. Όσους πιάνουν, τους περνούν από βασανιστήρια να μαρτυρήσουν...»
«Τη δουλειά τους κάνουν, μου λέει. Κι εμείς, αν θέλομε να κάμομε τη δική μας, πρέπει να στεκόμαστε σαν άντρες. Σαν πρωτάρης που είσαι, μου λέει, κοίταξε, αν πιαστείς, να σταθείς παλικάρι. Οι πρώτες στιγμές είναι ζόρικες. Δεν ξεπερνιούνται εύκολα. Όταν όμως αντέξεις... τέλειωσε. Νίκησες για όλη σου τη ζωή. Όλα είναι μια ιδέα. Σαν το σίδερο, μου λέει, που όσο περνά από τη φωτιά τόσο δυναμώνει, έτσι 'ναι και ο άνθρωπος...»
«Καταλαβαίνω λοιπόν πόσο θα επιθυμείς να τον φτάσεις...» είπε ο Καλλιγέρης.
«Μόνο τον Αλέκο να φτάσω; Χιλιάδες σαν αυτόν. Έχομε στο συνοικισμό παιδιά... εργάτες, φοιτητές, μαθητές, κορίτσια. Να δείτε τα κορίτσια. Είναι ένα που βγαίνει με το χωνί. Παλικάρι, όχι αστεία. Ανεβαίνει στο λόφο κάθε βράδυ και μιλά. Μέσα στη σιωπή ακούεται ξάφνου η φωνή της. Κι έχει μια φωνή, δυνατή, καθαρή. Μέρες περασμένες την πυροβόλησαν. Φοβήθηκε θαρρείτε; Το άλλο βράδυ ήτανε πάλι στο πόστο της. Λοιπόν μπορείς να δειλιάσεις όταν τα κορίτσια στέκονται έτσι;... Φοιτήτρια είναι... σπουδάζει γιατρός».
«Είσαι και συ φοιτητής;»
«Όχι, εγώ μαθαίνω ηλεκτροτεχνίτης. Θυμάστε εκείνη τη φωτεινή επιγραφή που φάνηκε μια νύχτα πάνω στην Ακρόπολη; Ηλεκτροτεχνίτες την έφτιασαν... Σπουδαίο...» έκαμε καμαρώνοντας.
«Περίφημο!» είπε ο Καλλιγέρης. «Μοναδικό. Μέσα στη νύχτα, μέσα στη φοβέρα, να διαβάσει όλη η Αθήνα ένα σύνθημα του αγώνα!»
«Αμέ το άλλο, να κατεβάσουν τη γερμανική σημαία και στη θέση της να υψώσουν την ελληνική; Δυο παιδιά το κάμανε. Ακούς και λένε: Τι χρειάζονται αυτά και τι λόγο έχουν τέτοια επικίνδυνα καμώματα και πως υπάρχουνε χίλιοι άλλοι τρόποι να τους πολεμάμε... Όλα χρειάζονται, νομίζω εγώ. Μουδιάζει ο εχθρός σα βλέπει τόση αψηφισιά. Τα χάνει. Σου λέει, τι είναι δω; Τι σόι λαός είναι τούτος δω ο ελληνικός! Το μεγαλείο της δικής μας αντίστασης δεν υπάρχει πουθενά...»
.............................
«Κατάλαβες περί τίνος πρόκειται, κυρία Ντόρα;» έλεγε ο Καλλιγέρης σαν πήγαν να πέσουν. «Άκουσες το παιδί πώς μιλούσε;»
«Πώς δεν άκουσα. Τ' είναι τούτο το πράμα! Κι είναι το άθλιο αμούστακο. Άλλα παιδιά στην ηλικία του παίζουν βόλους... Τι να πω δεν ξέρω... Πας να τα ορμηνέψεις μη φάνε το κεφάλι τους και ντρέπεσαι ακόμα και που το σκέφτηκες».
«Εμείς όμως απόψε...» κι ο Καλλιγέρης έκαμε ένα μορφασμό δυσαρέσκειας... «Δεν τα καταφέραμε. Που θα πει, δε μοιάζομε του Μιχαλάκη ούτε στο νυχάκι. Γερόντια, και μας έπιασε πανικός μόλις χτύπησε το κουδούνι. Φρίκη...»
«Όχι και πανικός», τον αποπήρε η κυρία Ντόρα. «Να σ' ακούει και κανείς. Φοβηθήκαμε βέβαια, δε σου λέω, αλλά όχι πως αν ήτανε Γερμανοί δε θα στεκόμαστε με αξιοπρέπεια».
«Τη Ντόρα μου...» απάντησε συγκινημένος ο Καλλιγέρης... «Ώστε έτσι, θα στεκόμαστε με αξιοπρέπεια;»
«Και βέβαια».
«Καλή μου γυναίκα...» και αγκαλιάζοντάς την ο Καλλιγέρης τη φίλησε...
...........................
Το πρωί που ξύπνησαν ο νέος έλειπε. Είχε βγάλει τα ρούχα, τα είχε διπλώσει ωραία - ωραία, είχε φτιάξει στην εντέλεια το κρεβάτι. Ούτε αποτσίγαρα στο πιατάκι, ούτε ακαταστασίες στο μπάνιο.
«Κι έφυγε χωρίς να πιει έναν καφέ», είπε η κυρία Ντόρα. «Αν ήξερα, θα ξυπνούσα κι εγώ... Θα 'ταν το ελάχιστο στεγνά τα δικά του ή τα φόρεσε βρεμένα;»
Ε'
Τώρα όλο και θυμάται την ημέρα που τον συνέλαβαν...
Ξημερώματα. Μόλις ποδιαφωτούσε... Χτύπησε το κουδούνι. Πετάχτηκε από το κρεβάτι της και έτρεξε στο δωμάτιό του. Τον βρήκε όρθιο να ντύνεται.
«Θα με ζητούν», της είπε και συνέχισε... «Θέλω να φανείς γενναία, ακούς, Ντόρα μου... Θα τους δεχτούμε όπως μας ταιριάζει. Θυμήσου το Μιχαλάκη. Μη φοβάσαι. Μη φοβάσαι καθόλου». Την έπιασε από τους ώμους. «Κοίταξέ με... έτσι, θαρρετά...»
Ήτανε Έλληνες και Γερμανοί. Έκαμαν έρευνα. Δε βρήκαν τίποτα. Οι Γερμανοί, όταν πέρασαν στο γραφείο με τις βιβλιοθήκες ολόγυρα γιομάτες βιβλία κι άκουσαν τα περίφημα γερμανικά του Δημήτρη Καλλιγέρη, μούδιασαν. Τι ωραίος που ήτανε με τα άσπρα του πλούσια μαλλιά και την ατάραχη περήφανη έκφρασή του!
«Είμαστε υποχρεωμένοι να κάμομε έρευνα».
«Παρακαλώ».
Αλλά σα να ντρέπουνταν, βιάζουνταν να τελειώσουν. Ούτε κι έψαχναν. Εντελώς τυπικά έριχναν ένα βλέμμα στα δωμάτια και στα έπιπλα που τους άνοιγε η κυρία Ντόρα κι έβγαιναν έξω. «Γουρούνια», σκεπτόταν η κυρία Ντόρα, «επεριμένετε να πέσω στα πόδια σας με κλάματα να σας παρακαλώ να αφήσετε τον άντρα μου... επεριμένετε να ταπεινωθώ, να συρθώ στα πόδια σας... γουρούνια!» Και τους έβλεπε κατάματα έναν - έναν ατάραχη, χωρίς τίποτα στη στάση της να προδίνει κανένα οποιοδήποτε αίσθημα... κι όσο τους έβλεπε, δυνάμωνε μέσα της και πλήθαινε η αναγάλλια πως έκανε το χρέος της κι εκείνη σαν όλα τα παιδιά που τους έλεγε ο Μιχαλάκης. Και στην καρδιά της είχε ανατείλει ένα φως και περίλαμπε όλη τη ζωή και την έβλεπε όχι πια αλυσοδεμένη μα θριαμβευτική να προχωρεί με τους λαούς πίσω της κι ανάμεσα αυτή κι ο Δημήτρης, ν' ακολουθούν χέρι - χέρι...
Έπειτα όμως, σαν έμεινε μόνη, πώς άλλαξαν τα πάντα. Πώς στένεψε ο κόσμος και κλείστηκε σα με θεόρατα κάστρα στον εαυτό της, έρημη, αβοήθητη. Και περνάν οι μέρες κι η κυρία Ντόρα βρίσκεται πάντα σ' εκείνη την φριχτή απελπισία την απαρηγόρητη που δεν αλαφρώνει σιγά - σιγά όπως γίνεται με το θάνατο και των πιο αγαπημένων μας, αλλά το εναντίον όλο και γίνεται σκοτεινότερη και όλο και βαθύτερα μας βουλιάζει στην απόγνωση. Έπειτα ο θάνατος έχει χίλιους τρόπους να τον συνηθίσει αυτός που μένει πίσω. Τον είχε δοκιμάσει όταν έχασε τη μητέρα της. Πήγαινε στον τάφο της, έφερνε λουλούδια, άναβε το καντηλάκι. Κι όταν μπήκαν τα ωραία σιδερένια κάγκελα και κείνο το κάτασπρο μάρμαρο με τ' όνομά της και οι μενεξέδες μοσκοβόλησαν αλοτρόγυρα τον αέρα, σα να 'φυγε για πάντα ο καημός του αιώνιου χωρισμού κι αντικαταστάθηκε με τη γλυκειά θύμηση της χαμένης μορφής. Τώρα όμως; Πώς να συνηθίσει στην αγωνία να ξέρει το Δημήτρη στην τρομερή εκείνη φυλακή;... Και χτυπούσε πόρτες κι ανεβοκατέβαινε σκάλες και δεν έβρισκε μιας στιγμής ανάπαψη η ψυχή της.
«Να τον δω», παρακαλούσε... «Μια στιγμή να τον δω... Να μην του μιλήσω, μόνο να τον δω».
Και της απαντούσε ο παντοδύναμος υπουργός να περιμένει.
«Περιμένετε... κι αυτό θα γίνει... τις πρώτες μέρες είναι πολύ δύσκολο... πρέπει να 'χετε υπομονή. Μην αμφιβάλλετε ότι φροντίζω... ξέρετε πόσο εκτιμώ τον άντρα σας...»
Μιλούσε κρύα, χωρίς συμπόνια, σαν το γιατρό όταν οι συγγενείς όξω από το δωμάτιο του αρρώστου τους που χαροπαλεύει τον σταματούν να τους πει... και κρέμονται από τα χείλια του και στα μάτια τους είναι ζωγραφισμένη η αγωνία· και κείνος προσπερνά βιαστικός, ξένος, μακρινός, ενοχλημένος με τις ανόητες ερωτήσεις τους!
«Κι ο Δημήτρης», συλλογιέται η κυρία Ντόρα, «θα μπορούσε αν ήθελε να 'ναι στη θέση του παντοδύναμου υπουργού κι αντίς να 'ναι στη φυλακή αυτή τη στιγμή, να 'χει τη δύναμη, όπως αυτός, να βγάζει τους άλλους. Προδότες!...»
Να 'ρχόταν το ελάχιστο κανένα από τα κορίτσια ή τ' αγόρια που επισκέπτονταν πριν τον άντρα της... Πόσο το λαχταρούσε. Να δει τα γελαστά ξάστερα πρόσωπά τους, το στητό λεβέντικο περπάτημά τους. Αλλά χάθηκαν... κανείς δε φαίνεται. Κι οι γειτόνοι, κι αυτοί την αποφεύγουν. Κανείς, κανείς κοντά της.
Ένα απόγεμα χτύπησε η πόρτα... «Θα 'ναι ο γιαουρτάς», είπε και πρόβαλε στο παράθυρο. Δεν ήταν ο γιαουρτάς. Έξω από την καγκελόπορτα στεκόταν μια μαυροντυμένη γυναίκα με τσεμπέρι. Πήγε ν' ανοίξει.
«Η κυρία Καλλιγέρη;»
«Μάλιστα... τι θέλετε;»
Η γυναίκα αχνογέλασε.
«Πάμε μέσα και σας λέω».
Πέρασαν το δρομάκι του κήπου κι όταν έφθασαν στο χολ η γυναίκα σήκωσε το φουστάνι της και ψάχνοντας στο γυροπόδι έβγαλε και της έδωσε ένα διπλωμένο χαρτάκι.
«Από τον άντρα σας», είπε σιγά και το πρόσωπό της φανέρωσε την ικανοποίηση για την παρηγοριά που έφερνε στην πονεμένη γυναίκα.
Η κυρία Ντόρα δε μίλησε. Πήρε το χαρτάκι, το 'σφιξε στη χούφτα της, ανάσανε βαθιά, κοίταξε κάπου να καθίσει και ξέσπασε σε λυγμούς... Τα δάκρυα καυτά, ασταμάτητα, έβρεχαν το χλομιασμένο της πρόσωπο και ένιωθε σαν τα τιμωρημένα ευαίσθητα παιδιά που νομίζουν πως κανένας πια δεν τ' αγαπά και που μόλις τα πάρουν αγκαλιά και τα χαϊδέψουν ξεσπούν με ξαλαφρωμένη καρδιά σε αναφιλητά.
«Μου το 'δωσε ο γιος μου το πρωί στον Πειραιά να σας το φέρω. Κοίτα μάνα, μου λέει, να το πας όσο μπορείς γρηγορότερα. Είναι κι ο γιος μου στο στρατόπεδο, αλλά πάει και δουλεύει στο λιμάνι... Κάπου - κάπου καταφέρνω έτσι στ' αρπαχτά να του μιλήσω... Θα το πάω, του λέω, σήμερα ευτύς θα το πάω... έτσι να πεις το βράδυ σ' εκείνον που το στέλνει. Έγνοια του να του πεις».
Πόσο δρόμο έκαμε... Ώρες κι ώρες θα περπάταγε. Κι ήταν έτσι κακοντυμένη! Στα πόδια της, χωρίς κάλτσες, φορούσε αντρίκεια παπούτσια. Το φόρεμά της ήτανε μαύρο μπαμπακερό κι είχε στους ώμους της ένα σάλι πλεμένο με χοντρό εγχώριο μαλλί, βαμμένο μαύρο κι αυτό, αλλά φαινόταν γερή. Με την κυρία Ντόρα θα 'χαν την ίδια ηλικία. Ίσως και πιο νέα.
«Θα κατέβω κι αύριο στο λιμάνι κι αν έχετε τίποτα, να μου το δώσετε. Τσιγάρα και κανένα πακετάκι βούτυρο μπορούν να του πάνε. Βρίσκουν τρόπο και τα κρύβουν. Και το γιο μου να μη μπορέσω να πλησιάσω, κάποιος άλλος θα βρεθεί να τα πάρει και θα 'ρθω πάλι να σας πω».
«Να 'ρχομαι κι εγώ στο λιμάνι», είπε η κυρία Ντόρα...
Η γυναίκα χαμογέλασε:
«Δε μπορείτε σεις να 'ρθετε... είναι μεγάλη ταλαιπωρία. Μην κοιτάτε, εγώ 'μαι μαθημένη... Τον αγαπούν όλοι τον άντρα σας στο στρατόπεδο. Σπουδαίος άνθρωπος, μου 'πε ο γιος μου, σπουδαγμένος... Τα βράδια στο θάλαμο τους μιλά... Σα να βρισκόμαστε στο σχολείο... έτσι μου είπε».
Όπως κάθουνται και πίνουν τσάι και η σόμπα ανάβει, η γυναίκα διηγιέται τη ζωή της:
«Εμένα που βλέπεις, κυρία, έχω περάσει πολλά βάσανα. Από μικρή ήμουνα στα ξένα χέρια. Δέκα χρονώ ήμουνα - δεν ήμουνα όταν μπήκα σ' ένα σπίτι, να κουνάω, λέει, το μωρό... Να κοιμάται η μάνα του κι εγώ να 'χω το στρώμα πλάι στην κούνια και δωσ' του. Αλίμονο αν δεν ξυπνούσα ευτύς με την πρώτη φωνή. Σηκωνόταν η κυρία και με κατακεφάλιαζε. Επειδή είμαστε χωριανοί και πες μακροσυγγενείς, έμεινα μαζί με τ' αφεντικά αυτά δεκαπέντε χρόνια. Τρία παιδιά τής ανάθρεψα της κυράς. Εγώ να τα κοιμήσω, εγώ να πλύνω τα κατουρημένα τους, με συγχωρείτε. Όταν έγινα είκοσι πέντε χρονώ, παντρεύτηκα. Να πάω κι εγώ σε δικό μου νοικοκυριό, σαν όλα τα κορίτσια. Να ξεκουραστώ. Να χαρώ. Κι αλήθεια ήταν καλός. Δουλευτής, κουβαλητής, γλυκομίλητος κι όμορφος. Μαρία, έλεγα, παιδεύτηκες μα πέτυχες. Άλλες με προίκες πέφτουν σε ανάποδους και ανεπρόκοπους και συ η ορφανή η φτωχιά πήρες τέτοιο παλικάρι... Τι το θέλεις όμως, που τον έχασα... Πέντε χρόνια δεν είχαν κλείσει καλά - καλά που 'μαστε παντρεμένοι και τον χάνω με τύφο και μένω χήρα με τρία παιδιά μικρά - μικρά. Και τα τρία αγόρια. Ως να τα μεγαλώσω και τι δεν έκαμα, τι δεν καταπιάστηκα. Μπουγάδες έπλυνα, στα σπίτια παραδούλευα, τους δρόμους σκούπιζα, χόρτα πουλούσα, αβγά πουλούσα, του στρατού έραβα πουκαμισόβρακα. Πήγαινα στις αποθήκες και τα 'παιρνα νααα μπόγους. Τα 'ραβα τη νύχτα. Με τη λάμπα. Δεν ήθελα να πεινάσουν τα παιδιά μου ούτε να βγουν απεριποίητα στους δρόμους. Δεν το δεχόμουν να πει η γειτονιά πως με το θάνατο τ' αντρός μου μπατίρισε το σπιτικό του. Όχι. Όταν μεγάλωσαν τα 'στειλα και τα τρία στο σχολείο. Τα δυο πρώτα βγήκαν σαν τελείωσαν το δημοτικό. Ο μεγάλος μπήκε σε εργοστάσιο κι ο δεύτερος σε τσαγκαράδικο. Το μικρό θα το άφηνα να τελειώσει, αγαπούσε πολύ τα γράμματα. Οι μεγάλοι όχι και τόσο. Βιάζουνταν να μάθουν τέχνη. “Να ξεκουραστείς και συ, μάνα”... Γίνεται ο πόλεμος και μου παίρνουν το δεύτερο. Τον πρώτο τον αφήκαν ένεκα που ήμουνα χήρα... Και μια μέρα φτάνει η είδηση. Σκοτώθηκε ο Ηλίας... και συνέχεια τούτο το μεγάλο κακό. Εκεί που περίμενα, το μεσημέρι, το μεγάλο να φάμε, έρχουνται και μου λένε: “Πιάσανε το Μήτσο σου οι Γερμανοί...”. Και να μην ξέρω τι έχει κάμει... Είναι μαθές παραμικρό το φταίξιμό του, να ελπίζω; Εκείνος έτσι μου λέει: “Μη φοβάσαι, μάνα”. Μα ξέρω; Τώρα πομείναμε οι δυο με το μικρό. Έφτιαξε μοναχό του ένα καρότσι και κουβαλά πράματα. Από τα ξημερώματα φεύγει και το βράδυ γυρνά ψόφιο της κούρασης. Τι να σου κάνει δώδεκα χρονώ παιδί. Ούτε κι εγώ βρίσκω δουλειά... Προχτές μπήκε χαρούμενο: “Μάνα, πήρα τσιγάρα του Μήτσου μας. Να του πεις πως του τα στέλνει ο Κωστάκης”».
...............................
Το σημείωμα του αντρός της από το στρατόπεδο έγραφε έτσι:
«Είμαι καλά... Η μόνη μου έγνοια είσαι συ. Αν όμως μάθω πως και συ είσαι καλά και πως αντιμετωπίζεις όπως κι εγώ με γενναιότητα την οποιαδήποτε τύχη που μας περιμένει, θα 'μαι ήσυχος».
...............................
ΣΤ'
Η κυρία Ντόρα κάθε βδομάδα κινάει για το στρατόπεδο, με τα ρούχα τ' αντρός της. Δίνει τα καθαρά και της φέρνουν τα φορεμένα. Αυτό το πηγαινέλα είναι η παρηγοριά της. Όταν γυρνάει, άλλο δε συλλογιέται παρά τη μέρα που θα πάει ξανά. Πήγε με τον αυγουστιάτικο ήλιο να τη χτυπάει κατακέφαλα, πήγε με τις παγωνιές του χειμώνα, πήγε με βροχές, πήγε και με την ανοιξιάτικη λιακάδα, χαρά Θεού. Ένας χρόνος. Πώς πέρασε; Στην αρχή της δημοσιάς που οδηγά στο στρατόπεδο συναντούσε και τους άλλους που τραβούσαν προς εκεί φτασμένοι από παντού. Απ' τους συνοικισμούς, απ' τον Πειραιά, απ' την Αθήνα. Με τα μπογαλάκια τους, τα πακέτα τους, τα κουτιά με τα τσιγάρα. Θεωρία ατέλειωτη. Μάνες, αδερφές, αρραβωνιαστικές, γυναίκες. Κι όλο να λένε τι άκουσαν, σε ποιας το σπίτι έκαμαν έρευνα, ποιους σηκώσαν άρρωστους από το στρώμα, ποιους έστειλαν στη Γερμανία, ποιους παίδευαν να μαρτυρήσουν. Η κυρία Ντόρα πήγαινε παρέα με την κυρία Μαρία, εκείνη που της πήγε το γραμματάκι. Την έβρισκε πάντα να την περιμένει στο ίδιο μέρος. Ερχόταν από την Κοκκινιά. Κάποια φορά άργησε η κυρία Ντόρα. Όταν την είδε να στέκεται, στενοχωρέθηκε. Έπρεπε να ξεκινήσει, να μην την περιμένει.
«Μπορούσα να σ' αφήσω μονάχη τόσο δρόμο;...»
Σα να την είχε πάρει στην προστασία της. Είχε καταλάβει πόσο ήταν ανίκανη να τα βγάλει πέρα χωρίς κάποιον στο πλάι της. Αλλά και η κυρία Ντόρα ευχαριστούσε το Θεό που της την έστειλε. Συγκρίνοντας την κυρα - Μαρία με τον εαυτό της έβλεπε πόσο ανώτερή της ήτανε η απλή, αγράμματη τούτη γυναίκα, η ακαταπόνητη και θαρραλέα, που η κάθε περίσταση την έβρισκε έτοιμη να παλέψει. Μαζί της με τον καιρό μέρεψε η ψυχή της. Δεν της έρχουνταν πια όπως στις αρχές εκείνες οι αγκούσες, όταν πεταγόταν από το κρεβάτι και έπρεπε να πιει το φάρμακο να καλμάρουνε τα νεύρα της ν' αποναρκωθεί και το πρωί να σηκωθεί με το κεφάλι καζάνι να πάρει τους δρόμους, αλλιώς θα τρελαινόταν.
Τι θα γινόταν αν δε γνώριζε αυτή τη γυναίκα; Είχε πάθει τέτοιο κλονισμό τις πρώτες μέρες, που δεν έκανε τίποτα. Τ' άφηνε όλα λυτά δεμένα κι έφευγε. Αδύνατο να σταθεί να συμμαζέψει το σπίτι της να το βάλει σε τάξη. Από το πρωί της έρευνας τα πράματα ήτανε όπως τ' άφηκαν οι Γερμανοί. Συρτάρια ανοιχτά, έπιπλα τραβηγμένα. Αδύνατο ν' αγγίξει. Κι ήρθε η κυρα - Μαρία και συγύρισε κι έκαμε το παρκέτο, περιποιήθηκε το περιβόλι, έπλυνε, σιδέρωσε. «Περίεργο», συλλογιόταν η κυρία Ντόρα, «πού τη βρίσκει τη διάθεση;»
..........................
Κάποτε κατάφερε να δει τον άντρα της. Και σ' αυτό η κυρα - Μαρία. Αυτή ειδοποίησε κάποιον κρατούμενο και γίνηκε τρόπος να τους αφήσει ο Γερμανός να ειδωθούν.
«Δημήτρη μου...» είχε πει την πρώτη φορά σιγά - σιγά μόλις τον αντίκρισε και έτρεχαν ποτάμι τα μάτια της... και έψαχνε να βρει κάποιο αραλίκι στα σύρματα να δώσουν τα χέρια και δεν έβρισκε. Κι εκείνος το ίδιο έψαχνε απ' αντίκρυ και δεν έβρισκε. Γέλασε.
«Αδύνατο», είπε. Κι έψαχνε...
Κι η κυρία Ντόρα όλο να κλαίει.
«Πώς ήρθες τόσο δρόμο; Θα κουράστηκες».
«Έχω έρθει πολλές φορές. Κάθε βδομάδα έρχομαι. Και κάθε μέρα θα 'ρχόμουν αν μας άφηναν».
Τότε την κοίταξε και θόλωσαν τα μάτια του.
«Δε στενοχωριέσαι, Δημήτρη; Πες μου, δε στενοχωριέσαι;»
«Όχι, Ντόρα, δε στενοχωριέμαι. Ούτε και συ να στενοχωριέσαι...»
Ο φύλακας πλησίασε και χώρισαν. Τον είδε να πηγαίνει μέσα στητός με ψηλά το κεφάλι. Ήτανε περιποιημένος, ξουρισμένος, και σαν πιο νέος.
Καθώς γυρνούσαν της λέει η κυρα - Μαρία:
«Θα 'ρθεις να πάμε κάπου αύριο το πρωί;»
«Πού;»
«Κάπου, ή έχεις να βγεις;»
«Όχι, δεν έχω να πάω πουθενά».
«Λοιπόν να πούμε πού ν' ανταμώσομε».
«Πού θα με πας;»
«Τι σε νοιάζει. Να μου πεις μόνο πως έρχεσαι και τ' άλλα είναι δική μου δουλειά».
«Καλά, να πάμε».
Ό,τι να της έλεγε το 'κανε. Όχι γιατί δεν ήθελε να της χαλά χατίρι, αλλά γιατί με τη συντροφιά της άλλαζε ολότελα η διάθεσή της. Γινόταν αισιόδοξη, ξαστέρωνε ο νους της.
Κοντά της ένιωθε ασφαλισμένη σαν το παιδί όταν το κρατά ο πατέρας του από το χεράκι.
..............................
Πού την πήγαινε; Βγήκανε στη Γαργαρέτα και τράβηξαν κατευθείαν... Περπατούσαν, περπατούσαν ώσπου έφθασαν σ' έναν καμένο συνοικισμό. Οι κάτοικοι, ίδια σκέλεθρα, κάθουνταν στα κατώφλια κι άλλοι κατάκοιτοι, τυλιγμένοι σε κουρέλια, κατάχαμα. Και να 'ναι βουνά τα σκουπίδια και να τους έχουν βάλει φωτιά να τα κάψουν και να μην καίγονται παρά να καπνίζουν μόνο και να ζέχνει ολόγυρα ο αέρας. Κι οι μάνες να κρατάν τα μωρά τους κρεμασμένα στους στερεμένους κόρφους, ίδιους άδεια σακούλια. Και μια βουβαμάρα... Μια βουβαμάρα... Κι αφού πέρασαν το συνοικισμό και περπάτησαν κάμποσο δρόμο έφτασαν στην Καλλιθέα. Κι η κυρία Ντόρα ανάπνευσε βαθιά και κάπως ξαλάφρωσε γιατί εδώ ήταν άπλα... Και συλλογιόταν τη νύχτα που θα 'ρχόταν κι αυτοί δε θα κουνούσαν από τον τόπο τους και μόνο τα παιδιά θα νιαούριζαν ξεπνεμένα, ίδια γατάκια πεταμένα. Κι αύριο θα περνούσε το κάρο να πάρει τους πεθαμένους. Αλλά εδώ ήταν καλά. Ας ήταν τα σπίτια κατάκλειστα κι ας μη φαινόταν ψυχή στο μακρύ ατέλειωτο δρόμο που πήγαιναν.
Κι έστριψαν δεξιά σ' ένα δρομάκι και προχώρησαν κι αμέσως παρακάτω βρήκαν ένα τυφλοσόκακο. Και ήταν εκεί ένα μονώροφο σπίτι με δυο παράθυρα και αυλίτσα μπροστά. Κι αυτό το σπίτι ήταν όλο στεφάνια και αγκαλιές λουλούδια, άλλα μαραμένα κι άλλα νωπά, και στο πεζούλι του παραθυριού ένα καντηλάκι και μια επιγραφή στην πόρτα πως το σπίτι αυτό γένηκε το κάστρο της Λευτεριάς. Ένα μεγάλο στεφάνι κρεμόταν στην ταράτσα από το κοντάρι της απλώστρας κι όπως φυσούσε ο άνεμος, κουνιόταν κι όλο μαδιόταν τα λουλούδια του... Κι η κυρα - Μαρία είπε στην κυρία Ντόρα πως πριν ένα μήνα οι τσολιάδες με τους Γερμανούς είχανε κυκλώσει το σπιτάκι να πιάσουν τα εννιά παιδιά που βρίσκονταν μέσα. Κι αυτά, αφού δεν είχαν πια σφαίρες, για να μην παραδοθούν, αυτοχτόνησαν. Και τώρα ο λαός έρχεται καθημερινώς και προσκυνά τον τόπο της θυσίας τους. Και μπήκε η κυρα - Μαρία και έβαλε λάδι στο καντήλι κι άναψε ξυλαράκια και θυμιάτιζε γύρω - γύρω.
Κι η κυρία Ντόρα δεν έβγαζε άχνα, μόνο κοιτούσε, κοιτούσε. Ο άνεμος βούιζε στα πεύκα και κουνιόταν το στεφάνι στο κοντάρι της απλώστρας.
Ζ'
Σήμερα δε βρήκε την κυρα - Μαρία να την περιμένει. Στάθηκε και έβλεπε το δρόμο αλλά δε φαινόταν. Άλλες γυναίκες ερχόταν από κει αλλά εκείνη όχι. Ώσπου μια τη ζύγωσε και της είπε πως η κυρα - Μαρία δε θα 'ρχόταν ποτέ πια.
«Προχτές τής τον εχτέλεσαν».
Η κυρία Ντόρα ένιωσε κομάρα στα γόνατα. Μια σκέπη τής έκρυψε τον κόσμο κι άπλωσε το χέρι να πιαστεί.
«Κάθισε... κάθισε», είπε η γυναίκα και την έπιασε από το μπράτσο.
«Όχι... δεν είναι τίποτα... μια ζαλάδα... μου πέρασε... πάμε... πάμε...» Και βιαζόταν να ξεκινήσουν.
«Έχετε τον άντρα σας... μου το 'λεγε η κυρα - Μαρία... Δώστε μου το δέμα σας...»
«Όχι, ευχαριστώ... δεν κουράζομαι».
«Στενοχωρεθήκατε... Ελάτε, αφήστε να το πάρω... Έτσι γεια σας... Χάσατε το χρώμα σας... Να κάνετε κουράγιο. Κοιτάχτε γύρω σας... βλέπετε; Δεν είσαστε μονάχη. Ο Θεός είναι μεγάλος...»
Όλο μιλούσε.
«Εγώ δεν έχω παιδιά. Γερμανός στάθηκε για μένα ο Μεγαλοδύναμος. Ένα το 'χα και μου το πήρε. Μείναμε δυο κούτσουρα με το γέρο μου. Έρχομαι για κάποιο γνωστό μας παλικάρι. Η μάνα του κατάκοιτη, ποιος να του φέρει μια αλλαξιά ρούχα. Πολλές φορές παρηγοριέμαι. Θες να τον είχα κι εγώ στη φυλακή κι ώρα την ώρα να καρτερώ να μου τον σκοτώσουν... Της κυρα - Μαρίας ήτανε πιασμένος για σαμποτάζ... Πού να γλιτώσει. Στους πενήντα, μέσα ήτανε κι αυτός. Στα καμιόνια που τους πήγαιναν τραγουδούσαν και πετούσαν στον κόσμο όθε περνούσαν χαρτάκια για τα σπίτια τους. Πήρε ένα και η κυρα - Μαρία... “Να μη λυπάσαι, μάνα”, της έγραφε, “πάω περήφανος στο θάνατο”...»
Δε μπόρεσε να δει τον άντρα της. Καθώς πλησίαζε στα σύρματα, ο φύλακας της έκαμε νόημα να φύγει κι αυτή γύρισε πίσω. Κάποιο μαγαζάκι βρισκόταν εκεί και πήγε και κάθισε. Γυναίκες μιλούσαν παρεκεί κι άκουσε να λένε πως από το στρατόπεδο δραπέτεψαν είκοσι και κάνουνε ανακρίσεις. Έχουνε τους φυλακισμένους σε απομόνωση, δεν αφήνουν κανένα να βγει στον περίβολο και θα κάμουν καινούργιες εκτελέσεις. Κι ήτανε περίτρομες και δεν ήξεραν, αν οι δικοί τους ήτανε με τους φευγάτους ή ήτανε απ' αυτούς που τους βοήθησαν να φύγουν... Και πώς θα μάθουν και πώς θα υπομονέψουν μ' αυτή την καινούργια συμφορά...
Και την ίδια στιγμή είδε μια γυναίκα να τη φέρνουν αγκαλιαστά άλλες γυναίκες κι αυτή να μοιρολογιέται και να δέρνεται. Και έτρεξαν όλες οι γυναίκες και την περικύκλωσαν, αλλά όχι η κυρία Ντόρα. Την είχε πιάσει εκείνη η κατάσταση της αγκούσας και κείνο το άδειασμα της κεφαλής κι είχανε στηθεί τα θεόρατα κάστρα που την απομόνωναν και την έκλειναν ολομόναχη με την αρρωστημένη ψυχή της, όπως τότες σαν έπαιρνε τους δρόμους, ειδάλλως θα τρελαινόταν. Και καθόταν εκεί και γυρνούσε ολούθε τα τρομαγμένα της βλέμματα... και συλλογιόταν το δρόμο και πώς θα τον έπαιρνε μοναχή και το σπίτι της, σαν θα 'φτανε και δε θα 'χε κανέναν... και όλο και πλήθαινε η αγκούσα. Κι έλεγε, δεν είναι τίποτα, θα μου περάσει όπως μου περνά πάντα... και θυμόταν το γιατρό. «Μη φοβάστε... δεν είναι τίποτα... είσαστε νευρική...» Και της περνούσε λίγο - λίγο, και να, πάλι της ερχόταν. Και κει στην καρέκλα, έλεγε με το νου της, «Κανείς δεν ξέρει πόσο υποφέρω...» και ζήλευε τις γυναίκες που μιλούσαν. Και κει δια μιας έγινε καλά, γιατί σκέφθηκε να πάει στο σπίτι της κυρα - Μαρίας και να την πάρει στο σπίτι να κοιμηθεί... Και άκουσε να λεν πως η γυναίκα εκείνη πήγε στα σύρματα και της έδωσαν το δέμα του γιου της με τα καθαρά ρούχα και ό,τι άλλο του πήγε κι αυτό θέλει να πει πως τον εχτέλεσαν. Αλλά της κυρίας Ντόρας της έδωσαν το δέμα με τα φορεμένα κρατώντας τα καθαρά...
Κυκλοθυμία. Έτσι λένε την αρρώστια της, όπως της είπε ο νευρολόγος. «Είστε κυκλοθυμική...» Αλλά τώρα είναι καλά και θα πάει στην κυρα - Μαρία... Και τότες ήρθε και κάθισε στην άλλη καρέκλα ένα όμορφο κορίτσι. Και αρχίσανε να μιλάν και η νέα της είπε πως έχει τον αρραβωνιαστικό της εδώ τώρα και μια βδομάδα και συμφώνησαν να ανταμώνουνε να 'ρχονται παρέα.
...................................
Η κυρία Ντόρα είναι στις χαρές της. Τον άντρα της τον πήγαν σε άλλο στρατόπεδο και μπορεί να του μιλά κάθε που έρχεται. Τον έχουν δραγουμάνο. Στέκουν με τους Γερμανούς στην πόρτα και παραλαβαίνουν τα δέματα. Όταν άκουε το όνομά του και πλησίαζε, μίλαγαν λίγο. Και το άλλο, που πήρε σπίτι την κυρα - Μαρία με τον Κωστάκη.
«Έλα», της είπε, «σπίτι μου. Θα σου χρωστώ μεγάλη χάρη. Αντίς να ζεις ολομόναχη όπως είμαι κι εγώ, θα συντροφεύομε η μια την άλλη».
Κι η κυρα - Μαρία δέχτηκε.
«Δε σ' αφήνω πια από κοντά μου», της έλεγε. «Και το παιδί εγώ με τον άντρα μου θα το σπουδάσομε».
Τώρα πάλι πήγαιναν μαζί στο στρατόπεδο. Η άνοιξη είχε μπει για καλά. Το βραδάκι κάθουνται στη βεράντα... Θε μου, τι ανθοπλημμύρα η φετινή! Και τι ευωδιά οι περιπλοκάδες και τ' αγιόκλημα και οι τριανταφυλλιές και τα γαρίφαλα και οι λεβάντες.
Το παιδί ποτίζει τραβώντας νερό από το πηγάδι και το βλέπουν να πηγαινοέρχεται μέσα στις αλέες. Είναι γερό, καλοφτιαγμένο κι εύρωστο και παίρνει μπόι με τις ώρες. Λίγο καλό και μπόλικο φαγάκι και ο καθαρός αέρας δυνάμωσαν το σώμα του κι έφεραν τα χρώματα στο έξυπνο πρόσωπό του. Τώρα δεν τρέχει πια με το καρότσι και η κυρία Ντόρα του κάνει μάθημα. Χαίρεται την προθυμία του και την όρεξή του για μάθηση. Με πόση ευχαρίστηση παίρνει τα βιβλία του και κάθεται κοντά της!
«Όταν θα τελειώσουν τα βάσανα του κόσμου κι ανοίξουν τα σχολεία, να 'σαι έτοιμος», του 'λεγε. Για πρώτη φορά ένιωθε πως σε κάτι χρησίμευε. Και του μιλούσε για τον άντρα της και του 'λεγε να μάθει πολλά γράμματα, για να μπορέσει μια μέρα να διαβάζει όλα τούτα τα βιβλία, που θα 'ναι δικά του, φτάνει να ξακολουθήσει να 'ναι καλός και προκομμένος...
Και θυμόταν τότε που πήγε να δει την κυρα - Μαρία και το παιδί έλειπε. Κι όταν έφευγε και στάθηκε στην πόρτα, το είδε να 'ρχεται από το βάθος του δρόμου, με το καρότσι του.
«Παιδάκι μου, την κούρασή σου», είπε η κυρα - Μαρία και έτρεξε να το βοηθήσει. Κι όταν έφτασαν, το παιδί ήταν κλαμένο, γιατί δεν είχε βρει κανέναν να θέλει καρότσι και ερχόταν χωρίς να καταφέρει ν' αγοράσει ψωμί. Και τους πήρε αμέσως στο σπίτι της η κυρία Ντόρα. Και τώρα τι αλλιώτικο έγινε το σπίτι. Το καθεστώς της αδικίας και της σκληρότητας ήτανε καταργημένο. Και φανταζόταν το Δημήτρη να φτάνει κάποια ώρα και κείνη να του λέει πασίχαρη πως είχε κιόλας εγκαταστημένο το καινούργιο σύστημα και να γελούν.
Κι έψαχνε να βρίσκει ρούχα να ντυθούν και πάσκιζε να δώσει της κυρα - Μαρίας να το καταλάβει πως την ένιωθε αδερφή.
«Δεν το χωρά ο νους μου», της έλεγε, «να γεράσω και μόλις τώρα στα υστερνά μου να καταλάβω ποιος είναι ο σωστός δρόμος του ανθρώπου πάνω στη γη και να μάθω ποιοι φέρνουν μέσα τους το σπόρο της ακατάλυτης ζωής και ποιοι είναι τα άκαρπα δέντρα του ευαγγελίου. Εσύ, Μαρία», της έλεγε, «στέκεσαι σκάλες ψηλότερα από μένα. Γιατί εσύ τη ζωή σου την ξόδεψες με αγώνα και μόχτο καθημερνό και δε βρήκες στρωμένο τραπέζι, παρά το ενάντιο, έπρεπε εσύ να το στρώσεις για τους άλλους και για να γενεί αυτό, τραβούσες ένα κακοτράχαλο ανηφόρι και έτρεμες μη σωριαστείς και δε μπορέσεις να βγάλεις πέρα το χρέος σου. Εγώ όμως δεν έκαμα τίποτα απ' όλα τούτα. Κι αν ήμουνα δυσαρεστημένη, ήταν γιατί δεν απόλαψα τις διασκεδάσεις της κάθε άνεργης και ανώφελης γυναίκας. Κι άκουσε, Μαρία, αν ήταν να γίνει ένα δικαστήριο να μας κρίνει για τις πράξεις μας εδώ που βρεθήκαμε, τότε θα καταλάβαινες όσα σου λέω τώρα δα. Τότε που εσένα θα σου καρφίτσωναν ένα παράσημο στο στήθος κι εγώ θα στεκόμουν ντροπιασμένη και θα παρακαλούσα ν' ανοίξει η γης να με καταπιεί. Για σκέψου... Πω... πω...»
«Τι έκαμες του λόγου σου στη ζωή σου;» θα με ρώταγαν.
«Τίποτα».
«Τίποτα; Τίποτα; Τίποτα;»
«Τίποτα. Αλλά όπως εσύ δεν ξέρεις την αξία σου, έτσι κι εγώ δεν ήξερα την αναξιοσύνη μου. Τώρα όμως που θ' αλλάξει ο κόσμος, όλοι θα ξέρουν να κάνουν το χρέος τους».
Η'
Ο Δημήτρης Καλλιγέρης ένιωθε για πρώτη φορά κλεισμένος εδώ στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως, εκείνο που δεν είχε νιώσει ποτές του. Ένιωθε να ζει! Ωσάν όλα τα χρόνια να τα πέρασε βυθισμένος σε λήθαργο όμοιο με θάνατο και τώρα ξυπνούσε. Τι είχε δει, τι είχε αισθανθεί, τι είχε χαρεί, τι είχε ποθήσει όλο αυτό το διάστημα; Αλλά και πού ήτανε καταχωνιασμένη όλη τούτη η ευφορία που έτσι αναπάντεχα ξεπήδησε σαν ανάβρα στην καρδιά και το μυαλό του; Και χαιρόταν σαν σκολιαροπαίδι τη μεταμόρφωσή του και τα μάτια του νότιζε η συγκίνηση να συλλογιέται τη Ντόρα. Τ' άσπρα της μαλλιά, τα πρεσβυωπικά της γυαλάκια και το χοντρούλικο σώμα της! Αχ, γιατί να μη μπορεί κανείς να επανορθώνει τα λάθη του παρελθόντος; Να ξαναχτίσει ό,τι γκρέμισε, να πει τα λόγια που δεν είπε, να δώσει τη χαρά που δεν έδωσε. Και θα 'θελε να 'τανε δυνατόν να της ξομολογηθεί τον πικρό μετανιωμό του για ό,τι στερήθηκε κοντά του και πως στη θέση της παλιάς κρύας κι εγωιστικής καρδιάς του χοροπηδούσε τώρα σα φλόγα μια άλλη ολοκαίνουργια καρδιά γιομάτη στοργή κι αγάπη γι' αυτήν. Αλλά ίσως δε θα 'ρχόταν ποτέ πια αυτή η στιγμή. Πολλές φορές τώρα τα τελευταία χρόνια τού συνέβαινε να συλλογιέται το θάνατο. Γεράζανε. Εκείνη παραπονιόταν με τη μέση της κι εκείνος ένιωθε συχνά έναν πονάκο δεξιά, στο συκώτι. Μικρές ανημποριές ασήμαντες, αλλά που έδειχναν πως άρχισε ο κατήφορος. Κι όπως την έβλεπε είτε κοντά του να ράβει ή άκουε τα βήματά της στα πλαϊνά δωμάτια, ρωτιόταν σαν πόσος καιρός τούς έμενε άραγε ακόμα να περάσουν μαζί. Όχι πολύς βέβαια. Είχαν φτάσει στο όριο εκείνο που ο θάνατος δεν είναι κάτι απρόσμενο, αλλά το εναντίον, κάτι που περιμένεις απ' ώρα σ' ώρα. Δυο συνοδοιπόροι που έφτασαν στο τέρμα του δρόμου κι όπου να 'ναι θα χωριστούν. Κι αυτή η εικόνα δεν του 'φευγε από τα μάτια. Πόσο καιρό ακόμα, έλεγε, θα πηγαίνομε μαζί κι έπειτα ο ένας από τους δυο μας θα μείνει μονάχος. Κι όλο έβλεπε στον ύπνο του το ίδιο όνειρο... Ενώ, λέει, περπατούσε, άξαφνα ένιωθε κάποιον να τον παρακολουθεί... άκουε τα βήματά του... αν σταματούσε αμέσως, σταματούσαν κι αυτά... μόλις όμως ξεκινούσε, νάτα πάλι αργά, ρυθμικά, ανελέητα. Ή έβλεπε πως μόλις άνοιγε την κάμαρά του, ένιωθε με φρίκη μια αόρατη παρουσία... κι ορμούσε να φύγει, αλλά τα πόδια σα μολύβι βαριά, δεν τον υπάκουαν κι ήθελε να φωνάξει αλλά από το λαρύγγι του δεν έβγαινε κανένας ήχος...
Τώρα αυτό το ενδεχόμενο το αντίκριζε εντελώς διαφορετικά. Εδώ ο θάνατος δεν είχε καμιά σχέση με τον άλλο που γιόμιζε εφιάλτες τον ύπνο του. Ή μάλλον είχε ολότελα καταργηθεί. Εδώ υπήρχε μόνο η ζωή η αθάνατη κι ακατάλυτη. Την έβλεπε στα τραγούδια εκείνων που πήγαιναν για εχτέλεση, την έβλεπε στα μάτια εκείνων που γυρνούσαν από την ανάκριση. Ήταν ένα παλικαράκι όχι παραπάνω από δεκαοχτώ χρονών. Ο Τάσος. Τον έπιασαν για σαμποτάζ. Όταν τον έφεραν και τον πέταξαν στην αυλή του στρατοπέδου σαν αδειανό σακί, ήταν αγνώριστος από τα βασανιστήρια. Πρόσωπο πρησμένο, λουσμένο στο αίμα, δάχτυλα ξενυχιασμένα, σώμα πληγιασμένο από το συρματένιο βούρδουλα. Τον σήκωσαν οι κρατούμενοι, τον κουβάλησαν στο θάλαμο και πάσκιζαν να τον συνεφέρουν κι όταν σιγά - σιγά ήρθε στον εαυτό του κι άνοιξε τα μάτια του κι είδε τις γνώριμες μορφές από πάνω του, ένα χαμόγελο χάραξε τα χείλη του και ψιθύρισε μόλις ν' ακούεται: «Εντάξει». Δηλαδή: «Μη φοβάστε, δεν έμαθαν τίποτα... Δε θα μάθουν ποτέ τίποτα...»
Και θυμόταν το περίφημο αξίωμα του Πρωταγόρα: Παντός μέτρον άνθρωπος. Με τη διαφορά πως, ενώ ο άνθρωπος Καλλιγέρης πριν κλειστεί στο στρατόπεδο έβλεπε τη ζωή σαν ατομική υπόθεση που υπάρχει ενόσω υπάρχει το άτομο και εξαφανίζεται μαζί του, ο άνθρωπος Καλλιγέρης μέσα στο στρατόπεδο την έβλεπε να προχωρεί θριαμβευτικά με τον μικρό Τάσο μπροστά κι ήταν περήφανος που, ανάμεσα στις χιλιάδες των χιλιάδων τους Τάσους όλων των λαών της γης, βρισκόταν τώρα κι εκείνος. Ω, αν ήξερε πως κι η Ντόρα ήταν το ίδιο περήφανη. Αλλά ούτε κι αυτό θα το μάθαινε ποτέ.
...........................
Το φθινόπωρο είχε μπει. Χτες τη νύχτα ξύπνησαν την κυρία Ντόρα τ' αστραπόβροντα. Έπειτα ξέσπασε η νεροποντή. Απαράλλαχτα όπως και πέρυσι χαιρόταν τον ερχομό του χειμώνα κι ένιωθε πάλι την ίδια ευεξία, ακούγοντας τον ήχο της βροχής και το σάλαγο του ανέμου στα κλαδιά... «Όταν θα ησυχάσει ο κόσμος, θα σε πάω να χαρείς το χειμώνα σε μια βορινή χώρα»... Αναστέναξε, κάτι αρχίνησε να συλλογιέται κι αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε το πρωί, ο καιρός ξακολουθούσε να 'ναι στη βροχή. Από τ' ανοιχτό παράθυρο έμπαινε ο μοσκοβολισμένος αγέρας, όλα ευώδιαζαν. Το μουσκεμένο χώμα, τα λεβαντίνια, τα τριαντάφυλλα, τα πεύκα. Κι όπως γίνεται λίγο πριν ξεσπάσει η μπόρα, μια σιγαλιά ήταν απλωμένη...
Μια ριπή περνά και τινάζει τα ξερά φύλλα, ένα μοναχικό πουλάκι λέει δυο - τρεις νότες και σωπαίνει, το ψαλίδι του Κωστάκη, τσακ, τσακ, κόβει τα λουλούδια για το γραφείο του Δημήτρη...
Πέντε μήνες έχουν περάσει από τότε που πήρε πίσω κι η κυρία Ντόρα με τη σειρά της το δέμα με τα καθαρά ρούχα άγγιχτο όπως το παράδωσε.
«Σήμερα, θείτσα, δεν είναι ωραία τα λουλούδια. Μας τα χάλασε η βροχή...» της λέει ο Κωστάκης μόλις τη βλέπει στο παράθυρο.
«Έφαγες το γάλα σου; Πού 'ναι η μαμά σου;» τον ρωτά.
«Πάει να το φέρει. Ο γαλατάς δεν πέρασε σήμερα».
«Δεν πέρασε! Φαντάζομαι πόσο θα πεινάς».
«Πεινώ λιγάκι».
... Και κει ακούστηκαν φωνές. Σύσμιχτες φωνές και σ' όλες τις ταράτσες, τα μπαλκόνια, τα παράθυρα, ξεδιπλώθηκαν σημαίες... καμπάνες σήμαιναν, άλλες κοντινές κι άλλες απόμακρες, αεροπλάνα δονούσαν τον αέρα με τη βουή τους...
Ο Κωστάκης ορμά όξω, στέκεται, κοιτάζει πάνω - κάτω και τρέχει προς την πλατεία. Η κυρία Ντόρα ξέρει. Είναι η μεγάλη μέρα της Λευτεριάς. Είχε φτάσει επιτέλους. Η μέρα που όταν τη μελετούσαν οι άνθρωποι έλεγαν: Μα θα 'ρθει άραγε ποτέ; Κι όταν θα τη δούμε, δε θα τρελαθούμε από τη χαρά; Η κυρία Ντόρα όμως δε νιώθει αυτή τη χαρά. Το χώμα που σκεπάζει το Δημήτρη είναι ακόμα τόσο νωπό!
.............................
Η κυρία Ντόρα δεν είναι η ίδια. Θε μου, πώς αλλάζει έτσι εύκολα η ψυχή του ανθρώπου. Σαν τα σύννεφα. Αλλάζουν σχήματα από δευτερόλεπτο σε δευτερόλεπτο. Δεν τα προκάνεις. Ενώ τα παρακολουθείς να μη σου φύγουν, τα βλέπεις αλλιώτικα. Το ίδιο και η ψυχή. Μόλις έχουν γυρίσει από τη γιορτή της Λευτεριάς κι είναι ακόμα παραζαλισμένη. Τ' αφτιά της κρατούν τη βουή από χιλιάδες λαό, από ζητωκραυγές, από τραγούδια, από μουσική. Τα μάτια της κοιτάζουν ακόμα τα κατεβατά με τα ονόματα. Αμέτρητα ονόματα. Να και του Δημήτρη. Και του αγοριού της κυρα - Μαρίας... Λίγο έλειψε να μην πάει. Να πάει μόνη η κυρα - Μαρία με τον Κωστάκη. Έκεί που ήταν αποφασισμένη να μείνει σπίτι και χαιρόταν προκαταβολικά τη μοναξιά... να τριγυρίσει στο περιβόλι, να σκαλίσει τον κήπο, να διαβάσει... ξαφνικά μετάνιωσε και μάλιστα πήρε μέρος σε όλα με την καρδιά της. Συγκινήθηκε, έκλαψε, ενθουσιάστηκε.
Τώρα όλα τούτα βρίσκονται πάλι πολύ μακριά. Είναι νύχτα. Η κυρα - Μαρία με τον Κωστάκη ψόφιοι στην κούραση έχουν πέσει από νωρίς. Η κυρία Ντόρα δεν έχει ύπνο... Μια φανταχτερή παράσταση που τέλειωσε. Η αυλαία έπεσε, οι θεατές γύρισαν στα σπίτια τους. Κάτι θλιβερό πλανιέται στο σκοτάδι. Να πάλι μπροστά της τα κάτασπρα κατεβατά με τα αναρίθμητα ονόματα. Δημήτριος Καλλιγέρης. Άραγε να τέλειωσαν οι αγώνες, οι θυσίες; Να 'ναι άραγε οι τελευταίοι νεκροί;... Ανοίγει σιγά το συρτάρι και παίρνει το γράμμα του Δημήτρη...
«Αν αυτό που βλέπομε σαν σίγουρο και χειροπιαστό δεν πραγματοποιηθεί και χρειάζεται ακόμα ν' αγωνιστούμε, κοίταξε μην παρασυρθείς σε αμφιβολίες και μικρόψυχα αισθήματα. Προπάντων αν δεν ξαναϊδωθούμε, Ντόρα, μην πεις ποτέ, ό,τι και αν συμβεί, πως ήτανε μάταιος ο θάνατός μου»...
Καζαντζάκη Γαλάτεια
Κρίσιμες στιγμές
εκδ. Καστανιώτη , Αθήνα 2008
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου