Τετάρτη 31 Αυγούστου 2022

ΑΝΤΕΛ

 
   Ο κύριος Ρουσό παντρεύτηκε είκοσι χρονών με μια ορφανή, την Αντέλ Λεμερσιέ, που ήταν δεκαοχτώ χρονών. Οι δυο τους, είχαν για μόνη τους περιουσία τη βραδιά που παντρεύτηκαν
εβδομήντα φράγκα.
   Τον πρώτο καιρό πουλούσαν χαρτί για επιστολές και βουλοκέρια κάτω από μια παλιά πόρτα από άμαξα. Ύστερα νοίκιασαν μια τρύπα, ένα μαγαζάκι μικροσκοπικό, που έμειναν μέσα σ' αυτό δέκα χρόνια, μεγαλώνοντας σιγά σιγά το εμπόριό τους. Τώρα πια έχουν αποκτήσει ένα δικό τους χαρτοπωλείο στην οδό Κλισύ, που αξίζει καμιά πενηνταριά χιλιάδες φράγκα.
   Η Αντέλ είναι φιλάσθενη. Η ατμόσφαιρα κλεισούρας του μαγαζιού, η  πολύωρη ακινησία στο ταμείο, δεν της κάνουν καλό. Ένας γιατρός που συμβουλεύτηκαν τής συνέστησε ξεκούραση και περιπάτους κάθε φορά που θα 'χε καλό καιρό. Ωστόσο αυτές είναι συνταγές που δε μπορεί κανείς να τις εκτελεί, όταν θέλει να μαζέψει λίγα λεφτουδάκια προκειμένου να τα ξεκοκαλίσει ήσυχα ήσυχα στα γεράματά του. Η Αντέλ υποσχέθηκε πως θα ξεκουράζεται, πως θα 'χει χρόνο αργότερα να κάνει περιπάτους, όταν θα κλείσουν οριστικά το μαγαζί και θα πάνε να ζήσουν μόνιμα στην επαρχία.
   Ο κύριος Ρουσό ανησυχεί που τη βλέπει χλωμή, με κόκκινα σημάδια στα μάγουλα. Μα έχει την έγνοια του χαρτοπωλείου του, δε μπορεί να είναι αδιάκοπα πίσω της, για να την εμποδίζει να κάνει απερισκεψίες. Βδομάδες ολόκληρες περνούν και δε βρίσκει ούτε μια στιγμή το χρόνο να της μιλήσει για την υγεία της. Κι όταν τυχαίνει να την ακούσει να ξεροβήχει, στενοχωριέται, την αναγκάζει να φορέσει το σάλι της και την παίρνει για να κάνουν μαζί μια βόλτα στα Ηλύσια. Μα κάθε φορά αυτή γυρίζει στο σπίτι όλο και πιο κουρασμένη, βήχοντας περισσότερο. Οι υποχρεώσεις της δουλειάς απορροφούν ξανά τον κύριο Ρουσό, η αρρώστια πάλι ξεχνιέται, ώσπου να προκύψει μια νέα κρίση. Αυτά τα 'χει το εμπόριο. Πεθαίνεις χωρίς να βρεις καιρό να φροντίσεις για την υγεία σου.
   Μια μέρα, ο κύριος Ρουσό παίρνει το γιατρό κατ' ιδίαν και τον ρωτάει να του πει ξεκάθαρα αν η γυναίκα του βρίσκεται σε κίνδυνο. Ο γιατρός ομολογεί πως η κυρία Ρουσό είναι φυματική και μάλιστα σ' ένα αρκετά προχωρημένο στάδιο. Ο σύζυγος έγινε κίτρινος σαν το θειάφι, ακούγοντας αυτή την ομολογία. Αγαπά την Αντέλ και για τα δύσκολα χρόνια που πέρασαν μαζί, προτού αρχίσουν να τρώνε άσπρο ψωμί κάθε μέρα. Δεν είναι μόνο η γυναίκα του,  είναι κι ο συνεργάτης της του στη δουλειά, γνωρίζει τις δυνατότητές της και το κοφτερό της το μυαλό. Αν τη χάσει, θα 'ναι τεράστιο το πλήγμα γι' αυτόν, και για το σπίτι και για τη δουλειά του. Ωστόσο, πρέπει να 'ναι γενναίος. Δε μπορεί να κλείσει το μαγαζί του.
   Έτσι λοιπόν, δεν εκδηλώνει το παραμικρό για όσα συμβαίνουν και προσπαθεί να μην ανησυχήσει την Αντέλ, να μην τον δει με μάτια κοκκινισμένα από τα δάκρυα.
   Η Αντέλ πότε πότε ψιθυρίζει:
   «Α! Όταν θα πάμε να μείνουμε στην εξοχή, να δεις πώς θα γίνω καλά! Θεέ μου! Οχτώ χρόνια μόνο μας έχουν μείνει μέχρι τότε. Σύντομα θα περάσουν».
   Ωστόσο, δυο φορές μέχρι τώρα η κυρία Ρουσό αναγκάστηκε να πέσει σοβαρά άρρωστη στο κρεβάτι. Και τις δυο συνήλθε και πάλι κατέβηκε στη δουλειά της, στο ταμείο όπως πάντα. Μα οι γείτονες κρυφομουρμουρίζουν: «Λίγα είναι τα ψωμιά της αυτηνής». Και δεν κάνουν λάθος. Την περίοδο που κάνουν την απογραφή πέφτει άρρωστη στο κρεβάτι για τρίτη φορά. Ο γιατρός έρχεται ένα πρωί, μιλά μαζί της και της γράφει μια συνταγή. Ο κύριος Ρουσό ξέρει πια πως το μοιραίο τέλος είναι κοντά. Μα η δουλειά της απογραφής τον κρατεί κάτω, στο μαγαζί, συνεχώς απασχολημένο και μόλις που ξεκλέβει πέντε λεπτά πότε πότε για ν' ασχοληθεί με την άρρωστη. Ανεβαίνει στο σπίτι, κάθε φορά που έρχεται ο γιατρός· ύστερα, φεύγει μαζί του και ξανανεβαίνει πάνω λίγο πριν το πρόγευμα. Πλαγιάζει στις έντεκα, στο βάθος ενός γραφείου όπου έχει τοποθετήσει ένα πρόχειρο κρεβάτι. Η υπηρέτρια, η Φρανσίν, έχει αναλάβει τη φροντίδα της άρρωστης. Της πάει τα φάρμακά της μ' ένα ύφος κατσούφικο, κάνει ανυπόφορο θόρυβο, ενώ σαρώνει το πάτωμα, μα στο τέλος αφήνει το δωμάτιο σε μεγάλη ακαταστασία. Βρώμικα μπουκάλια είναι πεταμένα πάνω στο κομμό, οι λεκάνες δεν είναι ποτέ καθαρές, οι πατσαβούρες κρέμονται στις πλάτες των καθισμάτων· δεν ξέρεις πια πού να πατήσεις το πόδι σου!
   Ακόμη και στο κρεβάτι η Αντέλ ασχολείται με τις υποθέσεις του μαγαζιού. Ξέρει τα πάντα για τις πωλήσεις, ρωτάει, κάθε βράδυ, πώς πάει η δουλειά. Το θέμα της απογραφής δεν την αφήνει σε ησυχία. Ακόμη κι όταν ο άντρας της ανεβαίνει για λίγο να τη δει, δεν του μιλά ποτέ για τον εαυτό της και την υγεία της. 
   Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι πώς πάει το μαγαζί και ποια είναι τα πιθανά τους κέρδη. Στενοχωριέται πολύ όταν μαθαίνει πως η χρονιά τους πήγε μέτρια.
   Ακόμη κι όταν ψήνεται από τον πυρετό, παραμιλάει στο προσκεφάλι της για τις παραγγελίες της περασμένης βδομάδας, κάνει λογαριασμούς, διευθύνει το κατάστημα. Και είναι η ίδια που στέλνει τον άντρα της πίσω στη δουλειά του, αν χρονοτριβεί στο δωμάτιο της, μιλώντας του γλυκά:
   «Κατέβα κάτω, καλέ μου, δε μου χρειάζεται τίποτα, σε διαβεβαιώ. Και μην ξεχάσεις ν' αγοράσεις τετράδια για την αριθμητική, γιατί όπου να 'ναι θ' ανοίξουν τα σχολεία και δε θα 'χουμε».
   Για πολύ καιρό τρέφει αυταπάτες για την πραγματική της κατάσταση. Πάντα ελπίζει πως θα σηκωθεί την επόμενη μέρα και θα πάρει ξανά τη θέση της στο ταμείο. Κάνει μάλιστα και σχέδια: Αν μπορέσει να συνέλθει σύντομα, θα πάνε να περάσουν την Κυριακή στο Σεν Κλου. Ποτέ άλλοτε δεν είχε τόσο μεγάλη επιθυμία να δει τα δέντρα και να περπατήσει στη φύση. Και ξαφνικά, ένα πρωί, η κατάσταση της χειροτερεύει πολύ. Τη νύχτα, ολομόναχη στο κρεβάτι της, με τα μάτια ορθάνοιχτα, συνειδητοποίησε πως θα πέθαινε. Δεν είπε τίποτε ως το βράδυ και έμεινε ώρες συλλογισμένη με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι. Και, το βράδυ, κράτησε τον άντρα της κοντά της και μίλησε ήρεμα μαζί του, σαν να 'θελε να κάνει τη διαθήκη της.
   «Άκουσε», του λέει. «Θα πας να βρεις αύριο ένα συμβολαιογράφο. Είναι ένας εδώ κοντά, στην οδό Σεν Λαζάρ». 
   «Γιατί συμβολαιογράφο;» φωνάζει ανήσυχος ο κύριος Ρουσό. «Δε φτάσαμε ακόμη σ' αυτό το σημείο».
   Μα εκείνη συνεχίζει απτόητη με τον γαλήνιο και μετρημένο τόνο της φωνής της:
   «Ίσως! Αλλά το μόνο που μπορεί να με καθησυχάσει είναι το να ξέρω πως οι υποθέσεις μας έχουν τακτοποιηθεί... Όταν παντρευτήκαμε ήμασταν στην ίδια οικονομική κατάσταση, δεν είχαμε τίποτε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Τώρα που καταφέραμε να κερδίσουμε μαζί μερικά χρήματα, δε θέλω να 'ρθει η οικογένειά μου και να σε γδύσει. Και η αδελφή μου, η Αγκάτ, δε μου είναι και τόσο αγαπητή, ώστε να  της αφήσω κάτι στη διαθήκη μου. Θα προτιμούσα να τα πάρω όλα μαζί μου στον τάφο».
 
   Όταν έγινε η διαθήκη και ο συμβολαιογράφος έφυγε, η Αντέλ έγειρε ξανά πίσω στο κρεβάτι, μουρμουρίζοντας στον άντρα της:
   «Τώρα μπορώ να πεθάνω ευχαριστημένη... Είχα λαχταρήσει πολύ να πάω να ζήσω στην εξοχή. Μα θα πας τουλάχιστον εσύ... Υποσχέσου σου μου ότι θα πας να μείνεις στο μέρος που είχαμε διαλέξει μαζί, ξέρεις, στο χωριό που γεννήθηκε η μητέρα σου, κοντά στο Μελούν... Να  είσαι σίγουρος πως αυτό θα μ' ευχαριστήσει».
   Ο κύριος Ρουσό κλαίει με πικρά δάκρυα, εκείνη τον παρηγορεί, του δίνει και συμβουλές για το μέλλον: Αν δεν αντέχει τη μοναξιά, καλά θα κάνει να ξαναπαντρευτεί. Μόνο που πρέπει να διαλέξει μια γυναίκα κάπως μεγάλη σε ηλικία, γιατί τα νέα κορίτσια που παντρεύονται χήρους, το κάνουν μόνο για τα λεφτά τους. Και του προτείνει μάλιστα για σύζυγο μια κυρία γνωστή τους, που θα χαιρόταν πολύ να ξέρει πως θα ζούσε μαζί της.
   Έπειτα, το ίδιο εκείνο βράδυ, τη βασάνισε ένα φριχτό αγκομαχητό. Πνιγόταν, δε μπορούσε ν' αναπνεύσει. Η Φρανσίν είχε αποκοιμηθεί στην καρέκλα της. Ο κύριος Ρουσό, όρθιος κοντά στο προσκέφαλο του κρεβατιού, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πιάνει το χέρι της ετοιμοθάνατης, να το σφίγγει τρυφερά και να της λέει πως είναι κοντά της και πως δεν πρόκειται να την εγκαταλείψει.
   Κάποια στιγμή, το πρωί, η γυναίκα δείχνει να γαληνεύει· είναι, όμως, άσπρη σαν το χαρτί, με τα μάτια κλειστά, ανασαίνει αργά. Ο άντρας της νομίζει πως ξεπέρασε τον κίνδυνο και πως θα μπορέσει να κατέβει, με τη βοήθεια της Φρανσίν, ν' ανοίξει το μαγαζί. Μα όταν ανεβαίνει ξανά πάνω, τη βρίσκει στην ίδια κατάσταση: άσπρη σαν το χαρτί, ξυλιασμένη, με τη μόνη διαφορά ότι τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα. Είχε πεθάνει!...
   Εδώ και πολύ καιρό ο κύριος Ρουσό το περίμενε πως θα τη χάσει. Δεν κλαίει, νιώθει μόνο μια απίστευτη κούραση. Κατεβαίνει πάλι κάτω, κοιτάει τη Φρανσίν που κλείνει τα θυρόφυλλα του μαγαζιού και ο ίδιος γράφει σ' ένα φύλλο χαρτί: «Κλειστό, λόγω θανάτου!» Ύστερα, κολλάει αυτό το χαρτί στο μεσαίο θυρόφυλλο με τέσσαρες όστιες. Πέρασαν όλο το πρωινό στο πάνω πάτωμα καθαρίζοντας και συγυρίζοντας το δωμάτιο της πεθαμένης. Η Φρανσίν περνάει με το σφουγγαρόπανο το πάτωμα, πετάει τα βρώμικα μπουκάλια, βάνει κοντά στη νεκρή μια λαμπάδα αναμμένη κι ένα τάσι με νερό αγιασμένο, γιατί περιμένουν από ώρα σε ώρα την αδελφή της Αντέλ, εκείνη την Αγκάτ, που έχει φαρμακερή γλώσσα και η υπηρέτρια δε θέλει να της δώσει αφορμή να την κατηγορήσει πως δεν είναι νοικοκυρά. Ο κύριος Ρουσό έστειλε έναν υπάλληλο να κάνει όλες τις άλλες αναγκαίες διατυπώσεις. Ο ίδιος πάει στην εκκλησία και συζητά ώρα πολλή για το κόστος της κηδείας. Επειδή είναι λυπημένος, αυτό δε σημαίνει πως θ' αφήσει να τον κλέψουν. Αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του κι αν εκείνη μπορούσε να τον δει από κάπου ψηλά, είναι βέβαιος πως θα χαιρόταν με την καρδιά της που έχει τα κότσια να κάνει παζάρια στους παπάδες και στους εργολάβους των κηδειών.
   Θέλει, ωστόσο, να γίνει μια αξιοπρεπής κηδεία για να βουλώσει τα στόματα της γειτονιάς. Τελικά κλείνει τη συμφωνία: θα δώσει εκατόν εξήντα φράγκα στην εκκλησία και τριακόσια φράγκα στον εργολάβο των κηδειών. Πιστεύει πως όλη αυτή η ιστορία της κηδείας, μαζί με κάποια έκτακτα έξοδα, θα του κοστίσει το λιγότερο πεντακόσια φράγκα.
   Όταν ο κύριος Ρουσό ξαναγυρίζει στο σπίτι του, βρίσκει εκεί την Αγκάτ, την κουνιάδα του, να κάθεται πλάι στη νεκρή. Η Αγκάτ είναι μια ψηλή ξερακιανή γυναίκα, με μάτια κόκκινα, με χείλη μελανιασμένα και πάντα σουφρωμένα. Εδώ και τρία χρόνια το αντρόγυνο δεν είχε σχέσεις μαζί της κι έτσι είχαν πολύ καιρό να τη δουν. Μόλις βλέπει το γαμπρό της, σηκώνεται με πόζα και τον φιλά στο μάγουλο. Μπροστά στο θάνατο κάθε παρεξήγηση ή τσακωμός παίρνει τέλος.  Ο κύριος Ρουσό, που δεν είχε καταφέρει να κλάψει το πρωί, τώρα ξεσπά σε λυγμούς, ξαναβλέποντας τη φτωχή του τη γυναίκα άσπρη σαν το χαρτί και ξυλιασμένη, με τη μύτη περισσότερο σουβλερή και το πρόσωπο τόσο τραβηγμένο, ώστε μόλις και μετά βίας την αναγνωρίζει. Τα μάτια της Αγκάτ μένουν στεγνά. Κάθεται στην καλύτερη πολυθρόνα του σπιτιού και περιφέρει γύρω γύρω τα μάτια της στο δωμάτιο σαν να κάνει λεπτομερή καταγραφή των επίπλων που υπάρχουν σ' αυτό. Μέχρις στιγμής δεν έχει κάνει λόγο για τα οικονομικά, αλλά είναι ολοφάνερο πως το θέμα την απασχολεί και πως αναρωτιέται αν υπάρχει, ίσως, κάποια διαθήκη της αδελφής της.
   Το πρωί της κηδείας, τη στιγμή που έβαζαν στο φέρετρο την άτυχη γυναίκα, οι υπάλληλοι του γραφείου κηδειών διαπίστωσαν ότι είχαν κάνει λάθος κι είχαν φέρει ένα φέρετρο πολύ κοντό γι' αυτήν.
   Έτσι, οι νεκροθάφτες φεύγουν και πηγαίνουν να φέρουν ένα άλλο. Στο μεταξύ, η νεκροφόρα περιμένει μπροστά στην εξώπορτα, η γειτονιά είναι ανάστατη. Αυτό είναι ένα ακόμη βασανιστήριο για τον κύριο Ρουσό.
   Κάποια στιγμή κατεβάζουν το φέρετρο με τη νεκρή, που παραμένει μόνο για δέκα λεπτά ανοικτό μπροστά στην εξώπορτα, η οποία είναι σκεπασμένη με μαύρα κρέπια. Καμιά εκατοστή άνθρωποι περιμένουν στο δρόμο για ν' ακολουθήσουν το ξόδι: έμποροι της γειτονιάς,  άλλοι νοικάρηδες του κτιρίου που έμενε το ζευγάρι, φίλοι, κάποιοι εργάτες με πανωφόρια. Η πομπή ξεκινάει, ο κύριος Ρουσό ακολουθεί πίσω απ' το φέρετρο.
   Στο πέρασμα της νεκρικής πομπής οι γείτονες κάνουν το σταυρό τους, μιλώντας ψιθυριστά:
   «Είναι η έμπορος των χαρτικών, ε; Εκείνη η χλωμή γυναικούλα που είχε μείνει πια πετσί και κόκαλο. Α, καλύτερα που την ανάπαψε ο Θεός! Τι σου είναι ο άνθρωπος ωστόσο! Αυτό το ζευγάρι, έμποροι πολύ ευκατάστατοι, που δούλευαν σκληρά για να περάσουν με άνεση τα γεράματά τους! Να τώρα που θα βρει για τα καλά την άνεσή της η άτυχη γυναίκα!» Και οι γειτόνισσες μιλούν συμπονετικά για τον κύριο Ρουσό, που βαδίζει πίσω από τη νεκροφόρα, με το κεφάλι ξέσκεπο, μονάχος, χλωμός, με τ' αραιά μαλλιά του να τα παίρνει ο άνεμος.
   Στην εκκλησία, η τελετή ολοκληρώνεται βιαστικά με προσευχές. Η Αγκάτ, που κάθισε στην πρώτη σειρά, κοιτά τριγύρω σαν να μετράει πόσα κεριά είναι αναμμένα. Χωρίς αμφιβολία θα σκέφτεται πως ο γαμπρός της μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά με λιγότερη σπατάλη, γιατί, αν δεν υπήρχε κάποια διαθήκη και κληρονομούσε κι η ίδια το μισό μερίδιο απ' την περιουσία της αδελφής της, θα 'ταν υποχρεωμένη να πληρώσει μερίδιο και για την κηδεία. Οι ιερείς λένε μια τελευταία ευχή, το θυμιατό περνάει από χέρι σε χέρι κι ύστερα αποχωρούν. Σχεδόν όλο το εκκλησίασμα φεύγει. Μπροστά στην εκκλησία φέρνουν τις τρεις άμαξες της κηδείας και κάποιες γυναίκες ανεβαίνουν σ' αυτές. Πίσω από τη νεκροφόρα, απομένει ν' ακολουθεί μόνο ο κύριος Ρουσό, πάντα με το κεφάλι ξέσκεπο, και καμιά τριανταριά άνθρωποι, οι φίλοι που δεν τολμούν να φύγουν. Η νεκροφόρα είναι απλά στολισμένη μ' ένα μαύρο ύφασμα, μ' άσπρα κρόσσια. Οι διαβάτες, που τη βλέπουν, βγάζουν το καπέλο τους με σεβασμό και προσπερνούν.
   Επειδή ο κύριος Ρουσό δεν έχει δικό του οικογενειακό τάφο, πήρε με άδεια για πέντε χρόνια τόπο στο κοιμητήριο της Μονμάρτης, έχοντας σκοπό ν' αγοράσει αργότερα τόπο για δικό του τάφο και να μεταφέρει τη γυναίκα του οριστικά σ' ένα δικό της μνήμα.
   Η νεκροφόρα σταματάει κάποτε στην άκρη μιας δεντροστοιχίας. Οι νεκροθάφτες κουβαλούν στα χέρια το φέρετρο ανάμεσα από τους χαμηλούς τάφους, ώσπου το φέρνουν μπροστά σ' ένα λάκκο σκαμμένο στο μαλακό χώμα. Τη θάβουν.
   Η Αγκάτ επιστρέφει στο σπίτι μαζί με τον κύριο Ρουσό. Αποφασίζει τελικά να του κάνει λόγο για τα περιουσιακά. Όταν μαθαίνει πως υπάρχει διαθήκη, σηκώνεται αλύγιστη και φεύγει, χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω της. Ποτέ δε θα ξαναπατήσει το πόδι της σ' αυτό το χαμόσπιτο. Ο κύριος Ρουσό εξακολουθεί πάντα να αισθάνεται, στιγμές στιγμές, μια μεγάλη λύπη να τον πνίγει. Εκείνο, όμως, που τον φέρνει, κυρίως, σε απόγνωση, που του σκοτίζει το κεφάλι και του προκαλεί ταραχή, είναι που το μαγαζί είναι κλειστό, ενώ είναι μέρα καθημερινή κι εργάσιμη, και έχει τέτοια χασούρα!
 
Ζολά Εμίλ
 Περιοδικό «Μπουκέτο»
τεύχος 8, Ιούνιος 1924

Δευτέρα 29 Αυγούστου 2022

ΈΝΑ ΠΑΛΙΟ ΕΡΓΟΧΕΙΡΟ

   
   «Κυρία Ελένη, κυρία Ελένη!...»
   Σα μακρινή στο ύστερο έφτασε η φωνή στ' αυτιά της γριούλας που, κουκουλωμένη ως απάνω απ' το κεφάλι, καθόταν ακόμα στη λίγη ζέστα του κρεβατιού της.
   Ξεσκέπασε το κεφάλι κι αυτιάστηκε.
   «Εσύ είσαι, κυρά Άννα;»
   «Εγώ, εγώ!» έκανε πίσω απ' την κλεισμένη πόρτα της κάμαρης η φωνή της Άννας της παραδουλεύτρας. «Παραξενεύτηκα που 'χεις ακόμα σκοτεινά κι είπα...» 
   «Τώρα θα σηκωθώ, με μάζωξε το κρύο».
   Η Κυράννα τράβηξε στις δουλειές της, γιατί όλο και κάτι έκανε απ' το πρωί μέσα σ' αυτό το πολυκατοικημένο παμπάλαιο σπίτι. Κι η γριούλα, ανατριχιάζοντας απ' το κρύο, σηκώθηκε. Ύστερα άνοιξε τα σκούρα του παραθυριού.
   Φευγάτα συλλογίστηκε μια στιγμή πως έτσι ίσως πάλι καμιά φορά, σαν ιδούν πως δε σηκώνεται, αυτή που είναι πάντα πρωινή, θα υποχρεωθούν να φωνάξουν τ' όνομά της οι ξένοι άνθρωποι, μια, δυο, δέκα φορές χωρίς να παίρνουν απάντηση. Ύστερα θα σπάσουν την πόρτα της...
   Πω πω! Τι κρύο! Βαρύς ο χειμώνας ετούτη τη χρονιά. Τα βουνά ένα γύρο, ο Υμηττός, η Πεντέλη, η Πάρνηθα, πασπαλισμένα με πηχτή σαπουνάδα. Το βοριαδάκι ξουράφι  μονάχο, κι οι άνθρωποι στο δρόμο καμπουριασμένοι, κοκκινομύτες, πήγαιναν βιαστικοί.
   Μέσα στην κάμαρα, μαζί με τ' αρρωστιάρικο συγνεφιασμένο φως, πετούσε μια παγωνιά κι ας ήτανε κλειστά, σα να 'τανε δρόμος. Η γριούλα την ένιωθε πιο πολύ στην άκρη της μύτης της και στα μάγουλά της επάνω.
   Μαζωμένη πάλι τώρα απάνω στο κρεβάτι, με τη ράχη ακουμπισμένη σ' ένα μαξιλάρι ορθό στον τοίχο, έπινε γουλιά γουλιά τον καφέ που είχε ετοιμάσει. Κι έτσι καθισμένη, αγνάντευε απ' το παράθυρο αντικρινά, πέρα μακριά μια χιονισμένη πλαγιά του Υμηττού, και κοντύτερα ένα κυπαρίσσι που τίναζε στον αέρα τη φούντα της κορφής του, σα να χόρευε τσάμικο.
   Τα μάτια της γριούλας είχανε καρφωθεί εκεί αφαιρεμένα, με μια πίκρα ήμερη χυμένη στ' αδύνατο πρόσωπο με τ' ασημένια κυματιστά μαλλιά. Κι ήτανε η μορφή αυτή ευγενικιά, κερένια, σα φευγάτη. Μια φιγούρα άλλης εποχής μέσα στο σημερινό καιρό μας.
   Άξαφνα, στην πλαϊνή κάμαρη, ακούστηκε ένα τραγούδι. Ήτανε ένας νοικάρης φοιτητής, που ήξερε πάντα το τελευταίο τραγουδάκι της μόδας:
   Πες τι θέλεις να σου πάρω τώρα που 'μαι βασιλιάς!
   Της γριούλας το πρόσωπο σα να ζωντάνεψε ακούοντας τη χαρούμενη φωνή. Της φάνηκε μάλιστα πως ζεστάθηκε κιόλα μια σταλιά.
   Από την άλλη κάμαρη, νοικιασμένη σε μια φαμελιά με παιδιά, αρχίνησε ν' ακούεται φασαρία. Καρέκλες που σέρνονταν, κουβάδες που χτυπούσαν, φωνές, φωνούλες. Τότε είπε μέσα της: Ξύπνησαν και τα παιδιά! Να! Τώρα πλένουν το μικρό και φωνάζει. Τώρα τα ταΐζουν. Πουλάκια μου!...
   Από τη γωνιά της ακολουθούσε ολοένα κάθε θόρυβο γειτονικό, γιατί έτσι απομόναχη που ήτανε, άρπαζε κλεφτά, μ' ευχαρίστηση, απ' τη ζωή των άλλων, λίγη ζωντάνια για τη δικιά της μοναξιά.
   Κάθε τόσο μάζωνε περισσότερο τα πόδια της κουλουριασμένα κάτω απ' το φουστάνι. Είχανε ξενέψει ολότελα απ' το κρύο. Αλλά δεν είχε και παντούφλες της προκοπής. Καιρός ήτανε πια να φτιάσει ένα ζευγαράκι ζεστές, μάλλινες, φοδραρισμένες με βάτα. Πολλές φορές είπε να μεταχειριστεί γι' αυτό μια τσόχα από 'να παλιό εργόχειρο, που είχε κρυμμένη μέσα στο κομό και καθόταν χρόνια τώρα, γιατί της πονούσε η ψυχή να τη χαλάσει.
   Αν δε γνοιαστεί η ίδια για τον εαυτό της, ποιος να τη γνοιαστεί; Οι πεθαμένοι της;
   Πόσο μοναχή που ήτανε! Όλοι γύρω της μέσα σ' αυτό το πολύκοσμο σπίτι είχανε δικούς, για κάποιον λαχταρούσανε.
   Μήπως κι αυτή δεν είχε τους δικούς της μια φορά κι έναν καιρό; Ήτανε τότε κοπελίτσα ψηλόλιγνη, με μια μακριά ξανθιά πλεξούδα ριγμένη στην πλάτη, με λίγες αφέλειες στο μέτωπο που ίσκιωναν τα μεγάλα της μάτια. Γιατί να ντραπεί να θυμηθεί πως ήτανε όμορφη; Μπα! Μήπως μιλάει για τον εαυτό της; Λέει για μιαν άλλη. Μια κοπέλα είκοσι χρονών που γνώρισε εδώ και πενήντα χρόνια. Φαντάσου!
   Στη μέση από γονιούς, στη μέση από αδέρφια, αυτή μεγάλωνε στο νοικοκυρεμένο σπίτι της, σαν ένα ξεχωριστό λουλούδι σε περιβόλι μέσα...
   Άξαφνα η χτυπητή μυρουδιά καβουρδισμένου κρεμμυδιού, την έκαμε να τιναχτεί μ' ένα μικρό ζωηρό κούνημα. Κοίταξε! Κοντεύει μεσημέρι, η γειτόνισσά της μαγέρευε. Πώς ξεχάστηκε έτσι. Έπρεπε κι αυτή να ετοιμάσει κάτι στο καμινέτο της, γιατί δεν είχε δικαίωμα στην κουζίνα. Χρόνια τώρα, που καθόταν σ' αυτό το σπίτι, είχε νοικιασμένη για οικονομία την κάμαρα μοναχή. Τι να κάνει;
   Έβαλε ένα τσουκαλάκι στη φωτιά να βράσει μια ψευτόσουπα να ζεσταθεί.
   Ύστερα άρχισε να πηγαινοέρχεται στο νοικοκυριό της με το ψηλό της κορμί λίγο καμπουριασμένο, σέρνοντας τα πόδια  στις ξεχειλωμένες παντούφλες, με βηματάκια προσεχτικά, σα να σκιαζόταν μη σπάσει γυαλιά.
   Ξεσκόνισε το ψηλό κομό, το τραπεζάκι, τα παμπάλαια κάδρα της. Έστρωσε το στενό κρεβάτι και κόλλησε τις δυο καρυδένιες καρέκλες της στον τοίχο. Έπειτα πήγε και μαζώχτηκε σε μια πολυθρόνα κοντά στο τζαμόφυλλο.
   Τι κρύο! Τα κακόμοιρα τα πόδια της! Αυτά την τυραννούσαν πιο πολύ. Ήτανε ξύλα γινωμένα. Η ιδέα που την απασχολούσε απ' το πρωί, πάλι της φανίστηκε: Στα μαγαζιά πουλάνε βεβαια ωραίες παντούφλες ζεστές, μα λεφτά δεν περίσσευαν. Είχε κάτι οικονομίες που τις φύλαγε απείραχτες. Σαν θα φύγει για πάντα, θα χτειαστούν, θα χρειαστούν... Γιατί να βάλει τους ξένους ανθρώπους σε πείραξη;
   Ωστόσο εκείνη η τσόχα που έλεγε... ή τίποτες άλλο αν ύπαρχε. Μα δεν πιστεύει να της σώζεται τίποτε πια.
   Σηκώθηκε κι άνοιξε  το απάνω συρτάρι του κομού. Εκεί μέσα ήτανε το πορτοφολάκι με τις οικονομίες. Εκεί ήτανε ωραία διπλωμένο ένα φόρεμα μολυβί μεταξωτό, κι ένα πουκάμισο μακρύ μακρύ με νταντέλα ψιλή στον κλειστό λαιμό και στα μανίκια. Τα πράματα αυτά, φυλαγμένα από χρόνια στην ίδια θέση, περίμεναν την ώρα τους να τη ντύσουν για το μακρινό ταξίδι. Πολλές φορές η γριούλα βρέθηκε σε μεγάλη ανάγκη, μα τίποτε απ' αυτά δεν πούλησε.
   Μέτρησε πάλι τις οικονομίες της και κάτι λογάριασε. Όχι! Καλύτερα να μην πειράξει τίποτε. Έκλεισε ξανά το συρτάρι κι άνοιξε το δεύτερο. Καμιά φορά τα συρτάρια αυτά ήτανε γιομάτα τόσο, που δύσκολα κλείνανε. Τώρα, με το φόρεσε ή πούλα κάθε φορά, αδειάσανε πια. Ψαχουλεύοντας ολοένα ηύρε βαθιά κρυμμένο ένα δεματάκι, τυλιγμένο σε μαντήλι μεταξωτό. Ναι! Η τσόχα που έλεγε. Το πήρε, πήγε στην πολυθρόνα της, πήρε κοντά της μάλιστα κι ένα ψαλίδι.
   Α μα δα! Ως πότε πια θα τη φυλάει, ως πότε; συλλογίστηκε παίρνοντας με κουράγιο την απόφαση. Κάθισε κι ακούμπησε το δέμα στα γόνατά της. Έκανε να λύσει τους κόμπους του μαντηλιού και τότε παρατήρησε πως τα χέρια της τρέμανε. Και δεν τρέμανε ούτε από κρύο, ούτε από γεράματα.
   Το δεματάκι αυτό είχε ν' ανοιχτεί απ' τον καιρό που κλείστηκε... Τότε... τότε...
   Τ' άφησε απείραχτο απάνω στα λιανισμένα γόνατά της και στύλωσε τα μάτια στη φούντα του κυπαρισσιού.
   Από τότε...
   Ήτανε τον καιρό που φορούσε ένα φουστάνι θαλασσί με βούλες άσπρες κι είχε ριγμένη την ξανθιά πλεξίδα στην πλάτη. Έτσι την είδε εκείνος στα βαφτίσια του παιδιού της Αντιγόνης. Ναι, έτσι ήτανε ντυμένη όταν πρωτογνώρισε τον...
   Η γριούλα που συνήθιζε να μουρμουρίζει ό,τι συλλογιζόταν, δε θέλησε να προφέρει τ' όνομά του. Της έκανε τόσο κακό. Της έφερνε πάντα ένα πόνο πραγματικό μέσα της.
   Τι αγάπη που τους είχε δέσει τότε. Με τι καρδιοχτύπια παραφύλαγε το διάβα του στο δρόμο της, μισοκρυμμένη πίσω από το πράσινο παντζούρι.
    Πόσες νύχτες που είχε περάσει άυπνη μουσκεύοντας το μαξιλάρι της από τα δάκρυα. Πόσο θερμά παρακαλούσε το Θεό για την ευτυχία της. Μια φορά μάλιστα πήγε κρυφά στην εκκλησιά ένα τάξιμο. Μια μεγάλη λαμπάδα, μια λαμπάδα της δραχμής, κρυμμένη μέσα στο γαλάζιο ομπρελίνο της.
   Τότε είχε διώξει και δυο γαμπρούς που επίμονα τη γυρεύανε. Κι όλα αυτά για χατήρι του. Αν όμως τη ζητούσε ο αγαπημένος της, αυτή αμέσως τότε θα 'λεγε το ναι· μα εκείνος δυσκολευόταν γιατί οι δικοί του ονειρεύονταν για το γιο τους νύφη με προίκα γερή, κι αυτή δεν είχε παρά την ομορφάδα της. Πολύ την είχανε πικράνει τότε τα λόγια τους που καλοθελητάδες τής απόσωναν.
   Ωστόσο εκείνος, μ' όλες τις δυσκολίες που του πρόβαιναν, κατάφερε και μπήκε στο σπίτι της αρραβωνιαστικός. Μπορεί να ξεχάσει ποτέ αυτή τη μέρα; Την ώρα που πρωτανέβαινε τη σκάλα τους, η ψυχή της σαν τη δροσοσταλίδα στην άκρη του κλαδιού τρεμούλιαζε, έτοιμη να πέσει και να σκορπιστεί. Ψέματα όλα τής φαίνονταν. Ονειρευόταν ξυπνητή. Έστεκε αμίλητη και τίποτε δεν άκουε γύρω της, μοναχά δυο αγαπημένα μάτια έβλεπε που την κοίταζαν με λαχτάρα. Κι όταν ο αρραβωνιαστικός πήρε στο χέρι του το χεράκι της και το φίλησε, της Ελένης η καρδιά φούντωσε μονομιάς κι ένα παράπονο την έπνιξε στα κλάματα.
   Τι γλύκα μα και τι πίκρα παράξενη, ύστερα από τόση τυραννία που είχε η αγάπη της!
   Μέρες χρυσές κατόπι περάσανε μαζί. Δυο φορές τη βδομάδα -συχνότερα δεν τους άφηναν- ερχόταν αυτός στο σπίτι και την εύρισκε σκυμμένη απάνω σ' ένα εργόχειρο. Ήτανε μια εφημεριδοθήκη σε μαύρη τσόχα που την κεντούσε να του τη χαρίσει.
   Σε κάθε βελονιά άλλαζαν και μια ματιά· κι όταν η μητέρα, η θεια ή ο αδερφός έκαναν πως βγαίνουν λίγο παρά όξω από την κάμαρη, εκείνος έσκυφτε βιαστικά και τη φιλούσε πάνω στα ζεστά και τρυφερά ματόφυλλα: Ψυχή μου! Κυρά μου!
   Και το εργόχειρο προχωρούσε. Είχε κάτι παράξενα λουλούδια που τα φυλλαράκια τους ήτανε φτιασμένα από τσόχα,  κι αυτή χρωματιστή, και γύρω γύρω μπιμπιλωμένα με φεστόνι. Στη μέση, για σπόρους, είχανε πούλιες χρυσές.
   Κοντοζύγωνε το χειροτέχνημα να τελειώσει κι αυτό κοντά σε τόσα πράματα που ράβονταν στο σπίτι, κι ο γάμος σύντομα θα γινόταν. Όμως μια μέρα ο αρραβωνιαστικός τής μήνυσε να μην τον καρτερεί γιατί ήταν άρρωστος.
   Με τα πεθερικά της δεν τα 'χανε καλά για να πάνε ή να στείλει να ρωτήσουνε. Έμαθε ωστόσο πως στο σπίτι του γίνηκε μια μεγάλη σύγχυση εξαιτίας της. Η αρρώστια του ήτανε ψέμα. Μοναχά μια ζαλάδα του 'ρθε δυνατή απάνω στον καυγά, γιατί όλοι τού ρίχτηκαν οι δικοί του, γιατί οι γονιοί του δεν τον άφηναν να στεφανωθεί, γιατί αν έκανε το γάμο του, θα τον αποκλήρωναν.
   Οι μέρες περνούσανε κι εκείνος δε φαινόταν. Τότε και στο δικό της σπίτι πλάκωσε η συφορά. Η μητέρα της αμίλητη, φαρμακωμένη. Ο πατέρας τα μάτια κάτω. Τ' αδέρφια ανόρεχτα.
   Αυτή, με μια πλάκα στα στήθια, βάλθηκε να πεθάνει. Να πεθάνει, μα έζησε. Μια μέρα είδε το εργόχειρο κάπου σε μιαν άκρη να σέρνεται. Ντράπηκε που παρουσιαζόταν ακόμα στη μέση αυτό το χειροτέχνημα που για εκείνον έφτιανε με τόσα όνειρα, εκείνον τον απαρνητή.
   Δίπλωσε την τσόχινη εφημεριδοθήκη μέσα σε τσιγαρόχαρτο για να μη μαυρίσουν οι πούλιες οι χρυσές, κι ύστερα την τύλιξε σε μεταξωτό μαντήλι.
   Σε μιαν άκρη της θλιμμένης καρδιάς της φύλαξε ωστόσο και μια ελπίδα κρυφή: Μπορεί και να ξανάρθει, μπορεί...
   Όμως δεν ξαναγύρισε, κι αυτή λογάριασε τον εαυτό της για χήρα πια κι ας μην είχε ποτέ παντρευτεί...
   Το κυπαρίσσι κουνούσε ακόμα την κορφή του χορεύοντας, μα τα μάτια της γριούλας που κοίταζαν κατά κει, τίποτε δε βλέπανε, τόσο θαμπά και νοτισμένα ήτανε τώρα. Τρεμουλιαστά τα χέρια της ξεδίπλωσαν το δέμα, ξετύλιξαν τη μαύρη τσόχα. Απάνω της τα χρωματιστά λουλούδια παρουσιάστηκαν φρέσκα και φανταχτερά καθώς τότε. Τίποτε δεν πάθανε, τίποτε. Ήτανε μάλιστα ποτισμένα και με μια μυρουδιά πολυκαιρινή λεβάντας...
   Το κρύο δε χωράτευε σήμερα· τα πόδια της γριούλας γυρεύανε ζεσταμούς και το ψαλίδι περίμενε τη δουλειά του.  Μα εκείνη το παραμέρισε μ' αποστροφή. Ένα αίσθημα ντροπής ήτανε τώρα καθισμένο στη μεταξωτή ψυχή της για την ιερόσυλη σκέψη που της ήρθε.
   Κοίταξε καλά καλά τα λουλούδια, πέρασε χαϊδευτικά το ζαρωμένο χέρι απάνω τους, και δίπλωσε ξανά με προσοχή το δέμα. Το πήρε και τράβηξε κατά τον κομό πιο χλωμή και πιο καμπουριασμένη.
   Τα γεροντικά της πόδια ήτανε κοκαλωμένα και η ψυχή της παγωμένη, σαν ένας κήπος θαμμένος στα χιόνια ήτανε.
 
Δίπλα - Μαλάμου Κλεαρέτη 
Περιοδικό «Νέα Εστία», τεύχος 14 -15
Οκτώβριος 1927
Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Σάββατο 27 Αυγούστου 2022

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΆΝΝΑΣ

   
   Καθισμένος σε μια πολυθρόνα, κοίταξε με κάποια έκπληξη όλη αυτή τη νεολαία που χαιρόταν, τις μεσημεριανές αυτές ώρες, τη θάλασσα. Άκουε τις φωνές τους, τα γέλια τους, παρακολουθούσε τα παιχνίδια τους, έβλεπε τα γυμνά τους ηλιοκαμένα κορμιά, έβλεπε προ πάντων τη Λίζα. «Πόσο τολμηρά είναι τα σημερινά κορίτσια», σκέφτηκε για μια στιγμή. Ξανακοίταξε την κόρη του σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά. Φορούσε, όπως αρμόζει στις μοντέρνες κοπέλες, ένα μπικίνι, αφήνοντας το γυμνό κορμί της ελεύθερο στα χάδια του ήλιου. Οι ωραίοι ώμοι, τα τεντωμένα μπράτσα, το προκλητικό στήθος, οι εξαίσιες γάμπες, κι εκείνο το νόστιμο πρόσωπο με τα βαμμένα χείλη, κι έπειτα τα χρυσαφένια μαλλιά με την αλογοουρά, έκαναν τη Λίζα να ξεχωρίζει σα μια μικρή θεά. Τα βλέμματα των νέων έπεφταν πάνω της σα δέσμες φωτός, λες κι ανίχνευαν σ' όλες τις λεπτομέρειες το σώμα αυτό που προσφερόταν στη βουβή λατρεία τους. Ο Παύλος θέλησε να τη φωνάξει, να της πει να ρίξει κάτι πάνω της, να πάψει να τρέχει σαν τρελή και να κυνηγιέται με τ' αγόρια. Μα δεν είχε το κουράγιο να κάνει μήτε μια κίνηση. Η βασανισμένη σκέψη του πέταξε στην Άννα και την είδε μπροστά του σ' όλη την αγέρωχη ομορφιά της, που κάποτε τον νεύριαζε τόσο πολύ, ώστε να χάνει την αυτοκυριαρχία του.
   Μήπως η Λίζα δεν έμοιαζε της μητέρας της; Μήπως η Άννα δεν είχε αφήσει την κόρη τους ελεύθερη, μόλις πάτησε τα δεκαοχτώ της χρόνια; Μήπως δε δικαιολογούσε όλες τις νεανικές τρέλες; Η Άννα δεν τις δικαιολογούσε μόνο, έκανε κι αυτή τα ίδια.
   Ήξερε πως ήταν μια ωραία γυναίκα, ζωηρή, χαρούμενη, με αρμονικό σώμα, ψηλή, και πως τα σαράντα χρόνια της γοήτευαν τους άντρες. Τους άφηνε να τη θαυμάζουν, να της λένε ερωτόλογα, να τη σφίγγουν πάνω τους στο χορό και να λιώνουν γι' αυτή. Όταν άναβε για καλά τους πόθους τους, τους παρατούσε σύξυλους μ' εκείνο το κρυστάλλινο γέλιο της που έμοιαζε σα μαχαιριά και τους έκανε να λυσσούν απ' το κακό τους. Κυνική, εγωίστρια, αλλόκοτη, η Άννα χαιρόταν τη ζωή και την απολάμβανε με το δικό της τρόπο. Ωστόσο, κάποιο υπόλειμμα αξιοπρέπειας την ανάγκαζε να σταματάει έγκαιρα στο χείλος του βαράθρου. Έτσι είχε μείνει πιστή στον Παύλο, μ' όλο που τα πενήντα πέντε χρόνια του και τα γκριζόμαυρα μαλλιά του την έκαναν να αναρωτιέται συχνά πώς είχε αποφασίσει, πριν από είκοσι χρόνια, να τον παντρευτεί. Η διαφορά αυτή της ηλικίας την έκανε ν' αγανακτεί κι όσο ο καιρός περνούσε τόσο η Άννα γινόταν πιο παράξενη, πιο εκκεντρική, λες κι ήθελε να δείξει στον Παύλο πως τον ανεχόταν εξαιτίας της κόρης τους της Λίζας. Ο Παύλος την αγαπούσε μ' όλες τις παραξενιές της, αλλά, στο βάθος, υπόφερε γιατί θα την ήθελε πιο λογική, πιο αυστηρή, πιο αδιάλλακτη. Έβρισκε πως μια παντρεμένη γυναίκα δεν έπρεπε να συμπεριφέρεται σαν ένα άμυαλο κορίτσι. Η Άννα όμως έτσι ήταν πλασμένη και δε μπορούσε ν' αλλάξει. Συχνά τσακώνονταν μαζί και η Άννα τότε τού πετούσε κατάμουτρα την ηλικία του και τις σκουριασμένες ιδέες του.
   Η ασυνεννοησία αυτή βασάνιζε τον Παύλο κι έτρεμε με την ιδέα πως μπορούσε να μην έχει, μια μέρα, πλάι του την Άννα. Κι όμως αυτό που τόσο φοβόταν είχε γίνει.
   «Ας χωρίσουμε», του είπε ένα βράδυ που ο Παύλος την κατηγορούσε για την ανάρμοστη διαγωγή της. «Δεν καταφέραμε να συνεννοηθούμε ποτέ κι ας είμαστε τόσα χρόνια παντρεμένοι».
   «Δεν είμαστε πλασμένοι ο ένας για τον άλλο», της απάντησε ο άντρας της.
   Περιορίστηκε μόνο σ' αυτά τα ψυχρά λόγια, επειδή ήταν πάρα πολύ περήφανος για να της ομολογήσει πόσο σπάραζε η καρδιά του απ' το χωρισμό αυτό.
   «Τη Λίζα», πρόσθεσε μόνο, «θα την κρατήσω κοντά μου. Θα τη βλέπεις όποτε θελήσεις, θα σου τη στέλνω τακτικά, φτάνει να μου το ζητάς και να ξέρω πού βρίσκεσαι».
   Η Άννα δεν είπε τίποτα, μόνο δάγκωσε τα χείλη της. Έφυγε αγέρωχη, χωρίς καν να γυρίσει να τον κοιτάξει σαν να μην ήταν αυτός ο άντρας της, σα να μην είχε πλαγιάσει τόσα χρόνια στο πλευρό του. Όταν η σιλουέτα της έσβησε, ο Παύλος αναλύθηκε σε δάκρυα. Δεν είχε πάψει να την αγαπάει.
   Στην αρχή, ο Παύλος φαντάστηκε πως ο χωρισμός δε θα βαστούσε πάνω από μερικούς μήνες, πως ήταν κι αυτό ένα από τα πολλά καπρίτσια της. Ο καιρός όμως περνούσε κι όχι μόνο η Άννα δεν είχε γυρίσει, αλλ' ούτε καν του είχε γράψει. Έγραφε μόνο στην κόρη της. Η Λίζα διάβαζε τα γράμματα κι έπειτα τα παρατούσε στην τουαλέτα της. Ο χωρισμός αυτός δεν είχε αλλάξει τη ζωή της. Δεν την είχε αποσπάσει απ' τις συντροφιές της, απ' τα γλέντια της. «Είναι το ίδιο κυνική σαν τη μητέρα της», σκεφτόταν στην απελπισία του ο Παύλος. Ωστόσο, η εικόνα της Άννας δεν έφευγε από κοντά του και διάβαζε κρυφά τα γράμματα που 'στελνε στην κόρη της. Ένιωθε όμως πως η μεγάλη αγάπη του για τη γυναίκα του όλο και λιγόστευε. Είχαν αποφασίσει να μην πάρουν διαζύγιο για ν' αποφύγουν το σκάνδαλο. Ο Παύλος απαιτούσε να κρατήσει τ' όνομά του ψηλά. Έπειτα συλλογιζόταν τη Λίζα. Δεν ήθελε το παιδί του να πληγωθεί πιο πολύ. Όσο για τους γνωστούς του, είχε πει πως η Άννα είχε ανάγκη από κάποια κούρα για τα νεύρα της και θα 'λειπε αρκετό καιρό.
   Όλ' αυτά είχαν περάσει απ' το κουρασμένο μυαλό του, εκείνο το μεσημέρι, καθώς έβλεπε την κόρη του, σ' όλη τη νεανική ομορφιά της, να χαίρεται τον ήλιο και τη θάλασσα. Την κοίταξε με το κουρασμένο βλέμμα του και, καθώς ήταν σκυμμένη δίπλα σ' ένα νέο που την έτρωγε με τα μάτια, τού φάνηκε σαν την ίδια την Άννα που, όσο κι αν πάσκιζε, δεν έφευγε απ' τη σκέψη του. Δε μπόρεσε να κρατηθεί και τη φώναξε κοντά του.
   «Λίζα».
   Η κοπέλα έτρεξε αμέσως ξαναμμένη απ' τα παιχνίδια, χαμογελώντας ευτυχισμένη. Αλλά το χαμόγελό της έσβησε με μιας σαν είδε το κατάχλωμο πρόσωπο του πατέρα της και τα χείλη του που έτρεμαν.
   «Μπαμπά, τι έχεις; Είσαι άρρωστος;» τον ρώτησε με ειλικρινή ανησυχία.
   «Ντύσου γρήγορα και πάμε».
   Μπρος στη θλιμμένη έκφραση του συσπασμένου προσώπου του, η Λίζα έτρεξε να ντυθεί.
   Έφυγαν σιωπηλοί, σα να τους χώριζε μια άβυσσος. Σαν έφτασαν σπίτι, η Λίζα τον ρώτησε:
   «Πες μου τι έχεις, πατέρα;»
   «Τολμάς να με ρωτάς;» της απάντησε έξω φρενών. «Όλη την ημέρα τρέχεις, κυνηγιέσαι σαν τρελή με τους άντρες, χοροπηδάς, ξεφωνίζεις, χορεύεις, γυμνώνεσαι. Είσαι μια ξεδιάντροπη. Τι με κοιτάζεις έτσι; Μήπως δε σ' αρέσουν αυτά που σου λέω; Και μένα δε μ' αρέσουν τα όσα κάνεις».
   Η Λίζα τα είχε χάσει μπρος στο απροσδόκητο αυτό ξέσπασμα. Θα προτιμούσε να την είχε χαστουκίσει παρά να της μιλήσει μ' αυτόν τον τρόπο. Δάγκωσε δυνατά τα χείλη της για να μην κλάψει.
   «Είσαι ακόμα πολύ νέα για να με καταλάβεις», της είπε τώρα πιο ήρεμα. «Δε θέλω να τρέχουν πίσω σου οι άντρες. Δε θέλω να σε κοιτάζουν γυμνή. Κατάντησες σκάνδαλο σ' όλη την πλαζ. Είσαι μια ανόητη. Όλοι γελούν μαζί σου και μαζί μου».
   «Πάψε, πατέρα», φώναξε η Λίζα σα να πνιγόταν. «Πάψε πια! Ναι, είμαι το σκάνδαλο. Θα φύγω. Αύριο κιόλας».
   Είχε επαναστατήσει. Έτρεμε ολόκληρη κι ο Παύλος νόμισε πως είχε μπροστά του την άλλη, τη γυναίκα του, που το κυνικό ύφος της τόσο πολύ τον ερέθιζε. Η Λίζα έφυγε απ' το δωμάτιο, κλείνοντας με ορμή την πόρτα. Απόμεινε ολομόναχος. Τώρα η οργή είχε σβήσει. Ένιωθε μέσα του ένα κενό, ήταν μια πηγή που στερεύει. Οι τύψεις τον τύλιγαν. Έπρεπε να της είχε μιλήσει γλυκά, τρυφερά, να μην προσβάλει την παιδική της αθωότητα, να μην πληγώσει με τα σιχαμένα του λόγια την αγνότητά της. Σίγουρα έφταιγε, όπως έφταιγε και με τη γυναίκα του όταν της μιλούσε απότομα, πετώντας της κατάμουτρα τη ζωτικότητα των σαράντα της χρόνων. Ήταν ένας ηλίθιος, δε μπορούσε να συγχρονιστεί, να καταλάβει πως ένας νέος κόσμος είχε γεννηθεί, που είχε αντικαταστήσει τον παλιό, αυτόν όπου ο ίδιος εξακολουθούσε να ζει και να τον προσκυνάει σαν εικόνισμα. Αύριο, η Λίζα, το παιδί του, θα 'φευγε, θα πήγαινε να βρει τη μητέρα της, κι αυτός θα 'μενε, εκεί, έρημος, χαμένος, σαν ψάρι που είχε χάσει τα νερά του. Του ήρθε κάποια στιγμή να τη φωνάξει, να της γυρέψει συγγνώμη για τα σκληρά λόγια του, να τη σφίξει στην αγκαλιά του, να της πει, με δάκρυα στα μάτια, πως τώρα πια δεν είχε άλλον κανένα στον κόσμο έξω απ' αυτή. Ήξερε όμως πόσο περήφανη ήταν η Λίζα και πόσο μάταιος ο πόνος του.
   Βγήκε στη βεράντα του σπιτιού για ν' αναπνεύσει. Κάθισε εκεί, ορθός, μεσ' στον ήλιο, αδιαφορώντας για την αφόρητη καλοκαιρινή ζέστη. Ο λαιμός του ήταν στεγνός, η καρδιά του χτυπούσε άρρυθμα, τα χέρια του έτρεμαν. Ένιωσε τα μάγουλά του να βρέχονται. Δεν ήταν όμως δάκρυα. Ήταν ιδρώτας, χοντρές στάλες από ιδρώτα, γιατί ο ήλιος έκαιγε πολύ.
 
   Το άλλο πρωί, η Λίζα έφυγε για τη Χαλκίδα. Από ένα σημείωμά της, που το βρήκε στην τουαλέτα της, έμαθε πως δεν πήγαινε στη μητέρα της, αλλά σε μια θεία της. «Πηγαίνω για λίγες μέρες στη θεία Μαρία. Έπειτα θα ξαναγυρίσω κοντά σου. Η μαμά το ξέρει, της το 'χω γράψει». Λοιπόν, η κόρη του είχε φύγει χωρίς ν' ανταλλάξουν μια λέξη, πήγαινε μακριά απ' αυτόν σαν κλέφτης. Μήπως δεν είχε κλέψει, φεύγοντας, τη χαρά του, την ευτυχία του; Η Λίζα ήταν ο μόνος σκοπός της ζωής του. Και η Λίζα είχε φύγει. Έγραφε πως θα ξαναγύριζε. Ποιος ξέρει. Καταλάβαινε τώρα πως ο δικός του χαρακτήρας ήταν αλλόκοτος. Κάθε τι που αγαπούσε, αντί να το κρατάει κοντά του, το 'διωχνε. Η οργή του, τα πικρά λόγια του είχαν διώξει τη Λίζα, είχαν διώξει την Άννα. Η μορφή της γυναίκας του παρουσιάστηκε έντονα μπροστά του. Ένιωθε πως την αγαπούσε ακόμα κι ας ήθελε να πιστεύει το αντίθετο. Νόμιζε την καρδιά του αδιάφορη κι όμως οι χτύποι της τον διέψευδαν. Τώρα η οδύνη του θα ήταν διπλή. Τα πλάσματα που ομόρφαιναν τη ζωή του, που τη φώτιζαν με τη λάμψη τους, είχαν πετάξει μακριά. Ένιωσε το λαιμό του να σφίγγεται από ένα κόμπο. Έξαφνα, μια σκέψη πέρασε απ' το μυαλό του. Αφού η Λίζα είχε γράψει στη μητέρα της πως πήγαινε να περάσει λίγες μέρες στο σπίτι της θείας της Μαρίας, σίγουρα η Άννα θα είχε κιόλας πάει εκεί. Νόμιζε πως άκουε την Άννα να λέει στην κόρη της: «Μα ναι, Λίζα μου, είναι πάντα ο ίδιος. Δεν αλλάζει. Αλλά δε φταίει, δε μπορεί να καταλάβει. Τον ανέχτηκα τόσα χρόνια, θυσιάστηκα γι' αυτόν, αλλά δε θέλω να θυσιαστείς κι εσύ κοντά του. Δε θέλω να ξαναγυρίσεις στο σπίτι του, θα μείνεις μαζί μου, για πάντα».
   Πέρασε μια μέρα γκρίζα, θλιμμένη, κι ας έλαμπε ο ήλιος. Απόμεινε νηστικός, ατημέλητος, βλέποντας απ' το παράθυρο της κάμαράς του τη θάλασσα όπου αγόρια και κορίτσια έπαιζαν. Κοίταζε αδιάφορα. Όλα τού ήταν ξένα, αφού η Λίζα του έλειπε. Πέρασε ώρες ατέλειωτες, μονότονες, σε μια πολυθρόνα, σχεδόν ακίνητος, βουβός σαν άγαλμα. Ο ήλιος είχε αρχίσει να βασιλεύει όταν ο ταχυδρόμος έφερε ένα γράμμα. Ήταν για τη Λίζα απ' τη μητέρα της. Το άνοιξε μ' όλο που ένιωθε πως δεν έπρεπε να το παραβιάσει. Ήθελε όμως να μάθει. Αφού όμως σίγουρα η Άννα θα ήταν κι αυτή στη Χαλκίδα, μια και η Λίζα την είχε ειδοποιήσει, πώς της έγραφε; Μεσ' στην ταραχή του, άργησε να καταλάβει πως το γράμμα της Άννας ήταν σταλμένο από μέρες. Άναψε το φως και διάβασε:
   «Μου γράφεις πως σκέφτεσαι να φύγεις, επειδή ο πατέρας σου σε μαλώνει. Δεν πρέπει να κάνεις κάτι τέτοιο. Πρέπει να υπομείνεις τις παραξενιές του. Στο βάθος έχει δίκιο. Στο πρόσωπο το δικό σου βλέπει εμένα, υποφέρει, είμαι σίγουρη, για το χωρισμό μας. Αν του άνοιγες την αγκαλιά σου, αν του έλεγες δυο λόγια τρυφερά, θα τον έβλεπες να σε σφίγγει πάνω του και να κλαίει. Προσπάθησε να τον καταλάβεις, προσπάθησε να νιώσεις τον πόνο του, μη φύγεις ποτέ από κοντά του ό,τι κι αν συμβεί. Σκέψου πως η καρδιά του θα σπάσει και πως θα 'χεις τύψεις, όπως έχω κι εγώ, γιατί τον παράτησα πάνω σε μια στιγμή τρέλας.
   »Λίζα μου, δεν έχει άλλους από εμάς τις δυο. Σε ικετεύω, παιδί μου, να είσαι καλή μαζί του. Δείξε του αγάπη, τρυφερότητα, έχει τόση ανάγκη να τον αγαπούν. Δε θέλω να είσαι εσύ η αφορμή για να πονάει περισσότερο. Θέλω να είσαι η χαρά του, η ευτυχία του. Ξέρεις κάτι, Λίζα; Θα 'ρθω την Κυριακή με το τρένο να σε πάρω για λίγες μέρες μαζί μου. Μην του πεις τίποτε. Ίσως να μη θέλει να με δει ακόμα, μ' όλο που εγώ πολύ θα ήθελα να τον συναντήσω, γιατί πρέπει να ξέρεις πως, παρ' όλο τον επιπόλαιο χαρακτήρα μου, δεν έπαψα να τον αγαπώ, δεν έπαψε να είναι για μένα ο άντρας μου...»
   Απόμεινε, κρατώντας το γράμμα στα χέρια του σαν να μην πίστευε. Η Άννα τα έγραφε αυτά ή κάποια άλλη; Η Άννα μιλούσε για τύψεις, για πόνο, γι' αγάπη; Ήταν σαν ένας κόσμος να γκρεμιζόταν γύρω του και σαν ένας άλλος κόσμος να είχε γεννηθεί ξαφνικά. Ο Παύλος έβλεπε τώρα μπροστά του μιαν άλλη, άγνωστη Άννα, που ποτέ δεν την είχε υποπτευθεί. Μια Άννα καινούρια, που παρουσιαζόταν αναπάντεχα σαν να 'βγαινε μέσα από σύννεφα, γεμάτη οδύνη, το ίδιο έρημη και μόνη, όπως κι εκείνος. Έβλεπε κιόλας την Άννα να κατεβαίνει απ' το τρένο στο μικρό σταθμό, να γυρεύει με το βλέμμα τη Λίζα... Η Λίζα όμως ήταν αλλού. Άρα δεν ήξερε ακόμα πως η Λίζα είχε φύγει από κοντά του. Τότε, πήρε την απόφασή του: Θα πήγαινε αυτός στο σταθμό, θα συναντούσε την Άννα -μήπως δεν ήθελε κι αυτή;- θα της έλεγε πως η κόρη τους είχε πάει στη θεία της, τη Μαρία, και θα της πρότεινε, δειλά, πολύ δειλά, να μείνει μαζί του, έστω και για μια βραδιά. Η σκέψη αυτή τον ανακούφισε, τον γαλήνεψε.
   
   Πέρασαν τέσσερις ημέρες αγωνίας ώσπου να 'ρθει η Κυριακή. Σ' όλο αυτό το διάστημα ο Παύλος φανταζότανε τον εαυτό του να υποδέχεται την Άννα, μόλις θα κατέβαινε απ' το τρένο, να την πλησιάζει δειλά, να της λέει πως η Λίζα ήταν στης θείας Μαρίας, έπειτα να την παρακαλεί να μείνει μαζί του, στο σπίτι τους, έστω και μια νύχτα. Η Άννα θα τον κοίταζε λίγο ντροπιασμένη στην αρχή, με πιότερο θάρρος ύστερα, θα τον μάλωνε για τον τσακωμό του με τη Λίζα, έπειτα θα τον έπιανε απ' το μπράτσο και θα πήγαιναν σιγά σιγά στο σπίτι τους. Εκεί θα μιλούσαν πολλή ώρα, θα ξαναθυμόντουσαν τα περασμένα, και στο τέλος, συγκινημένοι κι οι δυο, θα 'πεφταν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Έπειτα, η Άννα θα 'γραφε στη Λίζα να γυρίσει γρήγορα κοντά στον πατέρα της, όπως είχε γυρίσει κι εκείνη. Και οι τρεις πια θα ξανάρχιζαν μια άλλη ζωή...
   Τη νύχτα του Σαββάτου ο Παύλος δε μπόρεσε να κλείσει μάτι. Κοιμόταν και ξυπνούσε. Ήταν πάρα πολύ ανήσυχος. Η ανησυχία του μεγάλωσε πιο πολύ σαν είδε, κάποια στιγμή που είχε αποκοιμηθεί, την Άννα να τον καλεί σε βοήθεια, καταματωμένη, και τη Λίζα να στέκεται, απειλητική πάνω του και να του φωνάζει σπαρακτικά πως αυτός ήταν η αιτία που το τρένο είχε εκτροχιαστεί. Σαν ξύπνησε απ' το εφιαλτικό όνειρο, σαν είδε πως βρισκόταν στο κρεβάτι του, ανακουφίστηκε. Μόνο που ήταν ιδρωμένος απ' την αγωνία, αλλά συνήλθε γρήγορα. Από κείνη όμως τη στιγμή απόμεινε άγρυπνος, περιμένοντας το χάραμα.
   Σαν ξημέρωσε, έψησε έναν καφέ και κάπνισε δυο τσιγάρα. Ένιωθε τον εαυτό του πολύ εκνευρισμένο. Κάθε τόσο κοίταζε το ρολόι που δε βιαζόταν καθόλου να προχωρήσει. Οι αιώνες θα του φαίνονταν πιο σύντομοι. Βγήκε μια στιγμή κι αγόρασε μια εφημερίδα για να συμβουλευτεί το ωράριο των σιδηροδρόμων. Είδε πως δυο τρένα μονάχα περνούσαν απ' το μικρό σταθμό, το ένα στις εφτά το απόγευμα και το άλλο στις εννιά το βράδυ. Το πρώτο δε σταματούσε. Ήταν εξπρές. Είδε το ρολόι του: η ώρα μόλις ήταν τρεις. Η μισή μέρα είχε περάσει σε τόση αγωνία, που δεν την κατάλαβε. Ούτε κατάλαβε πως είχε μείνει νηστικός. Άνοιξε το ψυγείο, πήρε λίγο τυρί, ψωμί και φρούτα κι έφαγε για μεσημέρι. Οι μπουκιές κατέβαιναν μηχανικά. Η σκέψη του ήταν καρφωμένη, αμετακίνητη, στις εννιά.
   Έφτασε στο σταθμό μια ώρα πριν. Ο δροσερός βραδινός αέρας του 'κανε καλό. Ο Παύλος πρόσεξε πως δεν ήταν εκεί ψυχή. Το εξπρές είχε περάσει. Μόνο μισή ώρα πριν απ' τις εννιά ήρθαν μερικοί ταξιδιώτες με τις βαλίτσες τους. Και πέντε - έξι άλλοι που περίμεναν δικούς τους.
   Η σκέψη του τόσο απορροφημένη πώς θα πλησίαζε την Άννα και πώς θα της μιλούσε που δεν κατάλαβε πότε το τρένο μπήκε στο σταθμό. Την είδε να κατεβαίνει και να κατευθύνεται στην αίθουσα αναμονής. Φορούσε ένα μπλε ταγιέρ και του φάνηκε πιο αδύνατη, πιο ψηλή, αλλά πάντα όμορφη. Είχε μια χλωμή ομορφιά κι ένα ύφος σοβαρό που του έκανε εντύπωση. Νόμισε πως δεν ήταν η Άννα, αλλά μια άλλη, τόσο η έκφρασή της είχε αλλάξει. Θέλησε να τρέξει κοντά της, μα τα πόδια του λες κι ήταν καρφωμένα. Θέλησε να τη φωνάξει, αλλά τ' όνομά της πνίγηκε στο λαιμό του. Ωστόσο, με μεγάλη προσπάθεια, ο Παύλος προχώρησε ως την αίθουσα της αναμονής, μα δε μπήκε μέσα. Είδε την Άννα να κάθεται σ' έναν πάγκο, περιμένοντας καρτερικά τη Λίζα που δε φαινόταν. Δεν έδειχνε καμιά ανησυχία, μόνο μια θλίψη είχε χυθεί στο πρόσωπό της που είχε τώρα μια ασυνήθιστη γλύκα.
   Το τρένο δεν έμενε περισσότερο από εφτά λεπτά. Η Άννα έριξε μια ματιά στο ρολόι του σταθμού και βγήκε γρήγορα απ' την αίθουσα της αναμονής. Φαινόταν πιο ωχρή, πιο κουρασμένη. Ανέβηκε και πήγε στο διαμέρισμά της, στη θέση της. Κάθισε εκεί δίχως να κοιτάζει πουθενά. Έμοιαζε να βλέπει μπροστά της, να βλέπει ένα άγνωστο σημείο, ακατανόητο. Η μάζα του τρένου ξεκίνησε αργά, έπειτα πιο γρήγορα, και ο κρότος απ' τις ρόδες πάνω στις γραμμές έμοιαζε με σφυρί που χτυπούσε τα μηλίγγια του Παύλου. Στεκόταν, εκεί, ακίνητος, ενώ το τρένο είχε αρχίσει να χάνεται, μαύρη σκιά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Κι απόμεινε ακόμα εκεί, στην ίδια θέση, κι όταν τα φώτα του σταθμού έσβησαν και δεν έφεγγε πια παρά ένα λαμπιόνι, σαν τραγικό φάντασμα,  καρφωμένο, ασάλευτο, απ' τα νύχια της Μοίρας.
 
Πράτσικας Γιώργος
Περιοδικό «Νέα Πορεία»,
τεύχος 32 - 33, Οκτώβριος - Νοέμβριος 1957

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

ΤΙ ΚΑΝΕΙ Ο ΦΟΒΟΣ

   Ο τοπογράφος Γκλεβ Γαβρίλοβιτς Σουριμνέφ έφτασε στο σταθμό του Γκελούκι.
   Τριάντα με σαράντα βέρστια (1) περίπου τον χώριζαν από το κτήμα, στο οποίο είχε προσκληθεί για να μετρήσει την έκταση.
   «Για πες μου, σε παρακαλώ, πού θα μπορέσω να βρω εδώ άλογα;» ρώτησε ο τοπογράφος τον φύλακα του σταθμού.
   «Άλογα; Εδώ καλά - καλά δε μπορεί να βρει κανείς ένα σκύλο της προκοπής σε ακτίνα εκατό βερστίων κι εσύ γυρεύεις άλογα; Πού θα πας;»
   «Στο Λιέβηνο, το κτήμα του στρατηγού Κοκοτώφ».
   «Λοιπόν», είπε ο φύλακας μ' ένα χασμουρητό, «για κοίταξε πίσω από το κτίριο του σταθμού. Εκεί μαζεύονται συχνά, στην αυλή, χωρικοί που μεταφέρουν τους ταξιδιώτες στα κοντινά μέρη». Ο τοπογράφος αναστέναξε και πήγε πίσω από το σταθμό όπως του 'πε ο φύλακας. Εκεί, ύστερα από αρκετό ψάξιμο, συζητήσεις και δισταγμούς βρήκε τελικά έναν μουζίκο (2), με κορμοστασιά Ηρακλή και πρόσωπο βλογιοκομμένο, αλλά με ρούχα κουρελιασμένα και παπούτσια σε άθλια κατάσταση.
   «Τι περίεργο που είναι το αμάξι σου», είπε ο τοπογράφος καθώς ανέβαινε στην άμαξα. «Είναι αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς ποιο είναι το μπροστινό και ποιο το πίσω μέρος».
   «Και όμως δεν είναι καθόλου δύσκολο... Εκεί που είναι η ουρά του αλόγου είναι το μπροστινό μέρος κι εκεί που στέκεσαι εσύ είναι το πίσω μέρος!»
   Το άλογο ήταν νεαρό αλλά πολύ αδύνατο με πόδια στραβά και τ' αυτιά κατεβασμένα.
   Όταν ο αμαξάς ανασηκώθηκε και το χτύπησε με το καμουτσίκι του για να ξεκινήσει, το άλογο κούνησε μόνο το κεφάλι του χωρίς να προχωρήσει ούτε ένα βήμα.
   Όταν το χτύπησε για δεύτερη φορά, συνοδεύοντας το χτύπημα με μια βλαστήμια, το αμάξι άρχισε να τρίζει. Στο τρίτο χτύπημα το αμάξι κουνήθηκε. Στο τέταρτο ξεκίνησε.
   «Δε μου λες, έτσι θα πηγαίνουμε σ' όλο το δρόμο;» ρώτησε ο τοπογράφος τον χωρικό, μετά το ισχυρό τράνταγμα, θαυμάζοντας την ικανότητα των Ρώσων αμαξάδων στο να κατορθώνουν να συνδυάζουν την ταχύτητα της χελώνας με τραντάγματα που μπορούν να σου βγάλουν τ' άντερα.
   «Θα φτάσουμε!» είπε ο αμαξάς με ύφος καθησυχαστικό. «Η φοράδα μου είναι νέα και ζωηρή. Πρέπει μονάχα να πάρει φόρα. Ύστερα δε θα μπορώ να τη συγκρατήσω. Εμπρός, λοιπόν, καταραμένο ζωντανό!»
   Όταν η άμαξα άφησε πίσω της το σταθμό, είχε πια σουρουπώσει. Στα δεξιά τους, όπως πήγαιναν, απλωνόταν η ατέλειωτη χιονισμένη πεδιάδα. Ήταν τόσο αχανής, που, αν ήθελε κανείς να τη διασχίσει, κάποτε θα 'φτανε βέβαια και στην κατοικία ... του διαβόλου!
   Στ' αριστερά τους, μέσα στο σκοτάδι που 'χε αρχίσει να πυκνώνει, διακρίνονταν οι σκιές κάποιων αντικειμένων, πιθανόν τα σπίτια κάποιου χωριού. Ο τοπογράφος, όμως, δε μπορούσε να δει τίποτα απ' ό,τι ήταν μπροστά του, γιατί του έκρυβε τη θέα η τεράστια και πλατιά ράχη του αμαξά. Αν και δε φυσούσε δυνατός άνεμος, έκανε παγωνιά.
   «... Τι εγκατάλειψη κι ερημιά!» σκέφτηκε ο τοπογράφος προς στιγμήν, ανασηκώνοντας το γιακά του πανωφοριού του για να σκεπάσει τ' αυτιά του. «Ούτε ένα σπίτι τριγύρω, ούτε ψυχή ζώσα! Αν τυχόν μου 'καναν επίθεση και με λήστευαν, κανείς δε θα μάθαινε τίποτα. Ακόμη κι αν έριχνα κανονιές... Μα κι ο αμαξάς, δε μου εμπνέει και πολύ εμπιστοσύνη. Για κοίταξε πλάτη που έχει! Και μόνο να του 'ρθει να με σπρώξει με το 'να του δάχτυλο μοναχά, αλίμονό μου! Κι αυτός ο σβέρκος του, που θυμίζει άγριο θηρίο!» 
   «Ε, φίλε μου», τόλμησε κάποια στιγμή να ρωτήσει ο τοπογράφος, που ήταν τρομερά φοβιτσιάρης κι είχαν αρχίσει να τον ζώνουν τα φίδια, «πώς σε λένε, φίλε μου;»
   «Εμένα; Κλιμ». 
   «Για πες μου, Κλιμ, δεν είναι επικίνδυνα αυτά εδώ τα μέρη;»
   «Ποτέ! Ποιος θα μας ενοχλήσει; Μπα σε καλό σας!»
   «Καλά, αφού δεν έχει κανείς τίποτα να φοβηθεί, τόσο το καλύτερο. Εγώ, πάντως, κουβαλάω μαζί μου τρία ρεβόλβερ», είπε ψέμματα ο τοπογράφος. «Και τα ρεβόλβερ, ξέρεις, δε χωρατεύουν. Μπορείς μ' αυτά να ξαπλώσεις κάτω δέκα ληστές!...»
   Έπεφτε η νύχτα!
   Το αμάξι έστριψε ξαφνικά σ'  ένα δρομάκι στ' αριστερά.
   «... Πού με πάει;» σκέφτηκε ο τοπογράφος. «Ως τώρα πήγαινε ίσια μπροστά και ξαφνικά άλλαξε δρόμο, στρίβοντας αριστερά. Μήπως θέλει αυτός ο άθλιος να μ' οδηγήσει σε καμιά τρύπα... και... και...δεν είναι δα και η πρώτη φορά που συμβαίνουν τέτοιου είδους εγκλήματα!...»
   «Για λέγε μου», φώναξε ξανά απευθυνόμενος προς τον αμαξά, «είσαι απόλυτα βέβαιος ότι δεν είναι επικίνδυνος αυτός ο δρόμος; Κρίμα! Μ' αρέσει γενικά να πιάνομαι στα χέρια με ληστές. Μπορεί να φαίνομαι αδύναμος κι ασθενικός, αλλά έχω δύναμη βοδιού... Μια φορά έπιασα μόνος μου τρεις ληστές...  Τι νομίζεις ότι έγινε ύστερα; Χτύπησα τον ένα τόσο δυνατά στο κεφάλι, που ξεψύχησε αμέσως. Και τους άλλους δύο, χάρη σ' εμένα, τους έστειλαν στη Σιβηρία, σε ισόβια δεσμά. Πού τη βρίσκω αυτή τη δύναμη κι εγώ δεν ξέρω! Μπορώ ν' αρπάξω με το ένα μου χέρι έναν γίγαντα, να, σαν κι εσένα για παράδειγμα, και να τον ξαπλώσω μεμιάς χάμω...»
   Ο Κλιμ έριξε μια ματιά στον τοπογράφο, ανοιγόκλεισε τα μάτια του κι έδωσε μια καμτσικιά στ' άλογό του.
   «Έτσι που λες, φίλε μου»,  συνέχισε ο τοπογράφος, ενώ η καρδιά του πάγωνε από το φόβο. «Καλύτερα ο Θεός να σε φυλάξει παρά να τα βάλεις μαζί μου! Κι ο ληστής που θα τόλμαγε να με πειράξει, όχι μόνο θα 'μενε χωρίς χέρια και πόδια, αλλά θα 'πρεπε να δώσει λόγο και στη δικαιοσύνη... Γνωρίζω όλους τους τοπικούς διοικητές. Είμαι άνθρωπος που υπηρετεί την κυβέρνηση, άνθρωπος χρήσιμος, με επιρροή... Να, τώρα που ταξιδεύω οι αρχές το γνωρίζουν κι έχουν το νου τους και επιβλέπουν μη με πειράξει κανείς. Σε κάθε δρόμο, σ' όλο το μάκρος της διαδρομής μου, αγροφύλακες και μυστικοί αστυνομικοί έχουν διαταγή να βρίσκονται...» 
   Ο αμαξάς τ' άκουγε όλα αυτά και τα πίστευε, μένοντας μ' ανοιχτό το στόμα από θαυμασμό...
   «Στάσου, στάσου!» φώναξε ξαφνικά ο τοπογράφος μ' όλη τη δύναμη της φωνής του. «Πού με πας;»
   «Μα, δε βλέπεις; Είμαστε σ' ένα δάσος!»
   «...Μπα! Στ' αλήθεια είμαστε σε δάσος. Τζάμπα η τρομάρα που πήρα», σκέφθηκε ανακουφισμένος προς στιγμήν ο τοπογράφος. «Δεν πρέπει, ωστόσο, να φανερώσω το φόβο μου... Μου φαίνεται πως αυτός ο πονηρός ο αμαξάς έχει καταλάβει ότι φοβάμαι... Γιατί άραγε να με κοιτάζει έτσι συνέχεια; Κάτι κακό θα 'χει στο νου του σίγουρα... Στην αρχή το αμάξι του σερνότανε και τώρα το τρέχει σαν τρελός. Μωρέ, μην έχει βάλει στο μυαλό του να με σκοτώσει; Ας του κάνω τον άγριο...» 
   «Για λέγε μου, Κλιμ, γιατί  κάνεις τη φοράδα σου να τρέχει έτσι γρήγορα;»
   «Εγώ δεν την κάνω να τρέχει... Αυτή μονάχη της φεύγει μπροστά... Σαν αρχίσει να τρέχει, είναι αδύνατο να τη σταματήσει κανείς».
   «Ψέματα λες... ψέματα λες... Σε διατάζω να μην τρέχεις έτσι γρήγορα. Συγκράτησε το άλογό σου! Βάστα το, μ' ακούς;»
   «Για ποιο λόγο;»
   «Γιατί τέσσερις φίλοι μου έρχονται στο κατόπι μου... πρέπει να μας φτάσουν... μου υποσχέθηκαν να μ' ανταμώσουν σ' αυτό εδώ το δάσος...  Είναι καλύτερα να ταξιδεύουμε όλοι μαζί... Είναι και δυνατοί, θεριά κανονικά! Κι ο καθένας τους έχει κι από ένα πιστόλι. Μα δε μου λες, τι έχεις κι όλο με κοιτάς έτσι; Τι τρέχει;... Μου φαίνεσαι σαν να 'σαι ταραγμένος... σαν να κάθεσαι στα καρφιά... Δεν έχω δα και τίποτα πάνω μου, που να προκαλεί την προσοχή, εκτός από το... ρεβόλβερ. Μήπως θέλεις να σου το δείξω; Να! Το βγάζω αμέσως». 
   Ο τοπογράφος έκανε πως ψάχνει στις τσέπες του, που, φυσικά, δεν υπήρχε ούτε ρεβόλβερ ούτε κάτι άλλο...
   Και τότε συνέβη το αδιανόητο, αυτό που δε θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι θα συνέβαινε, όσο φοβιτσιάρης κι αν ήταν, ο κακομοίρης ο τοπογράφος.
   Ο Κλιμ πήδησε κάτω απ' την άμαξα σαν αστραπή και, τρέχοντας σχεδόν με τα τέσσερα, βιάστηκε να κρυφτεί μέσα στο δάσος φωνάζοντας:
   «Βοήθεια! Βοήθεια! Πάρε λεφτά, πάρε τ' άλογό μου και τ' αμάξι μου, αλλά μη με σκοτώσεις! Βοήθεια!»
   Ο τοπογράφος, ο οποίος δεν περίμενε ποτέ μια τέτοια εξέλιξη, πρώτα πρώτα προσπάθησε να σταματήσει το άλογο. Έπειτα κάθισε ήσυχα κι άρχισε να σκέφτεται την κατάσταση όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε.
   «Έφυγε... Φοβήθηκε το ζώον... Και τώρα, τι θα κάνω; Να φύγω μόνος μου είναι αδύνατον. Δεν ξέρω το δρόμο κι έπειτα θα νομίσουν όλοι πως έκλεψα το άλογο. Τι να κάνω;»
   «Κλιμ! Κλιμ!»
   «Κλιμ;» ήρθε ως απάντηση η ηχώ. Στη σκέψη πως θα περνούσε μια νύχτα παγωμένη μέσα στη σκοτεινιά του δάσους, ακούγοντας τα ουρλιαχτά των λύκων, ο τοπογράφος ανατρίχιασε.
   «Κλιμ!» φώναξε ξανά.  «Φίλε μου, καλέ! Κλιμάκι μου! Πουλί μου!»
   Φώναζε έτσι τουλάχιστον δύο ώρες.
   Ξαφνικά ακούστηκε ένας θόρυβος.
   «Κλιμ! Εσύ είσαι; Φίλε μου, Κλιμ! Έλα, έλα να φύγουμε. Έλα, Κλιμ, γιατί φοβάμαι ο δύστυχος!»
   «Θα με σκοτώσεις, δεν έρχομαι», ακούστηκε η φωνή του Κλιμ.
   «Χωράτευα, φίλε μου. Δεν έχω ρεβόλβερ, μα το Θεό! Έλεγα ψέματα από το φόβο μου. Έλα πάμε να φύγουμε, θα παγώσουμε εδώ πέρα...»
   Ο Κλιμ άρχισε να πείθεται πια πως δεν είχε να κάμει με κάποιον ληστή. Αν ο επιβάτης του ήταν ληστής, όπως είχε σκεφτεί αρχικά, θα 'χε φύγει κιόλας με τ' άλογό του και την άμαξα. Ξετρύπωσε, λοιπόν, μέσα από το δάσος και προχώρησε με βήμα διστακτικό προς τον ταξιδιώτη.
   «Χαζέ! Τι φοβάσαι; Εγώ χωράτευα κι εσύ τα πίστεψες αυτά που είπα; Έλα, ανέβα και πάμε να φύγουμε...» φώναξε ο τοπογράφος.  
   «Ο Θεός να σ' έχει καλά...» φώναξε ο Κλιμ, σκαρφαλώνοντας πάνω στ' αμάξι, «αλλά αν ήξερα από πριν πως θα μου συμβεί αυτό, δε θα σ' έπαιρνα μαζί μου ούτε για εκατό ρούβλια! Παρά λίγο να πεθάνω απ' την τρομάρα μου».
   Ο Κλιμ έδωσε μια καμτσικιά στ' άλογο για να ξεκινήσει. Ο τοπογράφος σκέπασε τ' αυτιά του με το γιακά του παλτού του και βυθίστηκε σε σκέψεις. Τόσο η διαδρομή όσο κι ο Κλιμ δεν του προκαλούσαν κανένα φόβο πλέον...
 
Τσέχωφ Άντον
Περιοδικό «Μπουκέτο» 
(γλωσσική επεξεργασία και επικαιροποίηση της αρχικής μετάφρασης του περιοδικού),
τεύχος 2, Μάιος 1924
 
Σημειώσεις:
(1) βέρστι: Ρωσική μονάδα μήκους, ισοδύναμη με 1,0668 χιλιόμετρα.
(2) μουζίκος: χωρικός. Οι μουζίκοι (από τον 17ο αιώνα ως και την Οκτωβριανή Επανάσταση) δεν είχαν δική τους ιδιοκτησία, αλλά εργάζονταν στα κτήματα των Ρώσων μεγαλογαιοκτημόνων εισπράττοντας ως αντάλλαγμα ένα μικρό αντίτιμο προερχόμενο από τα κέρδη της εκάστοτε σοδειάς.