Ο κύριος Ρουσό παντρεύτηκε είκοσι χρονών με μια ορφανή, την Αντέλ Λεμερσιέ, που ήταν δεκαοχτώ χρονών. Οι δυο τους, είχαν για μόνη τους περιουσία τη βραδιά που παντρεύτηκαν εβδομήντα φράγκα.
Τον πρώτο καιρό πουλούσαν χαρτί για επιστολές και βουλοκέρια κάτω από μια παλιά πόρτα από άμαξα. Ύστερα νοίκιασαν μια τρύπα, ένα μαγαζάκι μικροσκοπικό, που έμειναν μέσα σ' αυτό δέκα χρόνια, μεγαλώνοντας σιγά σιγά το εμπόριό τους. Τώρα πια έχουν αποκτήσει ένα δικό τους χαρτοπωλείο στην οδό Κλισύ, που αξίζει καμιά πενηνταριά χιλιάδες φράγκα.
Η Αντέλ είναι φιλάσθενη. Η ατμόσφαιρα κλεισούρας του μαγαζιού, η πολύωρη ακινησία στο ταμείο, δεν της κάνουν καλό. Ένας γιατρός που συμβουλεύτηκαν τής συνέστησε ξεκούραση και περιπάτους κάθε φορά που θα 'χε καλό καιρό. Ωστόσο αυτές είναι συνταγές που δε μπορεί κανείς να τις εκτελεί, όταν θέλει να μαζέψει λίγα λεφτουδάκια προκειμένου να τα ξεκοκαλίσει ήσυχα ήσυχα στα γεράματά του. Η Αντέλ υποσχέθηκε πως θα ξεκουράζεται, πως θα 'χει χρόνο αργότερα να κάνει περιπάτους, όταν θα κλείσουν οριστικά το μαγαζί και θα πάνε να ζήσουν μόνιμα στην επαρχία.
Ο κύριος Ρουσό ανησυχεί που τη βλέπει χλωμή, με κόκκινα σημάδια στα μάγουλα. Μα έχει την έγνοια του χαρτοπωλείου του, δε μπορεί να είναι αδιάκοπα πίσω της, για να την εμποδίζει να κάνει απερισκεψίες. Βδομάδες ολόκληρες περνούν και δε βρίσκει ούτε μια στιγμή το χρόνο να της μιλήσει για την υγεία της. Κι όταν τυχαίνει να την ακούσει να ξεροβήχει, στενοχωριέται, την αναγκάζει να φορέσει το σάλι της και την παίρνει για να κάνουν μαζί μια βόλτα στα Ηλύσια. Μα κάθε φορά αυτή γυρίζει στο σπίτι όλο και πιο κουρασμένη, βήχοντας περισσότερο. Οι υποχρεώσεις της δουλειάς απορροφούν ξανά τον κύριο Ρουσό, η αρρώστια πάλι ξεχνιέται, ώσπου να προκύψει μια νέα κρίση. Αυτά τα 'χει το εμπόριο. Πεθαίνεις χωρίς να βρεις καιρό να φροντίσεις για την υγεία σου.
Μια μέρα, ο κύριος Ρουσό παίρνει το γιατρό κατ' ιδίαν και τον ρωτάει να του πει ξεκάθαρα αν η γυναίκα του βρίσκεται σε κίνδυνο. Ο γιατρός ομολογεί πως η κυρία Ρουσό είναι φυματική και μάλιστα σ' ένα αρκετά προχωρημένο στάδιο. Ο σύζυγος έγινε κίτρινος σαν το θειάφι, ακούγοντας αυτή την ομολογία. Αγαπά την Αντέλ και για τα δύσκολα χρόνια που πέρασαν μαζί, προτού αρχίσουν να τρώνε άσπρο ψωμί κάθε μέρα. Δεν είναι μόνο η γυναίκα του, είναι κι ο συνεργάτης της του στη δουλειά, γνωρίζει τις δυνατότητές της και το κοφτερό της το μυαλό. Αν τη χάσει, θα 'ναι τεράστιο το πλήγμα γι' αυτόν, και για το σπίτι και για τη δουλειά του. Ωστόσο, πρέπει να 'ναι γενναίος. Δε μπορεί να κλείσει το μαγαζί του.
Έτσι λοιπόν, δεν εκδηλώνει το παραμικρό για όσα συμβαίνουν και προσπαθεί να μην ανησυχήσει την Αντέλ, να μην τον δει με μάτια κοκκινισμένα από τα δάκρυα.
Η Αντέλ πότε πότε ψιθυρίζει:
«Α! Όταν θα πάμε να μείνουμε στην εξοχή, να δεις πώς θα γίνω καλά! Θεέ μου! Οχτώ χρόνια μόνο μας έχουν μείνει μέχρι τότε. Σύντομα θα περάσουν».
Ωστόσο, δυο φορές μέχρι τώρα η κυρία Ρουσό αναγκάστηκε να πέσει σοβαρά άρρωστη στο κρεβάτι. Και τις δυο συνήλθε και πάλι κατέβηκε στη δουλειά της, στο ταμείο όπως πάντα. Μα οι γείτονες κρυφομουρμουρίζουν: «Λίγα είναι τα ψωμιά της αυτηνής». Και δεν κάνουν λάθος. Την περίοδο που κάνουν την απογραφή πέφτει άρρωστη στο κρεβάτι για τρίτη φορά. Ο γιατρός έρχεται ένα πρωί, μιλά μαζί της και της γράφει μια συνταγή. Ο κύριος Ρουσό ξέρει πια πως το μοιραίο τέλος είναι κοντά. Μα η δουλειά της απογραφής τον κρατεί κάτω, στο μαγαζί, συνεχώς απασχολημένο και μόλις που ξεκλέβει πέντε λεπτά πότε πότε για ν' ασχοληθεί με την άρρωστη. Ανεβαίνει στο σπίτι, κάθε φορά που έρχεται ο γιατρός· ύστερα, φεύγει μαζί του και ξανανεβαίνει πάνω λίγο πριν το πρόγευμα. Πλαγιάζει στις έντεκα, στο βάθος ενός γραφείου όπου έχει τοποθετήσει ένα πρόχειρο κρεβάτι. Η υπηρέτρια, η Φρανσίν, έχει αναλάβει τη φροντίδα της άρρωστης. Της πάει τα φάρμακά της μ' ένα ύφος κατσούφικο, κάνει ανυπόφορο θόρυβο, ενώ σαρώνει το πάτωμα, μα στο τέλος αφήνει το δωμάτιο σε μεγάλη ακαταστασία. Βρώμικα μπουκάλια είναι πεταμένα πάνω στο κομμό, οι λεκάνες δεν είναι ποτέ καθαρές, οι πατσαβούρες κρέμονται στις πλάτες των καθισμάτων· δεν ξέρεις πια πού να πατήσεις το πόδι σου!
Ακόμη και στο κρεβάτι η Αντέλ ασχολείται με τις υποθέσεις του μαγαζιού. Ξέρει τα πάντα για τις πωλήσεις, ρωτάει, κάθε βράδυ, πώς πάει η δουλειά. Το θέμα της απογραφής δεν την αφήνει σε ησυχία. Ακόμη κι όταν ο άντρας της ανεβαίνει για λίγο να τη δει, δεν του μιλά ποτέ για τον εαυτό της και την υγεία της.
Το μόνο που την ενδιαφέρει είναι πώς πάει το μαγαζί και ποια είναι τα πιθανά τους κέρδη. Στενοχωριέται πολύ όταν μαθαίνει πως η χρονιά τους πήγε μέτρια.
Ακόμη κι όταν ψήνεται από τον πυρετό, παραμιλάει στο προσκεφάλι της για τις παραγγελίες της περασμένης βδομάδας, κάνει λογαριασμούς, διευθύνει το κατάστημα. Και είναι η ίδια που στέλνει τον άντρα της πίσω στη δουλειά του, αν χρονοτριβεί στο δωμάτιο της, μιλώντας του γλυκά:
«Κατέβα κάτω, καλέ μου, δε μου χρειάζεται τίποτα, σε διαβεβαιώ. Και μην ξεχάσεις ν' αγοράσεις τετράδια για την αριθμητική, γιατί όπου να 'ναι θ' ανοίξουν τα σχολεία και δε θα 'χουμε».
Για πολύ καιρό τρέφει αυταπάτες για την πραγματική της κατάσταση. Πάντα ελπίζει πως θα σηκωθεί την επόμενη μέρα και θα πάρει ξανά τη θέση της στο ταμείο. Κάνει μάλιστα και σχέδια: Αν μπορέσει να συνέλθει σύντομα, θα πάνε να περάσουν την Κυριακή στο Σεν Κλου. Ποτέ άλλοτε δεν είχε τόσο μεγάλη επιθυμία να δει τα δέντρα και να περπατήσει στη φύση. Και ξαφνικά, ένα πρωί, η κατάσταση της χειροτερεύει πολύ. Τη νύχτα, ολομόναχη στο κρεβάτι της, με τα μάτια ορθάνοιχτα, συνειδητοποίησε πως θα πέθαινε. Δεν είπε τίποτε ως το βράδυ και έμεινε ώρες συλλογισμένη με τα μάτια καρφωμένα στο ταβάνι. Και, το βράδυ, κράτησε τον άντρα της κοντά της και μίλησε ήρεμα μαζί του, σαν να 'θελε να κάνει τη διαθήκη της.
«Άκουσε», του λέει. «Θα πας να βρεις αύριο ένα συμβολαιογράφο. Είναι ένας εδώ κοντά, στην οδό Σεν Λαζάρ».
«Γιατί συμβολαιογράφο;» φωνάζει ανήσυχος ο κύριος Ρουσό. «Δε φτάσαμε ακόμη σ' αυτό το σημείο».
Μα εκείνη συνεχίζει απτόητη με τον γαλήνιο και μετρημένο τόνο της φωνής της:
«Ίσως! Αλλά το μόνο που μπορεί να με καθησυχάσει είναι το να ξέρω πως οι υποθέσεις μας έχουν τακτοποιηθεί... Όταν παντρευτήκαμε ήμασταν στην ίδια οικονομική κατάσταση, δεν είχαμε τίποτε ούτε ο ένας ούτε ο άλλος. Τώρα που καταφέραμε να κερδίσουμε μαζί μερικά χρήματα, δε θέλω να 'ρθει η οικογένειά μου και να σε γδύσει. Και η αδελφή μου, η Αγκάτ, δε μου είναι και τόσο αγαπητή, ώστε να της αφήσω κάτι στη διαθήκη μου. Θα προτιμούσα να τα πάρω όλα μαζί μου στον τάφο».
Όταν έγινε η διαθήκη και ο συμβολαιογράφος έφυγε, η Αντέλ έγειρε ξανά πίσω στο κρεβάτι, μουρμουρίζοντας στον άντρα της:
«Τώρα μπορώ να πεθάνω ευχαριστημένη... Είχα λαχταρήσει πολύ να πάω να ζήσω στην εξοχή. Μα θα πας τουλάχιστον εσύ... Υποσχέσου σου μου ότι θα πας να μείνεις στο μέρος που είχαμε διαλέξει μαζί, ξέρεις, στο χωριό που γεννήθηκε η μητέρα σου, κοντά στο Μελούν... Να είσαι σίγουρος πως αυτό θα μ' ευχαριστήσει».
Ο κύριος Ρουσό κλαίει με πικρά δάκρυα, εκείνη τον παρηγορεί, του δίνει και συμβουλές για το μέλλον: Αν δεν αντέχει τη μοναξιά, καλά θα κάνει να ξαναπαντρευτεί. Μόνο που πρέπει να διαλέξει μια γυναίκα κάπως μεγάλη σε ηλικία, γιατί τα νέα κορίτσια που παντρεύονται χήρους, το κάνουν μόνο για τα λεφτά τους. Και του προτείνει μάλιστα για σύζυγο μια κυρία γνωστή τους, που θα χαιρόταν πολύ να ξέρει πως θα ζούσε μαζί της.
Έπειτα, το ίδιο εκείνο βράδυ, τη βασάνισε ένα φριχτό αγκομαχητό. Πνιγόταν, δε μπορούσε ν' αναπνεύσει. Η Φρανσίν είχε αποκοιμηθεί στην καρέκλα της. Ο κύριος Ρουσό, όρθιος κοντά στο προσκέφαλο του κρεβατιού, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να πιάνει το χέρι της ετοιμοθάνατης, να το σφίγγει τρυφερά και να της λέει πως είναι κοντά της και πως δεν πρόκειται να την εγκαταλείψει.
Κάποια στιγμή, το πρωί, η γυναίκα δείχνει να γαληνεύει· είναι, όμως, άσπρη σαν το χαρτί, με τα μάτια κλειστά, ανασαίνει αργά. Ο άντρας της νομίζει πως ξεπέρασε τον κίνδυνο και πως θα μπορέσει να κατέβει, με τη βοήθεια της Φρανσίν, ν' ανοίξει το μαγαζί. Μα όταν ανεβαίνει ξανά πάνω, τη βρίσκει στην ίδια κατάσταση: άσπρη σαν το χαρτί, ξυλιασμένη, με τη μόνη διαφορά ότι τα μάτια της ήταν ορθάνοιχτα. Είχε πεθάνει!...
Εδώ και πολύ καιρό ο κύριος Ρουσό το περίμενε πως θα τη χάσει. Δεν κλαίει, νιώθει μόνο μια απίστευτη κούραση. Κατεβαίνει πάλι κάτω, κοιτάει τη Φρανσίν που κλείνει τα θυρόφυλλα του μαγαζιού και ο ίδιος γράφει σ' ένα φύλλο χαρτί: «Κλειστό, λόγω θανάτου!» Ύστερα, κολλάει αυτό το χαρτί στο μεσαίο θυρόφυλλο με τέσσαρες όστιες. Πέρασαν όλο το πρωινό στο πάνω πάτωμα καθαρίζοντας και συγυρίζοντας το δωμάτιο της πεθαμένης. Η Φρανσίν περνάει με το σφουγγαρόπανο το πάτωμα, πετάει τα βρώμικα μπουκάλια, βάνει κοντά στη νεκρή μια λαμπάδα αναμμένη κι ένα τάσι με νερό αγιασμένο, γιατί περιμένουν από ώρα σε ώρα την αδελφή της Αντέλ, εκείνη την Αγκάτ, που έχει φαρμακερή γλώσσα και η υπηρέτρια δε θέλει να της δώσει αφορμή να την κατηγορήσει πως δεν είναι νοικοκυρά. Ο κύριος Ρουσό έστειλε έναν υπάλληλο να κάνει όλες τις άλλες αναγκαίες διατυπώσεις. Ο ίδιος πάει στην εκκλησία και συζητά ώρα πολλή για το κόστος της κηδείας. Επειδή είναι λυπημένος, αυτό δε σημαίνει πως θ' αφήσει να τον κλέψουν. Αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του κι αν εκείνη μπορούσε να τον δει από κάπου ψηλά, είναι βέβαιος πως θα χαιρόταν με την καρδιά της που έχει τα κότσια να κάνει παζάρια στους παπάδες και στους εργολάβους των κηδειών.
Θέλει, ωστόσο, να γίνει μια αξιοπρεπής κηδεία για να βουλώσει τα στόματα της γειτονιάς. Τελικά κλείνει τη συμφωνία: θα δώσει εκατόν εξήντα φράγκα στην εκκλησία και τριακόσια φράγκα στον εργολάβο των κηδειών. Πιστεύει πως όλη αυτή η ιστορία της κηδείας, μαζί με κάποια έκτακτα έξοδα, θα του κοστίσει το λιγότερο πεντακόσια φράγκα.
Όταν ο κύριος Ρουσό ξαναγυρίζει στο σπίτι του, βρίσκει εκεί την Αγκάτ, την κουνιάδα του, να κάθεται πλάι στη νεκρή. Η Αγκάτ είναι μια ψηλή ξερακιανή γυναίκα, με μάτια κόκκινα, με χείλη μελανιασμένα και πάντα σουφρωμένα. Εδώ και τρία χρόνια το αντρόγυνο δεν είχε σχέσεις μαζί της κι έτσι είχαν πολύ καιρό να τη δουν. Μόλις βλέπει το γαμπρό της, σηκώνεται με πόζα και τον φιλά στο μάγουλο. Μπροστά στο θάνατο κάθε παρεξήγηση ή τσακωμός παίρνει τέλος. Ο κύριος Ρουσό, που δεν είχε καταφέρει να κλάψει το πρωί, τώρα ξεσπά σε λυγμούς, ξαναβλέποντας τη φτωχή του τη γυναίκα άσπρη σαν το χαρτί και ξυλιασμένη, με τη μύτη περισσότερο σουβλερή και το πρόσωπο τόσο τραβηγμένο, ώστε μόλις και μετά βίας την αναγνωρίζει. Τα μάτια της Αγκάτ μένουν στεγνά. Κάθεται στην καλύτερη πολυθρόνα του σπιτιού και περιφέρει γύρω γύρω τα μάτια της στο δωμάτιο σαν να κάνει λεπτομερή καταγραφή των επίπλων που υπάρχουν σ' αυτό. Μέχρις στιγμής δεν έχει κάνει λόγο για τα οικονομικά, αλλά είναι ολοφάνερο πως το θέμα την απασχολεί και πως αναρωτιέται αν υπάρχει, ίσως, κάποια διαθήκη της αδελφής της.
Το πρωί της κηδείας, τη στιγμή που έβαζαν στο φέρετρο την άτυχη γυναίκα, οι υπάλληλοι του γραφείου κηδειών διαπίστωσαν ότι είχαν κάνει λάθος κι είχαν φέρει ένα φέρετρο πολύ κοντό γι' αυτήν.
Έτσι, οι νεκροθάφτες φεύγουν και πηγαίνουν να φέρουν ένα άλλο. Στο μεταξύ, η νεκροφόρα περιμένει μπροστά στην εξώπορτα, η γειτονιά είναι ανάστατη. Αυτό είναι ένα ακόμη βασανιστήριο για τον κύριο Ρουσό.
Κάποια στιγμή κατεβάζουν το φέρετρο με τη νεκρή, που παραμένει μόνο για δέκα λεπτά ανοικτό μπροστά στην εξώπορτα, η οποία είναι σκεπασμένη με μαύρα κρέπια. Καμιά εκατοστή άνθρωποι περιμένουν στο δρόμο για ν' ακολουθήσουν το ξόδι: έμποροι της γειτονιάς, άλλοι νοικάρηδες του κτιρίου που έμενε το ζευγάρι, φίλοι, κάποιοι εργάτες με πανωφόρια. Η πομπή ξεκινάει, ο κύριος Ρουσό ακολουθεί πίσω απ' το φέρετρο.
Στο πέρασμα της νεκρικής πομπής οι γείτονες κάνουν το σταυρό τους, μιλώντας ψιθυριστά:
«Είναι η έμπορος των χαρτικών, ε; Εκείνη η χλωμή γυναικούλα που είχε μείνει πια πετσί και κόκαλο. Α, καλύτερα που την ανάπαψε ο Θεός! Τι σου είναι ο άνθρωπος ωστόσο! Αυτό το ζευγάρι, έμποροι πολύ ευκατάστατοι, που δούλευαν σκληρά για να περάσουν με άνεση τα γεράματά τους! Να τώρα που θα βρει για τα καλά την άνεσή της η άτυχη γυναίκα!» Και οι γειτόνισσες μιλούν συμπονετικά για τον κύριο Ρουσό, που βαδίζει πίσω από τη νεκροφόρα, με το κεφάλι ξέσκεπο, μονάχος, χλωμός, με τ' αραιά μαλλιά του να τα παίρνει ο άνεμος.
Στην εκκλησία, η τελετή ολοκληρώνεται βιαστικά με προσευχές. Η Αγκάτ, που κάθισε στην πρώτη σειρά, κοιτά τριγύρω σαν να μετράει πόσα κεριά είναι αναμμένα. Χωρίς αμφιβολία θα σκέφτεται πως ο γαμπρός της μπορούσε να τα κάνει όλα αυτά με λιγότερη σπατάλη, γιατί, αν δεν υπήρχε κάποια διαθήκη και κληρονομούσε κι η ίδια το μισό μερίδιο απ' την περιουσία της αδελφής της, θα 'ταν υποχρεωμένη να πληρώσει μερίδιο και για την κηδεία. Οι ιερείς λένε μια τελευταία ευχή, το θυμιατό περνάει από χέρι σε χέρι κι ύστερα αποχωρούν. Σχεδόν όλο το εκκλησίασμα φεύγει. Μπροστά στην εκκλησία φέρνουν τις τρεις άμαξες της κηδείας και κάποιες γυναίκες ανεβαίνουν σ' αυτές. Πίσω από τη νεκροφόρα, απομένει ν' ακολουθεί μόνο ο κύριος Ρουσό, πάντα με το κεφάλι ξέσκεπο, και καμιά τριανταριά άνθρωποι, οι φίλοι που δεν τολμούν να φύγουν. Η νεκροφόρα είναι απλά στολισμένη μ' ένα μαύρο ύφασμα, μ' άσπρα κρόσσια. Οι διαβάτες, που τη βλέπουν, βγάζουν το καπέλο τους με σεβασμό και προσπερνούν.
Επειδή ο κύριος Ρουσό δεν έχει δικό του οικογενειακό τάφο, πήρε με άδεια για πέντε χρόνια τόπο στο κοιμητήριο της Μονμάρτης, έχοντας σκοπό ν' αγοράσει αργότερα τόπο για δικό του τάφο και να μεταφέρει τη γυναίκα του οριστικά σ' ένα δικό της μνήμα.
Η νεκροφόρα σταματάει κάποτε στην άκρη μιας δεντροστοιχίας. Οι νεκροθάφτες κουβαλούν στα χέρια το φέρετρο ανάμεσα από τους χαμηλούς τάφους, ώσπου το φέρνουν μπροστά σ' ένα λάκκο σκαμμένο στο μαλακό χώμα. Τη θάβουν.
Η Αγκάτ επιστρέφει στο σπίτι μαζί με τον κύριο Ρουσό. Αποφασίζει τελικά να του κάνει λόγο για τα περιουσιακά. Όταν μαθαίνει πως υπάρχει διαθήκη, σηκώνεται αλύγιστη και φεύγει, χτυπώντας δυνατά την πόρτα πίσω της. Ποτέ δε θα ξαναπατήσει το πόδι της σ' αυτό το χαμόσπιτο. Ο κύριος Ρουσό εξακολουθεί πάντα να αισθάνεται, στιγμές στιγμές, μια μεγάλη λύπη να τον πνίγει. Εκείνο, όμως, που τον φέρνει, κυρίως, σε απόγνωση, που του σκοτίζει το κεφάλι και του προκαλεί ταραχή, είναι που το μαγαζί είναι κλειστό, ενώ είναι μέρα καθημερινή κι εργάσιμη, και έχει τέτοια χασούρα!
Ζολά Εμίλ
Περιοδικό «Μπουκέτο»
τεύχος 8, Ιούνιος 1924



