Έν' από τα τρία παραθυράκια της πρόσοψης, ερχόταν ίσα ίσα με το καμπυλωτό τόξο του δρόμου, που μια κατηφόριζε, μια ανέβαινε, ισκιωμένο από δέντρα λιγνά. Πιο πέρα μπλέκονταν αξεδιάλυτα σπίτια και πεζούλια, ανεμόσκαλες, μισόγερτες ταράτσες. Τα βήματα, πότε πνίγονταν στο αμμουδερό χώμα, πότε ηχούσανε στο βράχο, ή τα πέτρινα σκαλιά των σοκακιών, κι ανάρια, κάποια πικροδάφνη, σκόρπαγε τον ανασασμό της το ρόδινο.
Αν ήθελε η Θέμη να βλέπει τη θάλασσα, κουβαλούσε το τραπεζάκι της και τη μηχανή στ' άλλο παράθυρο. Μα τούτο, δε σύμφερε καθόλου. Στη δουλειά της, δε χώραγαν χασομέρια. Ολάκερο το πρωί έπαιρνε στενογραφία από λογής λογής πρόσωπα. Τής έλεγαν πως ήτανε «μοναδική»... Εμπορευόμενοι, άνθρωποι της επιστήμης και της πένας, διαβάζοντας τις κόλλες που δαχτυλογραφούσε τ' απογέματα στο σπίτι της, τα χάνανε. Ούτε μια γιώτα για διόρθωμα. Δεν ήθελε να τους απογοητέψει. Αν δε μαζέψεις το νου, δε μπορείς να βγάλεις ακέρια κείμενα που απέχουνε ανάμεσά τους, όσο η ανατολή από τη δύση:
«Συνωδά τω νόμω ΒΧΘΨ...»
«Ο ασβεστίτης και αραγωνίτης του τριγωνικού συστήματος...»
«Εν περιπτώσει μερικής αβαρίας και ουχί ολικής απωλείας του εμπορεύματος...»
«Ελισσόμενος ο όφις εν μέσω της οργιώδους βλαστήσεως της παρθένου λόχμης...»
«Βαρετή και αργή η Μαλάμω, σαν τη χορτάτη γελάδα του ήλιου το γέρμα...»
Η θάλασσα, από τα χρόνια τα μικρά, τής τον ξεσήκωνε το νου. Αν έγραφε, σ' αυτή θα χάριζε στίχους και πεζά, σ' αυτή και μόνη.
Όταν ζούσε ο παππούς, την έπαιρνε με τη βάρκα του, είτε τη ναυλώνανε άλλοι για περίπατο, είτε κίναγε για μικροψάρεμα.
Την άφηνε σπίτι αριά και πού, μονάχα για τιμωρία. Η μάνα της έλεγε τότε πως ήτανε σκληρό να χύνει ένα βρέφος τόσα δάκρυα, επειδή μια στάλα ατάχτησε. Και ο παππούς μετάνιωνε. Δεν άντεχε να βλέπει άδειο τον πάγκο. Την ήθελε κοντά του -με την ψαθούλα και τη μπαλωμένη ποδιά ανάμεσα στο φωσφορισμό του καλοκαιριού, με το παλτουδάκι και το σκουφί, όταν οι αχτίδες κεντάγανε τα χειμωνιάτικα κύματα. Την ήθελε κι όταν το σκοτάδι της τρικυμίας ρούφαγε το ηλιοβασίλεμα κι έσβηνε τη φεγγαράδα.
Η Θέμη κράταγε πάντα το ζαχαρένιο της κουλούρι δίχως να το τρώει. Τα μάτια της χάνανε το καστανό τους γέλιο, κοιτάγανε τα πάντα με μια μυστική γαλήνη, με μια πίστη που φούντωνε το θάρρος στην καρδιά του παππού. Και πάντα ερχότανε στα δίχτυα το ψάρι. Πάντα εύρισκε χταπόδια το καμάκι και γαρίδες η απόχη.
Η στέγη, η ορφανή από πατέρα, είχε πάντα το ψωμί. Με κείνο το ψωμί πήγε σκολειό η Θέμη, έμαθε τα γράμματα κι είναι τώρα «μοναδική».
Τα σύνεργα της δουλειάς του παππού βρίσκουνται κλεισμένα στην κασέλα που πιάνει το κούφωμα του τρίτου παράθυρου. Δίχτυα, φελλοί, γάντζοι, ένα ξύλο της βάρκας -με τ' όνομα «Άφρω»- δυο κρίκοι απ' την αλυσίδα της άγκυρας.
Απάνω σε κείνη την κασέλα ανεβαίνει η αδερφή της Θέμης και κοιτάει περίεργα πέρα, κρατώντας τη βελόνα και το φουστάνι της κυρίας, που θα βαρεθεί να το ζητάει από Σάββατο σε Σάββατο, πότε με φωνές, πότε με παρακάλια.
Η Κλεονίκη δε γνοιάζεται για τη θάλασσα που έθρεψε το σπίτι.
«Ο καθένας από κάπου θα βρει προστασία σαν είναι μωρό... θα μάθει μια δουλειά να ζήσει».
Αυτή κοιτάει το χορευτικό κέντρο, που κάνει ν' αστράφτουνε κύματα και ουράνια με τα ηλεχτρικά του, τ' αμέτρητα.
«Ψυχή μου!... Δες κείνα τα χρωματιστά λαμπιόνια... Στολίδι μια φορά!... Της Καστέλλας... του Πειραιά, του κόσμου...»
Τεντώνει τ' αυτί της και λέει πως ακούει τη τζαζ.
«Θέμη... πάψε πια τη μηχανή σου. Ξέρεις πώς χορεύεται το μάμπο; Στο σινεμά το 'δα. Να!...»
Οι γάμπες της πετάνε, τα τακούνια δέρνουνε το σκέπασμα της κασέλας.
Η Θέμη πνίγεται στο θυμό.
«Κατέβ' από κει. Είναι σα να χορεύεις πάνω σε τάφο. Είσαι μια ιερόσυλη!»
Η μητέρα προβάλλει άγρια.
«Και συ, Θέμη, τι είσαι; Μια σκολαστικιά, σαν τους κυρίους που σε φορτώνουνε τις σοφίες τους».
Η Κλεονίκη, θρηνώντας, ουρλιάζει:
«Να σ' έπαιρνε τουλάχιστο κανένας τους!...»
Ένα διάλειμμα στα ίδια και τα ίδια. Έτυχε στη Θέμη μια ξαφνική δουλειά. Είκοσι μέρες θα φύγει από το σπίτι.
«Όχι δα μακριά. Λίγο πέρ' απ' το Ελληνικό... Το αντιφέγγισμ' απ' το λιμάνι μας, θα το βλέπει, κάθε βράδυ».
Τη σύστησ' ένας γιατρός. Αυτός ξέρει όλους τους πελάτες που χρειάζουνται τα «μοναδικά» γραφτά της.
«Πρέπει να την ευκολύνετε. Είναι αδύνατη. Θα ξανασάνει. Πολύ ευγενικός ο Δημήτρης ο Μαρτέλης. Ένα βίτσιο έχει: Το πρωινό ξύπνημα. Έξι, οπωσδήποτε, θα πιάνουνε το γράψιμο. Για τούτο τη θέλει να μένει εκεί».
«Ολομόναχη μ' αυτόν;» ρωτάει αρκετά πειραγμένος ο συγγραφέας του όφεως και της λόχμης.
«Σιγά!... Η μάνα του θα τήνε πάρει στην κάμαρά της. Μια βέρα επαρχιώτισσα».
Λένε πως τη ζωή την όμορφη τη χαίρεσαι σαν όνειρο. Τα όνειρα πλάθουνται απ' όσα ξέρεις, διάβασες ή φαντάστηκες. Μα κάποτε ανθούνε στη ζωή σου πράματα καινούργια, που δεν τα σκέφτηκες ποτέ. Τότε η ζωή είναι κι απ' τ' όνειρο πιο καλή.
Αν η καθημερινή χαρά της αρχίζει απ' το βράδυ ή απ' το πρωί, δε μπορεί να το ξεκαθαρίσει η Θέμη. Οι ώρες μπλέκουνται σα μια γιρλάντα γιορτινή, που ανεμίζει ψηλά και κατεβαίνει σ' αυτή, την τυλίγει, φεύγει και ξανάρχεται.
Ο Δημήτρης Μαρτέλης τής υπαγορεύει ένα βιβλίο ιστορικό. Δεν τής έτυχε ποτέ να γράψει τέτοιο έργο. Ύστερα, είχε την ιδέα πως ένας νέος άνθρωπος προτιμάει να σκαλίζει με το νυστέρι και τη λαβίδα της σοφίας του -η έκφραση ήτανε του φίλου της γιατρού- τον τριγυρινό κόσμο, τη σύγχρονη εποχή.
Με το γέλιο που πότε πότε φωτίζει τα μάτια του, αλλά και με σύντομο τρόπο, ο Δημήτρης ρώτησε τη Θέμη για τη ζωή της. Σύντομα απάντησε και κείνη και καμάρωσε πως ξέρει να μιλάει με σοβαρούς ανθρώπους. Έπειτα ήρθε και στάθηκε στο λαιμό της ένας κόμπος, γιατί κατάλαβε πως δεν άφησε τίποτα που να μη το φανερώσει... Για τον παππού, για τη μητέρα, για τους ανθρώπους που τής δίνανε δουλειά, για τα νεύρα της Κλεονίκης.
Προσπαθώντας να διορθώσει το λάθος, έκλεισε την άλλη μέρα το στόμα της και δεν είπε λέξη. Τότε ήρθε φυσικό να μιλήσει πολύ η μητέρα του Δημήτρη. Είπε πως η Θέμη ήταν καθαρομελάχρινη, λεπτή μα όχι κοκαλιάρα, κοντουλή, μα αυτηνής δεν τής αρέσανε οι ψηλές. Τη ρώτησε αν κι αδερφή της είχε το ίδιο φρυδάκι, τα ίδια καστανά μάτια.
«... Και μπράβο σου... κοπέλα με τόσα γράμματα να βοηθάς και στην κουζίνα, και στον κήπο... Μάτια μου, σα να σε είχα δασκαλέψει εγώ απ' τα μικράτα σου!... Δες εκεί!...»
Μαζί φυτέψανε ρίζες και σπόρους, τραβήξανε νερό από τη στέρνα και ποτίσανε.
«Παρακαλώ Σε θάλασσα».
Έτσι έλεγε ο παππούς πριν απ' το ψάρεμα. Τόνε βλέπει πάντα μπροστά της, όρθιο μέσ' τη βάρκα, με το σκούφο στο χέρι, τα μάτια στυλωμένα στο τόξο του ορίζοντα.
Τής είχε ξηγήσει πως αυτή ήτανε η μεγάλη του προσευχή:
«Παρακαλώ Σε, Θεέ, που 'χεις στην εξουσία Σου τα νερά, τους βυθούς κι όλα τα πλάσματα της θάλασσας».
Γύρω απ' τη μορφή του έλαμπε η απέραντη γαλάζια καλοκαιριά, πρωινή, μεσημεριάτικη ή φεγγαρολουσμένη. Άλλοτε πάλι, βόγκαγε η σταχτόμαυρη τρικυμία, χαρακώνοντας τα Σύμπαντα με αστραπές κι αφρούς.
Γιατί θυμάται κείνα τα λόγια η Θέμη αδιάκοπα; Ίσως γιατί το φθινόπωρο σβήνοντας, χαρίζει στ' ακρογιάλι λογής λογής μέρες, πότε ολόλαμπρες, πότε μουντές, κι ήτανε φθινόπωρο σαν την πρωτοπήρε ο παππούς μαζί του...
Στο μπάνιο ο Δημήτρης πάει βράδυ γιατί τ' αρέσει η δροσιά, μάλλον το κρύο. Δεν την έχει δει να κολυμπάει, και καλύτερα, γιατί είναι αρκετά αδέξια σ' αυτό το σπορ. Όμως, αν ήτανε πάντα κοντά της, οι ώρες θα 'τανε πιο κερδισμένες.
«Παρακαλώ Σε θάλασσα!»
Μπορούσανε να περπατάνε οι δυο στην αμμουδιά. Οι ξέρες, τα χαλίκια, θα φάνταζαν σαν από κόκκινο κρύσταλλο, όταν θα τ' άγγιζε, παίζοντας με τα νερά, ο ίσκιος της κορδέλας που σφίγγει τα μαλλιά της. Θα μίλαγαν για το σύννεφο που βαραίνει το αντικρινό ακρωτήρι, για τη χειμωνιάτικη ανάσα που βγάζουνε τα θυμάρια σαν τ' αγγίζει ο νοτιάς φέρνοντας βροχή. Κι όταν ένας άντρας και μια γυναίκα, που ζούνε κοντά στο τέλος του καλοκαιριού, αρχίσουνε να μιλάνε για βροχή, για χειμώνα, για χωρισμό...
Χωρισμό;...
Και πώς γίνεται να ξανάρθει η ζωή η παλιά, ο αραγωνίζης, το μάμπο, ο όφις... το σπίτι το μισόγερτο που το παραθυράκι του φράζει απ' την ανηφοριά του δρόμου;
Εδώ η ταράτσα έχει δυο μεγάλες καμάρες. Από τη μια φαίνεται ο Υμηττός, πότε αγέρινος, πότε βαρύς σα βουνό της Βίβλου. Δεξιά βλέπεις το Σαρωνικό.
Η φωνή του Δημήτρη, όπως τής υπαγορεύει είναι στρωτή. Πλάι της, μια μέλισσα τριγυρίζει το δίσκο με το γλυκό. Η μητέρα ακουμπάει στο πεζούλι μια γλάστρα γεράνι.
Ο Δημήτρης περιγράφει τον τύπο ενός βυζαντινού παλατιού και η Θέμη σημειώνει γοργά. Δεν έχει καιρό να σηκώσει τα μάτια στο Σαρωνικό. Μα το είναι της αρμενίζει, σβιέται μέσα σε μια γαλάζια σπιθοβολή, σπαρταρώντας.
«Παρακαλώ Σε, θάλασσα!»
Είναι το τελευταίο απόγεμα. Το πρωί ο Δημήτρης, υπαγορεύοντας, στάθηκε μια στιγμή, για να δώσει στη φωνή του έναν πιο δυνατό παλμό, να προφέρει μια κάπως μακρόσυρτη φράση, κι ύστερα να πει:
Τέλος!
Η Θέμη τινάχτηκε. Τον κοίταξε με απορία:
«Τέλος;...» ρώτησε ψιθυριστά.
Ο Δημήτρης ζωήρεψε. Τεντώθηκε σα μαθητής που ζητάει ξεκούραση. Ποτέ δεν τής είχε φανεί τόσο νέος.
«Ναι!... Τέλος. Δε βαρεθήκατε πια;»
Και κατέβηκε γοργά τη σκάλα της ταράτσας.
«Να βαρεθώ;» μουρμούρισε μόνη της η Θέμη. Ένιωθε ότι τα μάτια της, είχανε γίνει φωλιά του τρόμου. Ένας τρόμος που άλλοτε ποτέ δεν τον ένιωσε, ποδοπάταγε κανιβαλικά το στήθος της, τα πλεμόνια, την καρδιά. Έσκυψε το κεφάλι και είδε στο μέταλλο του δίσκου το πρόσωπό της. Ένα πρόσωπο μελανό.
Και τώρα, η μηχανή ακούγεται για τελευταία φορά, αποστενογραφώντας, μέσα στο χολ της μικρής βίλας. Απ' το παράθυρο του κήπου φαίνονται τούφες χρυσάνθεμα έτοιμα ν' ανοίξουν. Η μυρωδιά τους δε λιγώνει. Κρατάει σ' επιφυλακή το νου και την ψυχή.
Η μάνα του Δημήτρη ακουμπάει το χέρι της στον ώμο της κοπέλας.
«Σε χάνουμε... Ήτανε όμως μεγάλη χαρά που σε γνωρίσαμε».
Η Θέμη δεν καταφέρνει ν' απαντήσει. Τα μάτια της καίνε, η γλώσσα της έχει στεγνώσει. Χτυπάει τη γραφομηχανή με μάνητα.
«Τακ...τακ, τακ... ΤΕΛΟΣ».
Βάζει από κάτω και την κοφτή γραμμίτσα.
Θα φύγει λοιπόν. Θα γυρίσει στα παλιά. Τι απλό... Τι απλό που το νομίζουνε όλοι αυτό. Μα δεν είναι απλό. Πώς γίνεται ν' αναφέρουνε οι άλλοι, χαμογελώντας, αυτό, που εσένανε σε κάνει κομμάτια; Πώς γίνεται να σ' οδηγάνε με χέρι απαλό και χαϊδευτικό έξω από την πολιτεία, που 'χει τα φώτα, τις συντροφιές, να σε παραδίνουνε φιλικά, στο δάσος που 'ναι γεμάτο αγρίμια;
Σειέται ολάκερη η Θέμη απ' την απόφαση. Ο κήπος άλλωστε βγάζει ανάσα που κρατάει σ' επιφυλακή το νου.
Απάνω στην εταζέρα είναι μια θεσούλα, όπου ο Δημήτρης, κάθε βράδυ, ακουμπάει το δαχτυλίδι του, μια βαριά αντίκα του πατέρα του. Σε κείνη τη θέση αφήνει ένα μεγάλο φάκελο η κοπέλα. Κι ο φάκελος έχει μέσα μια κόλλα με ζωηρά γράμματα.
Τι λέει; Ούτε κι αυτή δεν ξέρει... Για έρωτα, για ζωή, για θάνατο.
Τρώνε -τελευταία φορά- μαζί. Πιο μελαγχολικιά απ' όλους είναι η μητέρα.
«Αχ, εσείς οι νέοι... Να 'χα τις ζωηράδες σας και τις χαρές σας...»
Ο Δημήτρης παίρνει μια ξαφνικιά απόφαση.
«Όχι... δε θα φύγετε με το λεωφορείο. Θα σας πάω με τη βάρκα! Είμαι βαρκάρης περίφημος!»
Η Θέμη ζαλίζεται. Πρώτη φορά οι δυο τους μονάχοι, στην απεραντοσύνη, στο πέλαγο... Κι έχει φεγγάρι. Βλέπεις τα ψαράκια να πηδάνε στις φωτεινές βούλες του νερού... Εκατομμύρια φεγγάρια που στρώνουνε το δρόμο του ονείρου.
Πάνε. Κανένας άλλος μαζί τους.
«Θέλω να σου μιλήσω».
Εκείνος το 'πε, όχι αυτή. Η καρδιά της σπρώχνει το αίμα άταχτα. Θ' ακούσει μέσα στη βοή; Και της μίλησε σ' ενικό.
«Άσε με να σ' ευχαριστήσω, Θέμη, όχι μονάχα για τη βοήθεια που πρόσφερες στη δουλειά μου... Η γαλήνη σου μου 'δωσε ξεκούραση υπέρτατη. Είκοσι ολάκερες μέρες έλειψε κι από σένα κι από μένα κείνη η απαίσια υπόμνηση: Είσαι άντρας. Είμαι γυναίκα...»
Το ένα φεγγάρι, τα εκατομμύρια τα φεγγάρια, φέρανε βόλτα τη Θέμη, φυσώντας σάλπιγγα καταχθόνια.
«Πέρασα μια κρίση πάθους πριν λίγο καιρό, Θέμη. Δε θέλω ούτε τη φιλία καν της γυναίκας. Σ' ευχαριστώ που ήτανε το πέρασμά σου δίχως... αξίωση, απαλό, σιωπηλό. Πίστεψέ το. Όπου κι αν βρίσκεσαι, θα 'ναι σα να ζεις στο σπίτι μου, στο πλευρό μου».
Ο λαιμός της Θέμης σφυροκοπάει. Κάθεται στη θέση της ήσυχη και ψιθυρίζει «ευχαριστώ». Την καίει ο πόθος να φανερωθεί. Σπαράζοντας, θέλει να του φωνάξει πως θα 'ναι αλήθεια τρισευτυχισμένη, αν ο νους του θα την κρατάει πάντα στο σπίτι του, στο πλευρό του. Κλαίγοντας, θέλει να του ζητήσει συχώρεση που αυτό δε θα μπορέσει να γίνει... Δε θα γίνει γιατί ο Δημήτρης, γυρίζοντας, θα βρει ένα φριχτό, ένα ηλίθιο γράμμα, που δεν θα λέει καν κάτι το πραγματικό. Είναι πραγματικό, είναι αληθινό να γράφεις πως θα πεθάνεις... έτσι, δίχως αρρώστια, δίχως αυτοκτονία; Μα έφταιγε κι αυτός με κείνη τη λέξη: Τέλος... Τα νεύρα της είχανε χτίσει μια αιωνιότητα κι αυτός, αυτός, είπε τέλος...
Η δέηση του παππού την πλημμυράει, ξεχειλάει, χύνεται στα ουράνια και στα νερά.
«Παρακαλώ Σε θάλασσα!... Παρακαλώ Σε!...»
«Φθινόπωρο. Από λεπτό σε λεπτό, αλλάζει ο αγέρας».
Ο Δημήτρης χαμογελάει. Η Θέμη σηκώνει το γιακαδάκι της ζακέτας της. Εκείνος σκύβει κοντά της.
«Κρυώνεις;»
Δεν προφταίνει να πάρει απάντηση κι ένα κύμα δέρνει γερά τη βάρκα.
«Θέμη... Δεν πιστεύω να φοβάσαι...»
Βρίσκει φωνή να του απαντήσει.
«Όχι... όχι με τόσο λίγο».
Εκείνος γελάει.
«Είσαι γενναία... Λίγο το λες αυτό;»
Και βέβαια δεν είναι λίγο. Οι αφροί αναβράζουνε πέρα ως πέρα. Έρχεται κι ένα σύννεφο να κρύψει το φεγγάρι. Τα κύματα τους λούζουνε με παγωμένα νερά.
Ο Δημήτρης στέκει όρθιος, με τα κουπιά στα χέρια, σα δυνατός καραβοκύρης.
«Δεν είμαι τόσο απάνθρωπος, Θέμη... Το νιώθω πως κρυώνεις και φοβάσαι...»
Δεν του απαντάει. Το γέλιο του ακούγεται πλατύ. Ποτέ δεν τον άκουσε να γελάει έτσι...
«Θέμη... είναι άδικο να παιδευόμαστε τέτοια μέρα... μια και τελειώσαμε κείνο το φοβερό βιβλίο... Θα βγούμε κάπου εδώ, θα γυρίσουμε σπίτι... Θα ζεσταθείς στο τζάκι... Φεύγεις αύριο!...»
«Θα γυρίσουμε...»
Μέσα στη βοή, τούτη η λέξη αντηχάει θριαμβικά.
«Θα γυρίσουμε!... Ευχαριστώ Σε θάλασσα!...»
Πηδήσανε, παραπατώντας, στα βράχια, στα χαλίκια. Ανεβήκανε το δρόμο.
Τρέχουνε, τρέχουνε... Ο άνεμος, αρπάζοντας τις ευωδιές των χορταριών, οργώνει τα σκοτάδια. Οι βίλες, άταχτα σπαρμένες, φαντάζουνε ολόφωτες με τα φεστονωτά τους παράθυρα, τους κρουσταλλένιους φεγγίτες.
Η μητέρα του Δημήτρη στέκει στην πόρτα.
«Ω!... Μπράβο, ω δόξα Σοι... Φεύγει αύριο η κοπέλα! Ελάτε στο τζάκι».
Η Θέμη, μ' απελπισμένη βιάση, προσπερνάει, αρπάζει το φάκελο.
Την είδαν να τον πετάει στη φωτιά.
«Τι έκαψες;»
«Τίποτα. Μια λαθεμένη σελίδα».
Η φλόγα στο τζάκι ζεσταίνει σαν ήλιος. Ο ήλιος, αύριο, βασιλεύοντας, θα τήνε βρει σπίτι της. Όμως, θα βρίσκεται και 'δω, αλαφριά, σαν τη μέλισσα της ταράτσας, που τριγύριζε το δίσκο με το γλυκό κάθε πρωί.
Ορθός αντίκρυ στο βουνό -μια γαλάζιο, μια επίσημο σαν όρος της Βίβλου- ο Δημήτρης θα θυμάται ήσυχα το πέρασμά της, την αθόρυβη παρουσία της. Πάντα. Πάντα.
Γαλανού Ειρήνη
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»,
τεύχος 1, Ιανουάριος 1954

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου