«Άργησες», τού είπε, χωρίς να τον φιλήσει.
«Είχε ομίχλη στη Σαλονίκη και καθυστέρησε η πτήση».
«Θα περιμένουμε για τη βαλίτσα σου;»
«Δεν έχω βαλίτσα», απάντησε ο Πέτρος. «Πήρα μόνο αυτό», και τής έδειξε μια μικρή δερμάτινη τσάντα που ήταν περασμένη στον ώμο του. Την έπιασε αγκαζέ και περπάτησαν μέχρι την πιάτσα των ταξί.
«Θέλω να μάθω τι συνέβη», ρώτησε ο Πέτρος αλλά η Ελένη τού έγνεψε πως δεν είχε διάθεση να μιλήσει μπροστά στον οδηγό. Έτσι σιωπηλοί, θαρρείς βουβοί, ταξίδεψαν μέχρι την Αθήνα.
Ο Πέτρος έκλεισε δωμάτιο στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου.
«Θέλεις να πάμε πάνω;» ρώτησε την Ελένη.
«Όχι», είπε εκείνη, «προτιμώ να καθίσουμε στο μπαρ».
Το μπαρ ήταν σχεδόν άδειο.
«Σ' ακούω», είπε ο Πέτρος, αφού βολεύτηκαν σ' ένα απόμερο τραπεζάκι.
«Τι να σου πω;»
«Ό,τι έγινε».
«Θέλω να χωρίσουμε».
«Μιλάς σοβαρά;»
«Βλέπεις ν' αστειεύομαι;»
«Δεν πέρασε μια βδομάδα από τότε που κατέβηκα με το αυτοκίνητό μου για να σε δω και μού ζήτησες να σού τηλεφωνώ απ' το δρόμο μέχρι να φτάσω στη Σαλονίκη γιατί πέθαινες από αγωνία μη μού συμβεί κανένα ατύχημα. Και τώρα, έτσι ξαφνικά, μού ζητάς να χωρίσουμε;»
«Ναι».
«Δος μου κάποια εξήγηση, τουλάχιστον».
«Τα 'φτιαξα με τον Παύλο».
«Το ξέρω. Μού τηλεφώνησε η Μάρω κι είναι έτοιμη να σε ξεσκίσει».
«Επειδή τής έφαγα το γκόμενο;»
«Μη γίνεσαι χυδαία. Η Μάρω σε φιλοξενούσε κι εσύ τα έμπλεξες με το φίλο της. Έχει άδικο;»
«Δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά, το ξέρεις κι εσύ. Η Μάρω δεν ήθελε να πάρει διαζύγιο από το Λούλη και να ζήσει μαζί με τον Παύλο. Τον ήθελε μόνο για θελήματα. Εγώ, απλώς, βοήθησα να ξεκαθαρίσει η κατάσταση».
«Είχες παράπονα από μένα;»
«Θυμάσαι που κάποτε σού ζητούσα να χωρίσεις τη γυναίκα σου και τ' αρνιόσουνα;»
«Ήθελα να σιγουρευτώ για τα αισθήματά σου. Μού μιλάς όμως για πράγματα που έγιναν πριν από τρία χρόνια. Από πότε σού έχω πει πως τώρα είμαι έτοιμος;»
«Τώρα είναι αργά».
Έγινε σιωπή. Ο Πέτρος πήγε να τής πιάσει το χέρι αλλά η Ελένη το τράβηξε με τρόπο.
«Πριν από πέντε ακόμα μέρες μού έστελνες γράμματα γεμάτα λατρεία. Όσα μού έγραφες, λοιπόν, ήταν ψέματα;»
Η Ελένη χαμήλωσε το πρόσωπο και δεν απάντησε. Ο Πέτρος ξαφνικά άναψε. Τής χούφτωσε το πηγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει ίσια μέσα στα μάτια.
«Πώς είναι δυνατόν», την ξαναρώτησε, «να έχουν γίνει όλα αυτά μέσα σε πέντε μόνο μέρες;»
«Πες πως ο Παύλος φορούσε ένα άσπρο πανταλόνι και τον ερωτεύτηκα», τού απάντησε παγερά και σηκώθηκε να φύγει.
Την πρόλαβε που έμπαινε σ' ένα περαστικό ταξί. Στριμώχτηκε δίπλα της στο πίσω κάθισμα.
«Τι θέλεις κι έρχεσαι μαζί μου;» τον ρώτησε φανερά ενοχλημένη.
«Να το ξανασυζητήσουμε».
«Δεν έχουμε να πούμε τίποτα».
Ο Πέτρος άρχισε να τής μιλά για τα αισθήματά του, για το πόσο πρόθυμος ήταν να τη συγχωρέσει, για τους κινδύνους που θα είχε αυτή η περιπέτειά της με τον Παύλο και για τις θυσίες που ήταν έτοιμος να κάνει για χάρη της, αρκεί να μην τον παρατούσε. Η Ελένη κοιτούσε έξω από το παράθυρο την κίνηση στους δρόμους κι έκανε πως δεν άκουγε. Το ταξί σταμάτησε έξω από μια πολυκατοικία.
«Εδώ θα κατεβώ», τού είπε. «Μην προσπαθήσεις να μ' ακολουθήσεις».
«Γιατί;»
«Γιατί εδώ μένουμε προσωρινά με τον Παύλο».
«Το ξέρει πως ήρθα στην Αθήνα;»
«Εκείνος με κατέβασε στο αεροδρόμιο. Τώρα με περιμένει».
Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε.
«Πού πάμε, κύριος;» ρώτησε ο ταξιτζής.
Πού να πήγαινε; Πίσω στο ξενοδοχείο; Τού φαινόταν φριχτό.
«Στην Πλατεία Συντάγματος», είπε αόριστα.
Κάθισε σ' ένα από τα πολυσύχναστα ζαχαροπλαστεία. Κόσμος πολύς, τουρίστες κυρίως, πήγαιναν κι έρχονταν μιλώντας όλες τις γλώσσες. Αυτή η βαβούρα ήταν απαράλλαχτη με τις σκέψεις του, που μάταια προσπαθούσε να τις βάλει σε κάποια τάξη. Έμεινε εκεί πίνοντας μπίρες μέχρι τις δύο μετά τα μεσάνυχτα. Ύστερα κάλεσε ένα ταξί, πήγε στο ξενοδοχείο, πλήρωσε και τράβηξε κατευθείαν για το αεροδρόμιο, να γραφτεί στη λίστα αναμονής της πρώτης πτήσης για τη Σαλονίκη.
Τού τηλεφώνησε στο ιατρείο του.
«Γουστάρεις νεότερα από τη Δουλτσινέα σου;»
Η παρομοίωση της Ελένης με τη Δουλτσινέα ήταν ένα από τα ευφυολογήματα της Μάρως.
«Έχεις τίποτα καινούριο;»
«Έχω πολλά να σού πω αν μού κάνεις το τραπέζι».
Συμφώνησαν να φάνε μαζί το μεσημέρι στου Τόττη.
Η Μάρω ήταν ωραία γυναίκα κι η κουβέντα της είχε μια ξεχωριστή σπιρτάδα. Οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι υπήρξε κάποτε ερωμένη του πατέρα της Ελένης. Αυτό εξηγούσε ίσως το γεγονός ότι εκείνος τής χάρισε όλα τα είδη υγιεινής για το καινούριο της διαμέρισμα στην Αθήνα. Σπίτι ωραίο· ο πάνω όροφος ενός δίπατου, κτισμένου με μεράκι από τον Παύλο -μηχανικό στο επάγγελμα- που ήταν κάτι μεταξύ επίσημου εραστή και παράνομου συζύγου, αφού ο νόμιμος, ο Λούλης, είχε εκτοπιστεί στους δικούς του στη Σαλονίκη, δίχως όμως να επισημοποιηθεί ο χωρισμός με διαζύγιο, για να μην τραυματισθεί -όπως έλεγε εκείνη- ψυχικά ο οκτάχρονος γιος τους.
Όταν η Ελένη αποφάσισε να δώσει εξετάσεις στη Σχολή και χρειάστηκε να παρακολουθήσει μαθήματα σχεδίου σε κάποιο ειδικό φροντιστήριο της Αθήνας, η Μάρω δέχτηκε να τη φιλοξενήσει. Έτσι τα Σαββατοκύριακα που ο Πέτρος κατέβαινε στην Αθήνα, πήγαινε στο σπίτι της Μάρως που τον υποδέχονταν εγκάρδια πάντα, αν και την πρώτη φορά, που έφτασε με μια ανθοδέσμη και γλυκά στο χέρι, βρήκε έναν τύπο να φλερτάρει την Ελένη.
«Τι ρόλο παίζει αυτός;» τη ρώτησε.
«Γνωστός της Μάρως. Μού τον κουβάλησε για να μού δείξει σχέδιο. Είναι φοιτητής της Σχολής».
«Μα για σχέδιο δεν πας στο φροντιστήριο;»
«Αυτό λέω κι εγώ αλλά μού έγινε κολλητσίδα».
Το επεισόδιο πέρασε ανώδυνα με απαίτηση του Πέτρου να κόψει η Ελένη τα πάρε-δώσε με το νεαρό. Με τον καιρό ο πάγος έλιωσε αφού η Μάρω και ο Παύλος περίμεναν με λαχτάρα τις καθόδους του Πέτρου στην Αθήνα για να γλεντήσουν όλοι μαζί σε κάποια γραφική ταβέρνα. Και ξαφνικά έσκασε η βόμβα.
«Μπράβο η Δουλτσινέα σου», άρχισε η Μάρω, μόλις ήρθε το κρασί και κατέβασε τα πρώτα ποτηράκια. «Δυο μήνες παράσταινα τη στοργική μανούλα της. “Σήκω, μωρό μου” τής έλεγα κατά τις δέκα το πρωί. Στις έντεκα άνοιγε το ένα μάτι και χρειάζονταν τρεις καφέδες για ν' ανοίξει και το δεύτερο. Ύστερα έπαιρνε κάτι χαρτιά και τα μουτζούρωνε. Αλήθεια, τι τής είχες βρει;»
«Είσαι τσατισμένη και τα παραλές. Η Ελένη έχει ταλέντο».
«Ταλέντο έχεις εσύ να φαντάζεσαι πράγματα που δεν υπάρχουν».
«Τότε γιατί κουβάλησες εκείνο το ρεμάλι να τής δείξει σχέδιο;»
Η Μάρω γέλασε.
«Μού το είχε ζητήσει η μάνα της. “Γνώρισέ της κανένα καλό παιδί”, με παρακάλεσε, “για να ξεκόψει από τον Πέτρο”».
«Ώστε έτσι; Κι εμένα μού φερόταν τόσο φιλικά!»
«Έτσι και χειρότερα. Κι ύστερα απ' όλα αυτά, το πουτανάκι τα έφτιαξε με το χοντρομαλάκα το δικό μου».
Ήρθε το φαγητό κι ένα δεύτερο μπουκάλι κρασί.
«Πώς το κατάλαβες;»
«Όταν ο Παύλος μ' έφερε με το αυτοκίνητό του στη Σαλονίκη, με παρακάλεσε ν' αφήσω το παιδί στο Λούλη και να γυρίσουμε πίσω μαζί. “Αδύνατο”, τού είπα, “πρέπει να μείνω δυο τουλάχιστον βδομάδες με το παιδί στη Χαλκιδική, να κάνει τα μπάνια του”. Πάνω στις πέντε μέρες το μετάνιωσα. Τού τηλεφώνησα, λοιπόν, ότι κατεβαίνω και να με παραλάβει από το αεροδρόμιο. Τον είδα μουδιασμένο. Κάτι παιδιάστικες γλύκες και κάτι χαζά καμώματα μού έβαλαν ψύλλους στ' αυτιά. Γυρίζουμε στο σπίτι και βλέπω όλα τα βάζα γεμάτα τριαντάφυλλα. Τον τελευταίο χρόνο δεν μού είχε φέρει λουλούδια ούτε στη γιορτή μου. “Τι συμβαίνει;” τον ρωτώ. “Μού έλειψες και θέλω να σού δείξω την αγάπη μου”. Έκανα πως τον πιστεύω. Κάθισε αρκετά. Το βράδυ προφασίστηκε πως έχει κάτι σχέδια να δουλέψει και ξεκίνησε για το γραφείο του. Η Ελένη δεν ήταν στο σπίτι. Γύρισε μισή ώρα αργότερα αφότου έφυγε ο Παύλος. Με χαιρέτησε ψυχρά, πέταξε ένα “πώς πέρασες;” και τράβηξε για το δωμάτιό της. “Έλα δω”, τη φώναξα. Γύρισε στη σάλα αλλά απέφευγε να με κοιτάξει. “Ντρέπεσαι γιατί κοιμήθηκες με τον Παύλο;” έριξα στα άδεια. Κοκκίνισε ολόκληρη. “Εκείνος στο είπε;” ρώτησε ύστερα από λίγο. “Ώστε έτσι, λοιπόν!” άρχισα να τη βρίζω. Να έβλεπες για πότε πέταξε το μυξοκακόμοιρο προσωπείο της και μού ύψωσε τη φωνή: “Τα αισθήματα δεν ελέγχονται, κυρά μου”, μού μπήκε. “Αφού δεν ήσουν άξια να κρατήσεις τον Παύλο, φταίω εγώ που μ' ερωτεύτηκε;” Πάτησα κάτι νευρικά γέλια. “Κεραυνοβόλος ήταν ο έρωτας;” τη ρωτώ. “Έχει σημασία ο τρόπος;” απαντάει. Μ' ανέβασε το αίμα στο κεφάλι. Πάω στο δωμάτιο, βουτάω τη βαλίτσα της, ρίχνω μέσα ό,τι πράγματα δικά της βρήκα μπροστά μου, ανοίγω την πόρτα και την πετάω στο δρόμο. “Έξω, τσούλα”, τής λέω. “Μα δε θα έμενα. Ήρθα απλώς να πάρω τη βαλίτσα μου, και μ' έβγαλες απ' τον κόπο”. Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο, σού λέω. Πουτανάκι να σού πετύχει. Τι τής βρίσκετε, μωρέ, οι αρσενικοί; Το πρωί κλείδωσα το σπίτι, έβγαλα εισιτήριο και το μεσημεράκι ήμουν πάλι στη Σαλονίκη».
«Κι ο Λούλης;»
«Ας τον αυτόν. Δεν παίρνει χαμπάρι από τίποτα».
Πέρασε από το ιατρείο του. Στην αίθουσα αναμονής περίμεναν δυο ασθενείς. Ζήτησε την άδεια να απασχολήσει λίγο τον Πέτρο διαβεβαιώνοντάς τους ότι δεν επρόκειτο να εξεταστεί.
«Τι θα κάνεις το βράδυ;» τον ρώτησε.
«Έχεις καμιά καλή ιδέα;»
«Να 'ρθεις σπίτι να τα κοπανήσουμε».
«Σε ποιο σπίτι;»
«Μια φίλη μάς παραχώρησε ένα εξοχικό προς τη Γεωργική Σχολή. Επειδή είναι δύσκολο να το βρεις, θα στείλω το Λούλη να σε περιμένει έξω από το Βιαμύλ. Εντάξει;»
Ο Πέτρος συμφώνησε.
«Τι ώρα;»
«Στις εννιά».
Η βροχή είχε αρχίσει από το πρωί. Μια μονότονη βροχή στις αρχές κάθε Νοέμβρη φουσκώνει το χώμα σαν ζυμάρι. Ο Λούλης τον περίμενε μ' ένα τζιπάκι.
«Πάρκαρε το δικό σου στην άκρη του δρόμου γιατί θα κολλήσεις».
«Πού είναι το σπίτι;»
«Προς τη θάλασσα, πέρα απ' τα χωράφια».
Ντελαπάροντας συνέχεια με το τζιπ -θαρρείς κι έκαναν πατινάζ στις λάσπες- έφτασαν κάποτε σ' ένα αρκετά μεγάλο κτήμα που έδινε την εντύπωση ότι ήταν εγκαταλειμμένο. Στο βάθος, κάτω από μια συστάδα δέντρων, βρισκόταν το σπίτι. Οι τοίχοι του υγροί, και μόνο στη σάλα, που η Μάρω είχε ανάψει το τζάκι, έκανε ζέστη. Έπιπλα δεν υπήρχαν. Δυο στρώματα από ντιβάνια και μπόλικα μαξιλάρια ριγμένα δίπλα στη φωτιά, έδιναν μια θαλπωρή στο χώρο. Από μια μισάνοιχτη πόρτα ο Πέτρος διέκρινε σε παρακείμενο δωμάτιο ένα άλλο διπλό στρώμα κατάχαμα. «Η κρεβατοκάμαρή τους», σκέφτηκε. Ο γιος τους έλειπε στη γιαγιά του, όπως τον πληροφόρησαν. Ήταν όμως εκεί ένα άλλο φιλικό τους ζευγάρι και μια ζωντοχήρα που συναγωνιζόταν σε ομορφιά τη Μάρω. Η φωτιά και το κρασί είχαν κορώσει τη Μάρω που, μ' ένα ξεκούμπωτο μπλουζάκι και μια κοντή φούστα, πρόβαλλε σ' όλο τους το μεγαλείο τα φυσικά της προσόντα, από τις καλλίγραμμες γάμπες μέχρι το γραμμένο της πρόσωπο. Μόλις ήρθε ο Πέτρος, σηκώθηκε και τον φίλησε με οικειότητα.
«Φέρε ένα καθαρό ποτήρι και βάλε κι άλλα λουκάνικα στη φωτιά», είπε στο Λούλη.
Εκείνος, κάτι ανάμεσα σε μεγάλο παιδί και καθυστερημένο άντρα, εκτελούσε πειθήνια τις εντολές της.
«Κρασί;» ρώτησε τον Πέτρο.
Ο Πέτρος είχε καταλάβει ότι έπρεπε να κατεβάσει στα γρήγορα δυο τρία ποτηράκια για να εναρμονιστεί με το κλίμα που επικρατούσε στην υπόλοιπη παρέα.
«Λοιπόν;» άρχισε η Μάρω μισοζαλισμένη. «Η Δουλτσινέα σου δίνει εξετάσεις καλής νοικοκυράς. Μέχρι και κουρτινάκια εμφανίστηκαν στα παράθυρα του υπογείου που τη σπίτωσε ο εραστής».
«Ποιος στα είπε;»
«Η αδελφή μου που πέρασε από κει τυχαία».
«Για ποια λέτε;» ρώτησε η ζωντοχήρα.
«Για τη Δουλτσινέα του κυρίου, την ήξερες;»
«Την Ελένη;»
Μιλούσαν ελεύθερα χωρίς να πολυνοιάζονται για το Λούλη, που κι αυτός γελούσε με τα καλαμπούρια τους. Το άλλο ζευγάρι, ξαπλωμένο στο ένα στρώμα, είχε αφοσιωθεί σε χαϊδολογήματα.
«Έσκασε ο μαλάκας», συνέχισε η Μάρω, «μόλις έμαθε πως βολεύτηκα με το Λούλη σε βίλα με γήπεδο τένις».
«Έχει και γήπεδο;» ρώτησε ο Πέτρος.
«Θα μπορούσε να έχει. Τώρα θα διαδώσω ότι μαθαίνω και ιππασία».
Ήρθε κι η σειρά του Πέτρου να πει το χωρατό του.
«Βρήκες δάσκαλο;»
«Άμα ξέρεις ιππασία, σε προσλαμβάνω», τού ανταπέδωσε με σημασία το πείραγμα η Μάρω, κι ο Λούλης ξεκαρδίστηκε.
Τα μπουκάλια του κρασιού άδειαζαν. Η Μάρω γελούσε, τραγουδούσε και καλαμπούριζε. Κάποια στιγμή ξάπλωσε δίπλα στον Πέτρο.
«Η Δουλτσινέα σου στο κρεβάτι έλεγε τίποτα;»
«Τι θέλεις να πεις;»
«Έκανε απ' όλα;»
«Ποια όλα;»
«Πίπες, χρυσέ μου, και τα ρέστα. Πουριτανός είσαι;»
Ο Πέτρος δεν απάντησε, φανερά ενοχλημένος. Εκείνη γέλασε.
«Κατάλαβα. Σκέτο άντερο θα είναι. Θα τη βαρεθεί γρήγορα. Και τότε...»
Τρεις μέρες αργότερα η Μάρω ζήτησε από τον Πέτρο να πάνε πρωί στο Πανόραμα για καφέ. Ήρθε προκλητικά μακιγιαρισμένη.
«Να σού σερβίρω φρέσκα;» τον ρώτησε μόλις το γκαρσόνι απομακρύνθηκε.
«Για να κουτσομπολέψουμε μόνο», απάντησε ο Πέτρος προσπαθώντας να φανεί αδιάφορος.
«Η εκπαραθύρωση της Δουλτσινέας σου πλησιάζει. Ο εραστής άρχισε να με ζητάει στο τηλέφωνο δυο και τρεις φορές τη μέρα. Μόλις καταλαβαίνω τη φωνή του κατεβάζω το ακουστικό. Έχει σκάσει».
«Τι σκοπό έχεις;»
«Να τού τρίψω τη μούρη. Χώρια που το γυαλί ράγισε και δεν ξέρω αν θα ξανακολλήσει. Χρειάζομαι όμως κάποιον για να μού λύσει το οικονομικό και σεξουαλικό μου πρόβλημα».
Τον κοίταξε στα μάτια ανάβοντας τσιγάρο. Ο Πέτρος ταράχτηκε.
«Ποιο είναι το οικονομικό σου πρόβλημα;»
«Αρχικά, κάτι γραμμάτια -το ένα μάλιστα λήγει μεθαύριο- για τα έπιπλα που αγόρασα για το σπίτι. Δανεικά, εννοείται. Η αδελφή μου νοίκιασε το διαμέρισμά μου στην Αθήνα κι αργότερα με μια δουλειά που έχω στο νου να σκαρώσω στη Σαλονίκη, θα τα φέρω σίγουρα βόλτα. Προς το παρόν όμως μού χρειάζονται κάμποσα χιλιάρικα».
Του Πέτρου τού κόπηκαν τα πόδια. Την ποθούσε, κι από πάνω ήθελε να ξεχάσει και την Ελένη. Ο τρόπος όμως που τού ζητούσε -έστω και δανεικά- τα λεφτά, τον έκανε να νιώθει σαν πελάτης οίκου ανοχής. Αλλά μήπως και η Ελένη δεν τού είχε φερθεί σκάρτα;
«Λοιπόν, πάμε στο ιατρείο σου για να λύσουμε και το δεύτερο πρόβλημά μου;»
Ο Πέτρος κιτρίνισε. Η γυναίκα αυτή έδινε την εντύπωση ότι τον είχε σίγουρο, στην τσέπη της. Όχι βέβαια πως τον ερωτεύτηκε, αλλά τον επέλεξε σαν τον πιο πρόσφορο για να βολευτεί στη συγκεκριμένη περίσταση.
«Δε γίνεται», τής είπε. «Πρέπει να πάω σε μια κλινική».
«Το βράδυ, τότε».
«Το βράδυ έχω μια σύσκεψη».
«Δικαιολογίες!»
«Υπεκφυγές, Μάρω».
«Την αγαπάς ακόμα;»
«Δεν ξέρω, μπορεί».
Η Μάρω άναψε ένα δεύτερο τσιγάρο με την κάφτρα του πρώτου.
«Αν χρειάζεσαι χρήματα, μπορώ να σού δανείσω», είπε ο Πέτρος ύστερα από λίγο.
«Ευχαριστώ. Αν βρεθώ στην ανάγκη, θα σού ζητήσω», απάντησε η Μάρω. «Σκοπεύω όμως να κατεβώ πρώτα στην Αθήνα. Όταν επιστρέψω, θα σού φέρω νέα από τη Δουλτσινέα σου και το ξανασυζητάμε. Θέλεις;»
Κάποιο απόγευμα ο Πέτρος αντάμωσε τυχαία στο δρόμο τη μάνα της Ελένης, την Ιφιγένεια. Προσπάθησε να την αποφύγει αλλά δεν τα κατάφερε.
«Τί γίνεσαι;» τον ρώτησε.
Ο Πέτρος δεν απάντησε αλλά διαισθάνθηκε μια φευγαλέα ανησυχία στο βλέμμα της Ιφιγένειας.
«Τι κάνει η Ελένη;» ρώτησε με τη σειρά του.
Περπατώντας στην Τσιμισκή είχαν φτάσει στο ιατρείο του.
«Να 'ρθω λίγο πάνω;» τον ρώτησε.
Πάντα ευγενική η Ιφιγένεια, τού ζήτησε συγγνώμη για τη συμπεριφορά της κόρης της.
«Δε βαριέσαι», είπε ο Πέτρος. «Μήπως είναι η πρώτη φορά;»
«Φταις κι εσύ που δεν τής είχες σφίξει τα λουριά».
Ο Πέτρος χαμογέλασε. Η Ιφιγένεια τού πρόσφερε τσιγάρο.
«Περνάει τουλάχιστον καλά;» ξαναρώτησε.
«Δεν ξέρω», απάντησε η Ιφιγένεια. «Με φοβίζει ο Παύλος. Στην αρχή, όπως μού τηλεφωνούσε η Ελένη, ήταν τρυφερός μαζί της. Τώρα τελευταία...»
«Τι έγινε τελευταία;»
«Να, βρίσκει διάφορες προφάσεις και αφήνει την Ελένη μόνη της».
«Μπορεί να έχει δουλειές».
«Δεν ξέρω· πάντως δε μ' αρέσει αυτός ο άνθρωπος».
Ο Πέτρος ένιωθε αμηχανία.
«Μην κάνεις έτσι, μπορεί να βρούνε το δρόμο τους», προσπάθησε -κάπως αδέξια- να τής τονώσει το ηθικό.
«Είμαι σίγουρη πως την κοροϊδεύει. Μόνο εσύ αγάπησες πραγματικά την Ελένη, αλλά αυτός ο άστατος χαρακτήρας της τα χάλασε όλα».
Ο Πέτρος την κοίταζε αμίλητος. Αυτή δεν ήταν που είχε ζητήσει από τη Μάρω να πασάρει στην Ελένη «κανένα καλό παιδί» για να τη σώσει από αυτόν;
Η Ιφιγένεια δάκρυσε.
«Θα μού την καταστρέψει», συνέχισε.
Ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ο Πέτρος παρέμενε απαθής. Με την ανάποδη του χεριού της σκούπισε τα δάκρυα απ' το μάγουλό της. Τη στιγμή εκείνη χτύπησε το κουδούνι και εμφανίστηκε ένας πελάτης.
«Εγώ να πηγαίνω», είπε η Ιφιγένεια.
Τη συνόδεψε μέχρι την πόρτα, κι όταν την είδε να χώνεται μέσα στο ασανσέρ, ένιωσε σαν κάποιο βάρος να είχε φύγει από πάνω του.
Τού τηλεφώνησε από την Αθήνα.
«Πάνε αύριο το απόγευμα από το αεροδρόμιο να παραλάβεις τη Δουλτσινέα σου. Σού τη στέλνω συστημένη».
«Τι;»
Η Μάρω γελούσε. Φαινόταν πάλι πιωμένη.
«Από πού τηλεφωνείς;»
«Απ' το γραφείο του Παύλου. Εκείνος λείπει».
Ο Πέτρος παρατήρησε ότι ο «χοντρομαλάκας» έγινε ξανά Παύλος.
«Τι έγινε;»
«Τώρα που κατέβηκα στην Αθήνα, μένω στης αδελφής μου. Δεν ξέρω από πού το πληροφορήθηκε κι άρχισε πάλι τα τηλεφωνήματα. Εγώ, το χαβά μου. Είπα μάλιστα και στην αδελφή μου να τού κλείνει το τηλέφωνο. Οπότε, προχτές μού στήνει καρτέρι και μπουκάρει μέσα στο σπίτι. Πέφτει στα γόνατα -το φαντάζεσαι;- κι αρχίζει τα παρακάλια. “Συγχώρεσέ με”, λέει, “με παρέσυρε”. “Πάψε, ρε!” τού κάνω, “ολόκληρος ντάγκλαρος με μια πιθαμή μουστάκι, να λες ότι σε παρέσυρε ένα τσουλί!” Να μη στα πολυλογώ, αφού τον ξερόψησα κάμποσο, τού ζήτησα αποδείξεις της μεταμέλειάς του: Να διώξει τη γκόμενα αμέσως, να τής βγάλει εισιτήριο και να την πάει τσιφ στο αεροδρόμιο. Όσο για τη βαλίτσα της, τού είπα, θα αναλάβω εγώ να τη στείλω ταχυδρομικώς στη μάνα της, για να την απαλλάξω ξανά από τον κόπο να την κουβαλήσει».
«Δέχτηκε;»
«Σαν τρελός. Τού εξηγήθηκα, βέβαια, πως μέχρι να λήξει το συμβόλαιο με το νοικάρη μου θα μείνω στη Σαλονίκη κι ότι θα πρέπει να έρχεται αυτός επάνω τα Σαββατοκύριακα».
«Συμφώνησε;»
«Μόνο που δε ζήτησε να εγκατασταθεί στη Σαλονίκη. Και για να μην πάρει θάρρος, τού τόνισα ότι επί ένα χρόνο θα τον έχω υπό δοκιμή. Το ίδιο βράδυ φάγαμε μαζί στα «Παπάκια». Όλες τις καινούριες γκόμενες εκεί τις πάει. Έτσι ένιωσα ξανά σαν καινούρια. Να 'βλεπες χουβαρνταλίκια. Βέβαια, οι μαλακίες του δεν έλειψαν κι έχω αμφιβολίες αν έκανα καλά που τα ξανάφτιαξα μαζί του. Όσο για τη Δουλτσινέα σου, ρε συ, αυτό είναι ντιπ χαζό. Μια μέρα, μού είπε ο Παύλος, κατέβασε ξαφνικά το βρακί της και τού έδειξε τον κώλο της. “Κάτι μού πονάει, μήπως έχω κανένα σπυράκι;” Ο Παύλος την άρπαξε. “Εγώ είμαι μηχανικός”, τής είπε, “γιατρός ήταν ο προηγούμενος”. Και για το σεξ είχα δίκιο. Είναι μια σκέτη κότα, και οι πληροφορίες μου τώρα είναι από πρώτο χέρι.
Η Μάρω γελούσε κι ο Πέτρος στην άλλη άκρη του σύρματος έτρεμε.
«Ξέρεις», τη διέκοψε, «πριν από λίγες μέρες συναντηθήκαμε με την Ιφιγένεια».
«Τη στοργική πεθερά; Δε θα σού είπε ασφαλώς ότι κατέβηκε στην Αθήνα να συναντήσει το γαμπρό, αλλά ο Παύλος την κοπάνησε και η μάνα με την κόρη τον περίμεναν μάταια τρεις μέρες στο υπόγειο».
Ο Πέτρος κέρωσε.
«Ώστε έτσι;» είπε αυθόρμητα.
«Τι έτσι;» ρώτησε η Μάρω.
«Τίποτα».
«Λοιπόν, σ' αφήνω», τού είπε η Μάρω.
Ο Πέτρος βούλιαξε στην πολυθρόνα του γραφείου του.
Περίμενε την Ελένη να τον επισκεφτεί. Είχαν όμως περάσει τρεις μέρες από τον ερχομό της κι εκείνη δεν έδωσε κανένα σημείο ζωής. Σκέφτηκε να πάει στο σπίτι της. Με ποια αφορμή; Μια τυχαία συνάντηση θα τον βόλευε καλύτερα. Όχι, ήταν γελοίο να ψάχνει για προσχήματα ύστερα από ένα δεσμό τριών χρόνων με την Ελένη. Το πήρε απόφαση και τής τηλεφώνησε.
«Έμαθα πως γύρισες και πήρα για μια καλησπέρα».
«Ναι», είπε εκείνη αδιάφορα. «Γύρισα μέχρι να βγούνε τα αποτελέσματα στη Σχολή».
«Πώς τα πήγες;»
«Όχι και τόσο καλά».
Σώπασαν και άκουγαν μόνο τις ανάσες τους.
«Ο Παύλος τι κάνει;» κατόρθωσε κάποτε να ψελλίσει ο Πέτρος.
«Καλά», απάντησε εκείνη αόριστα.
«Αν κατεβείς προς την αγορά, πέρνα από το ιατρείο μου να τα πούμε», είπε με δισταγμό ο Πέτρος.
«Θα δούμε», απάντησε η Ελένη κι έκλεισε τη γραμμή.
Η συνάντηση έγινε την άλλη μέρα. Η Ελένη πήγε στο ιατρείο του ΙΚΑ, όπου ο Πέτρος εξέταζε ασθενείς που συνωθούνταν έξω από την πόρτα του. Κάθισε στην άκρη ενός πάγκου και περίμενε. Κάθε τόσο ο Πέτρος φώναζε «ο επόμενος, παρακαλώ», μέχρι που εξετάστηκαν όλοι, εκτός από κάποια που παρέμενε σκυφτή στην άκρη του τελευταίου πάγκου της μακρόστενης αίθουσας αναμονής.
«Ελάτε κι εσείς να τελειώνουμε», φώναξε.
Η Ελένη σηκώθηκε και τον πλησίασε με αργά βήματα.
Ο Πέτρος τα έχασε.
«Πάμε, σε παρακαλώ, μια βόλτα», τού είπε. «Έχω σκάσει να περιμένω».
Μπήκαν στο αυτοκίνητο και τράβηξαν για το δασάκι της Άνω Τούμπας. Ο Πέτρος παρκάρησε σ' ένα ξέφωτο.
«Λοιπόν;» τη ρώτησε.
«Τι λοιπόν;» είπε η Ελένη. «Δε μού ζήτησες να 'ρθω να σε δω;»
«Το μεσημέρι στο ΙΚΑ;»
«Πειράζει;»
Έγινε πάλι σιωπή.
«Έχεις τσιγάρο;» ρώτησε η Ελένη. Ο Πέτρος δεν είχε, κι αυτό μεγάλωσε την αμηχανία τους.
«Δεν τα πήγες καλά με τον Παύλο, ε;» άρχισε τη συζήτηση ο Πέτρος.
«Ήταν μια εμπειρία, δεν έχω παράπονο», απάντησε η Ελένη.
«Τι θα πει, δεν έχεις παράπονο;» ύψωσε τη φωνή ο Πέτρος. «Αφού σού φέρθηκε σκάρτα».
«Ποιος σού είπε ότι μού φέρθηκε σκάρτα;»
«Έμαθα ότι σε παράτησε στο υπόγειο μόλις πληροφορήθηκε πως η μάνα σου κατέβηκε στην Αθήνα για να τον συναντήσει».
«Η Μάρω στα είπε;»
«Έχει σημασία;»
«Πιστεύεις τις σαχλαμάρες της;»
«Πες μου, τότε, γιατί χωρίσατε».
«Δεν ταιριάζαμε και τού ζήτησα να γυρίσω προσωρινά στη Σαλονίκη».
«Εσύ;»
«Ναι, εγώ».
«Γι' αυτό δεν πρόλαβες να ετοιμάσεις τη βαλίτσα σου;»
Η Ελένη χλόμιασε.
«Πάμε να φύγουμε», είπε.
«Δε θα πάμε πουθενά αν δεν ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση».
«Έχουμε καμιά κατάσταση να ξεκαθαρίσουμε;»
«Ναι, για το σπυρί που έβγαλες στον κώλο σου και τού ζήτησες να σ' εξετάσει!»
Η Ελένη τα είχε χαμένα.
«Κι αυτό ακόμα το κουτσομπόλεψε, ο πρόστυχος;» ξέσπασε με κλάματα. Ύστερα επιστρατεύοντας όσες δυνάμεις είχε, σήκωσε το κεφάλι της και σκούπισε τα δάκρυα και τη μύτη της μ' ένα μαντίλι.
«Πάμε να φύγουμε, σε παρακαλώ», επανέλαβε.
«Μ' ακόμα δεν ξεκαθαρίσαμε τίποτα», συνέχισε ο Πέτρος. «Ξέρεις, δεν έπαψα ούτε στιγμή να σ' αγαπώ, Ελένη».
Τα σκαλιστά μάτια της χαμογέλασαν.
«Τότε να μη μού ξαναμιλήσεις ποτέ για όλη αυτή την ιστορία. Μού το υπόσχεσαι;»
Σφυρίδης Περικλής
Περιοδικό «Διαγώνιος»,
τεύχος 15
Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος 1983

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου