Και οι δυο είχαν το ίδιο όνομα Σνγιόλφουρ. Οι άλλοι τούς ξεχώριζαν: ο μεγάλος Σνγιόλφουρ και ο μικρός Σνγιόλφουρ. Έτσι το είχαν σηνήθειο· τους φαινόταν πως ήταν πιο σφιχτά ενωμένοι μεταξύ τους που είχαν το ίδιο όνομα, και μ' αυτό φώναζε ο ένας τον άλλον.
Ο μεγάλος Σνγιόλφουρ θα ήταν πενηντάρης, ο μικρός Σνγιόλφουρ μόλις είχε πατήσει τα δώδεκα. Ήταν πάντα πιστά μαζί. Ούτε βήμα δεν έκανε ο ένας χωρίς τον άλλον. Αυτό γινόταν από τότε που ο μικρός Σνγιόλφουρ ένιωσε τον κόσμο.
Ο μεγάλος Σνγιόλφουρ όμως μπορούσε να θυμάται πως εδώ και δεκατρία χρόνια είχε ένα κτήμα ως ένα μίλι μακριά, πως είχε μια γυναίκα και τρία γερά, ζωηρά παιδάκια. Τότε ξέσπασε μονομιάς η δυστυχία επάνω του. Πρώτα - πρώτα έπεσε αρρώστια στα γελάδια, και σε λίγες μέρες ψόφησε όλο το κοπάδι. Σε λίγο ήρθε διφθερίτη στα παιδιά, και πέθαναν και τα τρία, το ένα καταπανωτά στ' άλλο, που και τα τρία τα 'θαψε μαζί σ' ένα μνημούρι. Για να πλερώσει τα χρέη του ο Σνγιόλφουρ πούλησε και σπίτι και κτήμα. Αγόρασε αυτή τη μικρή γλώσσα γη κοντά στο ψαροχώρι, έφτιασε με τα ίδια τα χέρια του την καλύβα του με τις δυο καμαρούλες· χωρίς ξένη βοήθεια, σαν να 'ταν μαραγκός έκαμε κι ένα υπόστεγο για βάρκα· και του 'μειναν τόσα λεφτά όσα χρειάζονταν για ν' αγοράσει μια βαρκούλα.
Και τότε άρχισε γι' αυτόν και για τη γυναίκα του μια φτωχική και βασανισμένη ζωή. Ήσαν και οι δυο τους συνηθισμένοι στη δουλειά, όχι όμως και στη φτώχεια και στην ακατάπαυστη έννοια για το ψωμί. Την τροφή τους έπρεπε κάθε μέρα να τη ζητήσουν στα βάθη της θάλασσας. Όχι λίγες φορές η θάλασσα δειχνόταν πολύ φιλάργυρη, και δεν πήγαιναν χορτάτοι κάθε βράδυ να πλαγιάσουν. Και για ρούχα δεν περίσσευε τίποτε.
Γι' αυτό η γυναίκα το καλοκαίρι πήγαινε κι έπιανε δουλειά στο χωριό, στου ψαρέμπορου, και έλιαζε ψάρια. Μα η δουλειά αυτή δεν ήταν ταχτική, μόνο τις ημέρες που είχε ήλιο, και το φτωχικό μεροκάματο που έπαιρνε δεν έπιανε τόπο. Με όλ' αυτά όμως μπόρεσε να φέρει στον κόσμο το μικρό Σνγιόλφουρ και πρόφτασε να τον δει βαφτισμένο -κι ύστερα πέθανε, κι από τότε πατέρας και γιος ήταν μονάχοι.
Ο μικρός Σνγιόλφουρ θαμποθυμόταν κάποιες φρικτές ημέρες που πέρασε μέσ' την μοναξιά της καλύβας μέσα σε δάκρυα και λαχτάρες και απελπισία -δεν είχε κανέναν να τον φροντίσει, όσο ήταν μικρός ακόμα, και δε μπορούσε να πάει κι αυτός στο ψάρεμα με τον πατέρα του. Ο μεγάλος Σνγιόλφουρ τον έδενε σ' ένα πόδι του κρεβατιού, ή παραμέριζε το κάθε τι από το πάτωμα, για να μπορεί ο μικρός ν' αρκουδίζει γύρω ελεύθερα, όταν αυτός αυγή - αυγή έφευγε από την καλύβα. Ήταν αναγκασμένος να πάγει με την ψαροπούλα στη θάλασσα για να βγάλει το φτωχικό ψωμοφάγι και για τους δυο.
Πολύ πιο καθαρά θυμόταν ο μικρός Σνγιόλφουρ κάποιο ευτυχισμένο καιρό με ηλιοφώτιστες ημέρες, στη θάλασσα, όταν καθόταν στην πλώρη της ψαρόβαρκας ενώ ο μεγάλος Σνγιόλφουρ τραβούσε επάνω κι έριχνε μέσα τα ψάρια με την ασημένια λάμψη. Ανακατεύονταν όμως μ' αυτά και πικρές ενθύμησες: μέρες συννεφιασμένες που ο ουρανός έκλαιε κι ο μεγάλος Σνγιόλφουρ αναγκαζόταν να πάει μόνος του να ρίξει τα δίχτυα.
Σιγά - σιγά όμως ο μικρός Σνγιόλφουρ μεγάλωσε και μπορούσε πια, ό,τι καιρός κι αν ήταν, να πηγαίνει με τον μεγάλο Σνγιόλφουρ. Κι από τότε έγιναν αχώριστοι. Ο ένας δε μπορούσε ούτε πέντε λεπτά να κάμει χωρίς τον άλλο. Ξυπνούσε ο ένας τη νύχτα, ξυπνούσε αμέσως κι ο άλλος -ναι, σαν κοιμόταν ανήσυχα ο ένας, δε μπορούσε να 'βρει ησυχία ο άλλος. Θα 'βαζε κανείς με το νου του πως είχαν πολλά να πουν οι δυο τους, γι' αυτό και δε χωριζόνταν ποτέ τους.
Μα αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ο ένας γνώριζε τον άλλον τόσο καλά, κι είχαν τόση εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο, που δεν είχαν ανάγκη από λόγια -περνούσαν μέρες που δεν έλεγαν παρά λίγες λέξεις μεταξύ τους. Η ευτυχία τους ήταν να 'ναι ο ένας κοντά στον άλλον. Εκοίταζε ο ένας τον άλλον στα μάτια, κι αυτό τους έφτανε.
Μα μέσα στα λιγοστά λόγια που αντάλλαζαν ήταν κι ένας λόγος που λεγόταν και ξαναλεγόταν κάθε τόσο· δηλαδή που τον έλεγε κάθε λίγο ο μεγάλος Σνγιόλφουρ στο μικρό. Κι αυτός ο λόγος ήταν:
«Πρέπει ο καθένας να 'χει έννοια να πληρώνει το χρέος του, να μη χρωστά σε κανέναν τίποτε και τ' άλλα να τ' αφήνει στο έλεος του Θεού».
Κι οι δυο τους λοιπόν είχαν καλύτερα να πεινούν παρά να μπουν χωρίς λεφτά σε μαγαζί. Κι έραβαν τα ρούχα τους από παλιά σακιά και τα φορούσαν ώσπου να λιώσουν απάνω τους, για να μην αγοράσουν τίποτε με πίστωση.
Οι άλλοι ολόγυρα χρωστούσαν και πλήρωναν τον έμπορο αριά και πού, και πάλι ποτέ δεν ξοφλούσαν το χρέος τους. Μα οι δυο Σνγιόλφουρ δε χρωστούσαν λεπτό σε άνθρωπο, όσο ο μικρός θυμόταν. Πριν γεννηθεί αυτός, ο μεγάλος Σνγιόλφουρ είχε βέβαια ένα τρεχούμενο λογαριασμό στου εμπόρου. Μα αυτό δεν το 'ξερε ο μικρός Σνγιόλφουρ.
Πατέρας και γιος έπρεπε να φροντίζουν να βάζουν το καλοκαίρι κάτι στην άκρη, για το χειμώνα που έπαυε το ψάρεμα, γιατί η παγωνιά και οι μπόρες κρατούσαν την ψαρόβαρκα σκλάβωμένη στη στεριά. Αλάτιζαν και ξήραιναν ψάρια και τα φύλαγαν, πωλούσαν και μερικά στον έμπορο και με τα λεφτά που έπαιρναν αγόραζαν ό,τι τους χρειαζόταν. Μα κάθε χειμώνα τα ξόδευαν όλα, και κάποτε δεν έφταναν. Σχεδόν κάθε άνοιξη υπόφεραν από πείνα -πολύ ή λίγο. Αν και έβγαιναν κάθε μέρα στο ψάρεμα -όταν δεν τους εμπόδιζε η φορτούνα- συχνά γύριζαν πίσω μ' αδειανά χέρια, ή με κανένα μοναχικό στεγνό ψάρι στο αμπάρι της ψαρόβαρκας.
Μα ποτέ δεν παραπονιόταν. Ήταν πάντα οι ίδιοι. Τις πολλές αναποδιές και δυστυχίες και τη λιγούτσικη ευτυχία τις δέχονταν πάντα με ψυχή ατάρακτη -το παιδί όσο κι ο άνδρας. Δε χρωστούσαν όμως σε κανέναν λεπτό. Και παρηγοριόνταν με την άσβηστη ελπίδα πως, αν σήμερα δεν είχαν να φάγουν, μπορούσε όμως ο Πανάγαθος Θεός αύριο να γεμίσει το τσουκάλι τους... ή και μεθαύριο. Όταν όμως έφτανε η Άνοιξη, τα πρόσωπά τους ήταν χλωμά κι ο ύπνος τους τις νύχτες βαρύς και ταραγμένος. Ή περνούσαν ώρες και ώρες χωρίς να κλείσουν μάτι.
Και ίσα ίσα σε μια τέτοια Άνοιξη -ήταν και κρύο κι έβρεχε, και φυσούσε δυνατά σχεδόν κάθε μέρα- ξέσπασε πάλι η δυστυχία πάνω στο μεγάλο Σνγιόλφουρ. Ένα πρωινό μια χιονοθύελλα συνάρπαξε την καλύβα και έθαψε κάτω από τα χιόνια πατέρα και γιο. Με τρόπο απίστευτο ο μικρός Σνγιόλφουρ κατόρθωσε να ξεθαφτεί και να βγει μέσα από τις χιονοστιβάδες. Κι όταν είδε κι απόειδε πως δε μπορούσε μόνος του να 'βρει τον μεγάλο Σνγιόλφουρ, πήγε στο χωριό και φώναξε βοήθεια. Μα η βοήθεια ήρθε πολύ αργά· ο μεγάλος ο Σνγιόλφουρ, όταν με πολλά βάσανα μπόρεσαν να τον ξεθάψουν κάτω από τα χιόνια, ήταν πια πεθαμένος.
Το παιδί ακούμπησε το λείψανο πάνω σε μια πέτρα στο βράχο. Πιο αργά θα τον πήγαιναν μ' ένα έλκηθρο στο χωριό. Ο μικρός Σνγιόλφουρ στεκόταν ώρες δίπλα στο νεκρό και με το χέρι του χάιδευε τα σταχτιά μαλλιά του μεγάλου Σνγιόλφουρ. Μουρμούριζε με τη συνηθισμένη του φωνή κάτι, που κανένας δεν ένιωθε. Μα δεν έκλαιε. Οι άνθρωποι του χωριού έβρισκαν πως είναι αλλόκοτο παιδί, να μην κλάψει και θύμωναν μέσα τους.
«Παιδί, πράμα, κι έτσι άκαρδο!» έλεγαν συναμεταξύ τους.
Αυτός ήταν ο λόγος που δεν το πήρε κανένας μαζί του σπίτι του. Όταν οι ψαροχωρίτες γύρισαν στο χωριό για να πάρουν το έλκηθρο και να φάνε, ο μικρός Σνγιόλφουρ έμεινε μονάχος στο μικρό ακρωτήρι.
Η καλύβα από το φοβερό άρπαγμα της χιονοθύελλας έγινε κομμάτια. Δω και κει πρόβαλε κανένα δοκάρι ή μόλις ξεχώριζε μισοσκεπασμένο μέσα στα χιόνια κάποιο από τα φτωχικά σκεύη τους. Ο μικρός Σνγιόλφουρ πήγε στην ακρογιαλιά για να ιδεί τι απόγινε η ψαρόβαρκα. Κι όταν την είδε συντρίμμια, δεν είπε τίποτε, μόνο σήκωσε λίγο τα φρύδια ψηλά.
Κι ύστερα γύρισε πίσω πάλι στο βράχο, στον πεθαμένο και ξαναχάιδεψε το πρόσωπό του.
«Πολύ άσχημα πάει η δουλειά!» είπε με το νου του. «Αν ήταν γερή η ψαρόβαρκα, θα μπορούσα να την πουλήσω». Η αλήθεια ήταν πως η κηδεία κάτι θα κόστιζε· το ήξερε, γιατί ο μεγάλος Σνγιόλφουρ το είχε πει πολλές φορές: πως ο καθένας έχει χρέος να φροντίσει να 'χει δικό του τόσο δα, όσο φτάνει, σαν πεθάνει, να τον βάλουν στη γη και να μην τον θάψουν σα ζητιάνο με έξοδα της ενορίας -γιατί αυτό είναι ντροπή. Αυτοί όμως μπορούσαν -και τούτο το είχε πει- πατέρας και γιος να πεθάνουν κι οι δυο ήσυχοι, όποτε κι αν είναι, γιατί η καλύβα, ο τόπος στο μικρό κάβο, η ψαρόβαρκα και τα λίγα έπιπλά τους αν τα πουλούσαν σε δημοπρασία θα 'διναν, και με το παραπάνω, όσα έφταναν για την κηδεία τους.
Μα τώρα έγιναν όλα συντρίμια. Μόνο ο καβότοπος έμεινε. Και ποιος θα τον αγόραζε; Ο μικρός Σνγιόλφουρ λογάριαζε πως δεν είχε καμιά αξία, έτσι έρημος και απόμερος που ήταν. Και ως εκείνη τη στιγμή είχε ολότελα ξεχάσει πως από δω και πέρα δε θα 'χε να φάει, και θα πέθαινε από την πείνα. Τώρα τού ήρθε μια σκέψη να πάει στην ακρογιαλιά και να πέσει στη θάλασσα να πνιγεί. Μα τότε το μεγάλο Σνγιόλφουρ θα τον έθαβαν με έξοδα της ενορίας. Σκέφτηκε πως ήταν υπόλογος και για τους δυο τους και δεν τολμούσε να πάρει επάνω του το βάρος να θαφτούν ντροπιασμένα και οι δύο.
Σε τέτοιες λεπτολογίες δεν ήταν συνηθισμένο το μυαλό του μικρού Σνγιόλφουρ. Τον έπιασε κεφαλόπονος και λίγο έλειψε στην απελπισία του να τα παρατήσει όλα. Τότε του ήρθε έξαφνα στο νου πως ήταν άστεγος, πως δεν είχε πού να γείρει το κεφάλι τη νύκτα. Και έξω ήταν τόσο κρύο! Αφού κάμποση ώρα παιδεύθηκε να λύσει αυτό το πρόβλημα, αποφάσισε να πάει να ξεχώσει μερικά δοκάρια. Τα στήλωσε πλάγια στο βράχο, πάνω από τον πεθαμένο, άπλωσε το παλιό πανί της βάρκας από πάνω κι ύστερα σκόρπισε χιόνι στην πάνινη σκεπή για να βαστά ζέστη μέσα. Ήταν κι αυτό μια παρηγοριά, πως μπορούσε να κρατήσει εκεί κοντά του τον μεγάλο Σνγιόλφουρ μέρες. Ε, βέβαια, δε θα 'ταν περισσότερο από μια εβδομάδα. Όταν τελείωσε, κάθισε στο στενό υπόστεγο κοντά στο λείψανο. Ένιωθε μια μεγάλη κούραση, και πεινούσε και νύσταζε κι όλα. Μα πάλι, του ξαναήρθε η σκέψη πως να εύρει λεφτά για την κηδεία. Και μονομιάς του ήρθε μια φώτιση -κι αμέσως άλλη μία. Και στη στιγμή έφυγε η κούραση. Κι όσο να βήξεις, ήταν έξω από το υπόστεγο και το 'βαλε για το ψαροχώρι.
Τράβηξε ίσια στο σπίτι του εμπόρου. Δεν έριξε ματιά σε κανένα από τα σπίτια που πέρασε. Δεν εκατάλαβε πως οι ψαροχωρίτες δεν τον κοίταζαν με καλό μάτι. (Το άκαρδο παιδί, που δεν έκλαψε τον πατέρα του! έλεγαν). Σαν έφτασε στο σπίτι του εμπόρου, μπήκε ίσια στο κατάστημα και ρώτησε τον υπάλληλο αν μπορούσε να μιλήσει του αφεντικού.
Ο υπάλληλος τον κοίταξε λίγο διστακτικά, επήγε όμως και κτύπησε την πόρτα του γραφείου. Σε λίγο φάνηκε στη θύρα ο έμπορος, εκοίταξε προσεκτικά τον Σνγιόλφουρ και του είπε να περάσει μέσα.
Ο μικρός Σνγιόλφουρ άφησε το σκούφο του στο τραπέζι του μαγαζιού και μπήκε στο γραφείο.
«Λοιπόν, παλικάρι μου;» ρώτησε ο έμπορος.
Ο μικρός Σνγιόλφουρ λίγο έλειψε να τα χάσει. Μα έβαλε τα δυνατά του και είπε:
«Ξέρεις, χωρίς άλλο, πως το δικό μας ακρωτήρι είναι πιο καλή σκάλα για ξεφόρτωμα, από κείνη που ξεφορτώνουν τα πλοία σου όταν έρχονται από τις Φερόες».
Ο έμπορος χαμογέλασε άθελα για τον αντρίκιο τόνο και την ήσυχη σοβαρότητα του μικρού Σνγιόλφουρ.
«Άκουσα να το λεν», αποκρίθηκε.
«Αν λοιπόν έδινα την άδεια στα πλοία σου να ξεφορτώσουν στον κάβο μου, τι θα μου 'δινες;»
«Δεν είναι καλύτερα να σου τον αγοράσω τον κάβο σου;» ρώτησε ο έμπορος και προσπάθησε να κρατήσει τα γέλια.
«Όχι», απάντησε ο μικρός Σνγιόλφουρ, «γιατί τότε δε θα είχα τόπο που να λέγω πως είναι δικός μου».
«Μα κει έξω, ξέσκεπα, δε μπορείς να μείνεις. Δε θα σου δώσουν την άδεια».
«Το καλοκαίρι, έχω σκοπό να φτιάσω μια καλύβα· ως τότε έχω ένα υπόστεγο που το έκαμα μόνος μου. Μα έχασα τον μεγάλο Σνγιόλφουρ και τη βάρκα, και τούτο το καλοκαίρι δε μπορώ να βγω στο ψάρεμα. Γι' αυτό θέλω να σου νοικιάσω τον καβότοπο για τα πλοία σου, σα θέλεις να τον νοικιάσεις και να με πλερώσεις. Από κει μπορούν να κάνουν πανιά τα καΐκια με κάθε καιρό. Δε θυμάσαι το περασμένο καλοκαίρι πόσες φορές οι ψαράδες σου έμειναν στη στεριά, ενώ εμείς βγήκαμε στο ψάρεμα; “Αυτό γινόταν γιατί το ξεβαρκάρισμα είναι πιο δύσκολο στη σκάλα σου παρά στη δική μας”, έλεγε ο μεγάλος Σνγιόλφουρ».
«Και τι νοίκι ζητάς για το καλοκαίρι;» ρώτησε ο έμπορος.
«Ω! Τόσα μόνο όσα φτάνουν ν' αγοράσω ένα κιβούρι για το μεγάλο Σνγιόλφουρ, για να μην τον θάψουν μ' έξοδα της ενορίας».
«Καλά. Θα φροντίσω για το κιβούρι και για τ' άλλα της κηδείας. Να 'σαι ήσυχος».
Ο έμπορος προχώρησε προς τη θύρα, σαν να ήθελε να τον ξεπροβοδίσει· μα ο μικρός Σνγιόλφουρ έμεινε στη θέση του, σαν να 'θελε ακόμη κάτι.
«Πότε φτάνουν τ' ανοιξιάτικα πλοία σου με την πραμάτεια;» ρώτησε σοβαρά και με συλλογή.
«Μου φαίνεται πως μεθαύριο θα 'ναι δω», αποκρίθη ο έμπορος.
«Δε θα χρειασθείς και φέτος κάποιο βοηθό στο κατάστημα σαν το περασμένο καλοκαίρι;» ρώτησε ο μικρός Σνγιόλφουρ, και τον κοίταξε ήσυχα στα μάτια.
«Ναι, αλλά πρέπει να 'χει περασμένα τα δεκαπέντε», αποκρίθηκε ο έμπορος, και δεν μπόρεσε να κρατήσει το γέλιο.
«Έρχεσαι μια στιγμούλα μαζί μου έξω;» είπε ο μικρός Σνγιόλφουρ -φαινόταν πως είχε έτοιμη την απάντηση.
Ο έμπορος βγήκε γελώντας μαζί του από το κατάστημα, και πήγαν σ' ένα ύψωμα της ακρογιαλιάς, που ήταν εκεί κοντά.
Σιωπηλά ο μικρός Σνγιόλφουρ προχώρησε σε μια μεγάλη πέτρα, τη σήκωσε μ' ευκολία από χάμου και την άφησε πάλι να πέσει. Τότε γύρισε και λέει του εμπόρου:
«Εκείνος που είχες πέρσι εδώ δεν μπορούσε να τη σηκώσει· τον είδα πολλές φορές να δοκιμάζει του κάκου».
Ο έμπορος γέλασε με όρεξη.
«Αφού είσαι τόσο δυνατός, μπορώ να σε μεταχειρισθώ στο κατάστημα κι ας μην είσαι δεκαπέντε χρόνων».
«Και τότε θα μου δίνεις τροφή και τον ίδιο μισθό που έδινες εκεινού;» ρώτησε ο μικρός Σνγιόλφουρ.
«Ναι, και τροφή και τον ίδιο μισθό».
«Καλά. Έτσι δε θα βρεθώ στην ανάγκη να γίνω βάρος στην ενορία», είπε ξελαφρωμένος ο μικρός Σνγιόλφουρ. «Όταν ένας έχει να φάγει και να πιει και τα ρούχα του, κανένας δεν τον σκοτίζει», είπε εξηγώντας τη σκέψη του.
Ύστερα πήρε το σκούφο του κι έδωκε το χέρι στον έμπορο, όπως είχε ιδεί να κάνει ο μεγάλος Σνγιόλφουρ.
«Γεια σου!» είπε. «Θα 'ρθω το λοιπόν μεθαύριο».
«Α! Έλα μαζί μου μέσα λιγάκι ακόμη», είπε ο έμπορος. Επήγε στην πόρτα της κουζίνας, οδήγησε μέσα το μικρό Σνγιόλφουρ και είπε στην υπηρέτρια:
«Μπορείς να δώσεις κάτι να φάγει σ' αυτό το αγόρι;»
Ο μικρός Σνγιόλφουρ κίνησε με δύναμη αρνητικά το κεφάλι.
«Δεν πεινάς;» ρώτησε ο έμπορος.
«Ω! Ναι! Πεινώ!» αποκρίθηκε ο μικρός Σνγιόλφουρ, με φωνή αδυνατισμένη· η ορεκτική μυρωδιά των φαγητών ετράνεψε πιο πολύ την πείνα του, μα έλεγε μέσα του: «Αυτό είναι ελεημοσύνη, και δε θέλω».
Ο έμπορος έγινε μονομιάς πολύ σοβαρός. Εσίμωσε το παιδί, ακούμπησε το χέρι του χαϊδευτικά στο κεφάλι του, έκαμε νόημα στην υπηρέτρια και έμπασε τον μικρό μαζί του στην κάμαρα.
«Δε σου έτυχε, να ιδείς καμιά φορά τον πατέρα σου να κερνά ρακί σε κάποιον που ήρθε για επίσκεψη στο σπίτι σας ή καφέ; Ε, δε σου έτυχε να το ιδείς;»
«Ναι».
«Βλέπεις λοιπόν πως πρέπει να περιποιόμαστε τους μουσαφιρέους μας. Και σαν οι μουσαφιρέοι δε δέχονται την περιποίησή μας δε μπορούν πια να 'ναι καλοί μας φίλοι. Γι' αυτό πρέπει να φας μαζί μου, καταλαβαίνεις, γιατί είσαι μουσαφίρης μου και κάμαμε μαζί συμφωνίες για σπουδαία πράγματα, που δεν μπορούν να σταθούν σα δε θέλεις να γίνεις μουσαφίρης μου».
«Δέχομαι, αφού είναι ανάγκη», στέναξε ο μικρός Σνγιόλφουρ.
Έμεινε λίγα λεπτά σκεπτικός. Τέλος είπε σοβαρά:
«Πρέπει να φροντίζουμε ο καθένας να πληρώνει το χρέος του και να μη χρωστά σε κανένα· τ' άλλα να τ' αφήνει στο Θεό».
«Αυτά είναι σωστά λόγια», είπε ο έμπορος, κρατώντας το μαντήλι του στο πρόσωπό του, γιατί σύγκαιρα γελούσε κι έκλαιε.
«Το 'χει στο αίμα του», ψιθύρισε μόνος του. Δυνατά όμως είπε, χαϊδεύοντας το κεφάλι του μικρού Σνγιόλφουρ.
«Ο Θεός μαζί σου, αγόρι μου!»
Ο μικρός παρατήρησε με μεγάλη έκπληξη τη μεγάλη συγκίνηση του εμπόρου. «Ο μεγάλος Σνγιόλφουρ δεν έκλαιε ποτέ», είπε. Κι ύστερα από λίγο πρόσθεσε:
«Κι εγώ ποτέ μου δεν έκλαψα από τότε που ήμουν παιδί. Ήθελα τόσο πολύ να κλάψω, σαν είδα πεθαμένο τον μεγάλο Σνγιόλφουρ. Μα φοβήθηκα μην του κακοφανεί. Γι' αυτό κι εγώ κρατή...»
Σε λίγο ο μικρός Σνγιόλφουρ βρέθηκε κλαίοντας μέσα στους βραχίονες του εμπόρου που έκλαιε...
Γκούναρσον Γκούναρ
(μετφ. Αριστοτέλης Κουρτίδης)
Περιοδικό «Νέα Εστία»
τεύχος 3, Μάιος 1927

