Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2022

Ο ΓΙΟΣ

   
   Κατοικούσαν λίγο παραέξω από το μικρό ψαροχώρι, οι δυο τους -ο πατέρας και ο γιος.
   Και οι δυο είχαν το ίδιο όνομα Σνγιόλφουρ. Οι άλλοι τούς ξεχώριζαν: ο μεγάλος Σνγιόλφουρ και ο μικρός Σνγιόλφουρ. Έτσι το είχαν σηνήθειο· τους φαινόταν πως ήταν πιο σφιχτά ενωμένοι μεταξύ τους που είχαν το ίδιο όνομα, και μ' αυτό φώναζε ο ένας τον άλλον.
   Ο μεγάλος Σνγιόλφουρ θα ήταν πενηντάρης, ο μικρός Σνγιόλφουρ μόλις είχε πατήσει τα δώδεκα.  Ήταν πάντα πιστά μαζί. Ούτε βήμα δεν έκανε ο ένας χωρίς τον άλλον. Αυτό γινόταν από τότε που ο μικρός Σνγιόλφουρ ένιωσε τον κόσμο.
   Ο μεγάλος Σνγιόλφουρ όμως μπορούσε να θυμάται πως εδώ και δεκατρία χρόνια είχε ένα κτήμα ως ένα μίλι μακριά, πως είχε μια γυναίκα και τρία γερά, ζωηρά παιδάκια. Τότε ξέσπασε μονομιάς η δυστυχία επάνω του.  Πρώτα - πρώτα έπεσε αρρώστια στα γελάδια, και σε λίγες μέρες ψόφησε όλο το κοπάδι. Σε λίγο ήρθε διφθερίτη στα παιδιά, και πέθαναν και τα τρία, το ένα καταπανωτά στ' άλλο, που και τα τρία τα 'θαψε μαζί σ' ένα μνημούρι. Για να πλερώσει τα χρέη του ο Σνγιόλφουρ πούλησε και σπίτι και κτήμα. Αγόρασε αυτή τη μικρή γλώσσα γη κοντά στο ψαροχώρι, έφτιασε με τα ίδια τα χέρια του την καλύβα του με τις δυο καμαρούλες· χωρίς ξένη βοήθεια, σαν να 'ταν μαραγκός έκαμε κι ένα υπόστεγο για βάρκα· και του 'μειναν τόσα λεφτά όσα χρειάζονταν για ν' αγοράσει μια βαρκούλα.
   Και τότε άρχισε γι' αυτόν και για τη γυναίκα του μια φτωχική και βασανισμένη ζωή. Ήσαν και οι δυο τους συνηθισμένοι στη δουλειά, όχι όμως και στη φτώχεια και στην ακατάπαυστη έννοια για το ψωμί. Την τροφή τους έπρεπε κάθε μέρα να τη ζητήσουν στα βάθη της θάλασσας. Όχι λίγες φορές η θάλασσα δειχνόταν πολύ φιλάργυρη, και δεν πήγαιναν χορτάτοι κάθε βράδυ να πλαγιάσουν. Και για ρούχα δεν περίσσευε τίποτε.
   Γι' αυτό η γυναίκα το καλοκαίρι πήγαινε κι έπιανε δουλειά στο χωριό, στου ψαρέμπορου, και έλιαζε ψάρια. Μα η δουλειά αυτή δεν ήταν ταχτική, μόνο τις ημέρες που είχε ήλιο, και το φτωχικό μεροκάματο που έπαιρνε δεν έπιανε τόπο. Με όλ' αυτά όμως μπόρεσε να φέρει στον κόσμο το μικρό Σνγιόλφουρ και πρόφτασε να τον δει βαφτισμένο -κι ύστερα πέθανε, κι από τότε πατέρας και γιος ήταν μονάχοι.
   Ο μικρός Σνγιόλφουρ θαμποθυμόταν κάποιες φρικτές ημέρες που πέρασε μέσ' την μοναξιά της καλύβας μέσα σε δάκρυα και λαχτάρες και απελπισία -δεν είχε κανέναν να τον φροντίσει, όσο ήταν μικρός ακόμα, και δε μπορούσε να πάει κι αυτός στο ψάρεμα με τον πατέρα του. Ο μεγάλος Σνγιόλφουρ τον έδενε σ' ένα πόδι του κρεβατιού, ή παραμέριζε το κάθε τι από το πάτωμα, για να μπορεί ο μικρός ν' αρκουδίζει γύρω ελεύθερα, όταν αυτός αυγή - αυγή έφευγε από την καλύβα. Ήταν αναγκασμένος να πάγει με την ψαροπούλα στη θάλασσα για να βγάλει το φτωχικό ψωμοφάγι και για τους δυο.
   Πολύ πιο καθαρά θυμόταν ο μικρός Σνγιόλφουρ κάποιο ευτυχισμένο καιρό  με ηλιοφώτιστες ημέρες, στη θάλασσα, όταν καθόταν στην πλώρη της ψαρόβαρκας ενώ ο μεγάλος Σνγιόλφουρ τραβούσε επάνω κι έριχνε μέσα τα ψάρια με την ασημένια λάμψη. Ανακατεύονταν όμως μ' αυτά και πικρές ενθύμησες: μέρες συννεφιασμένες που ο ουρανός έκλαιε κι ο μεγάλος Σνγιόλφουρ αναγκαζόταν να πάει μόνος του να ρίξει τα δίχτυα.
   Σιγά - σιγά όμως ο μικρός Σνγιόλφουρ μεγάλωσε και μπορούσε πια, ό,τι καιρός κι αν ήταν, να πηγαίνει με τον μεγάλο Σνγιόλφουρ. Κι από τότε έγιναν αχώριστοι. Ο ένας δε μπορούσε ούτε πέντε λεπτά να κάμει χωρίς τον άλλο. Ξυπνούσε ο ένας τη νύχτα, ξυπνούσε αμέσως κι ο άλλος -ναι, σαν κοιμόταν ανήσυχα ο ένας, δε μπορούσε να 'βρει ησυχία ο άλλος. Θα 'βαζε κανείς με το νου του πως είχαν πολλά να πουν οι δυο τους, γι' αυτό και δε χωριζόνταν ποτέ τους.
   Μα αυτό δεν ήταν αλήθεια. Ο ένας γνώριζε τον άλλον τόσο καλά, κι είχαν τόση εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο, που δεν είχαν ανάγκη από λόγια -περνούσαν μέρες που δεν έλεγαν παρά λίγες λέξεις μεταξύ τους. Η ευτυχία τους ήταν να 'ναι ο ένας κοντά στον άλλον. Εκοίταζε ο ένας τον άλλον στα μάτια, κι αυτό τους έφτανε.
   Μα μέσα στα λιγοστά λόγια που αντάλλαζαν ήταν κι ένας λόγος που λεγόταν και ξαναλεγόταν κάθε τόσο· δηλαδή που τον έλεγε κάθε λίγο ο μεγάλος Σνγιόλφουρ στο μικρό. Κι αυτός ο λόγος ήταν:
   «Πρέπει ο καθένας να 'χει έννοια να πληρώνει το χρέος του, να μη χρωστά σε κανέναν τίποτε και τ' άλλα να τ' αφήνει στο έλεος του Θεού».   
   Κι οι δυο τους λοιπόν είχαν καλύτερα να πεινούν παρά να μπουν χωρίς λεφτά σε μαγαζί. Κι έραβαν τα ρούχα τους από παλιά σακιά και τα φορούσαν ώσπου να λιώσουν απάνω τους, για να μην αγοράσουν τίποτε με πίστωση. 
   Οι άλλοι ολόγυρα χρωστούσαν και πλήρωναν τον έμπορο αριά και πού, και πάλι ποτέ δεν ξοφλούσαν το χρέος τους. Μα οι δυο Σνγιόλφουρ δε χρωστούσαν λεπτό σε άνθρωπο, όσο ο μικρός θυμόταν. Πριν γεννηθεί αυτός, ο μεγάλος Σνγιόλφουρ είχε βέβαια ένα τρεχούμενο λογαριασμό στου εμπόρου. Μα αυτό δεν το 'ξερε ο μικρός Σνγιόλφουρ.
   Πατέρας και γιος έπρεπε να φροντίζουν να βάζουν το καλοκαίρι κάτι στην άκρη, για το χειμώνα που έπαυε το ψάρεμα, γιατί η παγωνιά και οι μπόρες κρατούσαν την ψαρόβαρκα σκλάβωμένη στη στεριά. Αλάτιζαν και ξήραιναν ψάρια και τα φύλαγαν, πωλούσαν και μερικά στον έμπορο και με τα λεφτά που έπαιρναν αγόραζαν ό,τι τους χρειαζόταν. Μα κάθε χειμώνα τα ξόδευαν όλα, και κάποτε δεν έφταναν. Σχεδόν κάθε άνοιξη υπόφεραν από πείνα -πολύ ή λίγο. Αν και έβγαιναν κάθε μέρα στο ψάρεμα -όταν δεν τους εμπόδιζε η φορτούνα- συχνά γύριζαν πίσω μ' αδειανά χέρια, ή με κανένα μοναχικό στεγνό ψάρι στο αμπάρι της ψαρόβαρκας.
   Μα ποτέ δεν παραπονιόταν. Ήταν πάντα οι ίδιοι. Τις πολλές αναποδιές και δυστυχίες και τη λιγούτσικη ευτυχία τις δέχονταν πάντα με ψυχή ατάρακτη -το παιδί όσο κι ο άνδρας. Δε χρωστούσαν όμως σε κανέναν λεπτό. Και παρηγοριόνταν με την άσβηστη ελπίδα πως, αν σήμερα δεν είχαν να φάγουν, μπορούσε όμως ο Πανάγαθος Θεός αύριο να γεμίσει το τσουκάλι τους... ή και μεθαύριο. Όταν όμως έφτανε η Άνοιξη, τα πρόσωπά τους ήταν χλωμά κι ο ύπνος τους τις νύχτες βαρύς και ταραγμένος. Ή περνούσαν ώρες και ώρες χωρίς να κλείσουν μάτι.
   Και ίσα ίσα σε μια τέτοια Άνοιξη -ήταν και κρύο κι έβρεχε, και φυσούσε δυνατά σχεδόν κάθε μέρα- ξέσπασε πάλι η δυστυχία πάνω στο μεγάλο Σνγιόλφουρ. Ένα πρωινό μια χιονοθύελλα συνάρπαξε την καλύβα και έθαψε κάτω από τα χιόνια πατέρα και γιο. Με τρόπο απίστευτο ο μικρός Σνγιόλφουρ κατόρθωσε να ξεθαφτεί και να βγει μέσα από τις χιονοστιβάδες. Κι όταν είδε κι απόειδε πως δε μπορούσε μόνος του να 'βρει τον μεγάλο Σνγιόλφουρ, πήγε στο χωριό και φώναξε βοήθεια. Μα η βοήθεια ήρθε πολύ αργά· ο μεγάλος ο Σνγιόλφουρ, όταν με πολλά βάσανα μπόρεσαν να τον ξεθάψουν κάτω από τα χιόνια, ήταν πια πεθαμένος.
   Το παιδί ακούμπησε το λείψανο πάνω σε μια πέτρα στο βράχο. Πιο αργά θα τον πήγαιναν μ' ένα έλκηθρο στο χωριό. Ο μικρός Σνγιόλφουρ στεκόταν ώρες δίπλα στο νεκρό και με το χέρι του χάιδευε τα σταχτιά μαλλιά του μεγάλου Σνγιόλφουρ. Μουρμούριζε με τη συνηθισμένη του φωνή κάτι, που κανένας δεν ένιωθε. Μα δεν έκλαιε. Οι άνθρωποι του χωριού έβρισκαν πως είναι αλλόκοτο παιδί, να μην κλάψει και θύμωναν μέσα τους.
   «Παιδί, πράμα, κι έτσι άκαρδο!» έλεγαν συναμεταξύ τους.
   Αυτός ήταν ο λόγος που δεν το πήρε κανένας μαζί του σπίτι του. Όταν οι ψαροχωρίτες γύρισαν στο χωριό για να πάρουν το έλκηθρο και να φάνε, ο μικρός Σνγιόλφουρ έμεινε μονάχος στο μικρό ακρωτήρι.
   Η καλύβα από το φοβερό άρπαγμα της χιονοθύελλας έγινε κομμάτια. Δω και κει πρόβαλε κανένα δοκάρι ή μόλις ξεχώριζε μισοσκεπασμένο μέσα στα χιόνια κάποιο από τα φτωχικά σκεύη τους. Ο μικρός Σνγιόλφουρ πήγε στην ακρογιαλιά για να ιδεί τι απόγινε η ψαρόβαρκα. Κι όταν την είδε συντρίμμια, δεν είπε τίποτε, μόνο σήκωσε λίγο τα φρύδια ψηλά.
   Κι  ύστερα γύρισε πίσω πάλι στο βράχο, στον πεθαμένο και ξαναχάιδεψε το πρόσωπό του. 
   «Πολύ άσχημα πάει η δουλειά!» είπε με το νου του. «Αν ήταν γερή η ψαρόβαρκα, θα μπορούσα να την πουλήσω». Η αλήθεια ήταν πως η κηδεία κάτι θα κόστιζε· το ήξερε, γιατί ο μεγάλος Σνγιόλφουρ το είχε πει πολλές φορές: πως ο καθένας έχει χρέος να φροντίσει να 'χει δικό του τόσο δα, όσο φτάνει, σαν πεθάνει, να τον βάλουν στη γη και να μην τον θάψουν σα ζητιάνο με έξοδα της ενορίας -γιατί αυτό είναι ντροπή. Αυτοί όμως μπορούσαν -και τούτο το είχε πει- πατέρας και γιος να πεθάνουν κι οι δυο ήσυχοι, όποτε κι αν είναι, γιατί η καλύβα, ο τόπος στο μικρό κάβο, η ψαρόβαρκα και τα λίγα έπιπλά τους αν τα πουλούσαν σε δημοπρασία θα 'διναν, και με το παραπάνω, όσα έφταναν για την κηδεία τους. 
   Μα τώρα έγιναν όλα συντρίμια. Μόνο ο καβότοπος έμεινε. Και ποιος θα τον αγόραζε; Ο μικρός Σνγιόλφουρ λογάριαζε πως δεν είχε καμιά αξία, έτσι έρημος και απόμερος που ήταν. Και ως εκείνη τη στιγμή είχε ολότελα ξεχάσει πως από δω και πέρα δε θα 'χε να φάει, και θα πέθαινε από την πείνα. Τώρα τού ήρθε μια σκέψη να πάει στην ακρογιαλιά και να πέσει στη θάλασσα να πνιγεί. Μα τότε το μεγάλο Σνγιόλφουρ θα τον έθαβαν με έξοδα της ενορίας. Σκέφτηκε πως ήταν υπόλογος και για τους δυο τους και δεν τολμούσε να πάρει επάνω του το βάρος να θαφτούν ντροπιασμένα και οι δύο.
   Σε τέτοιες λεπτολογίες δεν ήταν συνηθισμένο το μυαλό του μικρού Σνγιόλφουρ. Τον έπιασε κεφαλόπονος και λίγο έλειψε στην απελπισία του να τα παρατήσει όλα. Τότε του ήρθε έξαφνα στο νου πως ήταν άστεγος, πως δεν είχε πού να γείρει το κεφάλι τη νύκτα. Και έξω ήταν τόσο κρύο! Αφού κάμποση ώρα παιδεύθηκε να λύσει αυτό το πρόβλημα, αποφάσισε να πάει να ξεχώσει μερικά δοκάρια. Τα στήλωσε πλάγια στο βράχο, πάνω από τον πεθαμένο, άπλωσε το παλιό πανί της βάρκας από πάνω κι ύστερα σκόρπισε χιόνι στην πάνινη σκεπή για να βαστά ζέστη μέσα. Ήταν κι αυτό μια παρηγοριά, πως μπορούσε να κρατήσει εκεί κοντά του τον μεγάλο Σνγιόλφουρ μέρες. Ε, βέβαια, δε θα 'ταν περισσότερο από μια εβδομάδα. Όταν τελείωσε, κάθισε στο στενό υπόστεγο κοντά στο λείψανο. Ένιωθε μια μεγάλη κούραση, και πεινούσε και νύσταζε κι όλα. Μα πάλι, του ξαναήρθε η σκέψη πως να εύρει λεφτά για την κηδεία. Και μονομιάς του ήρθε μια φώτιση -κι αμέσως άλλη μία. Και στη στιγμή έφυγε η κούραση. Κι όσο να βήξεις, ήταν έξω από το υπόστεγο και το 'βαλε για το ψαροχώρι. 
   Τράβηξε ίσια στο σπίτι του εμπόρου. Δεν έριξε ματιά σε κανένα από τα σπίτια που πέρασε. Δεν εκατάλαβε πως οι ψαροχωρίτες δεν τον κοίταζαν με καλό μάτι. (Το άκαρδο παιδί, που δεν έκλαψε τον πατέρα του! έλεγαν). Σαν έφτασε στο σπίτι του εμπόρου, μπήκε ίσια στο κατάστημα και ρώτησε τον υπάλληλο αν μπορούσε να μιλήσει του αφεντικού.
   Ο υπάλληλος τον κοίταξε λίγο διστακτικά, επήγε όμως και κτύπησε την πόρτα του γραφείου. Σε λίγο φάνηκε στη θύρα ο έμπορος, εκοίταξε προσεκτικά τον Σνγιόλφουρ και του είπε να περάσει μέσα. 
   Ο μικρός Σνγιόλφουρ άφησε το σκούφο του στο τραπέζι του μαγαζιού και μπήκε στο γραφείο.
   «Λοιπόν, παλικάρι μου;» ρώτησε ο έμπορος.
   Ο μικρός Σνγιόλφουρ λίγο έλειψε να τα χάσει. Μα έβαλε τα δυνατά του και είπε:
   «Ξέρεις, χωρίς άλλο, πως το δικό μας ακρωτήρι είναι πιο καλή σκάλα για ξεφόρτωμα, από κείνη που ξεφορτώνουν τα πλοία σου όταν έρχονται από τις Φερόες».
   Ο έμπορος χαμογέλασε άθελα για τον αντρίκιο τόνο και την ήσυχη σοβαρότητα του μικρού Σνγιόλφουρ.
   «Άκουσα να το λεν», αποκρίθηκε.
   «Αν λοιπόν έδινα την άδεια στα πλοία σου να ξεφορτώσουν στον κάβο μου, τι θα μου 'δινες;»
   «Δεν είναι καλύτερα να σου τον αγοράσω τον κάβο σου;» ρώτησε ο έμπορος και προσπάθησε να κρατήσει τα γέλια.
   «Όχι», απάντησε ο μικρός Σνγιόλφουρ, «γιατί τότε δε θα είχα τόπο που να λέγω πως είναι δικός μου».
   «Μα κει έξω, ξέσκεπα, δε μπορείς να μείνεις. Δε θα σου δώσουν την άδεια».
   «Το καλοκαίρι, έχω σκοπό να φτιάσω μια καλύβα· ως τότε έχω ένα υπόστεγο που το έκαμα μόνος μου. Μα έχασα τον μεγάλο Σνγιόλφουρ και τη βάρκα, και τούτο το καλοκαίρι δε μπορώ να βγω στο ψάρεμα. Γι' αυτό θέλω να σου νοικιάσω τον καβότοπο για τα πλοία σου, σα θέλεις να τον νοικιάσεις και να με πλερώσεις.  Από κει μπορούν να κάνουν πανιά τα καΐκια με κάθε καιρό. Δε θυμάσαι το περασμένο καλοκαίρι πόσες φορές οι ψαράδες σου έμειναν στη στεριά, ενώ εμείς βγήκαμε στο ψάρεμα; “Αυτό γινόταν γιατί το ξεβαρκάρισμα είναι πιο δύσκολο στη σκάλα σου παρά στη δική μας”, έλεγε ο μεγάλος Σνγιόλφουρ».
   «Και τι νοίκι ζητάς για το καλοκαίρι;» ρώτησε ο έμπορος.  
   «Ω! Τόσα μόνο όσα φτάνουν ν' αγοράσω ένα κιβούρι για το μεγάλο Σνγιόλφουρ, για να μην τον θάψουν μ' έξοδα της ενορίας».
   «Καλά. Θα φροντίσω για το κιβούρι και για τ' άλλα της κηδείας. Να 'σαι ήσυχος».
   Ο έμπορος προχώρησε προς τη θύρα, σαν να ήθελε να τον ξεπροβοδίσει· μα ο μικρός Σνγιόλφουρ έμεινε στη θέση του, σαν να 'θελε ακόμη κάτι.
   «Πότε φτάνουν τ' ανοιξιάτικα πλοία σου με την πραμάτεια;» ρώτησε σοβαρά και με συλλογή.
   «Μου φαίνεται πως μεθαύριο θα 'ναι δω», αποκρίθη ο έμπορος.
   «Δε θα χρειασθείς και φέτος κάποιο βοηθό στο κατάστημα σαν το περασμένο καλοκαίρι;» ρώτησε ο μικρός Σνγιόλφουρ, και τον κοίταξε ήσυχα στα μάτια.
   «Ναι, αλλά πρέπει να 'χει περασμένα τα δεκαπέντε», αποκρίθηκε ο έμπορος, και δεν μπόρεσε να κρατήσει το γέλιο.
   «Έρχεσαι μια στιγμούλα μαζί μου έξω;» είπε ο μικρός Σνγιόλφουρ -φαινόταν πως είχε έτοιμη την απάντηση.
   Ο έμπορος βγήκε γελώντας μαζί του από το κατάστημα, και πήγαν σ' ένα ύψωμα της ακρογιαλιάς, που ήταν εκεί κοντά.
   Σιωπηλά ο μικρός Σνγιόλφουρ προχώρησε σε μια μεγάλη πέτρα, τη σήκωσε μ' ευκολία από χάμου και την άφησε πάλι να πέσει. Τότε γύρισε και λέει του εμπόρου:
   «Εκείνος που είχες πέρσι εδώ δεν μπορούσε να τη σηκώσει· τον είδα πολλές φορές να δοκιμάζει του κάκου».
   Ο έμπορος γέλασε με όρεξη.
   «Αφού είσαι τόσο δυνατός, μπορώ να σε μεταχειρισθώ στο κατάστημα κι ας μην είσαι δεκαπέντε χρόνων».
   «Και τότε θα μου δίνεις τροφή και τον ίδιο μισθό που έδινες εκεινού;» ρώτησε ο μικρός Σνγιόλφουρ. 
   «Ναι, και τροφή και τον ίδιο μισθό».
   «Καλά. Έτσι δε θα βρεθώ στην ανάγκη να γίνω βάρος στην ενορία», είπε ξελαφρωμένος ο μικρός Σνγιόλφουρ. «Όταν ένας έχει να φάγει και να πιει και τα ρούχα του, κανένας δεν τον σκοτίζει», είπε εξηγώντας τη σκέψη του.
   Ύστερα πήρε το σκούφο του κι έδωκε το χέρι στον έμπορο, όπως είχε ιδεί να κάνει ο μεγάλος Σνγιόλφουρ.
   «Γεια σου!» είπε. «Θα 'ρθω το λοιπόν μεθαύριο». 
   «Α! Έλα μαζί μου μέσα λιγάκι ακόμη», είπε ο έμπορος. Επήγε στην πόρτα της κουζίνας, οδήγησε μέσα το μικρό Σνγιόλφουρ και είπε στην υπηρέτρια:
   «Μπορείς να δώσεις κάτι να φάγει σ' αυτό το αγόρι;»
   Ο μικρός Σνγιόλφουρ κίνησε με δύναμη αρνητικά το κεφάλι.
   «Δεν πεινάς;» ρώτησε ο έμπορος.
   «Ω! Ναι! Πεινώ!» αποκρίθηκε ο μικρός Σνγιόλφουρ, με φωνή αδυνατισμένη· η ορεκτική μυρωδιά των φαγητών ετράνεψε πιο πολύ την πείνα του, μα έλεγε μέσα του: «Αυτό είναι ελεημοσύνη, και δε θέλω». 
   Ο έμπορος έγινε μονομιάς πολύ σοβαρός. Εσίμωσε το παιδί, ακούμπησε το χέρι του χαϊδευτικά στο κεφάλι του, έκαμε νόημα στην υπηρέτρια και έμπασε τον μικρό μαζί του στην κάμαρα.
   «Δε σου έτυχε, να ιδείς καμιά φορά τον πατέρα σου να κερνά ρακί σε κάποιον που ήρθε για επίσκεψη στο σπίτι σας ή καφέ; Ε, δε σου έτυχε να το ιδείς;»
   «Ναι».
   «Βλέπεις λοιπόν πως πρέπει να περιποιόμαστε τους μουσαφιρέους μας. Και σαν οι μουσαφιρέοι δε δέχονται την περιποίησή μας δε μπορούν πια να 'ναι καλοί μας φίλοι. Γι' αυτό πρέπει να φας μαζί μου, καταλαβαίνεις, γιατί είσαι μουσαφίρης μου και κάμαμε μαζί συμφωνίες για σπουδαία πράγματα, που δεν μπορούν να σταθούν σα δε θέλεις να γίνεις μουσαφίρης μου».
   «Δέχομαι, αφού είναι ανάγκη», στέναξε ο μικρός Σνγιόλφουρ.
   Έμεινε λίγα λεπτά σκεπτικός. Τέλος είπε σοβαρά:
   «Πρέπει να φροντίζουμε ο καθένας να πληρώνει το χρέος του και να μη χρωστά σε κανένα· τ' άλλα να τ' αφήνει στο Θεό».
   «Αυτά είναι σωστά λόγια», είπε ο έμπορος, κρατώντας το μαντήλι του στο πρόσωπό του, γιατί σύγκαιρα γελούσε κι έκλαιε.
   «Το 'χει στο αίμα του», ψιθύρισε μόνος του. Δυνατά όμως είπε, χαϊδεύοντας το κεφάλι του μικρού Σνγιόλφουρ.
   «Ο Θεός μαζί σου, αγόρι μου!»
   Ο μικρός παρατήρησε με μεγάλη έκπληξη τη μεγάλη συγκίνηση του εμπόρου. «Ο μεγάλος Σνγιόλφουρ δεν έκλαιε ποτέ», είπε. Κι ύστερα από λίγο πρόσθεσε:
   «Κι εγώ ποτέ μου δεν έκλαψα από τότε που ήμουν παιδί. Ήθελα τόσο πολύ να κλάψω, σαν είδα πεθαμένο τον μεγάλο Σνγιόλφουρ. Μα φοβήθηκα μην του κακοφανεί. Γι' αυτό κι εγώ κρατή...»
 
   Σε λίγο ο μικρός Σνγιόλφουρ βρέθηκε κλαίοντας μέσα στους βραχίονες του εμπόρου που έκλαιε...  
 
Γκούναρσον Γκούναρ 
(μετφ. Αριστοτέλης Κουρτίδης)
Περιοδικό «Νέα Εστία»
τεύχος 3, Μάιος 1927

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2022

ΓΥΝΗ ΠΛΕΟΥΣΑ


  Α'
   Εἰς τὸν μικρὸν λιμένα τῆς ὡραίας νήσου του, ὅλες τὶς χρονιές, συνήθως τὸν Ὀκτώβριον, κατέπλεεν ἐπιστρέφων ἀπὸ τὰ ταξίδια μὲ τὴν σκούναν του, ὁ καπετὰν Γιάννης ὁ Καραντής, ὁ ἐπιλεγόμενος καὶ Καραβοκύρης. Ἀφοῦ δὲ ἐξησφάλιζε καλῶς τὸ πλοῖον, ἐκάθητο νὰ περάσῃ χρυσὸν χειμῶνα σιμὰ εἰς τὴν ἑστίαν του, μὲ τὴν Καραβοκυρού, τὴν νεαρὰν γυναῖκά του, καὶ μὲ τὸν Βαγγέλην καὶ τὸν Μανώλην, τοὺς δύο ἀνηλίκους υἱούς του. Ἐφρόντιζε πρῶτον νὰ πληρώσῃ τὰς μικρὰς ὑποχρεώσεις του καὶ ὕστερα τὸ «ἔρριχνε γρέκι (1)» κατὰ τὸ κοινὸν ναυτικὸν λόγιον. 
   Ἐκείνην τὴν χρονιά, εἶναι τώρα ὀλίγαι δεκάδες ἐτῶν ἀπὸ τότε, ἅμα ἔφθασε, καὶ εἰσέπλευσε μὲ πολλὲς βόλτες τὸν λιμένα, ἄραξε καλὰ τὴν γολέταν (2) του, κοντὰ εἰς τὸν Παλαιὸν Μῶλον, τὴν ἔδεσε μὲ διπλῆν γούμεναν (3) εἰς τὴν ἀρχαίαν Κολώναν, τὴν ἐκ μαύρου ἁδροῦ μαρμάρου, ἐπὶ τῆς μικρᾶς πλατείας, κατὰ τὴν ἀνωφέρειαν τῆς παραλίου ἀγορᾶς καὶ πάραυτα ἐξῆλθε κ᾿ ἐπάτησεν εἰς τὴν ξηράν.
   Ὤ! Πόσας συγκινήσεις εἶχε μέσα του! Εἰς ὀλίγην ὥραν περιῆλθε τὰ διάφορα μαγαζιά, ὅπου τοῦ ἔκαμναν τὰ «μουσαφιρλίκια», διὰ τὸ «καλῶς ἦλθες», ὅλοι· τοὺς ἔκαμνε κι αὐτὸς τὰ «σαλαμετλίκια (4)», διὰ τὸ «καλῶς σᾶς ηὕραμε». Ὕστερον ἐπλήρωσε, καθὼς ἐσυνήθιζε πάντοτε, τὰ ὀλίγα βερεσέδια τῆς οἰκίας, ὅσα εἶχε βάλει ἡ γυνὴ κατὰ τὴν ἀπουσίαν του. Τριάντα τόσας δραχμὰς εἰς τὸν ἀλευράν, δεκαοκτὼ καὶ τόσα εἰς τὸν μπακάλην καὶ καμμιὰ εἰκοσαριὰ ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ εἰς τοὺς μικρεμπόρους. 
   Ὅσα λεπτὰ τοῦ εἶχαν ζητήσει νὰ πληρώσῃ οἱ διάφοροι πωληταί, τόσα ὡς ἔγγιστα τοῦ ὡμολόγησε καὶ ἡ σύζυγός του κατ᾿ οἶκον· μόνον, ὅτι εὕρισκε δύο ἢ τρεῖς δραχμὰς «πανωγραμμένα» στὸν μπακάλην καὶ ἄλλας πέντε ἢ ἓξ στὸν πραγματευτήν. Ἀλλ᾿ ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν ταύτην, ἐφάνη μᾶλλον ἐλευθέριος ὁ καπετὰν Κωνσταντὴς κ᾿ ἐδικαίωσε τοὺς ἀπαιτητάς, λέγων ὅτι δὲν εἶχε πεποίθησιν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς γυναικείους. 
   « Χρωστᾷς ἄλλο τίποτε πουθενὰ ἀλλοῦ;» ἠρώτησε τελευταῖον ὁ Καραβοκύρης τὴν γυναῖκά του.
   «Ὄχι, καπετάνιο μ᾿, αὐτὰ εἶν᾿ ὅλα· τίποτ᾿ ἄλλο δὲν χρωστῶ».
   Τὴν ἀπόκρισιν αὐτὴν ἔδωκε μὲ ἦθος κάπως συλλογισμένον ἡ γυνή· ὁ σύζυγος ὅμως δὲν τὸ παρετήρησεν, ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ πολυπραγμονήσῃ περισσότερον.
 
....................
 
    « Γού!…» 
   Τὸ ἐπίφωνημα τοῦτο ἀφῆκεν εὐθὺς κατόπιν ἡ Καραβοκυρού, ἅμα ἐξῆλθεν ὁ σύζυγός της, κατ᾿ αὐτὸ τὸ δειλινὸν τῆς πρώτης μετὰ τὴν ἑσπέραν ἢ τὴν νύκτα ἡμέρας τοῦ ἐρχομοῦ του.
   «…Ἔχει χάζι νὰ τὸν πιάσ᾿ ὁ Κισσιώτης, νὰ τοῦ γυρέψῃ κεῖνα τὰ βερεσέδια καὶ θὰ ντροπιασθῶ… Πώ, πώ! τρομάρα μου!» 
   Ἔδραξε μὲ τοὺς ὄνυχας τὰς δύο παρειάς της. Ἐπλησίαζεν ἑσπέρα, καὶ αὐτὴ εὑρίσκετο σχεδὸν γονατιστή, ἢ μᾶλλον «πρόχνυ καθεζομένη», καθ᾿ ὃν τρόπον καθέζονται αἱ Ἑλληνίδες ἀπὸ τῶν χρόνων τῶν Ὁμηρικῶν ἕως τῆς σήμερον. Ἦτον ἀνασφουγκωμένη (5) ἐπὶ τῆς ψάθας τῆς αἰγυπτιακῆς, δίπλα εἰς τὸ πλουσίως στρωμένον τὴν ἡμέραν ἐκείνην «μεντέρι (6)» καὶ ἠσχολεῖτο νὰ κατασκευάσῃ τυρόπιτταν εἰς τὸ τηγάνι, ἔδεσμα τὸ ὁποῖον ἠγάπα ἐξόχως ὁ σύζυγός της. Πῶς νὰ μὴν τὸ ἀγαπᾷ, ἀφοῦ τώρα ἐπέστρεψεν ἀπὸ τοὺς θαλασσίους πλοῦς, χορτασμένος μόνον ἀπὸ παστὰ κρέατα καὶ ἀπὸ γαλέταν (7); Ἦτον ἤδη Ἑσπερινοῦ ὥρα. Ἐσήμανε τότε ὁ κώδων τοῦ ναοῦ.
   Ἐσηκώθη, ἦλθε πρὸ τοῦ Εἰκονοστασίου, κατέβασε τὸ κανδήλι, τὸ ἐξεφυτίλισε, τὸ ἐκαθάρισε μὲ λευκὸν προσόψιον, τὸ ἐγέμισε λάδι, πάλιν τὸ περιεσφόγγισε, τὸ ἤναψε, τὸ ἀνέβασεν ἐν λείῳ κρότῳ καρουλίου εἰς τὸ ὕψος, καὶ ἔκαμεν εὐλαβῶς τρεῖς σταυροὺς μὲ βαθείας ὑποκλίσεις.
   «Ἄ! καλὰ μ᾿ ἐφώτισε», εἶπε τότε ἐκφώνως λαλοῦσα πρὸς ἑαυτὴν ἡ Καραβοκυρού· «νὰ μὴ λείπῃ κανεὶς ἀπὸ τὰ θεῖα! Πρέπει νὰ στείλω τὸ παιδὶ νὰ δώσῃ μήνυμα κρυφὰ τοῦ Κισσιώτη, μὴν πᾷς καὶ τὸν πιάσῃ τὸν Καραβοκύρη καὶ τοῦ ζητήσῃ τὰ λεπτά… καὶ θά ᾽χουμε, γυιέ μου, ντράβαλα (8)».  
   «Μανώλη!» ἔκραξε πρὸς τὸ παιδίον. 
   Ἦτο ἐκεῖ ὁ υἱός της, ὁ μικρότερος τῶν δύο, ὅστις, ἐπειδὴ ὁ πατήρ, ὡς νεοφερμένος, τοῦ εἶχεν εἰπεῖ ἐκεῖνο τὸ μεσημέρι, ὅτι δὲν ἔπρεπεν, ἅμα θὰ ἤρχετο τὸ βράδυ ἀπὸ τὸ σχολεῖον, νὰ τρέχῃ στοὺς δρόμους νὰ παίζῃ, ἀλλὰ νὰ κάθεται στὸ σπίτι νὰ μελετᾷ τὸ μάθημά του ἑωσοῦ τὸ μάθῃ πρῶτον, ὁ Μανώλης, ἀνίκανος νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν τὴν ἀψυχολόγητον ταύτην συμβουλήν, τὴν ἐπιβάλλουσαν δεύτερον εὐθὺς περιορισμὸν μετὰ περιορισμόν, εἶχε κάμει κάτι καλύτερον, κατὰ τὴν κρίσιν του.
   "Ἐλάκησεν" ἀπὸ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον εὐθὺς μετὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ μαθήματος, καὶ ἀφοῦ ἔτρεξεν εἰς τὴν ἄμμον κάτω, δίπλα εἰς τὸν Μῶλον, ὅπου ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του, ὁ Βαγγέλης, μαθητὴς τῆς πρώτης τοῦ Ἑλληνικοῦ, δραπέτης καὶ οὗτος, τὸν εἶχε προλάβει, καὶ λαβὼν τὴν μικρὰν φελούκαν (9) τοῦ πατρός του, εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὴν σκούναν κωπηλατῶν, διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἄφευκτον πρώτην ἐπίσκεψιν εἰς τὸ πατρικὸν πλοῖον· ἀφοῦ ὁ Μανώλης μάτην ἐφώναζεν εἰς τὸν ἀδελφόν του, νὰ ἔλθῃ νὰ τὸν ἐπάρῃ κι αὐτὸν μέσα εἰς τὴν γολέταν, ὁ δὲ Βαγγέλης λίαν φρονίμως καὶ κηδεμονικῶς τοῦ ἀπήντησεν ὅτι: «Δὲν εἶναι δουλειά του νὰ τρέχῃ στοὺς γιαλούς· νὰ πάῃ στὸ σκολειό του!»· τότε ὁ Μανώλης, βλέπων, ὅτι τὰ παιδία, οἱ συμμαθηταί του, εἶχον σχολάσει, κ᾿ ἔτρεχον τὸν ἀνήφορον, ἀνὰ τὸν λιθόστρωτον δρόμον, μὲ πολλὰς φωνὰς καὶ θορύβους, μὲ τοὺς «φύλακας» κρεμαμένους περὶ τὰς μασχάλας των, ἐσκέφθη ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ δείξῃ ὅτι ἠξεύρει νὰ κάμνῃ ὑπακοὴν εἰς τὸν πατέρα του. Ἔτρεξεν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ βλέπει τὴν μητέρα του ἑτοιμαζομένην νὰ ψήσῃ τυρόπιτταν. Τότε ἐσκέφθη ὅτι μεγαλυτέρα εὐτυχία ὑπῆρξε δι᾿ αὐτὸν τὸ ὅτι ἠναγκάσθη νὰ ἔλθῃ στὸ σπίτι, παρὰ ἂν ἐπήγαινεν εἰς τὴν σκούναν τοῦ πατρός του, ὅπου μόνον γαλέτες θὰ εὕρισκε νὰ τραγανίσῃ· μόνον ὅτι θὰ εἶχεν ἐκεῖ καλυτέραν γυμναστικὴν διασκέδασιν δοκιμάζων ν᾿ ἀναρριχηθῇ ἐναμίλλως μὲ τὸν ἀδελφόν του εἰς τὰ ἐξάρτια καὶ μέχρι τῶν κεραιῶν. 
   Ὅταν ὁ Μανώλης, ὡς φρόνιμος νέος, ἐκάθισεν εἰς τὸν ἔξω θάλαμον, ἀκούων μὲ μεγάλην ἡδονὴν τὸ πιπίρισμα τοῦ βουτύρου εἰς τὸ τηγάνιον, αἰσθανόμενος τὴν κνῖσαν εἰς τοὺς ρώθωνάς του, ἐκάθισε βλέπων ἔξω διὰ τοῦ παραθύρου, κρατῶν ἐπὶ τῶν γονάτων τὸ ἀναγνωσματάριον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνοίξει ἀνάποδα ἐξ ἀπροσεξίας· ἤρχισε τότε νὰ μιαουρίζῃ τάχα ὡς νὰ ἐδιάβαζε, καὶ ἦτον ἕτοιμος νὰ κάμῃ μεγαλοφωνότερον τὸ μορμύρισμά του, ἐὰν τυχὸν ἔβλεπε τὸν πατέρα του ἐρχόμενον πρὸς τὴν οἰκίαν.
   Ἤκουσε τὴν φωνὴν τῆς μητρός του:
   «Μανώλη!»
   «Τί θέλεις, μάννα;» 
   Πάραυτα ἐσηκώθη κ᾿ ἔτρεξεν εἰς τὸν χειμερινὸν θάλαμον. Δὲν θὰ ἠρκεῖτο πλέον, ὅπως τὰς ἡμέρας ὅπου ἔλειπεν ὁ πατήρ του, ἅμα ἦλθεν ἀπὸ τὸ σχολεῖον, νὰ πετάξῃ τὰ βιβλία του, ν᾿ ἀνοίξῃ μὲ κρότον τὸ δουλάπι, νὰ στραβοκόψῃ τεμάχιον ἄρτου, νὰ σπρώξῃ ἀτάκτως πάλιν τὴν θυρίδα τοῦ δουλαπίου, καὶ νὰ τὴν ἀφήσῃ μισοανοικτήν, ὄχι ἀσφαλῆ ἀπὸ τὰς ἐφόδους τῆς γάττας· αὐτὴν τὴν φορὰν ὑπῆρχε κάτι καλύτερον. 
   «Ἀκόμα, μάννα, δὲν ἔγιν᾿ ἡ τυρόπιττα;»
  «Ἄκουσε, παιδί μ᾿ Μανώλη, νὰ σ᾿ πῶ ἕνα κρυφούτσικο· ξέρεις τὸν Γιαννιό, τὸν Κισσιώτη, ὅπου σ᾿ ἔστελνα κ᾿ ἐγέμιζες τὴν μποτίλια κρασί;»
   «Πῶς» 
   «Νὰ πᾷς νὰ τοῦ πῇς…» 
   «Νὰ μ᾿ δώσῃς τυρόπιττα…»
   «Τώρα, νὰ ψηθῇ πρῶτα… Ὅσο νὰ πᾷς καὶ νὰ ᾽ρθῇς, θὰ γένῃ… Νὰ πᾷς νὰ πῇς τοῦ Κισσιώτη…» 
   «Τί;» 
   «Κεῖνα τὰ βερεσέδια, πές, ὅπ᾿ τοῦ χρωστῶ, μὴν πιάσῃ, πές, τὸν πατέρα σ᾿ κ᾿ ἐγὼ θὰ κάμω νόμο-τρόπο. Ἄκουσες;»
   «Ναί». 
   «Σῦρε, τρέχα γλήγορα, νὰ τ᾿ πῇς, καὶ νὰ ᾽ρθῇς… Νά, ἔφτυσα…»
  Ἔκαμε σημεῖον ὡς νὰ ἔπτυεν ἐπὶ τῆς παλάμης. Τὸ παιδίον ἐκοίταζεν ἀκόμη κατὰ τὸ τηγάνι. 
   «Δῶ ᾽μ᾿ πρῶτα, λιγάκι τυρόπιττα». 
   «Δὲν ἔγιν᾿ ἀκόμα… ὣς ποὺ νὰ ᾽ρθῇς πίσω θὰ γένῃ… Τρέχα… πήγαινε… Μὴ περάσ᾿ ὁ πατέρας, καὶ τόνε πιάσῃ… Τ᾿ ἄκουσες, τί σοῦ ᾽πα νὰ τ᾿ πῇς;» 
   «Ναί». 
   «Πῶς θὰ τ᾿ πῇς;» 
   «Νά κεῖνα τὰ βερεσέδια… μὴν τὰ πιάσ᾿ ὁ πατέρας… καὶ σὺ θὰ κάμῃς τὸν ὦμο τρόπο…» 
   «Ὄχι μὴν τὰ πιάσ᾿ ὁ πατέρας… Αὐτὸς νὰ μὴ πιάσῃ τὸν πατέρα σ᾿ καὶ τὰ γυρεύῃ… κ᾿ ἐγὼ θὰ τὰ πληρώσω. Κατάλαβες;» 
   «Πῶς».  
   «Πήγαινε, τρέχα… νά ᾽χῃς τὴν εὐκή μ᾿». 
   «Δῶ᾽ μ᾿ τυρόπιττα… Νά, τώρα ἔγινε, νά, θὰ καῇ… 
   Ἡ Καραβοκυροὺ ἐγύρισε τὴν πίτταν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν. Ἔπειτα ἐφύσησεν, ἐβίασε τὴν φωτιὰν καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν τῆς ὥρας καυμένην ἀπὸ τὴν μίαν πλευράν, μισοψημένην ἀπὸ τὴν ἄλλην, τὴν ἐκένωσεν (10) εἰς μέγα πινάκιον (11), καὶ ζεστὴν καυτήν, τὴν ἔκοψε κ᾿ ἔδωκε μέγαν κόμματον εἰς τὸν υἱόν της.
   Ὁ Μανώλης κρατῶν τὸ τεμάχιον τῆς τυρόπιττας, καιόμενος, φυσῶν καὶ μεταφέρων ἀπὸ τὴν μίαν εἰς τὴν ἄλλην χεῖρα, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐμάσα, καὶ ἤρχισε νὰ καταβαίνῃ τὰ σκαλοπάτια τῆς οἰκίας. 
 
........................
 
   Καθὼς ἐξῆλθεν ἔξω, κ᾿ ἔκαμψε τὴν γωνίαν τοῦ δρομίσκου, ἐστάθη εἰς τὴν σκιὰν ἑνὸς τοίχου, θέλων νὰ χαρῇ ἐν ἀνέσει τὴν τυρόπιτταν. Εἶτα, ἀφοῦ ἔφαγε τὴν μισήν, ἐξεκάμπισεν (12), ἐπῆγε παραπέρα κ᾿ ἔκαμε δεύτερον σταθμόν. Εἶχε φάγει τὰ τρία τέταρτα τοῦ τεμαχίου τῆς πίττας, καὶ τέλος ἔφθασε πλησίον τοῦ μαγαζείου τοῦ Γιάννη τοῦ Κισσιώτη.
   Τὸ καπηλεῖον εὑρίσκετο εἰς τὴν παραθαλασσίαν ἀγοράν, καὶ εἶχε δύο θύρας· ἡ ἄνω θύρα, ἡ πρὸς τὴν συνοικίαν καὶ τὸν μέσα δρόμον, ἦτο διὰ τὰς γραίας καὶ τὰ μικρὰ κοράσια, ὅσα ἤρχοντο διὰ νὰ ἀγοράσουν κρασὶ ἢ μαστίχαν ἀπὸ τὴν γειτονιάν. Δι᾿ αὐτῆς τῆς ἄνω θύρας εἰσῆλθε καὶ ὁ Μανώλης, κρατῶν ἀκόμη εἰς τὴν παλάμην τῆς ἀριστερᾶς τὸ τελευταῖον λείψανον τῆς τυρόπιττας. 
   Ὁ κάπηλος ἵστατο εἰς τὸ λογιστήριόν του, καὶ συνωμίλει μ᾿ ἕνα πελάτην ἢ φίλον. Μία ὁμὰς πινόντων ἐκάθητο περὶ τράπεζαν, ἄλλοι δύο ὀρθοὶ εἶχον λάβει δύο ρακοπότηρα εἰς τὰς χεῖρας, καὶ συνωμίλουν κι ἀργοποροῦσαν πρὶν τσουγκρίσουν νὰ πίουν. 
   «Ἐβίβα!»
   Ὁ μικρὸς Μανώλης ἐπλησίασεν εἰς τὸ γραφεῖον, κ᾿ ἔσυρε τὴν χειρῖδα (13) τοῦ ἐνδύματος τοῦ οἰνοπώλου. 
   « Μπάρμπα!» 
   Ὁ κάπηλος ἐστράφη πρὸς τὸ παιδίον. 
   «Τί εἶναι;» 
   «Εἶπε ἡ μάννα μ᾿», ἤρχισεν ὁ Μανώλης, κ᾿ ἐσταμάτησε. 
   «Τί εἶπ᾿ ἡ μάννα σ᾿;» ἠρώτησεν ὁ Κισσιώτης.
   Τὸ παιδίον κατέβαλλεν ἀγῶνα διὰ νὰ ἐνθυμηθῇ. Τὴν στιγμὴν ὁποὺ ἡ μάννα του τοῦ εἶχε δώσει τὴν παραγγελίαν, ὅλος ὁ νοῦς του ἦτο μέσα εἰς τὸ τηγάνι τῆς τυρόπιττας.
   «Εἶπ᾿ ἡ μάννα μ᾿», ἐπανέλαβε μετὰ πολλοῦ κόπου ὁ Μανώλης, ἀφοῦ κατέπιε μισομασημένην τὴν τελευταίαν βουκιὰν ὁποὺ εἶχεν εἰς τὸ στόμα, «κεῖνα τὰ βερεσέδια, λέει, μὴ σὲ πιάσ᾿ ὁ πατέρας νὰ τοῦ τὰ γυρέψῃς… καὶ θὰ τὰ πληρώσῃ».
   «Ἄ! νὰ τὰ γυρέψω ἀπ᾿ τὸν πατέρα σ᾿;» εἶπεν ὁ κάπηλος. 
   «Ὄχι!» 
   «Μὰ πῶς;» 
   «Νά, θὰ σ᾿ τὰ δώσῃ». 
   «Ποιός; Ὁ πατέρας;» 
   «Ναί».
   «Τοῦ εἶπεν ἡ μητέρα σου;» 
   «Δὲν ξέρω»  
   «Πῶς δὲν ξέρεις;»
   «Νά, θὰ σ᾿ τὰ πληρώσ᾿, λέει». 
   «Ποιὸς θὰ μ᾿ τὰ πληρώσῃ;» 
   «Νά, θὰ κάμῃ μὲ τὸν ὦμο…» 
   «Τί, μὲ τὸ νόμο;… Μήπως τῆς ἔκαμα ἐγὼ ἀγωγή;»  
   «Δὲν ξέρω». 
   Ὁ κάπηλος εὑρέθη εἰς ἀπορίαν. Ἀπὸ πρὶν δὲν εἶχεν ἰδέαν, οὔτε σκοπὸν ν᾿ ἀπαιτήσῃ ποτὲ ἀπὸ τὸν Καραβοκύρην τὸ μικρὸν χρέος τῆς γυναικός του χωρὶς τὴν συναίνεσιν αὐτῆς· πάντοτε δ᾿ ἐφρόνει ὅτι αὐτὴ θὰ ἐφρόντιζε νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ. Ἀλλ᾿ ἡ ἀποστολὴ τοῦ παιδίου ἦτο ὡς λίθος ριφθεὶς εἰς γαλήνια νερά. 
   «Συλλογίσου καλά, παιδί μου», εἶπε· «τί σοῦ εἶπεν ἡ μάννα σου; Αὐτὴ ἢ ὁ πατέρας σου θὰ μὲ πληρώσῃ;» 
   «Νά, τοῦ πατέρα μου εἶπε νὰ μὴ…» 
   «Νὰ μὴ μὲ πληρώσῃ;» 
   «Ὄχι… θὰ σ᾿ τὰ δώσῃ». 
   «Ποιός; Ὁ πατέρας σου;» 
   Ὁ Μανώλης ἔσεισε τοὺς ὤμους, ἐμόρφασε, καὶ τέλος εἶπε:  
   «Πῶς».
   «Καλά».  
   Καὶ τὸ παιδίον ἔφυγε τρέχον, εὐχαριστημένον διότι ἀπηλλάγη τέλος τῆς ὀχληρᾶς ἀποστολῆς, καὶ τῆς ἀνταλλαγῆς λόγων. 
   Ὁ οἰνοπώλης, μὲ τὸν νοῦν του, ἔβγαλε τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ τὰ ὀφειλόμενα ἀπὸ τὸν σύζυγον. Διότι, ἄλλως, περιττὸν θὰ ἦτο, κατ᾿ αὐτόν, νὰ σταλῇ μήνυμα διὰ τοῦ παιδίου, οὐδὲ θὰ εἶχε τοῦτο καμμίαν ἔννοιαν. 
   Οἴκοθεν, ἐκ τῶν προτέρων ἐννοεῖτο, ὅτι αὐτὸς δὲν θὰ εἶχε τὸ θράσος καὶ τὴν ἀδιακρισίαν νὰ «πιάσῃ» τὸν πλοίαρχον νὰ τὰ ζητήσῃ, ἀλλὰ θὰ ἐπερίμενε νὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὰς οἰκονομίας τῆς συμβίας του. Ἀλλ᾿ ἀφοῦ αὐτὴ ἡ ἰδία ἔστελλε τὸν υἱόν της, καὶ παρήγγελλεν οὕτω, τί νὰ κάμῃ αὐτός; Πρὸς τί ἄλλως θὰ τὸν ἔστελλεν, ἀφοῦ καὶ αὐτὴ ὤφειλε νὰ ἐννοῇ καὶ προγνωρίζῃ, ὅτι αὐτὸς ποτὲ δὲν θὰ εἶχε σκοπὸν ν᾿ ἀπαιτήσῃ τὸ χρέος ἀπὸ ἐκεῖνον; 
   Ὁ Μανώλης ἐπέστρεψεν ἀργὰ-ἀργὰ εἰς τὴν οἰκίαν. Ἐκυνηγήθη εἰς τὸν δρόμον μὲ δύο παιδία, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἕν, ξυπόλυτον, μάγκας τοῦ δρόμου, ἤθελε νὰ τοῦ ἁρπάσῃ τὸ τελευταῖον λείψανον τῆς τυρόπιττας, τὸ ὁποῖον ἐκράτει ἀκόμη κ᾿ ἐμάσα· τὸ ἄλλο τὸν ἐκυνηγοῦσε καὶ τὸν ἐπετροβόλει ἀπὸ ἔμφυτον παιδικὴν κακίαν, ἴσως ἐπειδὴ τὸν εἶδε νὰ φορῇ καινούργια ροῦχα, τὰ ὁποῖα τοῦ εἶχε φέρει ἀπὸ τὸ ταξίδι ὁ πατέρας του. Τέλος ἐξέφυγε, κ᾿ ἔφθασεν εἰς τὴν οἰκίαν.
   Ἡ μάννα του εἶχε τηγανίσει ἤδη ὅλες τὶς τυρόπιττες. Ἐνύχτωνε κ᾿ ἐπερίμενε νὰ ἔλθῃ ὁ σύζυγός της διὰ τὸ δεῖπνον. Ἅμα εἶδε τὸν Μανώλην νὰ ἔλθῃ, τὸν ἠρώτησεν: 
   «Ἐπῆγες καὶ τοῦ ᾽πες τοῦ Κισσιώτη, αὐτὸ ποὺ σοῦ εἶπα;»
   «Πῶς». 
   «Καὶ τί σοῦ εἶπε;»
   ««Εἶπε, καλά». 
   «Πῶς τοῦ εἶπες, λέε».
   «Νά, τί μοῦ ᾽πες νὰ τοῦ πῶ«». 
  «Γιὰ τὰ βερεσέδια, ὅτι θὰ κάμω τρόπο νὰ τοῦ τὰ δώσω, καὶ νὰ μὴ πιάσῃ τὸν πατέρα σου».
   «Ναί, νὰ μήν τονε πιάσῃ».
   «Ἄφεριμ , τὸ Μανώλη μ᾿. Κάτσε τώρα καὶ διάβασε, ὣς ποὺ νὰ ᾽ρθῇ ὁ πατέρας νὰ φᾶμε»(14).
   Καὶ ὁ Μανώλης ἀνέλαβε πάλιν τὴν θέσιν του ἐπὶ τοῦ καναπέ, σιμὰ εἰς τὸ παράθυρον εἰς τὸν ἔξω θάλαμον.
 
Β'
   Ἀφοῦ ἡσύχασε διὰ τὴν μικρὰν αὐτὴν ὑπόθεσιν, ἡ Καραβοκυρού, γυνὴ τριακονταπεντοῦτις, ἰσχνὴ καὶ μελαχροινή, ἀλλὰ μὲ συμπαθῆ φυσιογνωμίαν, ᾐσθάνθη μεγάλην ἀνακούφισιν, καὶ τότε πρῶτον ἡ χαρὰ διὰ τὸν ἐρχομὸν τοῦ ἀνδρός της τῆς ἦλθεν ἀμιγής. Ἐπειδὴ εἶχε κουρασθῆ ἀρκετά, κατέβασεν ἀπὸ τὸ ράφι τὴν μποτίλιαν μὲ τὴν μαστίχαν, χωρὶς νὰ τὴν ἰδῇ ὁ Μανώλης, ὅστις εἶχεν ἀνοίξει πάλιν, εἰς τὸν προθάλαμον, ἓν βιβλίον ἐπὶ τῶν γονάτων του καὶ ἤρχισε νὰ μουρμουρίζῃ, τάχα πὼς μελετᾷ τὸ μάθημά του. Ἐγέμισεν ἕνα ρακοπότηρον καὶ τὸ ἔπιεν εἰς ὑγείαν τοῦ ἐπανελθόντος, μὲ τὸ καλὸν κατευόδιον, ἀπὸ τὰ ξένα. 
   Ἐπειδὴ ἡ μαστίχα τῆς ἐφάνη γλυκειά, ἔκαμε συγκατάβασιν ὁ λογισμός της νὰ πίῃ ἀκόμη μισὸ ποτηράκι. Ἐπαραπῆρεν ὅμως τὸ χέρι της, καὶ τὸ ἐγέμισε σχεδὸν ὅλον. Μὴ κρίνουσα πρέπον νὰ ρίψῃ τὸ ἀπόπιομα πίσω εἰς τὴν μποτίλιαν, ἐλυπήθη νὰ τὸ χύσῃ, καὶ τὸ ἔπιεν ὅλον. Ἔπειτα ἀπεγέμισε τὴν μποτίλιαν ἀπὸ τὸν μαῦρον μπουκάλον, τὸν ἱστάμενον παρὰ τὴν γωνίαν τοῦ ραφίου, καὶ εἰς τὸν μπουκάλον ἔρριψε μέσα ὀλίγον νερόν. Ἐπειδὴ ὅμως κατὰ παραδρομὴν εἶχε γεμίσει παραπολὺ ἡ μποτίλια, ὥστε διὰ νὰ ἔμβῃ τὸ τάπωμα θὰ ἐχύνετο ἐκ τοῦ ρευστοῦ, ἄδειασεν ὀλίγον εἰς τὸ ρακοπότηρον καὶ τὸ ἔπιεν.
   Ἴσως ἐπειδὴ ἐπείνα ἤδη, καὶ ἡ μαστίχα τῆς ἄνοιξε τὴν ὄρεξιν, ἀπεφάσισε νὰ φάγῃ τὸ ὑπόλοιπον ὑπὲρ τὸ ἥμισυ τῆς τυρόπιττας, τὴν ὁποίαν εἶχε κόψει πρὸς χάριν τοῦ Μανώλη. Εὐθὺς τότε ὠρέχθη νὰ πίῃ ὀλίγον μοσχᾶτον, καὶ ἀνοίξασα τὸ ἐρμάριον, ἐγέμισεν ἕνα ποτήρι ἀπὸ τὴν μεγάλην χιλιάρικην καὶ τὸ ἔπιεν. 
   Ἑώρταζεν ἀνεπισήμως, ἀλλ᾿ ἐγκαρδίως, τὸ καλὸν κατευόδιον τοῦ συζύγου της. ᾘσθάνετο τὴν ἀνάγκην νὰ σπρώξῃ τὰ «φαρμάκια νὰ πᾶνε κάτω». Φαίνεται ὅτι, ὁπωσοῦν συχνά, ἡ Καραβοκυροὺ ᾐσθάνετο τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Πότε, διότι ἔλειπεν ὁ σύζυγός της, καὶ εἶχε καημόν, πότε διότι ἐπανῆλθεν ἐκεῖνος, καὶ εἶχε χαράν. 
   Πολλάκις τὴν εἶχαν καταλάβει οἱ γειτόνισσες. Διηγοῦντο ὅτι μίαν φορὰν ἦλθεν εἰς τόσην ἔκστασιν, ὥστε τὰ ψωμιά, τὰ ὁποῖα εἶχε ζυμώσει τὸ πρωί, ἐπειδὴ εἶχε πίει ἐν τῷ μεταξύ, πρὶν ταῦτα ἀνεβοῦν, ἅμα τὰ ἐψηλάφησεν ὕστερον καὶ τὰ ἔκρινεν ἀνεβασμένα καὶ εἶχε κολλήσει τὸν μικρὸν φοῦρνον, ὁ ὁποῖος ὑπῆρχε κατὰ τὸ σύστημα πολλῶν παλαιῶν οἰκιῶν ἐπ᾿ αὐτῆς τῆς ἑστίας, εἰς τὸ κοῖλον τῆς γωνίας, ὄπισθεν τῆς κυρίως ἑστίας, ἐξέχασε τὴν τοποθεσίαν τοῦ φούρνου, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἶχε κολλήσει, κ᾿ ἐξέλαβεν ὡς φοῦρνον τὸ ἀνοικτὸν εἰς τὸν ἥλιον παράθυρον, εἰς τὸ βορειανατολικὸν μέρος, πλησίον τῆς ἑστίας, τὸ ἀνοιγόμενον ἐπὶ τῆς κατωφεροῦς πρὸς τὴν ὁδὸν στέγης χαμωγείου γείτονος ἀποθήκης, ἐχούσης τὸν ἕνα τοῖχον κοινὸν μὲ τὴν οἰκίαν, καὶ τὰ κεραμίδια της ἤρχιζον ἀπὸ τὸ γεῖσον τοῦ παραθύρου τῆς Καραβοκυροῦς, σχηματίζοντα κλιτὺν πρὸς τὸν δρόμον. Ἐν τῇ ἐκστάσει της ἡ γυνή, δράξασα τὰ μισοανεβασμένα ψωμιά, τὰ ἐφούρνισε ― δηλ. τὰ ἔρριψε διὰ τοῦ σανιδίνου μικροῦ πτυαρίου ἐπὶ τῶν κεράμων τῆς ἀποθήκης, τὰς ὁποίας κοκκινωπὰς καὶ στιλβούσας εἰς τὸν ἥλιον, ἔβλεπεν ὡς ἔδαφος τοῦ ἀναμμένου φούρνου. 
   Μία γειτόνισσα τὴν εἶχεν ἰδεῖ, κ᾿ ἐκάλεσε δύο ἄλλας ν᾿ ἀπολαύσουν τὸ θέαμα. «Ἐπὶ στόματος δύο ἢ τριῶν μαρτύρων σταθήσεται πᾶν ρῆμα». 
   Ἄλλοτε πάλιν, ὡς ἔλεγαν ―τὸν καιρὸν ὁποὺ ἡ Καραβοκυροὺ ἦτο *** ἐπεστάτει κ᾿ ἐξετέλει ἀκόμη μόνη της τὸν τρύγον τῆς ἀμπέλου καὶ τὴν κατασκευὴν τοῦ οἴνου, καὶ πρὶν ὁ Καραβοκύρης ἀποφασίσῃ νὰ παραχωρήσῃ εἰς κολλήγαν ὅλ᾿ αὐτά― αὕτη εἶχεν ἀνοίξει μοῦστον ἀκόμη τὸ βαρέλιον τοῦ οἴνου κατ᾿ αὐτὴν τὴν φθινοπωρινὴν ἐποχὴν ἐν ὥρᾳ νυκτός· ἀλλὰ τότε ἐν τῇ ἐκστάσει της εἶχεν ἀφήσει ἀνοικτὴν τὴν κανέλαν, ἤτοι τὸν πίρον τοῦ βαρελίου, κ᾿ ἐχύθη ὅλον τὸ οἰνωπὸν τοῦ Βάκχου μέθυ, σχηματίσαν λίμνην δύο σπιθαμῶν τὸ βάθος ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ κατωγείου, ὅπου αἱ δύο ἢ τρεῖς πάπιες, τὰς ὁποίας εἶχεν εἰς τὸ κατώγι της, εὑροῦσαι κατ᾿ ἀρχὰς τερπνὴν τὴν λίμνην διὰ κολύμβημα, ἐρρίφθησαν μέσα καὶ ἀφοῦ ἔπλευσαν, ἔπλευσαν, τέλος ἐπνίγησαν μεθυσμέναι, λαβοῦσαι θάνατον σπάνιον καὶ δι᾿ ἀνθρώπους ἀκόμη, ἀλλὰ μοναδικὸν διὰ τὸ γένος τῶν νησσῶν. 
   Τοιαῦτά τινα εἶχον εὐκαιρίαν νὰ διηγοῦνται εἰς βάρος τῆς Καραβοκυροῦς αἱ καλαὶ γειτόνισσαί της.    
 
.................
 
   Δὲν ἦτο ἁπλῆ συγκυρία, ἀλλὰ πιθανή, ἐκ τῶν προτέρων, συνέπεια, τὸ ὅτι ὁ καπετὰν Καραντής, πρὶν ἐπανέλθῃ οἴκαδε, διῆλθε κατ᾿ αὐτὴν ἐκείνην τὴν ἑσπέραν ἀπὸ τὸ μαγαζὶ τοῦ Κισσιώτη. Τὸ καπηλεῖον τοῦτο ἦτο τὸ πλησιέστερον τῆς ἀγορᾶς πρὸς τὴν οἰκίαν του. Τὰ «μουσαφιρλίκια» τῶν παλιννοστούντων ναυτικῶν διήρκουν ἐπὶ ἡμέρας, αἱ δὲ προδόρπιοι ἑσπεριναὶ συντυχίαι εἰς τὰ διάφορα κέντρα τῆς ἀγορᾶς, οὐδέποτε, ἰδίως τὸν χειμῶνα, ἔπαυον. Κατερχόμενος ὁ Καραβοκύρης, μετὰ δύο ἄλλων ὁμοτέχνων φίλων του, ἀπὸ τὸ μαγαζὶ τοῦ Ζαγοριανοῦ, μετέβη εἰς τοῦ Ρήγα, ἀπὸ τοῦ Ρήγα εἰς τοῦ Καραθάνου, ἀπὸ τοῦ Καραθάνου εἰς τοῦ γερο-Τζανιάκου, ἀπὸ τοῦ γερο-Τζανιάκου εἰς τοῦ Θωμᾶ τοῦ Λογιώτατου, εἶτα εἰς τοῦ Στεργιανοῦ, κατόπιν εἰς τοῦ Γατζίνου καὶ τέλος, πρὶν καληνυκτίσουν ἀλλήλους, εἰσῆλθον εἰς τοῦ Κισσιώτη· δὲν τὸ ἔκαμνον τόσον διὰ νὰ πίουν, ὅσον διὰ νὰ κάμουν ὡς καλοὶ πατριῶται καὶ ταξιδιῶται φιλότιμοι, «ἀλεσβερίσι» εἰς τὰ μικρὰ αὐτὰ κέντρα, τὰ ὁποῖα ἄνευ τῆς ἐμπορίας τοῦ ποτοῦ, δὲν θὰ εἶχον «λόγον ὑπάρξεως». 
   Ἐκεῖ οἱ δύο ἄλλοι θαλασσινοὶ ἐκαληνύκτισαν τὸν συνάδελφόν των· ἀλλ᾿ οὗτος ἐβράδυνεν ὀλίγον συνάψας ὁμιλίαν, διὰ ν᾿ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ «καλῶς ὡρίσατε», ἄλλων εὑρεθέντων ἐκεῖ γειτόνων. Ὁ κάπηλος τότε ἔλαβε καὶ αὐτὸς μέρος.
   «Πῶς πῆγαν φέτος οἱ δουλειές, καπετάνιο;»
   «Κεσάτια, βλαστήμα τα!… Ἐσεῖς πῶς τὰ περνᾶτ᾿ ἐδῶ στὸ χωριό;»
   «Κ᾿ ἡμεῖς τὰ ἴδια καὶ χειρότερα, δόξα σοι ὁ Θεός. Μᾶς τρῶνε καὶ τὰ βερεσέδια, καὶ μὴν τ᾿ ἀρωτᾷς».
   Ἡ ὁμιλία μὲ τοὺς ἄλλους θαμῶνας εἶχε παύσει, καὶ ὁ πλοίαρχος ἡτοιμάζετο νὰ εἴπῃ καληνύκτα, καὶ νὰ διευθυνθῇ εἰς τὴν οἰκίαν του.
   Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὁ Γιάννης ὁ Κισσιώτης, καλέσας τὸν Καραντὴν πλησιέστερον εἰς τὸ λογιστήριον, ἐψιθύρισε: 
   «Κάτι ἤθελα νὰ σοῦ πῶ, νά ᾽χουμε καὶ τὸ συμπάθειο, Καραβοκύρη μ᾿».
   «Λέγε».  
   «Μᾶς θέλετε κάτι τι. Τώρα, μὲ τὸ καλὸ κατευόδιο σας, ὁπού ᾽ναι τ᾿ ἄλλα ἔξοδα…»
   «Τί λές; Σοῦ χρωστῶ ἐγὼ τίποτα;»
   «Κάτι λιγοστά, θαρρῶ· εἶναι περασμένα στὸ δεφτέρι».
   Ἤνοιξε τὸ κατάστιχον, καὶ τὸ ἐφυλλολόγει βιαστικὰ κατ᾿ ἀρχάς, εἶτα ἀργά.
   Τέλος ἐσταμάτησε, κ᾿ ἐφάνη ὅτι εὗρε τὴν σελίδα. 
   «Κι ἀπὸ πότε σοῦ τὰ χρωστῶ ἐγὼ αὐτὰ τὰ λεπτά;» ἠρώτησεν ἐξαπτόμενος ὁ θαλασσινός.
   «Εἶναι χρέος τῆς Καπετάνισσας, ὅταν ἔλειπες…» 
   Μόλις εἶπε τὸν λόγον, κ᾿ ἐζήτει νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ· ἔδακνε τὴν γλῶσσάν του, ηὔχετο νὰ μὴ τὸν εἶχεν εἰπῆ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔσβηνε τὸν ἦχον εἰς τὸν ἀέρα, ὅπως σβήνουν τὰ «προσωρινὰ βερεσέδια» εἰς τὴν πλάκα, ὅπως πᾶς κύκλος σβήνεται εἰς τὸν ἀφρὸν τοῦ κύματος. Τότε μόνον συνῃσθάνθη πόσον φοβερὸν σφάλμα ἦτο νὰ ὁμιλήσῃ διὰ τὸ χρέος αὐτὸ τῆς γυναικὸς πρὸς τὸν ἴδιον ἄνδρα της. Τὸ μαγαζεῖον δὲν ἐπώλει τίποτε ἄλλο εἰμὴ οἶνον καὶ πνευματώδη ποτά. Λέγων λοιπὸν ὁ κάπηλος ὅτι τὸ χρέος ἦτο τῆς Καραβοκυροῦς κατὰ τὴν ἀπουσίαν τούτου, ἦτο ὡς νὰ κατήγγελλε τὴν γυναῖκα ἐπὶ κραιπάλῃ πρὸς τὸν σύζυγον.
   Τὸ βέβαιον ἦτο ὅτι πολὺ συνέτεινε, διὰ νὰ τοῦ φύγῃ ὁ λόγος, καὶ ἡ ἀπληστία, ἡ ἀνυπομονησία, ἡ φυσικὴ προτίμησις παντὸς καπήλου καὶ παντὸς ἀνθρώπου, ὅπως λάβῃ χρήματα ἀμέσως, παρὰ νὰ ἔχῃ νὰ λαμβάνῃ ἀργότερα· τώρα, ὁ πλοίαρχος ἤρχετο φέρων χρήματα ἀπὸ τὰ ταξίδια, καὶ ἦτο εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ· ἡ Καπετάνισσα θὰ ἐπλήρωνεν ὅταν εὐκολύνετο, δηλ. μετὰ ἑβδομάδας, ἴσως μετὰ μῆνας ἀργότερα. 
   Ὁ κάπηλος, ἐντοσούτῳ, ἐπροσπάθει νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ σφάλμα, καὶ ἤρχισε νὰ ψελλίζῃ:   
   «Ὄχι… τί λέω;… κάτι λίγα, δυὸ-τρεῖς δραχμὲς μονάχα, εἶναι ὅταν ἔλειπες… τὰ πολλὰ εἶν᾿ ἀπὸ πέρυσι, πρὶν πᾷς γιὰ ταξίδι».
   «Τί τσαμπουνίζεις;» ἔκραξε δύσθυμος ὁ καπετὰν Καραντής. «Γιά δεῖξέ μου τὰ βερεσέδια… Τὰ ἔχεις ἐδῶ;… Ποῦ εἶναι;»
   Ὁ πλοίαρχος ἔκυψεν εἰς τὸ κατάστιχον, ἐπὶ τῆς σελίδος ὅπου εἶχε σταματήσει ὁ κάπηλος, καὶ ἠμπόρεσε νὰ διακρίνῃ εἰς τὸ ἀβέβαιον φῶς τῆς καπνώδους λυχνίας ὅλα τὰ διάφορα κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἦσαν σημειωμένα εἰς τ᾿ ὄνομά του, ἢ ἁπλῶς τῆς οἰκίας, χωρὶς νὰ φαίνεται ὁλόγραφον τὸ ὄνομα τῆς συμβίας του, ἀλλ᾿ αἱ ἡμερομηνίαι τῶν διαφόρων ποσῶν εἶχον εὐγλωττίαν. Ὅλαι ἦσαν μεταξὺ τοῦ Μαρτίου καὶ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ ἰδίου ἐκείνου ἔτους, ἤτοι τῆς περιόδου καθ᾿ ἣν ἀπουσίαζεν ὁ πλοίαρχος. Δικολάβος τις θὰ ἥρπαζεν ἀμέσως τὸ ἐπιχείρημα ὅτι «δὲν ἠδύνατο ὁ πελάτης του νὰ πληρώσῃ χρέη συναφθέντα δῆθεν ἐπ᾿ ὀνόματί του κατὰ τὴν ἀπουσίαν του, ἄνευ νομίμου πληρεξουσιότητος, καὶ ἄρα τὸ κατάστιχον δὲν εἶχεν ἰσχύν». Ἀλλ᾿ ὁ Καραντὴς δὲν ἦτο δικολάβος, ἦτο θαλασσινὸς καί, περιπλέον, σύζυγος. Ὅθεν ἐδάγκασε τὸ χεῖλός του, κατέπιε τὸν θυμόν του, ἔβγαλεν ἀμέσως τὸ πορτοφόλι του κ᾿ ἐπλήρωσε μέχρι λεπτοῦ τὰς τριάντα τόσας δραχμάς, ὅσαι ἦσαν σημειωμέναι εἰς τὸ κατάστιχον. 
   Εἶτα εἶπε «Καληνύχτα» κ᾿ ἐξῆλθε.
 
.................
 
   Τὴν νύκτα ἐκείνην βαθιά, κοντὰ τὰ μεσάνυκτα, δύο γειτόνισσες, ἡ Μαθίνα ἡ Καζινίτσα καὶ τὸ Χρυσὼ τῆς Μπούλμπαινας ἐξαφνίσθησαν παράωρα ἀπὸ γυναικείας φωνὰς καὶ κλαύματα, τὰ ὁποῖα ἠκούοντο κατερχόμενα ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ καπετὰν Γιάννη τοῦ Καραντῆ. Ἡ Μαθίνα, χήρα γερόντισσα, ἀφοῦ εἶχε πάρει τὸν πρῶτον ὕπνον, ἐξύπνησε καὶ ἀκούσασα τὰς φωνὰς ἐσηκώθη καὶ ἦλθεν εἰς τὸ παράθυρον. Εἶχεν ἀφήσει τὰ παραθυρόφυλλα ἀνοικτά· ἦτον νοτιὰ καὶ μᾶλλον ζέστη, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ λεπτὸν ἀπόγειον καὶ τὴν δροσιάν, ὁποὺ ἤρχιζε τὰ μεσάνυκτα.
   Διὰ τῶν ὑάλων τοῦ παραθύρου ἔπιπτον μέσα εἰς τὸ πάτωμα αἱ ἀκτῖνες τῆς σελήνης, ἥτις εἶχεν ἀνατείλει πρὸ μικροῦ, ἄγουσα τετάρτην ἢ πέμπτην ἡμέραν μετὰ τὴν πανσέληνον. Ἔρριψε βλέμμα πρὸς τὰ ἔξω. Ὁ οἰκίσκος ἀντίκρυζε σχεδὸν διαγωνίως μὲ τὴν οἰκίαν τοῦ καπετὰν Καραντῆ· καὶ ἀπὸ τὸ παράθυρον, ὅπου ἵστατο ἡ Μαθίνα, ἔβλεπεν ἐκ πλαγίων φωτισμένον τὸ παράθυρον τοῦ ἔξω θαλάμου τῆς οἰκίας τοῦ πλοιάρχου. 
   Μέσα εἰς τὰς φωνὰς καὶ τοὺς γόους, ὁποὺ ἤκουεν, ἡ γρια-Καζινίτσα διέκρινε μόνον ὀλίγας λέξεις.
   «Θὰ πάω νὰ πέσω νὰ πνιγῶ!… Θὰ πνιγῶ, Καραβοκύρη μ᾿!… Θὰ πάρῃς στὸ λαιμό σ᾿ τὰ παιδάκια μας…»
   Ἦτον ἡ φωνὴ τῆς Καπετάνισσας. Τὴν ἀνεγνώρισε.
   «Δὲν πᾷς νὰ πνιγῇς!… Θὰ μοῦ κάμῃς καὶ τὴ χάρη… Παίρνω ἄλλη!…» ἀπήντα μετὰ καγχασμῶν ἡ φωνὴ τοῦ πλοιάρχου. 
   Ἡ γρια-Μαθίνα ἀκουσίως ἐγέλασεν· εἶτα ἔκαμεν ἓν βῆμα πρὸς τὰ ὀπίσω, θέλουσα νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν στρωμνήν της. Εἶχεν ἀκούσει καὶ εἶχε πληροφορηθῆ τί συνέβαινεν. Αὐτὴ εἰς τὸν καιρόν της εἶχεν ἰδεῖ καὶ ἀκούσει πολλὰ τοιαῦτα, καὶ δὲν ᾐσθάνετο μεγαλυτέραν περιέργειαν. 
   Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἤκουσε κρότον πρὸς τ᾿ ἀριστερά της. Μία φωνίτσα ἔλεγε:  
   «Τ᾿ ἀκοῦς, θεια-Μαθίνα;»
   Ἦτον ἡ Χρυσὴ τῆς Μπούλμπαινας εἰς τὸ παράθυρόν της· αὕτη εἶχεν ἀνοίξει τὸ παράθυρον, κ᾿ εὑρίσκετο, φαίνεται, ἀπό τινος εἰς τὴν σκοπιάν της. Τὰ δύο σπιτάκια ἐσχημάτιζαν μεταξύ των ὀρθὴν γωνίαν ἐντὸς καὶ τὰ δύο παράθυρα ἀντίκρυζαν ἐν μέρει τὴν οἰκίαν τῆς Καραβοκυροῦς. Ἡ Χρυσή, νέα καὶ ὀξυδερκής, εἶχε διακρίνει τὴν μορφὴν τῆς Μαθίνας ὄπισθεν τοῦ κλεισμένου τζαμίου εἰς τὸ φέγγος τῆς σελήνης, ἢ ἴσως εἶχεν ἀκούσει καὶ τὸν ἐλαφρὸν τριγμὸν τῶν γυμνῶν ποδῶν της εἰς τὸ πάτωμα.
   Ὅθεν διὰ νὰ ἐφελκύσῃ τὴν προσοχήν της ἔκαμε μικρὸν κρότον μὲ τὸ ἓν παραθυρόφυλλον, τὸ ὁποῖον ἔσπρωξεν ἕνα δάκτυλον πρὸς τὰ ἔξω καὶ τὸ μοῦτρόν της ἐφάνη καλύτερα εἰς τὸ ὠχρὸν φῶς ἀνάμεσα εἰς τὰ δύο μισοανοικτὰ παραθυρόφυλλα. Ἀκολούθως εἶπε μὲ λεπτὴν φωνήν:
   «Τ᾿ ἀκοῦς, θεια-Μαθίνα;»
   «Τί ν᾿ ἀκούσω, πλιό;» εἶπεν ἡ γραῖα. «Ἀπ᾿ τὶς χαρές της τά ᾽παθε».
  «Δὲν ἔκαμε νισάφι, θὰ πῶ;», συνεπλήρωσεν ἡ Χρυσή, ἥτις ἐνόει τὴν συνθηματικὴν γλῶσσαν τῆς γραίας.  
   «Τί νὰ κάμῃ ποὺ δὲ βρίσκεται βοτάνι, μαθές», ἀπήντησεν ἡ Μαθίνα.
   «Στὸν καιρό σας εἴχατε τέτοια, θεια-Μαθίνα;»
   «Στὸν καιρό μας; Ἀκοῦς, λέει! Λίγα κ᾿ ἐμεῖς ἀρμενίσαμε!…» εἶπε συμβολικῶς ἡ γραῖα.
   «Ἔχουν τόσην ὥρα!» εἶπε, θέλουσα νὰ παρατείνῃ τὴν ὁμιλίαν, ἴσως διότι δὲν εἶχεν ὕπνον τὸ Χρυσὼ τῆς Μπούλμπαινας· «ἀποβραδὺς ἄρχισαν, μὲ τὴν ὥρα τους. Τί ἔψαλε καὶ τί δὲν τῆς εἶπε!» 
   Καὶ ἤρχισε νὰ διηγῆται, πῶς καὶ ἐκ ποίας ἀφορμῆς, καθ᾿ ὅσον ἐνόησεν αὐτὴ ἐξ ὅσων εἶχεν ὠτακουστήσει, εἶχεν ἀρχίσει ἡ συζυγικὴ σκηνή. Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Μαθίνα, κόπτουσα τὴν ὁμιλίαν, φιλοσοφικῶς εἶπεν:  
   «Ἄχ! πόσα τέτοια, κορίτσι μ᾿!… Μὰ ἐσύ, τώρα!… Δὲ μ᾿ λές, σὲ τί εἴμαστε καλύτερες ἡμεῖς ἀπὸ τὶς κουκουβάγιες, ὁποὺ 〈λαλοῦν〉 καθισμένες ἀπάνω στὰ Κοτρώνια», (καὶ ἔδειξε τὸν πετρώδη λόφον κατέναντι, ὅπου ἄνωθεν ὑψοῦτο ἡ σελήνη)· «σ᾿ αὐτὸ μοναχά, ποὺ λαλοῦμε ἀπ᾿ τὰ παραθυράκια μας, καὶ δὲν ἀνεβαίνουμε ἐσὺ στὴν ταράτσα, κ᾿ ἐγὼ στὸ λιακωτό, νὰ τὰ ποῦμε καλύτερα! Καλὸ ξημέρωμα ―καὶ καλὴ γνώση― κορίτσι μου». 
   Καὶ ἀπεσύρθη, διὰ νὰ πέσῃ νὰ κοιμηθῇ εἰς τὴν στρωμνήν της. Σημειωτέον ὅτι οὔτε ἡ Χρυσὴ εἶχε ταράτσαν, οὔτε ἡ Μαθίνα λιακωτό, ἀλλ᾿ ἡ γραῖα τὸ εἶπεν οὕτω χάριν τῆς ποιητικῆς εἰκόνος. 
   Κατὰ ἀλλόκοτον σύμπτωσιν, τὴν στιγμὴν ὁποὺ ἀνέφερεν ἡ Μαθίνα τὴν κουκουβάγιαν, μόλις εἶχε προφέρει τὴν λέξιν καὶ ἠκούσθη ἡ φωνὴ τοῦ νυκτεροβίου πτηνοῦ νὰ κικκαβίζῃ ἐπάνω εἰς τοὺς ἀντικρινοὺς βράχους· τοῦτο ἔκαμε τὴν Χρυσὼ νὰ σταυροκοπηθῇ, καὶ νὰ εἴπη μετὰ φόβου:
   «Μάγισσα εἶναι, ἀληθινά, μάγισσα!» 
 
Γ' 
   Πρὸ πολλοῦ ἡ γραῖα Μαθίνα εἶχεν ἀποκοιμηθῆ, ἡ Χρυσὼ τῆς Μπούλμπαινας ἀπεσύρθη καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὸ παράθυρον καὶ μόλις, μετὰ πολλά, ἤρχισε νὰ τῆς ἔρχεται ὁ ὕπνος. Αἴφνης ἤκουσε μέγαν τριγμὸν καὶ βῆμα τόσον σιγανόν, τὸ ὁποῖον αὐτὴ μόνον καὶ τὰ ἀφάνταστα σερπετὰ καὶ ζούζουλα τῆς νυκτὸς ᾐσθάνθησαν εἰς τὴν σιγὴν τὴν ἄκραν. 
   Τῆς ἐφάνη ὅτι ὁ κρότος ἤρχετο ἀπὸ τὴν θύραν τῆς Καπετάνισσας. Ἡ Χρυσὴ ἐξαφνίσθη, ἀνεπήδησε κ᾿ ἔτρεξεν εἰς τὸ παράθυρόν της καὶ τὸ ἤνοιξεν. 
   Ἡ σελήνη εἶχε ψηλώσει πολύ, θὰ εἶχαν περάσει τὰ μεσάνυκτα. Ἡ Χρυσὴ ἐπρόλαβε μόνον νὰ ἴδῃ λευκὴν σκιάν, μίαν ἄκρην ἀπὸ γυναικείαν ἐσθῆτα, νὰ κρύπτεται ὄπισθεν τῆς γωνίας τοῦ δρομίσκου, διευθυνομένη πρὸς τὰ ἀνατολικὰ τοῦ λιμένος, πρὸς τὸν αἰγιαλόν. 
   «Τί νὰ εἶναι;»
   Ἐγύρισε νὰ ἴδῃ πρὸς τὴν θύραν τῆς οἰκίας τοῦ πλοιάρχου· εἶχε μείνει μισοανοικτή. Αὐτὸς ἦτον ὁ τριγμός, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἀκούσει ἡ Χρυσή… κ᾿ ἐκεῖ ἦτο τὸ ἐλαφρὸν βῆμα, τὸ αἴνιγμα, τὸ βαῖνον πρὸς τὴν θάλασσαν… εἰς τὸ ἄγνωστον.
   Ἡ πρώτη ὁρμή της ἦτο νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν δρόμον· νὰ τρέξῃ νὰ ἴδῃ. Ἀλλ᾿ ᾐσθάνετο ἀόριστον φόβον. Ἐσκέφθη καὶ ἀπεφάσισε νὰ φωνάξῃ τὴν γραῖαν Μαθίναν. 
   Ἡ Χρυσὴ ἦτον ὀρφανὴ ἡλικιωμένη κόρη καὶ οἱ μόνοι αὐτῆς προστάται, τὰ δύο νεαρὰ ἀδέρφια της, ἔλειπαν μὲ τὰ καράβια εἰς τὰ ξένα. Ἡ μόνη συντροφιά της εἰς τὴν οἰκίαν, ἦτο ἓν ἀνήλικον παιδίον, ἀνεψιά της, κορασὶς τεσσάρων ἢ πέντε ἐτῶν, ἥτις ἐκοιμᾶτο «στὸν καλὸν καιρόν της» δίπλα εἰς τὴν ἑστίαν, ἤδη ἀπὸ ὀκτὼ ὡρῶν, καὶ εἶχε τὸ προνόμιον νὰ μὴ ἐνδιαφέρεται δι᾿ ὅλ᾿ αὐτά. 
   Τῆς γραίας Μαθίνας καὶ οἱ τρεῖς υἱοί της εἶχαν ὑπάγει «στὴν ἀγυρισιά», ὅπως ἔλεγεν αὐτή· εἶχαν πάρει «μεγάλα πέλαγα». Εὑρίσκοντο ἐκεῖ ποὺ «ψήν᾿ ὁ ἥλιος τὸ ψωμί». Εἶχαν φθάσει εἰς τὴν γῆν τῶν Λωτοφάγων, ἢ εἶχαν πίει τὸ ὕδωρ τῆς Λήθης· ἑνὶ λόγῳ, εἶχον ἀπέλθει εἰς τὴν Ἀμερικὴν τὴν Νότιον, εἰς τοὺς δύο Ὠκεανούς, εἰς τὴν Πολυνησίαν, τίς οἶδεν; Ὁ νεώτερος ἐξ αὐτῶν ἔλειπεν ἤδη ἕνδεκα ἔτη (ὅσον ἀκριβῶς ἐχρειάζετο διὰ νὰ «ξεπονέσῃ» κι αὐτός· λέγεται ὅτι «ξεπονοῦν» εἰς τὰ δέκα) καὶ δὲν ἠκούετο. 
   Τὴν κόρην της τὴν εἶχε «νεκροβλοήσει» μ᾿ ἕνα γαμβρόν, παρὰ τὴν θέλησίν της καὶ δὲν τὰ εἶχαν καλά, μάννα καὶ κόρη. Ὡς μόνην συντροφιάν, εἰς τὸ κατώγι της (ἐπειδὴ ἡ παραξενιά της δὲν τῆς ἐπέτρεπε νὰ ἔχῃ οὔτε γάτταν), εἶχε δύο κόττες κ᾿ ἕνα πετεινόν, ἐξ ἀφορμῆς τῶν ὁποίων ἐμάλωνε συχνὰ μὲ τὶς γειτόνισσες. 
   Ἡ Χρυσὴ ἐφώναξε μὲ λεπτήν, ἀλλὰ συριστικὴν φωνήν: 
   «Θεια-Μαθίνα!»
   Ἡ γραῖα, ἀφοῦ εἶχε κοιμηθῆ καὶ δεύτερον ἤδη, ἐχόρτασε καλὰ τὸν ὕπνον, ἐσηκώθη καὶ ἦλθεν εἰς τὸ παράθυρον. Αὐτὴν τὴν φορὰν ἤνοιξε τὸ τζάμι.
   «Τί εἶναι, μαρή;»
   Ἡ Χρυσὴ τῆς διηγήθη ὅ,τι εἶδε, καὶ τῆς ἔδειξε τὴν θύραν τῆς γειτονικῆς οἰκίας, ὅπως εἶχε. 
   «Κατέβα κάτω μὲ τὰ τουζλούκια σου»,(15) εἶπεν ἡ Μαθίνα. «Ἐγὼ θὰ κατεβῶ μὲ τὰ τσουράπια μου». 
   Κ᾿ αἱ δύο εὑρέθησαν μετ᾿ ὀλίγας στιγμὰς εἰς τὸν δρόμον. Ἦλθαν πλησίον εἰς τὴν θύραν, τὴν μισοανοικτήν. Μόλις ἠκροάσθησαν, καὶ ἀμέσως ἐπείσθη ἡ Μαθίνα, ἀπὸ τὸ μέγα ρογχάλισμα, τὸ ὁποῖον ἠκούετο ἐπάνω, ὅτι ὁ πλοίαρχος ἐκοιμᾶτο εἰς τὴν οἰκίαν του. Ἄρα αὐτὸς δὲν εἶχε κατεβῆ. Ἄρα, ἀφοῦ κατέβη τις, οὐδεὶς ἄλλος ἦτο εἰμὴ ἡ Καπετάνισσα. 
   Τί συνέβαινε; Μήπως αὕτη εἶχεν ὑπάγει τῷ ὄντι νὰ πέσῃ νὰ πνιγῇ, καθὼς εἶχε φοβερίσει τὸν σύζυγόν της; Εἶχε χάζι!
   Ἔκαμαν συμβούλιον. Τί πρέπει νὰ κάμουν; Νὰ ἐξυπνήσουν τὸν σύζυγον; Ἀλλὰ πρὸς τί νὰ τὸν σκιάξουν, καὶ νὰ τὸν κάμουν νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὰ ἴδια αὑτῶν ὄμματα καὶ νὰ ἐκθέσουν τὴν σύζυγον εἰς τὰ ὄμματα ἐκείνου; Ἂς ὑπάγουν νὰ ἰδοῦν πρῶτα τί γίνεται, μήπως προφθάσουν αὐταὶ καὶ συμμαζώξουν τὴν γυναῖκα, καὶ τὴν φέρουν εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον. 
   Μετ᾿ ὀλίγα δευτερόλεπτα, αἱ δύο γυναῖκες εὑρίσκοντο εἰς τὸν ἀνατολικὸν αἰγιαλόν, πρὸς τὴν συνοικίαν τοῦ βορείου λιμένος. Ἡ σελήνη μὲ τὴν ὠχράν της λάμψιν κατέφεγγε τοὺς βράχους, τὴν ἀκτὴν καὶ τὴν θάλασσαν.
   Τὸ Καστέλι, μικρὰ χελωνοειδὴς χερσόνησος, χωρίζει τὸν ἀνατολικὸν ὅρμον ἀπὸ τὴν μεσημβρινὴν παραθαλασσίαν ἀγοράν. Ἐν πλήμῃ ὑδάτων, ἡ νῆσος πλέει ὅλη χωρισμένη ἀπὸ τὴν ξηράν, ἐν καιρῷ ἀμπώτιδος προσαμμώνει, καὶ γίνεται μῶλος, ἑνώνων αὐτὴν μὲ τὴν στερεάν. 
   Ὁ ἄνεμος εἶχε κοπάσει καὶ ἦσαν μᾶλλον ρηχὰ τὰ νερά. Ἀντικρὺ ἐκεῖ εἰς τὸ Καστέλι, πέραν τοῦ λαιμοῦ τῆς μικρᾶς χερσονήσου, ὡς ἥμισυ μίλιον ἀπὸ τὸν αἰγιαλόν, ὅπου ἐστάθησαν αἱ δύο γυναῖκες, βλέπουν μίαν μαύρην σκιάν, ἱσταμένην ἐπὶ τῆς ἄμμου, εἰς τὴν ἄκραν τοῦ Καστελίου, καὶ ἄλλην λευκὴν σκιάν, κινουμένην ταύτην, ἥτις ἐφαίνετο νὰ σαλεύῃ καὶ νὰ πατῇ εἰς τὸ κῦμα μέχρι τῶν γονάτων.
   «Ἐκεῖ ᾽ναι», εἶπεν ἡ θεια-Μαθίνα.
   «Θέ μου! τ᾿ εἶν᾿ αὐτό;… Μάγια κάνουνε;» ἀνέκραξε συνάπτουσα τὰς χεῖρας ἡ Χρυσὴ τῆς Μπούλμπαινας.
   «Θεὸς ξέρει», εἶπεν ἡ γραῖα.   
   «Καὶ ποιὸ νὰ εἶναι τὸ ἄλλο, τὸ μαῦρο κούτσουρο ποὺ στέκετ᾿ ἐκεῖ;» εἶπε πάλιν τὸ Χρυσώ· «ἄνθρωπος εἶναι ἢ στοιχειὸ τάχα;» 
 
................. 
 
   Ἡ θεια-Χριστοδουλίτσα, παλαιὸν λείψανον, 95 ἐτῶν, ἦτο γραῖα «μεζετζού». Ἠγάπα τὰ θαλάσσια ὄψα, τὰ καβουράκια, τὰ κοχύλια καὶ τὰς γαρίδας. Συνήθως ἐπήγαινεν εἰς τὸ Καστέλι ἀποβραδύς, ὅταν ἦτο ρήχη, τρεῖς ἢ τέσσαρας ὥρας νύχτα, κ᾿ ἐκυνηγοῦσε τὰ καβούρια. Αὐτὴν τὴν φοράν, σπάνιον μὲν ἦτο, ἀλλὰ δὲν τὸ εἶχε κάμει πρώτην φορὰν εἰς τὴν ζωήν της, ὑπῆγε πολὺ ἀργά, τὰ μεσάνυκτα. 
   Ἀφοῦ ἐχόρτασε τὸν ὕπνον, κ᾿ ἐξύπνησε καὶ εἶδε νηνεμίαν καὶ φεγγάρι, ἐσηκώθη, ἐπῆρεν ἕνα μαχαίριον, ἐζώσθη εἰς τὴν μέσην της μὲ μέγα προσόψιον, κ᾿ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν παραθαλάσσιον οἰκίσκον της, τὸν ἀντικρύζοντα τὸ Καστέλι, ἐπέζευσε τὸν μικρὸν ἀμμόχωστον μῶλον, πατοῦσα ἀπὸ πέτραν εἰς πέτραν, κ᾿ ἔφθασεν ἀντιπέραν. Ἤξευρε, καὶ δὲν ἠπατᾶτο, ὅτι μὲ τὸν καιρὸν καὶ τὴν ὥραν αὐτὴν τῆς νυκτός, θὰ εὕρισκεν ἄφθονον πλῆθος ἀπὸ καβουράκια, ὀστρακόδερμα, καὶ ἄλλα ζωύφια, νὰ βόσκουν τριγύρω εἰς τοὺς πλουσίους αἰγιαλούς. 
   Καθὼς ἦτον σκυμμένη 〈κ᾿〉 ἐμάζευε μὲ τὰς δύο χεῖρας ἄφθονον ἄγραν, ἤκουσε φλοῖσβον πλαταγίζοντος κύματος.
   Ἀνεσήκωσε τὴν κεφαλήν, καὶ βλέπει λευκοφοροῦσαν γυναῖκα, πατοῦσαν εἰς τὸ κῦμα, νὰ ἔρχεται πρὸς τὰ ἐδῶ.
   «Εἶναι κι ἄλλος κόσμος παράξενος», εἶπε ταπεινῇ τῇ φωνῇ μονολογοῦσα ἡ γραῖα. «Θὰ βγῆκε νὰ κάμῃ μπάνια, τέτοιαν ὥρα… Κ᾿ ἔχουμε Ἁιδημήτρη μῆνα… δὲν εἶναι καλὸς καιρὸς γιὰ κολύμβημα». 
   Ἐντοσούτῳ ἡ λευκοενδεδυμένη γυνή, ἀνασηκώνουσα τὰ κράσπεδα τῆς ἐσθῆτός της, ἄνω τῶν γονάτων, δεικνύουσα γυμνὰς κνήμας εἰς τὸ φεγγάρι, ὁλονὲν ἤρχετο πρὸς τὸ μέρος ὅπου εὑρίσκετο ἡ Χριστουδουλίτσα. Αὕτη, μὲ ὅλα τὰ γηρατεῖά της, δὲν ἄργησε νὰ τὴν ἀναγνωρίσῃ. Ἐσηκώθη καὶ τὴν ἐφώναξε:
   «Ποῦ σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο, Καραβοκυρού;… Μὴν ἐζήλεψες καὶ σὺ τὴν τέχνη μου κ᾿ ἦρθες νὰ πιάσῃς καβούρια;»  
   Ἡ Καπετάνισσα, ἐν ἀλλοκότῳ ἐκστάσει, τῆς ἀπήντησεν:
   «Πάω νὰ πνιγῶ, θειακούλα μου!»
   «Καὶ σηκώνεις καὶ τὰ ροῦχά σου, μὴν βραχῇς!… Εἶναι ρηχὰ τὰ νερὰ ἐδῶ, πλιὸ βαθιὰ νὰ πᾷ νὰ βρῇς νὰ πέσῃς!» 
   Κατά τινα κυκλοφορήσασαν φήμην, ἡ Καραβοκυρού, ἅμα ὡς εἶδε μακρόθεν τὴν γραῖαν Χριστοδουλίτσαν, τὴν ἐξέλαβεν ὡς φάντασμα· κατετρόμαξε, καὶ στραφεῖσα εἰς τὰ ὀπίσω, ἐτράπη εἰς φυγήν. Τότε αἱ δύο γυναῖκες, αἵτινες εἶχον ἀκολουθήσει, ὡς ἐκ μαντείας ἢ ἀνωτέρας τινὸς ἐπιπνοίας τὸ ἀλλόκοτον νυκτερινὸν διάβημά της, τὴν συνήντησαν, τὴν ἔλαβον τρέμουσαν, ξεγλωσσασμένην, κακῶς ἔχουσαν, καὶ τὴν ἔφεραν πρὸς τὸν σύζυγον καὶ τὰ δύο τέκνα της, οἵτινες καὶ οἱ τρεῖς οὐδόλως εἶχον ἐξυπνήσει, οὐδὲ ὑποπτεύσει τὰ γενόμενα. 
   Κατὰ τὴν αὐθεντικὴν ὅμως ἔκδοσιν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ὁ γράφων, ἡ Καραβοκυροὺ οὔτε εἶχεν ἰδεῖ μακρόθεν τὴν Χριστοδουλίτσαν, κύπτουσαν καὶ συνεσταλμένην μεταξὺ τῶν βράχων, ὅπου ἐθήρευε τὴν ἄγραν της· ὅταν δὲ ἡ γραῖα, ἅμα ἐπλησίασεν ἐκείνη, πρώτη τῆς ἀπηύθυνε τὸν λόγον, ἡ Καραβοκυροὺ ᾐσθάνθη μὲν στιγμιαῖον τρόμον καὶ κλονισμόν τινα, ἀλλὰ τάχιστα συνῆλθεν ἀναγνωρίσασα τὴν γερόντισσαν, καὶ τότε διημείφθη ὁ ἀνωτέρω διάλογος. 
   Μετὰ ἡμίσειαν ὥραν, ἡ Καραβοκυρού, βρεγμένη ἀκόμη ὀλίγον, ἂν καὶ αἱ δύο γυναῖκες τῆς εἶχον λίαν εὐμενῶς ἀλλάξει τὸ μεσοφούστανον, εὑρέθη πλαγιασμένη δίπλα εἰς τὴν ἑστίαν, εἰς τὸ πλάγι τοῦ συζύγου της. 
   Ἡ γρια-Μαθίνα καὶ ἡ Χρυσή, τῇ συνεργίᾳ καὶ τῆς θεια-Χριστοδουλίτσας, τὴν εἶχαν ὁδηγήσει, ἢ τὴν εἶχαν μετακομίσει, μὲ χεῖρας καὶ μὲ λόγον, ὅπως ἠμπόρεσαν, εἰς τὴν οἰκίαν της. 
   Ὁ πλοίαρχος τότε ἐξύπνησε καὶ βλέπων αὐτὴν ὑπτίαν μὲ ἀνοικτὰ τὰ ὄμματα:
   «Ἀκόμα δὲν κοιμήθηκες, καπετάνισσά μ᾿», εἶπεν (ἐφαίνετο ὡς νὰ εἶχε λησμονήσει ἤδη τὰ ἀφ᾿ ἑσπέρας), «μοῦ φαίνεσαι σὰν νὰ μυρίζῃς θάλασσα!» Εἶτα ἐπέφερε:
   «Θὰ εἶναι ποὺ θαρρῶ ἀκόμα πὼς ταξιδεύω… σὰν ν᾿ ἀνεμίζουν τ᾿ ἄρμενα καὶ νὰ τρίζουν τὰ πινά… Γι᾿ αὐτὸ μοῦ ἔρχεται κ᾿ ἡ μυρουδιὰ τῆς θάλασσας!»  
 
Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος 
(1905)
Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών
 
Σημειώσεις:
 
(1) ρίχνω γρέκι: ξεκουράζομαι / γρέκι= χώρος που διανυκτερεύουν στην ύπαιθρο τα πρόβατα ή τα γίδια, το περιγραγμένο με κλαδιά μέρος, σκιερό καταφύγιο για τα κοπάδια
(2) γολέτα: δικάταρτο ιστιοφόρο πλοίο
(3) γούμενα: παλαμάρι, χοντρό σχοινί, καραβόσχοινο
(4) σαλαμετλίκια: ανταπόδωση ευχών και κερασμάτων, από το τουρκικό selamet= ασφάλεια, σωτηρία, απαλλαγή από δεινά και συμφορές
(5) ανασφουγκώνομαι: ανασκουμπώνομαι, σηκώνω τα μανίκια ψηλά για να κάνω μια δουλειά 
(6) μεντέρι: στρώμα που χρησιμεύει ως καναπές σε υπνοδωμάτιο, καναπές χωρίς πλάτη ή κρεβάτι χωρίς κεφαλάρι
(7) γαλέτα: είδος ψωμιού υπερβολικά αφυδατωμένου και σκληρού που χρησιμοποιείται κυρίως στο στρατό / ξερό ψωμί
(8) ντράβαλα: βάσανα, ενοχλήσεις, έγνοιες, προβλήματα 
(9) φελούκα: μικρό πλοιάριο στην περιοχή της Μεσογείου, χαμηλό και άφρακτο (χωρίς κατάστρωμα) που κινιόταν με κουπιά και ιστία (πανιά), φέροντας τρία λατίνια και αρτέμονα. Τέτοια σκάφη διατηρήθηκαν στην Ελλάδα και μετά την Επανάσταση του 1821 και ιδιαίτερα στις Κυκλάδες. 
(10) κενώνω: αδειάζω 
(11) πινάκιον: πιάτο 
(12) ξεκαμπίζω: βγαίνω από στενό πέρασμα ή δάσος σε ανοιχτή πεδιάδα/ φεύγω, απομακρύνομαι 
(13) χειρίδα: μανίκι 
(14) άφεριμ: μπράβο, εύγε 
(15) τουζλούκι: Το τουζλούκι ή τοζλούκι ή τουζουλούκι είναι περικνημίδα, που σκεπάζει το επάνω μέρος του παπουτσιού και φτάνει ώς το γόνατο