Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ

  Ι
   Υπήρχε μια λυπημένη μυστικότητα σ' αυτά που λέγανε. Έσκυβε η μια κοντά στην άλλη τόσο που ν' ακουμπάνε τα κεφάλια τους και ψιθύριζαν πράγματα κρυφά και παράξενα.
   Αλλά και πάλι δεν τα 'ξεραν όλα. Μόνο όσα είχε η ίδια εκμυστηρευτεί στη γειτόνισσα τη Μαριγούλα. Και δεν ήταν γυναίκα που θα φανέρωνε πράγματα που δεν ήθελε να φανερώσει!
   Τελευταίως δε μπορούσε να κοιμηθεί. Περίεργες σκέψεις στριφογυρίζανε στο μυαλό της, περιστατικά παλιά και καινούργια, όλα μπερδεμένα. Ό,τι που έκανε να τη ζαλίσει ο ύπνος και πριν προλάβει ακόμη να βυθιστεί, άρχιζαν τα όνειρα.
   Μια μέρα είδε πως κρατούσε ένα μωρό στην ποδιά της διάφανο, κι άστραφτε από μέσα του ένα φως, λες κι ήτανε γυαλί της λάμπας, πάλι έτσι όχι ακριβώς, γιατί το φως εκείνο ήταν άσπρο και δυνατό κι όχι χλωμό και κιτρινωπό, όπως του λαμπόγυαλου. Εκείνη την ώρα ανάμεσα ύπνου και ξύπνιου, σάμπως κάποιος να της έδινε μια αγκωνιά στο κεφάλι, ξυπνούσε κι αδύνατον πια να ξανακοιμηθεί.
   Τα μάτια της τεντωμένα, ούτε να μισοκλείνουνε, λες κι είχε σηκωθεί από οκτώ ωρών ύπνο.
   Να στριφογυρίσει δε γινόταν, έτσι με την κοιλιά στο στόμα, έμενε λοιπόν ακίνητη στο κρεβάτι, πρησμένη κι ανήμπορη, και περίμενε να ξημερώσει.
   Άλλοτε πάλι έβλεπε πως πνιγόταν. Τα μαλλιά της απλώνονταν σαν φύκια καθώς γλιστρούσε στο βυθό, ένιωθε εκείνο το τρομερό αίσθημα της ασφυξίας, με ορθάνοιχτο στόμα να προσπαθεί να φωνάξει, η θάλασσα να πλημμυρίζει τα πνευμόνια της, να βουλιάζει, να βουλιάζει, να κουνάει σπασμωδικά τα χέρια της μες στο νερό, όχι, πάνω στα σεντόνια, δεν είναι θάλασσα είναι ιδρώτας που τη λούζει, πάλι εκείνη η σκουντιά στο κεφάλι, το λαχάνιασμα, ξύπνησε, δε θα ξανακοιμηθεί· ούτε απόψε ούτε ποτέ. Δε θα ξαναπέσει στο κρεβάτι. 
   Τα 'χε πει όλ' αυτά στη Μαριγούλα πριν από μέρες, τότε που της έπαιρνες και καμιά κουβέντα. Ύστερα όλο και λιγότερο, τέλος δε μιλούσε πια. Μόνο έβλεπε μια τον τοίχο της σάλας που 'χαν το κρεβάτι της, μια το φράχτη της αυλίτσας με τα γιασεμιά και τις κάλες. 
   Σε τούτη την αυλίτσα έβγαινε και καθόταν από τα ξημερώματα. Τα χέρια σταυρωμένα πάνω στην κοιλιά, να φτιάχνει κύκλους με τα δύο μεγάλα δάχτυλα, επαναλαμβάνοντας ασυναίσθητα μ' αυτό το τυλιγάδι τους κύκλους του μυαλού της, τον ένα μέσα στον άλλο, τον ένα γύρω απ' τον άλλο. Όλα τα συμβάντα της ζωής της κρίκοι χωρίς αρχή και δίχως τέλος. Ανεξήγητοι, αναίτιοι, ανώφελοι, μηχανικοί, σε μια κανονικότητα που δε θα μπορούσε παρά να 'ναι τυχαία, σαν τη χαώδη τάξη τ' ουρανού.
   Τις τελευταίες τρεις νύχτες δεν είχε πέσει πάνω σε πλευρό και τα μεσάνυχτα, που τα παιδιά κι η αδερφή της κοιμόντουσαν βαθιά κι οι τέσσερις στο νυφικό της κρεβάτι, πήρε το καθρεφτάκι της και βγήκε έξω ακροπατώντας.
   Το φεγγάρι είχε γεμίσει, ολοστρόγγυλο, ανοιξιάτικο και το σοκάκι να κυλάει καταμεσής στη ρούγα, ασημένιος ποταμός ελικωτός. Τα σπίτια δεξιά κι αριστερά σαν άσπρες όχθες. 
  Πέρασε τη στέρνα του Λινάρδου με τα χρυσόψαρα, τα κυπαρίσσια, όριο του οικισμού, και βρέθηκε στην εξοχή υπνωτισμένη, λες και την είχε δέσει με σκοινιά η μοίρα της και την τραβούσε.
   Μετά το νεκροταφείο μπήκε στο αγροτικό μονοπάτι. Απ' τη μια κι απ' την άλλη πλευρά στις ξερολιθιές, πυγολαμπίδες φωσφορίζανε, προσθέτοντας την απαθή τους λάμψη στη μεταλλική φωτοχυσία του φεγγαριού. Ψυχρές λαμπάδες σε μια εξόδια λιτανεία, όπου ο μόνος που συνοδεύει το ξόδι είναι ο ίδιος ο νεκρός. 
    Κάπου στη βουνοπλαγιά υπήρχε ένα περιβολάκι. Ιδιοκτησία της εκκλησίας παλιότερα, το είχε παραχωρήσει στον πατέρα της να το καρποτρώει, τότε που έγινε η μεταβίβαση της επικαρπίας της εκκλησιαστικής περιουσίας στους ακτήμονες. Νοικοκύρης εκείνος, το είχε ένα καμάρι. Το φύτεψε, το περιποιόταν κι είχε εξασφαλίσει τις οικογένειες, τη δική του και της παντρεμένης θυγατέρας του, από κάθε είδους λαχανικά και χόρτα.
   Η γυναίκα του, η Μαρούλα, η λέφτερη κόρη του, η Κατερινιώ, η παντρεμένη, η Αννέτα, με τα τρία της παιδιά και τον άντρα της, τον Παναγιώτη, ήταν μαζί με το δροσερό περιβολάκι, δώρο της Παναγίας, ό,τι είχε σ' αυτό τον κόσμο. 
   Ο άντρας της Αννέτας ήταν καλός άνθρωπος. Λοστρόμος στα καράβια, γλεντζές κι αγαπητός. Άμα ξεμπαρκάριζε κι ερχόταν στο νησί τον περιμένανε οι φίλοι του με τα βιολιά στο μόλο. Όμως εκείνος δεν τους ακολουθούσε στις κατοικιές για φαγοπότι και χορό. Φιλούσε τη γυναίκα του και δεν έβλεπε την ώρα να καθίσει στο στρωμένο τραπέζι, που τους περίμενε σπίτι τους.
   Χόρευε τα παιδιά στα χέρια του κι ύστερα αποτραβιόταν με τη γυναίκα του στο δωματιάκι τους δίπλα στη σάλα, θαλερός κι ορμητικός και συγκινητικά ευγενικός γιατί τη σεβόταν.
   Απ' αυτά τα αγκαλιάσματα στα ενδιάμεσα των ταξιδιών γεννηθήκανε τρία παιδιά. Η Ερατώ, η Ειρήνη, ο Δημητράκης κι ένα ακόμα, που θα 'ρχότανε σε λίγες μέρες. 
   Οκτώ χρόνια πριν, κατακαλόκαιρο, την είχε σηκώσει να χορέψουνε στο πανηγύρι του Αγίου Αρσενίου. Θλιμμένη έως θανάτου η Αννέτα, αυτός πήρε τη θλίψη της για υπερβολική σοβαρότητα, πολύτιμη αρετή για τη γυναίκα ενός μαρινάρου, μετά το χορό τη ζήτησε σε γάμο. 
   «Μ' αρέσει που 'σαι φρόνιμη, Αννέτα. Μην τρομάζεις, δε θέλω τίποτ' από σένα, μόνο να με περιμένεις σ' ένα χρόνο που θα ξεμπαρκάρω να παντρευτούμε».
   Η κοπέλα είχε σκύψει στο ρυάκι που 'τρεχε μες στο περιβόλι με τις πεταλούδες κι έπλενε τα δάκρυά της, γιατί δεν ήθελε να χορέψει και χόρεψε.
   Κι όπως τη δρόσισε το τρεχούμενο νερό, τής φάνηκε πως τη δροσίσανε τα λόγια του και δέχτηκε να τον παντρευτεί με μια κίνηση του κεφαλιού.
   Ήταν ωραία. Ψηλή, δυνατή, με σκούρα καστανά μαλλιά μαζεμένα πίσω σε ρολό, πιτσιλωτά μάτια, που είχαν εδώ κι εκεί καφετιές πινελιές μες στο πράσινο και σιταρένιο δέρμα.
   Συνήθιζε να φοράει άσπρα πουκάμισα που τα 'ραβε η ίδια και να περνάει ξαφνικά ανεστραμμένη την παλάμη στο πιγούνι της λες και το χάιδευε, λες κι είχε μια αρχινισμένη σκέψη να τελειώσει ή λες κι ήταν επείγουσα ανάγκη ν' αρχίσει μια καινούργια.
   Αυτή ήταν η Αννέτα.
 
   Όταν αγάπησε τον Κωνσταντή, ήταν δεκαοκτώ χρονών κι εκείνος είκοσι δύο κι είχε απάνω του κάτι ξεχωριστό, που μόνο εκείνη το 'βλεπε και κανένας άλλος στον κόσμο. Μια ανείπωτη ομορφιά.
   Οι άλλοι ευτυχώς δε συμφωνούσανε κι έτσι η Αννέτα ένιωθε πως ο Θεός είχε φτιάξει τον Κωνσταντή αποκλειστικά για κείνη.
   Στρογγυλό κεφάλι, σγουρά, άγρια μαλλιά, πυκνό, κοντό μουστάκι, δυνατά χέρια, μέτριο ανάστημα, όλοι λέγανε «ασκημούλης ο Κωνσταντής», κι αυτή γελούσε από μέσα της, ολόχαρη που μόνο εκείνη κάτεχε τη μυστική του ομορφιά σ' ολόκληρη την πλάση. Όταν την αγκάλιασε πρώτη φορά έτρεμε.
   «Τι έχεις, Κωνσταντή;»
   «Σε ντρέπομαι, γιατ' είσαι η πιο καλή κι η πιο όμορφη απ' όλες και... ποιος είμ' εγώ...;» είπε και τα χέρια του πέσανε από τις στρογγυλάδες της σαν ξέπνοοι γλάροι.
   Πριν το σούρουπο, όταν ο πατέρας της σχολούσε, τους άρεσε να πηγαίνουνε να κάθονται στην πεζούλα της πηγής, που εδώ και αιώνες πότιζε το περιβολάκι της Παναγίας. Έτσι λέγαν το περιβολάκι τους.
   Μια βατομουριά την είχε σφιχταγκαλιάσει χρόνια, πίνοντας δροσιά απ' τη δροσιά της και σ' ανταπόδοση της ευεργεσίας την έκρυβε από αδιάκριτα μάτια και διψασμένα στόματα ανθρώπων και ζώων. Ήταν μια φυσική στοά, που προχωρούσε σε μεγάλο οριζόντιο βάθος, με τουλάχιστον τέσσερα ορατά διαφορετικά επίπεδα, ένα - δυο σκαλιά πιο χαμηλά το ένα από το άλλο· γεμάτη νερό από τα πρωτοβρόχια ως τον Ιούνιο, αν δεν τύχαινε χρονιά αναβροχιάς.
   Το καλοκαίρι με την ξηρασία το νερό αποτραβιόταν και στέρνιαζε στα χαμηλώματα, ώσπου να ξεχειλίσει πάλι το φθινόπωρο. Το βάθος, απ' όπου ανάβρυζε, η Αννέτα δεν το είχε δει ποτέ.
   Ένα απόγευμα ξεμείνανε ώσπου βράδιασε. Αύγουστος, το χώμα φρεσκοποτισμένο ανάσαινε βαριά. Αχνός μεθυστικός, ένα με τις ανάσες τους. Κι ο ήλιος να χαμηλώνει απέναντί τους στις «Πόρτες» πέρ' απ' το λιμάνι, σαν καράβι που χάνεται στ' ανοιχτά, αφήνοντας πίσω την ψευδαίσθηση της παρουσίας του για λίγο πριν χαθεί, σχήμα παρηγορητικό κι οδυνηρό μαζί μιας επαναλαμβανόμενης απώλειας. Όμως όλα στη φύση τον περιγελούν το θάνατο. Γιατί δεν είναι αυτός που εντέλει καραδοκεί. Είναι η Ανάσταση. 
   Η Αννέτα με την τρυφεράδα και τη χάρη φιλόξενης Νύμφης, πήρε τον Κωνσταντή απ' το χέρι και τον οδήγησε στο εσωτερικό της πηγής. Κι εκεί ανάμεσα στα πηγαδόχορτα και τα ζούδια του νερού σμίξανε οι δυο τους αμετάκλητα, γιατί το αίμα τους βούιζε κι αξίωνε κι ανυπομονούσε και δεν τους άφησε ν' αφουγκραστούν τις αντιρρήσεις της μοίρας τους.
   Η θριαμβευτική κραυγή της αγάπης αντήχησε και στοίχειωσε εκείνο το πανάρχαιο άντρο των νερών και των νεράιδων.
   «Σε πόνεσα, Αννέτα μου;» γνοιάστηκε το παλικάρι, γιατί είχανε αρχίσει κιόλας οι ενοχές της χαράς.
   «Αν με πόνεσες, λέει; Παντοτινά μου θα πονάω αυτό τον πόνο».
   Εκείνος την κοίταξε ξαφνιασμένος. Είδε τις καφετιές πιτσιλιές να χοροπηδάνε χαρούμενες στα μάτια της. Το γέλιο των δυο τους ανάβλυσε σαν νερό, σκάζοντας στους τοίχους με τα βρύα, ξεχείλισε την άφκουλα, χύθηκε στις διψασμένες βραγιές, τις ξερολιθιές και τ' αναψοκοκκινισμένα φραγκόσυκα, γιατί ήτανε είκοσι χρονώ παιδιά.
   «Ζαβιάρη, ε, ζαβιάρη».
   Όταν σηκώθηκε, μια στάλα αίμα είχε στάξει στο φουστάνι με το άσπρο γιακαδάκι. Την κράτησε απ' το χέρι εκείνος.
   «Αν τυχόν και ξαναγίνει πόλεμος, είτε σκάσει το ηφαίστειο της Σαντορίνης, είτ' έρθουνε κουρσάροι, όπως παλιά, ή, ό,τι κι αν γίνει και χαθούμε, εδώ μέσα να 'ρθεις να με βρεις. Εγώ θα σε περιμένω».
   «Θα 'ρθω, Κωνσταντή. Σου δίνω το λόγο μου πως θα 'ρθω», είπε σοβαρά η Αννέτα και δεν άφησε να φανεί πως ανατρίχιασε.
    Την ώρα εκείνη ένα νυχτοπούλι φτεροκόπησε στο άνοιγμα της νεροπηγής, μοναδικός μάρτυρας  της υπόσχεσης.
   Στα μέσα του Οκτώβρη, βρήκε τη συνηθισμένη ώρα τον Κωνσταντή καθισμένο στο μέρος τους να την περιμένει. Είχε το κεφάλι μες στα χέρια του κι αμέσως μόλις πήγε κοντά του της λέει:
   «Άκου, Αννέτα... Θα μπαρκάρω. Με τις τράτες χαΐρι δεν βλέπω, κι είναι πια βία να παρθούμε. Θα φύγω το λοιπόν. Με παίρνει μαζί του ο μαστρο - Διομήδης στις μηχανές, μ' ένα καλό βαπόρι».
   Η κοπέλα δε μίλησε. Θα 'λεγε κανείς πως οι ξωθειές τής πήραν τη φωνή.
   Έφυγε σουρούπωμα. Τέλος φθινοπώρου. Μια τελευταία ακτίνα από τη μεριά της δύσης, σκληρή σαν μέταλλο, πήγε κι έπεσε πάνω στο φιλί που αντάλλαξαν.
   Ύστερα, εκείνος προχώρησε πέρα απ' το μύλο του λιμανιού και πήδηξε στη βάρκα.
   Το μικρό πλεούμενο, φύλλο σ' ανεμοθύελλα, κατάφερε να πέσει δίπλα στο καράβι, που περίμενε αρόδο. Μια σκάλα ρίχτηκε από ψηλά κι η Αννέτα μόλις που τον διέκρινε ν' ανεβαίνει, ν' ανεβαίνει, ώσπου χάθηκε στο κατάστρωμα.
   Μετά τραβήξανε τη σκάλα, το βραχνό σφύριγμα της τσιμινιέρας ανακατεύτηκε με τη βουή του ανέμου, το πλοίο, μια κάτω απ' το κύμα, μια στην επιφάνεια, χτυπιόταν στην αγκαλιά της θάλασσας, έτσι που χτυπιέται ο άνθρωπος στα χέρια της μοίρας, μέχρι που έστριψε πίσω απ' το ακρωτήριο και πάει.
   Θες γιατί είχαν κρυσταλλιάσει στα μάτια της τα δάκρυα, θες γιατί ο νοτιάς στέγνωσε την άχνη της θάλασσας στα ματόφυλλά της, ήταν και το φως που λιγόστεψε στο μεταξύ, πάντως όταν στράφηκε απ' το γιαλό και κίνησε να φύγει, η στεριά που αντίκρισε τής φάνηκε ξένη.
   Έτσι κι αλλιώς τα μάτια του άντρα που τη συμφιλιώνανε με τις εικόνες του κόσμου θ' αντίκριζαν από δω και πέρα άλλους ορίζοντες.
   Ο γνώριμός της μικρόκοσμος έγινε μεμιάς άγνωστη γη. Η παραλία, η μεγάλη εκκλησία, οι μύλοι, το οινοποιείο, τ' αρμυρίκια δεν της έλεγαν τίποτα. Βουβά και δυσοίωνα.
   Το βουνό απέναντι σαν να 'χε κρεμαστεί στο στήθος της. Σάματις γινήκαν τα σοκάκια σήραγγες, οι λιόχαδοι τοίχοι απειλές, το σπίτι της καλύβα μάγισσας και οι συγγενείς της ξένοι.
  Δεν ήθελε, ούτε μπορούσε να δουλέψει όπως πριν. Να ράψει ωραία πράγματα, να μιλήσει ή να πάνε με τις φιληνάδες της ν' ανάψουν τα καντήλια στα ξωκλήσια, τελειωμένες στα γέλια και στα φαφλατιά.
   Καθόταν όλη μέρα άπραγη, άφαγη και σιωπηλή, ενώ τις νύχτες έφερνε στο νου της τον Κωνσταντή κι ό,τι είχε ζήσει μαζί του. «Τις δικές τους στιγμές», όπως τις έλεγε.
   Συνέχισε ν' ανεβαίνει λίγο πριν από το λιόγερμα στο περιβολάκι, για ν' αντικρίσει ένα αφόρητο γκρίζο πέρα απ' τα νησιά σ' όλες του τις αποχρώσεις. Βαθύ, πιο ανοιχτό, σκληρό, μεταλλικό, μολυβί, λες κι έχυνε ποτάμια ατσάλι ο ουρανός στη θάλασσα κι όλο έλεγε:
   «Κωνσταντή μου, πότε θα 'ρθεις...»
   Αλλά μια φωνή ολόιδια με τη δική της μέσα απ' την πηγή των νερών και των ερώτων, διφορούμενη, σαν από διπρόσωπη Πυθία την περιγελούσε.
   «Πότε θα 'ρθεις... πότε θα 'ρθεις...»
   Κι εκείνη η ανερόμυαλη ξαναρωτούσε:
   «Κωνσταντή μου, δεν θα 'ρθεις;» 
   Για να της ξαναπαντήσει η πολυσήμαντη μάντισσα:
   «Δεν θα 'ρθεις... Δεν θα 'ρθεις...»
 
   Ώσπου ένα βραδάκι έφτασε το μαντάτο με το πλοίο της άγονης γραμμής. Το πήρε ο τρόμος των ανθρώπων το 'φερε και στη γειτονιά της.
   Ήτανε στην αυλή κείνη την ώρα τριγυρισμένη απ' τ' αγιοδημητριάτικα του άλλου φθινοπώρου. Ένας χαμηλός τοίχος και μια μικρή ξύλινη πόρτα τη χωρίζανε απ' το σοκάκι. Οι κουβέντες και οι αναπνοές των ανθρώπων έσμιγαν σ' εκείνο το νησιωτικό σφιχταγκάλιασμα σπιτιών και αυλών. Κι όπως καθόταν και λογάριαζε τον καιρό, ακούστηκε τ' ανήκουστο:
   «Βούλιαξε το «Πατράκι». Ο μαστρο - Διομήδης κι ένα από τα παιδιά που πήρε μαζί του πνιγήκανε... Ο άλλος σώθηκε, που δεν ήξερε και κολύμπι».
   «Πατράκι» λέγαν το καράβι του Κωνσταντή. Κι ο Κωνσταντής κολυμπούσε σαν δελφίνι.
   Σηκώνεται, πάει στο πορτάκι. Ξαναγυρίζει στη μέση της αυλής. Στέκεται. Τα μάτια της ξερά την πονάνε. Ποτάμια που δεν έχουν κοίτη να κυλήσουν.
   Όχι αυτό που συμβαίνει τώρα δα δεν την αφορά. Η ίδια δεν βρίσκεται εκεί κι ο ιδρώς που την περιλούζει δεν είναι παρά το δροσερό χάδι της θάλασσας.
   Ένα απαλό χέρι ανακατεύει κρύσταλλα, ο ήχος που κάνει το κύμα γύρω απ' τα κορμιά που κολυμπούν.
   Αυτή κι ο Κωνσταντής κάνουν απλωτές στην πέρα μεριά, την ερημική, που τη λένε «Κολόνα».
   Βουτάει εκείνος στα βαθιά, εκεί όπου 'χει βουλιάξει ένας αρχαίος κίονας. Τον βρίσκει, στέκεται πάνω του. Ποσειδώνας, που διαφεντεύει τη θάλασσα από το ύψος του ενάλιου ναού του, περιμένει.
   Εκείνη δεν νογάει από βουτιές, τον ψάχνει όμως. Πλησιάζει και την κατάλληλη στιγμή πετιέται ο άλλος πάνω βολίδα την αρπάζει στους ώμους, την πετάει ψηλά, αδέξια αυτή και μεγαλόσωμη πέφτει σαν πέτρα, πλαφ..., τρέχει το αγόρι τάχα μου να τη σώσει από πνιγμό και πάλι απ' την αρχή και δώστου αγκαλιάσματα και άντε να της λέει «μαρμαροκολόνα μου», σαν να 'τανε αυτή η καλύτερη φιλοφρόνηση να πεις σε μια κοπέλα.
   «Κωνσταντή, οι συμμαθητές σου θυμούνται που σε μια έκθεση είχες γράψει πως τα δελφίνια κάνουν «κολυμντάρες» κι ακόμα γελάνε. Αχ, τι ωραίες «κολυμντάρες» που κάνεις, Κωνσταντή μου!» 
   Έτσι τον πειράζει, κι αυτός την τρελαίνει στις πατητές τελειωμένος στα γέλια.
   Όρμηξε η Μαριγούλα στην αυλή να φέρει το νέο. Και τότε, εκείνη, σαν να μην το 'χε κιόλας ακούσει, έβγαλε φωνή, που έσκισε τ' αυτιά των ανθρώπων.
   Ύστερα σώπασε και δεν ξαναμίλησε. Ούτε που τον βρήκανε τον Κωνσταντή να τόνε θρηνήσει στην κηδεία.
   Πάγωσε, όπως παγώνει το αίμα στο χιόνι και καμιά φορά, άμα βρισκόταν μοναχή της, ψιθύριζε, να μην ακουστεί:
   «Κωνσταντή, πότε θα 'ρθεις;»
   Μετά απαντούσε στον εαυτό της:
   «Ποτέ».
   Ο λυγμός σταματούσε προτού ξεκινήσει και τα δάκρυα τρέχανε σ' ένα πρόσωπο ασάλευτο, σαν το νερό στο βράχο.
   Στην πηγή με τη βατομουριά δεν ξαναπήγε. Πώς να τυλιχτεί στις φλόγες η καρδιά ενός κοριτσιού δέκα εννιά χρονώ δίχως να κατακαεί, σάμπως να 'τανε βάτος στο όρος Χωρήβ;
   Όμως ο Κωνσταντής, τις νύχτες που το φεγγάρι άναβε καντήλι αγιοκοίμητο στον ουρανό, ανηφόριζε στο μαγεμένο μέρος του έρωτα, έπινε νερό να γλυκαθεί από την αρμύρα και την περίμενε.
   Με τον καιρό η ανάμνηση της αγάπης έγινε στέρεη θλίψη και μ' αυτήν συντροφιά πορευόταν στη ζωή η Αννέτα. Ώσπου κάποιο πρωί βγαίνοντας απ' την πόρτα της κουζίνας -άνοιξη ήταν- είδε τα τριαντάφυλλα στη γλάστρα να λάμπουν. Σήκωσε το βλέμμα κι ένα συννεφάκι στον ουρανό λαμποκοπούσε κι αυτό.
   Έκτοτε τής συνέβαινε συχνά να γελάει, να γιορτάζει, να χορεύει, να ξεδίνει, μα πάντα, πάντα, ένα κομμάτι του εαυτού της έλειπε, χαμένο ανάμεσα στα φύκια.
   Λένε για τους σακάτηδες που με τον καιρό συνηθίζουν την αναπηρία τους. Ξέρουν τι τους λείπει, αλλά προχωρούν, και πες πως ξεχνάνε κιόλας. Έτσι έγινε και με την Αννέτα. Την ημέρα που συγκατάνευσε στην πρόταση του Παναγιώτη ήξερε τι έκανε.
   Κι όπως παίζαν τα βιολιά για να χορεύει ο κόσμος σ' ένα διάλογο τη μια πρόσχαρο την άλλη θλιμμένο, τη μια να σμίγουν ταιριασμένα, την άλλη ν' απομακρύνονται, τέλος να συμπορεύονται μ' ένα ρυθμό αρμονικό, που, σαν θεία μετάδοση, συναδέλφωνε τους ανθρώπους συναμεταξύ τους αλλά και με τη ζωή, αυτηνής της φάνηκε πως της στέλναν μήνυμα.
   «Έτσι θα ζήσω κι εγώ με τον Παναγιώτη», αποφάσισε, «και θα κάνουμε πολλά παιδιά».
   Τρία χρόνια μετά το ναυάγιο παντρεύτηκε κι έγινε καλή σύζυγος και μητέρα τριών παιδιών. Είχε την Ερατώ της έξι χρονώ, την Ειρηνούλα τεσσάρω, τον Δημητράκη της δύο και στο τελευταίο μπάρκο του άντρα της ήτανε πάλι έγκυος.
   Ο έρωτάς του είχε και πάθος και ευγένεια. Και ποτέ δεν ήταν πιο ευγενικός από το πρώτο βράδυ. Όταν ολοκληρώθηκε ο γάμος στην κάμαρη με τις δαντέλες, σε μια συνεύρεση τρυφερή, χωρίς λύπη και δίχως μνήμες, εκείνος ακούμπησε την πλάτη στα κάγκελα του κρεβατιού, χάιδεψε τα μαλλιά της και της είπε:
   «Ο Κωνσταντής, ε;» 
   «Ναι», απάντησε η άλλη και καθόλου δεν στράφηκε στα περασμένα. Ήταν εκεί με τον άντρα της, απολύτως παρούσα.
   «Θεός σχωρέσ' τον», ξανάπε ο Παναγιώτης και δεν επανήλθε ποτέ στο ίδιο θέμα, μήτε στο όνομα.
 
ΙΙ
   Μια βολά κι έναν καιρό, τότενες που 'τονε δω οι Τούρκοι κι ο κόσμος υποφέρανε 'πο τα πάθια ντως, ένα κοπελάκι, καλή ώρα σαν το Δημητράκη μας, ήπαιζε κι ήπεσε μες στο πηγάδι. Σουρούπωνε κι οι αντίχριστοι δεν 'φήσανε τις γονιοί να πά' να σώσουνε το παιδί ντως.
   Σαν ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα, ηπήγανε να θυμιατίσουνε. Άμα τελέψανε, ηρίξανε τα καρβουνάκια στο πηγάδι, για την ψυχή ντου.
   Αλλά ηκούσανε ένα «ω ω ωχ», γιατί 'τονε ζωντανό, μαθές, το κοπελάκι.
    Τ' ανεσύρανε απάνω και ντως είπε:
   «Άμα 'πεσα μες στο νερό, μια έμορφη κυρά με ήπιασε κι ολονυχτίς μού 'σφαλε το στόμα κι ανερόφα κι ανερόφα μην πνιγώ».
   Αυτή, παιδάκια μου, ήτονε η Ανεροδιώχτρα.
   Να 'τονε καμιά νεράιδα, να 'τονε η κυρά η Εκατονταπυλιανή, δεν ηξέρω (1), τέλειωσε σκεφτική το παραμύθι η γιαγιά η Μαρούλα.
    Βραδάκι αποσπερνιάζουνε στην αυλή που μοσχοβολάει λουίζα. Η μάνα της λέει ιστορίες στα παιδιά. Η Ρηνούλα παρακολουθεί την Αννέτα, που αναστέναξε.
   «Τσέρω ζατί τενάζεις, μαμά! Ζατί δεν ζούνε Νεροζώχτρες!...»
 
   Έμπαινε στο δεύτερο μήνα, όταν ο Παναγιώτης βρήκε καινούργιο μπάρκο. Τον απόβγαλε στο μουράγιο. Ως εκεί.  Μετά θα 'τανε πια στο ζάφτι της θάλασσας. 
   Ώσπου να φανεί το πλοίο στις «δυο Πόρτες», καθόντανε οι δυο στο περιαύλι του μύλου, τόπο για καλωσορίσματα κι αποχαιρετισμούς και περιμένανε. Είχε και μια μποσκαδούρα! Τα παιδιά τριγύρω τους πολεμούσανε να φτάσουν τις αντένες του μύλου.
   Οδυνηρό το κατευόδιο. Όλο και κάτι παραλείπεται. Ένας λόγος, ένα χάδι παραπάνω. Δεν είναι ο χωρισμός που πονάει. Είναι εκείνο που περιμένεις και δεν έρχεται. Κι ο χρόνος ποτέ δεν επαρκεί για να γεμίσουν τα κενά.
   Αίφνης της λέει:
   «Αχ, πώς δεν μ' αγαπάς, Αννέτα μου», για να την κάνει να του πει πως τον αγαπάει, να τ' ακούσει.
   Γυρνάει δακρυολουσμένη κι έκπληκτη.
   «Τι θυμητικό, Παναγιώτη! Τ' ορκίζομαι πως σ' αγαπώ. Απ' τη στιγμή που φεύγεις, τελώνια και ξωτικά με γυροφέρνουνε. Να 'μενες, να μην κοιμούμαι μόνη».
   Επτά μήνες αργότερα ο άντρας θα ξανάφερνε στο νου του αυτά τα λόγια. Όμως εκείνη τη μέρα έφυγε ήσυχος, παίρνοντας μαζί τον όρκο της γυναίκας του· όρκο αληθινό.
   Όμως άλλο αγάπη κι άλλο γήτεμα.
   Έρωτας στα νερόχορτα, σε βυθισμένα μάρμαρα και κοχυλοπετάλιδα, που τον έκοψε ο θάνατος προτού τον ξετελέψει η ζωή.
 
   Αγαπητή μου γυναίκα, Αννέτα μου,
 Έλαβα το γράμμα σου και σε ευχαριστώ, Αννέτα, κάθε μέρα σε ενθυμούμαι, με το φουστάνι σου εκείνο το γαλάζιο. Με τα μαλλιά σου, που λαμποκοπάνε, όταν τα λούζεις, με το γέλιο σου, που χαίρεται το σπίτι, όταν γελάς.
   Παρακαλώ πότε θα έρθει καιρός να ξεμπαρκάρω με το καλό.
   Εσύ πώς πας; Να προσέχεις.
   Τα παιδιά να μού φιλήσεις, τη Ρηνούλα, την Ερατώ, τον Δημητρό μας και πάντοτε σάς ανιστορώ.
   Αννέτα, να μου γράφεις, να μη με ξεχνάς.
   Θα σας ξαναστείλω γράμμα άμα πάμε στην Πόλη.
   Χαιρετίσματα σε όλους.
Ο άντρας σου Παναγιώτης,
που σε αγαπάει.
 
   Χαιρόταν η Αννέτα άμα λάβαινε γράμμα, σαν να ξαστέρωνε ο ουρανός και χαμογελούσε μ' εκείνο το τελευταίο «που σε αγαπάει».
   Ήξερε πως ο Παναγιώτης θα ντρεπόταν να το γράψει, γιατί οι παντρεμένοι άντρες δεν λένε τέτοια πράγματα. Το 'γραφε όμως στο τέλος. Ένας δισταγμός σαν υπογράμμιση.
   Αχ, αυτοί οι χωρισμοί των ανθρώπων! Πρόγευση θανάτου. Ακρωτηριασμός σε χειρουργείο πολέμου κι ο αναισθησιολόγος να 'χει σκοτωθεί απ' τα πριν.
   Σε άλλα γράμματα δεν παράγγελνε «φιλιά στα παιδιά», αλλά απευθυνόταν σ' αυτά απευθείας, στο ίδιο γράμμα, λες κι ήξεραν να διαβάζουν. 
 
   Ρηνούλα μου, ν' ακούς τη μαμά σου. Να 'σαι καλό κορίτσι και να τη βοηθάς. Ερατούλα μου, θυμάσαι που περγελούσαμε τον Δημήτρη μας και τόνε λέγαμε κακογεννημένο, έτσι μικρό κι αδύνατο; Δημήτρη μου, να μην τρέχεις και χτυπάς όλη την ώρα τα γόνατά σου.
   Όταν έρθω με το καλό, θα πάμε στην αγορά, να πάρουμε παντελονάκι. Κείνο πο 'χεις θα 'χει σκιστεί κιόλας.
 
   Αγαπημένε μου άντρα, Παναγιώτη,
   Έλαβα το γράμμα σου ανήμερα του Αγίου Βασιλείου. Μου το 'δωσε, μέρα γιορτής, ο μπάρμπα - Κόμπος χατιρικώς.
   Την παραμονή πήγα να μαζέψω χόρτα και μες στην ίδια τσάντα έβαλα και τρία τόπια που αγόρασα των παιδιώ απ' του Φραγκούλη.
   Να 'σουνα, Παναγιώτη, από μια μεριά να τα 'βλεπες πώς κάνανε όταν άδειασα τις καυκαλίθρες στο τραπέζι και τσουλήσανε τα τόπια.
   Αχ, γιατί να λείπεις; Τι ζούδιο είναι αυτό το δικό μας;
   Εμείς καλά· η μάνα μου έχει εκείνο το ανέβασμα που ξέρεις.
   Ανάβω τον Άι-Νικόλα κάθε βράδυ και στο γυρισμό βρίσκω ταξιδιάρικα στο γυαλί της λάμπας, αλλά δεν έρχεσαι.
   Πικρό είναι 'μας το αίμα μας, πίκρανε απ'τους χωρισμούς.
Τα παιδιά σε φιλούν. Σε φιλώ κι εγώ.
Η γυναίκα σου Αννέτα, που σε αγαπάει.
 
   Γενάρης και η οικογένεια ζεσταίνεται στην πυροστιά. Η Αννέτα ρίχνει θειάφι, να πάρει η φωτιά. Ο μικρός, ο Δημητρός, γυρεύει παραμύθι, τα κορίτσια παίζουνε με αχυρένιες κούκλες.
    «Είχα κι εγώ μια κούκλα κι έπαιζα, αλλά ήταν μαρμαρένια. Οι δικές σας είναι καλύτερες, γιατί είναι ζεστές και μαλακές».
   «Σ' την είχε φτιάξει ο μπαμπάς σου;» ρωτάει η Ρηνιώ.
   «Όχι, την είχε βρει έτοιμη εκεί που έσκαβε. Έτσι γινόταν τότε».
 
   Ύστερα αρχίζει το παραμύθι:
   Μια φορά κι έναν καιρό ζούσανε στον ουρανό δύο αστέρια. Από τη γέννησή τους, βλέπανε το 'να τ' άλλο, αλλά μεγάλη απόσταση τα χώριζε και δεν γινόταν να συναντηθούνε.
   Μόλις σκοτείνιαζε, έσκυβε 'κείνο που ήταν πιο ψηλά, «καλημέρα» έλεγε, γιατί για τ' άστρα όταν σκοτεινιάσει αρχίζει η μέρα.
    «Καλή σου μέρα», απαντούσε το χαμηλότερο. Μετά έπεφτε σιωπή, γιατί ντρεπόντουσαν να πούνε άλλα.
   Όμως με τα χρόνια, αρχίσανε σιγά σιγά ν' ανοίγουν τις καρδιές τους. Και τι δε λέγανε. Για την πατρίδα τους τον ουρανό, που ήταν γεμάτος αστερόσκονη, για τον Θεό, που μια φορά τον είχαν δει να περπατάει στο ποτάμι που ρέει γάλα, για τη γειτόνισσά τους, τη γη τη σμαραγδένια.
   Κάποτε έβαλε όλο του το θάρρος το μεγαλύτερο και λέει: 
   «Σε ξεχωρίζω απ' όλα τ' άστρα. Η λάμψη σου μού φωτίζει τα μάτια».
   Τι ήταν να τ' ακούσει το πιο μικρό!
   Ντράπηκε, άρχισε να τρέμει κι ένα σωρό άνθρωποι στη γη είδανε το τρεμούλιασμά του, αλλά είπε:
   «Εσύ λάμπεις πιο πολύ. Το φως σου στάζει μέλι στην καρδιά μου». 
   Μετά σωπάσανε, γιατί τα είχανε πει όλα.
   Πολλά χρόνια περάσανε, επειδή μια στιγμή ζει ο άνθρωπος, χίλια χρόνια τ' αστέρια, όμως τα δυο τους αδύνατον ν' ανταμωθούνε.
   Αρχίσανε λοιπόν να κλαίνε μέσα στην ερημιά, ώσπου ένα δάκρυ απ' αυτό που ήτανε ψηλότερα πήγε κι έπεσε στο άλλο.
   Ξαφνιάστηκε εκείνο. Κι αμέσως χαμογέλασε, γιατί εκείνη η στάλα ήταν σαν χάδι από χέρι αγαπημένο. Κλάμα στο κλάμα, βγάλανε λουλούδια τ' αστέρια. Αποκτήσανε και λιμνούλες, σαν όμορφα γαλάζια μάτια.
   Όμως δεν ήταν καλό γι' αυτά, που ομορφαίνανε. Γιατί ακόμα περισσότερο αγαπιόντουσαν και υποφέρανε.
   Κουβεντιάζανε όμως και μόνο αυτών των δύο οι φωνές ακούγονταν μες στη σιωπή.
   «Θέλω να 'ρθω εκεί που είσαι. Αυτό θέλω. Να γίνουμε ένα αποξαρχής. Όμως, ως φαίνεται, αυτό δε μπορεί να γίνει».
   Τότε πια αρχίσανε να πλαντάζουν στο κλάμα.
   Κι έγινε κοσμοχαλασιά, πλημμύρα, κατακλυσμός.
   Πρώτο βούλιαξε εκείνο που ήταν ψηλότερα κι άρχισε να γκρεμίζεται στο χάος. Κι όπως κατρακυλούσε, πήγε κι έπεσε στο άλλο.
   Έτσι έγιναν επιτέλους ένα και σκορπίστηκαν ευτυχισμένα στο άπειρο.
   Και ζήσανε αυτά καλά κι εμείς καλύτερα.
 
   Όταν τελείωσε το παραμύθι, δεν ακούστηκε μιλιά. Τα κορίτσια γαντζωμένα απ' τις κούκλες τους βγήκαν στη σάλα. Και μόνο τ' αγόρι κοιτάζοντας επίμονα τη μάνα του, πήγε και κόλλησε στη φούστα της. Δεν του άρεσε το παραμύθι, όπως δεν του άρεσε και η φωνή της μερικές φορές, όταν τραγουδούσε. Τον φόβιζε. Σαν να τρεμόπαιζε ένας λυγμός μες στο τραγούδι.
    Η κοιλιά της μεγάλωνε. Ολοστρόγγυλη κάτω απ' το φαρδουλό φουστάνι, ξεπεταγόταν μπροστά, μ' όλο το θράσος της νέας ζωής που έθρεφε μέσα της.
   Τον Φλεβάρη που άνοιξε το Τριώδιο, σ' ένα οικογενειακό γλεντάκι, φωτογραφηθήκανε κι έστειλε ενθύμιο τη φωτογραφία στον ταξιδιάρη.
   Στην αριστερή άκρη η ίδια με το 'να χέρι γροθιά ακουμπισμένο στη μέση της, δίπλα η αδελφή της κι η μάνα της στην άλλη άκρη.
   Τα δυο παιδιά στα γόνατα σε πρώτο πλάνο, ο Δημητράκης της με καρό φορεματάκι και η Ρηνιώ όρθια μπροστά στη γιαγιά της με τουρλωμένη την κοιλιά σαν να 'θελε να μιμηθεί τη στάση της μάνας της.
   Έγραψε στο πίσω μέρος της φωτογραφίας:
 
   Αφιερωμένη στο σύζυγο και πατέρα μας Παναγιώτη. Για να μας θυμάσαι όταν μας βλέπεις και να μας βλέπεις, όταν μας θυμάσαι.
 
   Κι εκείνος απάντησε:
 
   Τι όμορφη που είσαι, Αννέτα μου, και πώς μεγαλώσανε τα παιδιά σε πέντε μήνες!
   Σου πήρα πασούμια κόκκινα απ' την Πόλη κι ένα μαξιλάρι με την Αγια - Σοφιά, να 'χεις να ξεκουράζεις τη μέση σου.
   Τα παιδιά φίλησέ μου.
   Δεν θα 'χουμε πιάσει Πειραιά, όταν γεννήσεις. Υπομονή, Αννέτα μου, στο τέλος του καλοκαιριού θα 'μαι πίσω.
   Σ' αποζητάω και σένα και τα παιδιά και την αυλή με το μεγάλο τραπέζι.
Ο άντρας σου
Παναγιώτης
ΙΙΙ
    Σ' εκείνο το μεγάλο τραπέζι πίνανε τον καφέ τους από φρεσκοκαβουρδισμένο κριθάρι, με τη φιληνάδα της, τη Τζανετίνα. Μετά απλώνανε τα κεντήματά τους να τα καμαρώσουνε.
   Η Αννέτα προτιμούσε τα κοφτά. Ξεπατίκωνε το σχέδιο σε λευκό πανί, το έκοβε γύρω γύρω μ' ένα ψαλιδάκι και κεντούσε τα περιγράμματα και τα γεμίσματα, σχηματίζοντας ανθισμένες γλάστρες και φτερωτούς έρωτες.
   Η Τζανετίνα κεντούσε σε περκάλι λουλούδια που δεν είχε δει ποτέ της. Ορτανσίες, τουλίπες, καμέλιες κι άλλα φανταστικά.
   «Γιατί σ' αρέσει να κεντάς, Τζανετίνα, λουλούδια, που φυτρώνουν αλλού;»
   «Γιατί δεν ξέρω το σωστό μέρος που βγαίνουν τα λουλούδια».
   Μέχρι εδώ η εξήγηση φαινόταν λογική.
   «Θέλεις να ρωτήσουμε να μάθουμε;»
   Η συνέχεια φαινόταν ακαταλαβίστικη.
   «Όχι, φοβάμαι. Δε θέλω να ξέρω. Καλά είμαι εδώ».
   Έτσι άσχετα απαντούσε και η συζήτηση τελείωνε. Γενικά μιλούσε πολύ λίγο. Και την Αννέτα την ευχαριστούσε η παρέα της και η σιωπή της.
   Έμενε στην εξοχή. Το σπίτι της μια μικρή άσπρη παρέμβαση σ' ένα τοπίο που άλλαζε χρώματα, σε αντιστοιχία με τις μεγάλες γιορτές του χρόνου. Καταπράσινο το Πάσχα, χρυσαφένιο της Παναγίας, καφετί τα Χριστούγεννα. Όπως τα μάτια της. Μια στο χρώμα των φύλλων της βελανιδιάς, κι άλλοτε της αγριοβιολέτας στην αμμουδιά το σούρουπο.
   Κι όταν κρατούσε αγκαλιά το αγοράκι της, κόρες και ίριδες γίνονταν ένα, και μαυρομάτα πια η Τζανετίνα έτρεχε ν' ανάψει τον Άγιο Φανούριο, το γείτονά της, μπας και δώσει η χάρη του και μιλήσει ο γιος της, που ήταν πια τριώ χρονώ και λέξη δεν είχε βγει απ' το στόμα του. Κάτι να φανερώσει τέλος πάντων ο Άγιος να σπάσει η μοναξιά που την κύκλωνε απ' όλες τις μεριές.
   Κανείς δε μπορεί να ξέρει τι σημαίνει μοναξιά αν δε μένει σε νησί. Όταν κινήσει κι έρχεται ο νοτιάς και φουσκώνει η θάλασσα και βρυχιέται, κι ο βράχος με τις ανθρώπινες υπάρξεις παραδέρνει όχι στα κύματα αλλά, θαρρείς, στο κενό, αιωρούμενος σε σάλους και καταιγίδες σαν αερόστατο στην κοσμοχαλασιά, τότε οι άνθρωποι δεν έχουνε να περιμένουν από πουθενά βοήθεια. Μόνοι. Ανάμεσα σ' αυτούς και στο Θεό δε μεσολαβεί τίποτα. Κι έτσι συμβαίνει συχνά ν' αγιάσουν. Μια στιγμή και, ή που θα νιώσουν το μηδέν, ή που θα γίνουν περιστεράκια στα φτερά τους και θ' αφεθούν μ' εμπιστοσύνη στα χέρια του Θεού.
   Πολλοί οι άγιοι στα  νησιά!
 
   Η Τζανετίνα παντρεύτηκε στα είκοσι δύο. Τον άντρα της, τον Φραντζέσκο, τον πήρε έχοντας τις ίδιες περίπου δυνατότητες επιλογής που της παραχώρησε η ζωή όταν διάλεγε το μοναδικό σχολείο που υπήρχε για να πάει, όταν το σταματούσε πριν την ώρα της, για να συνεχίσει ο αδελφός της, ή όταν αποφάσιζε ποιους θα 'χει γείτονες, συγγενείς και σπίτι.
   Ευτυχώς που το 'χε κι αυτό. Κατοικιά λίγο έξω απ' την πόλη, προίκα απ' τη μάνα της, την ίδια που 'χε κι εκείνη απ' τη δική της μάνα.
   Ακόμα και η εναπόθεση των ελπίδων της στο συγκεκριμένο άγιο είχε να κάνει με το ότι ήταν ο κοντινότερός της γείτονας σ' αυτή την ερημιά.
   Όμως της βγήκε καλός ο Φραντζέσκος. Ήσυχος, σταθερός, λιγόλογος, σκυμμένος ολοήμερα στη γη του, πού να μείνει χρόνος για ντελικάτες συμπεριφορές.
   Καμιά φορά σήκωνε τα μάτια του στον ουρανό, όχι για να θαυμάσει το έργο του Θεού, αλλά για ν' αποκρυπτογραφήσει τις βουλές του και σύμφωνα μ' αυτές να προγραμματίσει τις σημαντικότερες πράξεις του. Σκαφή, σπορά, θερισμό.
   Από μακριά το σπίτι τους έμοιαζε μικρότερο απ' ό,τι ήταν, όπως αυτά που τότε σκαρώναν τα παιδιά παίζοντας σ' αυλές και σε χωράφια. Με τα ίδια υλικά. Πέτρες, αρχαία μάρμαρα, χώμα, νερό κι ασβέστη. Για το δώμα λάσπη, καλάμια και φύκια. Κι ο σοβάς δυο τρεις φορές περασμένος, κυματοειδής, σαν αποτύπωμα του ανέμου στα ρηχά, όταν το κύμα καταλαγιάζει.
   Τέλος, το γαλάχτισμα. Και το σπίτι έτοιμο, πάλευκο στην εξουσία του φωτός, με τον ήλιο να στήνει χορό το καταμεσήμερο πάνω στους κυματισμούς των τοιχωμάτων.
   Δύο χοντρά καδρόνια που 'χε ξεβράσει η θάλασσα σε μια φουρτούνα, κάμποσες σανίδες στερεωμένες σ' αυτά τα φουρούσια, μερικά τορνευτά κολονάκια και δυο ολοστρόγγυλα πόμολα είχαν φτιάξει ένα υπέροχο μπαλκονάκι για τ' απογεύματα της Τζανετίνας. Έβλεπε το λιμάνι από μακριά  και προσπαθούσε να φανταστεί πώς είναι να φεύγεις.
   Μερικές φορές τής ερχόταν να πετάξει απ' το μπαλκόνι. Ν' ανοίξει τα χέρια και να πετάξει. Πώς θα φαινόταν το σπίτι, η αυλή, τα χωράφια, το εκκλησάκι από ψηλά! Να ψηλώνει, να ψηλώνει, να χάνεται...
   Μα... εκεί μέσα σ' αυτή την άσπρη κουκκίδα είναι το Μπατιστάκι της μόνο του και κλαίει. Τινάζει το κεφάλι να διώξει τ' όνειρο και σφίγγει στην αγκαλιά το αγοράκι της, που ανυποψίαστο εκεί δίπλα σκάζει τις φουσκίτσες που βγάζει αντί γι' άνθη το αναρριχητικό του μπαλκονιού τους.
   «Μίλησε, Μπατιστάκι μου, πες μου κάτι, παιδί μου... Πες, μαμά, σ' αγαπώ...»  
   Αλλά το παιδί, με τη γλυκύτητα που έχει το βλέμμα ενός ζώου, βλέπει τη μάνα του χωρίς χαρά και δίχως λύπη, βυθισμένο στο κλειστό προσωπικό του σύμπαν.
   Ούτε ο Φραντζέσκος της είχε πει ποτέ πως την αγαπάει. Μόνο όταν γύριζε το βράδυ, καθόταν στο τραπέζι, σταύρωνε το ψωμί, όπως είχε δει να κάνει κι ο πατέρας του, κι έλεγε:
   «Το νου σου, Τζανέτα, στο σπίτι και στο παιδί. Μη μας γράψουνε οι εφημερίδες».
   Η φράση σήμαινε γενικώς «μη δώσουμε αφορμή και μας πιάσουνε στο στόμα τους οι άνθρωποι, είτε για καλό είτε για κακό. Μην εκτεθούμε».
   Όχι πως είχε τίποτα να της προσάψει. Τουλάχιστον μέχρι κάποια στιγμή. Έτσι, προληπτικώς, προστάτευε τη θέση τους στη μικρή τους κοινωνία. Ύστερα πέφτανε για ύπνο. Κι εκείνη συνέχιζε το σιωπηλό της όνειρο. Πως βγαίνει στο μπαλκόνι και την παίρνει ο άνεμος στις φτερούγες του.
   «Πώς να 'ναι η θάλασσα από κει πάνω;»
   Ούτε με την Αννέτα κουβέντιαζε για όλα αυτά.
   Αλλά η Αννέτα τα 'ξερε. Έτσι γινόταν τότε. Οι άνθρωποι καταλαβαίνανε ο ένας τον άλλο, δίχως πολλές εκμυστηρεύσεις. Οι ζωές τους μοιάζανε. Γιατί η ποικιλία προκύπτει απ' τις μεγάλες δυστυχίες ή τα μεγάλα αμαρτήματα. Και το νησί δεν έδινε σπουδαίες ευκαιρίες για τέτοια.
   Μια μέρα, τη ρωτάει η Αννέτα καθώς κεντούσαν. «Και σαν τι λέει ο Φραντζέσκος;»
   «Σάματις λέει και τίποτα; Δουλεύει και νοιάζεται για το καλό μας όνομα».  
   «Κι είναι κακό αυτό;»
   «Δε λέω. Αλλά κάτι μέσα μου... πώς να σ' το πω...»
   «Άκουσε, Τζανετίνα. Αυτά τα μέσα σου και τα μέσα μου είναι φαφλατιά και λούσα. Εγώ έχω τον Παναγιώτη, που φέρνει ό,τι χρειαζόμαστε απ' τις θάλασσες, και συ τον Φραντζέσκο, που γεμίζει το σπίτι απ' τα δικά σας χωράφια. Για σκέψου τη δόλια την Αννούσα του Δανήλου, που σκοτώνονται κι οι δυο όλη μέρα κολίγοι στα χτήματα του Δεβερώνα! Ακόμα και παραμονιάτικα τη Λαμπρή είναι αναγκασμένοι να κατεβαίνουνε στη χώρα, μια ώρα με το γάιδαρο, για να σηκώσουνε απ' τον ύπνο τ' αφεντικά, να πάνε στην Ανάσταση».
   «Καλά, δεν έχουνε την αναθρεφτικιά τους;»
   «Κι αυτήνε έχουνε και δούλα. Τι να πω, για να 'ναι σίγουροι». 
   «Και γιατί κατεβαίνουνε κι οι δυο μαζί;»
   «Γιατί ανασταίνουνε στο γυρισμό, μην είναι χώρια, κι ύστερα ίσα ίσα προλαβαίνουνε την απόλυση στο χωριό».
   «Και πού ξέρουμε πως θεληματικά κάνει τόσο δρόμο η Αννούσα; Μπορεί να την παίρνει ο Δανήλος, μην είναι μονάχος», της αντιβγαίνει η άλλη σκεπτική.
   Την εκτιμούσε πολύ την Αννέτα η Τζανετίνα για τη στέρεη στάση της στη ζωή.
   Κάτι είχε ακουστά για έναν αρραβωνιαστικό που πνίγηκε, αλλά τόσα χρόνια φίλες δεν είχε μιλήσει ποτέ γι' αυτό ούτε σ' εκείνη ούτε σε κανέναν άλλο, κι είχε μια σοβαρότητα, που γεννούσε εμπιστοσύνη και σεβασμό, όπου κι αν βρισκόταν. Και τι ωραία που ντυνόταν! Μόνη της έφτιαχνε τα ρούχα της. Συνήθως ίσιες φούστες ως τα μισά της γάμπας και λευκά ή ζαχαρί πουκάμισα με πιετούλες στο νωμίτη· της δίνανε έναν αέρα, μια αρχοντιά... Και τα μάτια της, στυλωμένα μπροστά όταν περπατούσε, δεν έκρυβαν ούτε επιθυμίες ούτε απελπισία, παρά μια ήρεμη προσήλωση σ' ό,τι έπρεπε να κάνει. Αγαλματένια η Αννέτα.
   Πώς να μιλήσει σε μια τέτοια γυναίκα για ό,τι της συνέβαινε, κι ας ήταν φίλες, κι ας ήταν από τις σπάνιες χαρές της, κάθε που κατέβαινε στη χώρα και την επισκεπτόταν σπίτι της.
   Αν τουλάχιστον μιλούσε το αγοράκι της!
   «Είναι σαν να με περγελά η ζωή, Αννέτα».
   «Κάνε το σταυρό σου, Τζανετίνα».  
   Τον έκανε το σταυρό της.
   Αποκούμπι και παρηγοριά έβρισκε στο ξωκλήσι του Αγίου Φανουρίου κοντά στο σπίτι της.
   Τη χώριζε ένα ρεματάκι, όπου το χειμώνα ήταν γεμάτο απ' ανεμώνες και μόνο μια δρασκελιά νερό και το καλοκαίρι από μια θάλασσα κίτρινες μαργαρίτες.
   Ο Άγιος τής παραστεκόταν συμπονετικός, μέχρι τον περασμένο Σεπτέμβρη. Μετά άρχισε να τον φοβάται.
   Η ματιά της, χωρίς την προηγούμενη καθαρότητα, δεν αντίκριζε πια το ευπροσήγορο πρόσωπο ενός εκστατικού νέου, αλλά ένοχη και κατατρομαγμένη έβλεπε, χωρίς να τολμά να τον κοιτάξει κατάματα, έναν οργισμένο πολεμιστή. Και όπως πάσχιζε ν' ανάψει το λουμίνι, η τρεμουλιαστή φλόγα του σπίρτου τής έκαιγε τα δάχτυλα, ενώ εκείνος φοβερός μέσα στη στρατιωτική του στολή ταλαντευόταν πέρα δώθε μαζί με τις σκιές, λες κι ένας ανεπαίσθητος άνεμος, υπερκόσμιος κι απειλητικός, παράσερνε εκεί μέσα ό,τι ήταν ως τότε οικείο κι αγαπητικό.
   Στις είκοσι επτά Αυγούστου, ανήμερα του Αγίου, μετά τη Λειτουργία, οι γυναίκες, ακριβώς όπως οι μάνες κι οι γιαγιάδες τους από χρόνια, φέρανε ψωμί σταρένιο, τυρί, κόκκινο κρασί, το ίδιο που έπινε ο Αρχίλοχος παρέα με τον Γλαύκο, ρακί και φανουρόπιτες ζυμωμένες με όνειρα, φανερωμένα κι αφανέρωτα, τ' απλώνανε σε κάνα δυο τραπέζια και τρατάρανε τον κόσμο.
   Κι όπως ήταν γυρισμένη και τακτοποιούσε τις λιχουδιές στο τραπέζι, ένιωσε ένα ξένο βλέμμα να κατρακυλάει στη ράχη της σαν ζεματιστό νερό. Θύμωσε. Δεν ήθελε εισβολές στον προσωπικό της χώρο, ούτε να διακόπτουν τις σκέψεις της. Στράφηκε απότομα, αγριεμένη. Ο Λευτέρης!
   Πρώτη της φορά αντίκριζε μαύρες, κατάμαυρες φλόγες. Τα μάτια του δυο πηγάδια κάρβουνα. Σαστισμένη έβαλε τις φωνές.
   «Το Μπατιστάκι, πού πήγε το Μπατιστάκι μου;»
   Το παιδί ήταν μπροστά στα μάτια της, το αρπάζει, να κρατηθεί πάνω του. Αλλά τι να σου κάνει ένα παιδάκι σ' ένα χείμαρρο ορμητικό;
   «Τι έπαθες, Τζανετίνα; Εδώ είναι το παιδί».
   Ο Φραντζέσκος στεκόταν ήσυχος, γαλήνιος με τα θαλασσιά του μάτια και την τραγιάσκα του.
   Θεέ μου, σκέφτεται. Αλλιώτικος είναι με την τραγιάσκα, σαν να μην τον έχω ξαναδεί. Στη δουλειά φοράει ψάθινο σκιάδι. Κι άμα πηγαίνω να τόνε βρω στο χωράφι, με βλέπει από μακριά, στυλώνει το κορμί του και βγάζει το καπέλο. Λες και χτυπάει εσπερινός. Τώρα δα πέρασε απ' το νου μου πως πάντα έτσι κάνει.
   Τη συνεφέρνει η φωνή του.
   «Τζανέτα, τι έχεις; Γιατί στέκεσαι σαν ξένο παραμύθι;»
   «Τίποτα, τίποτα, Φραντζέσκο. Προς στιγμή μού φάνηκε πως είχε ξεμακρύνει το παιδί και κακόβανα. Δεν έχω τίποτα».
   Δεν πέρασαν δυο βδομάδες κι ο Λευτέρης φάνηκε στο μονοπάτι με τα σπαρτά που οριοθετούσε το κτήμα, πέντε ζευγαριές όλο κι όλο. Αυτό το κτηματάκι με τα δέντρα και την καλουριά το 'χε αναλάβει η Τζανετίνα. Τα χωράφια και τ' αμπέλια, πέντε χιλιόμετρα μακριά ήτανε δουλειά του Φραντζέσκου.
   Μεσημέρι, μετά το κλείσιμο της αγοράς. Είχε κρεοπωλείο στη χώρα ο Λευτέρης. Βολτάριζε στο μονοπάτι γύρω γύρω κι όλο κοιτούσε κατά το σπίτι.
   Η γυναίκα είχε πάει να βγάλει νερό. Τον αντιλήφτηκε καθώς ανέβαζε τον κουβά απ' το πηγάδι. Καμιά εκατοστή βήματα τη χωρίζανε από το φιδωτό δρομάκι, αλλά μπορούσε άνετα να διακρίνει τη σβέλτη κορμοστασιά και τα κορακάτα μαλλιά του, που γαλανίζανε σχεδόν, μες στην ασπράδα του ήλιου.
   Τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια που η γη χρυσίζει και το φως χορεύει πάνω στους τοίχους, οι σαύρες σεργιανίζουνε στις ξερολιθιές και γαλαζωποί ατμοί περιφέρονται πάνω απ' τα νερά, αγγελοκάμωτο θεριό ο έρωτας, χλευαστής κι επίζουλος φτεροκοπά πάνω απ' τις Κυκλάδες και ζαβλακώνει τους ανθρώπους. Τέτοιαν ώρα λοιπόν άρχισε να περνάει από κείνα τα μέρη ο Λευτέρης κι η Τζανετίνα απ' τη μια ανέβαζε το μαστέλο κι απ' την άλλη ένιωθε ένα ανέβασμα στο στήθος ύπουλο, σάμπως μια όχεντρα να 'χε εγκατασταθεί μέσα της και ν' ανάσαινε με την ανάσα της.
   Λέει μια μέρα της Αννέτας:
   «Έχεις ακουστά κείνον τον Λευτέρη, που 'χει το χασάπικο στην αγορά;»  
   Η Αννέτα ξαφνιάζεται.
   «Τι θυμητικό, Τζανέτα. Έφτασε και κει πάνω σε σας η χάρη του; Εδώ στη χώρα πάντως δεν έχει καλή φήμη».
   «Να, είχε κοπιάσει στο πανηγύρι του Αγίου και μου φάνηκε... σαν ανερόδιαστος μου φάνηκε».
    «Μα για τα πανηγύρια είν' αυτός. Να παιζογελά και να πίνει».
   Τελευταίως, είχε μέρες να φανεί. Έμπειρος θηρευτής γνώριζε καλά τις τεχνικές του κυνηγιού. Θα 'λεγε κανείς ενός κυνηγιού τυφλού, που του 'χε επιβληθεί. Καταδικασμένος να περιφέρεται μ' έναν άδειο ντορβά, τον εαυτό του, που έπρεπε κάθε φορά να σκαρφίζεται τρόπους, μήπως γεμίσει. Με έρωτες αυτός. Με άλλα, άλλοι... Κι έτσι αυτοτιμωρημένος ο Λευτέρης, τριγυρνούσε σε ξένα μονοπάτια.
   Ένα απ' εκείνα τα μεσημέρια, που σηκωνότανε στα καλά καθούμενα, μες στη ντάλα, να πάει στο πηγάδι, με τελειωμένες τις αγροτικές δουλειές, το σπίτι τοπωμένο, το νερό στα κουμάρια, το παιδί στο κρεβάτι του και τον ξένο άντρα να περνοδιαβαίνει το μονοπάτι, η Τζανετίνα κάθισε και σκέφτηκε πως δεν είχε πολλά πράγματα να περιμένει στη ζωή της.
   Το Μπατιστάκι δε φαινόταν πως θ' ανοίξει το στόμα του εντέλει. Αντιθέτως, όλο και πιο πολύ κλεινόταν στον εαυτό του. Ακόμα και το χαμόγελό του λιγόστευε, μονάχα μερικές φορές αρπαζόταν απ' τη φούστα της μάνας του, σαν να το τριγυρίζανε σκιές.
   Γράμμα δεν είχε να λάβει από πουθενά. Ο αδελφός της, που για χάρη του τη σταματήσανε απ' το σχολείο να πάει αυτός, δεν τα 'παιρνε τα γράμματα και για να μη γίνει βοσκός στο νησί, πήγε κι έγινε βοσκός στην Πενσυλβάνια κι από τότε χαθήκανε τα ίχνη του.
   Στο σπίτι τους βεγγέρες δεν κάνανε, λόγω του παιδιού, οι γονείς της είχαν πεθάνει κι οι δυο και την αδελφή της την είχανε στείλει ψυχοκόρη στην Αθήνα.
   Τελευταία φορά είχε μάθει νέα της πριν από έξι χρόνια, όταν ήτανε είκοσι χρονώ η ίδια και δέκα η αδελφή της. Ακόμη ζούσε ο πατέρας της και πήγε ταξίδι στην Αθήνα να εισπράξει τους μισθούς απ' τη δούλεψη του παιδιού.
 
IV
   Το σπίτι της εξορίας ήταν ωραίο και δίπατο κι έβλεπε σ' ένα δρόμο φαρδύ και μεγάλο,  που είχε το ίδιο όνομα μ' αυτόν που έχτισε το σχολείο στη χώρα και στο πίσω χωριό.
   Τ' αφεντικά ευχαριστημένα γιατ' είχανε στρώσει τη μικρή καταπώς επιθυμούσαν τού δώσαν τα λεφτά με τη διευκρίνιση ότι θα συνέχιζαν να τού τα δίνουν ώσπου να ενηλικιωθεί η μικρή. Μετά θα τα 'παιρνε η ίδια, αν ήθελε, ή θα τα κρατούσαν για να της κάνουνε την προίκα της.
   Αφού κανονίστηκε κι αυτό, του διηγηθήκανε τελειωμένοι στα γέλια την ιστορία της άφιξής της, προ τετραετίας, τότε που την έφερε μαζί του ο ταχυδρόμος και τους την παρέδωσε.
   Το κοριτσάκι ζαβλακωμένο απ' το ταξίδι, στην αρχή κοίταξε έκπληκτο το πλούσιο σπίτι και τις καλοντυμένες κυράδες κι έδειχνε να μην αντιλαμβάνεται γιατί βρισκόταν εκεί και τι ζητούσαν απ' αυτό.
   Όταν έφεραν στη σκάλα τη μεγάλη τους κόρη, μια κοπέλα τριαντάρα, ανάπηρη και εξαιρετικά παχιά, από την ακινησία και την περιποίηση και ζήτησαν απ' το παιδί να σταθεί δίπλα της για να στηριχτεί πάνω του, να περπατήσει η κουτσή, εκείνο κατάλαβε, αν όχι με το μυαλό, σίγουρα με το βάρος που σήκωνε το λιγνό του κορμάκι, τι σημαίνει να είσαι ένα ζωντανό μπαστούνι στα έξι σου.
   «Έχει το σωστό ύψος», είπαν και κοιτάχτηκαν με νόημα ολόχαροι.
   Αλλά δεν εγκρίνανε μόνο το ύψος της μικρής· συμφωνήσανε όλοι πως και τα χεράκια της ήτανε κατάλληλα, γιατί η λεκάνη του καμπινέ είχε μέσα έξω γωνιές όλο πουρί, που δεν τις φτάναν τα χέρια μεγάλου. Για το νεροχύτη υπήρχε πρόβλημα, αλλά θα το έλυναν μ' ένα σκαμνάκι.
   Η μεγάλη τους επιτυχία όμως ήταν η ηλικία της. Θα την έφτιαχναν όπως ακριβώς τη χειαζόντουσαν. Κάτι σαν «αντανακλαστική συμπεριφορά», με την οποία το κοριτσάκι θ' αποδεχόταν και με τον καιρό θ' αγαπούσε κιόλας την αναπόδραστη κοινωνική του μοίρα. 
   Αξιοσημείωτο ότι ο Θαυμαστός καινούργιος κόσμος (2) γράφτηκε πέντε χρόνια αργότερα από τότε.
   Το κοριτσάκι έμεινε σιωπηλό και ανήσυχο, σαν να περίμενε κάτι, ώσπου βράδιασε. Μόλις άρχισε να σκοτεινιάζει και κλείσαν τα παντζούρια και για πρώτη φορά στη ζωή του είδε τον μέσα κόσμο ενός σπιτιού τόσο απόλυτα ξεκομμένο απ' τον έξω, διαισθάνθηκε πως, ό,τι κι αν ήταν αυτό που περίμενε, τού το 'χαν κλειδώσει μαζί με την πόρτα.
   Τότε είπε σοβαρό, όπως μόνο τα παιδιά μπορούν να είναι:
   «Θέλω να πάω σπίτι μου».
   Οι άλλοι ήταν προετοιμασμένοι.
   «Εντάξει, θα πας. Τώρα άντε να κοιμηθείς ήσυχα ήσυχα κι αύριο το πρωί θα περάσει το βαπόρι να σε πάρει».
   Άφησε τα παγωμένα της δάκρυα να κυλήσουν στα μαγουλάκια της η μικρή, ανακουφισμένη, και πέρασε ανύσταχτη τη νύχτα, με τα ρούχα καθιστή σ' ένα ντιβάνι πλάι στο κρεβάτι της ανάπηρης.
   Μόλις φάνηκε το χάραμα απ' τις γρίλιες, κατέβηκε την ξύλινη σκάλα κι έφτασε στην εξώπορτα. Μες στο μισοσκόταδο έκανε ν' ανεβάσει το μάνταλο, αλλά μάνταλο σ' εκείνη την πόρτα δεν υπήρχε. «Παναγίτσα μου, γιατί δεν ανοίγουν οι πόρτες εδώ;» απελπίστηκε, αλλά έμεινε εκεί κάτω ακίνητη και φοβισμένη.
   Κατά τις οκτώ της ανοίξανε. Και τότε μπήκε φως στο διάδρομο και στην καρδούλα της και διαλυθήκανε οι φόβοι. Και κρατώντας σφιχτά το δεμένο απ' τις τέσσερις άκρες πεσκίρι, που περιείχε τα φτωχά της πραγματάκια, χαμογέλασε, είπε «αντίο σας», κατέβηκε τα τέσσερα μαρμάρινα σκαλοπάτια, σκούπισε το τελευταίο, κάθισε, ακούμπησε παραδίπλα το δεματάκι, σταύρωσε τα χεράκια στην ποδιά της κι έμεινε να περιμένει το βαπόρι να περάσει απ' τη λεωφόρο Συγγρού, να την πάει στο νησί της.
 
V
   Ο Φραντζέσκος, μόλις χτυπούσε εσπερινός, άφηνε την τσάπα έκανε το σταυρό του κι επέστρεφε στο σπίτι του. Να πλυθεί, να φάει με τη γυναίκα του, να πούνε και δυο λόγια, γιατί τι αξίζει ένα τραπέζι γεμάτο φαγητά κι άδειο από κουβέντα, να χαϊδέψει το κεφαλάκι του παιδιού του με την ίδια πάντα βουβή θλίψη κι ύστερα να πλαγιάσουνε στα υφαντά στρωσίδια της Τζανετίνας με τ' ασπροκέντημα. Τα τρία αρχικά του ονόματός της, πριν παντρευτεί, πλαισιωμένα από τέσσερα κλαδάκια μυρσινιάς, όσα και τα σημεία του ορίζοντα. Θα 'λεγες πως αυτή, η πιο συνηθισμένη διακόσμηση στις προίκες των κοριτσιών, σηματοδοτούσε τα όρια της ύπαρξής τους.
✲✲✲✲✲✲✲✲✲✲
✲ Τ. Ε. Π. ✲
✲✲✲✲✲✲✲✲✲✲
Τζανέτα Εμμανουήλ Παπαδοπούλου
 
   Κάθε βράδυ ο Φραντζέσκος, επειδή δε μπορούσε με λόγια, έδειχνε με τον έρωτά του στη γυναίκα του ότι την αγαπούσε. Κι ύστερα ήσυχος, ξεκουραζόταν στην αγκαλιά του ύπνου και τη δική της. 
   Κοιμόταν αμέσως. Τι να σου κάνει κουρασμένος άνθρωπος, όλη μέρα να παλεύει με το χώμα, όπως ο Ιακώβ πάλευε όλη νύχτα με το Θεό. Κι αφού ο γάμος τους είχε τάξη και σειρά, που λένε, της Τζανετίνας δεν της δόθηκε η ευκαιρία να μάθει πώς θα ένιωθε, αν τα πράγματα ήταν διαφορετικά.
   Δε χρειάστηκε ν' αναζητήσει τον άντρα της, γιατί τον είχε πάντα. Ήξερε πότε θα 'ρθει, πού θα τον βρει και πότε θα τήνε πάρει, όχι για να  τη ρίξει σε τίποτα φωτιές, γιορτινές ή κολασμένες, αλλά για να λειτουργηθούνε οι δυο τους σε ταπεινό ξωκλήσι. Κι έτσι ο νοικοκύρης εκείνος και τίμιος άνθρωπος στέρησε απ' τη γυναίκα του τη μαγεία της προσμονής, άθελά του, άθελά της κι η ζωή. Αυτή πια κι αν είναι που δεν καταλαβαίνει από αιτίες κι αποτελέσματα.
   Ξαφνικά ένα μεσημέρι, γλίστρησε μέσα της η επιθυμία να 'χει κάτι να περιμένει. Κάτι για ν' αγωνιά κι ύστερα να χαίρεται που ήρθε. Σαν κάτι υποχόνδριους που ζούνε σε μια διαρκή κατάσταση αδικαιολόγητης ανησυχίας για την υγεία τους μόνο και μόνο για να απολαμβάνουν τη στιγμή που οι εξετάσεις δείχνουν πως είναι υγιείς.
   Και αποφάσισε να κάνει την κουτουράδα και να πάει ίσαμε τις μάντρες, στην άκρη του κτήματος κι από κει να δει το Λευτέρη από κοντά καθώς περνούσε.
   Ήταν σαν παιχνίδι. Να δω το μούτρο του πώς είναι άμα κοιτάει προς τα δω, να γελάσω, σκέφτηκε.
   Βγήκε, πέρασε σκυφτή τις μπουρνελιές κι έφτασε στη μάντρα με το σανό.
   Κατέβηκε το κατώφλι κι όπως κατευθυνόταν στο παραθυράκι που 'βλεπε στο δρόμο, ένας πελώριος ίσκιος έπεσε πάνω στις δεματιές. Ένας ίσκιος μοιραίος, όσο και η ψευδαίσθηση της γυναίκας που νόμιζε πως πήγε στις μάντρες για να γελάσει.
   «Μη γελάς μες στο δρόμο», της έλεγε η μάνα της μικρή, όσο ετοιμαζότανε να κατέβει στη χώρα να σεργιανίσουνε με την Αννέτα στον κάτω γιαλό. Δεν της απαντούσε, απασχολημένη με τις κορδέλες της. «Ακούς τι σου λέω; Και μας βγάλουνε καμιάν αβανιά».
   «Γιατί το θυμήθηκα τώρα αυτό;» αναρωτήθηκε, αλλά δεν ήταν ώρα γι' απαντήσεις, αφού ο χρόνος για μια στιγμή ακινητοποιήθηκε κρεμασμένος ανάμεσα στα βεντούρια.
   Δε φώναξε, όταν κάποιος την πέταξε πάνω στο σανό το στοιβαγμένο απ' τα χέρια του άντρα της. Σαν να το περίμενε. Ούτε όταν βρέθηκε κάτω από ένα βαρύ αντρικό σώμα, που αγκομαχούσε ανυπόμονο, βίαιο, κατακτητικό, που έψαχνε όλες τις γωνίες της, να την κυριεύσει μια για πάντα.
   Μήτε τρόμαξε όταν αισθάνθηκε όλες τις αισθήσεις της να τρελαίνονται. Να γεύονται μυρωδιές, να μυρίζουν γεύσεις, να ψαύουν ήχους, ν' ακούνε ανατριχίλες. 
   Και μόνο όταν ένας πελώριος αετός τη σήκωσε ψηλά στα ολόμαυρα φτερά του, να δει τα ανείδωτα και την άφησε μετά να πέσει από ύψη δυσθεώρητα, μόνο τότε, έβγαλε την κραυγή της γυναίκας την τρομερή, της ηδονής και του πόνου. 
   Από τότε πάμπολλες φορές οι χυμοί των κορμιών τους ποτίσανε το ξεραμένο χόρτο μες στη μάντρα. Μεσημέρι πάντα· που ο Φραντζέσκος έλειπε και το παιδί κοιμόταν.
   Ο Λευτέρης έπαψε να κυνηγάει άλλες, χορτασμένος από κατακτήσεις, σαν να 'χε κατασταλάξει σ' αυτή την αφηρημένη γυναίκα, που δεν ήταν δική του και που έπρεπε να την κερδίζει κάθε φορά στα κλεφτά.
    Για κείνην η ηδονή ήταν ένα συναίσθημα συγκλονιστικό, αλλά όλες οι ηδονές προσδιορίζονται σε χρονικά πλαίσια. Όταν επαναλαμβάνονται, χάνουν την ηδύτητά τους.
   Δεν τον αγαπούσε. Τον Φραντζέσκο αγαπούσε και το παιδί. Και κάτι άλλο που δεν ήξερε τι είναι. Εκείνο το αίσθημα που ένιωθε, όταν έβγαινε στο μπαλκονάκι και της φαινόταν πως θα πετάξει.
   Αυτός ο ξένος άντρας τη βάραινε. Στην αρχή είχε κάνει να ριγήσουν οι ώμοι της κάτω από το βλέμμα του εκεί στο πανηγύρι. Αργότερα τα λαγόνια της κάτω απ' τις χοντρές του παλάμες. Τον έβλεπε να 'ρχεται διψασμένος για κείνη, κι ένιωθε το σώμα της να χάνει τη στερεότητά του, να γίνεται νερό, να του το δώσει να το πιει. Κι όταν την έπαιρνε και την ανέβαζε ψηλά με την ανήμερη ορμή του, νόμιζε πως αυτό ήταν το πέταγμα που λαχταρούσε.
   Αλλά με τον καιρό άρχισε να κατρακυλάει σε γλιστερές πλαγιές και σε χαμόκλαδα σπάζοντας τα όνειρά της. Άρχισαν οι εφιάλτες. Κάθε νύχτα έχανε το παιδί της σε περίπλοκα μονοπάτια κι ο Φραντζέσκος, μ' ένα πέλαγο παράπονα στη ματιά, τραβούσε σιωπηλός σ' άγνωστες θάλασσες. Σαν να μην ήταν αυτή η ίδια που ζητούσε να φύγει, αλλά εκείνοι οι δύο.
   Προχωρημένη άνοιξη. Τα λούπινα αποδεσμευμένα από την προστασία της γης βγήκαν στο φως και περικύκλωσαν, όπως ένα βαθυγάλαζο ποτάμι, το σπίτι της. Ανώφελο οχύρωμα.
   Της λέει μια μέρα, σφίγγοντάς την τόσο σαν να 'θελε να την προειδοποιήσει πως είχαν κλείσει τα περάσματα:
   «Κανόνισε τι θα κάνεις μ' αυτόνε. Είσαι δική μου».
   Δική του; Μα αυτή δεν ήθελε να είναι κανενός. Ούτε του Φραντζέσκου, που τον αγαπούσε.
   Και το παιδί της! Όταν κρεμότανε στη φούστα της, ευχόταν απ' τα βάθη της ψυχής της να την αξίωνε ο Θεός να το δει να μιλάει, να γελάει, να παίζει, να πετάει ελεύθερο, να ελευθερωθεί κι αυτή.
   Από τότε έπαψε να τον ακολουθεί στη μάντρα, κάθε που τον έβλεπε να τρυπώνει μέσα. Ώσπου εκείνος μέρα μεσημέρι τόλμησε και μπήκε ετσιθελικά στο δωμάτιο που μαγείρευε, έτρωγε και καθότανε τα βράδια η φαμίλια. Πάτησε με τα βρόμικα παπούτσια του τις πεντακάθαρες κουρελούδες που κυλιόταν το παιδί της. Τον κοίταξε προσεκτικά και άκουσε μέσα της να χτυπούν νεκρικές καμπάνες. Δε μίλησε. Έστρεψε το βλέμμα στα τεράστια απορημένα μάτια του παιδιού της.
   «Έλα αύριο», του είπε.
   Περίμενε, όπως την πρώτη μέρα το περασμένο φθινόπωρο στο παραθυράκι να τον δει να 'ρχεται. Ήξερε τι θα του πει. Ούτε λέξη ότι την ενοχλούσε η μυρωδιά του, ότι είχε την εντύπωση πως η μάντρα τους η νοικοκυρεμένη αναδίνει τη μπόχα της αμαρτίας. Πως σιχαίνεται τα κολλημένα μαλλιά του και πως φοβάται τα σκιστά πρόστυχα μάτια του.
   «Πρέπει να βρίσκομαι συνεχώς κοντά στο παιδί», θα του έλεγε. «Λυπάμαι. Και συ πρέπει να βρεις μια ελεύθερη κοπέλα να νοικοκυρευτείς. Να σταματήσουμε. Προτού μάς εύρει καμιά βουή».
   Μετά, σαν ξαναγεννημένη, θα πήγαινε ν' αρπάξει στην αγκαλιά της το Μπατιστάκι και θα τρέχανε μαζί στον Άγιο Φανούριο. Αυτή τη φορά θα τον αντίκριζε κατάματα στο προσηλωμένο, το εκστατικό, το ωραίο του πρόσωπο. «Συγχώρεσέ με», θα του 'λεγε. «Μη με τιμωρήσεις στο παιδί μου. Άφησέ μου το, ας είναι κι έτσι. Φανέρωσέ μου την ψυχή μου, Άγιε Φανούριε, κι εγώ ποτέ πια δε θα θελήσω να πετάξω απ' το μπαλκόνι».
   Αυτά θα του 'λεγε. Της φάνηκε μάλιστα πως αισθάνθηκε κιόλας τη νοτισμένη ευωδιά του ξωκλησιού, μόλις έμπαινε μέσα. Από γλυκοζεσταμένο λάδι καντηλιού, θυμίαμα και ένα πλήθος προσευχές και δάκρυα.
   Χαμογέλασε. Κι αμέσως, όπως ήταν γυρισμένη στο παραθυράκι, μια σκιά πέρασε απ' την ανοιχτή πόρτα, έπεσε πάνω της και ρούφηξε το φως και το χαμόγελό της. Σαν μοιραία και συμβολική συνιστώσα ενός κορμιού που είχε έρθει να εξουσιάσει ή ν' αφανίσει το δικό της.
   Δεν πρόφτασε ν' αποσώσει τη στροφή που χρειαζόταν, για να τον αντικρίσει καταπρόσωπο. Το μαχαίρι του χασάπη χώθηκε στο δεξιό πλευρό της κι ένα πορφυρό ποτάμι έβαψε την ολοκάθαρη πάτωση της μάντρας, που την είχε η ίδια καταβρέξει και σκουπίσει πρωί πρωί σε μια προσπάθεια να ξορκίσει μια και καλή την αμαρτία.
   Με διάπλατα μάτια, σαν να ρωτούσαν γιατί γίνονται όλα αυτά, κατέρρευσε. Δεν είδε πως με το ίδιο μαχαίρι σκότωσε ο φονιάς τον εαυτό του αμέσως μετά. Αισθάνθηκε όμως τον όγκο του να σέρνεται και να την αγκαλιάζει.
   Θεέ μου, όχι αυτό, πρόφτασε να σκεφτεί.
   «Μην προχωρείς...» ψέλλισε, «όλα τελειώσανε»
   Ήταν η φωνή του αυτός ο σκοτεινός ήχος που ακούστηκε.
   «Είσαι δική μου. Είσαι ό,τι πιο δικό μου υπάρχει στον κόσμο».
   Δεν ήταν δική του. Ήταν το νερό που δρόσιζε τη φλόγα του, αλλά εκείνη ανήκε στην πηγή, ούτε στην πηγή, στης γης τ' απύθμενα βάθη, ίσως στα σύννεφα που στέλνουν τη βροχή και τη ρουφάει το χώμα.
   «Φύγε», ψιθύρισε με την ίδια ξεψυχισμένη φωνή που λίγο καιρό πριν του έλεγε «έλα».
   Και ξαφνικά έφυγε από 'κει και βρέθηκε κάτω από έναν ανέφελο ουρανό. Άσπρα πουλιά φτεροκοπούσαν γύρω της. Έκανε να τους απλώσει τα χέρια. Αλλά την εμπόδιζε ένα αγκάλιασμα, που την τραβούσε προς τα κάτω.
   Έσβησε μέσα σ' έναν ασφυχτικό κλοιό, αυτή που άλλο δεν ονειρεύτηκε παρά να πετάξει πάνω από αρυτίδωτες θάλασσες.
   Μια σύντομη ευθεία είχε σμίξει σφιχτά τις άκρες της και ο κύκλος έκλεισε.
   Τους βρήκανε, αυτόνε να την κρατάει σφιχταγκαλιασμένη κι εκείνη με υψωμένα τα χέρια, σε μια προσπάθεια να ξεφύγει, να πετάξει.
   Έτσι είπανε πως ο άντρας επιχείρησε να τη βιάσει, εκείνη αντιστάθηκε κι ακολούθησε το μακελειό.
   Ο Φραντζέσκος κάθε απόγευμα, βαστώντας το Μπατιστάκι στο ένα χέρι και το ψάθινο σκιάδι στο άλλο, στεκόταν για λίγο συλλογισμένος μπροστά στον τάφο της.
   Στα τρία χρόνια πήρε τα οστά και τ' απόθεσε σε μια κόγχη μέσα στον Άγιο Φανούριο.
 
VI
   Η Αννέτα είχε μπει στον έβδομο, όταν σκοτώσανε τη Τζανετίνα. Της το ανήγγειλε η μάνα της απ' έξω απ' έξω, μην τρομάξει στην κατάστασή της.
   Όταν κατάλαβε τι προσπαθούσαν να της πουν, έβαλε το χέρι στο στόμα να σφραγίσει ερμητικά την κραυγή. Έτσι έκανε πάντα αυτή· κατάπινε τις συμφορές. Ύστερα απόμεινε ασάλευτη να κοιτάει στοχαστικά τη θέση της, κάθε που πίνανε οι δυο τους τον κριθαρένιο καφέ και χάνανε διαρκώς την ευκαιρία να πούνε αλήθειες.
   Πάει η Τζανετίνα, η κεντήστρα παράξενων λουλουδιών, η αιωνίως πυρπολημένη από αλλόκοτες λαχτάρες. «Τάχατες να του 'χε δώσει δικαιώματα του φονιά;» αναρωτήθηκε, κι έκτοτε απέφευγε τις κουβέντες γύρω απ' εκείνο το δράμα.
   Το παιδί ήτανε ακόμη ψηλά. «Δεν έχει πάρει θέση», αποφάνθηκε η Κλεονίκη, γριά μαμή φερμένη απ' τη Σμύρνη, που ξεγεννούσε τις γυναίκες μ' ελάχιστες γνώσεις της τέχνης αυτής, μεγάλη έγνοια, λίγο τίμιο ξύλο και μπόλικο αγίασμα.
   Τελευταίως είχαν πρηστεί τα πόδια της και δυσκολευόταν ν' αναπνεύσει.
   «Σας αποζητάω», έγραφε ο Παναγιώτης, αλλά καθώς εκείνη είχε βδομάδες να πέσει σε πλευρό να κοιμηθεί και περνούσε τις νύχτες καθιστή στο κρεβάτι με τέσσερα μαξιλάρια στην πλάτη κι όλη μέρα έμοιαζε παραλοϊσμένη απ' την αγρύπνια, άλλο δεν αποζητούσε  παρά να ελευθερωθεί το συντομότερο και να κάνει ένα γερό παιδί. Επρόκειτο για έναν αγώνα καταδικό της· κανένας δε μπορούσε να βοηθήσει. Πού και πού χάιδευε τα κεφαλάκια των άλλων της παιδιών κι αυτό ήταν όλο.
   Βοηθούσαν η μάνα κι η λεύτερη αδερφή της, αλλά τα μικρά είχαν την ανάγκη της δικής τους μάνας κι εκείνο το Δημητράκι την κοιτούσε μ' ένα βλέμμα διάπλατο κι ανήσυχο λες και του 'χε καρφωθεί η ιδέα πως η μαμά θα πάρει το μωρό που έχει στην κοιλιά της και θα φύγει.
   Τρεις βδομάδες προτού μπει στο μήνα της, μια νύχτα απ' αυτές της αγρύπνιας, τυραννισμένη, κάπου ανάμεσα στο γνώριμό της κόσμο και σ' έναν άλλο άγνωστο, πνιγηρό, θολό, ρευστό και  δολίως κινούμενο, της φάνηκε, λέει, πως βρέθηκε μόνη στο κατάστρωμα ενός καραβιού. Το καράβι ταξίδευε κατά μήκος μιας ατέλειωτης ακτής επίπεδης σκεπασμένης μ' ένα νωπό καταπράσινο χορτάρι. Μιλιούνια άνθρωποι είχαν στρωθεί πάνω σ' αυτή τη χλόη δίχως να κάνουν τίποτα, μόνο καθόντουσαν άπραγοι, σιωπηλοί και αποξενωμένοι. Το καράβι γλιστρούσε δίπλα τους, διανύοντας μίλια, κι η αλίμενη ακροθαλασσιά  παρέμενε πάντα γεμάτη από πανομοιότυπους ανθρώπους, στην ίδια στάση, που έβλεπαν το καράβι να περνά μ' αυτή την ίδια μέσα, αδιάφοροι, ατάραχοι, σαν πεθαμένοι. Μια θλιβερή Πρωτομαγιά διαρκείας χωρίς χαρά και δίχως νόημα. Εκείνη ασφυκτιούσε. Όλα ήταν ακίνητα, ακόμα και το πλοίο μετατοπιζόταν ανεπαισθήτως πάνω στη λεία,  γυαλιστερή και υγρή επιφάνεια, που έμοιαζε με θάλασσα. Και μόνο η τσιμινιέρα φαινόταν να βρίσκεται σ' ενέργεια, καθώς ξέχυνε μια πυκνή,  ύπουλη, κιτρινωπή καπνιά ολόγυρα, που της έφραζε τα πνευμόνια.
   Ξάφνου είδε να ξεπροβάλλει αχνή ανάμεσα στους καπνούς η Τζανετίνα.
   «Πώς βρέθηκες εδώ;» τη ρωτάει. «Δεν υπάρχει κανένας. Τι θα κάνουμε δυο γυναίκες ολομόναχες σ' ένα βαπόρι;»
   Η απάντηση έφτασε υπόκωφη και σάμπως εμπιστευτική:
   «Είμαστε κεριά και θα καούμε».
   Όνειρα... Ακατανόητα πράγματα. Να περιμένεις να σου βγουν είναι σαν να βαστάς σκιές και να κυνηγάς ανέμους.
   Αλλά και τα γεγονότα, τωρινά και περασμένα, δεν είχαν διαύγεια. Σαν σκαλισμένα γράμματα πάνω σ' αρχαία μάρμαρα. Μισοσβησμένα, σηματοδοτούν μια γλώσσα γνώριμη, που δε μπορείς να ερμηνεύσεις.
   Μάλλον θα ήταν εξαιτίας της αγρύπνιας, που καθόταν ώρες και κοιτούσε με στεφανωμένα από μαύρους κύκλους μάτια τα χέρια της, που 'χαν αρχίσει να πρήζονται.
   Η μάνα της ανησυχούσε.
   «Άντε, παιδί μου, να πας ίσαμε το γιαλό, να ξεδώσεις».  
   Αλλά εκείνη δεν το 'βρισκε λογικό να σεργιανίζει μες στους δρόμους με όλο εκείνο το βάρος που κουβαλούσε. Λες κι ήταν λογικό να κάθεται και να ζυγιάζει το χρόνο στις παλάμες της.
   Το έμβρυο δεν έλεγε να χαμηλώσει. Κοντά στην καρδιά της, νανουριζόταν απ' τους ρυθμικούς της χτύπους μες στη γαλήνη της μήτρας, όπως γλυκαίνεται κοπέλα απ' το τραγούδι ερωτοχτυπημένου νεαρού στην ησυχία της νύχτας.
 
Κυρά μου Καταπολιανή,
με τα 'κατό καντήλια
φύλαε την αγάπη μου
να σου τα κάνω χίλια.
 
   Αλλά η μάνα δε μπορούσε ν' αναπνεύσει, να κοιμηθεί. Το χάιδευε λοιπόν και περίμενε.
   Έφτασε ο Μάης. Ο μήνας της. Αν τον έπαιρνε όλο, θα γεννούσε στο τέλος. Όμως ήταν ακόμη δεκαπέντε.
    Οι σοροκάδες είχανε συμπληρώσει τον κύκλο τους και μια θεία νηνεμία σκέπαζε στοργικά το νησί.
   Στη γη η πρασινάδα έλαμπε σμαραγδένια, αν και οι αγριοβιολέτες διασπούσαν τη συνέχεια, μ' έναν τόνο αμέθυστου τόπους τόπους.
   Η ανατολή φωσφόριζε κάθε πρωί το εκτυφλωτικό της ρόδινο και η δύση έγερνε το βραδάκι μενεξεδένια.
   Το φεγγάρι υπομονετικό γέμιζε σιγά σιγά και τις νύχτες η νησιώτικη πάνιση δρόσιζε την πρασινάδα και περόνιαζε τα κόκαλα.
   Η Άρκτος κυνηγούσε τον Ωρίωνα να πάει να τον κοιμήσει νωρίς, αλλά της  Αννέτας ούτε νωρίς μήτε αργά έπεφτε ύπνος στα βλέφαρά της. Τελευταίως μάλιστα ξενυχτούσε σε μια καρέκλα, μ' ένα σκαμνάκι στα πόδια.
   Το παιδί είχε αρχίσει να παίρνει τη θέση του, αλλ' αυτηνής, θες από συνήθεια, θες από αγωνία, τα μάτια της εξακολουθούσαν να  'ναι ανύσταχτα.
   Μια νύχτα στο πλήρες γέμος κι ενώ όλοι κοιμόντουσαν, φόρεσε το άπιαστο νυχτικό που 'χε για τη γέννα, πήρε ένα καθρεφτάκι και βγήκε απ' την πορτίτσα της  αυλής.
   Δέκα χρόνια είχε να πατήσει στο περιβολάκι της Παναγίας· ο πατέρας της δε ζούσε πια νατο περιποιείται κι είχε αγριέψει ο τόπος.
   Ωσότου να φτάσει στην πηγή, χώθηκε ως τη μέση στις αγριοφασολιές, στα σπάρτα, στα γαϊδουράγκαθα και σ' ό,τι άλλο αυτοφυές είχε γλιτώσει απ' τον Μάη τον ανθοφόρο και καταλυτικό.
   Το νερό, επιφάνεια στιλπνή και αφώτιστη, απ' το λευκολαμπές φως της Σελήνης, που δεν έφτανε ως μέσα στη στοά, ξεχείλιζε μέχρι το πρώτο σκαλοπάτι. Αρχές Ιούνη δεν είχε τραβηχτεί ακόμη στο βάθος.
   Στάθηκε στην είσοδο της πηγής. Το νυχτικό της ήταν ματωμένο απ' τ' αγκάθια που την τρυπήσανε. Ιέρεια σε θυσία μυστική, σήκωσε το κεφάλι της στον ουρανό, άπλωσε το χέρι, εστίασε, πήρε το φεγγάρι στο καθρεφτάκι της, το κοίταξε καλά καλά και το 'ριξε μες στην πηγή. Ολοστρόγγυλο αυτό στραφτάλισε στα σκοτεινά νερά.
   Για μια στιγμή την τύφλωσε η λάμψη του και στη σκοτοδίνη της τής φάνηκε πως άκουσε μια φωνή τρυφερή, γνώριμη, μακρινή.
   «Αν τυχόν και ξαναγίνει πόλεμος, είτε σκάσει το ηφαίστειο της Σαντορίνης, είτ' έρθουνε κουρσάροι όπως παλιά ή ό,τι κι αν γίνει και χαθούμε, εδώ μέσα να 'ρθεις να με βρεις. Εγώ θα σε περιμένω».
   Ούτε κατάλαβε πώς της ήρθε να πει:
   «Θα 'ρθω, Κωνσταντή, σου δίνω το λόγο μου πως θα 'ρθω».
   Τότε είδε ένα νυχτοπούλι να φτεροκοπάει μπροστά στην πηγή και η γυναίκα, αλλόκοτη παρουσία στην καρδιά της μαγεμένης νύχτας, εκεί που είχε με τα ίδια της τα χέρια ρίξει το φεγγάρι, μισοδιέκρινε τώρα ένα στρογγυλό κεφαλάκι με σγουρά μαλλιά και πυκνό κοντό μουστάκι, που τη ρωτούσε με έγνοια:
   «Σε πόνεσα, Αννέτα μου;»
   «Αν με πόνεσες, λέει; Παντοτινά μου θα πονάω αυτό τον πόνο».
   Και καθώς έκανε να σκύψει να φιλήσει το στόμα του, της έπεσε το καθρεφτάκι, ταράχτηκαν τα νερά και τον έχασε.
   Τη βρήκανε ξημερώματα στον κατεβασμό κάτι αγρότες που ξεκινούσαν για τα κτήματά τους. Απορήσανε μάλιστα πώς μπόρεσε να φτάσει σχεδόν ως τη χώρα, γιατί δεν έβλεπε καθόλου.
   Το ίδιο απόγευμα γέννησε ένα νεκρό αγοράκι και τρεις μέρες αργότερα, χωρίς να συνέρθει, πέθανε κι αυτή.
   Όλο το διάστημα που βρισκόταν τυφλή, ανάμεσα σε ζωή και θάνατο, επαναλάμβανε τα ίδια μπερδεμένα λόγια «παντοτινά θα πονάω αυτό τον πόνο» κάτι τέτοιο. Και με τούτα και μ' εκείνα διαδόθηκε πως είχε τρελαθεί.
   Η Κλεονίκη, η μαμή, είπε πως τη γήτεψαν οι νεράιδες τη νύχτα που τη βρήκανε μονάχη στο βουνό. Αλλά πάλι δε μπορούσε να εξηγήσει πώς και γιατί, αφού ήταν αμάγευτη πριν ξεκινήσει, πήρε τα βουνά και τα μονοπάτια μια τόσο σοβαρή κοπέλα.   
   Ρωτήσανε και το νεαρό γιατρό, που εκείνο τον καιρό είχε μόλις εγκατασταθεί στο νησί και ήρθε να διαπιστώσει την αιτία του θανάτου.
   «Εκλαμψία», είπε. «Έχει και σοβαρά νευρολογικά συμπτώματα η αρρώστια αυτή των εγκύων. Καμιά φορά προκαλεί και τύφλωση».
   Κόσμος πολύς μαζεύτηκε στην ήσυχη γειτονιά με τους θόλους. Άλλοι από λύπηση κι άλλοι να μάθουν τα καθέκαστα.
   Ήταν που δεν είχε δώσει δικαιώματα με τη ζωή της η Αννέτα κι οι άνθρωποι δύσκολα ανέχονται να πλεονεκτεί ο διπλανός τους ακόμα και στην αρετή. Ευκαιρία λοιπόν να σχολιάσουνε το θάνατό της.
   Όσοι την ξενυχτίσανε στη σάλα και στην αυλή διηγόντουσαν όλη νύχτα ιστορίες για ξωτικά, μαγεμένα νερά, ματωμένα φεγγάρια κι άλλα πιο μυστικά.
   Πως η γιαγιά της Αννέτας, για παράδειγμα, στα ογδόντα πέντε της, αρνήθηκε ν' ακολουθήσει την κηδεία του γέρου της, επειδή φοβότανε πως θα τήνε πάρει μαζί του. Κι από τότε κλείστηκε στο σπίτι και δεν βγήκε ούτε για την εκκλησία, ως το θάνατό της.
   «Βρε, λες να το 'χει το σόι;»
   Η εκδοχή της τρέλας, που έτσι κι αλλιώς ελευθερώνει, είναι ξορκισμένη με τον απήγανο αλλά και γοητευτική, για τους πιεσμένους ανθρώπους, ιδίως στα μικρά μέρη. Και δεν είναι οι πιο κακόβουλοι αυτοί, απλώς σκέφτονται φωναχτά. Άλλοι φαντάζονται πιο άσχημα πράγματα στα μουλωχτά κι άλλοι, οι χειρότεροι, δε μιλάνε καθόλου. Πάντως στους περισσότερους τα δραματικά περιστατικά της ζωής των άλλων προκαλούν κάποιον παροξυσμό, που δεν είναι άσχετος μ' ένα είδος ευφορίας.
   Σαν να 'ναι καθορισμένη η ποσότητα της τραγωδίας κι άμα συμβεί στον άλλο, λιγοστεύει το μερίδιο που τους αναλογεί.
   Μερικοί είναι πιο αλαφροΐσκιωτοι. Τους ανακουφίζει το ανεξήγητο ή το θεωρούν ως το μόνο ενδεχόμενο.
   «Θυμάσαι τι γινότανε στη μεγάλη βρύση πριν από μερικά χρόνια; Που αξημέρωτα, άμα πηγαίνανε οι γυναίκες για νερό, έβγαινε το φάντασμα στη συκιά της αρχόντισσας και κουνούσε τα λουμιά;» Και οι λογικοί· «Λωλάγρες... δεν ήταν φάντασμα. Ο Μπενέτος ήτανε, που κοτσάριζε ένα άσπρο σεντόνι, ν' αποδιώξει τις γυναίκες, που παίρνανε μαύρο δρόμο από την τρομάρα τους, και να γεμίσει αυτός πρώτος το κουμάρι της Φωτούλας, χωρίς να περιμένει».  
   Απ' όλους είχε το ξενύχτισμα της Αννέτας. Όπως όλα τα ξενυχτίσματα των νεκρών, τότε που γινόντουσαν.
   Την άλλη μέρα στην κηδεία, ο κόσμος γέμισε τα σοκάκια και τα παιδιά της Αννέτας ανεβασμένα στο μπαλκονάκι ενός γειτονικού σπιτιού, που τα φιλοηξένησε εκείνη τη νύχτα, έβλεπαν να περνάνε τη μάνα τους από κάτω, χωρίς να πολυκαταλαβαίνουνε. Αργότερα θ' αρχίζαν τα βάσανα.
   «Αυτή εκεί μέσα είναι η μαμά κι έχει και το μωρό», είπε η μεγάλη στη Ρηνούλα και η μικρή το θυμόταν αυτό σαν όνειρο σ' όλη της τη ζωή.
   Ο Δημητράκης δε θυμόταν τίποτα. Δε χρειάστηκε άλλωστε. Την ακολούθησε νωρίς.
   Όμως, όπως η χαρά συνήθως συμβαδίζει με την ενοχή στους προσωρινούς και σύντομους δρόμους της ζωής, το ίδιο και το πένθος. Μπερδεμένα τα δυο αυτά ζευγάρια αισθημάτων στην ψυχή του ανθρώπου.
   Για την Ειρήνη δε μπορούμε να ξέρουμε πώς ακριβώς ένιωσε κείνη την ημέρα, ούτε και η ίδια άλλωστε έμαθε ποτέ, τεσσάρω χρονώ παιδάκι.
   Σαράντα χρόνια αργότερα άρχισε ν' αναστενάζει.
   «Αχ, να μη θυμάμαι τη μάνα μου...»
   Κι αμέσως μετά περίσκεπτη:
   «Εκείνη την ημέρα στο μπαλκόνι μού φαίνεται δεν έκλαιγα... αντιθέτως.... επειδή υπήρχε όλη εκείνη η κίνηση.... νομίζω....»
   Τι, δεν ξεκαθάριζε.
   Στα ογδόντα της, κοντά στο τέλος, ο αναστεναγμός είχε γίνει δυσβάσταχτος.
   «Αχ, ήρθε η ώρα να πεθάνω, κι αν τώρα δα την έβλεπα δε θα την αναγνώριζα».
   «Μην ανησυχείς, μαμά», της είπε η κόρη της η Εργίνα, που ήταν και γιατρός. «Αν αξίζει να συναντηθούμε εκεί πάνω, είναι γιατί θα 'χουν πέσει οι καθρέφτες και θα 'χουνε λυθεί τα αινίγματα. Θα βλεπόμαστε με τ' αληθινά μας πρόσωπα και θα κοιτάζουμε με  καθαρή ματιά. Γι' αυτό μη φοβάσαι. Μόλις τη δεις, θα τη γνωρίσεις αμέσως».
   Η Ειρήνη χαμογέλασε μ' ένα λαμπερό χαμόγελο κι ως το θάνατό της, που δεν άργησε να 'ρθει, δεν αναστέναξε ποτέ ξανά, τουλάχιστον γι' αυτή την αιτία.
 
Κοντοσταύλου Μοσχούλα 
Η γυναίκα με το καθρεφτάκι (Διηγήματα)
εκδόσεις Αρμός 
 
Σημειώσεις:
(1) Παραμύθι της Πάρου. Το αναφέρει κι ο Ζαχ. Στέλλας. 
(2) Αλντ. Χάξλεϋ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου