Ήταν μικρές κι αθώες κοπελούδες σαν ήρθανε απ' την πατρίδα, όμως οι δικοί τους τις πάντρεψαν στα γρήγορα για να προφτάσουν να πάρουνε μερίδιο απ' τα τούρκικα κτήματα, που μοίραζε στους πρόσφυγες το δημόσιο. Παντρεύτηκαν την ίδια μέρα και στην ίδια εκκλησιά δυο φίλους, πρόσφυγες κι αυτούς -ο ένας μαραγκός, ο άλλος χτίστης. Στο γάμο οι μπουμπουνιέρες δεν έφτασαν· οι γαμπροί, χωρίς να ρωτήσουν κανένα, είχαν καλέσει πάρα πολλούς. Έτρεξαν πανικόβλητοι οι συμπέθεροι κι αγόρασαν κάτι χάρτινες, γαλάζιες και ροζ, απ' το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς. Σχεδόν όλοι οι καλεσμένοι, που πήραν τις χάρτινες, δυσαρεστήθηκαν. Μερικοί ούτε που τις έπιασαν στο χέρι. Άλλοι πάλι, ιδιαίτερα αυτοί που είχαν στείλει δώρο, τις γύρισαν πίσω την άλλη μέρα πρωί πρωί. Σημάδι πως είχαν γίνει πολλά σχόλια στα διάφορα συζυγικά κρεβάτια εκείνη τη νύχτα. Ήταν ένας κόσμος τσαλαπατημένος, αρχοντοξεπεσμένοι μάλιστα μερικοί, και θίγονταν πολύ εύκολα.
Οι νιόγαμπροι μπατζανάκηδες πήραν το πράγμα κατάκαρδα -έφταιγαν κιόλας λίγο-κι έκαναν το ίδιο βράδυ ένα μεθύσι απ' τα σπάνια.Αντί να γλεντούν οι καλεσμένοι τους, γλεντοκοπούσανε οι ίδιοι. Στο τέλος, κατέβασαν τα βρακιά τους και χορεύανε ξεβράκωτοι απάνω στα τραπέζια. Οι φίλοι τους ενθουσιασμένοι τούς βαρούσανε παλαμάκια τραγουδώντας τους τραγούδια αποκριάτικα, ενώ οι γυναίκες απ' την αρχή ακόμα βγάλανε μια φωνή κι εξαφανίστηκαν.
Πάνω στο μεθύσι τους δεν πρόσεξαν πως σε μια γωνιά της σάλας, στην πολυθρόνα την καλή, ήταν θρονιασμένη η κουμπάρα. Αυτή μόλις είδε τα καμώματα, σηκώθηκε μ' αξιοπρέπεια κι έφυγε απ' το σπίτι. Και ούτε ξαναπάτησε ποτέ. Αρνήθηκε μάλιστα να βαφτίσει και τα παιδιά τους, αδιαφορώντας για την αμαρτία και την προσβολή. Ήταν μεγάλη αρχόντισσα στη Θράκη κι αν δε γινόταν η καταραμένη η προσφυγιά, ποτέ της δε θα καταδεχόταν να στεφανώσει τέτοια παρακατιανά αντρόγυνα, που εκεί τους είχε για δούλους. Όταν τα καραβάνια τους έρχονταν ή έφευγαν απ' την κωμόπολη κι αντηχούσε ο τόπος απ' τα κουδούνια, όλος ο κόσμος ψιθύριζε με φόβο και σεβασμό: «Περνούν του Χατζηγιαννάκη τα καμήλια». Τώρα όμως εδώ, μολονότι ο Εποικισμός τούς είχε δώσει ένα τούρκικο παλάτι στην παραλία για να κατοικούν, είχαν ξεπέσει αρκετά και προπάντων είχε κατακάτσει το ηθικό τους, ώστε με αρκετή ευκολία δέχτηκαν την παράκληση της μάνας του μαραγκού να στεφανώσουνε το γιο της. Είχαν, άλλωστε, και μια κάποια υποχρέωση απέναντι σ' αυτή τη μάνα. Όταν στην πατρίδα κόπηκε ξαφνικά το γάλα της αρχόντισσας και δεν μπορούσε να θηλάσει τον μικρό της γιο, η μάνα του μαραγκού τον θήλασε, μαζί μ' αυτόν που τώρα παντρευόταν. Μακάρι να τον είχε μοιάξει κι ο δικός της, που ολοένα κρυφοτραβούσε λεφτά απ' το συρτάρι του μπαμπά του και τα 'τρωγε με τη μια και με την άλλη βρώμα. Η αλήθεια είναι ότι είχαν προθυμοποιηθεί τότε και πολλές άλλες γυναίκες να την εξυπηρετήσουν, μα αυτή προτίμησε τη μάνα του μαραγκού, γιατί σαν είχε πάει σπίτι της να δει το περιβάλλον, όλα έλαμπαν και μοσκοβολούσαν απ' την πάστρα. Ήταν μανιακές κι οι δυο στην καθαριότητα. Κοντά στο μαραγκό δέχτηκαν να στεφανώσουν και το χτίστη για να πιάσει κι αυτός δυνατή κουμπαριά. Μια κόρη της, αλαζονική και ολοφάνερα μουτρωμένη, άλλαξε τα στεφάνια του άλλου ζευγαριού κι ευθύς αμέσως εξαφανίστηκε. Ούτε να κάτσει να κεραστεί δεν καταδέχτηκε. Όλα αυτά τούς έκαναν από κείνη τη στιγμή να μετανιώσουν πικρά, που παραμέρισαν τόσους χαριτωμένους ανθρώπους για να κουμπαριάσουν με πλούσιους. Πάντως, το γλέντι συνεχίστηκε και την άλλη μέρα, μια κι όλες αυτές οι παρεξηγήσεις, και ιδίως το επεισόδιο με την κουμπάρα, είχαν προκαλέσει στους νιόγαμπρους τραύματα ψυχικά, που σήκωναν πολύ κρασί.
Τα πρωτότοκα παιδιά τους, αγόρι του μαραγκού και κορίτσι του χτίστη, βγήκαν αχμάκικα, πολύ κουτά δηλαδή, κι όλοι ψιθύριζαν ύστερα πως αυτό οφειλόταν στο ότι οι πατεράδες τους τα είχαν φκιάξει μεθυσμένοι. Κάθε φορά που τα παιδιά έλεγαν ή έκαμναν καμιά χοντρή βλακεία, οι γριές θύμιζαν αναστενάζοντας, ότι «αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα», ενώ μια γεροντοκόρη δεν έπαυε να θαυμάζει σταθερά: «Μα, με το πρώτο πια, με το πρώτο -πώς το πέτυχαν κι οι δυο;» Αυτηνής ο νους όλο στο κεχρί έτρεχε.
Λίγες μέρες μετά το γάμο, όταν επιτέλους ξεμέθυσαν οι γαμπροί, παρουσιάστηκαν τ' αντρόγυνα με τα καλά τους και τα στεφανοχάρτια τους στην παντοδύναμη επιτροπή, που μοίραζε οικόπεδα και σπίτια. Εκεί, αφού περιεργάστηκαν με μάτι γελαστό γαμπρούς και νύφες, τους πρότειναν σπίτια στην Τούμπα, όπου ο Εποικισμός έχτιζε πανομοιότυπα οικήματα για τους πρόσφυγες. Αρνήθηκαν· η Τούμπα έπεφτε πολύ μακριά, είπαν. Στην πραγματικότητα, δεν τους άρεζε εκεί, το είχαν συζητήσει κιόλας μεταξύ τους. Στην Τούμπα είχε αρχίσει να μαζεύεται κάθε καρυδιάς καρύδι. Τους είπανε για την Καλαμαριά· τους πρόσφεραν παραθαλάσσια οικόπεδα στην Αρετσού, στη Νέα Κρήνη. Μα, από 'κει έπρεπε να περπατάς μισή μέρα, ώσπου να φτάσεις στην πόλη. Τι να τα κάνουνε τα παραθαλάσσια οικόπεδα; Αυτοί ούτε ψαράδες ούτε καϊκτσήδες ήτανε, παρά χτίστες και μαραγκοί. Πώς θα πηγαίναν στις δουλειές τους και προπάντων πώς θα γύριζαν το βράδυ κατακουρασμένοι; Με την ανατολίτικη λογική τους, βλέπαν αιώνια τα πράγματα, όπως στην Τουρκιά.
Κι έτσι, όταν τους μίλησαν για ένα μεγαλούτσικο οικόπεδο, ψηλά, κοντά στα κάστρα, στο Εσκί Ντελίκ, κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους και αμέσως είπαν: «Ναι, αυτό το θέλουμε». Και πραγματικά, όταν το είδαν από κοντά, διόλου δε μετάνιωσαν. Μπορεί να ήταν ανηφοριά και ερημιά σε κείνους τους μαχαλάδες, μα τα καλοχτισμένα τείχη έδιναν σιγουριά και ζεστασιά στο μέρος. Ύστερα, είχες όλη την πολιτεία στα πόδια σου, που όσο κι αν ήταν ξένη, ήταν όμως καμαρωτή. Κατάγονταν από μέρη, που ως τις τελευταίες στιγμές ήταν βυζαντινά, οχυρωμένα γερά απ' τους αυτοκράτορες, κι αγαπούσαν να βλέπουν τείχη και κάστρα. Ο χτίστης, ιδιαίτερα, μουρλάθηκε απ' τη χαρά του, σα χάιδεψε τα καλοκαμωμένα και σκουριασμένα απ' την πολυκαιρία -και τα αίματα ίσως- τειχιά και το μάτι του στρογγύλεψε από ευχαρίστηση, σαν είδε πως σε πολλές μεριές υπήρχε σωριασμένη άφθονη έκλεκτή πέτρα για να χτίσεις όχι σπίτι μα κάστρο ολόκληρο. Η αλήθεια είναι πως ήρθαν αργότερα περιστάσεις, που βλαστήμησαν την ώρα και τη στιγμή που σκαρφάλωσαν σ' εκείνα τα μπαΐρια. Το ανέβασμα με τη ζέστα και τον ιδρώτα να τρέχει ποτάμι ή το χειμώνα το κατέβασμα με τη μεγάλη παγωνιά ήταν σωστό μαρτύριο. Το κατηφορικό καλντερίμι ερχόταν και περιχυνόταν με κρύσταλλο, που γλιστρούσε διαβολεμένα. Έκαμνε πολύ γερές παγωνιές τότε. Ένα γείτονα τον μάζεψαν μια μέρα με κουβέρτα, τέτοιο γλίστρημα πήρε. Μα, οι ίδιοι ήταν ακόμα λυγερόκορμοι και ζύγιαζαν το κορμί τους καλά, ώστε να μην πέφτουν. Μόνο που έπρεπε να ξεκινούν ακόμα πιο πρωί.
Το χώμα στο οικόπεδο σκαβόταν εύκολα, δεν είχε βράχο από κάτω ούτε θεμέλια παλιών σπιτιών. Μάλλον θα ήταν χώμα βγαλμένο απ' τη βαθιά οχυρωματική τάφρο. Άλλωστε, οι βυζαντινοί απόφευγαν να χτίζουν κοντά στα τείχη και είχαν τους λόγους τους. Θα 'ταν επικίνδυνες και κακόφημες οι περιοχές αυτές, μ' όλους εκείνους τους σκοτεινούς μισθοφόρους που τριγυρνούσαν. Σε καιρούς πολέμων οι νταήδες αυτοί πρέπει να αποχαλινώνονταν. Δεν αποκλείεται και να απαγορευόταν το χτίσιμο κοντά στα οχυρώματα. Πάντως, το γεγονός ήταν ένα, πως το χώμα ήταν καλό και δεν υπήρχε πολυκοσμία και βρωμιά, όπως στην Καλαμαριά με τους Πόντιους. Οι δυο μαστόροι σκάβοντας ξέθαβαν κάθε τόσο διάφορα σκουριασμένα σιδερικά και κάτι στρογγυλά πράγματα σαν ταψιά, που ποτέ τους δεν έμαθαν πως ήταν στραπατσαρισμένες ασπίδες. Τις πιο γερές, μάλιστα, τις έστρωσαν για ένα διάστημα στη στέγη βάζοντας πέτρες βαριές από πάνω. Φύτεψαν κι ένα γύρο στο οικόπεδο αγιόκλημα, καθώς και συκιές, για να συγκρατούν με τις ρίζες τους το χώμα, που το είχαν κόψει σα φέτα πίσω απ' τα δυο σπίτια. Τα φυτά σχημάτισαν σκιερές γωνιές και κρυψώνες, όπου έπαιζαν αργότερα με αγαλλίαση τα παιδιά.
Η μια απ' τις αδελφάδες ήταν αλαφροΐσκιωτη. Άρχισε γρήγορα να λέει πως τις νύχτες έβλεπε ένα κουβάρι από φως να περνάει πάνω κάτω στα τείχη. Δεν της έδωσαν και πολλή σημασία· είπαν πως θα 'ναι ο Άϊ-Δημήτρης και η εμπιστοσύνη τους στα τείχη ενισχύθηκε. Ωστόσο η αλαφροΐσκιωτη με τον ξυλουργό, καθώς και η άλλη με το χτίστη, δεν παρέλειπαν να ξεφουρνίζουν κι από κανένα παιδί κάθε τόσο.
Πρώτη και πολύ γρήγορα πέθανε η αλαφροΐσκιωτη. Πήγε από εχινόκοκκους. Μήνες την ανοίγαν και την κλείναν οι γιατροί και τα μαθητευόμενα γιατρουδάκια στο προσφυγικό νοσοκομείο. Το αγαθό και δροσερό κορίτσι ήρθε σε λίγο καιρό κι έγινε σαν γριά. Τα τρία παιδιά της, αγόρια όλα, τα κοίταζε όσο μπορούσε η άλλη, που όμως ξενοδούλευε. Ο μαραγκός πλάνιζε και τα μάτια του τρέχαν πάνω στα άσπιλα ξύλα. Στο μεταξύ αρρώστησε και της αλληνής ο μεγάλος γιος απ' την ίδια αρρώστια. Είχαν ένα σκυλί, που κοιμόταν μαζί τους και τα παιδιά το φιλούσαν στο στόμα. Το απαίσιο αυτό ζώο παρά τρίχα να τους ξεκάνει όλους. Ευτυχώς, ο μικρός τη γλίτωσε την τελευταία στιγμή. Πρόλαβαν οι γιατροί να βγάλουν από μέσα του το σακούλι με τους εχινόκοκκους προτού σπάσει και διασκορπιστεί σ' όλα τα σωθικά του το μικρόβιο. Ταυτόχρονα σχεδόν με τον μικρό αρρωσταίνει κι ο πατέρας του από διπλή περιπνευμονία κι όπως ο οργανισμός του ήταν αδυνατισμένος απ' το πιοτό και μια παλιά ελονοσία πεθαίνει γρήγορα κι αυτός. Πήγαμε και στη νέα κηδεία. Καθώς το προσφυγικό νοσοκομείο ήταν απέναντι απ' τη Βαγγελίστρα, το παιδί παρακολουθούσε απ' το παράθυρο την κηδεία του πατέρα του, κάνοντας συνεχώς το σταυρό του. Στην εκκλησία η μάνα μου λιγοθύμισε. Τη βγάλαν σηκωτή έξω, την μπατσίζαν και την τρίβανε. Το βράδυ δε μας έφτανε η πίκρα μας, είχαμε και τις φωνές του πατέρα μου, που έλεγε πως κάποιος επίτροπος είχε βρει την ευκαιρία και την έτριβε στα στήθια. Θαρρείς και το είχε κάνει επίτηδες η γυναίκα. Πάντως, η απαγόρεψη «δε θα ξαναπάς σε κηδείες» ουδέποτε τηρήθηκε.
Ύστερα κόπηκαν όλα μαχαίρι. Για πολλά χρόνια όχι θάνατος μα ούτε γρίπη δεν παρουσιάστηκε στην οικογένεια. Ο μαραγκός είχε αποθρασυνθεί τελείως. Γυρνούσε κάθε βράδυ μεθυσμένος τραγουδώντας στερεότυπα:
Αν δε σου δώσει η μάνα σου
σαράντα ομολογίες
- αχ, σαράντα ομολογίες...
Και μαγαζί στο Μεβλανέ
και πάλι είναι λίγες
- αχ, και πάλι είναι λίγες...
Ωστόσο, δε θέλησε ποτέ του να ξαναπαντρευτεί, αν και ήταν καλοφκιαγμένος άντρας. Φαίνεται μάλιστα πως ούτε ερωτοδουλειές ξαναέκανε, αυτά θέλουν διάθεση. Την είχε αγαπήσει τη μακαρίτισσα κι ας ήταν κομμάτι αγαθιάρα. Του έλειπε πολύ κι ο μπατζανάκης του κι όποτε περνούσε έξω απ' την Εθνική Τράπεζα, όπου στο χτίσιμό της ο συχωρεμένος είχε δουλέψει, ένιωθε τέτοια συγκίνηση, που το βράδυ γινόταν σκνίπα στο μεθύσι. Έπινε και για κείνον, όπως έλεγε. Άλλωστε, με πιοτό είχαν γιορτάσει, σαν είχε βρει ο χτίστης εκείνη τη δουλειά. Τα μεσημέρια της Κυριακής, που παίζαν τα γραμμόφωνα στις αντικριστές ταβέρνες, κι όλοι οι άντρες περνούσαν από κει για κανένα κρασί και δυο ζεστά λόγια με τους φίλους, αυτός θυμόταν το γυρισμό στο σπίτι με τον μπατζανάκη του και τις γυναίκες τους ν' αφήνουν το τηγάνισμα και να βγαίνουν με τις ποδιές στην πόρτα, ενώ χοροπηδούσαν τα παιδιά, και τα μάτια του βούρκωναν. Βέβαια, η κουνιάδα του, που είχε γίνει πιο σκληρή για να τα βγάλει πέρα, δεν τον άφηνε τέτοιες μέρες χωρίς ιδιαίτερες περιποιήσεις, όμως αλλιώς ήταν τότε.
Τα παιδιά τους κυλιόντουσαν όλη μέρα στις βρωμιές και τα χώματα, παίζανε με σκυλιά, με γατιά, με φίδια και βατράχια, όμως τίποτε δεν τα πείραζε. Τότε που γίνονταν οι μεγάλοι σεισμοί στην Ιερισσό και η πόλη μας συνταραζόταν, ανεβήκαμε να μείνουμε κοντά τους, όσο να περάσει το κακό, μια και δεν μπορούσαμε να κοιμόμαστε κι εμείς στις πλατείες με το λαουτζίκο, όπου τόσα και τόσα συνέβαιναν μες στο σκοτάδι. Κοιμόμασταν έξω στην αυλή τους. Έκαμνε, άλλωστε, μια ζέστα σημαδιακή. Από καιρό σε καιρό η γη σάλευε κάτω απ' το στρώμα. Με βάζαν μαζί με όλα αυτά τα παιδιά στα ίδια στρωσίδια. Οι πρώτες αϋπνίες μου από τότε χρονολογούνται. Εκτός που με κλοτσούσαν όλη νύχτα και με ξεσκέπαζαν, βρωμούσαν όλων των ειδών τις βρώμες, και ιδίως σκορδίλα. Αφήνω πια τις πορδές τους. Ήμουν σαν ένα κλωσόπουλο της μηχανής, που έπρεπε να τα βγάλει πέρα με κωλοπετσωμένα κοτόπουλα κλώσας. Ευτυχώς που οι σεισμοί σταμάτησαν γρήγορα και γλίτωσα κι από εκείνον τον εφιάλτη.
Στην Κατοχή, αντίθετα απ' ό,τι θα φανταζόταν κανείς, δεν υπόφεραν καθόλου περισσότερο από μας, που τάχατες ήμασταν κάτι και κατοικούσαμε στα μέγαρα. Αμολήθηκαν τα παιδιά και πουλούσαν με τα κασελάκια τσιγάρα, τσιγαρόχαρτα, ζαχαρίνες, αντεπρίνες και ό,τι άλλο βάζει ο νους του ανθρώπου. Μόνο γράμματα που δεν έμαθαν. Το δημοτικό είναι ζήτημα αν το τελειώσαν. Η Γεωγραφία και η Ιστορία ήταν ο βραχνάς τους.
Πέρασε η Κατοχή, ήρθαν οι άλλες μάστιγες, οι εφτά πληγές του Φαραώ. Τα παιδιά στο μεταξύ μεγάλωναν. Τρία του μαραγκού, δυο του χτίστη και μια κοπέλα του τελευταίου, η μεγαλύτερη. Πήγαν στο στρατό· έσφιξαν τα δόντια, πολέμησαν τους κόκκινους, τους πράσινους, τους κίτρινους, ό,τι τέλος πάντων τους είπαν οι ανώτεροί τους. Σαν τη γλίτωσαν από κει, βγήκαν για δουλειά. Στο στρατό, ώσπου να τους κάνουν να πέσουν στη φωτιά, τους έταζαν λαγούς με πετραχήλια. Τώρα δε γυρνούσε κανένας να τους δει. Καταστάλαξαν στο καφενείο, που ακουμπάει στα τείχη, κι όλη μέρα έπαιζαν χαρτάκια. Το καφενείο ήταν φίσκα από άνεργους, όχι μόνο παλικάρια, αλλά και μεγάλους ανθρώπους, πατεράδες με παιδιά.
Μόλις είχαν αρχίσει να υποψιάζονται τα στραβά και τ' ανάποδα του τόπου και οι συζητήσεις στο καφενείο πήραν να γίνονται πιο ζουμερές, άνοιξαν οι δρόμοι για τη μετανάστευση. Αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν ποτέ μονάχα σ' ένα καφενείο. Μάθαν οι άρπαγες την καταλαλιά, φοβήθηκαν πως η τόση εκμετάλλευση μπορούσε να τους βγει ξινή κάποτε, κι αποφάσισαν να τους αμολήσουν. Γράφτηκε αμέσως για τη Γερμανία ο δεύτερος του μαραγκού, ο πιο έξυπνος απ' όλους, και είπε πως, αν τα πράγματα είναι καλά, θα πάρει και τους άλλους κοντά του. Σαν ήρθε η ώρα, δεν ήθελε να φύγει, ήταν σαν άρρωστος. Πήγαμε ξημερώματα στο σταθμό να τον ξεπροβοδίσουμε. Ήταν όλο το σόι εκεί κι έλεγαν αστεία, ενώ από μέσα το αντεράκι τους λιγωνόταν για τον αποχωρισμό. Μια σκορδόπιστη με δυο κατουρλούδες φιλενάδες της σιγόκλαιγε πιο πέρα. «Θα γυρίσω να σε πάρω», της φώναξε, προς μεγάλη αγανάκτηση της θειας του. Κόσμος πολύς καρτερούσε, μιλώντας δυνατά με ταραχή. Κάποτε έφτασε η ταχεία Αθηνών γεμάτη επιβάτες. Λίγοι κατέβηκαν, οι υπόλοιποι πήγαιναν κι αυτοί για έξω. Μόλις το τρένο σταμάτησε, χίμηξε απ' την αποβάθρα ο κόσμος. Δημιουργήθηκε φρακάρισμα στις πόρτες. Αυτοί που ήθελαν να κατέβουν, φώναζαν προβάλλοντας τις βαλίτσες, αυτοί πάλι που ήθελαν ν' ανεβούν δε λογάριαζαν τίποτε, γιατί δεν είναι παίξε - γέλασε αυτό το ταξίδι. Είχαν και πολλά μπαγάζια όλοι τους, ακόμη και σταμνιά με νερό. Σαν είδαμε τα σκούρα και πως κινδύνευε να πάει όρθιος ως τη Γερμανία, τον αρπάξαμε στα χέρια και τον χώσαμε σ' ένα κουπέ απ' το παράθυρο. Μας είδαν όλοι και το κόλπο γενικεύτηκε. Η Ελλάδα εγκαταλειπόταν «πατείς με, πατώ σε». Άκουγες συνεχώς το λόγο: «Μαύρη πέτρα θα ρίξω». Κι όταν το τρένο αργοξεκίνησε και το κάθε παιδί φώναζε τη λέξη του, κουνώντας τα χέρια, μου φάνηκε πως άκουσα αμέτρητα πετροβολήματα κι ένιωσα την ανάγκη να σκύψω.
Ο ξενιτεμένος μάς έγραφε στην αρχή γράμματα απελπισμένα και πάνω στους έξι μήνες, προς μεγάλη απόγνωση όλων, γύρισε ξαφνικά. Μα, όταν ξανάπεσε στη ρεμούλα, πήρε των ομματιών του κι ούτε για διακοπές δεν ήθελε να ξανάρθει. Έγινε σε λίγο σπουδαίος τεχνίτης, μολονότι από αυτοκίνητα δεν ήξερε τίποτα προτού φύγει. Οι προϊστάμενοί του τον λάτρευαν. Είναι μυστήριο πώς αυτοί οι ξένοι καταφέρνουν, ακόμα και τσοπαναρέους να τους κάμνουν μηχανικούς αεροπλάνων. Με γράμματα ενθαρρυντικά ξεπλάνεψε σιγά σιγά όλους τους άλλους, ώσπου στο τέλος ψυχή αρσενικιά δεν έμεινε μέσα στα σπίτια. Μονάχα ο μαραγκός με τις σαράντα ομολογίες του, η κουνιάδα του και η κόρη της, μεγαλοκοπέλα πια και παχύσαρκη, αναδεύαν στα ανώγια, στα κατώγια και στις αυλές.
Τα παιδιά και εμβάσματα στέλνουν και γράμματα στέλνουν, κάθε τόσο όμως κουβαλούν κι από καμιά ξελιγωμένη ξένη, κολλημένη σα βδέλα πάνω τους: «Από 'δω η μνηστή μου. Από 'δω η γυναίκα μου». «Τον κακό σας τον καιρό, βρωμόπαιδα!» συλλογίζομαι.
Κάποτε, ο μεγαλύτερος, που βρισκόταν εδώ με άδεια, κουβάλησε ένα καλοφκιαγμένο παλικάρι για να ιδωθούν με την αδερφή του. Παρ' όλη τη θωριά του, ο νεαρός φαινόταν κομμάτι νωθρός και κανένας δεν μπόρεσε να καταλάβει τι δουλειά κάνει. Πάντως, το παιδί δεν είπε όχι για κείνη τη μαούνα που του παρουσίασαν και η οποία, εκτός από άσκημη, ήταν και ολοφάνερα μεγαλύτερή του. Όταν λογοδόθηκαν, αντί να πηγαίνει από νωρίς στο καφενείο, πήγαινε απ' το πρωί στο σπίτι, όπου σταυρώνοντας τα χέρια καθόταν με τις ώρες σα χαμένος. Από έρευνες που έγιναν, δεν άργησε να μαθευτεί, πως ήταν, βέβαια, καλό παιδί αλλά λιγάκι χασικλής και γι' αυτό δεν μπορούσε να δουλέψει. Χωρίς να χάσουν καιρό, τον έδιωξαν απ' το σπίτι. Ήταν πολύ καθαροί, για να ανεχθούν κάτι τέτοια. Αυτός όμως, εκτός που περνούσε τρεις τέσσερις φορές τη μέρα έξω απ' το σπίτι, πήγαινε τη νύχτα μ' ένα σακούλι άσπρα πετραδάκια και σχημάτιζε στα απέναντι χώματα το «σ' αγαπώ». Αυτό με τα πετραδάκια ήταν το μόνο που είχε μάθει στο στρατό, όπου τους έβαζαν να γράφουν στις πλαγιές με ασβεστωμένες πέτρες διάφορα συνθήματα. Να λοιπόν που τώρα χρησίμευαν οι γνώσεις εκείνες. «Κατινάκι σ' αγαπώ», διάβαζε όλη η γειτονιά πρωί πρωί. Είδαν κι απόειδαν, τον ξανασυμμάζεψαν. Ήταν, βλέπεις, κι όμορφος ο ερίφης και το Κατινάκι, κατά βάθος, πολύ τον ήθελε. Τούς πάντρεψαν και το σπίτι σε λίγο πήρε να ξαναγεμίζει παιδιά. Σ' αυτά ο νεαρός ήταν μανούλα. Φτου, κι απ' την αρχή, λοιπόν. Τα παιδιά του χασικλή και της χαζούλας θα συνεχίσουν την οικογένεια. Τους άλλους τους κατάπιαν οι ακόρεστες ξένες.
Τριγυρνούσα τον περασμένο Αύγουστο στα κάστρα και στις εκκλησιές της Άνω πόλης μ' ένα φίλο απ' την πρωτεύουσα. Όλοι τους, σαν έρχονται στην πόλη μας, θέλουν να βλέπουν γραφικότητες κι εγώ δεν τους χαλάω χατίρι, μια και μου δίνεται η ευκαιρία να ξαναθυμάμαι. Ο φίλος είναι καλό παιδί, μα πλούσιος και αριστοκράτης. Έχει μάλιστα στενή συγγένεια με κορυφαίο πολιτικό πρόσωπο, που τουφέκισαν το εικοσιδύο για την Καταστροφή. Κοιτάζοντας τις ρημαγμένες γειτονιές, που αυτός τις έβρισκε πάρα πολύ ωραίες, έλεγα διαρκώς μέσα μου: «Πότε άραγε θα τιμωρήσουμε κι αυτούς που μας διάλυσαν με τη μετανάστευση;» Πάνω σ' αυτό καθίσαμε για ένα ούζο κάτω από έναν πλάτανο. Σήκωσα το κεφάλι μου και θαύμασα την κορμοστασιά του. Έχει πολλά και γερά κλωνάρια, που σηκώνουν αρμαθιές ολόκληρες...
Ιωάννου Γιώργος
Η μόνη κληρονομιά (Διηγήματα),
εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1982

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου