... Απ' το πλατύ παράθυρο της τραπεζαρίας του μοναστηριού, το παράθυρο που ήτανε σκαμμένο σαν καμάρα πάνω σε τοίχο κάστρου, έμπαινε η λάμψη του περιβολιού που ύστερ' απ' τη μπόρα στέγνωνε στο μεσημεριάτικο ήλιο.
Η Χιονία, με ανασηκωμένο το μαύρο της ράσο, πηγαινοερχόταν αδιάκοπα, αλαφροπατώντας με τα σκοινένια της παντοφλάκια πάνω στις χωματένιες πλάκες, που είχανε χρώμα κεραμιδί... Ήταν η σειρά της να βάλει τραπέζι και να ετοιμάσει το φαΐ. Και μήπως... πότε δεν ήταν η σειρά της;
Μέσα στο μοναστήρι, όπου δεκαπέντε καλόγριες ζούσαν χωρίς έχθρα και καυγάδες, αυτή ερχόταν η μικρότερη. Δόκιμος, δέκα οκτώ χρόνων μονάχα!
Ανοίγοντας κάθε αυγή τα πλουμιστά της μάτια, συλλογιζότανε με πόνο την αδελφή της υπηρεσίας.
«... Η καημένη η Φεβρωνία που την πειράζουμε ζάλες... Αχ! Η Αγάθη που της πονάνε τα γόνατα, η Βασιλεία που βήχει σαν τη χτυπήσει η καπνιά...»
Και η μαγείρισσα της ημέρας, φτάνοντας με βήμα βαρύ στην κουζίνα, εύρισκε τη Χιονία ανασκουμπωμένη, ζωσμένη την υφαντή της την ποδίτσα να στέκει μπρος απ' το τζάκι φυσώντας τη φωτιά.
Γέλιο αφελέστατο έκανε ν' αστραποβολάει το ηλιοκαμένο της πρόσωπο.
Και τότε οι ευχές φτερουγίζανε απαλά γύρω απ' το μαντηλοφορεμένο της κεφάλι.
«Η Παρθένος σκέπη σου!... Ο Κύριος παραστάτης σου! Οι άγιοι Πάντες φύλακές σου!»
Γινότανε μεμιάς σοβαρή, και γέρνοντας τον τράχηλο σαν τις σεμνές αγίες που στολίζανε τους τοίχους των κελιών, ψιθύριζε:
«Ευλογείτε... Αμήν!»
Κείνο το μεσημέρι, στην κουζίνα ευωδιάζανε δυο ειδών φαγιά. Το ένα λιτό λαδερό μέσα στη βαθιά χύτρα, για τις καλογριές. Το άλλο, πουλερικό μ' άσπρη σάλτσα, σ' ένα μικρό κατσαρόλι για τη μουσαφίρισσα. Η μουσαφίρισσα θα 'φτανε από στιγμή σε στιγμή με την Αγία Ηγουμένη, που είχε κατέβει στην πόλη να την παραλάβει απ' το τρένο των Αθηνών.
Η Χιονία έστρωσε σ' ένα μικρό τραπέζι, δίπλα στο μεγάλο που τρώγανε οι αδελφές, ένα τραπεζομάντηλο κάτασπρο, μοσκομυρισμένο απ' τη μπουγάδα. Απάνω ακούμπησε πιάτα πήλινα ζωγραφιστά και κούπες από πάστα κίτρινη με βούλες κόκκινες. Η ηγουμένη το είχε ξεχωρίσει κείνο το σερβίτσιο για την ξένη τους.
«Η κυρία Ρίτα», έλεγε με το νου η Χιονία, «θα τρελαθεί μ' αυτές τις κούπες που τις πήραμε στο χωριάτικο πανηγύρι. Κρυσταλλένια και ασημένια έχουνε και στα σπίτια τους οι Αθηναίοι, μα τέτοια πού να τα βρούνε;...»
Έπειτα θυμότανε ό,τι άλλο σχετικό είχε ακούσει για την κοπέλα: Είκοσι δύο χρονών, κόρη μιας παιδικής φίλης της αγίας μητέρας, ερχότανε για λίγο στο μοναστήρι να ξεκουραστεί απ' τη μελέτη που έκαμε για το δίπλωμά της... Δίπλωμα του Πανεπιστημίου! Είχε βγει δικηγορίνα, και μάλιστα θα μπορούσε να δώσει πολλές συμβουλές για τα συμφέροντα του μοναστηριού...
Πολλά κορίτσια ανεβαίνανε τις γιορτές μιάμιση ώρα δρόμο, κορίτσια απ' την επαρχιακή πρωτεύουσα, για να προσκυνήσουνε τη βυζαντινή εκκλησιά με τις παλιές εικόνες. Ήτανε τα περισσότερα από καλές φαμίλιες, κομψά, γραμματισμένα, γλυκομίλητα... Δικηγορίνες όμως, όχι, ποτέ της δεν είχε δει η Χιονία...
Μ' όλο αυτό δεν ήταν από περιέργεια το χτυποκάρδι που ένιωθε στιγμές στιγμές... Μια βαθιά και μυστική περηφάνεια τη συγκινούσε, πως το μοναστήρι τους, το άσυλό τους, που άσπριζε ανάμεσα στους δυο πρασινισμένους λόφους, το είχε διαλέξει για λιμάνι προσωρινό έστω, για τόπο γαλήνης, μια τόσο σπουδασμένη, σοφή πρωτευουσιάνα.
Όλα έτοιμα! Βγήκε και κάθισε στο κατώφλι. Η μεγάλη αυλή στολιζότανε στη μέση με πρασινάδες ακανόνιστες, με δέντρα λιγοστά. Όμως γύρω γύρω, δίπλα στους ψηλούς τοίχους των κελιών, λουλούδια και περικοκλάδες ήτανε πλούσια και τακτικά φυτεμένα. Ανάμεσα στα μουσκεμένα τους φύλλα, αστράκια, κατηφέδες, γεράνια, ορτένσιες βάζανε τα πολύχρωμά τους τα κεντίδια. Ένα δειλό γαρυφαλλάκι κι ένα φλογερό τριαντάφυλλο στέκονταν παράμερα, αδελφωμένα. Τα 'κοψε η Χιονία και αφού τα 'φερε κάτω απ' την κοντυλένια της τη μυτίτσα δυο τρεις φορές χαμογελώντας, στόλισε μ' αυτά το τραπεζάκι της μουσαφίρισσας.
Ήξερε πως οι δύο γριές αδελφές, η Ευφροσύνη και η Καλλινίκη, θα μουρμουρίζανε κάποια παρατήρηση αν τη βλέπανε σε μια τόσο αντικανονική απασχόληση. Μα δε μπορούσανε να τη δούνε γιατί, αμπαρωμένες στα κελιά τους, πλέκανε με πυρετό τις μάλλινες κάλτσες τους, γκρινιάζοντας πως σταθήκανε «μωραί παρθένοι» με το ν' αφήσουνε να τις βρούνε ανέτοιμες τα πρωτοβρόχια.
Ποδοβολητό μουλαριών ακούστηκε στο πλακόστρωτο έξω απ' την πόρτα. Η κλειδοκράτωρ, μια ολοστρόγγυλη μεσόκοπη, έτρεξε με βήμα κυνηγημένης πάπιας, σήκωσε την αμπάρα κι άνοιξε τα δυο φύλλα διάπλατα.
Και όλων των κελιών οι πορτούλες τρίξανε και μαύρες σιλουέτες ορμήσανε για την υποδοχή με ζήλο.
Στο πρώτο ζώο καθόταν η Ηγουμένη, τριγυρισμένη από ταγάρια που κρέμονταν γύρω στο σαμάρι, παραγεμισμένο με ψώνια, με όλων των ειδών τα καλά. Φτάνοντας, έκανε το σταυρό της, ενώ τα βελουδένια της ολόμαυρα μάτια χαϊδεύανε με βαθιά στοργή τους τοίχους του μοναστηριού, το βυζαντινό θόλο της εκκλησιάς, τις υποταχτικές, μία μία χωριστά. Όλες απλώσανε να τη βοηθήσουνε για να κατέβει, μα ο αγωγιάτης, προσφέροντας τη δεξιά του με τρόπο ιπποτικό, τις πρόλαβε.
Το δεύτερο μουλάρι ανέβαινε ακόμα τον ανήφορο, με το λαιμό τεντωμένο προς τα κάτω σαν να 'νιωθε ντροπή για την καθυστέρηση. Προσπαθούσε να βιαστεί και οι οπλές του αντηχούσανε ξερά πάνω στις γλιστερές πέτρες που λαμποκοπούσαν απ' τα νερά και τον ήλιο.
Η μουσαφίρισσα, που ήτανε θρονιασμένη στη ράχη του, πήδησε κάτω ενώ εκείνο περπατούσε ακόμη, και στάθηκε με μιας ακλόνητη, τεντώνοντας με καμάρι το σφιχτοδεμένο της κορμί.
Πάνω στη βαθιά χλωμάδα της, το στόμα κατακόκκινο τραβούσε αμέσως τη ματιά και τη σκλάβωνε. Προχώρησε στις εφτά αδελφές γελώντας γλυκά με απλωμένα τα δυο της χέρια, και πήρε σβησμένα καλογερικά φιλιά στο μάγουλό της το παιδιάστικο.
Μιλούσε με μια φωνή φρέσκια και, καθώς κουνούσε το κεφάλι, η μεγάλη της ψάθα έπαιζε γύρω από το πρόσωπό της, δίνοντας πότε φως πότε σκιά στα μάτια της που είχανε χρώμα ανοιχτό σαν το μέλι. Μπροστά στη Χιονία στάθηκε.
«Τι μικρή καλογριά!» είπε με μια έκπληξη που ταλαντευότανε ανάμεσα σε λύπη και χαρά...
«Τι μικρή δικηγορίνα!...» σκέφτηκε να πει η απλοϊκιά κοπέλα, μα δείλιασε και κατέβασε το μαντήλι ως τα φρύδια χαμογελώντας.
Ο αγωγιάτης, αφού ξεφόρτωσε τα ταγάρια, τράβηξε τα ζώα του στον κατήφορο φέρνοντας για χαιρετισμό το χέρι στο σκούφο.
«Ώρα σου καλή!»
Κατάχαμα μπροστά στην πόρτα φτερουγίζανε δεμένα τα φρεσκοψωνισμένα πουλερικά και οι αδελφές ξεφωνίζανε με θαυμασμό επαινώντας την εκλογή και το γούστο της Ηγουμένης. Τι πούπουλα χιονάτα, τι ουρές πλουμιστές, τι λειριά, τι ποδαράκια σκαλτσουνάτα!
Όσο κι αν είχανε βγάλει απ' τη ζωή τους κάθε πολυτέλεια οι λιτές εκείνες γυναίκες, δε μπορούσανε να μη χαρούνε για το λούσο που θα φάνταζε μέσα στο κοτέτσι του μοναστηριού.
Η Αγία Μητέρα, βάζοντας το χέρι πάνω στον ώμο της νεοφερμένης, είπε ότι αυτή έπρεπε να ευχαριστούνε... Αυτή είχε πληρώσει με δικά της λεφτά και τις κότες, και τον πετεινό και τα περιστέρια.
Διαμαρτυρήθηκε η δικηγορίνα... Τα λεφτά ήταν της γιαγιάς της... ένα δώρο στην Παναγία! Με δικό της χαρτζιλίκι δεν είχε πληρώσει παρά μονάχα...
Και ανοίγοντας ένα σάκο μικρό, έδειξε το ψώνιο της: ένα γουρουνάκι ροδαλό που πρόβαλλε μεμιάς έξω το καφετί μουσούδι του...
Έτσι η είσοδος της Ρίτας στο μοναστήρι έγινε ανάμεσα σε λόγια καλά και σε αγάπες.
Ως και οι δύο γριές, η Ευφροσύνη και η Καλλινίκη, δε βρήκανε τίποτα να μουρμουρίσουνε για τα λουλούδια που φαντάζανε δίπλα στο σερβίτσιο της, ούτε για το τραπέζωμά της μέσα στο ίδιο διαμέρισμα με τις αδελφές... Την είδανε δυο τρεις φορές να σταματάει το πιρούνι μπρος στο μικρό της στοματάκι και να γυρίζει με προσοχή το κεφάλι στην αναγνώστρια της ημέρας, που με φωνή συρτή διάβαζε, απ' την αρχή ως το τέλος του φαγητού, βίους αγίων.
«Έχει ευλάβεια...» ψιθυρίσανε αναμεταξύ τους. «Υπάρχουν ακόμη και κοσμικοί που δεν αμελούν τα πνευματικά!»
Και βρήκανε σ' αυτό την εξήγηση της υπομονής του Θεού, που δεν αποφάσιζε να βρέξει πυρ και θείον, κάνοντας όλες τις πολιτείες στάχτη, γης Μαδιάμ, Σόδομα και Γόμορα!...
Εκεί κατά το ηλιοβασίλεμα, η μια απ' τις δυο, για να της δείξει πιο ζωηρά τη συμπάθειά της, τη ρώτησε αν ήθελε να πάνε περίπατο μαζί, έξω σ' ένα ωραίο βουναλάκι. Η Ρίτα όμως ήταν κουρασμένη και προτίμησε να σταθεί σ' ένα παράθυρο, κοιτάζοντας τον κάμπο που χώριζε το μοναστήρι απ' τον κόσμο. Πάνω στην υγρή πρασινάδα των χωραφιών του, η πορφύρα τ' ουρανού έπεφτε σαν επάνω σε καθρέφτη. Πάρα κει, η νοικοκυρεμένη επαρχιακή πρωτεύουσα βαφόταν τριανταφυλλιά, και πιο μακριά η θάλασσα γυάλιζε σαν κορδέλα από μετάξι μενεξελί.
Κάτω απ' τον τοίχο, τρεις πάπιες λούζονταν μέσα σε μια στέρνα που γέμιζε αθόρυβα από μια χαμηλή βρυσούλα κι άφηνε από την άλλη μεριά το νερό της να κυλάει στον κατήφορο, σ' ένα ολόκληρο δάσος από πορτοκαλιές και σ' ένα περιβόλι με λαχανικά, κτήμα του μοναστηριού, άφραχτο. Μια καλυβίτσα ήτανε στημένη καταμεσής του και στέγαζε την οικογένεια του φύλακα, ενός αγέρωχου χωριάτη, που όσο κι αν γύριζε τις ερημιές με το γκρα του στον ώμο, δεν είχε βρεθεί ποτέ αντίκρυ σε κλέφτες ή ιερόσυλους.
«Θα σε λέω Χιόνα! Ακούς;»
Ήτανε οι δυο τους μονάχες στον ξενώνα, που υψωνόταν δίπλα στη γραμμή των κελιών σαν πύργος, με τοίχους λίγο κυρτούς, ασβεστωμένους, γεμάτους μικρούτσικα παράθυρα.
«Θα σε λέω Χιόνα!...»
«Όπως αγαπάς!»
Η φθινοπωρινή νύχτα τύλιγε με τα σταχτερά της σύννεφα τους ήσυχους λόφους, το βουβό μοναστήρι.
Ένα σκαλιστό μπρούτζινο λυχνάρι με τρία φιτίλια έκαιγε στην ευρύχωρη κάμαρη όπου είχαν εγκαταστήσει τη Ρίτα -ένα άλλο, τενεκεδένιο, φώτιζε το περασματάκι που θα το είχε δεκαπέντε μέρες για κελί της η δόκιμη, συντροφεύοντας την ξένη.
«Έλα λοιπόν να μιλήσουμε λίγο πριν κοιμηθούμε. Έτσι μ' έχουνε μάθει εμένα στο σπίτι...»
Ήρθε και στηρίχτηκε με νωχέλεια στη μισοανοιγμένη πόρτα, πλέκοντας τα παχουλά μπράτσα γύρω απ' το χρυσό της κουρεμένο κεφάλι.
Η Χιόνα έριξε βιαστική ματιά στο μοβ νυχτικό της και στα κόκκινα πασουμάκια της τ' ατλαζένια, που δείχνανε σαν κουκλίστικο το γυμνό της πόδι.
Και η ίδια ήταν έτοιμη για ύπνο. Μονάχα που ήτανε φραγμένη ως το σαγόνι κι ως τα σφυρά, κι ως τον καρπό των μελαμψών της χεριών, μέσα σε μια χοντρή πουκαμίσα από καρεδωτό πανί του αργαλειού.
«Τι όμορφη που είσαι και χωρίς το τσεμπέρι», είπε με θαυμασμό η Ρίτα, σεργιανώντας τα μυρωμένα της δάχτυλα πάνω στις σκούρες πλεξούδες που στεφανώνανε το μέτωπο της δόκιμης.
Διαμαρτυρήθηκε κείνη πως δεν είχε καμιά ομορφιά, και πως δεν έπρεπε να μένει κουβεντιάζοντας τόσο αργά, γιατί στις πέντε το πρωί θα σήμαινε ο όρθρος. Όμως, μπήκε για μια στιγμή, και κάθισε στην ακρούλα του καναπέ. Καμιά μουσαφίρισσα δεν είχε καταφέρει ποτέ ν' αλλάξει τόσο το πλατύ μοναστηρίσιο δωμάτιο με το γαλάζιο ταβάνι που έμοιαζε σαν ανοιξιάτικος ουρανός.
Σ' όλες τις γωνιές του, μικρά πραματάκια σκόρπια ανάδιναν το λεπτό κοσμικό τους άρωμα, ένα άρωμα που δεν το 'χε γνωρίσει ποτέ της η Χιόνα!
Στο τραπέζι, αντί για το συνηθισμένο άσπρο κάλυμμα, ήταν απλωμένο ένα παρδαλό μεταξωτό... Απάνω του, άταχτα βαλμένα, καθρέφτες, φωτογραφίες. Βαζάκια κρυστάλλινα βγάζανε σπίθες πολύχρωμες, καθώς τα χτύπαγε το παιχνιδιάρικο φως της λουσέρνας.
«Τα κουβαλώ μαζί μου, όπου κι αν πάω όλ' αυτά, γιατί τα 'χω στην κάμαρά μου και τ' αγαπώ... Δε μπορείς εσύ να ξέρεις πόσο τ' αγαπώ!...»
Χαμογέλασε η Χιόνα. Γιατί δεν ήξερε; Μήπως δεν αγαπούσε κι αυτή το κελάκι της και την εικόνα του Χριστού που περπατούσε στα κύματα, και το ξύλινο τραπέζι της που ήταν στρωμένο με άσπρο πεσκίρι και είχε απάνω του τα άγια βιβλία και το θυμιατήρι το πήλινο και τα ξερά σταυρολούλουδα τα ευωδιαστά;
«Σ' αρέσει αυτό;» είπε με νάζι η Ρίτα δείχνοντας ένα μικρό κουκλί από ξύλο κίτρινο, ένα τέρας σωστό με τη γλώσσα βγαλμένη έξω, τα μάτια γουρλωμένα, το μαλλί γυρισμένο σαν κέρατο πάνω απ' το μέτωπο.
«... Αυτό, ξέρεις, μου φέρνει γούρι!»
«Γούρι;» ψιθύρισε με κατάπληξη η δόκιμη.
Ύστερα, σουφρώνοντας την πουκαμίσα της πιέτες - πιέτες πάνω στο στρογγυλό της γόνατο, συλλογίστηκε σιωπηλά τι παράξενο που ήταν να κάνει κανένας τη γνωριμία μια σοφής δικηγορίνας απ' την Αθήνα...
Σε λίγο την είδε να τινάζει τα δυο πασούμια στον αέρα και να μαζεύει τα πόδια πάνω στον καναπέ.
«Δε μου λες, Χιόνα, πού ζούσες πριν να κλειστείς εδώ;»
«Στο χωριό... Έχεις εσύ ποτέ σου κάνει σε χωριό;»
«Το καλοκαίρι ναι!... Μα άκου... γιατί ήρθες στο μοναστήρι;»
Πολλές φορές είχε ακούσει αυτή την ερώτηση η Χιόνα σ' ένα τόνο ανακριτικό, από διάφορες κυρίες. Και είχε στερεότυπη την απάντηση, καλογερική και σύντομη:
«Ήταν η κλίση μου!»
Όμως η Ρίτα ήξερε να ρωτάει όχι σαν γυναίκα περίεργη παρά σαν παιδάκι που νιώθει αγάπη και συμπόνια. Τα μάτια της τα μελιά λάμπανε με γλύκα κάτω από το λεπτό καστανό φρυδάκι, το ένα της χέρι, μαλακό σαν πούπουλο, ακουμπούσε πάνω στο χέρι που ήξερε να σκάβει, να ζυμώνει, να υφαίνει...
«Αν ήξερες, τη ζωή μου, τη μαύρη, πριν να 'ρθω εδώ!...»
Και για πρώτη φορά η δόκιμη κάθισε τόση ώρα μιλώντας σε μια κοσμική. Σκύβοντας τους ώμους, διηγήθηκε μ' ένα βαριεστημένο τόνο τα παιδιάστικα χρόνια της, χρόνια σκληρής δουλειάς, που τα πέρασε μαζί με την πιο μεγάλη αδερφή της δίπλα σε μια αρχόντισσα του χωριού. Επειδή ήταν ορφανές, η αρχόντισσα τις είχε πάρει τάχα για ψυχοπαίδες, όμως σαν πέθανε δεν τους άφησε ούτε μια δεκάρα. Για την αδερφή της την όμορφη βρέθηκε τότε κάποιος γαμπρός γέρος, που τον λέγανε πλούσιο στο χωριό, μα που στ' αλήθεια τα 'χε χάσει όλα και δεν είχε άλλο προικιό από το μπεκριλίκι και το τεμπελιό. Τα δυο παιδιά του γεννηθήκανε άρρωστα και δε φτουρήσανε για πολύ. Αυτό του δυνάμωσε περισσότερο την αγάπη στην ταβέρνα, του δυνάμωσε ακόμα και το χέρι που κάθε μέρα, πότε με το μπαστούνι, πότε με την αμπάρα, πότε με τη γροθιά σκέτη, συγύριζε αλύπητα τη γυναίκα του. Πέθανε η άμοιρη και τις τελευταίες της ώρες δεν ήθελε να ιδεί ούτε άντρα ούτε κανένα. Μονάχα κρατούσε στα κοκαλιάρικα τα χέρια της το κεφάλι της Χιόνας, κι όλο το χάιδευε κι όλο μουρμούριζε: «Μην παντρευτείς, αγάπη μου, μην παντρευτείς!» Ήταν σκιαγμένη απ' τη ζωή, και την άκουσε!
Η Ρίτα τινάχτηκε ζωηρά και στάθηκε γονατιστή πάνω στον καναπέ...
«Δεν έκανε καλά η μακαρίτισσα να στο πει αυτό... Με συγχωρείς, Χιόνα, μα στάθηκες κουτή, και κείνη στάθηκε κουτή... Γιατί να μη φύγετ' απ' το χωριό, γιατί να μην πάτε να ζήσετε σε μια πόλη, έτσι νέες, γερές, δουλεύτρες που είσαστε, παρά να καθόσαστε να τρώτε ξύλο μια απ' την αρχόντισσα, μια από έναν παλιάνθρωπο;...»
Τα μάγουλά της ανάβανε, τα μάτια της πετούσανε φωτιές...
«Ε, δεν πειράζει», είπε καρτερικά η Χιόνα. «Πού να ξέραμε μεις! Το χωριό μας δεν ήταν όμορφο για να 'ρχουνται ξένοι το καλοκαίρι να μας ανοίγουνε τα μάτια. Ζούσαμε κλεισμένες σαν τα ζώα... Ύστερα, όλα πάνε πια! Τώρα είμαι καλά».
Χαμογελούσε, ένα χαμόγελο τσακισμένο που οι καλόγριες δεν το 'χανε δει ποτέ στα δροσερά της χείλη... Η δικηγορίνα σώπασε μαζεύοντας την έξαψή της.
Έξω ακουγότανε το απαλό πέσιμο της βροχής που μούσκευε τη στέγη, τους ψηλούς τοίχους του μοναστηριού, μούσκευε και την πλατιά ερημιά με τα δέντρα και τα περιβόλια και τ' αγριόχορτα.
Πότε - πότε ένα μπουμπουνητό τράνταζε τον τόπο κι ύστερα έφευγε σα φοβέρα ξεψυχισμένη. Η μυρωδιά της βρεγμένης γης, η μοσκοβολιά των λουλουδιών ορμούσε στην κάμαρα ακόμα και μέσ' απ' τα κλειστά μικρά παραθυράκια. Γέρνοντας πίσω το κάτασπρο σαγόνι της, ρούφηξε βαθιά η Ρίτα...
«Αλήθεια, Χιόνα! Έχεις δίκιο, εδώ είναι καλά!...»
... Μέσα στα υφαντά της σκεπάσματα παράδερνε άυπνη η δόκιμη, ώρα πολλή. Της διπλανής κάμαρας η πόρτα είχε μείνει μισάνοιχτη για να νιώθει και στον ύπνο της ακόμα συντροφιά η χαϊδεμένη Ρίτα. Στο φως του καντηλιού έβλεπε η Χιόνα να γυαλίζει το μεταξωτό τραπεζομάντηλο, τα βαζάκια τα κρυσταλλένια. Και μια μυρωδιά πιο δυνατή απ' τη μυρωδιά του βρεγμένου κάμπου έφτανε ως το ασκητικό της κρεβάτι, σκορπώντας ανησυχία και πυρετό...
«Να ζήσετε σε μια πόλη...»
Αλήθεια! Στην πόλη μπαίνεις υπηρέτρια σ' ένα σπίτι ή γίνεσαι κεντήστρα ακόμη και υφάντρα και γελάς, μιλάς, κοιμάσαι όπως θέλεις, βγάζεις λεφτά, έχεις δικές σου τις γιορτές να τρέχεις περίπατο με τις φιλενάδες. Με τα ρούχα της πόλης γίνεσαι όμορφη όσο άσκημη κι αν είσαι!... Καμιά φορά βρίσκεται και κάποιος άντρας που τον πιάνει καημός και γινάτι να σε πάρει, ας είσαι και φτωχιά. Άντρας; Βέβαια, όχι σαν εκείνον που γνώρισε η άμοιρη η αδελφή της, άντρας που βρωμάνε τα μουστάκια του κρασίλες και που σε δέρνει νύχτα μέρα με το χοντρόχερό του!... Άντρας -κύριος, σαν αυτούς που φτάνουνε συχνά στο μοναστήρι για περίπατο ή προσκύνημα, που σου κάνει τόπο να περάσεις πρώτη, και σου μιλάει χαμογελώντας γλυκά γλυκά...
«Χιόνα, δεν κοιμάσαι;»
Παραζαλισμένη τινάχτηκε. Τέντωσε τ' αυτί. Ποιος έλεγε τ' όνομά της; Ήτανε καμιά φωνή εξ ύψους που ήθελε να τη μαλώσει για τις αμαρτωλές της σκέψεις;
«Χιόνα!»
Ήταν η φωνίτσα απ' τη διπλανή κάμαρα.
«Σ' άκουσα που στριφογύριζες. Αν είσαι ορθή, έμπα σε παρακαλώ, και δώσε μου κείνο το καδράκι απ' το τραπέζι...»
Της το 'δωσε.
«Κοίταξε!»
Έσκυψε και είδε ένα όμορφο αγορίστικο κεφάλι.
«Αδερφός σου είναι;» ρώτησε ενώ η περιέργεια φούντωνε στην ψυχή της.
«Ξάδερφος!» απάντησε με χαμόγελο η Ρίτα. Και πιάνοντας τη φωτογραφία με τα δυο της χέρια, την κοίταζε αχόρταγα στο λιγοστό φως.
Της Χιόνας η ματιά σκοτείνιασε.
«Καλή σου νύχτα...»
Κι έκανε να φύγει.
«Κάτσε», είπε η άλλη, απλώνοντας ικετευτικά τα χέρια.
Ήρθε και της Χιόνας η σειρά ν' ακούσει καθισμένη στα πόδια του κρεβατιού.
Ξάδερφος, τρίτος όμως! Το χρόνο που τελείωσε το γυμνάσιο, η μάνα του θέλησε να τον στείλει έξω στο Παρίσι να σπουδάσει. Τότε κλαίγοντας κείνος φώναξε: «Θα σκοτωθώ, αγαπάω τη Ρίτα!» Η μάνα κράτησε κρυφό το λόγο του γιου της, εκείνος όμως πήγε και τον είπε ο ίδιος στην ξαδέρφη του... Τότε η Ρίτα έπιασε με τα παρακάλια τον πατέρα της: -«Θ' αρρωστήσω αν δε μ' αφήσεις να σπουδάσω δικηγόρος μαζί με τον Ντίνο!» -«Μα εσύ, παιδί μου, δεν είσαι για σοβαρά πράγματα!» -«Όχι, είμαι για όλα σαν θέλω... Θα μελετάμε μαζί οι δυο, θα πάρουμε δίπλωμα μαζί, αυτός θα με βοηθήσει να γίνω μια ανώτερη γυναίκα!»
Και όπως ήταν μοναχοκόρη, δεν της χαλάσανε το χατήρι. «Τώρα, το ξέρουνε στο σπίτι όλοι πως αγαπιόμαστε και το θέλουνε όλοι να παρθούμε. Όμως η γιαγιά σκοτώνεται σαν τ' ακούσει... Δεν επιτρέπεται, λέει, ο γάμος όταν βαστάει συγγένεια όσο κι αν είναι μακρινή... Της λέμε πως η εκκλησία το επιτρέπει, μα αυτή επιμένει πως η κατάρα του Θεού θα μας χαντακώσει και τους δυο».
Και το γέλιο της σκορπίστηκε ελαφρό μέσα στη μεγάλη κάμαρα με τους γυμνούς τοίχους, που δεν είχανε για στολίδι παρά ένα Χριστό με το ακάνθινο στεφάνι.
«Θα την καταφέρουμε όμως τη γιαγιά. Ούουουου!... Να τώρα κιόλας που με είδε κι αδυνάτισα, νόμισε πως χανόταν ο κόσμος! Δε θέλουμε να τη θυμώνουμε γιατί είναι καρδιακή. Μόνη της θα μαλακώσει σιγά - σιγά».
Η δόκιμη κάτι μουρμούρισε πως βέβαια η γιαγιά θα μαλάκωνε, πως δεν ήταν σωστό να επιμένει...
«Το κακό είναι, που εμείς χάνουμε καιρό, Χιόνα! Θα μπορούσαμε αμέσως τώρα να παντρευτούμε. Φαντάσου το αυτό!...»
Ύστερα, στήριξε το μάγουλο πάνω στο κεντητό μαξιλάρι και τα μάτια της κοιτάξανε λοξά στο ταβάνι με μια τσαχπίνικη ματιά.
«Τώρα που έφευγα, ορκιστήκαμε ο ένας στον άλλο να μένουμε ξυπνητοί τη μισή νύχτα και να κρυφομιλάμε με το νου!»
Και η τσαχπινιά γίνηκε ρέμβη...
«... Ο Ντίνος τώρα, έτσι όπως εγώ, κρατάει τη φωτογραφία μου και μιλάει με μένα...»
Πάλι ξαναπήγε στο στρώμα της η Χιόνα, μ' ένα βαρύ χτύπο στην καρδιά. Το παράθυρο ήταν ολοσκότεινο ακόμη. Ατέλειωτη νυχτιά!... Έβαλε την τραχιά της παλάμη μπρος στο στόμα, πνίγοντας το κλάμα που ανέβαινε απ' το σφιγμένο της λαιμό... Τι θα 'δινε για να μπορούσε να κλείσει ολότελα κείνη τη μισανοιχτή πορτούλα που την ένωνε με τον κόσμο... Θεέ μου, τι θα 'δινε!...
... Όταν οι καμπάνες του όρθρου χτυπήσανε τινάχτηκε απ' το σύντομο ύπνο της με λαχτάρα. Τα βλέφαρά της καίγανε. Πάνω στο μαξιλάρι τα δάκρυα είχανε αφήσει ένα μεγάλο σημάδι που δεν είχε στεγνώσει ακόμα. Το κοίταξε με ντροπή κι άνοιξε το παράθυρο. Αδύνατη λάμψη μακρινή έπεφτε στα σύννεφα που ταξιδεύανε τρέχοντας ανάμεσα στ' αστέρια. Πάνω στη γη, αρχίζανε μόλις να ξεχωρίζουνε σα σκιές χρωματιστές τα δρομάκια, τα δέντρα, τα χωράφια. Άκουγε η Χιόνα το μουρμούρισμα του νερού που γέμιζε τη στέρνα, και πάνω στο πρόσωπό της δεχόταν μυρωμένες σταλαγματιές βροχής απ' το κυπαρίσσι που κουνιόταν στον άνεμο, δίπλα στο παράθυρό της. Στάθηκε με τα χέρια σταυρωμένα, εξετάζοντας την ψυχή της. -Όχι! Ό,τι θυμότανε απ' τα μαύρα της χρόνια δεν την τάραζε πια!... Για τις ευτυχίες που δε γνώρισε, δεν ένιωθε λύπη καμιά. Μονάχα τις πληγές που γλίτωσε συλλογιζόταν, το γέλασμα, την αμαρτία. Σκέφτηκε πόσες χαμένες ψυχές θα λαχταρούσαν να 'χανε ακολουθήσει το δικό της τον αθώο δρόμο, και σήκωσε περήφανα το κεφάλι. Κατεβαίνοντας τον ξύλινο διάδρομο με τη στενή σκαλίτσα, στάθηκε μπρος στη γιασεμιά που πλεκόταν στα κάγκελα κι ορμούσε στον τοίχο φορτωμένη κάτασπρα λουλούδια, ανάλαφρα σαν τους αγνούς λογισμούς· ύστερα με βήμα σεμνό ανέβηκε τα δυο σκαλιά της εκκλησιάς. Ψηλαφητό σκοτάδι θα βασίλευε κει μέσα, αν λείπανε τα λιγοστά κεράκια που είχαν ανάψει οι αδελφές. Κορδωμένη στο στασίδι της η ψάλτρια, μάζευε όλη τη δύναμη του τυραννισμένου κορμιού της στη μύτη, εκτοξεύοντας από κει όλους τους ψαλμούς... Σ' ένα της γνέψιμο, η Χιόνα πήγε κοντά της και τη βοήθησε, ξεσηκώνοντας πιστά την τέχνη της, με όλα τα τσαλίμια. Μια στιγμή τα κατάφερε να φτάσει τόσο ψηλά που η ηγουμένη τής έριξε ευνοϊκή ματιά και την έκανε να κοκκινίσει από χαρά.
Ξαφνικά, στο άνοιγμα της πόρτας, φάνηκε μια λάμψη κάτασπρη, και η αιθέρια σιλουέτα της Ρίτας γλίστρησε ανάμεσα στα μαύρα ράσα. Δε γύρισε να τη δει η Χιόνα· μονάχα μάντευε το φως του ξανθού της κεφαλιού που πηγαινοερχόταν στο σκοτάδι, και άκουγε να τρίζει πάνω της απαλά το μετάξι, θυμίζοντας κάπως το πέταγμα περιστεριού. Μια στιγμή που σήκωσε τα μάτια απ' το βιβλίο, την είδε που στεκόταν μπρος στη μεγάλη Παναγία και τη στόλιζε με λουλούδια, ενώ στο πρόσωπό της έλαμπε η δέηση...
«Για την αγάπη της παρακαλεί...»
Προσπάθησε να το σκεφτεί αυτό με καλοσύνη. Μα ήταν αδύνατο...
Και ο άγιος τόπος την έκανε να νιώθει πιο βαθιά πόσο άσχημο ήταν κείνο που φώλιαζε στην ψυχή της... Θεέ μου, πότε θα ερχότανε η ώρα για την κουζίνα, για το υφαντήρι, για το σκάψιμο του κήπου. Με τον πυρετό θα ριχνόταν στη δουλειά μονάχη, ολομόναχη!
«Να λέω κι εγώ μαζί σας;» της ψιθύρισε μια στιγμή η Ρίτα.
Η ψάλτρια πρόλαβε την απάντηση...
Περίμενε άλλωστε αυτή την πρόταση, γιατί ήξερε πως τα κορίτσια της Αθήνας μαθαίνανε και ψαλτική στα σχολειά.
«Μετά χαράς... Να αυτά τα δυο, πες τα μόνη σου!»
Καταχάρηκαν οι αδελφές ακούγοντας τη δικηγορίνα που υμνούσε το Θεό τόσο αρμονικά. Η Καλλινίκη έσκυψε στην Ευφροσύνη κάνοντας την παρατήρηση πως ναι μεν η φωνή έβγαινε ξελιγωμένη απ' το λαρύγγι αντί ν' ανεβαίνει σεμνά σεμνά στη μύτη, μα αυτό μπορούσε κανείς να το συγχωρέσει σε μια κοσμική με τόση ευσέβεια και τόση χάρη!
Η Χιόνα, έσφιξε όσο πιο σφιχτά μπορούσε το κάλυμμά της κάτω απ' το σαγόνι, ελπίζοντας πως αυτό θα τη βοηθούσε ν' ακούει λιγότερο. Γι' αυτήν, ο ψαλμός εκείνος ήτανε τραγούδι. Και τι τραγούδι! Κάθε του νότα έδιωχνε σαν τον άνεμο τη λιγοστή ειρήνη που της απόμενε στην καρδιά... Έφυγε απ' τη θέση της κι έκαμε μια βόλτα ταχτοποιώντας τα κεριά, ύστερα πήγε και ακούμπησε στην πόρτα και απορροφήθηκε απ' το ψιθύρισμα μιας μικρούλας λεύκας, που είχε φυτρώσει μόνη της σύρριζα στο κατώφλι. Τα ορνίθια λαλήσανε. Η μέρα πρόβαλε ζωηρή πίσω απ' τα ψηλά φεστονωτά παράθυρα. Με το τελευταίο «Αμήν» η ηγουμένη τής έγνεψε να πάει κοντά της. Η Χιόνα ήταν η εκλεκτή της, το έργον των χειρών της, και ένιωθε γι' αυτήν καμάρι, στοργή, όλα μαζί. Αυτή την είχε προχωρήσει στα γράμματα, χωρίς κόπο, και πολλές φορές το 'λεγε πως λίγα κορίτσια βρίσκονται με την εξυπνάδα τη δική της.
Εξιστορούσε η Αγία Μητέρα κείνο το πρωί στη Ρίτα πολλά σχετικά με την αρχαιότητα της βυζαντινής εκκλησιάς. Η Χιονία άκουγε πράγματα που τα ήξερε. Πως άλλοτε στα παράθυρα οι κολονίτσες ήταν πιο πυκνές, μα πολλά χρόνια πριν κάτι καλόγριες σκέφτηκαν πως τους χρειαζόταν περισσότερος ήλιος, και φέρανε πριόνια και τις κόψανε... Πως ύστερα άλλες πιο σοφές σκεφτήκανε ότι λίγος ασβέστης στους τοίχους θα 'κανε καλό στην υγεία τους, αφού ήταν υποχρεωμένες να περνάνε τόσες ώρες εκεί μέσα. Και όταν το άσπρισμα έλαμψε πάνω στα ξεθωριασμένα μωσαϊκά, κατεβήκανε στην πόλη λέγοντας ότι κάμανε την εκκλησιά τους νύμφη του Χριστού αληθινή και λευκή περιστερά!
Η Ρίτα κάτι έλεγε μ' αγανάκτηση σ' αυτή τη διήγηση... Ύστερα σκύβοντας το κεφάλι σε ό,τι είχε σωθεί από τη βούρτσα και το πριόνι, άφηνε πολλά θαυμαστικά.
Η δόκιμη παρακολουθούσε το άσπρο χεράκι που χάιδευε τα σκαλιστά ξύλα, τα θαμπά χρυσώματα, τις μισόσβηστες εικόνες, παρακολουθούσε μηχανικά τα χερουβικά μάτια που υψώνονταν στον αψηλό θόλο όπου ήταν ζωγραφισμένος ένας Χριστός με αυστηρό πρόσωπο.
Βγήκανε στην αυλή. Ο ουρανός, τριανταφυλλένιος, ετοιμαζότανε για τη δόξα του ήλιου. Ένα υπέροχο παγώνι έσερνε τη βελουδένια ουρά του δίπλα στις ανθισμένες πρασινάδες, και πάνω απ' τη στέγη τα περιστέρια πετούσανε και σταυρώνονταν στο δρόμο τους με τα τελευταία χελιδόνια.
Δούλεψε η Χιόνα κείνο το πρωί με σπάνια όρεξη, και μέσα στο σφύριγμα της σαΐτας και στο τριζοβόλημα της φωτιάς και στο χτύπημα της αξίνας, βρήκε κάπως τη λησμονιά «των κακών λογισμών της». Η Ρίτα πέρασε κι αυτή όμορφα, γυρίζοντας από κελί σε κελί... Είδε ένα γιούκο υφαντά που ήταν προορισμένα για ένα νοσοκομείο, είδε ένα μάτσο δαντέλες που θα πουλιόταν ολόκληρο για ένα άσυλο παιδιών. Είδε στο ηγουμενείο ένα μαυροπίνακα και απάνω του χαραγμένες γιώτες με κιμωλία, κι έμαθε πως τα κοριτσάκια ενός χωριού που ήτανε πίσω απ' το λόφο και δεν είχε σχολειό, φτάνανε κάθε απόγευμα στο μοναστήρι και μαθαίνανε γράμματα.
Στις δέκα η πόρτα χτύπησε και μπήκε ο ταχυδρόμος. Έδωσε ένα γράμμα στη Ρίτα, ένα τηλεγράφημα στην ηγουμένη.
Κείνη τη στιγμή η Χιόνα πέρασε σαν αστραπή έξω, κυνηγώντας το γουρουνάκι που ξέφυγε απ' το στάβλο, και η Ρίτα την ακολούθησε. Μπήκανε κάτω απ' τις πορτοκαλιές, και κει πιάσανε το μικρό ζώο που γρύλλιζε απ' το θυμό και είχε ματώσει την κοιλίτσα του στ' αγκάθια.
Λαχανιασμένη η δόκιμη κάθισε χάμω σφίγγοντάς το στην αγκαλιά, ενώ η Ρίτα ορθή άρχισε να διαβάζει το γράμμα της, ανεβάζοντας ολοένα τη φωνή.
«... Μόλις γύρισα, Ρίτα, απ' το σταθμό, όπου σου ευχήθηκα το καλό ταξίδι... Αγάπη μου! Μη με ειρωνευτείς τώρα που θα μάθεις ότι σου γράφω κλαίγοντας. Εσύ, κακιά, δεν έχυσες ούτ' ένα δάκρυ, και στο λέω, αυτό με πλήγωσε πολύ βαθιά! Όσο κοντά κι αν πηγαίνεις είναι το ίδιο... Χάνουμε δεκαπέντε μέρες! Χωρίς τα λογάκια σου, χωρίς τη χάρη σου, χωρίς τη ματιά σου, δεκαπέντε μέρες η Αθήνα θα είναι για μένα μια φριχτή ερημιά!»
Εδώ η Ρίτα πίεσε λίγο το μαντηλάκι στα χείλη και σώπασε. Μισοξαπλώθηκε δίπλα στη Χιόνα που χάιδευε νευρικά το θυμωμένο γουρουνάκι.
«Αχ, σκέψου, Χιόνα, να διαβάζεις τέτοιο γράμμα ανάμεσα σε τέτοια φύση!» Και τα μάτια της στυλώθηκαν στις ψηλές πορτοκαλιές, όπου ο καρπός είχε αρχίσει να χρυσίζει και όπου λουλούδια μεγάλα σαν αστέρια χύνανε απριλιάτικη ευωδιά.
«Για σκέψου, αλήθεια, τι όμορφα που θα ταιριάζανε σε μια νύφη αληθινά λουλούδια πορτοκαλιάς! Να έτσι, ένα στεφανάκι στο μέτωπο, πάνω απ' το πέπλο... ένα βραχιολάκι στο χέρι...»
Το είπε αυτό σιγανά σιγανά. Μα σε λίγο, ανάβοντας, φώναξε:
«Το ζητάω από σένα αυτό, Χιόνα. Όποτε κι αν είναι να παντρευτώ, θα σου τηλεγραφήσω την ημέρα. Και θα μου μαζέψεις όσα μπορέσεις. Μου 'πε η Αγία Μητέρα πως σαν είναι γλυκός ο χειμώνας, βρίσκονται κλωνιά ανθισμένα ακόμη και το Δεκέμβρη! Θα κατεβείς στο σταθμό εσύ η ίδια, Χιόνα, ε;... Θα τα δώσεις στον ταχυδρόμο που πηγαινοέρχεται στην Αθήνα!»
Και το ξανθό της κεφάλι ακούμπησε γλυκά στο στιβαρό ώμο της δόκιμης.
«Πες μου ναι! Έλα, Χιόνα!»
Εκείνη, μόλις ανοίγοντας τα χείλη, είπε ένα πνιγμένο «ναι».
Έπειτα, με βήμα βαρύ τράβηξε στο μοναστήρι... Διψούσε να κλειστεί στο κελί της, διψούσε να γονατίσει μπρος στο Χριστό που περπατούσε πάνω στα κύματα, για να του φωνάξει πως ήτανε μια δούλη του ανάξια!
Μπαίνοντας στην αυλή, είδε την Ηγουμένη κατάχλωμη.
«Πού είναι η Ρίτα; Πρέπει να φύγει αμέσως με αυτοκίνητο και θα τη συνοδέψω κάτω. Μου τηλεγραφήσανε πως η γιαγιά της πέθανε!»
Η Ρίτα που έμπαινε κείνη τη στιγμή, έβαλε μια δυνατή φωνή. Οι αδελφές την τριγυρίσανε, την παρηγορούσανε όχι με κρύα καλογερικά χάδια, παρά με ζεστά ανθρώπινα φιλιά, και της σκουπίζανε τα μάτια.
«Έλα, Χιόνα! Τι στέκεις εκεί στην άκρια σαν απολιθωμένη;... Βοήθησέ το ν' ανέβει το παιδί και φτιάξε τις βαλίτσες!»
Σφίγγοντας το κορμί που αναταραζόταν απ' τους λυγμούς, η δόκιμη, ένιωσε κάτι σαν αλάφρωμα.
«Τι λίγο που βαστάνε οι χαρές του κόσμου!...»
Ανεβήκανε αγκαλιασμένες. Η Ρίτα έπεσε στον καναπέ, ενώ η Χιόνα άρχισε να μαζεύει τα πράγματα που ήταν σκόρπια γύρω γύρω.
«Όχι αυτό στη βαλίτσα, όχι! Φέρ' το εδώ! Θα το πάρω στο τσαντάκι μου!»
Κι απλώνοντας τα χέρια με λαχτάρα, άρπαξε τη φωτογραφία του Ντίνου...
«Κατεβαίνεις, Χιόνα;»
«Ναι, θα σου φέρω να πάρεις λίγο ζουμάκι πριν απ' το δρόμο».
Σαν ξαναγύρισε με το δίσκο, στάθηκε άναυδη. Η Ρίτα ορθή, σφίγγοντας πότε στην καρδιά, πότε στα χείλη το κάδρο του αγαπημένου της, του μιλούσε με φωτιά που έκανε αγνώριστη τη φωνή της. Από τα μάτια της τρέχανε ακόμη ποτάμια τα δάκρυα, όμως, κάποια σκιά χαμόγελου φτερούγιζε γύρω απ' το μικρό της το στόμα.
«Πέθανε η καημενούλα η γιαγιά, αγάπη μου! Έκαμε τόπο στην ευτυχία μας... Μας άφησε λεύτερους. Ακούς; Δε θα χωριστούμε πια!... Δε θα κλαις πια για μένα!...»
Και βλέποντας τη δόκιμη, χύθηκε στην αγκαλιά της.
«Χιόνα, αδελφούλα μου, εσύ θα παρακαλάς και για τους δυο μας... Τώρα, θα παντρευτούμε γρήγορα! Και δε θα ξεχάσεις τα λουλούδια; Ε; Πες μου «ναι», Χιόνα!»
Χαμογελώντας με οίκτο και συγκατάβαση η δόκιμη ψιθύρισε «ναι».
...Έπειτα από λίγο, ακουμπισμένη στο παράθυρο, έβλεπε να χάνεται στον εξοχικό δρόμο η άσπρη σκιά της Ρίτας. Μέσα στο απλό μυαλό της, δεν απόμενε παρά η ζάλη που έρχεται από ένα όνειρο αλλόκοτο.
«Πάει το περιστεράκι μας!» μουρμούρισε πνιχτά η κλειδοκράτωρ που λάτρευε τις όμορφες κοπέλες, γιατί, μια φορά κι έναν καιρό, είχε κι αυτή μια κόρη είκοσι χρονών.
«Περιστεράκι;» συλλογίστηκε η δόκιμη. Καταμεσής στην κάμαρα όπου κυμάτιζε ακόμα ξεθυμαίνοντας το κοσμικό άρωμα, βρισκόταν λησμονημένο το κίτρινο κουκλί. Πάντα η γλώσσα βγαλμένη έξω, τα μαλλιά στριφτά σαν κέρατα, το κοίταγμα παμπόνηρο.
Το άρπαξε και το πέταξε με αγανάχτηση στη λίμνη όπου κολυμπούσανε οι πάπιες.
«Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!»
Η χάλκινη καμπάνα της αυλής χτύπησε μεσημέρι... Θυμήθηκε το τραπεζομάντηλο με το κέντημα που είχε στρώσει για τη Ρίτα εικοσιτέσσερις ώρες πριν, το γαρυφαλλάκι και το τριαντάφυλλο που ξεψυχούσανε στην κούπα με τις κόκκινες βούλες. Τα μάτια της θολώσανε.
«Κρίμα!... Θα κάνω όμως ό,τι μου ζήτησε και θα παρακαλώ για τους δυο τους!»
Ύστερα κατέβηκε και πήρε τη θέση της στο τραπέζι, αντίκρυ στο αψιδωτό παράθυρο, αντίκρυ στη λάμψη του περιβολιού που στέγνωνε στον ήλιο...
Γαλανού Ειρήνη
Περιοδικό «Νέα Εστία»,
τεύχος 16 - 17, Νοέμβρης 1927

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου