Εἰς τὸν μικρὸν λιμένα τῆς ὡραίας νήσου του, ὅλες τὶς χρονιές, συνήθως
τὸν Ὀκτώβριον, κατέπλεεν ἐπιστρέφων ἀπὸ τὰ ταξίδια μὲ τὴν σκούναν του, ὁ
καπετὰν Γιάννης ὁ Καραντής, ὁ ἐπιλεγόμενος καὶ Καραβοκύρης. Ἀφοῦ δὲ
ἐξησφάλιζε καλῶς τὸ πλοῖον, ἐκάθητο νὰ περάσῃ χρυσὸν χειμῶνα σιμὰ εἰς
τὴν ἑστίαν του, μὲ τὴν Καραβοκυρού, τὴν νεαρὰν γυναῖκά του, καὶ μὲ τὸν
Βαγγέλην καὶ τὸν Μανώλην, τοὺς δύο ἀνηλίκους υἱούς του. Ἐφρόντιζε πρῶτον
νὰ πληρώσῃ τὰς μικρὰς ὑποχρεώσεις του καὶ ὕστερα τὸ «ἔρριχνε γρέκι (1)»
κατὰ τὸ κοινὸν ναυτικὸν λόγιον.
Ἐκείνην τὴν χρονιά, εἶναι τώρα ὀλίγαι δεκάδες ἐτῶν ἀπὸ τότε, ἅμα
ἔφθασε, καὶ εἰσέπλευσε μὲ πολλὲς βόλτες τὸν λιμένα, ἄραξε καλὰ τὴν
γολέταν (2) του, κοντὰ εἰς τὸν Παλαιὸν Μῶλον, τὴν ἔδεσε μὲ διπλῆν γούμεναν (3)
εἰς τὴν ἀρχαίαν Κολώναν, τὴν ἐκ μαύρου ἁδροῦ μαρμάρου, ἐπὶ τῆς μικρᾶς
πλατείας, κατὰ τὴν ἀνωφέρειαν τῆς παραλίου ἀγορᾶς καὶ πάραυτα ἐξῆλθε κ᾿
ἐπάτησεν εἰς τὴν ξηράν.
Ὤ! Πόσας συγκινήσεις εἶχε μέσα του! Εἰς ὀλίγην ὥραν περιῆλθε τὰ
διάφορα μαγαζιά, ὅπου τοῦ ἔκαμναν τὰ «μουσαφιρλίκια», διὰ τὸ «καλῶς
ἦλθες», ὅλοι· τοὺς ἔκαμνε κι αὐτὸς τὰ «σαλαμετλίκια (4)», διὰ τὸ «καλῶς σᾶς
ηὕραμε». Ὕστερον ἐπλήρωσε, καθὼς ἐσυνήθιζε πάντοτε, τὰ ὀλίγα βερεσέδια
τῆς οἰκίας, ὅσα εἶχε βάλει ἡ γυνὴ κατὰ τὴν ἀπουσίαν του. Τριάντα τόσας
δραχμὰς εἰς τὸν ἀλευράν, δεκαοκτὼ καὶ τόσα εἰς τὸν μπακάλην καὶ καμμιὰ
εἰκοσαριὰ ἐδῶ κ᾿ ἐκεῖ εἰς τοὺς μικρεμπόρους.
Ὅσα λεπτὰ τοῦ εἶχαν ζητήσει νὰ πληρώσῃ οἱ διάφοροι πωληταί, τόσα ὡς
ἔγγιστα τοῦ ὡμολόγησε καὶ ἡ σύζυγός του κατ᾿ οἶκον· μόνον, ὅτι εὕρισκε
δύο ἢ τρεῖς δραχμὰς «πανωγραμμένα» στὸν μπακάλην καὶ ἄλλας πέντε ἢ ἓξ
στὸν πραγματευτήν. Ἀλλ᾿ ὡς πρὸς τὴν διαφορὰν ταύτην, ἐφάνη μᾶλλον
ἐλευθέριος ὁ καπετὰν Κωνσταντὴς κ᾿ ἐδικαίωσε τοὺς ἀπαιτητάς, λέγων ὅτι
δὲν εἶχε πεποίθησιν εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς γυναικείους.
« Χρωστᾷς ἄλλο τίποτε πουθενὰ ἀλλοῦ;» ἠρώτησε τελευταῖον ὁ Καραβοκύρης τὴν γυναῖκά του.
«Ὄχι, καπετάνιο μ᾿, αὐτὰ εἶν᾿ ὅλα· τίποτ᾿ ἄλλο δὲν χρωστῶ».
Τὴν ἀπόκρισιν αὐτὴν ἔδωκε μὲ ἦθος κάπως συλλογισμένον ἡ γυνή· ὁ
σύζυγος ὅμως δὲν τὸ παρετήρησεν, ἢ δὲν ἠθέλησε νὰ πολυπραγμονήσῃ
περισσότερον.
....................
« Γού!…»
Τὸ ἐπίφωνημα τοῦτο ἀφῆκεν εὐθὺς κατόπιν ἡ Καραβοκυρού, ἅμα ἐξῆλθεν ὁ
σύζυγός της, κατ᾿ αὐτὸ τὸ δειλινὸν τῆς πρώτης μετὰ τὴν ἑσπέραν ἢ τὴν
νύκτα ἡμέρας τοῦ ἐρχομοῦ του.
«…Ἔχει χάζι νὰ τὸν πιάσ᾿ ὁ Κισσιώτης, νὰ τοῦ γυρέψῃ κεῖνα τὰ βερεσέδια καὶ θὰ ντροπιασθῶ… Πώ, πώ! τρομάρα μου!»
Ἔδραξε μὲ τοὺς ὄνυχας τὰς δύο παρειάς της. Ἐπλησίαζεν ἑσπέρα, καὶ
αὐτὴ εὑρίσκετο σχεδὸν γονατιστή, ἢ μᾶλλον «πρόχνυ καθεζομένη», καθ᾿ ὃν
τρόπον καθέζονται αἱ Ἑλληνίδες ἀπὸ τῶν χρόνων τῶν Ὁμηρικῶν ἕως τῆς
σήμερον. Ἦτον ἀνασφουγκωμένη (5) ἐπὶ τῆς ψάθας τῆς αἰγυπτιακῆς, δίπλα εἰς τὸ
πλουσίως στρωμένον τὴν ἡμέραν ἐκείνην «μεντέρι (6)» καὶ ἠσχολεῖτο νὰ
κατασκευάσῃ τυρόπιτταν εἰς τὸ τηγάνι, ἔδεσμα τὸ ὁποῖον ἠγάπα ἐξόχως ὁ
σύζυγός της. Πῶς νὰ μὴν τὸ ἀγαπᾷ, ἀφοῦ τώρα ἐπέστρεψεν ἀπὸ τοὺς
θαλασσίους πλοῦς, χορτασμένος μόνον ἀπὸ παστὰ κρέατα καὶ ἀπὸ γαλέταν (7);
Ἦτον ἤδη Ἑσπερινοῦ ὥρα. Ἐσήμανε τότε ὁ κώδων τοῦ ναοῦ.
Ἐσηκώθη, ἦλθε πρὸ τοῦ Εἰκονοστασίου, κατέβασε τὸ κανδήλι, τὸ
ἐξεφυτίλισε, τὸ ἐκαθάρισε μὲ λευκὸν προσόψιον, τὸ ἐγέμισε λάδι, πάλιν τὸ
περιεσφόγγισε, τὸ ἤναψε, τὸ ἀνέβασεν ἐν λείῳ κρότῳ καρουλίου εἰς τὸ
ὕψος, καὶ ἔκαμεν εὐλαβῶς τρεῖς σταυροὺς μὲ βαθείας ὑποκλίσεις.
«Ἄ! καλὰ μ᾿ ἐφώτισε», εἶπε τότε ἐκφώνως λαλοῦσα πρὸς ἑαυτὴν ἡ
Καραβοκυρού· «νὰ μὴ λείπῃ κανεὶς ἀπὸ τὰ θεῖα! Πρέπει νὰ στείλω τὸ παιδὶ
νὰ δώσῃ μήνυμα κρυφὰ τοῦ Κισσιώτη, μὴν πᾷς καὶ τὸν πιάσῃ τὸν Καραβοκύρη
καὶ τοῦ ζητήσῃ τὰ λεπτά… καὶ θά ᾽χουμε, γυιέ μου, ντράβαλα (8)».
«Μανώλη!» ἔκραξε πρὸς τὸ παιδίον.
Ἦτο ἐκεῖ ὁ υἱός της, ὁ μικρότερος τῶν δύο, ὅστις, ἐπειδὴ ὁ πατήρ, ὡς
νεοφερμένος, τοῦ εἶχεν εἰπεῖ ἐκεῖνο τὸ μεσημέρι, ὅτι δὲν ἔπρεπεν, ἅμα θὰ
ἤρχετο τὸ βράδυ ἀπὸ τὸ σχολεῖον, νὰ τρέχῃ στοὺς δρόμους νὰ παίζῃ, ἀλλὰ
νὰ κάθεται στὸ σπίτι νὰ μελετᾷ τὸ μάθημά του ἑωσοῦ τὸ μάθῃ πρῶτον, ὁ
Μανώλης, ἀνίκανος νὰ βάλῃ εἰς πρᾶξιν τὴν ἀψυχολόγητον ταύτην συμβουλήν,
τὴν ἐπιβάλλουσαν δεύτερον εὐθὺς περιορισμὸν μετὰ περιορισμόν, εἶχε κάμει
κάτι καλύτερον, κατὰ τὴν κρίσιν του.
"Ἐλάκησεν" ἀπὸ τὸ δημοτικὸν σχολεῖον εὐθὺς μετὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ
μαθήματος, καὶ ἀφοῦ ἔτρεξεν εἰς τὴν ἄμμον κάτω, δίπλα εἰς τὸν Μῶλον,
ὅπου ὁ μεγαλύτερος ἀδελφός του, ὁ Βαγγέλης, μαθητὴς τῆς πρώτης τοῦ
Ἑλληνικοῦ, δραπέτης καὶ οὗτος, τὸν εἶχε προλάβει, καὶ λαβὼν τὴν μικρὰν
φελούκαν (9) τοῦ πατρός του, εἶχεν ἀνέλθει εἰς τὴν σκούναν κωπηλατῶν, διὰ νὰ
κάμῃ τὴν ἄφευκτον πρώτην ἐπίσκεψιν εἰς τὸ πατρικὸν πλοῖον· ἀφοῦ ὁ
Μανώλης μάτην ἐφώναζεν εἰς τὸν ἀδελφόν του, νὰ ἔλθῃ νὰ τὸν ἐπάρῃ κι
αὐτὸν μέσα εἰς τὴν γολέταν, ὁ δὲ Βαγγέλης λίαν φρονίμως καὶ κηδεμονικῶς
τοῦ ἀπήντησεν ὅτι: «Δὲν εἶναι δουλειά του νὰ τρέχῃ στοὺς γιαλούς· νὰ πάῃ
στὸ σκολειό του!»· τότε ὁ Μανώλης, βλέπων, ὅτι τὰ παιδία, οἱ συμμαθηταί
του, εἶχον σχολάσει, κ᾿ ἔτρεχον τὸν ἀνήφορον, ἀνὰ τὸν λιθόστρωτον
δρόμον, μὲ πολλὰς φωνὰς καὶ θορύβους, μὲ τοὺς «φύλακας» κρεμαμένους
περὶ τὰς μασχάλας των, ἐσκέφθη ὅτι ἦτο καιρὸς νὰ δείξῃ ὅτι ἠξεύρει νὰ
κάμνῃ ὑπακοὴν εἰς τὸν πατέρα του. Ἔτρεξεν εἰς τὴν οἰκίαν, καὶ βλέπει τὴν
μητέρα του ἑτοιμαζομένην νὰ ψήσῃ τυρόπιτταν. Τότε ἐσκέφθη ὅτι
μεγαλυτέρα εὐτυχία ὑπῆρξε δι᾿ αὐτὸν τὸ ὅτι ἠναγκάσθη νὰ ἔλθῃ στὸ σπίτι,
παρὰ ἂν ἐπήγαινεν εἰς τὴν σκούναν τοῦ πατρός του, ὅπου μόνον γαλέτες θὰ
εὕρισκε νὰ τραγανίσῃ· μόνον ὅτι θὰ εἶχεν ἐκεῖ καλυτέραν γυμναστικὴν
διασκέδασιν δοκιμάζων ν᾿ ἀναρριχηθῇ ἐναμίλλως μὲ τὸν ἀδελφόν του εἰς τὰ
ἐξάρτια καὶ μέχρι τῶν κεραιῶν.
Ὅταν ὁ Μανώλης, ὡς φρόνιμος νέος, ἐκάθισεν εἰς τὸν ἔξω θάλαμον,
ἀκούων μὲ μεγάλην ἡδονὴν τὸ πιπίρισμα τοῦ βουτύρου εἰς τὸ τηγάνιον,
αἰσθανόμενος τὴν κνῖσαν εἰς τοὺς ρώθωνάς του, ἐκάθισε βλέπων ἔξω διὰ τοῦ
παραθύρου, κρατῶν ἐπὶ τῶν γονάτων τὸ ἀναγνωσματάριον, τὸ ὁποῖον εἶχεν
ἀνοίξει ἀνάποδα ἐξ ἀπροσεξίας· ἤρχισε τότε νὰ μιαουρίζῃ τάχα ὡς νὰ
ἐδιάβαζε, καὶ ἦτον ἕτοιμος νὰ κάμῃ μεγαλοφωνότερον τὸ μορμύρισμά του,
ἐὰν τυχὸν ἔβλεπε τὸν πατέρα του ἐρχόμενον πρὸς τὴν οἰκίαν.
Ἤκουσε τὴν φωνὴν τῆς μητρός του:
«Μανώλη!»
«Τί θέλεις, μάννα;»
Πάραυτα ἐσηκώθη κ᾿ ἔτρεξεν εἰς τὸν χειμερινὸν θάλαμον. Δὲν θὰ ἠρκεῖτο
πλέον, ὅπως τὰς ἡμέρας ὅπου ἔλειπεν ὁ πατήρ του, ἅμα ἦλθεν ἀπὸ τὸ
σχολεῖον, νὰ πετάξῃ τὰ βιβλία του, ν᾿ ἀνοίξῃ μὲ κρότον τὸ δουλάπι, νὰ
στραβοκόψῃ τεμάχιον ἄρτου, νὰ σπρώξῃ ἀτάκτως πάλιν τὴν θυρίδα τοῦ
δουλαπίου, καὶ νὰ τὴν ἀφήσῃ μισοανοικτήν, ὄχι ἀσφαλῆ ἀπὸ τὰς ἐφόδους τῆς
γάττας· αὐτὴν τὴν φορὰν ὑπῆρχε κάτι καλύτερον.
«Ἀκόμα, μάννα, δὲν ἔγιν᾿ ἡ τυρόπιττα;»
«Ἄκουσε, παιδί μ᾿ Μανώλη, νὰ σ᾿ πῶ ἕνα κρυφούτσικο· ξέρεις τὸν
Γιαννιό, τὸν Κισσιώτη, ὅπου σ᾿ ἔστελνα κ᾿ ἐγέμιζες τὴν μποτίλια κρασί;»
«Πῶς»
«Νὰ πᾷς νὰ τοῦ πῇς…»
«Νὰ μ᾿ δώσῃς τυρόπιττα…»
«Τώρα, νὰ ψηθῇ πρῶτα… Ὅσο νὰ πᾷς καὶ νὰ ᾽ρθῇς, θὰ γένῃ… Νὰ πᾷς νὰ πῇς τοῦ Κισσιώτη…»
«Τί;»
«Κεῖνα τὰ βερεσέδια, πές, ὅπ᾿ τοῦ χρωστῶ, μὴν πιάσῃ, πές, τὸν πατέρα σ᾿ κ᾿ ἐγὼ θὰ κάμω νόμο-τρόπο. Ἄκουσες;»
«Ναί».
«Σῦρε, τρέχα γλήγορα, νὰ τ᾿ πῇς, καὶ νὰ ᾽ρθῇς… Νά, ἔφτυσα…»
Ἔκαμε σημεῖον ὡς νὰ ἔπτυεν ἐπὶ τῆς παλάμης. Τὸ παιδίον ἐκοίταζεν ἀκόμη κατὰ τὸ τηγάνι.
«Δῶ ᾽μ᾿ πρῶτα, λιγάκι τυρόπιττα».
«Δὲν ἔγιν᾿ ἀκόμα… ὣς ποὺ νὰ ᾽ρθῇς πίσω θὰ γένῃ… Τρέχα… πήγαινε… Μὴ
περάσ᾿ ὁ πατέρας, καὶ τόνε πιάσῃ… Τ᾿ ἄκουσες, τί σοῦ ᾽πα νὰ τ᾿ πῇς;»
«Ναί».
«Πῶς θὰ τ᾿ πῇς;»
«Νά κεῖνα τὰ βερεσέδια… μὴν τὰ πιάσ᾿ ὁ πατέρας… καὶ σὺ θὰ κάμῃς τὸν ὦμο τρόπο…»
«Ὄχι μὴν τὰ πιάσ᾿ ὁ πατέρας… Αὐτὸς νὰ μὴ πιάσῃ τὸν πατέρα σ᾿ καὶ τὰ γυρεύῃ… κ᾿ ἐγὼ θὰ τὰ πληρώσω. Κατάλαβες;»
«Πῶς».
«Πήγαινε, τρέχα… νά ᾽χῃς τὴν εὐκή μ᾿».
«Δῶ᾽ μ᾿ τυρόπιττα… Νά, τώρα ἔγινε, νά, θὰ καῇ…
Ἡ Καραβοκυροὺ ἐγύρισε τὴν πίτταν ἀπὸ τὴν ἄλλην πλευράν. Ἔπειτα
ἐφύσησεν, ἐβίασε τὴν φωτιὰν καὶ μετὰ ἓν λεπτὸν τῆς ὥρας καυμένην ἀπὸ τὴν
μίαν πλευράν, μισοψημένην ἀπὸ τὴν ἄλλην, τὴν ἐκένωσεν (10) εἰς μέγα
πινάκιον (11), καὶ ζεστὴν καυτήν, τὴν ἔκοψε κ᾿ ἔδωκε μέγαν κόμματον εἰς τὸν
υἱόν της.
Ὁ Μανώλης κρατῶν τὸ τεμάχιον τῆς τυρόπιττας, καιόμενος, φυσῶν καὶ
μεταφέρων ἀπὸ τὴν μίαν εἰς τὴν ἄλλην χεῖρα, τὴν ἐδάγκανε, τὴν ἐμάσα, καὶ
ἤρχισε νὰ καταβαίνῃ τὰ σκαλοπάτια τῆς οἰκίας.
........................
Καθὼς ἐξῆλθεν ἔξω, κ᾿ ἔκαμψε τὴν γωνίαν τοῦ δρομίσκου, ἐστάθη εἰς τὴν
σκιὰν ἑνὸς τοίχου, θέλων νὰ χαρῇ ἐν ἀνέσει τὴν τυρόπιτταν. Εἶτα, ἀφοῦ
ἔφαγε τὴν μισήν, ἐξεκάμπισεν (12), ἐπῆγε παραπέρα κ᾿ ἔκαμε δεύτερον σταθμόν.
Εἶχε φάγει τὰ τρία τέταρτα τοῦ τεμαχίου τῆς πίττας, καὶ τέλος ἔφθασε
πλησίον τοῦ μαγαζείου τοῦ Γιάννη τοῦ Κισσιώτη.
Τὸ καπηλεῖον εὑρίσκετο εἰς τὴν παραθαλασσίαν ἀγοράν, καὶ εἶχε δύο
θύρας· ἡ ἄνω θύρα, ἡ πρὸς τὴν συνοικίαν καὶ τὸν μέσα δρόμον, ἦτο διὰ τὰς
γραίας καὶ τὰ μικρὰ κοράσια, ὅσα ἤρχοντο διὰ νὰ ἀγοράσουν κρασὶ ἢ
μαστίχαν ἀπὸ τὴν γειτονιάν. Δι᾿ αὐτῆς τῆς ἄνω θύρας εἰσῆλθε καὶ ὁ
Μανώλης, κρατῶν ἀκόμη εἰς τὴν παλάμην τῆς ἀριστερᾶς τὸ τελευταῖον
λείψανον τῆς τυρόπιττας.
Ὁ κάπηλος ἵστατο εἰς τὸ λογιστήριόν του, καὶ συνωμίλει μ᾿ ἕνα πελάτην
ἢ φίλον. Μία ὁμὰς πινόντων ἐκάθητο περὶ τράπεζαν, ἄλλοι δύο ὀρθοὶ εἶχον
λάβει δύο ρακοπότηρα εἰς τὰς χεῖρας, καὶ συνωμίλουν κι ἀργοποροῦσαν
πρὶν τσουγκρίσουν νὰ πίουν.
«Ἐβίβα!»
Ὁ μικρὸς Μανώλης ἐπλησίασεν εἰς τὸ γραφεῖον, κ᾿ ἔσυρε τὴν χειρῖδα (13) τοῦ ἐνδύματος τοῦ οἰνοπώλου.
« Μπάρμπα!»
Ὁ κάπηλος ἐστράφη πρὸς τὸ παιδίον.
«Τί εἶναι;»
«Εἶπε ἡ μάννα μ᾿», ἤρχισεν ὁ Μανώλης, κ᾿ ἐσταμάτησε.
«Τί εἶπ᾿ ἡ μάννα σ᾿;» ἠρώτησεν ὁ Κισσιώτης.
Τὸ παιδίον κατέβαλλεν ἀγῶνα διὰ νὰ ἐνθυμηθῇ. Τὴν στιγμὴν ὁποὺ ἡ μάννα
του τοῦ εἶχε δώσει τὴν παραγγελίαν, ὅλος ὁ νοῦς του ἦτο μέσα εἰς τὸ
τηγάνι τῆς τυρόπιττας.
«Εἶπ᾿ ἡ μάννα μ᾿», ἐπανέλαβε μετὰ πολλοῦ κόπου ὁ Μανώλης, ἀφοῦ
κατέπιε μισομασημένην τὴν τελευταίαν βουκιὰν ὁποὺ εἶχεν εἰς τὸ στόμα, «κεῖνα τὰ βερεσέδια, λέει, μὴ σὲ πιάσ᾿ ὁ πατέρας νὰ τοῦ τὰ γυρέψῃς… καὶ
θὰ τὰ πληρώσῃ».
«Ἄ! νὰ τὰ γυρέψω ἀπ᾿ τὸν πατέρα σ᾿;» εἶπεν ὁ κάπηλος.
«Ὄχι!»
«Μὰ πῶς;»
«Νά, θὰ σ᾿ τὰ δώσῃ».
«Ποιός; Ὁ πατέρας;»
«Ναί».
«Τοῦ εἶπεν ἡ μητέρα σου;»
«Δὲν ξέρω»
«Πῶς δὲν ξέρεις;»
«Νά, θὰ σ᾿ τὰ πληρώσ᾿, λέει».
«Ποιὸς θὰ μ᾿ τὰ πληρώσῃ;»
« Νά, θὰ κάμῃ μὲ τὸν ὦμο…»
«Τί, μὲ τὸ νόμο;… Μήπως τῆς ἔκαμα ἐγὼ ἀγωγή;»
«Δὲν ξέρω».
Ὁ κάπηλος εὑρέθη εἰς ἀπορίαν. Ἀπὸ πρὶν δὲν εἶχεν ἰδέαν, οὔτε σκοπὸν
ν᾿ ἀπαιτήσῃ ποτὲ ἀπὸ τὸν Καραβοκύρην τὸ μικρὸν χρέος τῆς γυναικός του
χωρὶς τὴν συναίνεσιν αὐτῆς· πάντοτε δ᾿ ἐφρόνει ὅτι αὐτὴ θὰ ἐφρόντιζε νὰ
τὸ ἐξοφλήσῃ. Ἀλλ᾿ ἡ ἀποστολὴ τοῦ παιδίου ἦτο ὡς λίθος ριφθεὶς εἰς
γαλήνια νερά.
«Συλλογίσου καλά, παιδί μου», εἶπε· «τί σοῦ εἶπεν ἡ μάννα σου; Αὐτὴ ἢ ὁ πατέρας σου θὰ μὲ πληρώσῃ;»
«Νά, τοῦ πατέρα μου εἶπε νὰ μὴ…»
«Νὰ μὴ μὲ πληρώσῃ;»
«Ὄχι… θὰ σ᾿ τὰ δώσῃ».
«Ποιός; Ὁ πατέρας σου;
