Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2022

ΜΕΡΟΝΥΧΤΑ ΦΡΑΓΚΦΟΥΡΤΗΣ

   
   Είναι ωραίο να ξυπνάς και να βρίσκεις τα πράγματά σου στη θέση τους· προπαντός όταν αυτά είναι τόσα λίγα. Το τραπέζι, πάνω του η κανάτα με το τσάι της Ιωάννας, η καρέκλα και πάνω της η Ιωάννα αυτοπροσώπως να διαβάζει ήρεμη σαν αρχόντισσα. Το καλλιτεχνικό όνομα της φτώχειας είναι Χουντίνι ο υπνωτιστής και ποτέ δε μπορείς να ξέρεις τι θ' αντικρίσουν τα μάτια σου σαν ανοίξουν. Μπορεί να ξεσηκώσει δρύινο κρεβάτι από τη χιλιόχρονη γωνιά του και να το στείλει στους πέντε δρόμους. Μπορεί να βγάλει από την πιο βαθιά σου τσέπη το ρολόι που σου χάρισε ο παππούς σου· ακόμα και το δαχτυλίδι που σφήνωσε στο λίπος του δάχτυλού σου είναι σε θέση να ξεσφηνώσει, και να τα οδηγήσει γραμμή στα παλιατζήδικα. Κι ας αφήσουμε τις γυναίκες, που αντιδρούν πρώτες σε κάθε μορφή μαγείας· πριν κι από τ' άψυχα πράγματα ακόμα. Όλοι λίγο - πολύ γνωρίζουν εκείνο το νούμερο, όπου με χέρια και πόδια σφίγγεις πάνω σου μια γυναίκα, και την άλλη στιγμή η ίδια αυτή γυναίκα βρίσκεται στην αγκαλιά ενός άγνωστου άντρα στην άλλη άκρη της πόλης.
   Δόξα σοι, δόξα σοι, δεν την είχε αμολήσει κανένα, λοιπόν. Όλα βρίσκονταν εκεί, γύρω μου, περιμένοντας από μένα, τον Κύριό τους, τη βασιλεία επί της γης. Έξω από το παράθυρο ένα κομμάτι από το μέγαρο του Γραφείου Ευρέσεως Εργασίας, για να μην ξεχνάμε κιόλας τον σκοπό της δημιουργίας μας. 
   Πετώντας τις κουβέρτες τέντωσα τα πάνω άκρα, τα κάτω άκρα και το κεντρικό άκρο κι έμοιαζα την ώρα εκείνη σαν χτεσινοσκαμμένο χωραφάκι γεμάτο δροσοσταλίδες. Τα κηπευτικά μου αργοσάλευαν στην πρωινή δροσούλα. 
   «Γεια σου, γλύκα μου... Πώς το λένε το μέρος αυτό της μέρας που έφτασα;»
   «Καλώς τον... Το λένε απόγεμα...»
   Τανύστηκα πάλι ευχαριστημένος κι ελπίζοντας πως η αρχόντισσα θα καταδεχόταν να βγει στους αγρούς για να μαζέψει αγγουροντομάτες. Έμεινα κάμποση ώρα έτσι περιμένοντας κι έπειτα σηκώθηκα. Πιάστηκα με τα δυο χέρια από το μεσαίο μου άκρο και πετάχτηκα πάνω. Με το κορμί μου ακόμα ολάνθιστο, έβαλα τσάι στο φλιτζάνι και στάθηκα όρθιος αντίκρυ από την Ιωάννα και το Γραφείο Ευρέσεως Εργασίας. Συνέχισε να διαβάζει.
   «Έλα, ψυχή μου, ρίξε τα ματάκια σου στη φύση π' ανθίζει γύρω σου...»
   «Πού την είδες τη φύση μέσα σ' αυτό το μπετόν - αρμέ;»
   «Νάτη, εδώ. Το τελευταίο απομεινάρι το κρατάω φυλαγμένο για σένα...»  
   Κι ορίστε, που σήκωσε τα μάτια η πριγκιπέσσα μου και τα στήλωσε στη φύση μου. «Ήρθε κι η ώρα του τελευταίου...» σκέφθηκα και της έκανα «έλα», έτσι όπως κάνουν με το δάχτυλο. Όμως δεν ήρθε· μόνο κοιτούσε. Κοιτούσε, κοιτούσε... Η ομορφιά μου έγινε στάχτες κι αποκαΐδια, δίχως την παραμικρή φωτιά. Τώρα δεν κοιτούσε.
   «Φακίρης ήταν ο μπαμπάς σου, ρε παιδάκι μου;»
   Φόρεσα το μακρύ παλτό που μου χρησίμευε και για ρόμπα και κάθισα στην άλλη καρέκλα.
   «Τι διάβολο διαβάζεις πάλι;»
   Ανασήκωσε λίγο το βιβλίο, για να δω το εξώφυλλο. «Ο έρωτας στην Κίνα». Να τα μας! Ως και στο σπίτι μου μέσα έφτασε η επιδημία των ανθρώπων, να επιμένουν να μάθουν τα πράγματα από τα βιβλία -ακόμα κι εκείνα τα λίγα που από αφοσίωση έμειναν δίπλα τους.
   «Άκου τι γράφει εδώ... Στην παλιά Κίνα οι άντρες κάνοντας έρωτα απόφευγαν να εκσπερματώνουν, για να μη χάνουν τη δύναμη και την εξυπνάδα τους. Πώς σου φαίνεται αυτό;»
   «Ούτε μέσα ούτε έξω;»
   «Ούτε μέσα ούτε έξω. Ίσως θα 'πρεπε να το δοκιμάσουμε κι εμείς... Αν και πιστεύω πως είναι αργά πια...»
   Δε μίλησα. Όταν τη γνώρισα την Ιωάννα, είχε δυο χαρίσματα που δεν τα 'χε πια· είχε πολλά λεφτά και μακριά μαλλιά. Ήθελε να γίνει και συγγραφέας. Κι εγώ ήθελα να γίνω συγγραφέας κι έτσι ενώσαμε τον κοινό μας πόθο και τα λεφτά της Ιωάννας, αλλά κάπου σκάλωνε η υπόθεση. Όταν υπήρχαν τα λεφτά, λέγαμε πως φταίνε τα λεφτά και δεν γράφουμε. Τώρα που δεν υπήρχαν, λέγαμε πως φταίνε τα λεφτά και δεν γράφουμε.
   «Έχουμε πέντε μάρκα μόνο», λέει η Ιωάννα με τα μάτια πάντα στραμμένα στο κινέζικο γαμήσι.
   Τώρα κανονικά πρέπει εγώ να ντυθώ και να φύγω. Γνωρίζω έναν - δυο δρόμους, όπου φυτρώνουν λεφτά, κι αρκεί να πάω ως εκεί, να κόψω μερικά και να τα προσφέρω στην Ιωάννα. Ίσως να νομίζει κιόλας πως τα λεφτά τα πουλάνε, ξέρω κι εγώ -δε βρίσκεις άκρη μ' αυτή την κοπέλα. Μέχρι τα δεκάξι της πίστευε ότι τα χιλιάρικα που κυκλοφορούν τα τύπωνε ο μπαμπάς της στο υπόγειο του σπιτιού τους· η ίδια μου το 'πε αυτό. Εγώ σ' αυτή την ηλικία πάνω - κάτω άρχισα να υποπτεύομαι πως το χιλιάρικο ζωγραφίζεται με το χέρι από μερικούς γέρους μαστόρους που όλο και λιγοστεύουν.
   Χτύπησε το τηλέφωνο και σηκώθηκα.
   «Α!...»  
   «Α!...»
   Ήταν τα δυο χιλιάρικα που χρωστούσα -ο Ρούντολφ.
   «Ρώτα τον Ρούντολφ μήπως του βρίσκονται τίποτα λεφτά να μας δανείσει», λέει από τη θέση της η Ιωάννα. (Για τα δυο χιλιάρικα δεν έχει ιδέα· νομίζει πως τα μάζεψα από τους δρόμους εκείνους).
   «Έχω στην τσέπη μου τριάντα χιλιάρικα!...»
   Το τηλέφωνο είναι από κείνα του τοίχου, κι ακούμπησα.
   «...»
   «Εμπρός!... Μ' ακούς;» 
   «Ακούω... Τώρα μόλις έλεγα με την Ιωάννα, μήπως θα μπορούσες να...»
   «Όχι! Δεν θα μπορούσα! Μπορώ όμως να δώσω μια δουλειά στην Ιωάννα...»
   Ακούμπησα πάλι στον τοίχο. Είδα εμένα μόνο μου μέσα στο δωμάτιο να γράφω, να γράφω, όλη τη μέρα να γράφω, και το βράδυ να πηγαίνω με την ομπρέλα στην στάση του τραμ και να περιμένω την Ιωάννα και την τσάντα με τα ψώνια. Πραγματικά, ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε αυτός ο αρχίδης.
   «Σαν τι δουλειά;»
   «Αυτή που σου 'λεγα. Μόλις πήρα το δάνειο από την τράπεζα. Δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο πράγμα στη Φραγκφούρτη. Θα τηλεφωνεί ο πελάτης από την προηγούμενη και θα λέει ψευδώνυμο και πόση ώρα θέλει να μιλήσει. “Είμαι ο Αετός και σας στέλνω επιταγή για μισή ώρα”. “Είμαι ο Αλαίν Ντελόν και σας στέλνω επιταγή για μια ώρα”. Έτσι. Την άλλη μέρα, αφού θα 'χει φτάσει η επιταγή, θα ξαναπαίρνει τηλέφωνο και θα λέει τα δικά του. “ Τι χρώμα κιλότα φοράς, χρυσό μου; Οι τριχούλες σου είναι μαύρες ή ξανθές; Πες μου σιγά σιγά και καθαρά, τι θα τον έκανες τον πούτσο μου, αν σου τον πετούσα τώρα μέσα στα χέρια;” Τέτοια. Θα δουλεύουν τέσσερα τηλέφωνα με εισαγγελική άδεια και νομική προστασία. Εγώ θα κάθομαι παραδίπλα με τ' ακουστικά στ' αυτιά, θα σπάω πλάκα και θα μετράω το χρήμα».
   «Και η Ιωάννα;» 
   «Θα 'ναι στο τηλέφωνο».
   Δε μπορούσα να φανταστώ ιδανικότερη δουλειά για την Ιωάννα. Ξεκούραστη κι επιμορφωτική. Αν δεν έπαιρνες το όλο πράγμα σαν αποχετευτικό δίκτυο και το αυτί σου σαν αγωγό υπονόμου, μπορούσες να το πάρεις και σαν κοινωνική αποστολή. Κάτι παραπάνω για τη συγγραφέα Ιωάννα, που επέμενε να μένει μακριά από την πραγματικότητα για να μη τη βλέπει -τουλάχιστον θα την άκουγε.
   «Περίμενε να σου τη δώσω, να τα πεις στην ίδια», του λέω. «Σε θέλει ο Ρούντολφ για δουλειές...»
  Η Ιωάννα άκουσε αρκετή ώρα. Τόση όση χρειάστηκε να καταλάβει για τι πάνω - κάτω πρόκειται. Πάντως ήταν πολλή ώρα. Ύστερα μίλησε. Κρατούσε το τηλέφωνο μπρος στο πρόσωπο και πηγαινοερχόταν στο μικρό χωλάκι σαν εξαγριωμένη τίγρη που την τυραννούσαν μ' ένα κομμάτι κρέας. Εκείνη βρυχόταν:
   «Τρύπα για τρύπα δεν αφήσατε, ηλίθιοι, που να μη τη βουλώσετε μ' αυτόν ή μ' εκείνον τον τρόπο. Αλλά δεν θα σας περάσει. Η γυναικεία αξιοπρέπεια δεν φυλακίζεται, γιατί δεν μπορείτε να βουλώσετε τους πόρους του πετσιού μας. Μια τρύπα στο νερό καταφέρατε και τίποτ' άλλο. Εγώ, βρε μαλάκα, δεν είμαι διατεθειμένη να διαιωνίσω το ανθρώπινο γένος ανοίγοντας τα πόδια μου και θα διαιωνίσω την αρσενική μαλακία ανοίγοντας τ' αυτιά μου; Εδώ πασχίζω» -είπε “πασχίζω”- «ν' αδειάσουν τα μπουρδέλα και συ μου λες να κάνω μπουρδέλο τ' αυτί μου;»  
   Άκουγα συνεπαρμένος. Υποπτευόμουν πως ο Ρούντολφ είχε βροντήξει από ώρα το τηλέφωνο, και η Ιωάννα μιλούσε σε μένα. Κάπου κάπου με κοιτούσε κιόλας. Έπρεπε να παραδεχτώ πως εκείνη θα 'φτανε στο συγγραφιλίκι πολύ πιο γρήγορα απ' ό,τι εγώ. Κατέβασε το τηλέφωνο σαν να το κατέβαζε στο κεφάλι του Ρούντολφ ή και στο δικό μου, αλλά ξαφνικά θυμήθηκε κάτι, το ξανασήκωσε και φώναξε:
   «Μόνο για μαλακία είστε ικανοί, ηλίθιοι. Ποτέ σας δεν ξέρατε να γαμήσετε. Ούτε και τότε ούτε και τώρα!...»
   Φουρτουνιασμένη ξανακάθισε μπροστά στο βιβλίο. Οι αρχαίοι Κινέζοι αποδείκνυαν εκεί μέσα του λόγου της το αληθές -του μισού της λόγου, κατά τη δικιά μου γνώμη- και σιγά σιγά ηρεμούσε. Το ότι με λογάριαζε ίσο κι όμοιο με τους τρόμπα - μανδαρίνους, με πλήγωνε περισσότερο κι από το «όχι» της στην προσφορά του Ρούντολφ.
   Πάλι το τηλέφωνο. Έτρεξα, να προλάβω.
   «Είσαι για λύπηση».
   «Το ξέρω».
   «Λοιπόν, άκου. Θέλω να σου δώσω μια γεύση από τα τριάντα χιλιάρικα. Μόνο σε σένα όμως, όχι σ' εκείνη!»  
   «Σε καταλαβαίνω. Ας είναι και μισό χιλιάρικο».
   «Δεν με καταλαβαίνεις. Μίλησα για γεύση, όχι για χρήμα. Σκοπεύω να σε ταΐσω, όχι να σου δανείσω. Άντε, σ' αφήνω να διαλέξεις μαγαζί, κρασί και φαΐ».
   «Στην “Κρήτη”, τότε· το ξέρεις;»
   «Απ' έξω μόνο. Δε φαίνεται για το καλύτερο, αλλά αφού το γουστάρεις... Σε δυο ώρες».
   Τέλος πάντων, κάτι ήταν κι αυτό. Απ' το καντίποτα καλό είναι και το τίποτα. Άρχισα να ντύνομαι.
   «Για πού το 'βαλες;»  
   «Μια δουλίτσα. Μπορεί να βγει κάτι».
   «Άκουσα για “Κρήτη”. Δεν εννοούσες βέβαια το νησί».
   «Όχι· θα συναντήσω αυτόν τον μαλάκα».
   «Καλή όρεξη».
   Το 'πε αδιάφορα και δίχως να με κοιτάξει. Προσπαθούσε να με κάνει να νιώσω ένοχος, και μέχρι ένα σημείο τα κατάφερε.
   «Σου αφήνω το τάλιρο», της λέω. 
   «Όλο; Τι να τα κάνω τόσα λεφτά;»
   Έγειρα από πάνω της κι έκανα να χώσω το χέρι μου μες στα σκέλια της, αλλά εκείνα κλείσανε και η πλώρη του χεριού μου βρέθηκε σφηνωμένη στις Συμπληγάδες πέτρες.
   «Παράτα με...»
   Άντρες που έκλαψαν και πόνεσαν, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα πως η γυναίκα είναι σαν τον πούτσο: όσο τη χαϊδεύεις, τόσο σηκώνει κεφάλι. Κλείνοντας την πόρτα, τη χτύπησα αρκετά δυνατά, μήπως και δεν είχε ακόμα καταλάβει πως έφευγα με χίλιες πληγές πληγωμένος.
 
   Βρήκα την “Κρήτη” όπως την άφησα -άδεια. Πίσω από το μπαρ στεκόταν ο χοντρο - Κώστας και κάπνιζε. Στο τελευταίο τραπέζι δίπλα από την κουζίνα καθόταν ο μάγειρας και κάπνιζε. Το γκαρσόνι κάπνιζε καθισμένο σε σκαμνί του μπαρ. 
   «Μάγειρα, σήκω!» φωνάζει ο χοντρός. «Πλάκωσε πελατεία!»
   Ο μάγειρας δεν σηκώθηκε.
   «Βάλε ένα ουίσκι».
   «Τι έγινε, τα κονόμησες;»
   «Κι άσε και το μπουκάλι...»
   «Όχι, ρε!»
   «Φέρνω πελατεία· τουλάχιστο εκατό μάρκα».
   «Αν πιεις ένα τέτοιο μπουκάλι, δεν κάναμε τίποτα...»  
   «Λογάριασέ το κι αυτό. Άκου τώρα· αυτός που σου φέρνω, κουβαλάει μαζί του τριάντα καφετιά!»
   «Όχι, ρε!»
   «Όμως αυτό δεν είναι το μόνο που κουβαλάει. Ο τύπος έχει κι ένα κουσούρι: είναι τζογαδόρος...»
   «Όχι, ρε συ!»
   «Ναι. Λοιπόν, άκου πώς θα γίνει. Όταν τρώμε, θα σβήσεις τα φώτα απ' έξω, για να φαίνεται το μαγαζί κλειστό. Σίγουρα πράματα. Αυτός ο μαλάκας, αφού μας σερβίρει, θα κάτσει κάπου κοντά μας και θα χασμουριέται. Εσύ θα 'ρθεις στο τραπέζι παρέα μας. Προηγουμένως, κέρασε ένα - δυο μπουκάλια κρασί, για να 'χεις όλο το ελεύθερο· θα πίνουμε από το πρώτο. Κάπου κάπου θα πετάς κι ένα ”δεν μπαίνει και κάνας φίλος, να παίξουμε λίγο χαρτάκι...” Εγώ θα λέω, “ρε συ, άσε τον φίλο και παρακάλα να μπει κάνας πελάτης...” Εσύ, το βιολί σου. Δε θα σταματήσεις, μέχρι να δεις τράπουλα. Στο μεταξύ δώσε να κρατάω ένα κατοστάρικο και πες και του μάγειρα να πετάξει στο φούρνο ένα μπούτι σκορδάτο».  
   «Ρε κουφάλα, έτσι και μου παίξεις κανένα άτιμο παιχνίδι, χάθηκες...»
   «Αν φοβάσαι κάτι τέτοιο, χτυπάω άλλη πόρτα».
   «Θα του τα πάρουμε όλα;»
   «Αυτό ξέχασέ το. Τόσο μεγάλο κορόιδο δεν είναι. Και χίλια να του πάρουμε, να λέμε φχαριστώ».
   Ο Ρούντολφ ήρθε με τη Γκίζελα· αυτό δεν το 'χα υπολογίσει.
   «Δεν είπες ότι θα τον φυλάει και γκόμενα...» μου σφύριξε ο χοντρός, καθώς μας οδηγούσε στο τραπέζι.  
   Κάτσαμε να φάμε. Η Γκίζελα δήλωσε από την αρχή πως το σκόρδο τής βρωμάει και ζήτησε μοσχαρίσια μπριζόλα. Ο Ρούντολφ όμως ευχαριστήθηκε. Στο τρίτο μπουκάλι, ο Κώστας έφερε δυο μαζεμένα, τα άνοιξε και είπε «αυτά τα κερνάει το κατάστημα». Η Γκίζελα εξέτασε μπας και η μάρκα τους δεν είναι αυτή που πίνουμε κι έπειτα ευχαρίστησε τον χοντρό μ' ένα βλέμμα, που θα τον βασάνιζε όλη τη νύχτα στο κρεβάτι. Όπως την έβλεπα μπροστά μου, τη φαντάστηκα μ' ένα από τα τέσσερα τηλέφωνα στο χέρι και τα σκέλια μου πήραν ν' ανοίγουν πιεζόμενα από 'να μπαλόνι που όλο και φούσκωνε. Θα γινόμουν πελάτης του Ρούντολφ -το 'βλεπα.
   Το γκαρσόνι κάθισε στο τραπέζι παραδίπλα και χασμουρήθηκε.
   «Δεν το κλείνουμε, λέω γω, το ρημάδι, να πάμε στο καζίνο...»
   Τον ρόλο αυτουνού τον είχα φανταστεί βουβό, αλλά δεν ήταν κι άσχημο αυτό που είπε. Ο Ρούντολφ γύρισε και τον κοίταξε με συμπάθεια. Πέρασαν λίγα λεφτά και μετά ήταν η σειρά του Κώστα ν' αναστενάξει και να πει:
   «Δεν έρχεται και κάνας φίλος, να παίξουμε καμιά πόκα, να περάσει η ώρα...»
   Ο Ρούντολφ δεν έπαιζε πόκα, μόνο 21 έπαιζε, ωστόσο κοίταξε ανήσυχος προς την πόρτα, μήπως κι ερχόταν κάνας φίλος.
   «Δεν τα παρατάς, να δεις καμιά άσπρη μέρα», κάνω εγώ συμβουλευτικά. «Όποτε παίζεις, χάνεις...»  
   «Και τι έγινε; Μαζί μου θα τα πάρω; Το κέφι μου να γίνεται...»
   Εκεί πάνω εμφανίστηκε ο μάγειρας χωρίς την ποδιά, καθαρός και με το τσιγάρο του Τέρμα - για - σήμερα στο χέρι.
   «Φεύγεις;» ρωτάει ο χοντρός.
   «Όχι, ακόμα. Θα περιμένω λίγο, όταν φύγουν οι κύριοι, να παίξουμε κανένα χαρτί...»
   Αυτό παραήταν πολύ για τον Ρούντολφ. Να περιμένουν να φύγει αυτός, για να παίξουν. Έφτασε στο σημείο να το προτείνει μόνος του:
   «Κάνουμε μια 21; Τι λέτε;»
   Η Γκίζελα έπεσε πάνω του αστραπή.
   «Τρελάθηκες; Πρέπει να πάμε ν' αφήσουμε τα πράγματα στο σπίτι. Ήδη αργήσαμε...»  
   Όλοι εκεί μέσα ξέραμε τι ήταν αυτά τα πράγματα που έπρεπε ν' αφήσουν σπίτι και που ήδη αργήσανε.
   «Άσε τα χαζά σου», της λέει ο Ρούντολφ. «Ένα - δυο κατοστάρικα θα παίξω...»
   Τελικά ο Ρούντολφ έπαιξε τέσσερα χιλιάρικα. Δεν ξέρω πόσα θα έπαιζε, αν δεν είχε την ιδέα να κουβαλήσει μαζί του τη Γκίζελα· μπορεί και όλα. Και τότε δε θα εξελισσόταν η μαλακία όπως εξελίχθηκε -ή θ' αργούσε πολύ ακόμα.
   Ο μάγειρας είχε φύγει από ώρα, το γκαρσόνι κοιμόταν πάνω σε δυο καρέκλες και η Γκίζελα παρακολουθούσε κι έλεγε το «πάμε - να - φύγουμε». Γινόταν το τελευταίο παιχνίδι κι έκανε κάσα ο Ρούντολφ. Παιδευόταν να πάρει ένα μέρος της χασούρας του πίσω κι ο Κώστας του 'δωσε την ευκαιρία. «Όλα», του λέει -και χάνει.
   Υπήρχαν δυο χιλιάρικα στο τραπέζι, και δυο αυτά, έγιναν τέσσερα. Τώρα έπαιζα εγώ -στο χέρι άσσος.
   «Χτύπα τα όλα, να πάει στο διάλο...» κάνει με έκφραση αηδίας ο χοντρός, σαν να 'παιζε ο ίδιος. «Ή θα ρεφάρει ο άνθρωπος ή θα χαλαλίσει τις ώρες που κάθισε εδώ μέσα».
   Συγχρόνως αισθάνομαι κάτι σαν πακέτο τσιγάρα να μπαίνει κάτω από το μπούτι μου.
   «Πάνε όλα;» ρωτάω ευγενικά τον Ρούντολφ.
   «Μη μου πεις ότι έχεις τέσσερα χιλιάρικα...»
   «Για να τα χτυπάω...»
   Δεν λέει τίποτα και μου πετάει φύλλο. Άσσος. Δείχνω και τον δικό μου και κάνω να μαζέψω το χρήμα.
   «Μια στιγμή...» λέει ο Ρούντολφ βάζοντας το χέρι πάνω στο σωρό. «Αν δεν σε προσβάλλει, θα 'θελα να δω αυτά τα γαμημένα τέσσερα χιλιάρικα. Μόλις θυμήθηκα πως το απόγευμα μού ζήτησες παντακόσια μάρκα».
   «Από την ώρα που σου τα ζήτησα, μέχρι την ώρα που ανταμώσαμε εδώ, πέρασε πολύς καιρός», του λέω. «Θα το 'χεις διαπιστώσει κι άλλες φορές, όταν θέλω να βρω λεφτά, βρίσκω. Να 'τα! Εντάξει, τώρα;»
   Ξαναβάζω τα λεφτά στην κρύπτη τους και νιώθω το χέρι του Κώστα να τα πιάνει. Μαζεύω κι εγώ τα τέσσερα χιλιάρικα του τραπεζιού και τα βάζω στην τσέπη.
   «Ξύπνα, ρε μαλάκα, να κάνεις λογαριασμό», λέει ο Κώστας στο γκαρσόνι σπρώχνοντάς το. «Φεύγουν οι άνθρωποι...» Έπειτα σε μένα: «Δεν πιστεύω να τη σκάσεις, κουφάλα...»
   «Πρέπει να φύγω μαζί τους, για να μην ψυλλιαστούν τίποτα».
   «Θα 'ρθεις μαζί;» ρωτάει στην ώρα του ο Ρούντολφ.
   «Βέβαια...»
   Βγήκαμε παρέα από το μαγαζί και στα είκοσι μέτρα τους καληνύχτισα. Περπάτησα όλο το δρόμο με τα καμπαρέ και τα μπουρδέλα και δεν ήξερα αν ήθελα να μπω ή όχι. Σκεφτόμουν πως είχα κερδίσει ένα μέρος από το δάνειο που προοριζόταν για τη διάδοση και την πρόοδο της μαλακίας και σαν αρσενικός ήμουν ιδεολογικά υποχρεωμένος να θυσιάσω ένα ποσό για να κρατηθεί το γαμήσι στο ύψος του. Όμως δε μου 'ρχόταν. Οι ιδεολογίες μπορούν να ξεσηκώσουν ένα σωρό πράγματα κι ανθρώπους, αλλά όχι κι έναν πούτσο.
   Είχα φτάσει στο σταθμό κι από το κιόσκι που διανυκτέρευε αγόρασα το  «Stern», το «Spiegel», το «Playboy» και την εληνική εφημερίδα της μέρας. Έπειτα πήρα ένα ταξί και του 'πα να με πάει στην Ιωάννα. Σκόπευα όλη την επόμενη μέρα να την περάσω στο κρεβάτι διαβάζοντας· ό,τι να 'ναι. Ακόμα και κινέζικα.
 
Σουρούνης Αντώνης
Περιοδικό «Διαγώνιος»,
τεύχος 7, Ιανουάριος - Απρίλιος 1981

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου