Ουφ... Όλα τα φορτία έχουνε το μπελά τους. Το κάρβουνο έχει τη μουτζούρα του, το στάρι τη σκόνη που σου κάθεται στο λαιμό και τη βρώμα του σαν καθαρίζεις τις σεντίνες (1) ύστερα από την ξεφόρτωση, τα ξύλα είναι πιο καλά, καθαρό φορτίο, μα έλα πάλι που δεν έχεις όλο το ταξίδι τόπο να κάνεις δυο βήματα το βράδυ στην κουβέρτα (2), όλα έχουνε το μπελά τους, μα τούτο το κερατένιο το πράμα, το μινεράλε (3) να μη σου τύχει ούτε φουσκοθαλασσιά, αν είναι τρόπος να κάνεις το ταξίδι με παντόφλες, αλλιώτικα δεν κρατιέται το ρημάδι στη γραμμή του, δεν κρατιέται. Μια κατά δω, μια κατά κει πάει, χοροπηδάει σαν παλαβό, σαν φλασκί ψαράδικο, και όχι να έχεις τούτο το κακό, τούτη τη θάλασσα που τους δέρνει δέκα μέρες τώρα.
Χτες, επιτέλους, για μια στιγμή φανήκανε στον ουρανό λίγα αστέρια, κι ο καπετάνιος έτρεξε, άρπαξε τον εξάντα, άνοιξε τις ποδάρες του και στυλώθηκε στα δυο παραπέτα της γέφυρας, κι ύστερα άρχισε μαζί με το γραμματικό (4) τους λογαριασμούς στο τσαρτ - ρουμ (5). Σαν ξαναβγήκε στη γέφυρα βλαστημούσε. Δέκα μέρες εξακόσια μίλια όλα - όλα, κι αν βαστήξει ακόμα λίγο έτσι, σίγουρα θ' αναγκαστεί να δώσει το S.O.S., να έρθει βαπόρι να τους δέσει, δε θα φτάσει το κάρβουνο ούτε ως τις Αζόρες.
«Φτου, να πάρει ο διάολος... φτου γαμώ το... τέτοιο ρεζιλίκι δεν το 'χει ξαναπάθει τόσα χρόνια καπετάνιος, φτου γαμώ το...»
II
Η ώρα κοντεύει τρεις κι είχε από τις οχτώ το βράδυ στο τιμόνι. Πάνω από εξήμιση ώρες συνέχεια τιμόνι, χωρίς ένα τσιγάρο. Ο σύντροφός του της βάρδιας, ο μικρός ο Νίκος, δεν έπιασε καθόλου τη ρόδα τούτα τα δέκα μερόνυχτα, όλο σκάπουλος (6) στην κουβέρτα. Καλό, φιλότιμο παλικάρι, μα παιδί αμούστακο ακόμα, πρώτη φουρτούνα που του λαχαίνει τα δυο χρόνια που είναι στη θάλασσα κι έχει ζαρώσει από το φόβο του, και τον κοιτάζει κάθε φορά που τελειώνει η βάρδια σαν να είναι μεγάλος του αδερφός. Ε, έτσι είναι. Το ένα χέρι νίβει το άλλο και τα δυο το πρόσωπο. Και γι' αυτόν κρατήσανε άλλοι το τιμόνι στις μεγάλες φουρτούνες τον καιρό που ήτανε σαν το Νίκο, όμως απόψε στις δώδεκα παρά είκοσι που έπιασε να χτυπήσει την καμπάνα για τη σκάντζα βάρδια (7), έγινε κάτι πολύ παράξενο, ο καπετάνιος, ο καπτάν Βίκτορας ο αμίλητος, ο ακατάδεχτος, ο ίδιος, έριξε τα μούτρα του και του είπε:
«Ρε Τάσο, το καταλαβαίνω πως θα 'σαι κουρασμένος, μ' αν μπορείς κράτα ακόμα λίγο το τιμόνι, λέω να κόψει πια. Κράτα το όσο μπορείς, μωρέ παιδί μου, μη μείνουμε στο πέλαγο τσαμαδούρα (8)».
«Εντάξει, καπετάνιε».
Και αλήθεια, λίγα λεπτά ύστερα από τα μεσάνυχτα, έτσι ξαφνικά, με το μαχαίρι, έκοψε ο αγέρας κι άρχισε η βροχή χωρίς καμιά προειδοποίηση.
Δεν ήτανε βροχή εκείνη. Άνοιξε ο ουρανός και έγινε νερό. Ουρανός και σύννεφα κι αγέρας και θάλασσα γενήκανε όλα ένα. Νερό.
Και μέσα εκεί το s/s (9) «Αικατερίνη» με τα σαράντα χρονάκια του και τους είκοσι εφτά ανθρώπους του αγκομαχούσε και πάλευε ν' ανοίξει δρόμο. Αγκομαχούσε και έτρεμε γιατί αν έκοψε ο αγέρας δεν έκοψε κι η θάλασσα. Ήταν οι ρεματικές (10) τώρα που ερχόντουσαν αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς σφυρίγματα και ινάτια και κακία. Μια κατάπλωρα, μια στη σοφράνο (11) μάσκα (12), μια από τη σταβέντο (13), καμιά φορά τις έβλεπες και πιο πίσω, δίπλα στο άλμπουρο (14). Και τώρα ήτανε για να 'τανε το τιμόνι, όσο φυσούσε κάτι κρατιότανε, μα άντε να το κρατήσεις τώρα.
Τις έβλεπες, βουνά ολάκερα, ξαφνικά πάνω από το κεφάλι σου, και σαν πέφτανε στην κουβέρτα όλη τους η σιωπή γινότανε χιλίων δαιμόνων χλαλοή και φασαρία, κι η κακομοίρα η γριά Κατερίνα γονάτιζε και χωνότανε από τη γέφυρα και μπρος όλη μέσα στο νερό και έτρεμε και σπαρταρούσε ώρα, σαν άνθρωπος που τον έχει δαγκάσει η κακή μύγα της Άφρικας, κι έλεγες πάει πια, δεν είναι να ξανασηκωθεί.
Όμως σηκωνότανε και συνέχιζε, μόνο τώρα την έπιανε κι αυτή το ινάτι της και δεν ήθελε ν' ακούσει καθόλου το τιμόνι, μα καθόλου, τόσο που στις δυόμιση, μ' όλο που το ήθελε να σταθεί ακόμα, γιατί τούτες οι κακές οι ώρες με τη θάλασσα τού έδιναν μια ικανοποίηση, μια παράξενη ευχαρίστηση, ένιωθε κάτι σαν χαρά, σαν περηφάνια, γιατί σ' αυτές τις ώρες φαίνεται του καθενός η αξία και το κουράγιο, όμως δε βαστούσε πια, τα μάτια του αρχίσανε και κάνανε πεταλούδες, δυσκολευότανε να ξεχωρίσει τα καρτίνια (15) στο μπούσουλα (16) και είπε του γραμματικού να τον σκαντζάρει (17).
Αστρίτης είχε γενεί το μάτι του όλες αυτές τις ώρες, μια στη γκριζόλα (18), στο μπούσουλα, μια μπροστά στο καμπούνι (19) να δει, να μαντέψει πιο πολύ, από πού έρχεται, κατά πού θα την δώσει να προκάνει να το γυρίσει το καράβι, την πλώρη του καραβιού πάνω της, να της κόψει τη φούρια. Το μακινέτο (20) του τιμονιού από την ώρα που έκοψε ο αγέρας δε σταμάτησε στιγμή, να το σπάσει.
Δυο - τρεις καβίλιες (21) δεξιά κι αμέσως πίσω στη μέση, και γρήγορα το μισό αριστερά, και δώσ' του α-λα-μπάντα (22) δεξιά πάλι. Τα - τα - τα. Τα - τα - τα - τα - τα - τα - τα - τα - τα - τα, κι έτσι κατάφερε την πλώρη του βαποριού να την κρατάει καρφωμένη στη γραμμή της, περισσότερο από μια κάρτα (23) δεν του έφυγε ούτε μια φορά.
Μια κάρτα μ' εκείνο τον καιρό και με μινεράλε στ' αμπάρια!
Κατά τις έντεκα, πάνω στο μεγάλο κακό ο καπετάνιος τον κοίταξε μια στιγμή και είπε εγγλέζικα στον Α' μηχανικό που είχε ανέβει στη γέφυρα να δει τι γίνεται, «αλήθεια τσηφ, είναι ο μόνος άνδρας (δη όνλι μαν) που έχω στην κουβέρτα».
Το κατάλαβε μα έκανε το μουρλό.
III
Πάει, τέλειωσε, πέρασε κι αυτή, πολλές θα περάσουνε ακόμα όσο να κλείσουνε τα μάτια μας, κατεβαίνει από τη γέφυρα και πάει στην κουζίνα. Τι όμορφα που είναι 'κει δα στη ζέστη, άναψε τσιγάρο. Είναι εκεί κάμποσοι, δέκα μέρες έχουνε να πατήσουνε ναύτες και θερμαστές μπροστά στο «σπίτι» τους, στην πλώρη. Όσοι έχουνε φιλίες με κάποιον αξιωματικό κοιμούνται στον καναπέ της κάμαρής του, οι άλλοι τρυπώσανε όπου βρήκανε στη μηχανή, και στις γραδελάδες (24) της ακόμα, κι όσο να πεις τα σίδερα της γραδελάδας δεν είναι και τόσο αναπαυτικό κρεβάτι.
Όλοι τραβηχτήκανε μόλις μπήκε να του κάνουνε τόπο να καθίσει μπρος στη φωτιά, κι ο καμαρότος πήγε στο σαλόνι και του έφερε μισό φλιτζάνι του τσαγιού ουίσκι.
«Σ' αξίζει, μωρέ Τάσο, μια μπουκάλα, μα να κατέβει ο καπετάνιος να του το πω, να τον ρωτήσω πρώτα».
«Ε, πώς πάει; Έκοψε πια ή θα ξαναρχίσει;» ρώτησε ο Μαθιός ο θερμαστής.
«Ο καπετάνιος λέει πως, πρώτα ο Θεός, αύριο θα έχουμε μπουνάτσα».
«Σι, σι, σι Πασκουάλε», μουρμούρισε ο Φραντζέσκος, ο Μαλτέζος καρβουνιάρης, «πρώτα Θεός, πρώτα Θεός», κι άρχισε να σταυροκοπιέται.
Πήρε μια τσάσκα (25) μεγάλη, έβαλε από το τσαΐγκο (26) που έβραζε πάνω στη φωτιά τσάι, έριξε και το ουίσκι κι άρχισε να πίνει λαίμαργα, ήταν ξεπαγιασμένος.
Δεν ήταν όμως μόνο το ξεπάγιασμα. Τούτες οι εξήμιση ώρες στο τιμόνι του ξεβιδώσανε το κορμί, του ξεθεώσανε τα νεύρα, μα του κάνανε κι ένα καλό, σταμάτησε το μυαλό του να συλλογιέται την Αμέρικα, ούτε που τη θυμήθηκε καθόλου.
Κι έχει που τον παιδεύει τούτη η συλλογή από τη Βενετιά, πάνω από ένα μήνα τώρα.
IV
Είχανε πάει εκεί με φορτίο σταριού από την Αργεντίνα και πιάσανε για μπόντιερ στο Οράν. Στο Οράν 150 λιρέτες μια λίρα εγγλέζικη, στην Ιταλία η επίσημη τιμή στην Τράπεζα κάπου 80.
Σαν φτάσανε στη Βενετιά, το πρώτο βράδυ κιόλας, πριν αρχίσει το ξεφόρτωμα, ο γραμματικός ο καπτάν Πέτρος πήγε ο ίδιος -τι καλοσύνη- στις πλώρες.
«Παιδιά, ο πράχτορας έφερε λεφτά, όποιος θέλει να έρθει να πάρει».
Τρεις - τέσσερις παραλυμένοι, ο Μυκονιάτης, ο Τάκης, ο Μαθιός, τρέξανε αμέσως και πήρανε από γερή δόση ο καθένας τους, όπως το συνηθούσανε σ' όλα τα λιμάνια και ύστερα ντυθήκανε -ο Τάκης φορούσε και το καλοκαίρι γάντια- και πήρανε δρόμο.
Δεύτερο βράδυ. Πάει ο τρίτος στις πλώρες και φωνάζει.
«Είπε ο γραμματικός, όποιος θέλει λεφτά να πάει να πάρει τώρα γιατί θα βγει έξω κι αυτός». Πήγανε δυο - τρεις ακόμα και τραβήξανε από λίγα.
Τρίτο βράδυ. Ο γραμματικός ο ίδιος ξαναπήγε στις πλώρες και μισοαστεία, μισοσοβαρά τούς έβγαλε λόγο.
«Ρε σεις, εδώ βρήκατε να κάνετε οικονομία, στην ξακουσμένη Βενετιά που ξεκινούν οι πλούσιοι Εγγλέζοι κι οι Αμερικάνοι από την άλλη άκρη του κόσμου να 'ρθουνε να την ιδούνε; Ρε μπούφοι, δεν έχετε ακούσει για τα περιστέρια του Σαν Μάρκο και για τη γέφυρα των στεναγμών που τη λένε έτσι εξαιτίας που φυλάκιζε εκεί ο βασιλιάς της Βενετιάς τους αγαπητικούς της κόρης του; Και για τις βεργολυγερές τις μαυρομάτες και μαυρομαλλούσες Βενετσάνες τίποτα δεν ξέρετε; Και για το κρασί και τους μεζέδες, τα στρείδια και τα χτένια, και τα χέλια τα ξιδάτα και το ξακουστό φέγατο α λα Βενετσάνα δεν έχετε ακουστά σας τίποτα ρε ζωντόβολα; Εδώ είναι, ρε χταπόδια, που όσα λεφτά και να φάτε πάνε χαλάλι κι όχι στο Κάρδιφ που τα τρώτε. Μπίρα χωρίς μεζέ και κείνες οι άπλυτες, οι ξεπαγιασμένες οι σοκολατιέρες (27), δω έχει κοπέλες που θα σας φύγουν τα μυαλά. Ούτε στην εκκλησία μας, στην Ελληνική Ορθόδοξο εκκλησία, στον Άγιο Γιώργη, μεγάλη του η χάρη, που είναι εδώ, ούτε 'κει δε θα πάτε, ρε, να ανάψετε ένα κεράκι;»
Θα έλεγε ακόμα αν δεν τον έκοβε ο Μαθιός.
«Όλα κι όλα, καπετάν Πέτρο, άμα θες λέγε τους στα χταπόδια, λέγε στα μοσχοχτάποδα από 'κείνα τα πρώτα, τα περί γυναίκα. Όχι όμως και κήρυγμα, μας φτάνουν οι απ' έξω».
Δεν είχε άδικο να ξελαρυγγιάζεται ο κύριος. Στο Οράν του λόγου του κι ο καπετάνιος είχανε κάμει κάμποσες λίρες εγγλέζικες ιταλικές λιρέτες, και τώρα από κάθε λιρέτα που τραβούσανε τα ζωντόβολα και τα μοσχοχτάποδα αυτοί είχανε άλλη μία κέρδος.
Όμως οι δουλειές της Τράπεζας δεν πήγαιναν καλά, κινδυνεύανε να μείνουνε με τις λιρέτες, γιατί οι «μπούφοι» φοβόντουσαν να ξανοιχτούν.
Ο Περαίας είναι κοντά και κάτι μουρμουρίζεται από καιρό για επισκευή, και τότε γράψε αλίμονο. Ας τα βάψουν μαύρα.
Μόνο αυτός ήτανε σ' όλο το πλήρωμα που παρακαλούσε για Περαία.
Ο πρώτος μηχανικός ο μαστρο - Στέφανος του είχε πει εμπιστευτικά πως υπάρχουνε πολλές ελπίδες να πάνε για ένα μήνα να κάνουνε κάτι δουλειές στη μηχανή που δε σηκώνουν άλλη αναβολή. Ο κύλινδρος της υψηλής, ο άξονας, αν τους τύχει τίποτα...
«Από το στόμα σου και στου Θεού τ' αυτί, μάστορα».
V
Έχει ένα χρόνο και τρεις μήνες να δει τη γυναίκα του και το αγόρι του. Το δεύτερο παιδί του δεν το είχε δει ακόμα.
Σαν πάνε στον Περαία θα τους απολύσει όλους το μήνα της επισκευής μα για να μην τον ξαναπάρουν ο Τάσος δε φοβάται, είναι σίγουρος πως έτσι και δεν είναι στο βαπόρι πριν την ώρα του θα του τηλεγραφήσει ο καπετάνιος.
Ε, διάολε, γι' αυτό έβαλε λουκέτο στο στόμα του από τον καιρό που παντρεύτηκε, κι έτσι, άμα πάει στο σπίτι του, ας είναι και για ένα μήνα ύστερα από δεκαπέντε που λείπει, θα μπορέσει να συνεχίσει τη δουλειά του πάλι για άλλα δυο χρόνια χωρίς να τον φάνε τα ξέμπαρκα. Να έδινε ο Θεός να πάνε για τον Περαία, να μην κρατάει το παιδάκι του αβάφτιστο ακόμα. Να 'ναι στα βαφτίσια του παιδιού του, που θα έχει τ' όνομα του πατέρα του, σαν να ξαναζωντανεύει ο πατέρας του ύστερα από είκοσι χρόνια.
Να έδινε ο Θεός... Να έβαζαν πλώρη για τον Περαία. Περάσανε δυο - τρεις μέρες ακόμα και ξαφνικά κοπήκανε και τα πολλά λόγια του γραμματικού και οι λιρέτες. Ούτε μία σε κανέναν. Δεν έχει άλλες πια, σωθήκανε, τόσες μέρες γιατί δεν παίρνανε;
Βουβαμάρα απλώθηκε στις πλώρες, όλοι είπανε Περαίας, κι ο Μαθιός τώρα που δεν είχε λεφτά για έξω καθότανε τα βράδια στο καμπούνι και τραγουδούσε όλο το ίδιο και το ίδιο.
Μια μαύρη πέτρα του γιαλού,
λούνα μου, λούνα μου,
θα βάλω μαξιλάρι.
Κι όσα τραβάει το κορμί,
λούνα μου, λούνα μου,
τα φταίει το κεφάλι.
Κι αυτός βλαστήμησε κείνη τη βραδιά όσο ποτέ του, βλαστήμησε μ' όλη του την ψυχή να ξεθυμάνει.
Αν ήτανε το όρδινο (28) για τον Περαία που λέγαν όλοι, ο καπετάνιος θα σταματούσε τις λιρέτες σε κείνους που δεν είχανε να λαβαίνουν, μόνο στο Μαθιό και στον Τάκη και στο Μυκονιάτη, όχι σε όλους.
Φως φανάρι. Ναυλωθήκανε για την Αμέρικα. Ντουζίνες τραβάνε τώρα τελευταία τα ρωμέικα για τη Νορθ - Αμέρικα. Γεμίσανε τα λιμάνια από το Μπόστον ως κάτω στο Χιούστον και στο Μόμπιλ από ρωμέικα βαπόρια που φορτώνουν παλιοσίδερα. Άλλο φορτίο του διαόλου τούτο πάλι, και παλιοσίδερο που τραβάει η Ευρώπη δυο χρόνια τώρα, παλιοσίδερο να δουν τα μάτια σου, έτσι που πάει δεν θα αφήσει στην Αμέρικα όχι παλιοαυτοκίνητο, μα ούτε σπασμένη ομπρέλα, πιο πολύ παλιοσίδερο παρά στάρι.
Και είναι λέει κάτι λιμάνια στην Αμέρικα που οι διοικητές τους τώρα τελευταία, ύστερα από τις φασαρίες και τις απεργίες της πείνας που γενήκανε στις φυλακές από τα κλεισμένα ελληνικά πληρώματα δεν επιτρέπουνε πια τη φυλάκιση όσο είναι το βαπόρι στο λιμάνι. Και ο καπετάνιος το ξέρει πως έτσι και τον ρίξει η τύχη του πάνω σε κανένα τέτοιο στραβόξυλο, κάναν τέτοιο Λιμενάρχη, δεν θα μείνει στο βαπόρι ούτε γάτος.
Τι να γίνει; Τι φταίει αυτός;
Κάθε καλό όμως έχει και την ανάποδή του, όπως και το κάθε κακό έχει το καλό του.
Καλά είναι να μην το πάθει, να μη του φύγουνε, θα πληρώσει το μισό ναύλο εγγύηση για τους φευγάτους και για να πάρει άλλους από 'κει. Και θα του ψήσουνε το ψάρι στα χείλια αυτοί οι άλλοι οι μπιτσικόμηδες (29) για στρώματα και παπλώματα, για πιάτα και ποτήρια και μαχαιροπίρουνα, για τούτο και για κείνο και χώρια ο μιστός που θα δώσει. Τρίδιπλα απ' όσα πληρώνει τούτα τα ζωντόβολα. Καλά είναι να μην το πάθει, για έτσι και του φύγουνε να έχει κάποιο διάφορο, βρε αδερφέ, έτσι σαν παρηγοριά για τις βρισιές που θ' ακούσει από τον ιδιοχτήτη.
Έτσι και φύγουνε όχι τα μισά από όσα «έχουν τραβήξει» μα ολόκληρο το ποσό θα μπει στην τσέπη του. Μια μικρή παρηγοριά για τις βρισιές και τις σκοτούρες, μια πολύ δίκαιη παρηγοριά.
Τα συλλογίστηκε όλα τούτα εκείνη τη βραδιά, τα ξανασυλλογίστηκε κι έβγαλε σίγουρα το συμπέρασμα πως έτσι είναι η Νορθ Αμέρικα. Φτου, που να πάρει ο διάολος... φτου...
Την άλλη μέρα γέμισε η μηχανή του βαποριού μαστόρους και εργάτες που δουλεύανε μέρα - νύχτα και τότε πια το παραδεχτήκανε όλοι τους πως έτσι είναι, Αμέρικα, και η καρδιά του Μαθιού πήγε στον τόπο της κι έπαψε να τραγουδάει τη «λούνα μου, λούνα μου».
Φύγανε, πήγανε στη Χουέλβα και φορτώσανε το μινεράλε, για δυο μέρες και μόλα κάβο (30). Πορεία Πουνέντε (31), Πουνέντε μισή Γαρμπή (32), Πουνέντε ένα Μαΐστρο (33), κάπου για τα νότια λιμάνια της Νορθ Αμέρικας έχουνε πλώρη, για κάνα Μπάλτιμορ, κι ο καπετάνιος και το επιτελείο του το κρατάνε μυστικό, διαταγή εν πλω λένε, κανείς δεν ξέρει για πού πάνε, κι αυτόν τον τρώει η συλλογή από τότε, μέρα και νύχτα συλλογιέται τι να κάνει. Να μείνει με τούτο το βαπόρι με πεντέμιση λίρες το μήνα ή να το στρίψει στην Αμέρικα, να δει Θεού πρόσωπο που λένε.
VI
Μα τα βαπόρια δεν είναι πια ζωή, μα το Θεό, δεν είναι. Να λείπεις, να δουλεύεις συνέχεια τρία χρόνια και να μη μπορείς να μείνεις σπίτι σου δυο μήνες εξόν αν βάλεις χρέος. Έτσι θα γεράσει και δε θα τη χαρεί τη Λένη, τη γυναίκα του. Μόνο γέρος, αν ζήσουνε, να κάθονται στις δυο άκρες της φωτιάς και να του ψήνει φασκομηλιά και χαμομήλι. Φτου γαμώτο, φτου γαμώτο...
Στην Αμέρικα λέει ανοίξανε οι δουλειές, πέρασε, έφυγε η κρίση, βρίσκεις εύκολα μεροκάματο σαν σου βαστάει να δουλέψεις σε δουλειές λιγάκι ρέζιγες (34), γέφυρες, καμινάδες.
Γέφυρες. Λιγάκι να στραβοπατήσεις, λέει, σε χτυπάει το ηλεχτρικό και γίνεσαι κάρβουνο.
Καμινάδες. Είναι, λέει, πέντε - έξι φορές πιο ψηλές από τ' άλμπουρα των βαποριών κι όχι μια φορά και δυο κόβει το σίδερο που είναι στην κορφή, φαγωμένο από τη σκουριά, και σκάζεις κάτω σαν αγιοβασιλιάτικο ρόδι. Μαζεύουνε, λέει, ό,τι βρούνε, ό,τι απομείνει από σένα σε βρώμικο ζεμπίλι. Γι' αυτό, λέει, κανένας ντόπιος δεν πάει σε τούτες τις δουλειές μ' όλο που το μεροκάματο είναι πολύ καλό, κάπου εφτά - οχτώ δολάρια τη μέρα, τις αφήνουνε για τους ξένους, τους λαθραίους.
Όχι που φοβάται τόσο πολύ για τη ζωή του, σάμπως και μέσα στα βαπόρια λίγα γίνονται, συλλογιέται τι θα γίνουν τα παιδιά και η γυναίκα γιατί έχει ακουστά πως κάτι τέτοια δυστυχήματα πάνε στα κούφια, δεν ακούονται καθόλου.
Οι εργολάβοι που παίρνουν τούτες τις δουλειές τα καταφέρνουνε στα γλήγορα και βγάζουνε μια άδεια ταφής και σε πάνε στα γλήγορα με το ζεμπίλι.
Έχουνε ένα σωρό φύλλα οι εφημερίδες της Αμέρικας έχουνε όμως και τόσα και τόσα για να γράψουν.
Πόσους πόντους είναι η μέση της Ρίτας, τι στήθος έχει η Μάργκαρετ, οι γάμπες της Κλάρας, τι πιοτά πίνει ο χρυσούλης μας ο Τάυρον, τι καπνό φουμάρει ο υπέροχος Κλαρκ, τι μαντέκα (35) βάζει στα μουστάκια του εκείνος ο γέρο γόης ο Μανζού...
Είναι και ο Αλ Καπόνες με τον Ντίλιγκερ.
Κι είναι και το μπάσκετ - μπολ και τα σκάνδαλα της αριστοκρατίας.
Τόσα και τόσα πράματα και θάματα που φεύγει ο νους του ανθρώπου.
Και στο κάτω κάτω της γραφής γιατί να σκοτίζονται οι εφημερίδες της Αμέρικας και οι νόμοι της Αμέρικας για έναν παλιορωμιό που μπήκε λαθραίος στην Αμέρικα; Γιατί;
Δυσκολεύεται να τα πιστέψει. Λέει πως όλα τούτα τα βγάλανε με τρόπο, τα διαδόσανε με τα τσιράκια τους οι Ρωμιοί καπεταναίοι για να κάνουν τους μουρλούς να μη το σκάνε μια και δε μπορούνε τώρα μόλις δέσει το βαπόρι να τους βάλουνε στην κλούβα, και να τους ξαναφέρει η κλούβα την ώρα του πιλότου, και οι κουμπουράδες, οι ιδιωτικοί αστυνόμοι να φυλάνε στο μουράγιο με τα γκόλτς στο χέρι όσο να φύγει το βαπόρι.
Μα ωστόσο πάλι... Αν δεν είναι όλα αληθινά κάτι θα είναι, λόγος που ακούεται αν δεν είναι ολόκληρος θα 'ναι ο μισός, και σαν του τύχει τίποτε τέτοιο, ανθρώποι είμαστε, δεν έχουμε κοντράτο (36) με το Χάρο, τότε, αν είναι αληθινά όλα τούτα τι θ' απογίνουν τα παιδάκια του, τι θα γενεί η Λένη;
Δεν σου λέω, σάμπως στα βαπόρια... μα αν το γράφει η μοίρα του να γκρεμοτσακιστεί σε κάνα αμπάρι ή από κανένα άλμπουρο, και τότε βέβαια δεν τον περιμένει ζωή χαρισάμενη, όμως με το εφ' άπαξ και με τη συνταξούλα κάθε μήνα η Λενιώ του θα τα καταφέρει να τα βγάλει πέρα, να τα μεγαλώσει παστρικά και τιμημένα.
Όμως αν του λάχει τέτοιο κακό στην Αμέρικα, κι ακόμα χειρότερα αν σακατευτεί χωρίς να πεθάνει, χωρίς κανέναν να φροντίσει, άγνωστος για το νόμο και τους ανθρώπους του, τότε τι γίνεται; Πες μου τι γίνεται;
Πάλι..., λογαριάζει ολοένα. Αν βοηθήσει ο Θεός κι είναι καλά και δουλέψει έτσι τρία - τέσσερα χρόνια θα του μείνουνε ένα σωρό λεφτά. Πάνω από τριακόσιες χιλιάδες!
Θεούλη μου! Ένας καΐκαρος καινούριος με μηχανή τελευταίου τύπου που θα τον βλέπεις και θα χαίρεται η ψυχή σου. Και να τον ασφαλίσει κιόλας να 'ναι σίγουρος από κάθε αναποδιά, κάθε κατατρεγμό της τύχης ή της θάλασσας.
Και να δουλεύει όλο με το λιμάνι τους, δόξα τω Θεώ έχει δουλίτσα με το κάρβουνο, μόνο σε μεγάλη ανάγκη θα ξεκόβει για πάρα έξω.
Δεν έχει μεγάλες ιδέες, δεν ονειρεύεται να φάει κόσμο και ντουνιά να πάρει και βαπόρι.
Τον φτάνει ένα καϊκάκι για μια λίγο ανθρωπινή ζωή, κι όχι τούτο το βάσανο με τα βαπόρια, να 'σαι παντρεμένος με τη Λένη, να 'ναι γυναίκα σου η Λενιώ ενώπιον Θεού και ανθρώπων και να πηγαίνεις στα σπίτια με το κόκκινο φανάρι κι ύστερα σαν το συλλογιέσαι να σου 'ρχεται να κλάψεις από τον καημό και τη ντροπή σου.
Μια λίγο ανθρωπινή ζωή. Να μεγαλώσει τα παιδάκια του, να τα παραστέκει, κοντά στο σπίτι του, κοντά στη Λένη του.
Πάλι λογαριασμοί... Τόσοι τόνοι το καΐκι, τόσα μίλια με τη μηχανή, τόσο για τη φόρτωση κι άλλο τόσο για την ξεφόρτωση, και για το πάει και για το έλα, βάζει και κάτι για τα χασομέρια και κάτι για καμιά αναποδιά, τα λογαριάζει όλα και βγάζει αποτέλεσμα πως κάπου δώδεκα μέρες το μήνα θα 'ναι στο λιμάνι τους, στο σπίτι του.
Εχ, Θε μου! Εχ, Μεγαλοδύναμε!
Τις μισές νύχτες κοντά του χρόνου να κοιμάται στο κρεβάτι του με τη Λένη στο πλευρό του, με το σαντάρλο του, και να 'ναι λέει χειμώνας και να σφυρίζει ο άνεμος και να βογγάει η θάλασσα και να χτυπάει η βροχή τα τζάμια.
Που το συλλογιέται αγριεύει, του 'ρχεται να ξεφωνίσει, να χλιμιντρίσει σα νιο βαρβάτο άλογο. Ωχ κακομοίρα μου... ωχ σαντάρλο μου... τι έχεις να περιλάβεις... κάηκες... ούτε του Μάη ο ήλιος...
VII
Η Λένη του, το σαντάρλο του.
Τα σπίτια τους ήτανε δίπλα - δίπλα στην ακροθαλασσά, μόνο η μεγάλη αυλή του σπιτιού της με τα λεμονόδεντρα τούς χώριζε.
Την πρώτη φορά που την πρόσεξε ήταν αυτός είκοσι πέντε και κείνη στα δεκαεφτά. Είχε πάει στο σπίτι του ύστερα από τρία χρόνια ξενιτιά, πάντα έτσι τον βλέπανε από τον καιρό που μπήκε στη θάλασσα, μα αυτή τη φορά είχε δουλέψει μ' ένα αντριώτικο μεγάλο φορτηγό, λίρα εγγλέζικη, εφτά κάθε μήνα, και γύρισε αγνώριστος, σωστός λιμοκοντόρος.
Ήτανε βλέπεις και τα δυο χρόνια της κολαρίνας (37) πιο μπροστά κι ήθελε κι αυτός να φανεί τώρα λιγάκι, να κάνει το κομμάτι του που λένε. Καμπαρντίνες και κουστούμια εγγλέζικα και μεταξωτά πουκάμισα (ας είναι καλά οι Γιαπωνέζοι) και για το λαιμό μαντήλια και ρολόι στο χέρι, όλα αυτά που κάνουνε μεγάλη εντύπωση στα κορίτσια, σ' όλες τις γυναίκες. Ως και βελούδινο χνουδωτό ρεπούμπλικο (38) είχε, μόνο που είχε πια καλοκαιριάσει και δεν το φόρεσε καθόλου να το δούνε.
Στεκότανε ένα πρωινό μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο και χάζευε κατά τη θάλασσα που ήτανε σμαραγδένια, η μάνα του είχε από τα χαράματα φύγει για το αμπέλι να θειαφίσει, που άκουσε τη φωνή της.
Ξενάκι μου στην ξενιτιά τα χείλη σου τι λένε;
Ποιας σκύλας μάτια σε θωρούν και τα δικά μου κλαίνε;
Γύρισε το κεφάλι του κατά το σπίτι της και την είδε που καθάριζε τα τζάμια. Του χαμογέλασε, ψευτοκοκκίνισε, τάχα μου δεν τον είχε δει, τραβήχτηκε πιο μέσα και συνέχισε πιο δυνατά.
Όσα φτερά και πούπουλα έχει το περιστέρι
τόσα κομμάτια θα γενώ αν δε σε κάμω ταίρι.
Κόντεψε να της φωνάξει δυνατά «α να χαθείς σαντάρλο» και μπήκε μέσα. Σαντάρλο την είχε βγάλει αυτός ο ίδιος πριν πάει στρατιώτης ακόμα γιατί ήτανε ψηλή κι αδύνατη με κάτι κανιά μακριά σαν καλάμια.
Σε λίγο έφυγε πάλι για να ξαναγυρίσει ύστερα από άλλα τέσσερα χρόνια. Μα αυτή τη φορά ήτανε μυαλωμένος. Όχι άλλα Γιαπωνέζικα πουκάμισα και βελούδινη ρεπούμπλικα, όσα είχε στην κασέλα του στο σπίτι φτάνανε. Μπανκ - μπουκ (39) τώρα, να κάνουμε καμιά προκοπή, να δούμε τι θα γίνουμε.
Έφτασε βράδυ στο σπίτι του κι η Λένη με το θάρρος της «μιας πόρτας» πήγε να του πει το «καλώς όρισες» κι όπως την είδε ξαφνικά μπροστά του άνοιξε το στόμα του σα χάχας και δε μπόρεσε να πει τίποτα άλλο από ένα:
«Α!... το σαντάρλο!»
Κι αυτό έφτανε για να καταλάβει κείνη πως δεν ήτανε πια καμιά ανάγκη να καθαρίζει τα τζάμια και να τραγουδάει τραγουδάκια με σημασία. Έφτανε και περίσσευε.
Μα οι γονιοί της δεν τον θέλανε. Είχανε μεγάλες ιδέες για την κόρη τους και με το δίκιο τους. Σπίτι, και χωράφια, και αμπέλια, και μετρητά. Μόνο κορίτσι με τρία αδέρφια.
Σαν είπε της μάνας του πως θα την κλέψει τον αποπήρε, αγρίεψε, έβαλε τις φωνές.
«Δε ντρέπεσαι; Να λέει ο κόσμος πως το κάνεις για την προίκα της; Τέτοια ρεζιλίκια, συ Τάσο μου, που ήσουνα ως τα τώρα τόσο μυαλωμένος, πέρασες την τρελή ηλικία χωρίς ν' ακουστεί τίποτα; Κάνε υπομονή, περίμενε λιγάκι, δε σας πήρανε τα χρόνια. Άμα σε δει ο πατέρας της με δική σου δουλειά θ' αλλάξει γνώμη και τότε και με τη δική μου την ευχή παιδί μου. Καλή και άξια κοπέλα, όχι όμως τέτοια ρεζιλίκια Τάσο μου, όχι παιδί μου. Μην κοιτάζεις αυτή, άμυαλο θηλυκό, είκοσι χρονών κορίτσι, πάνω στην τρέλα του, συ πρέπει να φανείς τώρα τι άντρας είσαι».
Να περιμένει... να κάνει υπομονή... να πάρει καΐκι πρώτα.
Αυτός από το πρώτο βράδυ που την είδε δεν συλλογιέται τίποτα άλλο, μέρα και νύχτα είναι μπροστά του, και στον ύπνο και στον ξύπνιο του όλο τη Λένη βλέπει και η μάνα του τού λέει να περιμένει χρόνια. Να 'ρθει κάνας λιμοκοντόρος, κάνας χαρτογιακάς να του την πάρει κι αυτός να λείπει. Αμ δε... Δε πάει να πούνε ό,τι θέλουνε.
Κλεφτήκανε. Φοβερίσανε οι δικοί της, κάνανε τον τάχα μου, μα τελευταία το κατάπιανε και ησυχάσανε.
Δεν την πήγε στης μάνας του το σπίτι, μ' όλη της τη στενοχώρια δεν θα τους έδιωχνε, δεν ήθελε να την πικραίνει πιο πολύ, ας περάσει λίγος καιρός να το ξεχάσει, να σταματήσουνε τα λόγια, δεν ήθελε και να βρίσκεται δίπλα στα πεθερικά του, να 'ναι μες τη μύτη τους και νοίκιασε ένα σπιτάκι στην άλλη άκρη του χωριού τους. Την πήρε με τα ρούχα που φορούσε, της απαγόρεψε να πάρει ως και τα δαχτυλίδια της ακόμα, και το βιβλιάριο της Λόυδ Μπανκ, της Εγγλέζικης τράπεζας που είχε τη δούλεψη τόσων χρόνων άρχισε να ξεφυλλίζει.
Τέσσερα χρόνια ιδρώτας, δέκα ταξίδια στην Αργεντίνα, δυο στον Καναδά, ένα στις Ινδίες και δυο - τρία στη Μεσόγειο και Νορθ - Αμέρικα, είκοσι έξι φορές να περάσεις τον Ισημερινό, τριάντα φορές καρβουνόσκονη, πούσια, φουρτούνες, κρύα, και φασαρίες και τρεις φορές στην κλούβα, τις δυο στη Νορθ - Αμέρικα να μη το σκάσουνε και την άλλη στο Πλέιτ απεργία, κοστίζανε 'κείνες οι εκατόν πενήντα λίρες.
Να τα πάρει όλα, από καντήλι ως τηγάνι, και πώς να τσιγκουνευτεί για τη Λενιώ του; Να στράψει και να λάμψει πιο πολύ η ομορφιά της με λίγο λούσο, μ' όλα 'κείνα τα μπιχλιμπίδια του διαόλου.
Άλλα λογάριαζε τον καιρό που τις μάζευε λίγες - λίγες. Αυτές οι εκατόν πενήντα και κάτι που έχει ακόμα από πρώτα και κάτι κι από την προίκα κι αντίο φορτηγά κι ο διάολος να σας πάρει καπετάνιοι αχόρταγοι με τ' άσπρα σας κασκέτα. Το καϊκάκι μας, το νοικοκυριό μας. Όμως μόλις την είδε όλα τούτα ξεχαστήκανε, σβήσανε και τα βάσανα και οι λογαριασμοί. Τη Λένη κι ό,τι θέλει ας γίνει, δε θα χαθούμε.
Έμεινε μαζί της ως να λευτερωθεί, κι ύστερα ως να σαραντίσει, κι ύστερα λίγο ακόμα. Τόσον καιρό περίμενε... κι ήταν και το μωρό, δεν τον ήθελε, έκλαιγε σαν έσκυβε πάνω του με λαχτάρα.
Ένας χρόνος. Το αποφάσισε πια να φύγει και σαν τον κοίταξε παραπονεμένα, λυπημένα, της είπε:
«Είναι ανάγκη, Λένη μου. Θέλεις να πας μεθαύριο στο μπακάλη με δεφτέρι; Το θέλεις;»
«Άντε στο καλό, μα μην αργήσεις, Τάσο».
Λίγες μέρες πριν βαφτίσει το κοριτσάκι του τον έπιασε ο μπάρμπας του ο Θανάσης που ήτανε και με την πεθερά του ξάδερφος και του είπε ένα σωρό λόγια, τούτο, 'κείνο, τ' άλλο.
Ο πεθερός του είναι ένα κομμάτι μάλαμα, έτσι και δώσει στο κοριτσάκι του το όνομα της πεθεράς του σίγουρα θα συγκινηθεί, θα μαλακώσει, θ' αγαπήσουνε. Χρειάζεται κάπου - κάπου και καμιά αβαρία (40) για να 'ναι το ταξίδι της ζωής μας πιο ήσυχο, πιο καλό.
«Άκουσε μπάρμπα. Για την ώρα δεν καπετάνεψα ούτε σε βάρκα, άμα καπετανέψω κι αρχίσω να κάνω αβαρίες στη θάλασσα μπορεί να κάνω ύστερα και στη στεριά, στη φαμελιά μου, τώρα δεν μπορώ, δεν ξέρω. Το κορίτσι μου θα πάρει το όνομα της μάνας μου. Σμαράγδα, κι αν ο Θεός μου δώσει γιο ύστερα από λίγο θα 'χει το όνομα του πατέρα μου, του ξάδερφού σου. Άμα μου δώσει ο Θεός κι άλλα παιδιά θα βγούνε τα ονόματά τους κι ας μη μου μιλούνε».
Έκανε τα βαφτίσια, κουβέντιασε με τη μάνα του κι ένα βράδυ έκλεισε το σπίτι που είχε νοικιάσει. Πήρε τη γυναίκα του και το μωρό της και τους πήγε στο σπίτι της μάνας του.
Πρωί πρωί έφυγε.
VIII
Τελείωσε το τσάι, σώθηκε και το δεύτερο τσιγάρο, πήρε μια γαλέτα και λίγο τυρί, τρεις μέρες έχει να μαγειρέψει ο μάγειρας, κι άρχισε να τρώει. Δυο - τρεις μπουκιές και σταμάτησε, το μυαλό του σταματημό δεν έχει. Τώρα πήγε στα πολύ περασμένα, στα παιδικά του χρόνια, στη μάνα του.
Βασανισμένη, μαυροντυμένη, από τον καιρό που τη θυμάται, και τώρα ο Τάσος συλλογιέται πως το πιο μεγάλο της βάσανο ήτανε πριν μαυροντυθεί ακόμα, στα καλά τα χρόνια, τότε που ζούσε, που ταξίδευε ο πατέρας του με το καϊκάκι του, τα χειμωνιάτικα βράδια, και πιο πολύ με τις σοροκάδες.
Όλη τη μέρα τα μάτια της κατά τη θάλασσα, ό,τι δουλειά κι αν πολεμούσε δεν μπορούσε να ησυχάσει, ο νους της ήταν όλο εκεί, στη θάλασσα.
Και σαν βράδιαζε... τότε ήτανε που με το γέρμα του ήλιου η μανία της έφτανε στη διαπασών.
Τα κύματα που χτυπούσανε στα βράχια λίγα μέτρα από τον τοίχο του σπιτιού τους στέλνανε τους άσπρους αφρούς να τους χτυπούν τα τζάμια.
Ζδατσάφ... και πάλι σε λίγο ζδατσάφ, ζδατσάφ. Και δεν έφτανε μόνο που χτυπούσε στα παράθυρα της πρόσοψης, έμπαινε και στο σπίτι, σ' όλο το σπίτι, και στη μέσα κάμαρη που σαν έκλεινες καλά την πόρτα το ζδατσάφ δεν ακουόταν, μόνο ο ορυμαγδός στα βράχια, και 'κει παντού έμπαινε η θάλασσα, ο φόβος της θάλασσας κυρίευε το σπίτι και των ανθρώπων τις ψυχές.
Η μάμη του καθόταν πάντα στη γωνιά της κοντά στη φωτιά και άκουε σιωπηλή, κάθε τόσο έκανε το σταυρό της, η μάνα του όμως μόλις νύχτωνε πήγαινε και στεκότανε μπρος στα κλειστά παράθυρα και κοίταζε αμίλητη μπροστά της. Άμα ερχότανε το ζδατσάφ, η αδερφούλα του, μωρό στην αγκαλιά της, άπλωνε τα χεράκια της να πιάσει το νερό με μικρές χαρούμενες κραυγές, αυτός την κρατούσε από το φουστάνι και κοίταζε κι αυτός μια τη θάλασσα, μια τη μάνα του χωρίς να μιλάει.
Για το παιδικό του μυαλό όλα εκείνα, η θλίψη και η αγωνία της μάνας του, και της θάλασσας το βουητό, η μανία της η λυσσασμένη ήταν πολύ, δεν μπορούσε να τα φτάσει. Μόνο βλέποντας τη μάνα του έτσι σιωπηλή και φοβισμένη, σώπαινε και φοβότανε κι αυτός.
Ήταν κάτι το αφάνταστο εκείνη η αφρισμένη θάλασσα που χτυπούσε τους τοίχους του σπιτιού τους και τα παράθυρά του σα να γύρευε να τα σπάσει και να μπουκάρει μέσα, όλη εκείνη η φοβερή της δύναμη, η μανία της η λυσσασμένη που ωστόσο ξέρανε πως το πρωί θα έχει κόψει, όλα εκείνα στο μυαλό του τα μπέρδευε με το Θεό. Κάτι που τ' αγαπάς και το φοβάσαι.
Η μάνα του πάντα τα ήπια βράδια άπλωνε το χέρι της και του χάιδευε τα μαλλιά και πάντα τού έλεγε:
«Πήγαινε, Τάσο μου, να κάνεις μετάνοιες, πολλές μετάνοιες στην Παναγία να φυλάει τον πατέρα σου, θα σ' ακούσει πιο καλά εσένα».
Πήγαινε κι έκανε τις μετάνοιες μα ξαναγύριζε κει δα δίπλα της και δε θυμάται καμιά φορά να φύγανε από κει δα αν δεν πήγαινε η μάμμη του να μαλώσει τη μάνα του με τις ίδιες λίγο - πολύ πάντα κουβέντες.
«Ε, θυγατέρα, δε θα σε φοβηθεί ο αέρας και η θάλασσα να κόψουν με το να κάθεσαι αυτού δα ν' ακούς και να κοιτάζεις. Στο έλεγα ξεροκέφαλη μα δε μ' άκουες, τώρα κάνε το Σταυρό σου κι άντε να κοιμηθείς, έτσι που κάνεις θ' αρρωστήσεις. Μια παροιμία λέει πως “ό,τι φοβάσαι το παθαίνεις”».
Το κακό έγινε.
Έφυγε ο πατέρας με το καΐκι φορτωμένο κάρβουνο για τη Θεσσαλονίκη. Πέρασε μια βδομάδα, πέρασαν δυο, τρεις, ένας μήνας, καμιά είδηση.
Η μάνα του έκλαιγε κρυφά τις νύχτες. Είχαν περάσει κοντά δυο μήνες που ο λιμενάρχης της Σκόπελος τηλεγράφησε πως “εξεβράσθη σωσίβιον με το όνομα «Αγία Κυριακή» νηολογίου Κ...” Μέρες και βδομάδες η θάλασσα άκουγε το θρήνο της, τον άκουγε σιωπηλά, ήτανε κρύσταλλο που καθρέφτιζε του ήλιου τις αχτίδες και μουρμούριζε αγάπης λόγια στα βράχια του γιαλού.
Το σπίτι ντύθηκε στα μαύρα και τα δυο παράθυρα της πρόσοψης που βλέπανε κατά το σορόκο κάνανε χρόνια ν' ανοιχτούνε.
Αυτός ο ίδιος ο Τάσος τ' άνοιξε σαν πήγε σπίτι του με την πρώτη άδεια από τα Βασιλικά.
Ήρθανε όλα τούτα στο μυαλό του απόψε όπως καθότανε κει δα στην κουζίνα μπρος στη φωτιά με το κεφάλι κάτω να κοιτάζει τα πλακάκια.
Από κάτω από το στόκολο (41) έφτανε η φασαρία κι ο σαματάς από λοστούς και ρασκέτες (42) όπως πολέμαγαν με τις φωτιές ολοένα οι θερμαστές τώρα που έκοψε ο αγέρας.
Άξαφνα έπεσε μια πάνω από τη γέφυρα, κι ήταν σα να χαλούσε ο κόσμος.
Κάνανε όλοι το σταυρό τους κι ο Μαλτέζος μουρμούριζε ολοένα: «Αλ Μαντόνα, αλ Μαντόνα, Σαν Νικόλας, αλ Μαντόνα».
Τα νερά μπουκάρανε παντού, μέσ' την κουζίνα ένα γόνατο, κόντεψε να σβήσει η φωτιά.
Από τη γέφυρα ακουστήκανε οι φωνές κι οι βρισιές του καπετάνιου στο λοστρόμο που κρατούσε το τιμόνι.
Πέρασε... Ησυχία πάλι. Ξανακαθήσανε στη φωτιά. Σήκωσε το κεφάλι του μια στιγμή και κοίταξε πάνω από το ανοιχτό μισόφυλλο της κουζίνας κι αντί να δει τη θάλασσα, τη βροχή, τα σύννεφα, είδε τη γυναίκα του με το μωρό στην αγκαλιά, το δικό του το παιδί, τη Σμάρω του, να στέκεται μπρος στα ίδια παράθυρα του σπιτιού τους και να θωρεί τη θάλασσα.
Η μάνα του, τότε που πρωτομπαρκάρησε με μεγάλο φορτηγό του είχε πει ένα λόγο, ένα μεγάλο λόγο.
Μεγάλο σαν την Αγάπη της, μα τον είχε πει έτσι απλά, όπως όλα της τα λίγα λόγια της κάθε μέρας.
«Τάσο μου, παιδί μου, τότε με τον πατέρα σου το μακαρίτη, το βάσανο ήταν το χειμώνα με τις φουρτούνες, τα καλοκαίρια κοιμόμουν ήσυχα. Μα τώρα αυτού που πας, παιδάκι μου, έχω ακούσει να λένε πως όταν εμείς έχουμε χειμώνα εκεί κάτω έχουν καλοκαίρι, και τόσο που θ' αργούν να 'ρθουν τα γράμματά σου, δε θα ξέρω η φτωχή πότε θα ταξιδεύεις με βαρυχειμωνιά και πότε με μπουνάτσες... τώρα πρέπει να παρακαλώ για σένα κάθε βράδυ».
Βγήκε στην κουβέρτα να πάρει λίγο αγέρα, δεν μπορούσε να σταθεί άλλο μέσα στην κουζίνα.
Έκανε λίγα βήματα κατά την πρύμνη, προσπέρασε το στενό της μηχανής, βγήκε στο ξέσκεπο. Βρισκότανε κοντά στο πρυμιό άλμπουρο όταν την είδε να έρχεται σιωπηλή, βουβή, μεγαλόπρεπη, την είδε πάνω από το κεφάλι του.
Σταμάτησε το ντραπ - ντραπ της μηχανής, η πρύμνη σηκώθηκε ψηλά λες κι ήθελε να φύγει να πάει να ταξιδέψει στα σύννεφα. Ένα μονάκριβο αστέρι που φαινότανε πάνω από την πρύμνη βρέθηκε στη σοφράνο μάσκα, όλες οι κλείδωσες του βαποριού παίξανε, τρεμουλιάσανε λες κι ήταν να σκορπίσει σε χίλια κομματάκια, κι ύστερα όλο το καράβι από τη μηχανή και πίσω βούτηξε στη θάλασσα μ' ένα κακό, με μια βουή που ποτέ του δεν την είχε ξανακούσει.
Μ' ένα σάλτο βρέθηκε δίπλα στο βίντζι του τέσσερο νούμερο κι αγκάλιασε το κεφαλάρι, έγινε ένα με το κρύο σίδερο.
Μια στιγμή ή μια ώρα όλα ήταν θάλασσα. Ύστερα άκουσε ξανά το ντραπ - ντραπ της μηχανής και τότε κατάλαβε πως το μαστ - χάουζ έκοψε τη φόρα της θάλασσας και δεν την άφησε να τον πάρει σβάρνα, να τον λιώσει. Μόνο αν δεν ξανασηκωνότανε το βαπόρι θα πήγαινε κι αυτός μαζί, μαζί με όλους. Μα θα σηκωθεί... θα σηκωθεί... η μηχανή δουλεύει.
Ξενέρισε (43) το κεφάλι. Το άστρο, το μονάκριβο, ήτανε τώρα στη σταβέντο μάσκα, από τη γέφυρα σφυρίζουν ολοένα.
Σηκώθηκε ολόρθος. Το νερό ήταν ακόμα ως τα γόνατά του, έκανε δυο τρία βήματα κατά την πλώρη και στάθηκε πάλι.
Γύρισε και κοίταξε κατά κει που έλεγε πως θα φανεί ο ήλιος, ύστερα έβαλε τις δυο του χούφτες ντόμπρο - μαρίνα και φώναξε μ' όλη του τη δύναμη.
«Λένη... μη φοβάσαι. Κοιμήσου, Λενιώ... τα βαπόρια βαστάνε, αντέχουνε στις θάλασσες... δεν είναι καϊκάκια. Κοιμήσου ήσυχο μικρό, μη φοβάσαι».
IX
Ήρθε σιωπηλά κι αθόρυβα όπως η πρώτη. Έτσι αθόρυβα και ύπουλα, σα γάτος που μουντάρει πάνω στη θηλυκιά το Γενάρη. έπεσε πάνω του πισώπλατα και τον πήρε. Και ησύχασε.
Έπαψε πια να συλλογιέται.
Λούλη Βασίλης
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»,
τεύχος 4, Απρίλιος 1955
Σημειώσεις:
(1) σεντίνα: το κατώτατο εσωτερικό τμήμα των υφάλων ενός πλοίου, ο υδροσυλλέκτης του πλοίου
(2) κουβέρτα: το κατάστρωμα του πλοίου
(3) μινεράλε: μετάλλευμα
(4) γραμματικός: υποπλοίαρχος
(5) τσάρτ - ρουμ: γραφείο πορείας
(6) σκάπουλος: ελεύθερος από υποχρεώσεις, αυτός που αλλάζει (σκαντζάρει) κάποιον στη βάρδια ενός πλοίου, κυρίως τον τιμονιέρη
(7) σκάντζα βάρδια: αλλαγή βάρδιας, σκοπιάς
(8) τσαμαδούρα: σημαδούρα, θαλάσσιος σημαντήρας, αντικείμενο που επιπλέει στη θάλασσα και δείχνει αβαθή ή επικίνδυνα σημεία, χρησιμεύοντας επίσης για ασφαλές δέσιμο πλοίου χωρίς να αγκυροβολήσει
(9) s/s: Συντομογραφία για το ατμόπλοιο
(10) ρεματικές: θαλάσσια ρεύματα
(11) σοφράνο: από την πλευρά που φυσάει ο άνεμος
(12) μάσκα: η παρειά της πλώρης, το "μάγουλο" του πλοίου
(13) σταβέντο: η αντίθετη από τον άνεμο, η απάνεμη πλευρά του σκάφους
(14) άλμπουρο: το κατάρτι
(15) καρτίνι: ιταλ. quartino :το 1/4 του ρόμβου κατά τις διαιρέσεις των παλαιών ανεμολογίων
(16) μπούσουλας: ιταλ. bussola : η πυξίδα, ο προσανατολισμός
(17) σκαντζάρω: αλλάζω, αντικαθιστώ σε βάρδια
(18) γκριζόλα: μαλτ. gisiola : πυξιδοθήκη, καπάκι που σκεπάζει τη νύχτα την πυξίδα για να μη βγαίνει το φως και εμποδίζει την ορατότητα
(19) καμπούνι: υπόστεγο της πλώρης για τη στέγαση των ανδρών του πληρώματος σε κακοκαιρία
(20) μακινέτο: ο νμηχανισμός
(21) καβίλια: ιταλ. caviglia : σκοινί με οξύ άκρο για να
περνά εύκολα από τους τροχίλους - καθεμιά από τις ακτίνες της ρόδας του
πηδαλίου - ατσάλινο εργαλείο για να ανοίγουν τα έμβολα των σκοινιών και
να φτιάχνουν γάσες
(22) α-λα-μπάντα: στροφή (ανάπρωρα) προς την κατεύθυνση του ανέμου
(23) κάρτα: ιταλ. carta : ο καθένας από τους τριάντα δύο ανεμοκόμβους του ανεμολογίου
(24) γραδελάδες: ιταλ. gradeladi: ξύλινες σκαλωσιές, γενικώς οι σκαλωσιές στο λεβητοστάσιο.
(25) τσάσκα: φλιτζάνα, κούπα
(26) τσαΐγκο: τσαγιερό
(27) σοκολατιέρα: Σοκολατιέρα είναι μια λέξη των καραβιών που αναφέρεται στα κορίτσια
που καθόντουσαν μαζί με τους ναυτικούς μέχρι να σου πάρουνε κέρασμα μερικά ή πολλά
ποτά. Εργαζόμενα κορίτσια, άνευ συνοδού, που συνήθιζαν μόνα ή με συντροφιά
να πηγαίνουν στις καφετέριες, στα μπαρ -συχνότερα- στα πάρκα, στα κλαμπ στα λούνα-παρκ για έναν καφέ ή ένα αναψυκτικό. Οι ναυτικοί τις ονόμαζαν χαϊδευτικά σοκολατιέρες. Ίσως απ' το γάλα
με σοκολάτα που έπιναν.
(28) όρδινο: διαταγή,εντολή
(29) μπιτσικόμης: Παραφθορά του beachcomber, που σημαίνει
κάποιος που «χτενίζει την παραλία», συλλέγει αντικείμενα που εκβράζονται
από ναυάγια ή αβαρίες και ζει από την πώλησή τους. Σήμερα,
μπιτσικόμης σημαίνει κάτι σαν τυχοδιώκτης, μικροκατεργαράκος, άνθρωπος
που κάνει δουλειές του ποδαριού.
(30) μόλα κάβο: αμόλα κάβο = ρίξε καραβόσχοινο, αναχώρηση πλοίου
(31) Πουνέντες: δυτικός άνεμος
(32) Γαρμπής: νοτιοδυτικός άνεμος
(33) Μαΐστρος: βορειοδυτικός άνεμος
(34) ρέζιγος: επικίνδυνος, επισφαλής
(35) μαντέκα: αλοιφή που έβαζαν στα παλιά τα χρόνια στο μουστάκι για να του δίνουν γυαλάδα και φόρμα.
(36) κοντράτο: συμβόλαιο, συμφωνία
(37) κολαρίνα: μεγάλος κολλαριστός άσπρος γιακάς/ εδώ εννοείται η στρατιωτική θητεία στο ναυτικό
(38) ρεπούμπλικο (α): αντρικό υφασμάτινο καπέλο με φαρδύ γείσο
(39) μπανκ - μπουκ: βιβλιάριο τραπέζης
(40) αβαρία: (ναυτ.) βλάβη ή ζημιά που παθαίνει το πλοίο ή το φορτίο του στη διάρκεια του ταξιδιού / οποιαδήποτε ζημιά, απώλεια / οποιαδήποτε υποχώρηση, μετριασμός απαιτήσεων, αξιώσεων κ.λπ.
(41) στόκολο: λεβητοστάσιο
(42) ρασκέτα: εργαλείο (είδος ξύστρας) με το οποίο ξεκολλούσαν το κάρβουνο που έπρεπε να ριχτεί στο λέβητα ενός ατμόπλοιου
(43) ξενερίζω: ξεπροβάλω απ' το νερό

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου