ΑΜΜΙΑ
Ήταν άνοιξη σαν κατέβηκε το Σύνταγμά μας για ξεκούραση στην Αμφίπολη. Ένα ασήμαντο χωριουδάκι πλάι σε μια απέραντη νεκρόπολη. Στήσαμε τ' αντίσκηνα στην ακροποταμιά του Στρυμόνα. «Και ο Στρυμών χαμοσυρτός στα πόδια της σαλεύει». Έγερνε γλυκά το ηλιοβασίλεμα στη Ροδόπη, και ψιθυρίζαμε το ποίημα του Γρυπάρη. Ήμασταν πολύ κουρασμένοι από τις κακοπάθειες της εκστρατείας, όμως ήμασταν νέοι, πολύ νέοι, κι ήταν άνοιξη στο φουντωμένο τοπίο, και στην καρδιά μας.
Ο τόπος ήταν ένα νεκροταφείο της Ιστορίας. Από παντού μας τριγύριζαν αρχαίοι τάφοι. Όλες οι εποχές της νεκρής πολιτείας είχαν αφήσει τις εντάφιες μνήμες τους στην έκταση που στρατοπεδεύσαμε. Ο ελληνικός κεραμεικός γεμάτος από πήλινα ειδώλια. Σκάλιζα επιπόλαια με το ατομικό μου σκαπανικό και ξεπετιούνταν από το χώμα οι μικροί θεοί και οι κεραμιδένιες πλαγγόνες. Ήταν κούφιες από μέσα. Οι πιο πολλές, μουσκεμένες από την υγρασία έλιωναν στα χέρια μου μόλις τις έβγαζα στο φως. Δεν απόμεναν στα δάχτυλά μου παρά τα μικρούλια κεφαλάκια τους. Με κοίταζαν με τ' αδειανά ματάκια που αντίκριζαν τον ήλιο της Ελλάδος ύστερ' από τόσους αιώνες σα να μου 'λεγαν το «νυν απολύοις».
Το ποτάμι έτρεχε πλάι μας γεμάτο ψάρια, τραγουδούσε μέρα - νύχτα ανάμεσα στα άγρια λουλούδια και τους δυνατούς βλαστούς. Το τραγούδι που ήταν όλο δροσιά, κατέβαινε με χαριτωμένα σκιρτήματα μέσα στην προαιώνια κοίτη του σαν να όρμησε από την καρδιά της Μακεδονίας τούτη την άνοιξη κι ήταν τόσο πρόσχαρο και αισιόδοξο. Το 'χαν ακούσει χιλιάδες άντρες, γυναίκες και παιδιά από την προαιώνια γενιά μου, ήταν ελληνικά τα λόγια του και πάσχιζα να καταλάβω το παραμύθι που μου ιστορούσαν. Τώρα όλοι αυτοί ήταν θαμμένοι εδώ πλάι, τ' άκουγαν μαζί μου μέσ' από τους τάφους των και σώπαιναν κάτω από τις μεγάλες μαρμαρένιες πλάκες. Πολλοί από τους τάφους ήταν διαγουμισμένοι από τους αρχαιοκάπηλους, όμως ήταν ακόμα πολλοί που απόμειναν ανέγγιχτοι.
Το ρωμαϊκό και το χριστιανικό νεκροταφείο έπιανε επίσης μεγάλον χώρο. Υπήρχαν εκεί μεγάλοι τάφοι που συγκοινωνούσαν με υπόγειες σήραγγες. Τα τοιχώματά τους ήταν από ένα είδος κόκκινο τσιμέντο, στολισμένοι με σταυρούς ζωγραφισμένους με μαύρο χρώμα. Στην επιφάνεια βρίσκαμε σκόρπια κομμάτια από αρχαία γλυπτά και μαρμαρένια λουλούδια. Οι μαγέροι είχανε στήσει το πυρομάχι πάνω σε δυο μάρμαρα. Το ένα ήτανε από το πόδι του λιονταριού της Αμφίπολης. Είπα την ιστορία του στο μάγερα του λόχου μου, μ' άκουγε δίχως να μιλά, και την άλλη μέρα είδα πως έβγαλε το λιονταροπόδαρο από τις στάχτες κι έβαλε στη θέση του μια πέτρα από το ποτάμι. Μου 'κανε εντύπωση τούτο το κίνημα.
Αρχίσαμε να ψαρεύουμε στο ρέμα. Φράζαμε με κλαδιά κάτι ρηχά περάσματα του ποταμού, ρίχναμε γαλατσίδες και ζαλίζαμε τα ψάρια. Κάτι μεγάλα ψάρια ως μισό μέτρο. Γδυνόμασταν, μπαίναμε στο ρέμα και τα πιάναμε ζωντανά. Σπαρταρούσαν στην αγκαλιά μας σαν μικρά παιδιά. Κάναμε συσσίτιο μ' αυτά και κείνα που περίσσευαν τα ρίχναμε στις μεγάλες χύτρες του λόχου, και κει μέσα παιδεύονταν ζωντανά, ώσπου να 'ρθει κι αυτονών η ώρα τους.
Καθόμουνα στην ακροποταμιά, έβλεπα κι άκουγα το νερό που περνούσε γάργαρο κάτω από τα πόδια μου. Έτσι που έτρεχε βιαστικό στην κατηφοριά, άγγιζε τ' αγριολούλουδα και τα λυγερά κλωνάρια που έγερναν με νάζι πάνω από την επιφάνεια. Τότες αυτά ζωντάνευαν, έπαιζαν με το ρέμα, γαργαλιόνταν κι έκαναν καμώματα και υποκλίσεις με τα χάδια της νεροσυρμής.
Ο άντρας, κάθε άντρας, γυρεύει σ' όλη τη ζωή του να ντύσει το ιδανικό του στη μορφή μιας γυναίκας. Αυτό, φυσικά, σπάνια το πετυχαίνει, γιατί η πραγματικότητα συχνά τον κάνει να καταλάβει πως αυτό το ίνδαλμα δεν είναι παρά η προβολή της ψυχής του πάνω σε πρόσωπα που έχουν όλες τις ατέλειες των ανθρώπινων πλασμάτων. Στον πόλεμο αυτή η λαχτάρα του στρατιώτη παίρνει οξύτερη μορφή, και τότες η πραγματοποίησή της αποτείνεται σε ιδανικά πρότυπα. Έτσι και στη δική μου περίπτωση, όλα τα χρόνια του πολέμου τρεις γυναίκες ενσάρκωσαν τα ερωτικά μου ιδανικά, χωρίς να με απογοητέψουν. Και αυτονών την ιστορία θέλω σήμερα να καταγράψω, να ξεδώσει η ψυχή μου από τη θύμησή τους.
Η πρώτη ήταν τούτη η κόρη της Αμφίπολης. Αμμία ήταν τ' όνομά της, κόρη του Τεύκρου και της Ηρώς, και τη γνώρισα κείνη την άνοιξη πλάι στο Στρυμόνα.
Ήταν μια μέρα που χάζευα περπατώντας μέσα στην έκταση του ελληνικού κεραμεικού, σαν βρέθηκα σε μιαν άπλα γεμάτη ανεμώνες. Ήταν εκεί απ' όλα τα χρώματα. Τριανταφυλλιές, μενεξελιές, κόκκινες, γαλάζιες, ασπρουλές από το ξεθώριασμα του ήλιου. Ένα θάμα ήταν από άνθιση και λουλουδιασμένα νιάτα. Μου άρεσε πάντα και κείνη η πικρούτσικη μυρωδιά τους που μοιάζει με άρωμα γυναικείας κόμης.
Ήμασταν μ' ένα σύντροφο, σκοτώθηκε κατόπι, Αντώνη τόνε λέγανε. Αντώνη Μπέτσο. Αγράμματο παλικάρι ήταν, μ' αγαπούσε και πιότερο με θαύμαζε. Του άρεζε να του λέω στίχους του Γρυπάρη: «Ξύπνα, Ροδόπη! Τ' αυγινό δροσόπαγο τινάζει του ύπνου τ' αποκάρωμα. Ξύπνα, κι ασπρογαλιάζει, θαμπός ακόμα περουζές...» Δεν τους πολυκαταλάβαινε, όμως άνοιγε τα μεγάλα καστανά μάτια του κι έλεγε: «Δεν έχει σημασία. Ξαναπές μου το, είναι πολύ ωραίο!»
Κι εγώ του το ξανάλεγα.
Καπνίζαμε, ξαπλωμένοι ανάμεσα στα λουλούδια, μιλούσαμε για το νησί μας κι ονειροπολούσαμε τις κοπέλες που γνωρίσαμε. Είπαμε. Ήμασταν πολύ νέοι, ήταν άνοιξη, είχε πολλά λουλούδια και το ποτάμι τραγουδούσε το τραγούδι της ζωής πλάι στην απέραντη νεκρόπολη, που μας γιόμιζε με το παραμύθι της παράξενης ιστορίας της και μας συγκινούσε.
Είχαμε απλώσει την κουβέρτα ανάμεσα στα λουλούδια, τα λέγαμε κι ήμασταν ευτυχισμένοι. Ακουμπούσα το κεφάλι για προσκέφαλο σε μια πέτρα, που την είχαν σκεπασμένη οι νέοι κισσοί και τα λουλούδια. Μετατοπίζοντας λοιπόν το κεφάλι, πρόσεξα πως ήταν μακριά και τετράγωνη. Είπα του Αντώνη και τη στήσαμε όρθια, την καθαρίσαμε από τις πρασινάδες που την είχαν τυλιγμένη. Τότες πρόσεξα πως από τη μια μεριά είχε κάτι σκαλίσματα. Έβγαλα το παγούρι και την έπλυνα με προσοχή. Ήταν από μια επιτάφια στήλη. Το ανάγλυφο μέρος ήταν μισολυωμένο από τα χρόνια και τις ανεμικές. Όμως ξεχώριζε ένα προφίλ από κοριτσίστικο κεφάλι και μια επιγραφή που ξεχώριζε ολοκάθαρη.
Ήταν ένα γλυκό προσωπάκι κόρης, που δε θα 'ταν πάνω από είκοσι χρονών. Τα χαρακτηριστικά ήταν όλο ευγένεια και λεπτότητα. Το κεφαλάκι της έσκυβε ανάλαφρα, και μια συγκρατημένη θλίψη ήταν χυμένη, κυρίως στα χαμηλωμένα μάτια και γύρω στο στόμα. Ήταν αρκετά φθαρμένη, όμως το περίγραμμα έβγαινε καθαρό, και η επιγραφή έλεγε:
ΤΕΥΚΡΟΣ ΚΑΙ ΗΡΩ
ΤΗ ΘΥΓΑΤΡΙ ΑΜΜΙΑ
ΜΝΗΜΗΣ ΧΑΡΙΝ
Απόμεινα πολλήν ώρα συγκινημένος μπροστά σ' αυτό το επιτάφιο μάρμαρο της πεθαμένης Ελληνοπούλας που ήρθε με τόσο παράξενο τρόπο να φανερωθεί σ' ένα στρατιώτη της ίδιας πατρίδας ύστερ' από τόσους αιώνες. Μου φάνηκε πως κάποια μυστική δύναμη που εκπορευόταν από το νεκρό κορίτσι μ' έφερε ως εδώ ν' ανακαλύψω το μνημείο της. Ο Αντώνης κοίταζε κι αυτός συγκινημένος και δε μιλούσε. Κάναμε ένα στεφάνι από κισσό και ανεμώνες, και το αφήσαμε μπρος στο μάρμαρο.
Πήγαινα κάθε μέρα και την επισκεφτόμουνα μονάχος. Κάθιζα μαζί της ολάκερες ώρες, να βλέπω το λυπημένο πρόσωπό της, και της άλλαζα τα λουλούδια.
Την ημέρα που ξεκίνησε το Σύνταγμα να φύγει, έβγαλα το μολύβι κι έγραψα πάνω στο μάρμαρο τούτους τους στίχους:
ΑΜΜΙΑ
Διάβη κουρσάρος πετροκαταλύτης
καιρός πα στη μεγάλη σου πατρίδα.
Και στα λευκά συντρίμματα άλλη ακρίδα
χυμάει: ο αρχαιολόγος κι ο αγιογδύτης.
Νεκρή παρθένα, της πικρής μου νιότης
τη βάρκα γέρνω σήμερα αραγμένη
πα στην ταφόπετρά σου τη γραμμένη,
τραγουδιστής σου Έλληνας στρατιώτης.
Τίποτα πάρεξ η σιωπή δεν απομένει
και γύρω στη σπασμένη στήλη μόνες
μαβιά στεφάνια πλέκουν οι ανεμώνες
για μια μορφή γλυκιά, μισοσβησμένη.
Ρημάδι το σεμνό σου μνήμα, μόνο
μια πλάκα, της Μνήμης μετερίζι,
των γονιών σου τον πόνο μου ιστορίζει
κάθε που με λαχτάρα σε σιμώνω.
Κι από τους τάφους βλέπω ν' αναβρύζει
την Αγάπη, που μόνο αυτή γνωρίζει
στη Λήθη ενάντια ν' ακουμπάει μνημεία:
«Τεύκρος και Ηρώ, τη θυγατρί Αμμία».
Ύστερα ξανάρχισαν οι ξεθεωτικές πορείες, κι ο γυλιός είχε γίνει πολύ βαρύς απ' τους αρχαιολογικούς θησαυρούς που τον είχα γεμίσει. Όλοι αυτοί οι μικροθεοί που σήκωνα στη ράχη άρχισαν να μου τραβούν οδυνηρά τα λουριά στους ώμους.
Κατάλαβα τι μου γύρευαν.
Άνοιξα μια μέρα έναν μικρό λάκκο και τους ξανάθαψα όλους στη μακεδονική γη που τους γέννησε και της ανήκαν.
ΙΙ
ΝΙΛΟΥΦΕΡ
Η άλλη, Νιλουφέρ τη λέγανε. Την αντάμωσα στην Προύσα. Χτες εδιάβαζα κάτι για την Προύσα. Μια σοφή μελέτη ήταν, γεωγραφική, γεωλογική, εθνολογική γύρω σ' αυτή την πολιτεία της Ανατολής. Τη διάβαζα και απορούσα. Πώς γίνεται να μιλούν και να γράφουν έτσι ψύχραιμα γι' αυτή που είν' ένα παραμύθι απίθανο, ένα τραγούδι από χίλια αηδόνια; Μονάχα σ' ένα βιβλίο με ποίηση θα χωρούσε, ένα βιβλίο δεμένο με χρυσάφι, με ψηφιά από πράσινο σμάλτο και πορφυρά στολίσματα, σαν κι αυτά τα πολύτιμα Κοράνια που χάιδεψα μέσα στο απέραντο Ουλού τζαμί με τα σιντριβάνια που δροσίζουν και προσεύχονται, και μέσα στο θαυμαστό Πράσινο τζαμί, όπου κάθε τελεία είναι από καθαρό χρυσάφι, και κάθε λέξη «Αλλάχ» είναι ένα ζωγραφικό κέντημα κόκκινο με μπορντούρα χρυσή και γαλάζια.
Πάω να την αναθυμηθώ κι ο νους μου αρχίζει: Μια φορά κι έναν καιρό... Γιατί απόμεινε μέσα στη μνήμη μου σα μια ονειροφαντασιά που κάποτε οραματίστηκε η ψυχή μου, και λέω να σηκώθηκε και πέταξε έτσι ανάλαφρα και αθόρυβα μια νύχτα στον κόσμο των ονείρων απ' όπου ξεκίνησε και ήρθε. Σηκώθηκε και πέταξε ανάερη πάνω από τον Όλυμπο της Βιθυνίας, νεφέλη φωτεινή, κούφη, γεμάτη χρώματα που πάλλονται, ιριδισμούς χαρούμενους και ήχους από μικρές καλαμένιες φλογέρες των δερβισάδων, που χορεύουν τους αστρικούς χορούς των μέσα σε απέραντες αίθουσες στρωμένες με δροσερή κίτρινη μαλτεζόπετρα, χορεύουν, χορεύουν ώσπου να πέσουν αναίσθητοι βγάζοντας αφρούς από τα άσπρα χείλη τους. Κατόπι αυτό το κούφο όραμα θα ταξίδεψε ήρεμα ανάμεσα στ' άστρα και θα 'σβησε, ρόδινη ατμίδα ονείρου. Θα 'σβησε. Θα 'σβησε.
Έτσι όλες οι μέρες, όλες οι νύχτες που έζησα μέσα της, μου έμειναν θησαυρισμένες σαν αμφίβολες θύμησες από όνειρο τόσο γλυκό και τόσο μακρινό. Περπατούσα μέσα στα απίθανα σοκάκια, που σε κάθε βήμα σε παραφυλάνε χαρούμενες εκπλήξεις αρχιτεκτονικές, χρωματικές, φυτικές. Έσερνα τις πελώριες παντούφλες μέσα στα δροσερά τζαμιά, ανάμεσα στα περιστέρια, κάτω από τα μαγικά δέντρα. Από παντού τραγουδούσαν κρεμάμενα νερά, ψιθύριζαν φυλλωσιές, σειούσαν τα βάια τους οι πράσινοι θάμνοι. Οι ίσκιοι άπλωναν ευφροσύνη μέσα σε μια πολιτεία φανταστική, που γεννήθηκε μέσα στον ύπνο ενός χασισοπότη.
Βγήκε μέσ' από τ' όνειρο και στάθηκε με τους καλλιγραφημένους μιναρέδες, τις πολύκρουνες βρύσες και τα πελώρια πλατάνια της, στάθηκε πάνω σε μια ψηλή βεράντα ολάνθιστη, κρεμασμένη πάνω από τον κάμπο της ευφροσύνης. Μέσα σε κανένα άλλο παραμύθι, μέσα σε κανένα άλλο τραγούδι δεν άκουσα τόσα γλυκόλογα νερά, χορευτικά νερά, τόσα αηδόνια, τόσα χαρούμενα δέντρα, τόσες βρύσες. Ο ουρανός της ακουμπά στις χρυσές λόγχες των αμέτρητων μιναρέδων πάνω από την ιερή πολιτεία των νεκρών σουλτάνων. Γιατ' είναι η νεκρόπολη των βασιλιάδων αυτή, ο ευφρόσυνος παράδεισος των ηρώων. Κοιμούνται οι πολέμαρχοι σουλτάνοι μέσα σε νεκροπάλατα, χτισμένα όλο ακριβή πέτρα και ψηφί γαλάζιο και πλακί της Κιουτάχειας. Είναι κουβούκλια ψηλοτάβανα με πράσινους κουπέδες, και το φως κατεβαίνει από ψηλά πάνω στους βασιλικούς τάφους. Παντού είναι ο δουλεμένος μπρούντζος, το παλιό χρυσάφι και το σομακί, κι από παντού τα αρχαία χείλια της Ανατολής απλώνουν την αιώνια άνοιξη των αμάραντων λουλουδιών. Γύρω στους τοίχους είναι ακουμπισμένα τ' άρματά τους, τα σαντζάκια τους, το μικρό ακριβό πεύκι με τη στορισμένη καντήλα της προσευχής στη μέση. Αυτού πάνω γονάτιζαν να προσευχηθούν στον Προφήτη, σαν κουράζονταν να πολεμούν και να σφάζουν τους άπιστους οχτρούς της δόξας του. Όλοι τους μεγάλοι πολέμαρχοι, η ράτσα του Οσμάν.
Ξεκίνησαν από τα βάθη της Ανατολής, μια φούχτα φαντασμένοι μουσουλμάνοι στην αρχή, τις πράσινες παντιέρες με τα διχαλωτά κοντάρια επί κεφαλής, με στίχους από το Κοράνι κεντημένους στο σαντζάκι. Ήταν ορμητικοί και ασυγκράτητοι σαν ένας θεϊκός ανεμοσίφουνας που όσο προχωρεί όλο και θεριεύει και πυργώνει το σκοτεινό κεφάλι που αλέθει τα σύγνεφα. Πέρασαν, λαίλαπα θριαμβευτική, πάνω από την παράλυτη αυτοκρατορία του Βυζαντίου, σέρνοντας πίσω τους τα φοβερά φουσάτα των Ασιατών, με τις άσπρες αλογοουρές ν' ανεμίζουν στα ψηλά κοντάρια.
Έξω από τα μαυσωλεία είναι τα σιντριβάνια που ψιχαλίζουν δροσιά, τα κυπαρίσσια και τα ιερά περιστέρια που κλαιν ερωτικά, οι αμέτρητες βρύσες, όλο σκαλιστή πέτρα και γραμμένη Κιουτάχεια. Στον περίβολο, κάτω από τα δέντρα είναι σκαλιστές σε μάρμαρο στρογγυλές γούρνες. Τις γεμίζουν αδιάκοπα δροσερό νερό οι γέροι μουσουλμάνοι που υπηρετούν το ιερό, να κατεβαίνουν τα πουλιά τ' ουρανού να πίνουν και να βρέχουν τα φτερά τους στις μεγάλες ζέστες. Πελώρια πλατάνια ισκιώνουν τον τόπο, οι όρθιες λεύκες σουσουρίζουν με τα μεταξωτά πέταλα της φυλλωσιάς.
Οι Προυσιανοί γερόντοι, απόγονοι της παλιάς γενιάς των πολεμιστών της εποχής που η Προύσα ήταν η καρδιά της μαχητικής αυτοκρατορίας, πατριαρχικοί άσπροι γέροι, ωραίοι μέσα στους μακριούς ανοιχτόχρωμους τσουμπέδες, κάθουνται ώρες ένα γύρω δίχως να μιλάνε. Ακούνε το νερό που μιλά, τα πελώρια δέντρα να ψιθυρίζουν τα μυστικά της αιωνιότητας. Τ' ακούνε σοβαροί, στοχαστικοί, γιατί καταλαβαίνουν τη γλώσσα τους. Οι μεγάλοι κεχριμπαρένιοι κόμποι από τα μακριά κομπολόγια στάζουν με δροσερό ήχο, ήλεχτρο πάνω στο ήλεχτρο, σαν κλεψύδρες που μετράνε αργά με μικρά αποσιωπητικά την ωραία και ψεύτικη ζωή.
«Γκιουζέλ ντουνιά... Γιαλάν ντουνιά...»
Μέσα κοιμούνται τον αιώνιο ύπνο οι νεκροί βασιλιάδες. Ησυχία. Και σιωπή που κρατάει αιώνες την ανάσα της. Κάπου - κάπου ένα χρυσαφί φύλλο ξεκολνάει από τον μίσχο του, πεταλουδίζει από δω κι από κει στον αέρα, στο τέλος ακουμπά ανάλαφρα στο μάρμαρο, στο νερό.
Ο σοφτάς που νοιάζεται το μαυσωλείο περπατάει αθόρυβα στις δροσερές πλάκες. Φοράει ένα είδος κοντόκαλτσες από κίτρινο πετσί, μαλακό και λεπτό σα γάντι. Αυτός κρατάει αναμμένες τις ακοίμητες λαμπάδες, χοντρές σαν κορμοί δέντρων, που καίνε αιώνες το αγνό μελισσοκέρι τους πάνω στα μπρούντζινα μανουάλια, ψηλά ως ένα μπόι. Σαν κοντεύουν να τελειώσουν, λυώνουν το υπόλοιπο κερί μαζί με το καινούργιο που θα χύσουν για την καινούργια λαμπάδα. Έτσι πάει συνέχεια από τις πρώτες που άναψαν πάνω στους τάφους πριν από αιώνες. Αυτός νοιάζεται τ' άρματα του νεκρού που κρέμουνται στους τοίχους, τ' ασημένια χαντζάρια, τα κοντάρια της μάχης και τα μπαϊράκια, αυτός ξεσκονίζει τ' αρχαία χαλιά που σκεπάζουν τα μακριά κιβούρια με την τριγωνική ράχη, αυτός φρουρεί τη σιωπή.
Το κιβούρι του κάθε σουλτάνου είναι υπερφυσικά μακρύ! Μπορεί να 'ναι και τρία μέτρα.
Μακρύς ο λάκκος που άνοιξε και κλει το γίγαντά μου.
Παραδίπλα στον τάφο του γενάρχη είναι τα μνημεία των δικώνε του, οι σουλτάνοι και οι πρίγκιπες, αυτά σε φυσικό μέγεθος. Μπροστά στο σουλτανικό μνημείο μοιάζουν σαν να 'ναι μια ράτσα νάνοι.
Έτσι είναι μέσα στο κάθε μαυσωλείο όλοι οι τάφοι των σουλτάνων, έτσι είναι και του Ορχάν, του περήφανου γενάρχη που πήγα να τον επισκεφτώ κείνο το καλοκαιριάτικο πρωί στο Τσέκιργιε.
Το Τσέκιργιε είναι ένα παραδεισιακό τοπίο χωμένο στις φυλλωσιές, με τα νερά που τινάζουνται από παντού, από τους τοίχους, από τους φράχτες, από τα υπόγεια των σπιτιών. Υπάρχουν εκεί και δημόσια σπίτια με λαϊκές αφροδίτες από όλες τις φυλές. Τουρκάλες, Αρμένισσες, Ρωμιές, Οβραίες.
Στον κεντρικό θάλαμό τους υπάρχει μια μεγάλη πισίνα που αναβρύζει χλιαρό νερό. Εκεί μέσα κολυμπάνε σαν χρυσόψαρα, και οι πελάτες ψαρεύουν κατά τα γούστα τους. Εκεί μια μέρα έγινε ένα φονικό. Μια από τις κοπέλες την κάρφωσε ένας ζουλιάρης εραστής στη ράχη. Ήταν εκτεθειμένο το γυμνό κορμί της στο μάρμαρο του Ελληνικού Νοσοκομείου για την ιατροδικαστική έκθεση.
«Έλα να δεις ένα αριστούργημα», μου 'πε ο γιατρός.
Πήγα και το 'δα κι απόμεινα να το βλέπω για την ομορφιά του. Στητό, νεανικό, όλο ρυθμός και νιότη, με στέρεα μέλη σαν ελληνικό γλυπτό. Πήραν τ' ωραίο λείψανο οι συντρόφισσές της, το βάλανε στη μέση, το σκέπασαν μ' ένα κόκκινο μεταξωτό σεντόνι και το μοιρολογούσαν κάθε μια στη γλώσσα της. Μαζί, έκλαιγε η κάθε μια και τη δική της πικρή μοίρα. Ήταν η μέρα που πήγα στο μαυσωλείο του Ορχάν.
Πριν έβγω πρόσεξα πλάι στο γιγάντιο μνήμα του γενάρχη ένα άλλο μικρούλι, μικρούλι σαν παιδιάστικο. Ήταν σκεπασμένο με ψιλοκεντημένο μενεξελί κατιφέ.
«Τίνος είν' αυτό;» ρώτησα ψιθυριστά.
Ο φύλακας μου 'δειξε μια μπρούντζινη πλάκα που κρεμόταν από το μνημείο, γραμμένη με περίπλοκα αραβικά γράμματα.
«Είναι το μνήμα της Σουλτάνας Νιλουφέρ», μου απάντησε.
Με κοίταξε επίμονα στα μάτια και απόσωσε:
«Ήταν από τους δικούς σας. Σιζινκιντέ. Ουρούμ!»
«Ρωμιά ήταν η Νιλουφέρ;»
«Ρωμιά, εφέντημ».
Ήταν ένας γέρος σοφτάς με κανονικά έξυπνα χαρακτηριστικά και γαλανά μάτια. Φορούσε ένα καφτάνι μακρύ ως τα πόδια σε χρώμα τρυφερό καστανί. Του 'βαλα στο χέρι μερικά λεφτά. Τα δέχτηκε με πονηρό χαμόγελο, αφού πρώτα κοίταξε μην τον είδε κανείς. Τον έκανα να μου ξαναπεί πολλές φορές το ξωτικό όνομα της βασίλισσας, με κείνο το «ου» λεπτό σαν αναστεναγμός, με κείνη τη συγχορδία από μαλακά σύμφωνα που χάιδευε την ακοή μου. Ήταν σαν μια δοξαριά σε βιολοντσέλλο που έσβηνε μέσα στον ψίθυρο της φυλλωσιάς.
Δεν έψαξα την Ιστορία να μάθω τα καθέκαστά της. Τι μπορεί να ξέρει η Ιστορία από τραγούδια και παραμύθια. Τ' όνομα ήταν κιόλας ένα τραγούδι. Η ζωή της θα 'ταν ένα παραμύθι. Άκουσα τη διήγηση του γέρου φύλακα, έψαξα και στις στοματικές παραδόσεις των Ελλήνων της Προύσας για να βρω τα ίχνη της Νιλουφέρ μέσα στους θρύλους. Ρώτησα Τούρκους και Ρωμιούς να μου πουν. Και μια μέρα τη βρήκα. Χάρηκα σαν να τη γνώρισα ζωντανή. Με βοήθησε κι ο Δήμαρχος της Προύσας, που ήταν ένας τετραπέρατος Τούρκος. Η γυναίκα του ήταν Ρωμιά από τη Λάρισα. Με κάλεσε στο μέγαρό τους, μα η γυναίκα του δεν εμφανίστηκε. Αυτός προμήθευε στα στρατιωτικά μας νοσοκομεία όλο το γάλα που δίναμε στους τραυματίες κι έτσι ξέραμε πως μ' αυτό τον τρόπο του ήταν εύκολο να αναφέρει στην κατασκοπεία του Κεμάλ πόσες χιλιάδες λαβωμένοι και άρρωστοι φαντάροι μας νοσηλεύονταν μέσα στην πολιτεία.
Ποιο να 'ταν τάχα το χριστιανικό όνομα της Νιλουφέρ πριν να τουρκέψει; Αυτό κανένας δεν ήξερε να μου το πει. Καλύτερα έτσι. Ποτές τ' όνομα καμιάς γυναίκας δε θα μπορούσε να 'ναι γλυκό σαν το δικό σου, σουλτάνα Νιλουφέρ. Όμως ξέραν το περιστατικό της ζωής σου, και είπα να κάτσω να το ιστορήσω εγώ, ένας Έλληνας στρατιώτης που ήρθα προσκυνητής σου ύστερ' από τόσους αιώνες και άφησα κείνο το πρωί ένα κόκκινο γαρίφαλο πάνω στον κεντημένο κατιφέ σε χρώμα μενεξελί που σκέπαζε το μικρό κιβούρι σου.
Τ' όνομα το 'ξερα από τη μέρα που μπήκαμε στην Προύσα, σα μου χάιδεψε για πρώτη φορά την ακοή μου η μουσική του. Σαν σταθείς πάνω στην τεράστια βεράντα που σχηματίζει το τοπίο που είναι χτισμένη η Προύσα, θα δεις κάτω τον απέραντο κάμπο της. Είναι ένας αληθινός παράδεισος με όλα τα δέντρα, όλα τα φρούτα, τα πουλιά και τα λουλούδια της Ανατολής. Έχει κι αμπέλια εκεί, με κάτι σταφύλια που οι ρόγες τους είναι χλωμές, διάφανες και μακρουλές. Ρώτησα πώς λένε το είδος τους και μου 'πανε: «καντίν παρμάκ», δάχτυλα της κυρίας. Οι Τούρκοι έχουν πολλά τέτοια ποιητικά ονόματα παρμένα από τη λατρεία της γυναίκας, που τα δίνουν σε φρούτα και σε γλυκίσματα. «Καντίν σκεμπέ», η κοιλιά της κυρίας, «καντίν μπουρτού», ο μηρός της κυρίας και τέτοια. Ανάμεσα στις κερασιές και τ' αμπέλια του κάμπου τρέχει ένα ασημένιο ποταμάκι. Τρέχει και τραγουδά ανάμεσα σε κείνη τη φανταστική βλάστηση και οι όχθες του είναι φουντωμένες από αγριολούλουδα. Ρώτησα τ' όνομά του και μου 'χαν πει το ίδιο μουσικό όνομα. Νιλουφέρ το λένε ως τα σήμερα. Νιλουφέρ θα πει νυμφαία, νούφαρο. Και τώρα το ξανάκουσα γραμμένο με χρυσά αραβικά ψηφιά πάνω στον τάφο της σουλτάνας.
Από το λυρικό αυτό ποταμάκι πήρε τ' όνομά της τάχα ή από κείνη το πήρε το ρέμα; Ποτές δε μπόρεσα να μάθω. Μόνο το παραμύθι της σύντομης ζωής της έμαθα και κείνο είναι που ιστορώ.
Ο σουλτάνος Ορχάν, γενάρχης των πολέμαρχων βασιλιάδων, ερχόταν με τ' άγρια φουσάτα του από το δρόμο του Εσκί Σεχίρ να κάνει την Προύσα πρωτεύουσα της μουσουλμανικής αυτοκρατορίας του. Πήγαινε μπροστά με τους άγριους καβαλαρέους του και πίσω ακολουθούσε η πεζούρα. Ο ήλιος άστραφτε πάνω στους αλυσιδωτούς θώρακες και τα μετάλλινα κράνη. Μεγάλα τύμπανα γιόμιζαν με τη βροντή τους τον κάμπο, οι μαύροι ζουρνάδες ούρλιαζαν μέσα στο καταμεσήμερο. Κουρνιαχτός σηκωνόταν απ' το μεγάλο ποδοβολητό, πετούσε πάνω από το στράτευμα, ακλουθώντας το σαν χρυσό σύννεφο. Περνούσαν από το Γενί Σεχίρ, σαν είδαν μεγάλη σύναξη να βγαίνει από το χωριό. Πιλάλησαν τ' αλόγατα να δουν τι τρέχει, ν' αναφέρουν στο σουλτάνο.
«Μια Ρωμιοπούλα παντρεύεται», του 'παν, «και την πηγαίνουν στην εκκλησία τους οι γκιαούρηδες να τη στεφανώσουν. Είναι», του είπαν, «η πεντάμορφη του κόσμου, η ντουνιά γκιουζελίμ. Μια γυναίκα λουλούδι. Όποιος την αντικρίσει θαμπώνεται από την ομορφιά της. Έχει, λέει, το πιο γλυκό χαμόγελο του κόσμου. Κάντιο στάζει το χείλι της».
Ο Ορχάν διάταξε να του την φέρουν κι απόμεινε να τη θαυμάζει. Ήταν ένα κοριτσάκι μόλις δεκάξι χρονώ. Το δέρμα της άσπρο, διάφανο σαν φαρφουρένιο, τα μάτια της μαύρα σαν γιούσουρο. Έτρεμε χεροπόδαρα σαν την πήγανε μπροστά του και στα πυκνά χαμηλωμένα ματόκλαδά της έλαμπαν δάκρυα.
«Εσύ 'σαι η ντουνιά γκιουζελίμ, αρνάκι μου;» τη ρωτά. «Εσύ 'σαι που 'χει το πιο γλυκό χαμόγελο του κόσμου;»
«Εγώ, πολυχρονεμένε μου βασιλιά, είμαι μόνο η σκλάβα σου», λέει τρομαγμένη η νυφούλα, κι έτρεμε το χειλάκι της.
Έσκυψε από τ' άλογο και της χάιδεψε τις πλεξούδες που ήταν μπλεγμένες με τις χρυσές τρέμουσες του γάμου.
«Γιαβρούμ», της είπε, «από σήμερα είσαι γυναίκα μου. Ένα τέτοιο νούφαρο πολύ πάει στα χέρια ενός χωριάτη γκιαούρη. Τ' όνομά σου από δω κι εμπρός θα 'ναι Νιλουφέρ. Γιατ' είσαι σαν το νούφαρο που τρέμει πάνω στα νερά».
Δεν είπε τίποτα. Τι μπορούσε να πει; Δάγκασε τα χείλη της, ήπιε τα δάκρυά της και πήγε μαζί. Δυο καβαλαρέοι από τη σουλτανική φρουρά δέσαν ένα φορείο από κόκκινο βελούδο στα κοντάρια τους, την σήκωσαν έτσι λαφρυά που ήταν ανάμεσα στα δυο άλογα και βάδιζαν αργά - αργά πλάι στο βασιλιά. Έγινε η πρώτη σουλτάνα, τη ντύσανε στο μαργαριτάρι και την έλουσαν στα πιο ακριβά μυρωδικά της Ανατολής.
Ο σουλτάνος την ερωτεύτηκε, της έκανε όλα της τα θελήματα, τη φύλαγε σαν τον πιο ακριβό θησαυρό του παλατιού του. Όσο έζησε στο χαρέμι του, ο Ορχάν φέρθηκε με πολλή καλοσύνη στους σκλάβους χριστιανούς για χάρη της. Όμως το ξακουσμένο της χαμόγελο, «το πιο γλυκό χαμόγελο του κόσμου», έσβησε πια από κείνη τη μέρα πάνω στα χείλη της. Μέσα της άρχισε να την τρώει το σαράκι της αμαρτίας και η νοσταλγία των δικώνε της. Κλεινόταν στους βασιλικούς νοντάδες, γονάτιζε και προσευχότανε μυστικά στην Παναγία, που άθελά της την απαρνήθηκε κι έγινε μουσουλμάνα.
Έτσι έσβησε σιγά - σιγά η Νιλουφέρ, όπως ένα νούφαρο που το ξεριζώνουν από τα νερά για να το κλείσουν σε χρυσό ανθογυάλι. Τη βρήκαν πεθαμένη στο μεταξωτό σελτέ της μια μέρα που ο βασιλιάς έλειπε σε καινούργιο πόλεμο με τους γκιαούρηδες. Οι χριστιανοί της Προύσας μου είπαν ακόμα πως, σαν την αντίκρισαν νεκρή, κρατούσε στα σφραγισμένα χείλη της ένα κόσμημα που της είχε χαρίσει ο Ορχάν. Ήταν ένα διαμαντένιο τόξο που το έκοβε μια χρυσή σαΐτα. Είπαν πως ξεψυχώντας έβαλε τούτο το στολίδι στα χείλη της για να πεθάνει φιλώντας το σταυρό που απαρνήθηκε.
Ξαναπήγα πολλές φορές στον τάφο της και κάθε φορά της άφηνα ένα κόκκινο γαρίφαλο. Ο γέρος φροντιστής του μαυσωλείου με είχε γνωρίσει πια, με χαιρετούσε από μακριά.
«Για τη Νιλουφέρ, εφέντημ;»
«Για τη Νιλουφέρ...»
Περπάτησα πολλές φορές πλάι στο ανθισμένο ποταμάκι που 'χει τ' όνομά της. Το ρέμα έτρεχε γάργαρο, και το 'λεγε με τη νερένια γλώσσα του αυτό τ' όνομα, το ξανάλεγε και το 'παιρνε μαζί του και πότιζε τα λουλούδια στις όχτες του.
Πάσχισα όσο μπορούσα να βρω κι άλλα σημάδια από το πέρασμά της. Μια ανάλαφρη πατημασιά από τα χρυσά της πασουμάκια πάνω στην κρύα στάχτη των αιώνων. Ήτανε πια πολύ γνώριμός μου κείνος ο βασιλικός νεκροθάλαμος ανάμεσα στα δέντρα του Τσέκιργιε. Ένα γύρω στο θόλο του σέρνανε τις σπείρες τους τα ολόχρυσα φίδια από τα αραβικά ψηφιά που σκεδίαζαν τα ρητά του Κορανίου σε περίτεχνα καλλιγραφήματα.
Όσο μούχρωνε, μεγάλωναν οι ίσκιοι, έφεγγαν πιο μυστηριακά οι δυο πελώριες λαμπάδες, η κίνηση από τους ίσκιους ζωντάνευε τα χρυσά γράμματα. Τα έκανε λαμπερά σερπετά με κουλουριαστές ουρές που μπερδεύονταν σε ερωτικούς κόμπους μέσα στο μισόφωτο που μύριζε γλυκό μελισσοκέρι. Κι εγώ, ένας χριστιανός στρατιώτης, καθόμουνα κοντά της, χάιδευα με το χέρι το μαλακό βελιό του τάφου και τη συλλογιόμουν.
Και μια νύχτα πλημμυρισμένη από φεγγάρι που καθόμουν στις πεζούλες έξω από το τζαμί του Ορχάν, άκουγα τα νερά να μουρμουρίζουν στις μαρμαρένιες γούρνες και τα περιστέρια να κλαιν ερωτικά μέσα στον ύπνο τους. Και τη μελετούσα σαν τους ερωτευμένους που πάνε μέσα στη νύχτα να ξυπνήσουν την αγαπημένη τους και ψιθυρίζουν τ' όνομά της, να μην τ' ακούσει άλλος:
«Νιλουφέρ... Νιλουφέρ... Νιλουφέρ...»
ΙΙΙ
Η ΠΡΙΓΚΙΠΕΣΣΑ
Ήταν οι τελευταίες μέρες της Μικρασιατικής Εκστρατείας σαν βρέθηκα στο Σεϊντί - Γαζή αξιωματικός του Επιτελείου της Ανεξάρτητης Μεραρχίας. Πρόκειται για μια κωμόπολη με κάπου τρεις χιλιάδες κατοίκους. Όλοι Τούρκοι. Το παλιό της όνομα, το ελληνικό, ήταν Νακέλεια. Ένα τοπίο άχαρο, στεγνό σαν να πέρασε η φωτιά πάνω από τους κίτρινους χαμηλούς λόφους κι έθαψε κάθε πράσινη δροσιά. Φτωχός ο κόσμος, κακομοιριασμένος. Μοιράζαμε συσσίτιο σ' ένα πλήθος γυναικούλες πεινασμένες και βρώμικα Τουρκάκια. Ένιωθα μια κατάθλιψη να μου πλακώνει το στήθος από ένα τέτοιο περίγυρο και το μόνο ξανάδωμα της ψυχής μου ήταν σαν καβαλικεύαμε τ' άλογα μας και χανόμαστε μέσα στις κατάφυτες οχτιές του γραφικού ποταμιού που πριν είχε το ωραίο όνομα Παρθένιος και οι Τούρκοι το λέγανε Σεϊντί - Σου. Νερό του Σεϊντί.
Αυτός ο Σεϊντί - Γαζής ή Σεΐντ - Γαζή είναι ένας από τους εθνικούς ήρωες των Τούρκων, απ' αυτούς που πέρασαν, θεομηνία από φανατικά στίφη μουσουλμάνων, και σάρωσαν στο διάβα τους όλο τον χριστιανικό ελληνόκοσμο που κατοικούσε τον τόπο. Σφαγή, εξανδραποδισμός και εξισλαμισμός. Τώρα όλα εδώ ήταν βουλιαγμένα στο βούρκο της βαρβαρότητας, του φανατισμού και της φτώχειας.
Μοναδική έξαρση στο πληχτικό τοπίο ήταν ο λόφος του Τεκέ. Ένα ανηφορικό ψήλωμα πάνω από το χωριό, κάπου 120 μέτρα, όλο πέτρα κι αγκάθι. Όμως στην κορφή του ήταν ο Τεκές. Ένα πελώριο κτίσμα, σε μαυριτάνικο ρυθμό. Κάτι σαν κλειστό κάστρο, μια βάρβαρη γραφική κορώνα από σκουριασμένη πέτρα. Κάποτε θα 'ταν χριστιανικό μοναστήρι, πριν τουρκέψει ο τόπος. Μέσα στις κατακόμβες του βρήκα μια μεγάλη μαρμαρένια κολυμπήθρα στολισμένη με σταυρούς. Άκουγα τα βήματά μου ν' αντηχούν παράξενα πάνω στις αρχαίες πλάκες. Η απόλυτη μοναξιά ξανάδινε τους ήχους. Περπατούσε κανείς μέσα στο παρελθόν. Το σκοτεινό, το πένθιμο, το βρυκολακιασμένο. Εκεί πάνω, εκεί μέσα σκοτείνιαζε γρήγορα. Οι ίσκιοι γιόμιζαν τις γωνιές από πολύ νωρίς. Έγερνε ο ήλιος, έβαφε κόκκινα τα τείχη, τις ψηλές καμινάδες, το λιγνό μιναρέ. Ένιωθα ένα σύγκρυο στη ράχη, να περπατώ μονάχος μέσα σε κείνο τον πεθαμένο κόσμο, που τον κατοικούσαν οι θρύλοι των αιώνων και οι νυχτερίδες που ξεκολνούσαν από τα υπόγεια σαν κομμάτια από σκοτάδι, που ζωντάνευαν και πετούσαν χωρίς ήχο. Τούτο το μοναχικό χτίσμα, σηκωμένο εκεί ψηλά, ήταν η μοναδική ποικιλία μέσα στο θλιβερό περίγυρο. Οι σκοτεινές γραμμές του έπαιρναν κατά το μούχρωμα μια καταθλιπτική μεγαλοπρέπεια, σαν να σήκωνες πάνω στο στήθος όλο τον όγκο του.
Ο σουλτάνος Αλαεντίν μεταμόρφωσε το αρχαίο βυζαντινό μοναστήρι σε τούτο το μνημειώδες καραβάν - σεράι. Εδώ στάλιαζαν τα μεγάλα καραβάνια από γκαμήλες φορτωμένες τα εμπορεύματα. Μέσα είχε μεγάλους φούρνους, να εφοδιάζουν με ψωμί τους ταξιδιώτες και χώρους, για να κοιμούνται οι ταξιδιώτες τη νύχτα. Τώρα δεν ήταν εκεί τίποτ' απ' αυτά. Ήταν μόνο δυο νεκροί που κατοικούσαν το πέτρινο μαμούθ και το φύλαγαν με τη σιωπή τους.
Ο ένας ήταν ο ήρωας Σεϊντί - Γαζή, ο Θριαμβευτής. Το μνήμα του, μοναχικό και απέραντο, είχε μάκρος πάνω από τέσσερα μέτρα, σαν να κοιμόταν ένας σαραντάπηχος κάτω από τη λάρνακα. Το κιβούρι σκεπασμένο με πολύτιμα χαλιά. Οι τοίχοι στολισμένοι με τα όπλα, το απέραντο κομπολόϊ του ήρωα που 'δωσε τ' όνομά του στο χωριό και στο ποτάμι. Στις γωνίες ακουμπισμένες οι αρχαίες σημαίες των νικητών. Πράσινες σημαίες, ξεθωριασμένες από τους αιώνες, πάνω σε κοντάρια που τέλειωναν σε διχάλα. Ρητά από το Κοράνι ήταν κεντημένα σ' όλο το φάρδος.
Ο άλλος νεκρός ήταν μια πριγκιπέσσα. Οι Τούρκοι του χωριού σαν αρρωστήσουν έρχονται και κρεμάζουν από τα σιδερένια κάγκελα που είναι γύρω στη σαρκοφάγο κουρελάκια από το ρούχο τους, να φύγει η αρρώστια. Ήταν χριστιανή και τούτη η κοπέλα, που βρήκαν τον τάφο της στα βάθη της τουρκεμένης Ανατολής. Γύρω στον τάφο της καίνε τέσσερα τεράστια μανουάλια από μπρούντζο. Απάνω τους είναι ακόμα στορισμένες οι εικόνες της Παναγίας και του Χριστού. Πέθανε νέα, μαραζωμένη από τον καημό της. Οι Τούρκοι τη σέβονταν σαν αγία. Τους προστατεύει από τις αρρώστιες και τους πυρετούς που έρχονται από το ποτάμι πάνω στα φτερά των κουνουπιών. Μέσα στη θολή μνήμη αυτών των μουσουλμάνων υπάρχει σαν παραμύθι μισολησμονημένο ο θρύλος της.
Προσπάθησα να συμμαζέψω με σεβασμό αυτά τα κουρέλια της ιστορίας της.
Ήταν, λέει, η κόρη του βασιλιά που κυβερνούσε τον τόπο. Ευγενική και πεντάμορφη σαν το αστέρι της αυγής. Καλοκαίρι. Ο τόπος έβραζε από τη ζέστη. Η μικρή πριγκιπέσσα καθότανε στο μπαλκόνι του πύργου της κι έτρωγε κεράσια. Από κάτω, στον ίσκιο ενός μεγάλου δέντρου, κοιμόταν ο πατέρας της κουρασμένος από τις έγνοιες και τις θέρμες που τον έλυωναν. Όπου ξαφνικά η κόρη βλέπει στον ορίζοντα ένα κόκκινο σύννεφο να 'ρχεται κατά την πόλη. Ήταν η μέρα χαρά Θεού, αέρας δε φυσούσε, όμως το κόκκινο σύννεφο προχωρούσε αργά κι ερχότανε ολοένα. Απόρεσε η βασιλοπούλα και κοίταζε τούτο το παράξενο πράμα. Όπου το σύννεφο σίμωσε, σίμωσε, και τότες η κόρη είδε πως ήταν από μπουχό που σήκωνε το στράτευμα που ερχόταν καταπάνω στην πολιτεία. Μέσα από την κόκκινη αντάρα είδε τις σημαίες των Τούρκων, είδε την καβαλαρία και την πεζούρα που έφτανε. Τώρα ακουγόταν πια και τα βαριά τούμπανα που ρύθμιζαν το βήμα τους. Ακουγόταν και οι φωνές των δερβισάδων, που φώναζαν τον Αλλάχ και ούρλιαζαν υστερικά. Η βασιλοπούλα τα 'χασε. Από την τρομάρα και το σάστισμα έχασε τη φωνή της. Ήθελε να φωνάξει, να ξυπνήσει το βασιλιά και δε μπορούσε να βγάλει μιλιά από το στόμα της. Έπιασε λοιπόν ένα κουκούτσι από τα κεράσια που έτρωγε, και το τίναξε πάνω στον κοιμισμένο γονιό, να τόνε ξυπνήσει. Το κερασοκούκουτσο βρήκε το βασιλιά στην παραφτίδα. Ξεψύχησε χωρίς να βγάλει ένα αχ.
Έτσι μπήκαν οι Τούρκοι στην αφρούρητη πόλη και τήνε διαγούμισαν.
Φαντάζομαι πως αυτός ο θρύλος δημιουργήθηκε από τους Έλληνες που κατοικούσαν εδώ, για να δικαιολογήσει την ήττα τους. Ο βασιλιάς θα 'ταν κανένας Βυζαντινός στρατηγός ταγμένος να φρουρεί το θέμα.
Πήγα μια μέρα και προσευχήθηκα νοερά για τούτη την άγνωστη ηρωίδα που δεν τη θυμήθηκε η Ιστορία, όμως έζησε και ζει μέσα στο θρύλο.
Τούτος ο θρύλος κυκλοφόρησε και ανάμεσα στους φαντάρους μας. Στον πόλεμο ο στρατός σμίγει κάθε καρυδιάς καρύδι. Και μια μέρα, ένας συνάδελφός μου του Επιτελείου της Μεραρχίας και αγαπητός μου φίλος, ο Γιάννης Λαδάς, με φώναξε και μου 'πε με σιγανή φωνή:
«Ξέρεις, έγινε κάτι φοβερό στο μνήμα της πριγκιπέσσας, που μ' έκανε να νιώσω μεγάλη ντροπή».
«Τι συνέβη;» τόνε ρώτησα.
«Κάτι καθάρματα, ελπίζοντας να 'βρουν θησαυρούς μέσα στη σαρκοφάγο, πήγαν και μετατόπισαν το μάρμαρο που τη σκεπάζει...»
Ήταν δυστυχώς αλήθεια.
Πήγαμε με μια αγγαρεία να βάλουμε στη θέση του το μάρμαρο που μετακίνησαν οι ιερόσυλοι. Στο βάθος δεν υπήρχαν παρά τα λεπτά κοκαλάκια από το σκελετό της πριγκιπέσσας μου.
Μυριβήλης Στράτης
Το βυσινί βιβλίο,
Βιβλιοπωλείο της «Εστίας»,
Αθήνα 1996

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου