Κυριακή μεσημέρι. Βρίσκομαι σ' ένα συγγενικό σπίτι, καλεσμένη για φαγητό. Δεν προφτάσαμε ν' ανταλλάξουμε μερικές λέξεις και πήραμε τις θέσεις μας σιωπηλοί. Άλλωστε δεν είχαμε και τι να πούμε. Ο καθένας μας απολάμβανε το φαγητό του. Πού και πού χαμογελούσε ο ένας στον άλλο. Λέξη καμία. Η σιωπή διακοπτόταν μόνο από τον διακριτικό θόρυβο που έκαναν τα μαχαιροπήρουνα. Μαζεμένοι γύρω από το τραπέζι έμοιαζε να είχαμε πλησιάσει ο ένας τον άλλο· έστω κι αν δε μιλούσαμε. Όταν τελειώσαμε, ο αδελφός μου με ρώτησε: «Πού θα πας το άλλο Σάββατο; Αν δεν έχεις τι να κάνεις, έλα να φάμε μαζί». Κοίταξα απορημένη. «Τι είναι το άλλο Σάββατο;» «Του αγίου Τάδε», απάντησε. Έμεινα κάπως αμήχανη. «Δεν ξέρω, θα δούμε», απάντησα λίγο ενοχλημένη. Ήθελα το άλλο Σάββατο να είναι μια μέρα όπως όλες οι άλλες, χωρίς τίποτα το ιδιαίτερο. Για μια ακόμη φορά αποδείχθηκε πως δεν θυμόμουν τις ονομαστικές γιορτές, ούτε καν τη δική μου. Όταν καθημερινά περιβάλλεσαι από δεκάδες πρόσωπα που συνέχεια εναλλάσσονται, πώς είναι δυνατόν να θυμάσαι ποιοι και πότε γιορτάζουν; Βέβαια, με τον καθένα από αυτούς έχεις διαφορετικό βαθμό σχέσεων. Θα πρέπει να κρατάς λογαριασμό, να τους κατατάσσεις σε κατηγορίες, να βαθμολογείς τις σχέσεις σου και ανάλογα να συμπεριφέρεσαι, αφού πρώτα συμβουλεύεσαι τον Οδηγό των φίλων και της φιλίας. Εκεί μέσα θα είναι σημειωμένες και οι ονομαστικές γιορτές. Στον ίδιο πίνακα θα συμπεριλάβεις και το δικό σου όνομα. Την ημέρα της ονομαστικής γιορτής σου. Και θα περιμένεις να σε θυμηθούν οι φίλοι και οι γνωστοί σου. Και θα σημειώνεις με ακρίβεια τις εκδηλώσεις τους, τη συγκεκριμένη μέρα. Και θα βαθμολογείς τη φιλία τους. Άλλοι θα τηλεφωνούν, άλλοι θα σου στέλνουν λουλούδια, άλλοι ένα τηλεγράφημα, άλλοι μια κάρτα, άλλοι γλυκίσματα, άλλοι ποτά, άλλοι διάφορα δώρα και άλλοι, οι πιο επίμονοι, θα ψάχνουν να σε βρουν στο σπίτι. Να τα πείτε από κοντά. Όλο αυτό τον κόσμο, βέβαια, που δεν τον συναντάς πολλές φορές ούτε μια φορά το χρόνο, έχεις να τον αντιμετωπίσεις. Πρόσωπα ξεχασμένα, που ξαφνικά έρχονται να σου θυμίσουν την ύπαρξή τους, με μια σειρά από εκδηλώσεις που έχουν αντιγραφεί με καρμπόν.
Η πρώτη ευχητήρια κάρτα έφτασε στο γραφείο μου έξι ημέρες πριν από τη γιορτή μου. Χαμογέλασα αμήχανη. Το πρόσωπο αυτό γνώριζα ότι υπήρχε. Είχαμε συναντηθεί στα αρκετά χρόνια της γνωριμίας μας τρεις φορές. Από τότε κάθε χρονιά μού έστελνε ευχές. Την Πρωτοχρονιά και στη γιορτή μου. Μια φορά που τον συνάντησα, σκέφτηκα να είμαι ευγενική μαζί του και τον χαιρέτισα με ένα χαμόγελο. Με κοίταξε έκπληκτος. Ένιωσα αμηχανία. Είστε η κυρία Τάδε; Όχι, είμαι η κυρία Δείνα. Τι ήθελα να τον πλησιάσω; Παρασύρθηκα από τις ευχές που μου έστελνε συστηματικά κάθε χρόνο. Αυτή τη φορά η κάρτα του πέρασε από τα χέρια μου στο καλάθι με τα άχρηστα, οι ευχές του έβγαιναν από έναν πίνακα λίγο γνωστών, πολύ γνωστών, λίγο φίλων, πολύ φίλων κ.λπ.
Οι μέρες προχωρούν, η γιορτή πλησιάζει. Σαν να περιμένω μια απειλή. Μια σκέψη έμμονη κυκλοφορεί στο μυαλό. Ποιοι και πόσοι θα θυμηθούν τη συγκεκριμένη μέρα. Κρυφός φόβος ότι μπορεί να με ξεχάσουν πρόσωπα που αγαπώ, με απασχολεί.
Ένα πρωινό, πέντε μέρες πριν από τη γιορτή, το τηλέφωνό μου κουδουνίζει. Μια φωνή φιλική, από πρόσωπο αγαπητό, με ξαφνιάζει. Θέλει να συναντηθούμε. Και εγώ το θέλω, πολύ. Συμφωνούμε να ξανατηλεφωνηθούμε. Μια αναλαμπή αληθινής φιλίας. Τώρα, οι στιγμές της αναμονής έχουν κάποιο νόημα. Το βράδυ, η συντροφιά στο σπίτι μου είναι λιγοπρόσωπη και διαλεχτή. Μαζευόμαστε γύρω από το τραπέζι. Έχουμε τόσα να πούμε. Κοιταζόμαστε μόνο και χαμογελάμε. Τα βλέμματα σε προχωρούν σε αναρίθμητες συνέχειες. Και η σκέψη αρχίζει αγώνα δρόμου. Η προσπάθεια να βάλεις φραγμό στην πορεία της είναι καταπίεση. Αισθάνεσαι το φευγαλέο να σε αγκαλιάζει. Στη δεδομένη στιγμή θέλεις να προσδιορίσεις το χώρο που βρίσκεσαι. Βρίσκεσαι παντού. Κοιταζόμαστε, χαμογελάμε. Δεν είμαι σίγουρη αν βρισκόμαστε στον ίδιο χώρο. Προσπαθώ να το συνειδητοποιήσω. Οι στιγμές φεύγουν. Ο καθένας από μας περιδιαβάζει σε δικές του περιοχές. Κάποια στιγμή πιάνω τον εαυτό μου να κυκλοφορεί σε δρόμους μιας άγνωστης πολιτείας. Η λαχτάρα μου για γνωριμίες και επιτυχίες ερεθίζεται. Πώς να μαντέψεις πού ταξιδεύουν οι άλλοι; Η συντροφιά τους είναι μια ευκαιρία για μια σίγουρη φυγή, μέσα από τον κλοιό της δικής τους τρυφερότητας και ζεστασιάς. Νιώθουμε τους φίλους δικούς μας και έτσι πορευόμαστε πιο σίγουροι το δρόμο της μοναξιάς. Η απόσταση μεγαλώνει όσο πλησιάζουμε ο ένας πιο κοντά στον άλλο.
Χρόνια πολλά, χρυσούλι μου. Ξαφνιάζομαι δυσάρεστα. Πού το θυμήθηκαν; Το χαμόγελο είναι μια λύση της στιγμής. Μια συμφωνία χωρίς λόγια. Ποιος γλιτώνει από τη συμβατικότητα; Κανείς. Είναι όμως και άλλες στιγμές ειδικές. Φευγαλέες, κυλούν σαν το νερό μέσα από τα δάχτυλα. Να τις ακινητοποιήσεις μέσα στο χρόνο; Τότε είναι που νιώθεις έντονα την ανάγκη να γίνεις ένα με τη γη, να σμίξεις με αυτή σε μια απόλυτη σιωπή.
Τέσσερις μέρες πριν από τη γιορτή μου. Βρίσκω ένα τηλεγράφημα πάνω στο γραφείο, όπου δουλεύω. Μέσα σε ένα ημιδιάφανο παραβιασμένο φάκελο. Εδώ είναι η περιοχή που απαγορεύεται να έχεις μυστικά. Ανήκεις σε όλους. Ανήκεις σε μια ομάδα. Υπηρετείς ένα σύστημα. Και πληρώνεσαι γι' αυτό. Πρέπει να κινείσαι σε ένα ορισμένο πλαίσιο. Ό,τι κάνεις και ό,τι πεις ελέγχονται. Κι αν ακόμη αυτοί που σε ελέγχουν δεν έχουν καμιά φορά καιρό να ασχοληθούν μαζί σου, η σκέψη του ελέγχου πλανιέται γύρω σου. Τους έχεις παραχωρήσει την ελευθερία σου με αντιπαροχή. Πληρώνεσαι μηνιάτικο γι' αυτό. Θέλεις ελευθερία; Δεν έχεις μισθό. Έχεις μισθό; Δεν έχεις ελευθερία. Μόνο εσύ θα αποφασίσεις τι θα διαλέξεις. Και τελικά αποφασίζεις: Πουλάς την ελευθερία σου και μάλιστα με τίμημα φθηνό. Και από δω και μπρος το σύστημα αποφασίζει για σένα. Το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινείσαι είναι προκαθορισμένο. Δε μπορείς να ξεφύγεις ούτε εκατοστό. Όσο ο κλοιός στενεύει, τόσο το τίμημα της ελευθερίας φτηναίνει. Και αρχίζει η μόλυνση του περιβάλλοντος. Συνηθίζεις και ζυμώνεσαι με τα μικρόβια. Οι περισσότεροι παθαίνουν ανοσία. Μερικοί δεν προσαρμόζονται. Και συνέχεια παθαίνουν κρίσεις και ξερνάνε.
Τρεις μέρες πριν από τη γιορτή. Επισκέπτομαι ένα φίλο στο γραφείο του. Ο χώρος αυτός είναι η περιοχή του. Ένα μικρό κέντρο διερχομένων. Οι στιγμές που μπορείς να έχεις μαζί του μια ιδιαίτερη συζήτηση είναι σπάνιες. Πρέπει να το πάρεις απόφαση. Θα συζητάς αποσπασματικά. Τα θέματα ρυθμίζονται από τους επισκέπτες της στιγμής. Πηδάς σαν έντομο από το ένα αντικείμενο στο άλλο. Αυτό βέβαια μπορεί να έχει και κάποιο ενδιαφέρον. Μπορείς σε μια ώρα επίσκεψης να μετρήσεις πολλά και διάφορα θέματα. Ο χώρος γεμίζει. Ο νεοερχόμενος περιμένει να φύγει ο προηγούμενος. Ο προηγούμενος ελπίζει να φύγει ο επόμενος. Αναμονή χωρίς αποτέλεσμα. Ο εκνευρισμός καλλιεργείται. Η επιμονή δε σώζει πάντοτε. Ο χρόνος προχωρεί. Σκέψεις σκόρπιες, ασύνδετες. Αδειάζεις. Θα γιορτάσεις; ρωτά ο φίλος. Γιορτάζει κι αυτός. Όταν αυτός γιορτάζει, γιορτάζει. Λικέρ, σοκολατάκια, τρία διαφορετικά κεράσματα. Περιμένει τη μέρα εκείνη για να καταγράψει τους φίλους. Η μέρα αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία. Γίνεται ο απολογισμός φιλίας της χρονιάς. Οι ενεργητικοί καταγράφονται, οι παθητικοί διαγράφονται. Οι πιστοί μένουν αμετακίνητοι. Το περιβάλλον του σπιτιού γνώριμο. Η βιβλιοθήκη ξεχειλίζει από βιβλία. Οι τοίχοι είναι ντυμένοι με πίνακες. Η μητέρα στολισμένη για την ιδιαίτερη στιγμή. Είναι κάπως ανήμπορη. Πλησιάζει τα ογδόντα. Το σπίτι γεμίζει νεολαία. Οι περισσότεροι σαραντάρηδες. Μεγάλες στιγμές. Η Ζουζού, το ζωντανό του σπιτιού, συμπληρώνει την εικόνα. Κινείται λίγο φοβισμένη, από δωμάτιο σε δωμάτιο. Νιαουρίζει. Είναι τυφλή. Όλοι ρωτούν γι' αυτήν. Είναι τυχερή. Δεν υποπτεύεται το ενδιαφέρον τους. Μόνο χέρια γνωστά τη χαϊδεύουν. Του φίλου μου και της μάνας του. Εδώ οι ευκαιρίες είναι περισσότερες. Πρόσωπο με πρόσωπο, χωρίς την παρουσία τρίτων, μπορείς ν' αγγίξεις ό,τι σε ενδιαφέρει. Ο φόβος υπάρχει πάντα. Ένα κουδούνισμα μπορεί ν' αποσυνδέσει κάθε επαφή. Βρίσκεσαι κι εδώ με προθεσμία. Η διάρκειά της είναι απροσδιόριστη. Όταν έχεις τύχη εξαντλείς όλα τα θέματα. Αναπνέεις χωρίς διακοπή. Και η παρένθεση της φιλίας ανοίγει για μια συνέχεια.
Δυο μέρες πριν από τη γιορτή. Πρέπει να αποφασίσω πώς θα αντιμετωπίσω τη συγκεκριμένη μέρα. Η απουσία από το χώρο είναι μία λύση. Θα με απαλλάξει από μια διαδικασία. Οι γνωστοί θα τηλεφωνούν στο κενό. Η επιδρομή των φίλων θα μείνει χωρίς ανταπόκριση. Θα έρχονται να ευχηθούν και το χαμόγελο στα χείλη θα γίνεται γκριμάτσα. Η συνήθειά τους πρέπει να κάνει παρέκκλιση. Η απουσία μου μπορεί να βοηθήσει σ' αυτό. Έρχονται. Δεν υπάρχω. Φεύγουν με χέρια άδεια. Συλλαμβάνω την εικόνα. Είναι ικανοποιητική.
Μια μέρα πριν από τη γιορτή. Τα περιθώρια στενεύουν. Πρέπει να οργανώσω τη φυγή μου. Η μόνη λύση να χαθώ από όλους τους χώρους. Να ετοιμάσω ένα πρόγραμμα. Ωραία, να φύγω. Να πάω πού; Με συντροφιά; Χωρίς συντροφιά; Σε ποια κατεύθυνση; Σε πόση απόσταση; Σε μέρη γνωστά ή άγνωστα; Μια αβεβαιότητα που προκαλεί πανικό. Δυο μέρες ελεύθερες. Κάθε προσπάθεια να επικοινωνήσω μένει χωρίς αποτέλεσμα. Να μείνω όπου βρίσκομαι. Μια ευκαιρία για περισυλλογή. Αυτό είναι τύχη. Δε μπορώ να ελπίζω. Θα λειτουργήσει ο μηχανισμός της διάλυσης. Τα τηλεφωνήματα. Μια λύση υπάρχει. Να μην απαντώ στα τηλεφωνήματα. Χρειάζεται οργάνωση για να μην πλήξεις. Θα περάσω μια ολόκληρη μέρα μετρώντας τα τηλεφωνήματα. Πόσα τηλεφωνήματα θα δεχτώ. Πόσες φορές θα κουδουνίζει το τηλέφωνο σε κάθε τηλεφώνημα. Στο τέλος της μέρας θα γνωρίζω πόσες φορές συνολικά κουδούνισε το τηλέφωνο. Άγνωστοι θα μείνουν όσοι τηλεφώνησαν. Μπορεί ορισμένοι να κάλεσαν μια ή και περισσότερες φορές. Ακόμη δε θα μπορώ να υπολογίσω την απόσταση. Αστικά από την πόλη ή υπεραστικά και από πόσο μακριά. Αυτό αφήνει κάποιο κενό. Η συνήθεια είναι ο πιο απλός δρόμος. Μένεις όπου βρίσκεσαι. Δέχεσαι τους πάντες και τα πάντα. Μιλάς με όλους, χωρίς διάκριση. Σφυγμομετράς τη φιλία και τους φίλους σου. Συντάσσεις νέο απολογισμό φιλίας και τούτη τη χρονιά. Άλλοι έρχονται. Άλλοι φεύγουν, άλλοι ξανάρχονται. Δεν είναι απαραίτητο μια ζωή να έχεις τους ίδιους φίλους. Είναι οδυνηρό και ακατόρθωτο.
Λαζαρίδου Ελένη
Περιοδικό «Διαγώνιος»,
τεύχος 1, Ιανουάριος - Απρίλιος 1979

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου