Ήμασταν νέοι τότες, σαν άρχισε ο πόλεμος. Πολύ νέοι. Μόλις είχαμε τελειώσει το Γυμνάσιο και κάναμε το πρώτο μας έτος στο Πανεπιστήμιο. Πήγαμε και γραφτήκαμε εθελοντές όλη η παρέα μου. Δεκαοχτώ ως είκοσι - εικοσιδύο χρονώ αγόρια. Ο Τούρκος κρατούσε ακόμα σκλαβωμένα τα νησιά μας στο Αιγαίο και μας φλόγιζε ο πόθος να χτυπηθούμε μαζί του. Μόλις προφτάσαμε να γυμναστούμε δεκαπέντε μέρες και γυρέψαμε να μας στείλουν στη μάχη. Πολεμήσαμε πλάι στους έφεδρους της ελεύτερης Ελλάδας σαν τρελοί. Κυνηγήσαμε τους Τούρκους, τους διώξαμε από τη Μακεδονία. Ο στρατός τους διαλύθηκε μέσα στην Αλβανία. Σύμμαχοί μας ήταν οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι. Με τους πρώτους τα πήγαμε καλά. Σταματήσαμε στη Φλώρινα όταν ανταμωθήκαμε με το σέρβικο ιππικό. Οι Βούλγαροι, μπαμπέσηδες όπως πάντα, μας βάρεσαν πισώπλατα. Τους χτυπήσαμε κι αυτούς, τους κυνηγήσαμε ως μέσα στη Βουλγαρία. Κατόπι σταματήσαμε να συνέρθουμε. Πολύ κακοπάθαμε από τον παραδαρμό του πολέμου, όμως κανένας δε βαρυγκόμησε κι ας χάσαμε, σε τρεις μέρες μονάχα, που βάσταξε η μάχη του Κιλκίς, εφτά χιλιάδες παλικάρια ώσπου να ξετοπίσουμε τους Βούλγαρους. Το τραγούδι μας έλεγε γι' αυτούς: «ο άπιστος, ο δόλιος ο σύμμαχος». Σαν κατάκατσε ο αγώνας, η ενωμοτία μου βρέθηκε να φρουρεί ένα γεφύρι πάνω από την Έδεσσα. Χειμώνας ήταν, όλα, βράχοι, δέντρα, κουκουλωμένα από το χιόνι. Κρυώναμε πολύ με τη μισή κουβέρτα. Όσοι από τη συντροφιά μας είχαν σκοτωθεί ή σακατέφτηκαν αντικαταστάθηκαν από παλιούς στρατιώτες. Όμως και πάλι οι περισσότεροι ήμασταν εθελοντές στη φρούρηση του γεφυριού. Ο Βλαντής, ο φοιτητής της Θεολογίας, που έψελνε με θαυμάσια φωνή βαθύφωνου τα ωραία βυζαντινά τροπάρια, ο Σκουρλέττης της Φιλολογίας, μαλλιαρός ψυχαριστής έτοιμος για καβγά με το γλωσσικό, ο Τράκας, ο Βένιος, τόσοι άλλοι από την παλιά φρουρά. Τώρα πια μας λογάριαζαν και οι έφεδροι. Μας είδανε στη μάχη και δε μας έλεγαν πια κοροϊδευτικά «τα Γιαννάκια» που δεν είχαμε ακόμα μουστάκι για στρίψιμο.
Εγκατασταθήκαμε στο Φυλάκιο Βήτα Δύο.
Ήταν ένα γεροχτισμένο, μονόπατο σπιτάκι. Δεν είχε καμιά βολή. Είχε όμως ένα θεόρατο παραγώνι χωριάτικο που άξιζε ό,τι και να πεις. Από την ώρα που μπήκαμε το κρατούσαμε αναμμένο όλες τις ώρες σαν τις Εστιάδες. Ξύλα μπόλικα από το κοντινό δάσος, δυο δρασκελιές απόσταση, ήμασταν κάπου δεκαπέντε άντρες εκεί μέσα. Το Φυλάκιο ήταν στη δεξιά μεριά, εκεί που τέλειωνε το γεφύρι. Το τρένο ερχόταν από πάνω, κατέβαινε για τη Θεσσαλονίκη, κάθε μέρα πες. Ξεμπουκάριζε από το τούνελ, που άνοιγε το σκοτεινό του στόμα στην άλλη άκρη του γεφυριού, πέρναγε με φοβερό κρότο πάνω από το σιδερένιο γεφύρι, και πάλι χανόταν ουρλιάζοντας μέσα στο τούνελ που ήταν από τη δική μας μεριά. Περνούσε σύρριζα από το Φυλάκιό μας και κάθε φορά που το ακούγαμε να σφυρίζει και να 'ρχεται, πριν ακόμα να ξεπροβάλει, παρατασσόμασταν έξω από την πόρτα και παρουσιάζαμε όπλα ώσπου να περάσει η αμαξοστοιχία.
Με είχανε κάνει υποδεκανέα και πολύ το καμάρωνα το στενό μου κίτρινο γαλόνι. Επικεφαλής είχαμε ένα λοχία, τον Πετρή. Ήσυχος, μαλακός άνθρωπος. Έφεδρος ήταν από την παλιά Ελλάδα, παντρεμένος, πρώην δάσκαλος σ' ένα χωριό του Μοριά. Όμως εκείνος που επιβαλλόταν εκεί μέσα δεν είχε κανένα βαθμό. Ένας απλός στρατιώτης ήταν, εθελοντής από τη Σμύρνη. Αγράμματος, όμως άξιος και θεληματικός τύπος, απ' αυτούς που επιβάλλονται αυτοδύναμα χωρίς να το προσπαθούν, και οι άλλοι τους παραδέχονται αμέσως. Τράντος ήταν τ' όνομά του. Τον αγαπούσαμε, τον ακούγαμε και, λιγάκι, τον φοβόμασταν. Λιγόλογος, χεροδύναμος σαν αθλητής και αποφασιστικός. Είχε δραπετεύσει από τη Σμύρνη και βρέθηκε πρόσφυγας στον Περαία γιατί μαχαίρωσε έναν Τούρκο αξιωματικό που ρίχτηκε της αδερφής του, κι αυτή κατόπι αυτοχτόνησε. Δε χόρτασε το άχτι του μ' αυτό το φονικό, γράφτηκε κι αυτός εθελοντής να σκοτώσει Τούρκους. Και σκότωνε όσους πέφτανε στο χέρι του. Ακόμα και τους αιχμαλώτους που παραδινόταν. Ήταν ένα ψηλό παληκάρι με δυνατά φρύδια, μαύρο μουστάκι, και κάτι φλογερά μάτια που δεν άντεχες να σε βλέπει πολλήν ώρα δίχως να κατεβάσεις τα δικά σου. Μια δύναμη έβγαινε από πάνω του και ποτές δεν τον είδαμε να γελάσει. Λίγα και κοφτά τα λόγια του, ωστόσο σκυλί στην υπηρεσία και σκληρός στη μάχη.
Τότες που κάναμε τις πρώτες μεγάλες πορείες για να ενωθούμε με το στράτευμα ήταν ακόμα καλοκαίρι. Βαδίζαμε ώρες μέσα στην κάψα, φορτωμένοι το γυλιό, τριάντα οκάδες γομάρι, όπλο, μπαλάσκες με διακόσια φυσίγγια, πτυοσκαπάνη, λογής συμπράγκαλα γύρω στην πληγιασμένη από το λουρί μέση. Τα παγούρια μας στεγνά, αμάν κάναμε για μια μπουκιά νερό να βρέξουμε τη γλώσσα. Είχαμε μάθει πια πως στον πόλεμο δεν είναι το βόλι που θα σε σωριάσει χάμου το πιο μεγάλο κακό. Αν σου είναι γραφτό να πας, θα πας και θα συχάσεις για πάντα. Ούτε και η πείνα, που άρχισε να μας θερίζει μόλις έπιασαν οι βροχές και κόλλησαν στη μακεδονίτικη λάσπη τα κάρα της Επιμελητείας. Κι αυτή την αντέχεις. Όμως δυο πράγματα είναι ανυπόφερτα. Η δίψα και η στέρηση του ύπνου.
Σαν κάνεις μεγάλες πορείες μέσα στη ζέστη με αδειανό παγούρι, και σαν περπατάς νύχτες ολάκερες δίχως ύπνο, αυτό ήταν το μαρτύριο που πρώτη φορά το δοκιμάσαμε. Έτσι διψασμένοι περπατούσαμε κείνη την καλοκαιριάτικη μέρα. Ο ίδρος έτσουζε στα μάτια, έσταζε και γιόμιζε αρμύρα το στόμα. Ξαφνικά σ' ένα γύρισμα του δρόμου βρέθηκε να μας περιμένει ένα μοναχικό δέντρο και στη ρίζα του έτρεχε ένα αυλάκι δροσερό νερό. Λαμποκοπούσε το μικρό ρέμα από τον ήλιο, σαν ασημένιο φίδι που σερνόταν ανάμεσα στα ξερά χορτάρια. Ήμασταν ασυνήθιστοι ακόμα στη στρατιωτική πειθαρχία, και σαν μ' ένα σύνθημα, πάτησε η φάλαγγα μια ξέφρενη κραυγή χαράς. Λύσαμε τις τετράδες και ριχτήκαμε μπρούμυτοι στο μάκρος του αυλακιού. Βουλιάξαμε το πρόσωπο στο νερό, το ανερροφούσαμε μαζί με τις λάσπες και τα χόρτα, πίναμε σαν τα ζα με μικρά μουγκρητά.
Επικεφαλής της διμοιρίας ήταν ένας εφτανησιώτης ανθυπασπιστής. Μεσοκαιρίτης άνθρωπος, άσκημος, κοντόλαιμος, γεμάτος σπυριά και κακία. Έβγαλε τη σφυρίχτρα του και σφύριζε ανασύνταξη. Ούρλιαζε σα σκύλος και χύθηκε καταπάνω μας με το καμουτσί του βλαστημώντας Χριστούς και Παναγίες. Οι στρατιώτες σηκώνονταν κι έτρεχαν στις τετράδες τους τρομαγμένοι. Σκούπιζαν τις λάσπες από το πρόσωπο με τα μανίκια του χιτωνίου κι έτρεχαν. Μερικοί δε σήκωναν το μούτρο από το νερό, ο ανθυπασπιστής τούς έδερνε από πάνω τους και φώναζαν από τον πόνο. Ένας μικρός εθελοντής Χιώτης, Νάκο τόνε λέγανε, δεν άκουσε ή δεν πρόφτασε να σηκωθεί. Ξώμεινε στο τέλος μαζί με δυο τρεις άλλους. Ο ανθυπασπιστής τόνε πρόφτασε. Σήκωσε το βούνευρο, τόνε χτύπησε στο πρόσωπο. Ένα κόκκινο σημάδι τού χαράκωσε το μάγουλο. Το παιδί άρχισε τα κλάματα. Ξανασήκωσε το καμουτσί να του δώσει άλλη μια κατακεφαλιά. Τότες τινάχτηκε μπροστά του ο Τράντος. Άρπαξε το χέρι του έτσι που ήταν όρθιο, το έστριψε μέσα στα σιδερένια του δάχτυλα κι έπεσε το καμουτσί χάμου. Τόνε κοίταξε μια στιγμή κατάματα με κείνη την παράξενη ματιά και του σφύριξε σιγά όσο να μην ακουστεί πέρα:
«Άκου, κερατά, το πρώτο μου βόλι θα 'ναι δικό σου και ξέρε το!...»
Είχε στο πρόσωπο κείνο το μορφασμό που έκανε τα δόντια του ν' ασπρίζουν σαν μουσούδα αγριμιού. Κατόπι πήρε από χάμου το καμουτσί, του το 'δωσε πίσω, κοιτάζοντάς τον πάντα κατάματα. Είπε δυνατά:
«Σας έπεσε το καμουτσί σας, κύριε ανθυπασπιστή!»
Ο καραβανάς το πήρε χλωμός σαν πεθαμένος, κι έτρεξε να προφτάσει τη διμοιρία, φυσώντας πάντα τη σφυρίχτρα του. Ο Τράντος, πάντα πειθαρχικός και πρόθυμος, εχτελούσε τις διαταγές του, τον άκουγε με το χέρι στο γείσο, όμως χωρίς να σηκώνει από πάνω του κείνη τη σκληρή ματιά που του θύμιζε αδιάκοπα την υπόσχεση. Αυτό δε μπόρεσε να το αντέξει πολλές μέρες ο ανθυπασπιστής και τα κατάφερε να μετατεθεί σε άλλο λόχο.
Έλαχε να βρεθώ εκεί σαν έγινε αυτό το καταπληχτικό επεισόδιο, και τώρα που είχαμε τον Τράντο στο Φυλάκιο Βήτα Δύο, σαν δοκίμασα μια μέρα να κάνω υπαινιγμό για το περιστατικό, με κοίταξε μ' εκείνη την ασήκωτη ματιά και μου 'κοψε την κουβέντα στη μέση:
«Στον ύπνο σου θα τα 'δες, υποδεκανέα. Μη σ' ακούσω και ξαναπείς αυτές τις σάχλες».
Έτσι ποτές δεν ξαναμίλησα γι' αυτό ούτ' εγώ ούτε κανένας άλλος της φρουράς. Όμως και κανένας δεν το ξέχασε. Τώρα, στην υπηρεσία του Φυλακίου, ο Τράντος δεν έπαυε να εξασκεί μια προστασία πάνω στο νεαρό συνάδελφο για το κάθε τι. Πάντα εύρισκε τρόπο να παίρνει απάνω του τις αγγαρείες και τις βαριές δουλειές. Τον παρακολουθούσε αδιάκοπα με μια επιμονή που την είχαν προσέξει όλοι οι σύντροφοι και μερικοί, σαν ήμασταν αναμεταξύ μας, έριχναν με σιγανή φωνή πόντους πάνω σ' αυτή τη στοργή. Έλεγαν «ο μικρός και η νταντά του». Όμως πάντα με προφύλαξη. Σαν βγάζαμε αγγαρεία για ξύλα, ο Τράντος έκοβε και φορτωνόταν τα κούτσουρα για το τζάκι, κι έκανε το κάθε τι για να λαφρώσει το βάρος της υπηρεσίας από τον Νάκο. Έτσι ο Τράντος είχε καταχτήσει όλους μας εκεί μέσα, με την καλοσύνη και την προθυμιά του να παίρνει απάνω του όλες τις δυσκολίες. Ήταν όμως στ' αλήθεια ανεχτίμητος σύντροφος, και πολύ πιδέξιος σε όλα του. Έπαιρνε το ντουφέκι, έβγαινε κυνήγι στα χιόνια και πάντα γύριζε με γεμάτο σακίδιο. Είχε πολλούς λαγούς ο τόπος, και ο Τράντος ποτές δεν ερχόταν με άδεια χέρια. Του εκφράζαμε το θαυμασμό μας, κι αυτός απαντούσε με το ίδιο, αγέλαστο ύφος:
«Μπα, ένα παιχνίδι για μωρά. Αυτό δε λογιέται κυνήγι. Είναι δολοφονία. Οι λαγοί σαν βγαίνουν για βοσκή, αφήνουν πάνω στο χιόνι τις πατημασιές τους. Δεν έχεις παρά να τις ακολουθήσεις. Κυνήγι είναι το χοντρό. Κάνα αγριογούρουνο, να πούμε. Στην Ανατολή αυτό κυνηγούσαμε. Και έτσι που οι Τούρκοι δεν τρώνε το κρέας του... Όμως το πράμα έχει ενδιαφέρον. Το αγρίμι παλεύει παλικαρίσια. Και σαν σου ριχτεί...»
Τη νύχτα βγάζαμε διπλοσκοπούς να επιτηρούν το γεφύρι, βγάζαμε και μια μικρή περίπολο, ένα - δυο φαντάρους, να κινούνται μέσα στο τούνελ από φόβο για καμιά βουλγάρικη μπαμπεσιά. Ακόμα τοποθετούσαμε δυο φαντάρους στο βάθος της χαράδρας από τη δική μας μεριά, να επιβλέπουν τις τσιμεντένιες βάσεις του γεφυριού. Απ' την άλλη μεριά έκαναν το ίδιο οι φρουροί του Βήτα Τρία. Από μας κρεμόταν η ασφάλεια της σιδηροδρομικής γραμμής. Το γεφύρι είχε μάκρος κάπου διακόσια μέτρα. Από κάτω έτρεχε το ποτάμι μέσα στη χαράδρα, και ο ήχος του ήταν σοβαρός, μονότονος. Γιόμιζε τη σιωπή της νύχτας με τον ρόχθο του και συχνά έπρεπε να φωνάζουμε για ν' ακούσει ο ένας τον άλλον κάθε φορά που βρισκόμασταν κάτω, πλάι στο ρέμα που μπουμπούνιζε. Τη νύχτα πάλι ακουγότανε βαθιά και ήταν ένα τραγούδι λυπητερό, συνθεμένο από πολλούς σύμμιχτους ήχους, σαν ένας ξεσυρτός, ασώπαστος βόγγος από ολάκερη την ανθρωπότητα ενάντια στην τυφλή μοίρα που τη δυναστεύει. Τούτη η μεγάλη κραυγή του νερού ξεκινούσε μέσ' από την απύθμενη αιωνιότητα.
Για πρώτη φορά πέρασα με τα πόδια το γιοφύρι, συνοδεύοντας μιαν αγγαρεία συσσιτίου. Η Επιμελητεία από την Θεσσαλονίκη μάς έστελνε μια φορά τη βδομάδα τις μερίδες για τα δύο Φυλάκια. Περνά το τρένο, ρίχνει τα σακιά στο Βήτα Τρία και μεις βγάζουμε αγγαρεία και παίρνουμε αυτό που μας πέφτει. Πάντα ξερό συσσίτιο. Τσάι, ζάχαρη, ρέγγες, κασέρι, ελιές, σταφίδα. Σαν λάχει και καμιά μεγάλη γιορτή μάς έρχεται και κανένα ντενεκεδάκι κονιάκ, και ο Πετρής μάς το μοιράζει στα κύπελα με το σταγονόμετρο. Δε μπορώ να πω πως παθαίνω εύκολα ίλιγγο από το ύψος. Όμως σαν βρέθηκα στη μέση του γεφυριού κι έριξα μια ματιά προς τα κάτω, ένιωσα για μια στιγμή αυτό το κάλεσμα της αβύσσου που σε τραβά ακαταμάχητα προς το βάραθρο. Το νερό χτυπιόταν οργισμένο πάνω στις τσιμεντένιες βάσεις που αντίσκοβαν την ορμή του, σπαρταρούσε και στριφογύριζε με μανία, κατόπι χυνόταν κατά την κατηφοριά προς τον κάμπο. Όλη αυτή η ροή συνεπαίρνει την ψυχή σου, κρατιέσαι από όπου μπορείς να μη σε παρασύρει.
Το γεφύρι είναι όλο σίδερο. Από τη μέση περνάν οι ράγες του τρένου. Όσο για τους περαστικούς που θέλουν να το διαβούν περπατάμενοι, υπάρχει από τη μια κι από την άλλη ένα είδος πεζοδρόμιο, από σιδερένια λάμα κι αυτό, φαρδύ ίσαμε δύο πιθαμές. Θα 'ταν αδύνατο βέβαια να κάνει κανείς την επικίνδυνη ακροβασία να το περάσει, αν δεν υπήρχε ένα σιδερένιο κάγκελο πέρα για πέρα σ' όλο το μάκρος του γεφυριού, ψηλά ως τη μέση ενός ανθρώπου. Έτσι, κρατημένος κανένας από κει με το 'να χέρι, περνά σιγά - σιγά ως την άκρη, μετατοπίζοντας τα πόδια, το ένα πίσ' από το άλλο. Καλό είναι μια φορά να προχωράς κοιτάζοντας ίσια μπρος, χωρίς να ρίχνεις τη ματιά προς το βάραθρο. Σαν βρέθηκα έτσι, για μια στιγμή τα χρειάστηκα. Ήμουνα στη μέση του δρόμου, είχα περασμένο σταυρωτά το ντουφέκι και για πρώτη φορά συνόδευα το φαντάρο που ήτανε φορτωμένος ένα σακί κουραμάνα. Ξαφνικά ακούστηκε μέσ' από το τούνελ το ουρλιαχτό του τρένου. Σταματήσαμε, κρατηθήκαμε γερά από το κάγκελο και περιμέναμε με χτυποκάρδι. Το τρένο όρμησε μέσα σε σφυριχτά και βρόντους γιομίζοντας τον αέρα με βρώμικους καπνούς που μας στράβωναν. Έπρεπε να 'χουμε το νου ώστε να μη μας σκουντήσει το βίαιο πέρασμα του τρένου, χτυπώντας το σακί με τα τρόφιμα ή το ντουφέκι, γιατί θα 'μασταν χαμένοι. Τότες για πρώτη φορά ένιωσα το γεφύρι να τραντάζεται κάτω από τα πόδια μας, να πάλλεται σαν πελώρια χορδή. Η βροντή που κυλιότανε στις ράγες μάς γιόμιζε τ' αυτιά, σκέπαζε ακόμα και το μουγκρητό του νερού. Έκλεισα τα μάτια ώσπου να διαλυθούν οι καπνοί και να ξεμακρύνει η καταιγίδα του ήχου. Σαν τα ξανάνοιξα είδα πόσο χλωμό ήταν το πρόσωπο του φορτωμένου φαντάρου. Έτσι θα 'ταν και το δικό μου. Σαν πέρασε το τρένο, έμοιαζε ν' άδειασε από κάθε ήχο ο τόπος. Σαν να χαμήλωσε τις φωνές του ακόμα και το ποτάμι.
Έτσι η ευθύνη της υπηρεσίας μάς κρατούσε αδιάκοπα ανήσυχους. Μια υπερένταση προσοχής κρατούσε όλη την ώρα τεντωμένα τα νεύρα, ερέθιζε τη φαντασία μας. Κάθε παράφωνος κρότος, κάθε ύποπτος θόρυβος, ένας διακαμός που σάλευε μέσα στο σκοτάδι, ένα χαμόδεντρο που το λυγούσε ο αγέρας, όλα μάς συντάραζαν και έβαζαν σε αγωνιώδη συναγερμό την ακοή και την όραση.
Μια νύχτα, που λαγοκοιμόμασταν όσοι δεν είχαμε υπηρεσία, ακούσαμε μια τρομερή χλαπαταγή από τη μεριά της γαλαρίας. Έμοιαζε σαν έκρηξη. Ο λοχίας Πετρής τινάχτηκε, φώναξε: «Στα όπλα!» Ξεπετάχτηκαν όλοι πάνω στον ύπνο τους και άρπαξαν αυτόματα τα ντουφέκια. Ο λοχίας διάταξε τέσσερις να πεταχτούν να δουν τι τρέχει, και τους υπόλοιπους, υπό τις διαταγές του, να περιμένουν απ' έξω το γυρισμό του έτοιμοι για το κάθε τι.
Κείνη τη νύχτα περίπολο μέσα στο τούνελ ήταν ο Νάκος με το φοιτητή της Θεολογίας. Ο Τράντος, χωρίς να περιμένει διαταγή, πετάχτηκε γρήγορα κι έτρεξε μαζί με τους τέσσερις. Ήμουνα κι εγώ ένας από αυτούς. Μπήκαμε στο τούνελ με μεγάλη προφύλαξη, είχαμε τα όπλα γεμάτα και προχωρούσαμε τοίχο - τοίχο αραιωμένοι σε ακροβολισμό. Στα τοιχώματα της στοάς υπήρχαν κατά διαστήματα αλκόβες, για να τρυπώνουν μέσα οι διαβάτες που θα λάχαινε να βρεθούν εκεί πέρα την ώρα που θα περνούσε το τρένο. Έτσι, μόλις προχωρέσαμε καμιά κατοστή μέτρα, ακούσαμε τη μπάσα φωνή του Βλαντή να μας φωνάζει μέσ' από τον κρυψώνα του:
«Έεει! Εδώ είμαστε!»
«Γεροί;» φώναξε ο Τράντος και η φωνή του αντιβούιξε στους θόλους.
«Γεροί!» απάντησαν κι οι δυο.
Τους πλησιάσαμε.
«Τι τρέχει;» ξαναρώτησε ο Τράντος.
«Δεν ξέρουμε. Ακούσαμε μόνο τον κρότο και τρυπώσαμε».
Αρχίσαμε να προχωρούμε και οι εφτά, ψάχναμε, σταματούσαμε κι αφουγκραζόμασταν. Είχαμε υποπτευθεί σαμποτάζ. Ακούγαμε τους χτύπους της καρδιάς μας. Σε λίγο ανακαλύψαμε τι ήταν. Δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο. Μονάχα το χιονόνερο που καταστάλαζε από το τρυπημένο βουνό, είχε σχηματίσει στο θόλο της γαλαρίας έναν μεγάλο όγκο πάγο, που από το βάρος του, ξεκόλλησε κι έπεσε πάνω στις ράγες. Αυτό ήταν που έκανε τον τρομερό κρότο που πολλαπλασιάστηκε από τους αντίλαλους της στοάς. Αν λάχαινε να πέσει από κείνο το ύψος πάνω στους φαντάρους που διάβαιναν, θα τους σκότωνε. Η καρδιά μας πήγε στον τόπο της. Μόνο δε θα ξεχάσω ποτές την αγωνία που είδα στα μάτια του Τράντου ώσπου να βρεθεί γερός ο Νάκος. Το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί έτσι που το είδα μισοφωτισμένο από το ηλεχτρικό του θόλου.
Γυρίσαμε πίσω στο Φυλάκιο ν' αναφέρουμε. Νιώθαμε ένα ευχάριστο ξαλάφρωμα. Γελάσαμε πολύ κείνη τη νύχτα με την άδικη τρομάρα που δοκιμάσαμε.
Οι φαντάροι ξανακοιμήθηκαν γύρω στο μεγάλο παραγώνι που έπιανε σχεδόν ολάκερη τη μια πλευρά του Φυλακίου, κι ο Πετρής το τροφοδοτούσε ολοένα με καινούργια κούτσουρα. Σε λίγο όλα ήταν ήσυχα, αφού ακουγόταν ακόμα και το χοντρό ασημένιο ρολόι του λοχία, που το 'χε ο Πετρής κρεμασμένο στον τοίχο για να ξυπνά στην ώρα τους τις βάρδιες της αλλαγής.
Έβλεπα τις μεγάλες φλόγες που λαμπάδιαζαν χαρούμενα μέσα στην παγωμένη νύχτα, γιόμιζαν με ηδονή θαλπωρής το Φυλάκιο και κινητοποιούσαν μεγάλες χορευτικές σκιές στους τοίχους και πάνω στα κρεμασμένα στη σειρά όπλα. Συλλογιόμουνα χίλια πράματα, κι άκουγα τα ξύλα να τρίζουν, να σφυρίζει ο χυμός τους, να βράζει και να παίρνει ξαφνικά φωτιά. Το ρετσίνι άναβε, έσταζε και μοσκοβολούσε. Έβλεπα, άκουγα και μύριζα την ωραία φωτιά. Μέσα από τα φανταστικά σχήματα που έπαιρνε η φλόγα έβγαινε σιγά - σιγά η σιλουέτα της κόρης που μου απασχολούσε τις ονειροπολήσεις μέρες τώρα. Το μεγάλο ποτάμι κυλούσε από τα βάθη του γκρεμού το αιώνιο τραγούδι του και με νανούριζε ώσπου έκλεισαν τα μάτια μου πάνω σ' ένα όραμα ξανθό, ρόδινο, που μου χαμογελούσε μέσα από τα όνειρά μου.
Το πέρασμα του τρένου είναι για τη φρουρά μας μια καθημερινή γιορτή που την περιμένουμε με λαχτάρα πάντα. Μόλις ακουστεί να σφυρίζει από μακριά τρέχουμε έξω να παρουσιάσουμε όπλα. Όλοι τότες πασχίζουν να 'ναι όσο γίνεται καλοσυγυρισμένοι, γυαλισμένο το όπλο, φρεσκαρισμένα τα άρβυλα, κουμπωμένη η μαντύα. Είναι βλέπεις οι μοναδικές στιγμές μέσα στην ερημιά της μοναξιάς μας που αντικρίζουμε κόσμο στα βαγόνια των επιβατών. Κύριοι καλοντυμένοι, κυρίες όμορφες, κορίτσια κάποτε πολύ ωραία. Περνούν και χάνονται σαν ένα ωραίο όνειρο. Εγώ προσωπικά νοιάζουμαι αυτές τις ώρες να φαίνουμαι όσο γίνεται πιο κομψός και καλοβαλμένος μέσα στη στολή μου.
Ράβω με επιμέλεια τα ξηλωμένα κουμπιά, τα γυαλίζω με τη στάχτη και φρεσκάρω με λίπος τ' άρβυλα. Βάλθηκα κιόλας να ξουρίζω επίμονα κάτι αμφίβολα ξανθά γενάκια που άρχισαν να μου φυτρώνουν και τα καμαρώνω στο καθρεφτάκι της τσέπης. Αφορμή γι' αυτή την έξαψη της φιλαρέσκειας είναι το κορίτσι των ονείρων μου, η Λορελάι. Είναι μια κοπέλα κάπως πιο μεγάλη από μένα, θα 'ναι καμιά κοσαριά χρονώ. Είναι λεπτή με χαρακτηριστικά ευκίνητα, σαν να είναι ρευστό κρουστό νερό το πρόσωπό της, που κάθε στιγμή αλλάζει έκφραση. Έχει μια χοντρή χρυσή πλεξούδα, ριγμένη πάντα από την αριστερή μεριά πάνω στο στήθος της, που φουσκώνει γοητευτικά κάτω από το φόρεμα. Φορεί λίγο στραβά ένα μπερεδάκι μωβ, και περνά πάντα καθισμένη στην ίδια θέση, από τη μεριά που βλέπει το Φυλάκιό μας. Αυτό γίνεται κάθε φορά που το τρένο κατεβαίνει από το εσωτερικό, σχεδόν μέρα παρά μέρα. Και πάλι την περιμένω σαν γυρίζει το τρένο από τη Θεσσαλονίκη. Φαίνεται να 'ναι τίποτα υπάλληλος στη διπλωματική υπηρεσία και κάνει ταχτικά τη διαδρομή της. Κάθεται πίσω από το κρύσταλλο του επιβατικού και κάθε φορά γυρίζει το έξοχο πρόσωπό της και με κοιτάζει κατάφατσα. Τα μάτια της εξακολουθούν να με παρακολουθούν ώσπου είναι δυνατόν να με βλέπει. Είναι δυο μάτια γαλάζια σαν ανοιχτές μπλοέττες.
Είναι ένα όραμα γλυκό, που κάνει την καρδιά μου να χτυπά χαρμόσυνα κάθε φορά που περνά γρήγορα μέσα στον ορυμαγδό του τρένου. Περνά και χάνεται όπως ένα ωραίο όνειρο που διαβαίνει ασύλληπτο, όμως μας αφήνει κατόπι την εντύπωσή του σαν ένα μήνυμα ευτυχίας. Τη συλλογίζομαι αδιάκοπα, μάλιστα της έγραψα ένα ποίημα. Δεν το 'γραψα, μόνο το σύνθεσα χωρίς προσπάθεια μέσα στο μυαλό μου τις ώρες της ξεκούρασης και του ύπνου, και μού αρέσει να το λέω μεσ' στο νου μου έτσι όπως γεννήθηκε, στίχο με το στίχο και ρίμα με τη ρίμα. Ακόμα τής έδωσα και ένα όνομα ρομαντικό. Ξέρω τώρα πως ήταν γελοία ρομαντικό. Όμως τότες εύρισκα πως πρέπει να τη λένε Λορελάι. Έτσι την έλεγα εγώ μοναχός μου και μου άρεζε η μουσική του. Κάποτε πέρασε ολάκερη μια βδομάδα δίχως να φανεί, κι εγώ ήμουν ανήσυχος μην έπαθε τίποτα.
Ευτυχώς ξανάρχισε να περνά κι εγώ ένιωσα χαρούμενα σήμαντρα να γιορτάζουν μόλις ξαναφάνηκε πίσω από το κρύσταλλο του βαγονιού. Η χαρά μου ήταν τόση, που χωρίς να το θέλω τής χαμογέλασα. Με κοίταξε με τα πελώρια μάτια της έντονα και μου χαμογέλασε κι αυτή. Αυτό ήταν κάτι τόσο απίστευτο που με γιόμισε ευτυχία. Ένα πλήθος αηδόνια άρχισαν να τραγουδούν στην καρδιά μου, τραγουδούσα μαζί τους, σφύριζα κι εγώ να τα συνοδέψω. Σιγά - σιγά οι σύντροφοί μου πρόσεξαν τη σιωπηλή συνεννόηση που μας ένωνε, αστειευότανε και με πείραζαν. Μου 'λεγαν «το κορίτσι σου». Σε κανέναν δεν αποκάλυψα το μυστικό όνομά της, που είναι ένα γλυκό τραγούδι στην καρδιά μου. Έτσι περνούσε, μου χαμογελούσε κάθε φορά, κι εγώ ένιωθα να κοκκινίζω ως τ' αυτιά. Τώρα πια ζούσα περιμένοντας να δω αυτό το χαμόγελο ν' ανθίζει πίσω από το κρύσταλλο. Ένα χαμόγελο που έκανε τα παχουλά της χείλη να ζωντανεύουν σαν μισόκλειστο ρόδο. Ήταν μια φευγαλέα εμφάνιση, ό,τι μπορούσα να πλάσω με τη φαντασία μου για έναν έρωτα ιδανικόν, που έπαιρνε μέσα μου προεκτάσεις ποιητικές, σχεδόν θρησκευτικές. Ήξερα πως ήταν ένα όνειρο άπιαστο, που το χάιδευα με τη φαντασία μου σαν ένα ευτυχισμένο θαύμα. Μου ήταν αρκετό αυτό. Περνούσε μέσα στη βροντή του τρένου και ήταν ένα πλάσμα χρυσό, ξανθό και ρόδινο, όπως ένα ανοιξιάτικο περαστικό σύννεφο, που περνά και διαβαίνει, παρθενικό και τόσο μακρινό. Όταν μια μέρα που ο ήλιος χάιδευε τα χιόνια, έγινε κάτι που γιόμισε τα μάτια μου δάκρυα. Η Λορελάι μου 'στειλε ένα φιλί με την άκρη των δαχτύλων της. Τρόμαξα. Το 'κανε με τρόπο, όμως οι συντρόφοι την παρακολουθούσαν, το πρόσεξαν και με κορόιδεψαν:
«Φάτε, μάτια, ψάρια!»
Εγώ δε μιλούσα, έκανα πως δεν καταλάβαινα, όμως ένιωθα ευτυχισμένος, Θεέ μου, πόσο ήμουν ευτυχισμένος! Περνούσε σαν αστραπή μέσ' από τον ορυμαγδό της «ταχείας» και άφηνε πίσω της μια ουρά από φως. Ποτές δε θ' άγγιζα αυτή την παρουσία, όπως δεν περιμένει κανείς ν' αγγίξει με τα υλικά δάχτυλα μια ιδέα, ένα όνειρο. Τα πειράγματα των συντρόφων, το 'βλεπα πως με ζήλευαν μυστικά, μ' άφηναν ασυγκίνητο. Μέσα στην παγωμένη ατμόσφαιρα του σκληρού τοπίου και μέσα στην καθημερινή χυδαιότητα του κοπαδιού των αρσενικών που γιόμιζαν με τη βαριά μυρωδιά της άπλυτης σάρκας τον αέρα του Φυλακίου, η Λορελάι ήταν το σύμβολο της αγνότητας για την εφηβεία μου.
Ο χειμώνας προχωρούσε βαρύς. Χιονοθύελλες μαστίγωναν το βουνό, παραμόρφωναν το σχήμα των δέντρων και έπλεκαν εξαίσιες νταντέλες στις γιρλάντες των αγριόβατων. Όταν έβρεχε, έλιωνε το χιόνι στη σκεπή του Φυλακίου, κατόπι πάγωνε τη νύχτα και το πρωί κρέμονταν ένα γύρω από τη στέγη πολυέλαιοι από κρύσταλλα που λαμποκοπούσαν.
Ήταν μια νύχτα διάφανη, παγωμένη. Από πάνω, απλωμένος σ' όλη του τη δόξα, ένας ουρανός μενεξελής, κεντημένος με αμέτρητα άστρα που σπίθιζαν. Να τόνε χτυπούσες μ' ένα ασημένιο σφυράκι, θα κουδούνιζε το κρύσταλλό του. Δε φυσούσε, δε χιόνιζε, δεν έβρεχε. Μια γαλήνη απλωνόταν παντού, δεν ακουγόταν παρά το ποτάμι που τραγουδούσε το τραγούδι της αιωνιότητας. Όμως ο ήχος του ήταν έτσι μόνιμα δεμένος με το τοπίο που δεν τάραζε την ειρήνη της νύχτας. Το χοντρό ρολόι του λοχία έλεγε μεσάνυχτα. Είχαν γυρίσει από το νούμερό τους οι άντρες της υπηρεσίας. Βγάζανε τις μαντύες, λύνανε τις κουκούλες που σκέπαζαν τ' αυτιά. Κρέμαζαν στον τοίχο το όπλο και κύκλωναν το μεγάλο παραγώνι, τρίβοντας τις ξυλιασμένες παλάμες μπροστά στις φλόγες. Μερικοί πολεμούσαν να τυλίξουν χοντρό τσιγάρο με τα ξυλιασμένα τους δάχτυλα, κάποιος που είχε ξυπνήσει από τη φασαρία, παραπονιόταν πως γιόμιζε ο καπνός το Φυλάκιο και ο λοχίας συμβούλευε αυτούς που κάπνιζαν να φυσάνε τον καπνό μέσα στο τζάκι για να τον παίρνει ψηλά η καμινάδα. Αν έκανε ν' ανοίξει κανείς την πόρτα, ο αγέρας του δωματίου πάγωνε από το ρεύμα, που 'μπαινε, μαχαίρι. Την ανοίγαμε κάπου - κάπου, γιατί η ζεστασιά από το παραγώνι έκανε πιο δυσάρεστη τη βρώμα από τ' άρβυλα.
Κείνη την ώρα μισάνοιξε την πόρτα ο ένας από τους διπλοσκοπούς του γεφυριού. Πρόβαλε μέσα το κεφάλι, μπαμπουλωμένος με το κασκόλ πάνω από το πηλίκιο, και είπε:
«Καμπάνες ακούγονται, κυρ λοχία».
Όλοι, όσοι ήτανε ξυπνητοί, έστησαν αυτί. Καμπάνες μέσα σ' αυτή την ερημιά, πρώτη φορά συνέβαινε κάτι τέτοιο.
«Από πού έρχονται;» ρώτησε ο λοχίας.
«Κάτου, από τον κάμπο τις φέρνει ο αγέρας. Από το Βλάντοβο μεριά, θαρρώ».
«Καμιά επιδρομή κομιτατζήδων;» ρώτησε ανήσυχα μια φωνή.
Κανείς δεν απάντησε. Μόνο ο λοχίας έκανε «για στάσου», έβγαλε από την τσέπη ένα φτηνό ημερολόγιο, λογάριασε με το νου του, μέτρησε στα δάχτυλα και είπε πρόσχαρος:
«Μωρέ, είναι Χριστούγεννα, μωρέ! Χριστούγεννα!» Και μας κοίταξε έναν έναν. Ύστερα γύρισε και κοίταξε αφαιρεμένος πολλή ώρα τη φωτιά.
Ο λόγος έπεσε σαν σύνθημα ειρήνης ανάμεσα στους φαντάρους. Ξύπνησαν όλοι, ανακάθισαν και κουβέντιαζαν.
«Πάμε ν' ακούσουμε», πρότεινε ένας.
Σηκώθηκαν όλοι, φόρεσαν τ' άρβυλα και τη μαντύα και βγήκαν στο ύπαιθρο. Κι ο λοχίας μαζί. Σταθήκαμ' εκεί, στην άκρη του γεφυριού κι αφουγκραζόμασταν τη νύχτα. Στην αρχή, τίποτα. Κατόπι ο ήχος από τις καμπάνες ήρθε από μακριά. Γλυκός, χαρμόσυνος σαν ένα καλό μήνυμα.
«Άκου!...» έλεγαν σιγά - σιγά ο ένας στον άλλο.
Το χωριό δεν ήταν μακριά. Όμως δε φαινόταν κανένα φως έτσι που κρυβόταν πίσω από το πυκνό σύδεντρο που το σκέπαζε.
«Δεν πάμε, κυρ λοχία;»
«Πού, μωρέ;»
«Στο Βλάντοβο, κυρ λοχία, στην εκκλησία!...»
Όλοι τον παρακαλούσαμε και δε χρειάστηκε πολύ να πει το ναι ο καλός μας υπαξιωματικός. Στο τέλος κανονίστηκαν όλα. Θα 'ρχόταν κι ο ίδιος μαζί μας. Ήμασταν εφτά νοματαίοι. Ο Τράντος δήλωσε πως δεν πρόκειται ν' αφήσει το Φυλάκιο. Ο λοχίας είπε πως οπωσδήποτε πρέπει να μείνουν δυο να το φυλάξουν και να συνδαυλίζουν τη φωτιά ώσπου να γυρίσουμε. Να μείνει ο Τράντος κι ο Νάκος, είπε. Ο μικρός παραπονέθηκε. Γιατί αυτός;
«Φοβούνται τα μωρά τη νύχτα», είπε κοροϊδευτικά μια μπάσα φωνή στο σκοτάδι.
«Δεν είναι μωρό ο Νάκος», ακούστηκε η φωνή του λοχία. «Δυο άντρες θα 'ναι με τα όπλα τους. Τι έχουν να φοβηθούν; Φοβάσαι, μωρέ Νάκο;»
«Δε φοβάμαι κανέναν, κυρ λοχία», απάντησε ο μικρός με πείσμα.
«Εντάξει. Άλλωστε δεν πρόκειται ν' αργήσουμε. Σε δυο ώρες θα 'μαστε πίσω, για την αλλαγή».
Πήραμε τον οπλισμό, γεμίσαμε τα όπλα και κατεβήκαμε μέσ' από τη χαράδρα που άνοιγε αριστερά από το ποτάμι. Ανακαλύψαμε σε λίγο έναν χωραφόδρομο που τραβούσε μέσ' από τα χτήματα και τον μεταχειριζόταν οι χωριάτες τη μέρα. Η περιφέρεια του γεφυριού ήταν αυστηρά απαγορευμένη μέρα και νύχτα. Μάλιστα τη νύχτα είχαμε διαταγή να ντουφεκάμε στο ψαχνό κάθε άτομο, που θα δοκίμαζε να πλησιάσει την απαγορευμένη ζώνη. Τη μέρα βλέπαμε κάπου - κάπου από μακριά κανέναν χωριάτη να δουλεύει στα χτήματα, ούτε είχε γίνει ως τώρα και κανένα επεισόδιο. Το χωριό ήταν πιο κοντά απ' ότι πιστεύαμε. Ξεπρόβαλε ξαφνικά. Ήταν χωμένο μέσα σε φρουτόδεντρα και περιβόλια. Από παντού έτρεχαν μικροί ή μεγάλοι καταρράχτες κρυμμένοι πίσω από άγρια θάμνα και θεριεμένους βάτους. Κάπου - κάπου ο λοχίας άναβε για μια στιγμή το κλεφτοφάναρό του, να μη χάνουμε το δρόμο. Βρεθήκαμε μέσα στο χωριό χωρίς να το καταλάβουμε. Ήταν χτισμένο σκαλωτά, μέσα στα πυκνοφυτεμένα δέντρα. Η καμπάνα χτυπούσε χαρμόσυνα και οι χωριάτες τραβούσαν προς την εκκλησιά κρατώντας λαδοφάναρα που κουνιόντανε στο χέρι τους και έκαναν φαντασμαγορική τη νύχτα.
Μόλις μας αντιλήφτηκαν σταματούσαν, μας έκαναν τόπο να περάσουμε και φώναζαν: «Οι Έλληνοι! Οι Έλληνοι! Καλώς μας ήρθατε!» Ήταν χαρούμενες οι φωνές τους και ήμασταν οι πρώτοι Έλληνες στρατιώτες που βλέπαν από κοντά το χωριό τους. Έτρεξαν να προφτάσουν το νέο στην εκκλησιά, και σε λίγο είδαμε τον παπά φορεμένον τα άμφιά του, με τα παιδιά που κρατούσαν τα εξαφτέρουγα, και τους προύχοντες που μας περίμεναν στην είσοδο να μας προϋπαντήσουν.
Επικεφαλής ήταν ο πρόεδρος. Ένας ψηλός γερός άντρας, πολύ διαχυτικός. Βασίλη Χότζα τόνε λέγαν. Μας έβαλαν σε τιμητικά στασίδια και η είσοδός μας στην εκκλησιά έμοιαζε με θρίαμβο. Ψέλναμε μαζί με τον κόσμο το ωραίο τροπάρι της μεγάλης νύχτας και ο Βλαντής γιόμισε με τη βαθιά φωνή του την εκκλησία:
Η γέννησίς σου, Χριστέ ο Θεός ημών,
ανέτειλε τω κόσμω το φως το της γνώσεως,
εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες
υπό αστέρος εδιδάσκοντο
Σε προσκυνείν, τον ήλιον της δικαιοσύνης!
Ακούγαμε φωνές που τις έκοβαν οι λυγμοί, και σαν τέλειωσε η τελετή μας τριγύριζαν όλοι, άντρες, γυναίκες, παιδιά, και μας άγγιζαν, χάιδευαν τα όπλα μας κι έκλαιγαν. Ο Βασίλης Χότζας επέμεινε να περάσουμε απ' το σπίτι του να μας φιλέψει πριν φύγουμε. Του 'παμε πως βιαζόμασταν, αυτός επέμεινε ώσπου ο λοχίας μας υποχώρησε. Πήγαμε και μας συνόδευε όλος αυτός ο κόσμος. Ο πρόεδρος είχε κιόλας ετοιμάσει στο σπίτι του ολόκληρο τραπέζι για την υποδοχή μας. Είχε γυναίκα και δυο παιδιά, είχε και μιαν απάντρευτη αδερφή, πολύ όμορφη χωριατοπούλα με μεγάλα μυγδαλωτά μάτια, κι ένα στήθος να σπάνεις καρύδι απάνω του. Μας έφερε αυγά τηγανητά στο λαρδί, με κόκκινο πιπέρι που μας άναψε φωτιές και τις σβήναμε με δυνατό κρασί. Φάγαμε στο πόδι και κινήσαμε να φύγουμε. Ο Βασίλης Χότζας μάς θερμοπαρακάλεσε για μια χάρη ακόμα. Υπήρχαν, είπε, στο χωριό μερικοί βουλγαρίζοντες. Ήθελε λοιπόν να περάσουμε από τη γειτονιά τους, έτσι όλοι μαζί, να δουν πως ήρθε η Ελλάδα, να σκάσουν από το κακό τους. Αναγκαστήκαμε να κάνουμε και τούτη την παρέλαση και όλοι μάς συνόδεψαν τραγουδώντας το φανταρίστικο τραγούδι της εποχής, με το παλιό τσάκισμα: «Ο άπιστος, ο δόλιος ο σύμμαχος!» Οι βουλγαρίζοντες είχαν τις πόρτες και τα παράθυρα κλειστά και σβησμένες όλες τις λάμπες των σπιτιών τους, σαν να ήταν ακατοίκητα.
Επιτέλους κινήσαμε να φύγουμε. Μας συνόδεψε όλος αυτός ο κόσμος, ντυμένος τα γιορτιάτικά του, ως το σύνορο που απαγορευόταν η παραπέρα κυκλοφορία. Εκεί σταθήκαμε ν' αποχαιρετιστούμε, και ο Βασίλης σ' αυτό το αναμεταξύ διηγότανε στους συχωριανούς του θαυμαστά πράματα για τη σκοπευτική δεινότητα των Ελλήνων στρατιωτών. Είχε ακουστά για τους ήρωες του 21, και έλεγε και για μας πως περνούμε το βόλι μέσ' από δαχτυλίδι.
«Βάι, βάι, βάι!» έλεγαν οι χωρικοί έκθαμβοι και χάιδευαν τα όπλα μας.
Είχε αρχίσει να γαλανίζει πια η χαραυγή, και ο Βασίλης εξακολουθούσε να αγορεύει για τα σκοπευτικά κατορθώματά μας. Ένα μικροσκοπικό πουλάκι αγουροξυπνημένο, καθόταν στο γυμνό κλωνί ενός δέντρου, καμιά κοσαριά μέτρα μακριά.
«Το βλέπετε αυτό το πουλάκι;» είπε ο Βασίλης.
Οι χωριανοί γύρισαν και το κοίταξαν.
«Ε, λοιπόν, ένας Έλληνας στρατιώτης μπορεί να το 'βρει με τ' όπλο του».
«Βάι, βάι, βάι!» έκαναν όλοι μαζί όπως σε χορό αρχαίας τραγωδίας.
Κοιταχτήκαμε αναμεταξύ μας κάπως στενοχωρημένοι για τον υπερβολικό λόγο.
«Έτσι δεν είναι, τσαούση;» ρώτησε το λοχία μας ο Βασίλης.
«Έτσι είναι», απάντησε μετριόφρονα ο υπαξιωματικός μας, «μόνο, ξέρετε, η Ελλάδα μας είναι φτωχιά. Μας έδωσε τις σφαίρες για τον Τούρκο και για το Βούλγαρο και όχι για τα κοτσύφια».
«Αμάν, σε παρακαλώ, ρίχ' του!» κάνει, σε μένα που στεκόμουνα πλάι του, ο Βασίλης.
Ήμουνα ζαλισμένος από το κρασί και τα κόκκινα πιπέρια της δεξίωσης, λοιπόν έτσι για χωρατό, να γελάσουμε, σηκώνω το όπλο, κάνω πως σημαδεύω το πουλί και τραβώ τη σκαντάλη.
Μόλις εκπυρσοκρότησε το όπλο μου, ακούγω κραυγές να υποδέχονται την ντουφεκιά που είχα ρίξει έτσι άσκοπα, «στο γάμο του καραγκιόζη». Στην αρχή νόμισα πως μου 'καναν καζούρα. Ύστερα είδα πως ήταν έκρηξη ενθουσιασμού. Πραγματικά η μικρή νικελένια σφαίρα, η μοίρα το 'θελε να μας κάνει τούτη τη φάρσα, βρήκε το άμοιρο πουλάκι, το 'λιωσε και μόλις λίγα φτεράκια άφησε να πέσουν χάμω από το κορμάκι του. Το πέτυχα όπως ένας μεθυσμένος ρίχνει στην τύχη και βρίσκει το τηλεγραφικό σύρμα.
Ο λοχίας και οι συντρόφοι, έκπληχτοι όσο κι εγώ, είχαν πάρει ύφος σεμνής μετριοφροσύνης και εδέχονταν χαμογελώντας τους θαυμασμούς των χωρικών. Ο Βασίλης πια πετούσε απ' τη χαρά του.
«Δε σας το 'λεγα εγώ; Αυτοί είναι οι Έλληνες!...»
Όπου κατά τύχη, να, περνά από πάνω μας ένα πελώριο όρνιο. Πετούσε αργά και μεγαλόπρεπα με ανοιχτές διάπλατα τις πελώριες φτερούγες.
«Αυτό!» φωνάζει ένας από το πλήθος. Έρχεται κοντά μου και μου σέρνει το μανίκι. «Αυτό, γιε μου! Κακό πουλί αυτό. Κατεβαίνει, μας αρπά τ' αρνιά, τις γαλοπούλες. Πολύ κακό πουλί. Σκότωσέ το, γιε μου, να ζήσεις...»
Γύρισα και είδα τον πελώριο στόχο, που θα 'ξερε κάπως περισσότερα για τη σκοπευτική μου δεινότητα για να πετά τόσο αργά πάνω από τα κεφάλια μας.
«Ε, όχι άλλη σπατάλη πυρομαχικών!» είπε έντονα ο λοχίας μας κοιτάζοντάς με περίφοβα. «Μονάχα μια μπαταριά για μνημόσυνο του καπετάν Άγρα, και φεύγουμε».
Ξέραμε πως ο ιπποτικός ήρωας του Μακεδονικού Αγώνα Τέλλος Άγρας, είχε σκοτωθεί με μπαμπεσιά από τους Βουλγάρους σ' αυτό το χωριό, που πήρε και τ' όνομά του μετά την απελευθέρωση. Μας οδήγησαν στον τάφο του που ήταν κάπου εκεί κοντά και τιμήσαμε τη μνήμη του με μια ομαδική εκπυρσοκρότηση. Κατόπι αποχαιρετιστήκαμε με τους καλούς χωρικούς και γυρίσαμε πίσω στο Φυλάκιο Βήτα Δύο, γεμάτοι διασκεδαστικές εντυπώσεις. Όλοι με συγχαιρόντανε κοροϊδεύοντας που έσωσα την τιμή του Ελληνικού Στρατού με το απίστευτο κατόρθωμά μου.
Άρχισε να φέγγει πια σαν βρεθήκαμε στο φυλάκιο. Αλλάξαμε τις φρουρές που γρίνιαζαν για την καθυστέρηση και γελούσαν όλοι με τούτη τη νόστιμη ιστορία. Οι μόνοι που δεν έπαιρναν μέρος στη γενική ευθυμία ήταν ο Τράντος και ο Νάκος. Ο πρώτος μόλις μπόρεσε να ψευτογελάσει, και άσπρισαν πάλι τα δόντια του που είχαν τη λάμψη αγριμιού. Ο Νάκος απόφευγε να του μιλά ή να μένει κοντά του. Φαινόταν πολύ στενοχωρημένος. Είχε σκυμμένο το κεφάλι, ήταν σαν να 'θελε να κλάψει.
Καταλάβαμε πως κάτι έτρεξε ανάμεσα στους δυο συντρόφους που αφήσαμε στο Φυλάκιο τούτη τη νύχτα. Κάτι το ανεπανόρθωτο. Όλοι είχαμε ορισμένες υποψίες, και κανένας δεν τολμούσε να τις ψιθυρίσει. Όμως όλοι νιώθαμε πως είχαμε τις ίδιες υποψίες.
Ο Τράντος παρακολουθούσε το παιδί με την άκρη του ματιού, ανήσυχος και προστατευτικός πάντα. Ο Νάκος απόφευγε αυτές τις ματιές και προσπαθούσε πάντα να 'ναι μακριά του. Έβλεπε κανένας μια νευρικότητα του νεαρού συντρόφου στα φερσίματά του. Παρακολουθούσαμε συνωμοτικά κάθε κίνηση και κάθε κουβέντα τους, και ποτές κανείς δε μίλησε πάνω σ' αυτό που όλοι σκεφτόμασταν. Έτσι η ζωή ξανάρχισε ίδια και μονότονη μέσα στο Φυλάκιο Βήτα Δύο, και πάλι η μοναδική χαρούμενη ώρα ήταν το πέρασμα του τρένου που το περιμέναμε σα γιορτή. Βλέπαμε με λαχτάρα και νοσταλγία τους πολίτες και τις κυρίες που άνοιγαν τα παράθυρα και έσκυβαν σαν ήταν καλός ο καιρός από το βαγόνι των επιβατών να ρίξουν μια ματιά σ' εμάς που παρουσιάζαμε όπλα και στο τοπίο, που αν δεν ήταν ο πόλεμος θα 'ταν πολύ όμορφο. Εγώ περίμενα με λατρεία τη Λορελάι, που περνούσε πάντα έτσι αιθέρια και μου χαμογελούσε σαν άγγελος.
Ήταν μια μέρα με γλυκύτατη λιακάδα, μια απ' αυτές που εμείς εκεί γύρω στο Αιγαίο τις λέμε αλκυονίδες, και που ανοίγουν μέσα στην καρδιά του χειμώνα ξαφνικά σαν εξαίσια λουλούδια με ασημένια πέταλα. Ο ήλιος άπλωνε ένα χλιαρό κύμα από φωτεινό μέλι, που τύλιγε όλα τα πάντα σε μιαν ευτυχισμένη νάρκη, σα μια υπόσχεση για την άνοιξη που ερχόταν. Από τώρα κιόλας βλέπαμε κάτου στον κάμπο της Έδεσσας τους μεγάλους άσπρους λεκέδες από τις μυγδαλιές, που βιάστηκαν ν' ανθίσουν ανάμεσα στη σκοτεινή μάζα των δέντρων. Το χιόνι είχε λιώσει στα ξέφωτα του δάσους, και ένα πλήθος μικρά κίτρινα λουλούδια άρχισαν πάλι να ξεμυτίζουν ανάμεσα στη χλόη. Η φύση τοιμαζόταν, φωνές από αόρατα πουλιά ξεπετιούναν από τους περιπλεγμένους αγριόβατους που μόλις πριν από λίγες μέρες άπλωναν από τ' αγκάθια τους τα άσπρα τρίχαπτα του χιονιού. Ήταν κραυγές ερωτικές, γεμάτες παύσεις, σφυρίγματα ξαφνικά, ανυπόμονα και σύντομα σαν μικρές εκρήξεις από ασυγκράτητη ευτυχία.
Κόντευε μεσημέρι σαν ακούστηκε να 'ρχεται μέσ' από τη σκοτεινή γαλαρία το σφύριγμα του τρένου. Ήταν για μας προειδοποίηση για τη συνηθισμένη μας παράταξη μπρος στην είσοδο του Φυλακίου. Με χαρούμενη βιάση σφίγγαμε το ζωστήρα με τις μπαλάσκες στη μέση, κουμπώναμε τις μαντύες και ρίχναμε μια τελευταία ματιά στο καθρεφτάκι της τσέπης. Σαν πρόβαλε το τρένο τινάζοντας τους καπνούς της μηχανής του, κι ακούστηκε ο ξεχωριστός θόρυβος που έκανε περνώντας πάνω στο σιδερένιο γιοφύρι, εμείς ήμασταν κιόλας παραταγμένοι, έτοιμοι στο παράγγελμα του λοχία να παρουσιάσουμε όπλα. Όπου, ξαφνικά, έγινε τούτο τ' αναπάντεχο. Η αμαξοστοιχία σταμάτησε, εκεί μπροστά στο φυλάκιο, μια ασυνήθιστη ταραχή έγινε ανάμεσα στους επιβάτες. Όλοι σηκώνονταν από τις θέσεις τους, ρωτούσαν με αγωνία, χειρονομούσαν και άρχισαν να κατεβαίνουν. Σε λίγο όλοι είχαν βγει έξω, μιλούσαν ζωηρά σε ξένες γλώσσες που δεν καταλαβαίναμε, σκορπίστηκαν παρέες - παρέες και περπατούσαν πλάι στο τρένο ή κάπνιζαν. Ο νους μου ήταν στη Λορελάι. Ο λοχίας διάταξε «παραπόδα». Καθίσαμε στο πεζούλι, στη λιακάδα, και περιμέναμε να δούμε τι τρέχει. Κατέβηκε σε λίγο ένας Σέρβος αξιωματικός και μας ξήγησε πως πήρε ο οδηγός του τρένου σήμα από τη Θεσσαλονίκη πως είχε γίνει τη νύχτα σαμποτάζ ένα χιλιόμετρο πιο κάτω. Βρέθηκαν ξηλωμένες οι ράγες, κάπου πέντε μέτρα έκταση, σε μια επικίνδυνη καμπή και στάλθηκε συνεργείο να τις ξανασυνδέσει. Αν γινότανε τη νύχτα η διαδρομή θα 'χαμε μεγάλες καταστροφές. Η επιδιόρθωση θα κρατούσε ακόμα καμιά μισή ώρα. Αφήσαμε τα όπλα και χαζεύαμε.
Η Λορελάι κατέβηκε με τους πρώτους. Μιλούσε άσκημα γαλλικά σαν και μένα. Με πλησίασε με μεγάλο θάρρος, μου 'σφιξε δυνατά το χέρι, μου 'πε πως τη λένε Λαρίσα και με παρακάλεσε να περπατήσουμε λιγάκι προς το δάσος.
Είχα χάσει τη μιλιά κι αυτή μιλούσε γρήγορα. Η φωνή της ήταν σαν κελάϊδισμα. Την κοίταζα αχόρταγα από πάνω ως κάτω όπως κοιτάζεις μιαν οπτασία, δεν μπορούσα να συλλάβω σαν σχήμα ολόκληρη την ύπαρξή της. Ένιωθα την ομορφιά της σαν κάτι άυλο και μόνο αισθανόμουν απάνω μου τα μάτια της σαν δυο γαλάζιους προβολείς που με τύλιγαν με το χρωματιστό φως τους. Κόψαμε μέσ' από το μονοπάτι προς το δάσος και χάσαμε από τα μάτια τη θορυβώδικη συμμάζωξη των επιβατών και των φαντάρων. Τότες ένιωσα το χέρι της να σφίγγεται δυνατά στο μπράτσο μου. Φορούσε πάντα εκείνο το μοβ σκουφάκι και η χρυσή πλεξούδα ξεκουραζόταν στο στήθος της. Χαμογελούσε, μου 'λεγε τρυφερά λόγια και με παρέσυρε προς ένα πυκνό σύδεντρο. Εκεί, ξάπλωσε στην υγρή χλόη και με τράβηξε κοντά της. Με φίλησε αρπαχτικά στο στόμα, άνοιξε τα πόδια της και είπε νευρικά:
«Έλα, πάρε με!»
Το 'πε έτσι ξαφνικά, είχε έναν τόνο σχεδόν προσταχτικό η φωνή της. Είχε πάρει κάτι βραχνό, ήταν ένα ζώο θηλυκό, αγκρισμένο από ανυπόμονη λαγνεία. Με απορία αντιλήφτηκα πως δε φορούσε εσώρουχο.
«Έλα, λοιπόν, πάρε με, μικρό μου!» ξανάπε εκνευρισμένη, κι εγώ ένιωθα παγωμένος σαν να χιόνισε ξαφνικά μέσα μου.
Με είχε κυριέψει μια απογοήτευση, ένιωθα σχεδόν αηδία. Την κοίταζα σαν χαμένος και δε μιλούσα.
«Τι περιμένεις λοιπόν;» ξανάπε νευριασμένη. «Σε λίγο θα βάλει μπρος το τρένο. Δεν έχουμε παρά λίγα λεφτά! Τι περιμένεις;»
Τράβηξε ψηλά το φουστάνι, έτσι που ξεσκεπάστηκαν γυμνά τα μεριά της από τις καλτσοδέτες κι απάνω.
Ένα γκρέμισμα γινόταν μέσα μου, σαν να σωριάζονταν καταπάνω μου τα σκηνικά από ένα ωραίο έργο που είχα δημιουργήσει γύρω σε τούτο το κορίτσι.
«Όχι!» της είπα, θυμωμένος ξαφνικά.
Ένιωθα πως στην έκφρασή μου, η έκπληξη είχε μεταβληθεί σε περιφρόνηση.
Ήθελα να μπορούσα να κλάψω, και ήταν στεγνά τα μάτια μου. Είχα διάθεση να τη χαστουκίσω. Είπα μονάχα:
«Πάμε, Λαρίσα. Θα με περιμένουν οι σύντροφοι. Μπορεί να σηκωθούν να 'ρθουν κι απ' εδώ. Πρέπει να φύγω αμέσως. Αμέσως», ξανάπα δυνατά, και γύρισα αλλού τα μάτια να μη βλέπω τη γύμνια της.
Πετάχτηκε θυμωμένη, τα γαλάζια μάτια της γιόμισαν περιφρόνηση και μίσος. Περπατήσαμε γρήγορα πλάι πλάι χωρίς να μιλάμε, χωρίς να κοιταζόμαστε. Μπροστά στο Φυλάκιο χωριστήκαμε ξένοι, χωρίς ν' αποχαιρετιστούμε καν. Αυτή ανακατεύτηκε με τους επιβάτες κι εγώ πήγα στους συντρόφους μου.
«Τυχεράκια!» μου έκανε ο λοχίας.
«Τι έγινε;» ρωτούσαν οι άλλοι και με τριγύριξαν με ξαναμμένα πρόσωπα.
Δεν απάντησα. Μπήκα στο Φυλάκιο, κάπνιζα έτσι, για να κάνω κάτι και σαν ειδοποιήθηκε το τρένο πως τελείωσε η επιδιόρθωση των γραμμών τ' άκουσα να ξεκινά χωρίς να έβγω. Τη νύχτα, σκεπάστηκα με την κουβέρτα κι έκανα πως κοιμόμουνα. Ήμουνα δυστυχισμένος, ένιωθα ένα απέραντο αδειανό μέσα μου. Η νεανική ψυχή μου έκλαιγε το σκοτωμένο όνειρο της εφηβείας μου. Από τότες κάμποσες φορές μου δόθηκε ευκαιρία να διαπιστώσω πόσο λείπει η φαντασία από τον έρωτα της γυναίκας, και πόσο χαμηλά, πολύ χαμηλά είναι τοποθετημένη σε μερικές η καρδιά τους.
Ύστερα ήρθε η άνοιξη. Έτσι απότομα. Ήταν κάτι καταπληχτικό σε κείνα τα μέρη. Ήρθε σαν ένας πυρετός της Γης, που ανακλαδίστηκε ηδονικά κάτω από τον ήλιο, ρουφούσε με πάθος τις ξαφνικές περαστικές μπόρες που τη μούσκευαν στις λαγόνες, στις μυστικές χαράδρες, στις χορταριασμένες μασκάλες και έκαναν να αναδίνει μια γλυκιά χωματίλα που μεθούσε και σ' έκανε να την αναπνέεις αχόρταγα με μικρές - μικρές μπουκιές. Από παντού ξεχυνόταν μια ορμητική ανθοφορία, η χλόη γιόμισε πολύχρωμα μικροσκοπικά ανθάκια κόκκινα, μοβ, κίτρινα, γαλάζια. Έσκαζαν από παντού σαν σπίθες από φυτικά πυροτεχνήματα, κάθε μέρα καινούργια. Έτρεμαν οι μικρές κάλυκες, κρέμαζαν σκουλαρικάκια από λαμπρές στάλες δροσιάς και οι βάτοι γιόμισαν άγρια τριαντάφυλλα. Κάτι μικρά ζωάκια πηδούσαν ξετρελαμένα στο δάσος και οι σκίουροι πετούσαν από κλαδί σε κλαδί, από δέντρο σε δέντρο με αναπεπταμένες ανάερα τις φουντωτές ουρές. Από παντού ακούγονταν μυστικοί τριγμοί, σα να έσπαναν τις καφετιές φασκιές τους οι σπόροι κάτω από το χώμα, για να ξεπροβάλλουν στο φως τις πεινασμένες χλωρές μυτίτσες. Η αδάμαστη φουσκοδεντριά άνοιγε στα κλαδιά ματάκια πράσινα ή σκούρα, που βιαζόντανε να σκάσουν ρόδινα μικρά μπουμπούκια. Οι λεύκες φόρεσαν βιαστικά την καινούρια φυλλωσιά, που ήταν τρυφερή, όλο δροσιά, και τα φύλλα τους έπαιζαν πάνω στους μικρούς μίσχους ευκίνητα, έπαιζαν χαρούμενα χωρίς καν να υπάρχει το παραμικρό φύσημα. Κουνούσαν χαιρετιστικά τα πράσινα μαντηλάκια τους όλη την ώρα, να χαιρετίσουν τον Κύριο της Δημιουργίας. Μια ερωτική πυρκαγιά είχε φουντώσει στα σπλάχνα της Γης, από παντού τινάζονταν οι σπίθες της να βρουν διέξοδο. Ήταν η μεγάλη έκφραση του Θεού που γινόταν με χίλιους τρόπους, σε χίλιες γλώσσες, σε τριγμούς και κρότους ανεξήγητους που έρχονταν από τα βάθη του δάσους, σαν να λέγαν τα μυστικά τους τα δέντρα το 'να με τ' άλλο.
Το ποτάμι έτρεχε γιομάτο ήλιο, ήταν φορές που ο ήχος των νερών έμοιαζε με γάργαρα γέλια χαράς. Τότες ήταν που έγινε το φοβερό περιστατικό που συντάραξε τη ζωή μας μέσα στο Φυλάκιο.
Ο Τράντος με το Νάκο είχαν σταλεί αγγαρεία στο Βήτα Τρία, να φέρουν τα συσσίτια της φρουράς μας. Το σούσουρο γύρω στα φερσίματα των δυο συντρόφων μας είχε συχάσει από καιρό, σχεδόν πήγαινε να ξεχαστεί η εντύπωση από τη νύχτα των Χριστουγέννων. Ο Τράντος ήταν πάντα όσο γίνεται πιο στοργικός προς το μικρό εθελοντή. Αυτός πάλι απόφευγε όσο μπορούσε εχτός υπηρεσίας τη συντροφιά του, πλάγιαζε το βράδυ μακριά από το γιατάκι του προστάτη του και ήταν αδιάκοπα αγέλαστος, συλλογισμένος, κλεισμένος στον εαυτό του. Όμως εκείνη την μέρα, Κυριακή ήταν, βγήκε η σειρά τους να παν αγγαρεία για το συσσίτιο.
Είχανε κανά - δυο ώρες που φύγανε, τους περιμέναμε ώρα με την ώρα να γυρίσουν. Τους είδαμε τέλος που έρχονταν από το γιοφύρι. Ο Τράντος ήταν φορτωμένος το πελώριο σακί, ο Νάκος συνόδευε, το ντουφέκι σταυρωτά στον ώμο. Ακούστηκε το σφύριγμα του τρένου, και καταπόδι ξεμπουκάρισε από την έξοδο του τούνελ ο μαύρος καπνός που ξερνούσε η μηχανή. Οι δυο σύντροφοι σταμάτησαν να περπατούν στο στενό σιδερένιο πεζοδρόμιο. Τους είδαμε που πιάστηκαν από το σιδερένιο κάγκελο ώσπου να περάσουν τα βαγόνια που έκαναν το γεφύρι να τραντάζευαι κάτω από τα πόδια τους. Η μηχανή προχωρούσε μέσα σε βροντές από σίδερα, και ξερνούσε ολοένα μαύρους καπνούς που για μια στιγμή δε φαίνονταν οι δυο σύντροφοι, σκεπασμένοι από το σκοτεινό τους σύννεφο. Σαν διαλύθηκε ο καπνός, δεν ήταν πια πάνω στο γεφύρι παρά ο Νάκος. Ο Τράντος είχε χαθεί από πλάι του. Σαν πέρασε το τρένο, μαζευτήκαμε στην άκρη του γεφυριού. Περιμέναμε με χτυποκάρδι. Ο Νάκος ερχόταν σιγά - σιγά, κρατιόταν απ' το κάγκελο και μετατόπιζε ένα - ένα τα βήματά του πάνω στο σίδερο, ώσπου ήρθε κοντά μας και έπεσε εξαντλημένος στο χώμα.
«Τι έγινε ο Τράντος;»
Τον είχαμε τριγυρίξει, ήμασταν αναστατωμένοι, τον ρωτούσαμε με αγωνία.
Ο μικρός εθελοντής γύριζε απάνω μας την ματιά του, μια ματιά τρελού. Τα καστανά παιδιάστικα μάτια μάς κοίταζαν πλατιά ανοιγμένα, φαινόταν πως κοίταζε χωρίς να βλέπει.
Έγινε φασαρία, το Σύνταγμα διάταξε ανακρίσεις. Ακολούθησε η αναπαράσταση επί τόπου. Ήρθε ένας υπολοχαγός από την έδρα και πήρε καταθέσεις από όλους μας. Είπαμε τι είδαμε, δηλαδή τι δεν είδαμε. Ο Τράντος έγινε άφαντος, το αντιληφτήκαμε μόνο σα διαλύθηκε ο καπνός του τρένου που 'χε σκεπάσει και τους δυο. Πήρανε το Νάκο στο Στρατοδικείο. Και κει οι καταθέσεις του ήταν οι ίδιες: «Το τρένο τους πρόφτασε στη μέση του γεφυριού. Στάθηκαν και κρατιούνταν από το κάγκελο. Ο Νάκος με τα δυο χέρια. Ο Τράντος με το 'να. Με το άλλο κρατούσε στη ράχη το μεγάλο σακί. Και οι δυο είχανε το όπλο σταυρωτά κρεμασμένο. Ο καπνός από το φουγάρο τούς στράβωνε. Μια στιγμή το βαγόνι σκούντησε το σακί ή το όπλο του Τράντου έτσι που προεξείχε, και τόνε γκρέμισε στο χάος. Το ρέμα τον συνεπήρε, δε βρέθηκε πουθενά το κορμί του. Μέσα στ' αυτιά του Νάκου απομένει ακόμα η κραυγή του όταν έπεφτε, κι αυτή ανακατωμένη με το θόρυβο του τρένου, σαν μέσα σε όνειρο. Όχι. Δεν τον έσπρωξε ο Νάκος. Δεν υπήρχε λόγος να το κάνει. Ο Τράντος ήταν φίλος του. Τόνε προστάτευε πάντα σαν καλός σύντροφος».
Τα 'λεγε κι έκλαιγε μ' αναφυλλητά.
Οι στρατοδίκες βρήκανε φυσική την εξήγηση. Δεν αποδείχτηκε τίποτ' άλλο. Έτσι ο Νάκος αθωώθηκε.
Μυριβήλης Στράτης
«Το βυσινί βιβλίο»
Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Αθήνα 1996

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου