Ο Γαβρίλης του Παυλή έζησε στην Ευρώπη κάμποσα χρόνια σπουδάζοντας γεωργικά. Σαν ξαναγύρισε στην Ελλάδα πέρασε κι από την πατρίδα του. Πατρίδα του κάποιο χωριουδάκι της Πελοπόννησος. Χάρηκε που ξαναείδε τ' αγαπημένα του χώματα, δάκρυσε σαν αντίκρισε τη γριά μάνα του. Μα το χωριό σε κακό χάλι εκείνη τη χρονιά. Αρρώστια πρωτάκουστη χτύπησε τ' αμπέλια τους. Κι οι πιο γέροι τέτοια αρρώστια δεν τηνέ θυμούντανε. Χάθηκαν τ' αμπέλια τους, χάθηκε και το χωριό. Κρασί δίνανε και παίρνανε στάρι άλλες χρονιές. Τώρα χαρά σ' όσους είχανε λεφτά στην κασέλα τους. Μα πόσοι ήτανε αυτοί; Το άλλο χωριό τι θα γίνει; Ο Γαβρίλης όπου πήγαινε, όπου στεκότανε, αυτά άκουε. Βρήκε και τον παπά Γιάννη, τον εφημέριο.
«Καλώς όρισες, παιδί μου», του είπε. «Σ' άσκημη χρονιά μάς βρήκες. Εγώ είπα τι πρέπει να γίνει. Έτσι και την άλλη φορά με την ακρίδα. Φέραμε την άγια κάρα από το μοναστήρι, κάναμε μια λιτανεία και καθάρισε ο τόπος. Αυτό πρέπει να γίνει και τώρα».
«Κι έχεις την ιδέα, παπά μου, πως με τη λιτανεία θα φύγει η αρρώστια;»
«Σίγουρα, παιδί μου. Αυτά είναι θεϊκά πράματα. Οργή Θεού. Πρέπει να δεηθούμε για να μας συχωρέσει και να μας λυπηθεί ο Θεός».
Τα ίδια του είπε κι ο κυρ Στάμος, ο πρώτος νοικοκύρης του χωριού, τα ίδια κι ο δάσκαλος, ένας φουστανελάς που χόρταινε τα παιδιά ξύλο. Τα ίδια όλοι. Μόνο από τη λιτανεία περιμένανε σωτηρία.
Το βράδυ πήγε σπίτι του ο παπάς να τόνε χαιρετίσει. Γνωριζότανε με το σπίτι του, ήτανε και φίλος γκαρδιακός του μακαρίτη του πατέρα του. Φυσικά η κουβέντα τους πρώτα πρώτα ήτανε για τ' αμπέλια και για τη λιτανεία.
«Άσκημα χρόνια, παιδί μου. Δεν πάμε διόλου καλά. Παραστρατήσαμε από τον ίσιο δρόμο κι αποτραβήχτηκε ο Θεός, γιατί δε βλέπει πια προκοπή από μας. Μια φορά που οι άνθρωποι ήτανε καλοί, ο Θεός ήτανε χαμηλά και τόνε γλύφανε τα βόδια.»
«Μα λες, παπά μου, αλήθεια, να 'ναι από το Θεό;»
«Θέλει και ρώτημα; Μπα σε καλό σου. Συ έμαθες τόσα γράμματα και δεν ξέρεις πως ό,τι γίνεται, από το Θεό γίνεται;»
«Ίσια ίσια επειδή έμαθα λίγα γράμματα γι' αυτό σου το λέω. Ξέρεις, παπά μου, τέτοιες αρρώστιες πέφτουνε και στην Ευρώπη».
«Μα εκεί είναι κι αν είναι, καθώς ακούω».
«Ε, λοιπόν, εκεί τις αρρώστιες των αμπελιώνε τους και των δεντρώνε τους δεν τις πολεμούνε με λιτανείες».
«Τι λες, παιδί μου. Σείσου από τον τόπο σου».
«Άκουσέ με, παπά μου. Δε λέω. Να γίνει κι η λιτανεία αφού το θέλετε. Να φέρουμε και την άγια κάρα, που λες του λόγου σου. Μα να φέρουμε κι από την Αθήνα άνθρωπο να ξετάσει τ' αμπέλια μας, να μας πει τι έχουνε και να μας ξηγήσει τι πρέπει να κάνουμε. Στην Αθήνα ξέρουνε καλύτερα, ξέρουνε κι από όλα. Είναι περίεργη αρρώστια αυτή. Εγώ που σπούδασα γεωργικά, δε μπόρεσα να καταλάβω τι τρέχει. Αυτό θα μας σώσει».
Ο παπάς δεν έβγαλε άχνα από το στόμα του. Ήτανε στενοχωρημένος και φαινότανε κατακόκκινος.
«Τι λες λοιπόν, παπά, γι' αυτά;»
«Τι να πω, παιδί μου... Ξέρω κι εγώ... Αυτά που μου λες πρώτη φορά τ' ακούω και μου φαίνουνται σαν παράξενα».
Έπειτα μιλήσανε γι' άλλα πράματα ώσπου πέρασε πια η ώρα.
«Σώνουνε αυτά γι' απόψε», είπε ο παπάς και σηκώθηκε δίνοντας το χέρι.
«Καληνύχτα, παιδί μου».
«Καληνύχτα, παπά».
Κατέβαινε τη σκάλα ο παπάς. Σαν έφτασε το τελευταίο σκαλοπάτι τού φώναξε από πάνω ο Γαβρίλης:
«Λοιπόν σύμφωνοι για κείνο που είπαμε; Τι λες;»
Ο παπάς στάθηκε, γύρισε το κεφάλι του, τόνε κοίταξε και του είπε γελώντας ένα περίεργο γέλιο:
«Ξέρεις τι λέω; Λέω πως καλύτερο θα ήτανε να μην πήγαινες στην Ευρώπη. Καληνύχτα».
Κι έκλεισε πίσω του την πόρτα.
Στην ταβέρνα του Κωσταντή είναι κάμποσοι μαζεμένοι. Κει είναι ο κυρ Στάμος νοικοκύρης γερός, ο δάσκαλος ο φουστανελάς που είχε κατατσακίσει τα παιδιά στο ξύλο, ο πάρεδρος, φουστανελάς κι αυτός, που έκρυβε στο σπίτι του τους φυγόδικους, όσοι ήτανε από το ίδιο κόμμα, οι δυο αγροφύλακες με τις αγκλίτσες και με μια κουμπούρα ο καθένας τους στο σελάχι, κι ο παπα Γιάννης με τη σκούφια στο κεφάλι. Κει ήτανε κι ο κυρ Αντώνης ο επίτροπος της εκκλησιάς που έκανε λεφτά από τον καιρό που έγινε επίτροπος. Πολλά λέγανε στο χωριό για δαύτονε, μ' αυτουνού δεν του ίδρωνε τ' αυτί γιατί φρόντιζε πάντα να είναι μαζί με το Δήμαρχο που δεν του ζήτησε ποτέ λόγο για τη διαχείριση. Ένα καημό είχε μόνο ο κυρ Αντώνης, που δεν μπόρεσε να μάθει το παιδί του γράμματα. Ξόδεψε, πάσκισε ... του κάκου. Κείνος τον έστελνε στο σκολειό, κι αυτός ο τζερεμές έτρεχε στο ποτάμι. Ο κυρ Αντώνης το είχε μαράζι αυτό, γι' αυτό δε χώνευε κι όσους ξέρανε γράμματα. Όσο πιο πολλά γράμματα ξέρανε, τόσο πιο πολύ δεν τους χώνευε. Δε χώνευε προπάντων το Γαβρίλη του Παυλή που σπούδαξε στην Ευρώπη.
«Δε φύλαγε τις χιλιαδούλες του;» έλεγε.
Συζητούσανε σαν πάντα για τ' αμπέλια τους. Το λόγο είχε ο παπα Γιάννης:
«Να σας πω, βρε παιδιά, τι μου έτρεξε ψες βράδυ. Ήμουνα παγεμένος στο σπίτι του Γαβρίλη. Είπαμε για τ' αμπέλια, μιλήσαμε και για την αρρώστια. Και τι λέτε πως μού έλεγε; Θε μου, σχώρεσέ με -κι έκανε το σταυρό του- να φέρουμε, λέει, από την Αθήνα άνθρωπο να κοιτάξει τ' αμπέλια μας, να μας πει τι να κάνουμε, γιατί από τις λιτανείες, λέει, δε βγαίνει πια τίποτα».
«Βρε τον αθεόφοβο», φώναξε ο κυρ Αντώνης, «μωρέ αυτός θέλει παλούκωμα».
«Κρέμασμα», είπανε οι αγροφύλακες.
«Κάψιμο», είπε ο πάρεδρος.
Τη στιγμή εκείνη ακούστηκαν όξω χτύποι κουδουνιού. Κάποιο μουλάρι περνούσε. Σκύβει όξω το κεφάλι του ο κυρ Αντώνης, βλέπει το Γαβρίλη καβάλα.
«Γεια σας».
«Ώρα καλή».
Είχανε βγει όλοι στην πόρτα.
«Και για πού, κυρ Γαβρίλη;» ρώτησε ο πάρεδρος.
«Πηγαίνω στο βουνό. Θα κατεβώ το Σάββατο».
Και γυρίζοντας στον παπα Γιάννη:
«Την Κυριακή, παπά, θα κάνω λόγο στην εκκλησιά για κείνο που σου έλεγα. Πες στους χωριάτες να μαζευτούνε».
Χτύπησε το μουλάρι και ξακολούθησε το δρόμο του.
Σαν ξαναμπήκανε στο μαγαζί, ο παπάς άρχισε πάλε την κουβέντα:
«Αυτό μας έλειπε τώρα», είπε, «να τα πει και στην εκκλησιά. Μα δε φοβάται Θεό;»
«Και λαό», πρόστεσε ο κυρ Αντώνης.
Γίνηκε σιωπή στην παρέα.
«Για καλό μάς ήρθε και του λόγου του εδώ;» είπε ο πάρεδρος.
«Δεν καθότανε κει που ήτανε;» είπαν οι αγροφύλακες.
«Αυτό δεν πρέπει να γίνει», είπε ο κυρ Αντώνης, «πρέπει να το μποδίσουμε. Θα μας οργιστεί ο Θεός».
«Ναι, να το μποδίσουμε», είπανε όλοι. «Θα 'ναι αμαρτία, θα 'ναι και ντροπή μας τέτοιο πράμα».
«Έννοια σας και θα σας τόνε συγυρίσω εγώ...» είπε ο κυρ Αντώνηςς. «Περιμένετε και θα δείτε».
Κυριακή. Η Εκκλησιά γιομάτη. Κανείς δε λείπει. Να ο κυρ Στάμος, ο δάσκαλος, ο πάρεδρος, οι αγροφύλακες, κόσμος και κόσμος. Πίσω από το παγκάρι ο κυρ Αντώνης ο επίτροπος, σοβαρός σαν επίτροπος, μετράει την είσπραξη, φτιάνει τα κεριά στο δίσκο, δίνει διαταγές. Δεξιά στο δεξιό ψάλτη, σ' ένα στασίδι, ο Γαβρίλης. Από το παγκάρι ο κυρ Αντώνης του ρίχνει κάτι λοξές ματιές σαν να του λέει «εδώ είμαστε». Έπειτα γυρίζει, κοιτάζει μερικούς και κουνάει το κεφάλι του σαν να τους λέει «όπως είπαμε».
Αλήθεια είχε δουλέψει γι' αυτή τη μέρα ο κυρ Αντώνης. Τα πόδια του βγάλανε γάλα από το περπάτημα, η γλώσσα του μάλλιασε. Σπίτι δεν άφησε αγύριστο, άνθρωπο ακουβέντιαστο. Κι όλο για το Γαβρίλη. Τον άθεο, τον αντίχριστο, τον πείσο, τον δείξο, που θα πέσει αστροπελέκι να κάψει το χωριό εξαιτίας του. Πολλά πράματα δεν καταλάβαιναν οι χωριάτες μα είχανε πίστη στα λόγια του κυρ Αντώνη που ήτανε άνθρωπος καθώς πρέπει. Κι έτσι όλοι τους μαζευτήκανε στην εκκλησιά αποφασισμένοι ν' ακολουθήσουνε τον κυρ Αντώνη εις ό,τι κι αν τους πει.
Έτρεχε ο παπάς, τρέχανε κι οι ψαλτάδες. Κείνη τη μέρα όρεξη πολλή δεν είχανε. Δε βλέπανε την ώρα πότε να τελειώσουνε. Μιλημένα όλα. Τέλειωσε καμιά φορά η λειτουργία. Ο παπάς είπε το «δι' ευχών», βλόγησε κι άρχισε να μοιράζει τ' αντίδωρο.
Ο Γαβρίλης ετοιμάστηκε για το λόγο. Όλα τα μάτια είχανε καρφωθεί απάνω του. Περίεργοι όλοι ν' ακούσουνε τι θα πει. Μα και τι ν' ακούσουνε; Μπας και δεν τους τα είπε όλα ο κυρ Αντώνης; Για τις αμαρτίες τους αλήθεια είχ' έρθει αυτός ο άνθρωπος στο χωριό.
Ο Γαβρίλης άρχισε με φωνή δυνατή. Μιλιά κανείς.
«Θα σας πω για τ' αμπέλια σας. Ακούστε με και θα 'χετε κρασί. Δε θα μ' ακούσετε; Σταλιά μην περιμένετε. Αρρωστάνε και τα δεντρικά σαν τους ανθρώπους. Κι οι άνθρωποι και τα δεντρικά σαν αρρωστήσουνε θέλουνε το γιατρό τους. Γιατρός τους ο άνθρωπος».
«Σώπα», του κάνει άξαφνα από την Ωραία Πύλη, ο παπα Γιάννης κόκκινος από το θυμό του, «ό,τι θέλει ο Θεός γίνεται».
Γυρίζει ο Γαβρίλης και του λέει:
«Άφησέ με, παπά μου, να μιλήσω».
Τώρα το πλήθος κινήθηκε σαν κύμα. Μια βοή έγινε.
«Δε θέλουμε ν' ακούσουμε τίποτα», φωνάζει ο δάσκαλος.
«Μωρέ τι τον φυλάτε;» βάζει μια φωνή άγρια ο πάρεδρος κουνώντας το δάχτυλο.
«Απάνω του, παιδιά», ακούγεται μια φωνή, κι ο κυρ Αντώνης πετάγεται από το παγκάρι και χύνεται ομπρός. Το πλήθος τον ακλουθάει. Ο Γαβρίλης σάστισε, τα 'χασε.
«Όξω, όξω», ρουλιούνται όλοι και χούμηξαν κατά πάνω του.
«Ακούστε με, αδέρφια», φωνάζει ο Γαβρίλης, μα η φωνή του πνίγεται στη βοή. Δε θέλουνε τίποτα ν' ακούσουνε. Θέλουνε να τονέ φάνε, να τονέ ψήσουνε. Πάει, δε θα γλιτώσει. Τον άρπαξαν. Μα τη στιγμή εκείνη ο Γαβρίλης βλέπει την πόρτα του ιερού ανοιχτή. Χώνεται μέσα, ανοίγει μια δεύτερη πόρτα και δρόμο.
«Αφορισμό», βροντοφωνάει ο κυρ Αντώνης.
«Αφορισμό, αφορισμό», ξαναλέει το πλήθος ξεφρενιασμένο.
«Ναι, να τον αφορίσουμε», λέει ο παπα Γιάννης. Φοράει το πετραχήλι. Διαβάζεται ο αφορισμός.
«Αφορισμένος», λέει ο παπάς.
«Αφορισμένος», λένε όλοι σαν απόφωνο.
Την ίδια βραδιά.
Νταγκ, νταγκ, νταγκ. Σημαίνει τρελά η καμπάνα της εκκλησιάς. Πέφτουνε ντουφεκιές. Βοή, τρεχάματα, αλλαλαγμός. Τι τρέχει; Πυρκαγιά. Το σπίτι του Γαβρίλη καίγεται. Κάηκε όλο, πάει.
Είπανε μερικοί πως η φωτιά ήτανε βαλτή. Αναφέρανε μάλιστα και τ' όνομα του κυρ Αντώνη, του επίτροπου. Μα τίποτα δεν αποδείχτηκε και το πράμα σκεπάστηκε. Ο κυρ Αντώνης όπου στεκότανε έλεγε:
«Θεία δίκη, μωρέ παιδιά».
Και στα τελευταία τούς έκανε όλους να το πιστέψουνε.
Παρορίτης Κώστας
Περιοδικό «Ο Νουμάς»,
τεύχος 143, Απρίλιος 1905

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου