Το να γράψει κανείς την ιστορία της ζωής του, είναι καθ' εαυτό πράμα πολύ κουτό. Όμως αυτό ξαλαφρώνει την καρδιά, όταν αυτή η καρδιά είναι θλιμμένη. Και επί τέλους έχει κανείς την ευχαρίστηση να γράφει για τον εαυτό του, και όχι επειδή τον διάταξαν οι άλλοι. Δεν σε μέλει καθόλου, αν αυτό που γράφεις αρέσει στο διευθυντή του οποιουδήποτε φύλλου, αφού τις περισσότερες φορές ο κύριος αυτός είναι ηλίθιος, όπως παραδείγματος χάριν ο δικός μου ο διευθυντής, ο κύριος Βασιλάκης. Να τού έχω, λέει, ευγνωμοσύνη για τις εκατό ψωροδραχμές που μού δίνει, για να τού γεμίσω μια ολόκληρη στήλη της εφημερίδας του! Αυτό δα, έλειπε! Να βλέπατε το γλυκό ύφος που παίρνει -ο χοντρός αυτός άνθρωπος με την κοιλίτσα, και τα γυαλάκια του, και τις τσέπες του γιομάτες χιλιάρικα- σαν μού λέει:
«Αγαπητή Δεσποινίς, θα ήθελα αλήθεια για την Κυριακή, έτσι να πούμε ένα καλό διήγημα, κάτι απ' αυτούς τους μεγάλους που έχουν πάρει βραβείο του Νόμπελ...»
Αυτό το «Νόμπελ» έχει πολύ ξιπάσει το διευθυντή μου, και αυτό συμβαίνει, γιατί είναι λέξη ξενική.
«Ναι, ήθελα», εξακολουθεί ο κύριος Βασιλάκης, «ένα διήγημα υπογραμμένο από κανένα μεγάλο όνομα, διεθνούς φήμης, αλλά να έχει μέσα και καμιά δολοφονία, ντέτεκτιβ και τα ρέστα...»
«Κύριε», απαντώ εγώ, συνεσταλμένα, «κύριε, οι συγγραφείς αυτοί, δεν έχουν τη συνήθεια να γράφουν αστυνομικά μυθιστορήματα...»
«Μα εδώ σάς θέλω! Να πάτε να μού ξετρυπώσετε κάτι τέτοιο... Παραδείγματος χάριν τον Σενκλέρ Λεβίς. Νομίζω μάλιστα πως το χρόνο τούτο πήρε το Νόμπελ, δεν είναι έτσι;...»
Και ο Θεός να με συγχωρά, τού φτιάχνω εγώ για την εφημερίδα του τα διηγήματα που θέλει! Ο κύριος Βασιλάκης, μένει κατενθουσιασμένος με τις μεταφράσεις αυτές. Τόσο που ο καημένος μού πρότεινε και να τα βγάλω σε βιβλίο με έξοδά του...
Καμιά φορά όμως με πιάνει τρόμος, γι' αυτό που κάνω. Προπαντός τη νύχτα. Έτσι σαν ξυπνώ, στο κρεβάτι. Αν κανένας, συλλογιέμαι, ανακαλύψει πως τους γελώ, θα είναι φρικτό. Θα με πάνε πιθανόν στα δικαστήρια. Κι όμως, αν Θεέ μου, εξηγούσα στους κυρίους Λεβίς Σενκλέρ, τον Τόμας Μαν, και σ' όλα αυτά τα ένδοξα πρόσωπα γιατί τολμώ και παίρνω μόνο τ' όνομά τους για να υπογράψω τα διηγήματα τα δικά μου, είμαι βέβαιη πως θα με συχωρούσαν. Δεν το κάνω ούτε για να μοιραστώ τη δόξα τους, ούτε για να κλέψω τις ιδέες τους... Απλώς το κάνω για να μην ψοφήσω από την πείνα. Ύστερα η εθνική παραγωγή δεν έχει πέραση στον τόπο μας. Βάλτε σ' ένα μυθιστόρημα το όνομα Πέτρος (ελληνικά) κανείς δε θα πει τίποτα, μην τύχει μάλιστα και το βρουν πρόστυχο. Γράψετέ το όμως γερμανικά, Πίτερ ή Πιότρ, σουηδέζικα, ή ακόμα σ' άλλη ξένη γλώσσα, και αμέσως θα σού το βρουν χαριτωμένο.
Λοιπόν αν είμαι αναγκασμένη να κάνω αυτό που είπαμε παρά πάνω, είναι για να βγάλω ένα κομμάτι ψωμί. Να πεθάνω εγώ από την πείνα δεν έχει σημασία. Ένα υποκείμενο μιας σπιθαμής λιγότερο, στον κόσμο τούτο, δε βαριέσαι! Κανείς δεν θ' αντιληφθεί το κενό που θ' αφήσει. Μα να! που το γυναικάριο αυτό είχε την κακή έμπνευση να φέρει στον κόσμο και ένα παιδί, πάνε τώρα 4 με 5 χρόνια... Είναι μια ολόκληρη ιστορία. Θα σάς τη διηγηθώ ίσως πιο έπειτα, όταν η ώρα θα μάς φέρει στις εκμυστηρεύσεις... Προς το παρόν τη στιγμή αυτή, ο Πετρής μου δεν πρέπει να πεθάνει από ασιτία. Ένα τόσο ωραίο παιδάκι -αξιολάτρευτο πλάσμα. Για μένα, είναι φυσικά, το ωραιότερο παιδί του κόσμου. Θεέ μου, τι ευγνωμοσύνη που έχω στον άντρα που μού το χάρισε. Έστω και χωρίς στεφάνι. Τι σημασία έχει παρακαλώ αν σε βλογήσει παπάς ή όχι; Πολύ πιο φοβερό πράμα -έχω την ιδέα πως είναι- για μια νέα γυναίκα ν' αποξεραθεί όπως η συκιά του Ευαγγελίου. Αμ' γιατί τότε, ο Ύψιστος τής έδωσε το γλυκό στήθος και την όμορφη κοιλιά; Απλούστατα γιατί η γυναίκα είναι καμωμένη για τον έρωτα. Λοιπόν σε τι θα τής χρησίμευε το σώμα αυτό, που (και αν δεν είναι της Αφροδίτης της Μήλου) μπορεί να δώσει την ηδονή;
Ναι, δε μετανοώ για τίποτα. Έστω και αν ο Μισέλ (ήτανε Γάλλος και γι' αυτό γράφω έτσι τ' όνομά του) με παράτησε... Δεν πειράζει. Ίσως να είχε βαρεθεί· ο άνδρας είν' έτσι, και η γυναίκα καμωμένη να υποφέρει. Αυτά τα βάσανα φτιάχνουν τη ζωή της. Και όχι πως τα λέω αυτά για να κάνω ψωροφιλοσοφία. Αλλά σκεφθείτε και θα δείτε. Επί τέλους έτσι έχω εγώ τον Πετρή μου.
Μού 'μεινε το παιδί, μ' ό,τι κι αν τράβηξα.
Όταν συλλογίζομαι το αγόρι μου, η καρδιά μου λιώνει από τρυφερότητα. Μόνο οι μάνες θα με νιώσουν. Κάθομαι μπροστά του εκστατική. Και γίνηκε ένας χαριτωμένος φραντσεζάκος. Ο πατέρας του είναι ένα ψηλό καστανό παιδί, πολύ καλό, μα λίγο επιπόλαιος, είν' η αλήθεια. Κατάγεται από τη Βαλάνς, και είν' ένας πραγματικός τύπος «μεσημβρινού». Ο Θεός μονάχα ξέρει πόσο αγαπώ τον Μισέλ. Ίσως η μητέρα του ακόμα να μην τον πονά τόσο, στον κόσμο αυτόν, σαν κι εμένα. Δεν τού κρατώ, αλήθεια, καμιά κακία γιατί με παράτησε. Όχι, δε θέλω το κακό του. Άλλωστε εγώ πρώτη τον συμβούλεψα να ξαναγυρίσει στον τόπο του. «Άκουσε», τού είπα, «καλέ μου Μισέλ, γύρισε σπίτι σου, πήγαινε κοντά στη μάνα σου. Εδώ θα πάρεις τον άσχημο δρόμο. Η μητερούλα σου θα σε παντρέψει. Θα σού βρει καμιά χαριτωμένη Γαλλιδούλα με γαλάζια μάτια. Δε λείπουν δα, Θεέ μου, τα κορίτσια από την πατρίδα σου... Μην τριγυρνάς πια στα ξένα...»
Και ο καλός μου Μισέλ -σαν να το 'λεγε η καρδούλα του- έφυγε αμέσως την άλλη μέρα. Πήρε το γαλλικό βαπόρι, με την τρίχρωμη σημαία, κάτω στον Πειραιά και το πουλί πέταξε για πάντα.
Η αλήθεια είν' αυτή. Ο Μισέλ είχε πάρει τον κακό δρόμο εδώ στην Αθήνα. Έπαιζε χαρτιά, έκανε χρέη, και άρχιζε και το έτσουζε. Γι' αυτόν είναι πολύ καλύτερα που γύρισε στη Βαλάνς και στην αγροικία του. Πόσο ευτυχισμένη θα 'ναι η μητέρα του να 'χει τέλος τον γιόκα της κοντά της!
Τώρα μήπως θέλετε να σάς πω τι έκανα εγώ, σαν έφυγε ο Μισέλ; Να η αλήθεια. Έκλαψα, έκλαψα όσο μπορούσα. Βρέθηκα μόνη, μ' έναν ανθρωπάκο τόσο δα, που ήτανε μονάχα μερικών μηνών. Έπρεπε ακόμα να λαβαίνω χίλιες δυο προφυλάξεις για να κρύψω την ύπαρξη του Πετρή μου. Δεν έπρεπε να το μάθει η οικογένειά μου, και ούτε ο κόσμος. Ο πατριός μου δεν είν' άνθρωπος που να χωρατεύει με κάτι τέτοια. Βάζει την τιμή της οικογένειάς του σ' ένα μέρος του σώματος που δεν τολμά κανείς να ονοματίσει. Είν' ένας Ρουμελιώτης του παλιού καιρού, που καυχιέται για το ιστορικό του όνομα. Αν μάθαινε λοιπόν κάτι τέτοιο θα με σκότωνε εμένα και το παιδί μου. Α! Πώς ξέρω καλά εγώ τους γονιούς μου τους Ρωμιούς! Ένα αληθινό βάσανο. Γνωρίζω λοιπόν καλά τον πατριό μου μ' όλες τις πλατιές ιδέες που δείχνει πως έχει στους ξένους. Όσο για τη μητέρα τη δικιά μου, τι θα 'λεγε αν μάθαινε πως έκανα ένα τέτοιο πράμα; Ε, θα πάθαινε αποπληξία. Ευτυχώς που δεν έχω ούτε αδερφό, ούτε αδερφή. Αλλιώς, καλά ξεμπερδέματα!
Η μητέρα μου κατάγεται από μιαν αριστοκρατική οικογένεια της Ρουμανίας. Αχ αυτοί οι Ρουμάνοι αριστοκράτες. Από τότε που ήμουν παιδί, δεν τους χώνευα. Δεν μπορούσα τίποτα ν' αγγίξω στο δωμάτιο της μαμάς και να μη μού φωνάξει αμέσως: «Πρόσεχε να μην το σπάσεις! Αυτό το κουτί είν' ενθύμιο του θείου μου, του πρίγκιπος Γκίζα, ή της πριγκιπέσσας, της νονάς μου...»
Η μαμά έχει στο βάθος καλή καρδιά. Αλλά όλοι αυτοί οι τύποι της καλής συμπεριφοράς, τής ξέραναν λίγο την ψυχή και τής στρέβλωσαν το μυαλό. Μια χειρονομία να πούμε αυθόρμητη, την πειράζει και την κρίνει πως έρχεται από έλλειψη ανατροφής. Η καλή μου, η αγαθή μου μητέρα που είναι λιγάκι ανόητη, και τής αρέσει ακόμα να καλοντύνεται. Δεν τής λείπουν τα λευκά ζαμπώ (1) από αληθινή νταντέλα. Επίσης αγαπάει τα κοσμήματα· και τα δακτυλίδια που φορά -παλιά- έχουν όλα μιαν ιστορία.
Η μανούλα μου είναι μια ευγενικιά ύπαρξη που αποπλανήθηκε στον αιώνα μας. Πώς τής ήταν τυχερό να βρει τον πατριό μου και να τον πάρει, ο Θεός το ξέρει. Αυτός σίγουρα δεν έχει τίποτα το λεπτό. Όλη του τη ζωή δεν έπαψε να βρίζει τη μητέρα μου και να την εξευτελίζει. Ένας περίεργος αλήθεια τύπος ο πατριός μου. Α, αυτός, με το συμπάθειο, κατουρά όλους τους κώδικες της καλής ανατροφής. Βρίζει με σταυρούς και παναγίες και θυμώνει με το τίποτα. Αλλά, αλλά είναι υπέρ της ηθικής με κεφαλαίο. Φυσικά ενδιαφέρεται προ παντός για την ηθική των άλλων. Γιατί ο αξιότιμος αυτός άνθρωπος δεν έπαψε ποτέ να τρέχει στα μπορντέλα. Έτσι κόλλησε, για ενθύμιο, ψώρα από μια μαρκησία Ιταλίδα και την πιο άσχημη αρρώστια από μια κοντέσσα Πολωνέζα. Όμως για την παρθενιά της κόρης του ο Θεός να φυλάει. Είχε την ιδέα πως θα 'πρεπε να την κρατεί ως τη δευτέρα παρουσία. Θα προτιμούσε να πεθάνω εγώ χίλιες φορές παρά να μάθει πως είχα ερωμένο.
Κι όμως ποτέ δε θέλησε να με παντρέψει· απλούστατα, γιατί είναι πολύ φιλάργυρος. Έπρεπε, κατά τα μυαλά του, να γίνω μούμια εν τω μέσω της αξιοτίμου οικογενείας μου. Θαυμάσιο μέλλον για μια κοπέλα! Και άμα θα γινόταν, λέει, γέρος, εγώ θα τον έβγαζα περίπατο ως το Ζάππειο, και θα πηγαίναμε μπράτσο. Θα φορούσα ένα κλειστό φόρεμα και ένα κανοτιέ καπέλο. Άβαφη και με ύφος αυστηρό. Τέλεια γεροντοκόρη. Ιδού τα ωραία όνειρα που έπλαθε για μένα ο πατριός μου. Γι' αυτό κι εγώ σε ηλικία 18 χρονώ, πήγα και τού είπα μια μέρα στο γραφείο του. Θυμάμαι διάβαζε μιαν εφημερίδα γαλλική, τους «Καιρούς».
«Άκουσε μπαμπά», τού λέω. «Βαρέθηκα πια να μην κάνω τίποτα. Δεν μ' αφήνεις να βγαίνω μονάχη έξω από το σπίτι, πεντάρα δεν μού δίνεις, βαρέθηκα! Προτιμώ να παντρευτώ. Να, ο Γιάννης του φίλου σου του Παπά, με θέλει να παντρευτούμε...»
Ο κύριος πατριός μου όμως σαν άκουσε τέτοιο πράμα γίνηκε έξω φρενών. «Άκου λέει, που θέλει και παντρειά; Μωρέ ξετσιπωσιά! Καλά λοιπόν, μόνο να ξέρεις πως πεντάρα από μένα δεν θα δεις! Τώρα γκρεμίσου από μπροστά μου...»
Τότε κατάλαβα καλά πως από τον πατριό μου τίποτα δεν έχω να περιμένω. Η μαμά δεν μπορούσε να τον επηρεάσει καθόλου γιατί δεν την άκουγε ποτέ. Άρχισα λοιπόν στα σοβαρά να ψάχνω για δουλειά. Μα κανένας δεν με πίστευε. Θαρρούσαν πως το 'κανα για γούστο, ή για να δείξω τάχα πως είμαι σύγχρονο κορίτσι. Με νομίζανε όλοι εκατομμυριούχα! «Θέλει να παραστήσει την εκκεντρική!» έλεγαν οι γνωστοί μου. Και δεν υπάρχει πιο γελοίο πράμα, να σε παίρνουν για πλούσιο, και οι πιο κοντινοί σου φίλοι, όταν η τσέπη σου είν' άδεια. Τράβηξα πολλά εκείνο τον καιρό. Ώσπου πια, μη βαστώντας άλλο, ένα καλό πρωί πήρα κρυφά το βαπόρι και πήγα στη Γαλλία. Πρώτα δούλεψα ως σερβιτόρα σ' ένα ελληνικό ξενοδοχείο στη Μασσαλία. Έπειτα, τράβηξα για το Παρίσι και κει έζησα πεινώντας, ως ανταποκριτής κάποιας ελληνικής εφημερίδας. Στη Γαλλία γνώρισα τους καλύτερους ανθρώπους του κόσμου. Πουθενά αλλού που γύρισα δεν είδα λαό να έχει τέτοια ψυχή. Μια φορά -το θυμάμαι ακόμα- καθόμουν σ' ένα παλιό σπίτι στην οδό Ντεκάρτ. Ήτανε χειμώνας κι έκανε φοβερό κρύο και έτρωγα μια φορά στις 24 ώρες. Ένα πρωί ακούω τη νοικοκυρά να χτυπά την πόρτα της κάμαράς μου. Ήτανε μια γυναίκα χοντρή και μουστακαλού. Τής χρωστούσα κάμποσα νοίκια. Γι' αυτό και φοβήθηκα σαν άκουσα το βάδισμά της.
«Καλή-μέρα μαμζέλ», μού κάνει, σαν τής άνοιξα. «Μη φοβάστε, είμαι εγώ. Ήρθα να σάς φέρω μερικά ξύλα και ν' ανάψω λίγη φωτιά στο τζάκι. Κάνει τέτοιο άσχημο καιρό! Είδα πως είστε τόσο ωχρούλα!» Και συγκινημένη μού λέει κατόπιν: «Ακούστε, δεσποινίς μου, εγώ μιλώ καθαρά, φαίνεται να 'χετε οικονομικές στενοχώριες. Λοιπόν ήθελα να σάς πω πως, όσο κάνει τέτοιο κρύο, να είστε βέβαιη και πως φωτιά θα 'χετε στο δωμάτιό σας και πως το βράδυ εγώ θα σάς φέρνω μια καλή σούπα! Αχ, κορίτσι μου, ο Θεός να σ' έχει καλά· φαίνεσαι από σπίτι και όχι απ' αυτές τις ξένες τις σουρλουλούδες που γυρίζουνε πέρα - δώθε στο Παρίσι. Το είδα από τα νοικοκυρεμένα εσώρουχά σου... Συλλογίστηκα τη μητερούλα σου, που σ' έχει στην ξενιτιά... Αχ! Να σ' είχα εγώ κόρη μου... Ο Θεός εμένα δεν θέλησε να μού χαρίσει παιδιά!...»
Και ολόκληρο εκείνο το φοβερό χειμώνα δε μού έλειψε ούτε η φωτιά, ούτε η σούπα. Πώς να κρύψω την αλήθεια; Καλός κοσμάκης στη Γαλλία, κι ας λένε ό,τι θέλουν. Εδώ στην Αθήνα δεν γνώρισα τέτοιον. Είν' η αλήθεια πως δεν ανακατώθηκα με το λαό. Έζησα και γνώρισα πάντα τη δικιά μας, μεσαία να πούμε τάξη. Αλαφρή, επιπόλαιη. Ναι, απαράλλαχτη σ' όλα τα μέρη του κόσμου, όπως και στη Γαλλία.
Στην Ευρώπη λοιπόν έζησα κάμποσα χρόνια. Με τους γονιούς μου ανταλλάσαμε γλυκόπικρα γράμματα. Τέλος ο πατριός μου ήρθε στο Παρίσι για τις υποθέσεις του. Μού 'δωσε μια καλή κατσάδα που έφυγα από την Αθήνα χωρίς την άδειά του. Μού προείπε πως στην παλιογειτονιά που καθόμουν, θα με σκότωναν οι απάχηδες (2). Πήγε και βρήκε κρυφά τη θυρωρό να τη ρωτήσει αν δεχόμουν άντρες τη νύχτα. Τού ορκίστηκε πως δε φαντάστηκε φρονιμότερο κορίτσι. Κι αυτό ήταν αλήθεια. Ζούσα μοναχική ζωή τότε. Το βράδυ στις δέκα έπεφτα στο κρεβάτι και ποτέ άνδρας δεν είχε περάσει το κατώφλι μου. Ο πατριός μου λοιπόν ησύχασε κι έφυγε ευχαριστημένος. Σίγουρα από μέσα του θα μ' έβρισκε πολύ κουτή. Αλλά αν δεν είχα φίλο, δεν το 'κανα για τίποτ' άλλο παρά πως ακόμα δεν είχε 'ρθει η ώρα ν' αγαπήσω. Όμως λεφτά δε μ' άφησε σαν έφυγε από το Παρίσι.
Ένα πρωί λαβαίνω ένα τηλεγράφημα πως ο πατριός μου ήταν βαριά άρρωστος σε μια λουτρόπολη στην Αυστρία. Αμέσως παίρνω το τραίνο, τον βρίσκω, ζωντανό ακόμα, αλλά χάλι, σ΄ένα ξενοδοχείο πολυτελείας. Γρήγορα τον μεταφέρω σε μια κλινική, και ολόκληρο μήνα, νύχτα - μέρα, δεν έφυγα από κοντά του. Δεν μπορούσε να καλομιλήσει, μισοπαράλυτος. Με κοίταζε με μάτια γιομάτα απελπισία. Τον λυπόμουν, γιατί μ' όλα αυτά κρατούσε το μυαλό του. Και είχα και τύψεις. Πόσο ξαφνικά είχε γεράσει! Ένιωσα τότε πόσο τον αγαπούσα στο βάθος. Δεν είχα αλήθεια πάρει από τον πατριό μου τον χαρακτήρα του τον βίαιο; Η μητέρα μου μάλιστα έλεγε πως σε μερικά πράματα ήμουνα παράξενη σαν κι αυτόν. Τέλος, μόλις ο πατριός καλυτέρεψε, πήραμε το εξπρές - Οριάν και γυρίσαμε στην Ελλάδα. Πριν όμως να ξεκινήσουμε με παρακάλεσε να τον πάω σε μια αίθουσα ενός μεγάλου ξενοδοχείου, που δίναν τσάι και χόρευαν. Ήθελε ν' ακούσει μουσική και να δει τη νεότητα να διασκεδάζει. «Α! Τι ωραία που είναι η ζωή!» δεν έπαυε να λέει. «Θα μπορέσω άραγε να την ξαναζήσω, ή καταδικάστηκα να μείνω ένας ανάπηρος;» Κι άναψε ένα χοντρό πούρο, ξαπλώθηκε καλά στην πολυθρόνα και διέταξε ένα απαγορευμένο από το γιατρό του ποτό. Ποτέ δεν είδα πιο θλιμμένο βλέμμα στον πατριό μου, από κείνο το βράδυ. Ένιωθε τάχα πως είχε τελειώσει πια γι' αυτόν η ζωή;
Στην Αθήνα, δε θέλησα εν τούτοις να κατοικήσω με τους γονιούς μου. Ήξερα καλά πως θα περνούσαμε οικογενειακά. Πράγματι, ο μπαμπάς, όταν δυνάμωσε, άρχισε πάλι τις γκρίνιες και τις φωνές στο σπίτι. Νοίκιασα λοιπόν ένα δωμάτιο στη Δεξαμενή, όπου είχε την ωραιότερη θέα του κόσμου, με τη θάλασσα μακριά.
Έψαχνα να βρω δουλειά. Ώρες χαμένες περιμένοντας στα γραφεία. Ραντεβού. Μα ποτέ δεν έρχεται κανείς. Γιατί ο Ρωμιός αγνοεί τι θα πει να είναι ακριβής. Δεν έχει κανένα σεβασμό για την ώρα που περνά. Έτσι και οι δουλειές αναβάλλονται. Φλυαρεί ώρες στα καφενεία ή λιάζεται σαν έχει λιακάδα.
Ο πατριός μου, λες πως το 'φερνε η αρρώστια, όλο και τσιγκούνευε. Έκανε μαρτυρική τη ζωή της μητέρας μου. Κανένας υπηρέτης δεν ήθελε να μείνει κοντά του.
Ένα απόγευμα του Μάρτη, όλο αέρα και σκόνη, καθόμουν κάτω στον Πειραιά σ' ένα παγκάκι κάποιου δημόσιου κήπου. Ήμουν κατάκοπη. Είχα τρέξει ώρες σε γραφεία, γυρεύοντας δουλειά. Μισόκλεινα τα μάτια θαμπωμένα από το φως και κοίταζα τις σκονισμένες νεραντζιές του περιβολιού. Η θάλασσα λαμποκοπούσε μακριά. Τότε γνώρισα τον Μισέλ. Περνούσε μ' ένα θειο μου, κατά τύχη, από κει. «Μπα, εσύ εδώ Κατίνα;» μού λέει. «Καλά που σε βρίσκω. Μού 'χουνε φορτώσει αυτόν εδώ τον Γάλλο και, όπως δεν ξέρω και τη γλώσσα, με κούρασε η παντομίμα. Να, στον παραδίνω». Ο θειος μου ήταν Ρουμελιώτης κι αυτός και καταγινόταν με το εμπόριο του μπαμπακιού.
Ο Μισέλ κάθισε δίπλα μου, στον πάγκο. Έφυγε ο μπάρμπας μου. Ήταν ένας ψηλός νέος, καστανός, με ανασηκωτή μύτη. Είχε ένα ύφος παιδιάστικο και μάγκικο μαζί. Ένα χαριτωμένο παιδί. Δεν αργήσαμε να πιάσουμε κουβέντα και να συμφωνήσουμε σ' όλες τις συζητήσεις. Αμέσως μού μίλησε για την οικογένειά του, για τις υποθέσεις του και γιατί είχε έρθει στην Ελλάδα. Ήτανε, λέει, αντιπρόσωπος κάποιου εμπορικού γραφείου. Και όπως έτυχε να ζητώ και 'γω δουλειά, ο Μισέλ μού πρόσφερε θέση στο γραφείο το δικό του. Τον βοηθούσα όσο μπορούσα. Στην αρχή οι εργασίες του γραφείου πηγαίνανε λαμπρά. Το βράδυ, σαν κλείναμε, πηγαίναμε περίπατο οι δυο μας κατά την Καστέλλα. Τρώγαμε σε κανένα λαϊκό ζυθεστιατόριο δίπλα στη θάλασσα. Νόμιζε κανείς πως βρίσκεται στην άκρη του κόσμου. Περπατούσαμε στην ακρογιαλιά πιασμένοι από το χέρι και κοιτούσαμε την πανσέληνο να βγαίνει πίσω από τον Υμηττό. Ο Μισέλ μού 'κανε ποιήματα στη γλώσσα του, για τα μάτια μου, που 'ναι γαλανά, απαράλλαχτα όπως κάνουν οι ερωτευμένοι όλου του κόσμου... Αχ, τι αξέχαστη ζωή που ήταν τότε... Και όμως οι σκοτούρες δε μάς λείπανε. Μα επειδή αγαπιόμαστε τόσο, τα άλλα δεν μάς έμελλαν. Ο κύριος πατριός μου εξακολουθούσε να βρίζει και να φωνάζει. Η μητέρα μου να γκρινιάζει για τη μαύρη της τύχη. Μα μένα τι μ' έμελλε; Παντού όπου και να ήμουν ονειρευόμουν τον Μισέλ.
Όταν τέλος έμεινα έγκυος, ο φίλος μου, που ήταν τίμιο παιδί στο βάθος, θέλησε να με ζητήσει από τον πατριό μου σε γάμο.
Αλλά πώς να παρουσιαστεί μπροστά του; Τον φοβότανε... Εγώ πάλι βρήκα το θάρρος να τον αντιμετωπίσω. Αλλά και τότε φάνηκε τέτοιος εγωιστής, έδειξε τόσο τη φιλαργυρία του και τον άσχημο χαρακτήρα του, που μετάνιωσα που το είπα. Μάλιστα εγώ συμβούλεψα τον Μισέλ να αφήσει τα πράγματα όπως είναι. Τον αγαπούσα πάρα πολύ, για να τον μπλέξω μέσα στην οικογένειά μου. Και όπως όλα στη γη ετούτη περνάνε, έτσι και η αγάπη του Μισέλ πέρασε. Στην αρχή μού φαίνονταν σαν αφηρημένος κι ούτε με πρόσεχε, ώσπου, τέλος, έφυγε.
Να 'μαι λοιπόν, μοναχή με τον Πετρή μου, που πάτησε κιόλας τα τέσσερά του χρόνια. Η νταντά μου, η γριά κυρά Κοντύλω, τον ανατρέφει κρυφά.
Η γριά Κοντύλω στην Επανάσταση ήταν, λέει, κοριτσάκι. Θυμάται ακόμα τα καράβια που έρχονταν στην Ύδρα και τα φόρτωναν λίρες. Οι στέρνες των Κουντουριωτέων ήτανε γιομάτες.
Η νταντά φοράει στο κεφάλι το νησιώτικο μαντήλι. Μια φούστα όλο δίπλες, μαύρη, και από πάνω ένα σκούρο πολκάκι (3). Πιο κατακάθαρη γυναίκα δε θα υπάρχει στη γης. Μ' αγαπά πολύ. Με φωνάζει «η ψυχούλα της», «το φως των ματιών της». Είναι από την παλιά εκείνη ράτσα των αφοσιωμένων υπηρετών. Μεγάλωσε στο σπίτι του παππού μου, που ήταν -καθώς εκείνη το διηγείται- ο άρχοντας του τόπου. Είχε αμέτρητα χτήματα, υφάντρες στο αρχοντικό του και ζούσε πλούσια. Η κυρά Κοντύλω ανάθρεψε τον πατριό μου, τις θείες μου κι έπειτα εμένα. Η γιαγιά μου την προίκισε και την πάντρεψε, όπως κάνανε κείνον τον καιρό. Την αγαπώ περισσότερο από τη μητέρα. Αυτή, σαν ήμουνα μικρή, με κοίμιζε τη νύχτα, όταν η μαμά γύριζε στους χορούς. Αυτή ακόμα πρώτη μ' οδήγησε στους φανταστικούς κόσμους των παραμυθιών. Τώρα η γριά νταντά μου κατοικεί στην Πλάκα, κάτω από την Ακρόπολη, σ' ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι. Τριγύρω είναι μια μεγάλη μάντρα με δέντρα. Και μοιάζει να ζει ξέχωρα από τον κόσμο.
Κάθε μέρα περνώ από κει. Μόλις τελειώνω τη δουλειά μου στο γραφείο, τρέχω να φιλήσω τον Πετράκο μου. Κάθομαι πάνω στο παλιό φορτσέρι (4), που 'ναι φτιαγμένο από ξύλο των νησιών. Το καμαράκι είναι στενό και μοιάζει με εκκλησία, από τις πολλές εικόνες που έχει. Μια κόκκινη καντήλα καίει νύχτα - μέρα μπροστά στο εικονοστάσι. Μυρίζει πάντα λιβάνι. Οι τοίχοι είναι κάτασπροι. Η κυρά Κοντύλω κάθε βδομάδα συνηθίζει να τους περνά με ασβέστη, όπως όλοι οι νησιώτες.
Μ' αρέσει να κάθομαι στο «χαγιάτι» (5) που 'χει γλάστρες και που μοσχοβολά ο δυόσμος και το δεντρολίβανο. Μιλάμε με τη νταντά για τα περασμένα, για τον καιρό που πήγαινα σχολειό. Γελάμε σαν θυμόμαστε πως το σκάζαμε από το μάθημα... Με τις λιακάδες πηγαίναμε κατά τις «Κολόνες» (6) και αμόλαγα χάρτινους αετούς. Η κυρά Κοντύλω μάζευε χόρτα. Τις ανεμώνες και τις μαργαρίτες, που φυτρώνουν μέσα στα ερείπια, τις περιφρονούσε. Όταν όμως έρχονταν η ημέρα των εξετάσεων και η διευθύντρια του Παρθεναγωγείου φώναζε πως δεν προβιβάζομαι, τότε χαλούσε τον κόσμο. Έλεγε κακούργους τους δασκάλους και πως ήταν μεγάλη αδικία αυτό που κάναν. Να, πώς ήταν η κυρά Κοντύλω. Και όταν τής είπα μια μέρα -το κεφάλι μου χωμένο μες στην πλατιά της φούστα- πως σε λίγο θα γίνω μητέρα, μού είπε: «Παιδάκι μου εγώ δεν είμαι άξια να σε κρίνω. Ο Θεός είναι μεγάλος και η χάρη Του μονάχα ξέρει γιατί διάλεξε εσένα ν' αμαρτήσεις. Αυτό που φοβάμαι είναι τώρα να μην υποφέρεις πολύ. Αλλά μην απελπίζεσαι... Δεν φταις εσύ... Ας όψεται ο πατριός σου που δε θέλησε ποτέ να σε παντρέψει. Το αμάρτημα πέφτει σ' αυτόν. Ευλογημένο να 'ναι το παιδί που θα κάνεις...» Ήταν ένα απόγεμα του Απρίλη. Ο αέρας μοσχοβολούσε από τις ακακίες της αυλής που ήταν όλες ανθισμένες... Αχ ναι, έτσι μού είπε η κυρά Κοντύλω χαϊδεύοντάς μου τα μαλλιά. Ύστερα σηκώθηκε η καημένη και πήγε και μού 'φερε το κομπόδεμά της, που 'κρυβε στο εικονοστάσι. Οι κόποι και ο ιδρώτας όλης της ζωής της.
«Αυτά τα λεφτά πάρτα», μού είπε, «είναι για να ξεγεννήσεις καλά σε μια κλινική και για να ετοιμάσεις τα ρούχα του μωρού σου...»
Όταν, τέλος, ήρθε αυτή η ώρα και πήγα κάτω στον Πειραιά -που κανένας δε με γνώριζε- σ' ένα γιατρό, η κυρά Κοντύλω πάλι με παράστεκε. Είχα μια πολύ δύσκολη γέννα. Στην κλινική είπε πως ήτανε πεθερά μου και πως ο γιος της έλειπε μακριά.
Τις πρώτες μέρες σαν βγήκα από το μαιευτήριο τις πέρασα στο σπιτάκι της στην Πλάκα. Μέρες χαράς αλλά ψυχικής κούρασης... Μπροστά στην εικόνα της Παναγίας έκαιγε πάντα μια λαμπάδα, για να συγχωρέσει η Δέσποινα στη δούλη της το αμάρτημά της. Οι γονείς μου φυσικά δεν είχαν ιδέα. Τούς είχα πει πως η εφημερίδα που εργαζόμουν με είχε στείλει για ανταποκρίσεις σε κάποια επαρχία. Η μητέρα μου μόνο, τον τελευταίο καιρό, έβρισκε πως σαν να πάχαινα. Η αλήθεια είναι, καθώς ήμουνα λεπτούλα, ότι η εγκυμοσύνη μου δεν πολυφαινότανε.
Ο Μισέλ είχε 'ρθει τις πρώτες μέρες να με δει. Ήταν ελεεινός. Η δουλειά του πήγαινε άσχημα. Είχε χάσει στα χαρτιά. Ύστερα μάλιστα έμαθα πως τριγυρνούσε και στα χαρτοπαίγνια. Ο διευθυντής του από τη Γαλλία τα είχε μάθει και τού πήρε τη διεύθυνση του γραφείου. Λυπόμουν αληθινά τον δύστυχο τον Μισέλ για τον χαρακτήρα του. Δεν είχε καμιά θέληση κι όμως είχε μια τέτοια καλή ψυχή! Ο μπάρμπας που μού τον είχε πρωτοσυστήσει είπε μια μέρα γι' αυτόν: «Καλό παιδί ο Μισέλ, αλλά έχει ψύλλους στο κεφάλι, αντί για μυαλό...». Φυσικά αυτό με πλήγωσε τότε... Ο Μισέλ ερχόταν και μού διηγόταν την εποχή αυτή όλες τις περιπέτειές του, όπως θα τα 'λεγε σ' ένα φίλο. Είχε τύψεις για τη ζωή που έκανε· ορκιζόταν πως θ' άλλαζε. Όμως σε λίγο ξανάπιανε τα χαρτιά και είχαμε πίσω τα ίδια... Ό,τι μπόρεσα για το καλό του, το 'κανα. Μα δε μ' άκουγε. Ο ήλιος της Ελλάδας τού είχε γυρίσει το κεφάλι. «Φταίω εγώ», έλεγε, «αν στον τόπο σου έχετε τόσο καλό κρασί και τέτοια όμορφα κορίτσια;»
Σαν πρωτοπήρε στα χέρια του ο Μισέλ τον «Πιέρρο» έκλαιγε και χόρευε μαζί από χαρά. Πιο έπειτα όμως γινόταν αδιάφορος. Δεν ήταν ο ίδιος. Άλλοτε πάλι μύριζε κρασί και τα μάτια του γυάλιζαν. Καθότανε λυπημένος εκεί στην καρέκλα και σαν να ντρεπόταν που τον κοίταζε η κυρά Κοντύλω. Τότε λοιπόν πια τον στρίμωξα για καλά να φύγει. Έπρεπε να γυρίσει στη Γαλλία, αλλιώς θα πήγαινε χαμένος. Έκανε τάχα πως δεν ήθελε. Ένιωσα όμως πως στο βάθος ήταν ευτυχισμένος που ξανάβρισκε την ελευθερία του. Τον θυμάμαι έτσι καθώς τον είδα την τελευταία φορά. Με φίλησε βιαστικά και ύστερα κατέβηκε την ξύλινη σκάλα, εκεί στης κυράς Κοντύλως. Δεν έριξε ούτε μια ματιά πίσω του...
Ναι, μάλιστα, πάνε τέσσερα ολόκληρα χρόνια που έφυγε ο Μισέλ. Στην αρχή μού 'στειλε κάμποσα γράμματα φλογερά. Μού 'λεγε ακόμα τον καημό που τον βασάνιζε. Ύστερα τίποτα. Έπειτα ακόμα μια - δυο κάρτες και από τότε ποτέ δεν έμαθα τι να γίνεται. Ο Πετρής μεγαλώνει εν τούτοις. Μοιάζει με τον πατέρα του. Τον μαθαίνω γαλλικά. Άρχισε μάλιστα να λέει μερικές λέξεις. Φωνάζει «grand mama» την κυρά Κοντύλω και μένα, τη γλυκιά του, μητερούλα. Η αυλή με τις ακακίες είναι γι' αυτόν ο κόσμος όλος. Όσο για μένα, περνώ μια διπλή ζωή. Κανένας δεν υποπτεύεται την αλήθεια. Εξακολουθώ να πηγαίνω κάθε μεσημέρι στους γονείς μου. Τρώω μαζί τους. Τις γιορτές συνοδεύω τον πατριό μου ή τη μητέρα μου στον κινηματογράφο. Όχι και τους δυο μαζί, γιατί ο ένας δεν μπορεί να υποφέρει τον άλλον. Όταν ο πατριός μου δίνει γεύμα στη Λέσχη, σε κανένα φίλο του γερουσιαστή, είμαι υποχρεωμένη να τον παραστέκω. Αλλιώς αποφεύγω τις κοσμικές συγκεντρώσεις. Πάντα βαριόμουν αυτές τις ιστορίες. Κοντά στ' άλλα δεν έχω και πολύ καιρό ελεύθερο. Εργάζομαι πολύ στην εφημερίδα τη νύχτα.
Ο πατριός μου, ο κακομοίρης, έχει γίνει χάλι. Είναι καμιά εξηνταριά χρονώ και φαίνεται τουλάχιστον ογδόντα. Έχει καμπουριάσει. Τα μάτια του έκαμαν δυο μαύρους κύκλους τριγύρω. Και προ παντός αυτό που σε κτυπά είναι η έκφραση απελπισίας που πήρε. Έκανε ένα κεφάλι γέρου από κείνα που δεν αντικρίζεις συχνά. Οι διαβάτες στο δρόμο γυρνάν και τον κοιτάνε. Κανείς δεν θα 'θελε να 'χε να κάνει μαζί του. Όπως και να 'ναι μένει πατριός μου. Τον λυπάμαι και τον πονώ. Σαν πηγαίνω και τον παίρνω από τη Λέσχη, ευχαριστιέμαι.
Ο κόσμος, οι γνωστοί μου, εξακολουθούν να με φωνάζουν «δεσποινίδα» με σεβασμό. Όλοι πάντα με νομίζουν πλούσια και τη μόνη κληρονόμο της παλιάς μας οικογένειας. Μονάχα εγώ ξέρω πως δεν έχω πεντάρα, πως τα λεφτά μας τα φάγανε οι κοκότες (7) του Παρισιού και της Βιέννης. Και πως, αν εγώ δεν εργαστώ, το παιδί μου θα πεθάνει από την πείνα. Γνωρίζω ακόμα καλά πως οι κύριοι αυτοί που με τριγυρίζουν είναι ζήτημα αν θα με χαιρετίσουν, σαν μάθουν πως είμαι απένταρη κι έχω ένα παιδί χωρίς στεφάνι. Αλίμονο! Γερνώντας κανείς μαθαίνει τον κόσμο. Είμαι 28 χρονώ. Βέβαια, δε λέγεται κανείς γέρος σ' αυτή την ηλικία, αλλά πέρασε πια η εποχή των ονείρων! Μα καλύτερα ας τ' αφήσουμε αυτά. Μελαγχολεί άδικα κανείς. Όταν όμως συλλογιέμαι το παιδί μου, τότε όλα τριγύρω μου φωτίζονται. Να τ' ακούτε πώς γελά και πώς φλυαρεί! Είναι μια αληθινή χαρά. Παίζουμε μαζί το κρυφτούλι. Μού λέει: «Ο Πιερρό σου έφυγε, μακριά... μακριά... δεν είναι πια στην κάμαρα... Κοίταξε να δεις». Κι ο Πετρής κρύβεται πίσω από την καρέκλα που κάθομαι.
«Κου - κου, μητερούλα!» μού φωνάζει! «Η γατίτσα ήπιε το γάλα του Πετρή. Αυτός τι θα φάει, ο καημένος;» Και η κυρά Κοντύλω ακούει και θαυμάζει. Εγώ τότε τον παίρνω στην αγκαλιά μου και τον φιλώ, τον φιλώ.
Πάντα σαν πηγαίνω στον Πιερρό πρέπει να τ' αγοράσω κάτι. Αν τύχει και το λησμονήσω, τότε ο ίδιος μού λέει: «Α, την κακιά μητερούλα, που ξέχασε τον Πετρή της...». Σήμερα τού αγόρασα από τα καροτσάκια της οδού Αιόλου έναν χάρτινο καραγκιόζη. Τον διασκέδασε πολύ. Μ' αρέσει να τριγυρνώ σ' αυτόν τον δρόμο. Βλέπεις ό,τι θέλεις. Λουκούμια, πασατέμπο, γραβάτες, «αληθινό μετάξι της Λυών...». Και τι δε βλέπεις! Λογιών - λογιών κόσμο. Πόρνες βαμμένες που μυρίζουν μόσκο, γυναικούλες του λαού με το τσεμπέρι στο κεφάλι, όμορφα μελαχρινά παιδιά που ξεφωνίζουν και διαλαλούν το εμπόρευμά τους! Σε τραβάνε μάλιστα από τη φούστα για να τα δεις... Άφησε που σε τσιμπάνε για να σού δείξουν πιότερο τον θαυμασμό τους! Και αλίμονό σου δεσποινίδιο ή κυρία, αν κάνεις πως θυμώνεις· θ' αρχίσουν το βρισίδι. «Βρε την κατσίκα! Άκου λέει, την πείραξα!... Τα κοίταξες τα μούτρα σου στον καθρέφτη;» Οι μεγαλοκυρίες αποφεύγουν να περνάν απ' αυτού. Δίπλα είν' η αγορά, πρωτόγονη ακόμα, δίχως νερά και καταβόθρες. Σφάζουν ακόμα εκεί τ' αρνιά και τ' άντερά τους τα κάνουν κοκορέτσι. Ο αέρας μυρίζει καπνιά και θα σ' άνοιγε η όρεξη, αν δεν έβλεπες τα αίματα να τρέχουν στα πεζοδρόμια της μεγάλης αγοράς!
Του Μισέλ τού άρεσε να τριγυρνάμε από εκεί. Την οδό Αδριανού, την έλεγε «rue des babouches». Την οδό των τσαρουχιών, να πούμε. Τα μικρά σκοτεινά αυτά μαγαζάκια τον ενθουσίαζαν. Καθόταν ώρες και παζάρευε με τους μαγαζάτορες. Ύστερα, ανεβαίναμε πάνω, κατά τ' Αναφιώτικα, και καταλήγαμε στους Αέρηδες. Τριγύρω έχει ένα περιβολάκι γιομάτο τσουκνίδες. Θαυμάζαμε τ' ανάγλυφα του ναού του Αιόλου και κοιτάζαμε τους μικρούς έρωτες που φυσούσανε το θεό, παίζοντας. Ο φίλος μου έπιανε κουβέντα, με τα λίγα ελληνικά που ήξερε, με το φύλακα του τόπου. Ήταν ένας γέρος άντρας παμπόνηρος. Φορούσε τη φουστανέλα για ν' αρέσει στους ξένους και είχε πάντα στ' αυτί του ένα κόκκινο γαρίφαλο. Το μουστάκι στριμμένο έμοιαζε σαν αγκίστρι και ήταν πάντα λαδωμένο με μαντέκα (8). Γι' αυτόν όλοι οι ξένοι ήτανε λόρδοι Εγγλέζοι, πλούσιοι. Σαν φεύγαμε, μ' έπιανε κατά μέρος και μού 'λεγε στ' αυτί: «Κοίτα να γραπώσεις, κοπέλα μου, καλά τον Εγγλέζο σου. Η τύχη δεν χτυπά την πόρτα μας δυο φορές».
Πόσες θύμησες, Θεέ μου! Γι' αυτό άραγε ποτέ δεν έψαξα να βρω ένα καινούριο φίλο ή είναι η απερίγραπτη αγάπη που 'χω ακόμα στον Πετρή μου, που δεν μ' αφήνει; Μάλιστα η αλήθεια μολαταύτα είναι αυτή. Δεν έπιασα κανέναν ερωμένο από τον καιρό που έφυγε ο Μισέλ. Ζω σαν καλόγρια. Κι όμως αυτή η μόνωση με πειράζει. Θα 'θελα τόσο να 'χα κανέναν δίπλα μου να με κοιτά με αγάπη τις κακές ώρες... Αχ, κάποτε είμαι τόσο κουρασμένη! Τις νύχτες του χειμώνα, όταν η βροχή χτυπά τα τζάμια του παραθυριού και είμαι μονάχη στο κρεβάτι, το κορμί μου ποθεί τον άντρα και τα χάδια του. Βρίσκω κουτό πράμα να ζω μονάχη όπως το κάνω. Όμως την άλλη μέρα σιχαίνομαι τον εαυτό μου και προ παντός τον άντρα που τυχαίνει να ονειρευτώ πως ήτανε κοντά μου. «Αυτός» είναι συνήθως ένα όμορφο παιδί, που εργάζεται στο γραφείο μαζί μου, στην εφημερίδα. Από καιρό τώρα μού κάνει τον νόστιμο, μα ποιος τον προσέχει! Άλλοτε πάλι οι επιθυμίες μου γυρεύουν κανέναν άγνωστο, που τυχαία συνάντησα στον δρόμο και που με πήρε από πίσω. Νομίζω πως είναι όπως κανείς συνηθίσει τον εαυτό του... Καλή και η καλογερική. Και όμως δεν είμαι και καμιά κρύα γυναίκα. Ο Μισέλ μάλιστα έβρισκε πως έχω πολύ ταπεραμέντο. Αλλά, Ύψιστε, τι ενδιαφέρον μπορούν να έχουν τα πράματα αυτά για μένα; Το κέντρο της ζωής μου, ο σκοπός της ύπαρξής μου, είναι η αγάπη του παιδιού μου. Άραγε αυτό είναι το αίσθημα που λέγεται «Μητρότης»; Είναι η ανήσυχη αυτή αγάπη, όλο αγωνία, που νιώθω για τον Πετρή μου; Παντού, όπου και να βρίσκομαι, η σκέψη μου είναι αλλού. Κοντά στο παιδί μου. Τρέμω σαν κάνει ψύχρα, μην τύχει και κρυώσει. Σαν βγαίνει έξω, μην πέσει. Αν φάει κρέμα, φοβάμαι μην τον χαλάσει. Ένα σωρό «αν» που με τρελαίνουν. Πώς λοιπόν ύστερα να 'χω καιρό να σκεφθώ να βρω κι ερωμένο; Όπως βρίσκομαι, ο έρωτας είναι κι αυτός «λούσο» στην ύπαρξή μου. Ύστερα είμαι από το είδος των γυναικών που ποθούνε στον εραστή να βρουν ένα φίλο περισσότερο.
Το βράδυ, άμα τελειώσω τη δουλειά μου στην εφημερίδα και δεν είναι πολύ αργά, τρέχω ως την Πλάκα να προφτάσω να φιλήσω τον Πετρή. Το κεφάλι μου είναι βαρύ από ένα σωρό ανοησίες που μ' έχουν βάλει να γράψω. Ο αέρας του γραφείου μυρίζει τσιγάρο, η ατμόσφαιρα αποπνικτική. Οι «κύριοι συντάκται» όλο καπνίζουν και όλο φλυαρούν, παραγγέλνουν καφέδες, ούζο. Βρίσκεται πάντα ένας καφετζής στη σκάλα κάθε γραφείου. Είναι, άλλωστε, ο καφετζής το πιο ενδιαφέρον πρόσωπο της εφημερίδας. Ανεβαίνει μ' ένα δίσκο στα χέρια. Το σακάκι του, λευκό μια φορά, είναι γκρίζο από τη βρώμα. Όμως ο κυρ Νικόλας επιθυμεί να συζητεί πολιτικά. Οι συντάκτες τον πειράζουν, με τι βάφει το μουστάκι του. Αλλά αυτός δεν ακούει αυτά που λένε. Κρίνει την εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου, όπως και του Μπριάν. Γνωρίζει στα δάχτυλα όλους τους πρωθυπουργούς της Ευρώπης. «Τα μάτια μου», λέει, «είδανε πολλά πράματα». Ήτανε στον πόλεμο και δε θέλει να ξαναδεί «τέτοιο κακό». Δεν αγαπά τους νέους ρεπόρτερς με τα γυαλιστά τα μαλλιά και τους το δείχνει. Αυτοί γελάνε. Η ώρα περνά. Ο διευθυντής έρχεται και τους κάνει παρατήρηση. Ο νέος με κατατομή του Ερμή περιφέρεται γύρω μου: -«Αχ, τι ωραίος καιρός σήμερα, δεσποινίς. Αλήθεια, δε θα θέλατε να κάνουμε μαζί ένα γύρο στο Βασιλικό Κήπο, σαν σχολάσουμε; Οι γκλισίνες (9) είν' ανθισμένες...»
Δεν τού απαντώ καν. Είμαι πολύ βιαστική. Σαν γιομίσω πια όλες τις κόλλες του χαρτιού που 'χω μπροστά μου, φεύγω. Έχω μεταφράσει όλη τη ζωή των αστέρων του Χόλυγουντ... Κατεβαίνω βιαστικά τη σκάλα, αφήνω τα χειρόγραφα στον αρχισυντάκτη και ανοίγω τη μικρή πορτίτσα που είναι στην αυλή. Ρόλοι (10) από χαρτιά κείτονται πέρα δώθε. Για να πάω στης κυράς Κοντύλως παίρνω κάτι δρομάκια στενά που δεν έχουν πολύ κόσμο. Είναι μισοσκότεινα κι από πάνω ο ουρανός λαμποκοπά με τ' αστέρια του. Πουθενά αλλού, όπως στην Αθήνα, τ' άστρα δεν μοιάζουν τόσο κοντά στη γης. Πώς θα 'θελα να 'χα καιρό και να καθίσω να θωρώ τον ουρανό... Όμως ποτέ δεν το κατορθώνω. Με πνίγουν οι δουλειές...
Η κυρά Κοντύλω με περιμένει καθισμένη πάνω στην κασέλα, κάτω από τα εικονίσματα. Αγρυπνάει. Ο μικρός μου Πετρής, στην κούνια του, κοιμάται με τα χεράκια του σφιγμένα. Ανοίγω με προσοχή την πόρτα να μην τον ξυπνήσω και τον φιλώ σιγά στο μέτωπο. Η νταντά έπειτα μού ετοιμάζει κάτι να φάω. Ένα αυγό μάτι, λίγο τυρί φέτα, κανένα φρούτο. Το τραπεζομάντηλο λάμπει από καθαριότητα. Ύστερα κάθεται απέναντί μου και με κοιτάζει, κουνώντας σιγά το κεφάλι. Θα λέει από μέσα της: «Παράξενος που είν' ο κόσμος! Ποιος θα μού 'λεγε πως το κορίτσι, που μοσχανάθρεψα, γυρίζει τέτοια ώρα στα σοκάκια; Στον καιρό μου οι γυναίκες δεν δούλευαν έξω από το σπίτι. Ούτε βγαίνανε μοναχές... Κι εγώ που είχα ονειρευθεί έναν άντρα πλούσιο και ωραίο για το παιδί μου... Αλίμονο...». Δεν μού λέει τίποτ' από αυτά που συλλογιέται για να μη με λυπήσει. Μ' αρωτά μονάχα «ψυχούλα μου, κουράστηκες σήμερα;» Και με κοιτά με τα καλά της μάτια τα ξεθωριασμένα. Σαν τελειώσω, σηκώνομαι και πλένω εγώ τα πιάτα. Δεν θέλω να κουράζεται άδικα η κυρά Κοντύλω. Τότε κουβεντιάζουμε... Η ξύλινη σκάλα, σαν κατεβαίνω, είναι σκοτεινή, μα η αυλή φέγγει από τ' αστέρια. Ύστερα γνωρίζω καλά το δρόμο. Να το πηγάδι, εκειδά, που δεν πρέπει, νύχτα ώρα, ποτέ κανείς να σκύψει να δει το νερό του. Μέσ' αυτού κατοικεί ένα πνεύμα, λέει ο λαός. Κι αν το τρομάξεις, μπορεί να σού κάνει κακό. Από την άλλη μεριά είν' η στέρνα και κείνη η μεγάλη συκιά. Αριστερά στρίβω το δρομάκι, που 'ναι πάντα γιομάτο νερά από μπουγάδες, και βρίσκομαι στη λεωφόρο Αμαλίας. Μ' ευχαρίστηση ξαναβρίσκω την κάμαρά μου στη Δεξαμενή. Βέβαια το δωμάτιό μου δεν έχει κανένα λούσο. Οι τοίχοι είναι γυμνοί, το κρεβάτι σιδερένιο και ο νιπτήρας από τσίγκο. Το ντουλαπάκι είναι παλιό και δεν έχει καθρέφτη. Δεν μπόρεσα ποτέ να οικονομήσω μια πεντάρα, ν' αγοράσω κάτι για μένα. Δεν περισσεύει. Αν ήθελα να κάνω «σικ» την κάμαρά μου, ήξερα πώς θα την συγύριζα. Αλλά τότε το παιδί μου και η κυρά Κοντύλω δεν θα είχαν αρκετά λεφτά για να περάσουν τον μήνα. Α, αυτό το παλιόχρημα, πώς το μισώ! Αυτό είναι που κυβερνά σήμερα τον κόσμο και για τούτο το περιφρονώ. Δε βαριέσαι! Ας το χαίρονται αυτοί που το 'χουν. Κι εμάς τα χεράκια μας να 'ναι καλά, να δουλεύουμε. Καμιά φορά, σαν πηγαίνω να επισκεφτώ καμιά μου παλιά φιλενάδα παντρεμένη πλούσια, μένω έκθαμβη πώς μπορούν ακόμα και γκρινιάζουν. Να 'χεις, λέει, έναν άντρα να σ' αγαπά, παιδιά να περηφανεύεσαι, σπίτι δικό σου. Να μη γνωρίζεις τι θα πει αγωνία «αν θα φτάσουν τα λεφτά να βγάλεις το μήνα...» Και όμως οι γυναίκες αυτές όλο κάτι θα βρουν να παραπονεθούν... Η καμαριέρα που δεν είναι σβέλτη, η ράφτρα που χάλασε το φουστάνι!... Αχ, οι ευτυχισμένες υπάρξεις... Σαν συλλογιέμαι εγώ με τι διαρκή φόβο ζω!
Πρώτα μη χάσω τη θέση μου. Τότε πάω χαμένη! Η ζωή για μια γυναίκα που εργάζεται δεν είν' ακόμα εύκολη στην Ελλάδα. Ας λένε ό,τι θέλουν. Οι άντρες, όσο προοδευμένοι να δείχνουν, στο βάθος τους κρατάνε ένα σωρό προλήψεις. Δεν σέβονται τη γυναίκα που δουλεύει. Στην αρχή είχα ένα σωρό στενοχώριες. Μού ερχόταν διαρκώς να κλαίω. Μα είδα πως με τους «κυρίους συναδέλφους» δεν πρέπει ποτέ να δείξεις την αδυναμία σου. Αλήθεια, τι θαυμαστή που πρέπει να βλέπουν τη ζωή οι κυρίες αυτές που δεν ξέρουν τι θα πει σκοτούρα στο κεφάλι. Να παίρνεις, λέει, το πρόγευμα το πρωί στο κρεβάτι. Ύστερα, αν είναι λιακάδα, να πας περίπατο στο Ζάππειο και όλη η ημέρα δικιά σου! Θεέ μου!
Τούτο τ' απόγεμα ήταν η τελευταία Κυριακή της Αποκριάς. Την πέρασα στο χαγιάτι της κυρά Κοντύλως. Είχα τον Πετράκη στα γόνατα και παίζαμε μαζί. Η νταντά καθισμένη δίπλα, σ' ένα μαξιλάρι, μού κουβέντιαζε. Η ημέρα, αληθινή μαρτιάτικη, ήταν ζεστή. Ο ήλιος μάλιστα έκαιγε. Είχε αγοράσει το «Μάρτη» από έναν πλανόδιο να τον φορέσει στο χεράκι του παιδιού μου. Ήταν κατενθουσιασμένος με το στολίδι αυτό και όλο μού τράβαγε τα μαλλιά. Αλήθεια, ήθελα να μάθω, γιατί όλα τα παιδιά τρελαίνονται να σε τραβολογάν από τα μαλλιά;... Μιλούσαμε με την κυρά Κοντύλω για τα περασμένα.
Στις τέσσερες μάς έδωσε να κολατσίσουμε ωραίο μέλι του Υμηττού, μύγδαλα, μαύρο ψωμί. Ο Πετράκος πασάλειψε το πρόσωπό του και δεν έπαυε να ζητά κι άλλο. Η αυλή ήταν ήσυχη. Από μακριά μόλις ακούγονταν η βοή της πολιτείας που γλεντούσε. Όπως η μάντρα είναι τριγυρισμένη από μια σειρά κυπαρίσσια, νομίζει κανείς πως βρίσκεται κάπου έξω από την Αθήνα. Εδώ πέρα ήτανε μια φορά η ρούσικη εκκλησία και μοναστήρι μαζί.
Πώς αγαπώ την εποχή αυτή! Η ατμόσφαιρα είναι χλιαρή. Στις γλάστρες ένας νάρκισσος ξεπετά. Κάποτε, καθώς το φέρνει ο αέρας, ακούμε καμιά κιθάρα. Οι δρόμοι είναι γιομάτοι κόσμο. Οι μασκαράδες περνάν και ρίχνουν κομφετί. Φαντάζομαι τι θα γίνεται στου Ψυρρή με τους φασουλήδες και τη γκαμήλα. Διασκεδάζει ο κοσμάκης...
«Θυμάσαι», μού λέει η κυρά Κοντύλω, «καθόλου τη μητέρα σου, σαν ήταν νέα; Τι όμορφη που ήτανε! Σα σουλτάνα. Τι γλυκιά και καλότροπη γυναίκα! Αλίμονο, άτυχη η δόλια... Αυτός ο δεύτερος μάλιστα ο γάμος που έκανε με τον πατριό σου την κατέστρεψε! Βλέπεις τα χωρίσματα δε βγαίνουν ποτέ σε καλό. Είν' αμαρτία, παιδάκι μου, σαν μια φορά παντρεύτηκες και έχεις μάλιστα παιδιά να χωρίσεις ύστερα σαν να είναι τίποτα. Εγώ τον πατριό σου τον ανάθρεψα, τον πονώ. Μα την αλήθεια μ' αρέσει να τη λέω. Δεν ήταν ποτέ του ένας καλός νοικοκύρης. Έτσι άδικα σπατάλησε τα χρήματά του.
»Θυμάσαι ακόμα, ματίτσα (11) μου, ένα βράδυ που ήμαστε μοναχές -εσύ θα ήσουν εφτά χρονώ το πολύ- που μπήκανε στο σπίτι τρεις άντρες ως εκεί απάνω αρματωμένοι; Ό,τι έκανες γονατιστή την προσευχούλα σου. Φορούσες το μακρύ σου νυχτικό. “Νταντά”, μού λες τρομαγμένη, “κάποιος ανεβαίνει τη σκάλα...” Ώσπου να προφτάσω να δω τι συμβαίνει, ανοίγει η πόρτα και νάσου οι τρεις αντρούκληδες! “Άκου παλιόγρια”, μού λένε, “δεν ντρέπεσαι στα γεράματα να κάνεις το ρουφιάνο; Τι ψυχή θα παραδώσεις; Εσύ ε; Τα βόλεψες με τ' αφεντικό σου και πείραξε την αδερφή μας;” Ήτανε για μια κοπέλα από το Μενίδι, που είχαμε καμαριέρα στο σπίτι. Είχε φύγει, λέγοντας πως δεν μπορούσε πια να μένει κοντά μας, επειδή «την πείραζε» ο κύριος. Λεγότανε Κυριακή. Ήτανε όμορφο κορίτσι.
»Εγώ, να σού πω, τα χρειάστηκα», εξακολουθεί η κυρά Κοντύλω. «Τη συνείδησή μου την είχα καθαρή, όμως φοβόμουνα να μη γίνει σκάνδαλο και ακουστεί στη γειτονιά. Η μαμά σου δεν ήξερε τίποτα. Τής το είχαμε κρύψει. “Χριστιανοί μου”, τούς λέω, “δεν ντρέπεστε να 'ρθείτε εδώ, στην κάμαρα του παιδιού, και να πείτε τα λόγια αυτά; Βγείτε έξω, αλλιώς θα βάλω τις φωνές”. Οι υπηρέτες οι άλλοι ήτανε στην ταράτσα, γιατί έκανε ζέστη κείνο το βράδυ. Και οι γονιοί σου λείπανε. Εσύ πια έτρεμες από το φόβο. “Νταντούλα μου, τι γυρεύουν αυτοί οι άνθρωποι να κάνουν του μπαμπά;” έλεγες κι έκλαιγες. Δε θα ξεχάσω τα μούτρα των τριών αυτών ανθρώπων. Είχανε και ένα ζωνάρι ο καθείς τους, με μια κουμπούρα. Στο τέλος φώναξα κι ανέβηκε ο Γιάννης ο υπηρέτης. Αλλά ο ένας απ' αυτούς πρόφτασε κι έφτυσε κατά σένα. “Φτου, να χαθείς, παλιόσπορο του πατέρα σου”, είπε κι έκανε να σε τραβήξει απ' το χέρι».
«Και βέβαια τα θυμάμαι όλ' αυτά», λέω εγώ. «Θυμάμαι μάλιστα πως μαθαίναμε ύστερα το κακό τέλος που έλαβε αυτή η Κυριακή. Τα 'χε μπλεγμένα και με κάποιον άλλον και η γιαγιά της την έβαλε στο κατώγι και τής έδωσε να πιει φαρμάκι για να μην τους ντροπιάζει».
Θυμάμαι ακόμα το παλιό σπίτι που καθόμαστε τότε, που πούλησε ο πατριός. Είχε ακουστεί πολύ η ιστορία αυτή στη γειτονιά και δεν μπορούσε πια να καθίσει. Πώς αγαπούσα το μεγάλο περιβόλι με τις μουριές και τις γαζίες! Πώς πέρασε ο καιρός, Θεέ μου! Πώς μού χαλάσανε τα καλύτερα παιδιάτικά μου χρόνια... Πώς μού τα φαρμακώσανε. Όλο γκρίνια ήταν οι γονείς μου. Μια τα φτιάχνανε, μια χωρίζανε. Δεν είχαν καιρό για να σκεφτούν για το παιδί τους. Θυμάμαι πάλι σ' ένα ξενοδοχείο, σε μια λουτρόπολη στο εξωτερικό. Με είχαν ξεχάσει δυο μέρες σ' ένα δωμάτιο, δίχως φαγί, δίχως νερό. Πλάι οι γειτόνοι με βγάλανε με τη σκάλα από το παράθυρο. Τρέχαμε σαν άδικη κατάρα, πότε στη Μασσαλία, σ' ένα θειο της μητέρας μου, πότε στη Γένοβα, πότε στο Παρίσι. Καημένα χρόνια!
Αφού νύχτωσε καλά, τράβηξα και 'γω κατά το δωμάτιό μου. Στο δρόμο συναντώ μασκαράδες. Με κοροϊδεύουν που είμαι μοναχή. «Πού σ' άφησε, καλέ, ο φίλος σου τέτοια ώρα και τρέχεις ορφανούλα!»
Ο Πετράκος μου έλιωσε τα παπουτσάκια του. Πρέπει να πάω να τ' αγοράσω καινούργια. Τον παίρνω, λοιπόν, από το χέρι και πηγαίνουμε από την οδό Αδριανού. Οι παπουτσήδες είναι φτηνότεροι απ' εκεί. Κάνει έναν καιρό συννεφιασμένο και ζεστό, όπως πάντα την άνοιξη στην Αθήνα. Μια ελαφριά μελαγχολία πλανιέται παντού. Τα δέντρα είναι μπουμπουκιασμένα. Τα πουλιά σιγοτραγουδάνε στους κήπους. Ο Πετράκης είναι κατευχαριστημένος. Φορεί τα ναυτικούλια του και έναν κούκο (12) που 'χει μια κορδέλα με χρυσά γράμματα. Τού τον έφερε από τη Γαλλία ο κ. Ταντέλ, ένας φίλος του Μισέλ και δικός μου. Τ' αρέσει του αγοριού μου να βγαίνει μονάχος με μένα. Αυτό δεν του συμβαίνει συχνά. Αποφεύγω να τον παίρνω μαζί μου. Αν τύχει και μάς δει κανένας γνωστός; Βέβαια, εύκολο είναι να βρει κανείς το ψέμα. Μα ο Πετράκης μου είναι φλύαρος. Μπορεί σ' όποια ερώτηση ν' απαντήσει για μένα. «Εγώ είμαι της μαμάς μου και η μαμά μου είναι τούτη 'δω!» και να με δείχνει με το δαχτυλάκι του, με κείνο το ύφος το πονηρό που ξέρει και παίρνει. Είναι αλήθεια φοβερά λογούδικο αυτό το παιδί. Είναι πολύ αστείο μάλιστα να το ακούει κανείς. Όμως σε τέτοιες περιστάσεις, ας λείπει... Έπειτα δεν τού αρέσει να κουβεντιάζω με άλλον πολλή ώρα. Ούτε και με την κυρά Κοντύλω. Με τραβά από τη φούστα σαν να μού λέει: «Μα εγώ είμαι εδώ! Γιατί με ξεχνάς!» Αχ, τον λατρεμένο μου μικρό ζηλιάρη!
Πηγαίναμε, λοιπόν, ν' αγοράσουμε τα παπουτσάκια και να κάνουμε και κανένα γύρο από την παλιά πόλη. Με την ιδέα πως από κει δε θα συναντήσω κανέναν γνωστό. Πρώτα πήγαμε στο παπουτσίδικο και τ' αγόρασα ένα ζευγάρι παπούτσια. Ύστερα ήθελε και τσαρουχάκια. Έχει κάτι θαυμάσια για παιδιά, χρυσοκέντητα. Ήτανε λοιπόν ευτυχισμένος ο Πετρής μου και όλο μιλούσε. Όταν έξαφνα, στη βιτρίνα ενός μαγαζιού, βλέπει ένα τόπι... Ένα μεγάλο θαυμάσιο τόπι, που 'χε όλα τα χρώματα τα λαμπερά. Τέλος, ένα τέλειο τόπι που θα χτυπούσε στο μάτι καθενός Πετρή!... Έτρωγε ένα κουλούρι κείνη τη στιγμή και τόσος ήταν ο θαυμασμός του, που τού 'πεσε από το χέρι... Αρχίζει λοιπόν να με τραβά από το μανίκι. Μού δείχνει το τόπι με το δάχτυλο. Με κανέναν τρόπο δεν μπορώ να τον ξεκολλήσω απ' αυτού. «Μαμά μου, αγόρασέ μου το...» Και παίρνει τη γλυκιά χαδιάρικη φωνούλα του. Μα έλα που η μπάλα κοστίζει 25 δραχμές και θα μάς λείψουν το μήνα, αν τις ξοδέψω... «Μανούλα μου», μού ξαναλέει, βουρκωμένος «το τόπι το ωραίο!...» Το σαγονάκι του τρέμει, είν' έτοιμος να βάλει τα κλάματα. Πώς να τού χαλάσω το χατήρι και πώς να τού πικράνω τη χαρά όλου τούτου του δειλινού; Είν' έγκλημα, αλήθεια, να χαλάς τη χαρά του παιδιού. Μπαίνω λοιπόν στο μαγαζί και το αγοράζω. Δε βαριέσαι, λέω! Θα τα οικονομήσω τα λεφτά από το φαγί. Ας μη φάω εγώ ένα βράδυ...
Ο Πετράκος με κοιτά με τα μεγάλα του μάτια γιομάτα χαρά. Ξεχνά μάλιστα να πει και «ευχαριστώ», τόση είν' η ευτυχία του.
Από κει σκέπτομαι να γυρίσουμε πίσω. Η κυρά Κοντύλω θα μάς περιμένει ανυπόμονα. Πάντα σαν βγαίνω με το παιδί την πιάνει αγωνία. Αλλά ο Πετράκος δε θέλει με κανένα λόγο να γυρίσουμε σπίτι. Θέλει να πάει με το τόπι σε κανέναν κήπο. Θέλει να δείξει την μπάλα του σ' άλλα παιδιά. Με τραβά, με σέρνει ως τον Κήπο του Κλαυθμώνος. Δηλαδή μες στα υπουργεία, μες στο Κέντρο. Στους πάγκους κάθονται μερικές νταντάδες με τα μωρά τους. Ο Πετρής, ασυνήθιστος καθώς είναι να βλέπει κόσμο, μοιάζει σα χαμένος. Ξαφνικά όμως ξεπετιέται και ρίχνει το τόπι του μακριά. Ο Θεός ξέρει τι τού 'ρθε. Έριξε τη μπάλα του ξεφωνίζοντας μ' όλη του τη δύναμη.
«Ζήτω - ω - ω!» Τα μαλλάκια του ανεμίζουν στον άνεμο. Είν' ευτυχής. Μα να, που η μπάλα πάει και πέφτει στα πόδια ενός γέρου κυρίου και τού ρίχνει από τα χέρια το μπαστούνι. Ο κύριος αυτός δεν είν' άλλος παρά ο ίδιος ο πατριός μου! Ύψιστε Θεέ! Με μιας το αίμα μου παγώνει. Κοιτάζει γύρω του θυμωμένος να βρει τον ένοχο. Ευτυχώς δεν καλοβλέπει. Αλλιώς θα μ' έβλεπε λίγα βήματα μακριά του, χλωμή σαν πεθαμένη. Ο Πετράκος, εν τούτοις, που δεν υποπτεύεται τίποτ' από όλα αυτά, τρέχει και τού σηκώνει το μπαστούνι. «Ορίστε κύριε», ακούω να λέει με την παιδική του φωνούλα. Ο πατέρας μου τότε σκύβει και κοιτά το παιδί. Το πρόσωπό του για μια στιγμή φωτίζεται. «Πώς σε λένε μικρέ;» τού λέει. Ο Πετράκος ήσυχα - ήσυχα τού απαντά. Φοβάμαι μην αρχίσει τις φλυαρίες του για την κυρά Κοντύλω, για μένα. Αλλά ο Πετράκος δεν είναι ομιλητικός. Σκύβει μονάχα και τον φιλά στο μέτωπο. Ύστερα τραβά το δρόμο του σκυφτός και μονάχος. Φαίνεται πολύ γερασμένος. Ο Πετράκος φτάνει πηδώντας με το ένα πόδι.
«Μαμά, ξέρεις, ένας γέρο - κύριος με φίλησε εδώ στο μέτωπο», μού είπε... Θεέ μου, βάσανο που είν' αυτό το παιδί με τη φλυαρία του! Δεν παύει. Εμένα όμως μού 'ρχεται σαν λιποθυμιά. Ακόμα δε συνήλθα. Πέρασα μιαν ώρα άσχημη μ' όλη αυτή την ιστορία. Είμαι τόσο κίτρινη, που το παιδί το παρατηρεί. Τα πόδια μου είναι κομμένα. Σέρνομαι ως ένα καφενεδάκι που 'ναι κει και ζητώ έναν καφέ.
Το βράδυ διηγούμαι στην κυρά Κοντύλω τί μού συνέβηκε. «Παναγία μου!» κάνει.
Ο Πετρής κοιμάται στην κούνια. Καθισμένη δίπλα του, συλλογιέμαι. Σαν το παιδί μου μεγαλώσει βέβαια, δε θα μπορώ πια όλο να το κρύβω... Αργά ή γρήγορα, μια μέρα πρέπει να ομολογήσω στο γιο μου την αλήθεια. Η καρδιά μου είναι βαριά. Λέω ένα βιαστικό «καληνύχτα» στη νταντά και φεύγω. Οι δρόμοι που περνώ είναι μισοσκότεινοι. Έχω μια τέτοια επιθυμία, να κλάψω πολύ... Σαν φτάνω στο δωμάτιό μου στη Δεξαμενή, ανοίγω αμέσως το παράθυρο. Σηκώνω το κεφάλι και βλέπω τον ουρανό. Είναι κατακάθαρος, πλήθος από αστέρια φέγγουνε. Να και κείνο το αστέρι που αγαπώ. Λάμπει περισσότερο από τ' άλλα. Κάθομαι και ονειρεύομαι. Συλλογιέμαι έναν κόσμο καλύτερο, που όλα τα παιδιά του κόσμου θα είν' ευτυχισμένα... Τα δάκρυα βρέχουν το πρόσωπό μου... Μένω ώρα πολλή εκεί στο παραθύρι και κοιτώ τη νύχτα...
Την άλλη μέρα ξυπνώ πρωί. Έχω ένα σωρό δουλειές να κάνω. Πρέπει, πρώτα, να γράψω ένα διήγημα για την Κυριακή. Το ζήτησε η εφημερίδα. Έπειτα θέλω να τελειώσω του Πετρή το κόκκινο πανωφοράκι. Πρέπει να είν' έτοιμο το Πάσχα, για να το φορέσει. Το κόκκινο τού πηγαίνει πολύ. Δεν το φαντάζεται κανείς πόση δουλειά έχει μέσα σ' ένα δωμάτιο. Κι όταν μού χτύπησαν την πόρτα εκείνη τη στιγμή, έπλενα μια κομπιναιζόν μου, στη λεκάνη!... Ποιος να 'ναι, λέω, πρωί - πρωί; Ρίχνω κάτι στους ώμους μου και πηγαίνω ν' ανοίξω.
«Πώς! Τι έκπληξη ευχάριστη! Καλέ σεις είστε κύριε Ταντέλ; Πόσο καιρό είχα να σάς δω!...»
Ο κύριος Ταντέλ είν' ακόμα νέος, αν και τα μαλλιά του, εδώ στο πλάι, αρχίζουν και ασπρίζουν. Είναι ψηλός, καλοφτιαγμένος και ντύνεται πάντα με γούστο. Είν' από κείνους τους Φραντσέζους που βλέπει κανείς στα ρομάντζα και που κάθε γυναίκα ονειρεύεται να συναντήσει στη ζωή της... Εργάζεται χρόνια τώρα στην Ελλάδα, χωρίς ποτέ να κατορθώσει να ελληνοποιηθεί. Έχει ένα βλέμμα καλό, από κείνα που σ' αγγίζουν την ψυχή. Κάποτε ο κύριος Ταντέλ μού 'δειξε περισσότερο από φιλία. Γι' αυτό μάλιστα και δεν βλεπόμαστε. Εν τω μεταξύ εγώ είχα γνωρίσει τον Μισέλ και η ζωή μου πήρε άλλο δρόμο.
«Φοβούμαι, κυρία μου, μην σάς ενοχλώ», μού λέει. Μα τού δίνω να καθίσει μια καρέκλα και τού λέω ν' αφήσει αυτές τις κουβέντες...
Ο κύριος Ταντέλ ρίχνει ένα διακριτικό βλέμμα γύρω στο δωμάτιο. Γνωρίζει τη ζωή μου και αγαπά πολύ τον Πετράκο. Μια φορά ερχότανε συχνά, εκεί, στην κυρά Κοντύλω... Αλλά είναι παράξενα καμωμένη η ζωή. Διαλέγουμε πάντα το πρόσωπο που ίσα - ίσα δε μάς αγαπά. Το κατάλαβε τότε αυτό ο κύριος Ταντέλ και απέφευγε να έρχεται πια σε μένα. Μού λέει:
«Είμαι πρωινός σήμερα. Αποφάσισα κάθε πρωί ν' ανεβαίνω στο Λυκαβηττό. Άρχισα να παχαίνω, βλέπετε... Είναι τα γεράματα -κοντεύω 40 χρονώ- αλλά καλό κάνει κανείς να περπατά... Ύστερα, εδώ κάτω, έχει ένα καφενεδάκι που φτιάχνουν περίφημο καφέ...
»Έπειτα ήθελα να σάς δω, είν' η αλήθεια· ο Μισέλ μού έγραψε να σάς δώσω τούτο το γράμμα -δεν ήξερε την διεύθυνσή σας- φοβάται μην τυχόν και αλλάξατε...»
Γράμμα από τον Μισέλ! Η καρδιά μου πάει να σπάσει. Ύστερα από τόσα χρόνια... Δεν μπορώ να βαστάξω και σκίζω τον φάκελο. «Με συγχωρείτε μια στιγμή», λέω στον κύριο Ταντέλ. Τα γράμματα χορεύουνε μπροστά στα μάτια μου. Και το ύφος του δεν άλλαξε καθόλου. Μένει πάντα το ίδιο ύφος, ελλειπτικό, καθώς τού το έλεγα. Γιατί πάντα αντιπαθούσε να γράφει. Ούτε στη μητέρα του δεν μπορούσε δυο λέξεις να γράψει.
Διαβάζω: «Αγαπητή μου Μικρούλα.
»Σπουδαία γεγονότα τάραξαν τη ζωή μου. Ελπίζω να με συγχωρέσεις όπως πάντα και να 'σαι επιεικής μαζί μου. Σού είμαι πάντα ευγνώμων για ό,τι έκανες για μένα. Δε θα ξεχάσω πως μ' έσωσες όταν ηθικώς είχα ξεπέσει... κτλ. κτλ.»
Ύστερα τα μάτια μου πέφτουν σ' αυτή την φράση:
«Ώστε, λοιπόν, αγαπημένη μου φίλη, όταν έλθω, θα τα πούμε προφορικώς. Το Πάσχα θα είμαι στην Ελλάδα. Τότε θα καταλάβεις πολλά πράγματα...»
Η χαρά μου είναι τόσο μεγάλη που θα δω σύντομα τον Μισέλ, ώστε ούτε με νοιάζει τι μπορεί να μού πει και να μού εξηγήσει πιο ύστερα... Για την ώρα είμαι ευτυχής που μού 'γραψε. Μού 'ρχεται να πηδώ! Θέλω να βγω έξω... Λέω στον κύριο Ταντέλ: «Γυρίζετε μια στιγμή κατά το παράθυρο και κοιτάτε το τοπίο. Ένα λεπτό να ντυθώ για να βγούμε έξω. Είμαι, ξέρετε, τόσο ευχαριστημένη! Φαντασθείτε πως ο Μισέλ μού 'γραψε πως το Πάσχα θα έρθει...» Αλλά ο κύριος Ταντέλ δεν απαντά. Σαν πέρασα μάλιστα το φουστάνι μου και ο κύριος Ταντέλ έστρεψε κατά μένα, μού φάνηκε λυπημένος. Α! Κι αυτός με παρασκότισε με τον αιώνιο έρωτά του! Σίγουρα τώρα πάλι θα ζηλεύει. Βαρετός που είναι!
«Τι έχετε;» τού κάνω εκνευρισμένη. «Γιατί με κοιτάτε έτσι, παρακαλώ;...»
Μα στα μάτια του διαβάζω τόση καλοσύνη που ντρέπομαι πώς τού μίλησα. Αμέσως λοιπόν αλλάζω την κουβέντα.
«Α! Τι όμορφο κοστούμι, που φοράτε», του κάνω, «κύριε Ταντέλ! Ντύνεσθε με τέτοιο γούστο. Αυτό πάντα το έβρισκα, ξέρετε... Γιατί δεν ερχόσαστε ποτέ να με δείτε! Τώρα πια γεράσαμε... Ήμαστε δυο παλιοί καλοί φίλοι...»
«Ομολογώ, κυρία μου, πως όλο το άδικο είναι δικό μου».
Ο κύριος Ταντέλ έχει τη λεπτότητα να με φωνάζει πάντα κυρία, σαν έμαθε τον σύνδεσμό μου με το Μισέλ. Αυτό με συγκινεί. Ο καημένος ο κύριος Ταντέλ!
Πηγαίνουμε περίπατο κατά το δασάκι του Λυκαβηττού. Είμαι σε μια τέτοια ψυχολογική κατάσταση που όλα μ' ενθουσιάζουν. Α! Τρελή καρδιά! Τίποτα δε σε διορθώνει! Τι γλυκός καιρός αλήθεια! Έχει ένα ζεστό αεράκι κι η σκόνη κάτω κει, που σηκώνεται, μοιάζει χρυσή!... Τι είν' ο άνθρωπος! Χθες έκανε τον ίδιο καιρό και όλα όμως μού φαίνονταν μελαγχολικά... Φλυαρώ σαν παιδί, λέω ό,τι μού κατέβει στο κεφάλι. Έχω όρεξη να γελάσω και να τραγουδήσω μαζί. Πάει τόσος καιρός που δεν ένιωσα τον εαυτό μου ευτυχισμένο! Η χαρά κάνει τον άνθρωπο καλό. Γίνεται κανείς επιεικής με τους άλλους. Ευχαρίστως θα φιλούσα στο πρόσωπο τον κύριο Ταντέλ για να μην έχει αυτό το ύφος το πικραμένο. Αυτός πάλι είναι συγκινημένος, που με βλέπει έτσι, χαρούμενη.
«Πώς σάς ομορφαίνει, κυρία μου, η χαρά», μού λέει. Ξέρω τι θέλει να πει ακόμα. «Πώς θα 'θελα να ήμουν εγώ εκείνος που θα σάς έφερνε τη χαρά στη ζωή...» Μα δεν τολμά να εξακολουθήσει. Τι άραγε να συντέλεσε έτσι και να έκανε τόσο σοβαρό τον κύριο Ταντέλ; Το ακρωτήριο των 40 που πλησιάζει; Μα ας τ' αφήσω αυτά, ο κύριος Ταντέλ μπορεί να είν' ο καλύτερος άνθρωπος του κόσμου, μα ποτέ δε θα μπορέσει να μ' ενδιαφέρει. Α, Μισέλ, Μισέλ! Να 'ξερες πόσο η αγάπη μου σε σένα είναι μεγάλη... Και ξαφνικά μού 'ρχεται μια ακατανίκητη επιθυμία να δω το παιδί μου. Να το φιλήσω γιατί τού μοιάζει...
Και πάμε στην κυρά Κοντύλω παρέα μαζί. Πέφτουμε τη στιγμή που η νταντά έβαζε στο μπάνιο τον Πετράκο. Το νερό μοσχομύριζε από αρωματικά χορτάρια. Τού τα βάζει για να δυναμώσει, λέει, και να μεγαλώσει γρήγορα το παιδί μας... Η παρουσία του κυρίου Ταντέλ ψυχραίνει λίγο την κυρά Κοντύλω. Από κείνη την ιστορία που είχα με τον Μισέλ δε χωνεύει πια τους «παλιόφραγκους».
Ο κύριος Ταντέλ φιλά τα χεράκια του Πετράκου.
«Πόσο μεγάλωσε από τον καιρό που έχω να τον δω!...» Η νταντά χτυπά ξύλο, να μην τής το ματιάσουν... Και να, ο παλιός ου φίλος και τ' αγόρι μου, που παίζουνε μαζί. Ο Πετράκος δεν αργεί άλλωστε να πιάσει φιλίες. Και αρχίζει να κάνει «το ψαράκι» στο νερό και τούμπες.
«Πετράκο, κάτσε φρόνιμα», τού φωνάζω, «θα χύσεις όλα τα νερά στο πάτωμα».
Έπειτα τον βγάζουμε από το μπάνιο και τον ντύνουμε. Τού περνώ τα βρακάκια του, το πουκαμισάκι του... Θαυμάζω την ευκολία που έχει ο κύριος Ταντέλ στα χέρια, για να ντύνει τα παιδιά... Η κυρά Κοντύλω μάς φτιάχνει έπειτα καφέ και μάς τον φέρνει σ' ένα μεγάλο ασημένιο δίσκο, αυτόν που τής εχάρισε ο παππούς μου σαν παντρεύτηκε. Η ώρα περνά. Λέμε το ένα, το άλλο. Λιαζόμαστε στο χαγιάτι. Μεσημέρι χτυπά στη Μητρόπολη. Πώς περνάει η ώρα ευχάριστα! Να 'ταν κάθε μέρα με λίγη χαρά...
Από τον καιρό που ήμουνα παιδί, πίστευα πως η παρουσία του πατριού μου με γρουσούζευε. Γι' αυτό και στο βάθος μου έτρεμα μη συμβεί κακό, από τη μέρα που ο Πετράκος συνάντησε τον παππού του. Αλλά το γράμμα του Μισέλ ήρθε να διαψεύσει όλ' αυτά. Ντρέπομαι αλήθεια να είμαι τόσο προληπτική!
Κάμποσες μέρες περάσανε από τότε ήσυχες και μάλιστα χαρούμενες. Η ελπίδα να δω γρήγορα τον Μισέλ μού δίνει ζωή.
Εργάζομαι πάντα στην ίδια εφημερίδα και κερδίζω πάνω - κάτω 3.000 δραχμές. Πηγαίνω κάθε μεσημέρι και τρώγω με τους γονείς μου. Φιλώ τη μητέρα μου και ακούω με υπομονή τα παράπονά της. Με τον πατριό μου δεν έχουμε και πολλές κουβέντες. Πάνω - κάτω τα πάμε καλά. Οι γονείς μου εξακολουθούνε να μισούν ο ένας τον άλλον, χωρίς να μπορούν, εν τούτοις, να χωρίσουνε.
Η φιλαργυρία του γέρου αυξαίνει μέρα με τη μέρα. Ο υπηρέτης του όλο έρχεται και μού ζητά να τ' αγοράσω παπούτσια και να λέει πως τού χρωστάνε τρία μηνιάτικα.
Η υπηρέτρια το ίδιο. Ο περιβολάρης, έξω στο χτήμα, διηγείται πως από την πείνα ψόφησε μάλιστα το σκυλί. Η μαμά μού εξομολογείται πως συχνά κι αυτή πεινά. Έμαθα, μάλιστα, πως κρυφά πουλά τ' ασημικά της. Άμα οικονομώ τίποτα δραχμούλες, τις τής δίνω. Ο άντρας της, αφού καλά - καλά τής έφαγε την προίκα, τώρα στα γεράματα δεν τής δίνει ούτε μια πεντάρα. Στο τραπέζι τρώμε αμίλητοι. Ο πατριός δεν θέλει κουβέντες στο φαγί. Τρώει απαίσια. Αν λίγο αργήσουν να φέρουν την πιατέλα, φωνάζει και τα ρίχνει όλα κάτω. Κάποτε, εκεί που κάθεται, γυρίζει και σε κοιτά στα μάτια με επιμονή. Τι να σκέπτεται άραγε;
Αν πάλι το μεσημέρι δεν πάω σ' αυτούς, ο πατριός ανησυχεί και στέλνει τον υπηρέτη να δει τι γίνομαι.
Άμα ξεφάει, σηκώνεται και πάει στο παράθυρο. Παρατηρεί απ' έξω το δρόμο, χωρίς να λέει τίποτα. Έξαφνα γυρίζει και έρχεται καταπάνω μου να με φιλήσει στα μαλλιά. Το πηγούνι του τρέμει σα να 'θελε να κλάψει. Με ρωτά: «Μ' αγαπάς λιγάκι παιδί μου;» Θα 'θελα κάποτε να τού πω τίποτα, που θα τού κάνει καλό. Αλλά δεν μπορώ. Δεν ξέρω τι με βαστά. Τον αφήνω και πηγαίνει στο δωμάτιό του, σέρνοντας το βήμα. Τον νιώθω απερίγραπτα μόνο και δυστυχισμένο. Τον λυπάμαι. Δεν έχει ένα φίλο. Ο άσχημος χαρακτήρας του απομάκρυνε ακόμα και τους αδελφούς του. Όλοι τον φοβούνται. Προβλέπει πάντα καταστροφές. Έχει ένα βλέμμα σκοτεινό, από κείνο που λέει ο λαός «κακό μάτι». Παναγία μου βοήθα, μη βάσκανε το παιδί μου!
Η κυρά Κοντύλω εκείνο το βράδυ, σαν τής διηγήθηκα τη συνάντηση του Πετράκη με τον παππού του, τον ξόρκισε αμέσως. Τού 'κανε χίλια δυο. Έκαψε γαρίφαλα, τον λιβάνισε... Αλλά ούτε στον ύπνο μου δεν είμαι ήσυχη. Το βλέμμα του πατριού καταδιώκει τον Πετρή μου. Τότε ξυπνώ κατατρομαγμένη. Θεέ μου, τέτοια αγάπη έχω στο παιδί αυτό, που φοβάμαι κάποτε μην τρελαθώ...
Την περασμένη, λοιπόν, νύχτα ξύπνησα από ένα άσχημο όνειρο. Ονειρεύτηκα πως μια γυναίκα με μαύρα μπήκε στην κάμαρά μου και με κοίταξε. Δεν είπε καμιά λέξη, παρά μονάχα: «Ο Πετράκος». Έπειτα χάθηκε. Και κείνη τη στιγμή μού φάνηκε πως άκουσα καθαρά τη φωνή του παιδιού μου που με φώναζε κλαίγοντας... Κρύος ιδρώτας με περιέλουσε, η καρδιά μου χτύπαγε δυνατά. Θέλησα να σηκωθώ ν' ανάψω το φως, μα τα πόδια μου ήτανε σα μολύβι από το φόβο. Ήπια λίγο νερό να συνέλθω και με μιας θέλησα να τρέξω στην κυρά Κοντύλω. Αλλά πάλι ντράπηκα τον εαυτό μου. Να καταντήσει κανείς να πιστεύει ό,τι παλιοόνειρο βλέπει.
Κοιτώ το ρολόγι. Ήταν ακριβώς δύο η ώρα το πρωί. Στάθηκε αδύνατο πια να κοιμηθώ.
Τέλος άρχιζε να χαράζει κατά τον Υμηττό. Σηκώνομαι τότε και ντύνομαι. Δε βαστώ περισσότερο. Θέλω να δω το παιδί μου. Οι δρόμοι είν' έρημοι, μερικοί αλήτες κοιμούνται στα παγκάκια του κήπου του Συντάγματος.
Τα φανάρια τρεμοσβήνουν. Πηγαίνω τρέχοντας και φθάνω λαχανιασμένη στο σοκάκι που βγαίνει στο σπίτι της νταντάς. Στο παράθυρο της κρεβατοκάμαρας βλέπω φως από μακριά. Λοιπόν θα πει πως κάτι συμβαίνει και πως η κυρά Κοντύλω θα 'ναι ξύπνια. Τι να τρέχει; Ανεβαίνω τέσσερα - τέσσερα τα σκαλιά. Η κυρά Κοντύλω κατάλαβε το βήμα κι έρχεται αμέσως να μ' ανοίξει.
«Ο Πετράκος, μήπως είν' άρρωστος;» τη ρωτώ αμέσως. Ώσπου να μ' απαντήσει, είμαι κιόλας μες στο δωμάτιο. Δεν πρόφταξα ούτε να την καλοκοιτάξω την νταντά. Αλλιώς θα 'βλεπα το κουρασμένο κι όλο αγωνία πρόσωπό της. Σκύβω πάνω από την κούνια του Πετράκου. Είναι κατακόκκινος και βογγά μέσα στον ταραγμένο ύπνο του. Δεν ξέρω τι να κάνω. Φιλώ σαν τρελή τα χεράκια του που καίνε από τον πυρετό. Το μικρό του μέτωπο είναι καταϊδρωμένο. Είναι η πρώτη φορά που βλέπω το παιδί μου άρρωστο και τα χάνω.
Η κυρά Κοντύλω με πλησιάζει λέγοντας: «Να, χτες τη νύχτα άκουα το μωρό να βογγά και να σε φωνάζει». Τη ρωτώ αν θυμάται ποια ώρα ήταν τότε ακριβώς. Μα δεν μπορεί να θυμηθεί. Να, ίσως να 'τανε δυόμιση με τρεις. Ας είναι. Σηκώνεται λοιπόν αμέσως να δει τι έχει ο Πετρής. Βλέπει πως το σωματάκι του ολόκληρο καίει. Η κακομοίρα η γριά δεν ξέρει τι να κάνει. Αρχίζει τις προσευχές μπροστά στο εικονοστάσι, ανάβει το καντήλι, που ήταν έτοιμο να σβήσει. Και περιμένει να χαράξει, για να βρει κανένα να στείλει να με ειδοποιήσει.
Στο μεταξύ, εγώ συλλογίζομαι πως δεν ωφελεί τίποτα να κάθομαι με τα χέρια σταυρωμένα. Ούτε να κλαίω. Το καλύτερο απ' όλα είναι να πάρω ένα ταξί να φέρω γιατρό. Πάω και φέρνω τον κύριο Χ. -οικογενειακό μας φίλο. Είναι στην ηλικία του πατέρα μου. Αυτός με γιάτρευε σαν ήμουνα μικρή. Με ξέρει, μ' αγαπά και δεν τού 'χω κρύψει τίποτα απ' τη ζωή μου. Είν' ένας άνθρωπος με καλή ψυχή και με μεγάλη συμπόνια, γνωρίζει να σχωρνά τις ανθρώπινες αδυναμίες. Κατάγεται από τη Σαντορίνη. Έχει ένα περίεργο μακρουλό κεφάλι, που θυμίζει κάτι πρόσωπα του Γκρέκο. Έχει μιαν ευγενικιά φυσιογνωμία. Είναι ο πρώτος άντρας, νομίζω, που αγάπησα σε ηλικία δέκα χρονώ. Μ' άρεσε να τον νιώθω κοντά μου, σαν έσκυβε πάνω απ' το κρεβάτι μου να δει τι έχω. Όταν τον είχαμε γεύμα στο σπίτι, για τον κύριο Χ. -γι' αυτόν και μόνο- έβαζα το μπλε φουστανάκι μου με τ' άσπρα πικό (13). Ήθελα να τ' αρέσω και ζήλευα σαν έκανε πως κουβεντιάζει με άλλον. Ό,τι φάρμακο και να μού 'δινε, το 'παιρνα δίχως να γκρινιάζω. Το πιο παράξενο είναι ότι, σαν μεγάλωσα, οι άντρες που μ' αρέσουν πρέπει πάντα να έχουν τον τύπο του. Να τού μοιάζουν. Ο Μισέλ, παραδείγματος χάρη, τον θυμίζει. Έχει αυτό το μακρύ πρόσωπο το μελαχρινό, τα χείλια χοντρά. Μόνο στην έκφραση δεν του μοιάζει.
Ο γιατρός Χ. ήτανε στο κρεβάτι ακόμα, σαν πήγα σπίτι του. Μ' άνοιξε την πόρτα μια γριά συγγένισσά του που τον νοικοκυρεύει. Όπως όμως είμαι του σπιτιού, μ' άφησε κι ανέβηκα ευθύς απάνω. Ο κύριος Χ. δεν κοιμότανε. Είχε αναμμένο το φως και διάβαζε ένα βιβλίο ξαπλωμένος. «Τι τρέχει, παιδί μου;» κάνει σα με βλέπει. «Μήπως ο Πετράκος είναι άρρωστος;» Ο νους του πήγε αμέσως αυτού. Φάνηκε άλλωστε τόσο καλός μαζί μου, τότε σαν γέννησα. Δεν έχει καμιά προκατάληψη. Και είναι τόσο παράξενο πράμα αυτό, προ παντός στην ηλικία του! Αμέσως λοιπόν σηκώνεται να ντυθεί. «Μια στιγμούλα και είμαι έτοιμος. Πέρασε στο σαλόνι κι έρχομαι». Μα ο τόπος δεν με χωρεί. Δεν μπορώ να σταθώ ήσυχη. Αχ, Θεέ μου, πώς αργεί να ντυθεί!... Να, τώρα που η συγγένισσά του τού πάει τον καφέ. Σάματι να ήταν ανάγκη να πιει και καφέ; Δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Αλλά ο καημένος ο γιατρός μ' ακούει από μέσα που δεν μπορώ να καθίσω σε καρέκλα. «Έρχομαι», μού φωνάζει. «Τον καφέ θα τον πιω ύστερα, δεν τον θέλω τώρα», λέει της γριάς. Κατεβαίνουμε τη σκάλα. Κάτω έχω κρατήσει το ταξί. Σε τρία λεφτά θα ήμαστε στην κυρά Κοντύλω. Στο δρόμο, καθώς πηγαίναμε, ο γέρο - φίλος μού πιάνει τα χέρια. «Άκουσε, παιδάκι μου, μην κάνεις έτσι. Τα μικρά παιδιά αρρωστάνε. Ο Πετράκης δεν αρρώστησε ως τα τώρα ποτέ. Θα περάσει κι αυτός όλες τις παιδικές αρρώστιες. Αν κάθε φορά κάνεις έτσι, αλίμονο!...»
Επί τέλους φτάνουμε. Ο γιατρός εξετάζει τον Πετράκο. Και μήπως είναι εύκολο να κοιτάξεις ένα μωρό; Γκρινιάζει, φωνάζει, κουνιέται. Στέκομαι δίπλα από την κούνια, τα χέρια παγωμένα. Σαν τον ακροάστηκε καλά, μού λέει: «Δεν είναι τίποτα το σοβαρό. Πάρε τούτο το γιατρικό και το μεσημέρι θα ξαναπεράσω». Στην πόρτα, εκεί που τον συνοδεύω, ο καημένος ο κύριος Χ. σκύβει και με φιλά στα μαλλιά. «Μη στενοχωριέσαι, δεν είναι τίποτα...» Ξαναγυρίζω και κάθομαι δίπλα στην κούνια του παιδιού μου. Είναι ξαναμμένο και όλο βογγά. Η κυρά Κοντύλω μοιάζει σα χαμένη. Μόλις μπορεί να σταθεί όρθια. Την βάζω κι αυτή στο κρεβάτι. Μη μού αρρωστήσει και τότε χάθηκα.
Θα κοντεύει τα 80 η κακομοίρα η νταντά. Αγαπά τόσο τον Πετράκο. Ούτε το γιο της, ούτε τα εγγόνια της, δε λατρεύει έτσι. Δεν θέλησε ποτέ να ζήσει μαζί με το παιδί της. Είν' αλήθεια πως δεν τα πηγαίνει καλά με τη νύφη της. Και τα εγγόνια της την πειράζουνε. Προτίμησε πάντα να ζει μονάχη. Είχε κάτι λεφτάκια κατά μέρος, γι' αυτά που ξενοδούλευε από μικρή. Έτσι κανέναν τώρα δεν είχε ανάγκη. Η κυρά Κοντύλω πιστεύει πως «σαν έχεις παιδιά και δεν σού μοιάζουν στην ψυχή, τότε είναι σαν ξένα...» Γι' αυτό λέει πως τον Πετράκο μόνο αγαπά στη γη απάνω! «Είν' η ψυχή της ψυχής μου...»
Περνώ όλη την ημέρα κοντά στην κούνια του μωρού μου. Το μεσημέρι μαγειρεύω κάτι να τσιμπήσουμε. Σαν ξεφάμε, πλένω τα πιάτα και βάζω λίγη τάξη στο νοικοκυριό. Αρχίζω κάπως να συνέρχομαι. Αυτό το παλιόνειρο που 'κανα την περασμένη νύχτα, μ' είχε τρελάνει. Μού είχε δημιουργήσει μιαν ατμόσφαιρα εφιάλτη, που κράτησε ώρες, και σαν ξύπνησα ακόμα. Ομολογώ πως πολύ φοβάμαι τα όνειρα. Γιατί πάντα θα μού βγουν αληθινά. Μού τυράννησαν τα παιδιάτικά μου χρόνια κι ύστερα την εφηβική μου ηλικία. Έβλεπα κάτι αλλόκοτα και φοβερά πράματα... Ο ήλιος μπαίνει από τα παράθυρα. Το καναρίνι τραγουδά μες στο κλουβί του, έξω στο χαγιάτι. Ακούω τη φωνή του μανάβη κάτω στο δρόμο...
Η ζωή ξαναπαίρνει το συνηθισμένο της πρόσωπο. Κι αυτή η αγριαμάρα που μ' είχε κυριέψει περνά. Ο Πετράκος μου φαίνεται να 'ναι καλύτερα. Παίζει μονάχος με τα ποδαράκια του και μού χαμογελά. Επί τέλους κάθομαι κι εγώ να εργαστώ. Πρέπει να ετοιμάσω το χρονογράφημά μου και να το δώσω στην εφημερίδα. Το γράφω καθισμένη δίπλα στο κρεβατάκι του παιδιού μου. Έτσι κυλά και τούτη η μέρα.
Αλλά η νύχτα ήταν πολύ άσχημη. Φυσικά κοιμήθηκα αυτού. Κατά τα μεσάνυχτα ο Πετράκος άρχισε να βήχει, σαν να πνίγονταν. Έτρεξα κοντά του. Το πρόσωπό του ήτανε μπλάβο (14) και δεν μπορούσε καθόλου ν' αναπνεύσει. Κουνούσε μόνο τα χεράκια και με κοιτούσε σα να ζητούσε βοήθεια. Δεν ήξερα τι να τού κάνω. Καθόμουν εκεί, σα χαμένη, και έσφιγγα απελπισμένα τα χέρια. Επί τέλους ντύνομαι και τρέχω να φωνάξω το γιατρό. Μα, για κακή μου τύχη, δεν τον βρίσκω σπίτι του. Είναι καλεσμένος σ' έναν άρρωστο. Τι να κάνω; Τότε θυμάμαι πως εκεί στο στενό, στην Πλάκα, κάθεται ένας γιατρός. Είναι, να πούμε, της συνοικίας. Είδα μάλιστα φως στο σπίτι του, όταν περνούσα. Τρέχω λοιπόν αμέσως και χτυπώ την πόρτα του. Έρχεται ο ίδιος να μού ανοίξει. Τού λέω πως είν' ένα παιδάκι, δίπλα, που πεθαίνει. Πρέπει να έρθει αμέσως. Μα είμαι τόσο νευριασμένη που ξεσπώ μπροστά του στα κλάματα. Ο γιατρός με ακολουθεί χωρίς να πει τίποτα. Βρίσκουμε τον Πετράκη σε κακή κατάσταση. Ψυχομαχά. Η κυρά Κοντύλω τον βαστά στα χέρια και τον νανουρίζει. Έχει ένα ύφος τρελής. Ο γιατρός παίρνει το παιδί μου και το βάζει στο κρεβάτι. Έπειτα τού ανοίγει το στόμα μ' ένα κουτάλι. Εγώ κλείνω τα μάτια για να μη βλέπω. Ακούω μια δυνατή φωνή, έπειτα κλάματα. Αλλά η αναπνοή του είναι πια κανονική.
«Μη φοβάστε, δεσποινίς, ο κίνδυνος πέρασε, τώρα θα πάει στο καλύτερο...»
Η συγκίνησή μου είναι τόσο μεγάλη, που αρπάζω το χέρι του γιατρού και το φιλώ. Αυτός με κοιτά σαστισμένα. Και χωρίς να μού ζητήσει καμιά εξήγηση κάθεται εκεί στην καρέκλα, κάτω από το εικονοστάσι, ως ότου ξημερώσει. Η νταντά μισοκοιμάται με το κεφάλι ακουμπισμένο στο τραπέζι. Το καντήλι ρίχνει σκιές στον τοίχο. Ένας πετεινός λαλεί σε μιαν αυλή. Σε λίγο θα φέξει. Κοιτώ τον άνθρωπο που κάθεται δίπλα μου, που έσωσε το παιδί μου. Έχει μιαν αγαθή και κοινή φυσιογνωμία. Τα μαλλιά του είναι κατσαρά. Ψάχνω να βρω σαν πού τον έχω δει. Μού φαίνεται πως τον ξέρω από μια φορά, σαν καθόμαστε στην Πλάκα. Ναι, σαν ήμουνα δέκα χρονώ και πήγαινα στο σχολείο. Είχε κι έναν αδερφό που τον λέγανε Αλέκο. Ένα κάθαρμα. Τώρα θυμάμαι.
«Ξέρετε, δεσποινίς, πως σάς γνωρίζω από τόσο δα κοριτσάκι με την κοτσίδα στη ράχη; Πώς περνά ο καιρός!» Και ο γιατρός μού λέει τ' όνομά του. Σπανίδης λέγεται. Μιλά σιγά - σιγά για να μην ξυπνήσει τον Πετράκο που κοιμάται. Να, που βρεθήκαμε παλιοί γνώριμοι. Η μητέρα του μεθούσε κάθε βράδυ και φώναζε. Μια έκφυλη οικογένεια. Όλοι λέγανε στη γειτονιά πως αυτός μόνον άξιζε.
«Πώς υπέφερα κείνα τα χρόνια, Θεέ μου», μού λέει. «Και με τον αδερφό είχα βάσανα ατέλειωτα. Τον πήγανε στη φυλακή... Μην τα ρωτάτε... Κι ακόμα φασαρίες έχω με δαύτον... Με κάνει παντού ρεζίλι. Πάει και γυρεύει χρήματα. Εκβιάζει τους ανθρώπους. Λέω να πάρω τα μάτια μου (15) μια μέρα και να φύγω από την Ελλάδα... Να πάω στην Αίγυπτο... Δεν μπορώ να ζήσω εδώ...»
Τα λέμε και ύστερα σωπαίνουμε. Οι ώρες περνάνε γρήγορα. Τις ακούω που χτυπάνε στη Μητρόπολη. Και μού 'ρχεται στο νου, εκεί που κάθομαι, τούτη η ιστορία. Είναι γιατί μιλούσαμε για τον Αλέκο. Σαν ήμουν έξι ή εφτά χρονώ, εκεί που έπαιζα ένα απόγεμα στο Ζάππειο, ξέφυγα από τ' άλλα παιδιά. Πήγα να κρυφτώ μες στα δέντρα από τα σκαλάκια, που είναι πυκνοί οι θάμνοι. Έξαφνα, άκουσα κάποιον από πίσω μου να μού κάνει «Ψτ! Ψτ!» Ήταν ένας άντρας.
«Έλα δω, μικρούλα μου», κάνει, «να σού δώσω καραμέλες». Η πρώτη μου δουλειά είναι να φύγω. Μα έλα πάλι που η μητέρα λέει πάντα πως πρέπει να είμαι ευγενής με όλους... Πηγαίνω λοιπόν κοντά του. Φοβάμαι, θέλω να φύγω. Μα με σφίγγει τόσο, που δεν έχω τη δύναμη να κουνηθώ. Μού 'ρχονται κλάματα. Αλλά αυτός όλο τρίβεται λαχανιασμένος απάνω μου... Με πιάνει μια μεγάλη αηδία... Δεν μπορώ, φωνάζω... Ακούγονται βήματα στη δεντροστοιχία. Τότε μ' αφήνει και χάνεται μες στα δέντρα. Τρεχάτη γυρίζω στην κυρά Κοντύλω και τής τα λέω όλα. Γίνεται κατακόκκινη από το θυμό. Παίρνει μιαν ομπρέλα και τρέχει να τον βρει. Αλλά ο Αλέκος έχει γίνει άφαντος. Στο φουστανάκι μόνο το πικεδένιο βλέπω ένα ρευστό σα γόμα κολλημένο απάνω... «Φτου! Κακόν καιρό να 'χει!» κάνει η νταντά μου. «Τον παλιάνθρωπο, να μην προφτάξω να τον πάω στην αστυνομία». Είναι σαν να βλέπω ακόμα αυτόν τον Αλέκο. Φορούσε ένα κασκέτο παλιό, ένα λιγδοτόμαρο. Είχε ένα απεχθέστατο μούτρο. Έπειτα, για καιρό, εξακολουθούσε να με παίρνει από πίσω, ώσπου ο θείος (που μού σύστησε τον Μισέλ) τον έσπασε μια μέρα στο ξύλο.
Τι παράξενο πράμα που είν' η ζωή! Να, τώρα, που ο αδερφός του έρχεται και σώζει από το θάνατο το παιδί μου. Σαν ξημέρωσε, ο γιατρός Σπανίδης σηκώθηκε να φύγει. Πώς να τού δείξω την ευγνωμοσύνη μου; Βγάζω από το δάχτυλό μου το χρυσό δαχτυλίδι, που μού χάρισε για τους αρραβώνες μας ο Μισέλ, και τού το δίνω. Δεν θέλει με κανέναν τρόπο να το δεχθεί. Αλλά εγώ επιμένω με τέτοιο πάθος, που το παίρνει.
Κατεβαίνω και τον συνοδεύω ως κάτω, στην εξώπορτα. Ξαφνικά, καθώς άνοιγα την πόρτα που βγαίνει στο σοκάκι, ένας άνθρωπος ξεπετιέται. Ο γιατρός με σπρώχνει μέσα και με συμβουλεύει να κλειδώσω. Θα ήταν κανένας μεθυσμένος... Δε δίνω και μεγάλη προσοχή στο πράμα αυτό. Ανεβαίνω απάνω και τις υπόλοιπες ώρες, ώσπου να βγει ο ήλιος, κάθομαι δίπλα στον Πετρή μου. Πότε τού χαϊδεύω το μέτωπο, πότε τού φιλώ τα ποδαράκια.
Ο Πετράκος μου μπήκε τώρα στην ανάρρωση. Είν' ακόμα κάμποσο ωχρούλης και αδυνατισμένος. Μα είναι ζωηρός και ξανάρχισε τη φλυαρία του. Έρχονται και τον βλέπουν οι δυο γιατροί. Ο δικός μου, ο γέρο - φίλος Χ., τού χάρισε μάλιστα ένα θαυμάσιο μικρό σιδηρόδρομο, που τρέχει πάνω σε ράγες. Έχει ένα τούνελ, που περνά ανάμεσα σε ελβετικά τοπία. Κάνει ένα φοβερό θόρυβο. Ο γιατρός, ο Σπανίδης, έρχεται και τρώει μαζί μας. Γινήκαμε πολύ καλοί φίλοι. Από τότε που αρρώστησε το παιδί, μένω στην κυρά Κοντύλω. Αλλά κρατώ πάντα το δωμάτιο στη Δεξαμενή. Τούτο εδώ το σπιτάκι δεν έχει καμιά ευκολία. Για να πάρω νερό, κατεβαίνω κάτω στην αυλή. Μού άνοιξε η μέση μου ν' ανεβάζω τις στάμνες ως την κουζίνα. Πήρα και μια γυναίκα να με βοηθά στη δουλειά. Ευτυχώς που μια φιλενάδα μού οικονόμησε κι άλλη εργασία. Έτσι κερδίζω 800 δρχ. παραπάνω. Ξεσηκώνω μοντέλα γυναικεία από ξένα φιγουρίνια (16). Είχα πάντα κάποια ευκολία να σχεδιάζω και με διασκεδάζει κιόλας πολύ. Αχ, αυτά τα παλιοχρήματα πώς σώνονται γρήγορα... Τι φριχτή εφεύρεση κι αυτός ο παράς! Η κινητήρια δύναμη του κόσμου! Γι' αυτό τον μισώ. Δεν ξόδεψα και πολλά τώρα με την αρρώστια του παιδιού. Αλλά όσο και να 'ναι τα λεφτά χρειάζονται. Η κυρά Κοντύλω πρέπει, λόγου χάρη, να τρέφεται καλά. Να μην κοπιάζει στα γεροντάματά της... Και οι μέρες κυλάνε. Το κέφι πάει καλύτερα, τώρα μάλιστα που έχω την ελπίδα στην καρδιά. Τ' απογέματα τα περνώ γράφοντας στο χαγιάτι. Σαν τελειώνω το γράψιμο, ξαπλώνομαι στο κρεβάτι της νταντάς και συλλογιέμαι. Κλείνω τα μάτια και ένα σωρό εικόνες της περασμένης μου ζωής ζωντανεύουν. Τώρα μόνο καταλαβαίνω, γιατί ενεργούσα έτσι κι αλλιώς σαν ήμουνα μικρή. Βλέπω τη σκιά ενός ανήσυχου και σκεπτικού κοριτσιού που ήμουν εγώ και που τώρα δεν υπάρχει πια. Αχ, να σκεφτεί κανείς πόσες φορές πεθαίνει ο ίδιος ο εαυτός μας! Υπάρχει, Θεέ μου, θλιβερότερο πράμα στον κόσμο; Όταν μια μέρα η μητέρα μού είπε: «Να, κοίταξε αυτό το μεγάλο δέντρο, σαν ήμουνα μικρή, σκαρφάλωνα απάνω...» Ποτέ δεν λυπήθηκα έτσι. Πώς να φανταστεί κανένας τι όμορφο κορίτσι που ήτανε; Μού είχε δείξει μια παλιά κιτρινισμένη φωτογραφία της κάποτε με παιδιάστικα ρούχα. Τώρα είναι γριά και ζαρωμένη...
Όνειρα στα ξύπνια...
Ο εσπερινός χτυπά δίπλα, στην εκκλησιά. Είναι Παρασκευή και λένε τους Χαιρετισμούς της Παναγίας. Η κυρά Κοντύλω σταυροκοπιέται. Έπειτα αρχίζει τις μετάνοιες. Το πρόσωπό της από τη σοβαρότητα αλλάζει. Την κακομοίρα την νταντά! Αν ποτέ ήξερε τι τράβηξα μονάχη στο εξωτερικό! Θα πέθαινε από τον καημό της... Γιατί τον πόνο τ' αλλουνού τον κάνει δικό της. Οι περισσότεροι άνθρωποι του λαού έτσι είναι. Έχουν πολλή συμπόνια. Ενώ η μαμά, άμα τής λες τέτοια, σε κόβει.
«Ε, τώρα είναι υπερβολές αυτά». Είναι πολύ αστή. Την ζωή της την πέρασε μέτρια πάντα. Δίχως μεγάλες θλίψεις και με ασήμαντες χαρές.
Ξαπλωμένη εκεί, στο κρεβάτι, με τα μάτια κλειστά, ξαναζώ τα περασμένα. Νιώθω μια πικρή ηδονή, σα θυμάμαι τις απελπισμένες ώρες που πέρασα. Ποτέ κανείς δε θα τις μάθει. Βλέπω τον εαυτό μου, εδώ και οχτώ χρόνια πίσω, στη Ζυρίχη. Πάνω - κάτω ήτανε η ίδια εποχή. Τα δέντρα της Μπανοφενστράσε μπουμπούκιαζαν. Ο καθηγητής (ένας περίφημος γιατρός) που μ' εξέτασε με ρώτησε λεπτομέρειες για τους γονείς μου. Δε τού έκρυψα τίποτα. Με συμβούλεψε να κάνω μια ανάλυση αίματος και μια ένεση στην σπονδυλική στήλη. Ύστερα θα βλέπαμε. Η ιδέα ότι μπορεί να είμαι άρρωστη με ρίχνει σε μια απερίγραπτη απελπισία. Καταριέμαι την ώρα που γεννήθηκα. Ονειρευόμουν πάντα να κάνω ένα παιδί. Θα ήταν δυνατόν ύστερα από όλες αυτές τις κληρονομικότητες; Το ένστιχτο να γίνω μητέρα το είχα πάντα, πολύ δυνατό, από τα εφηβικά μου χρόνια. Και τώρα λοιπόν έπρεπε τα χέρια μου να μείνουν άδεια; Να μη νανουρίσουν ποτέ παιδί; Ένας άντρας ποτέ δεν μπορεί να νιώσει αυτόν τον πόνο...
Οι αναλύσεις μου, όμως, ήταν καλές. Αλλιώς δεν ξέρω τι θα 'κανα. Να καταδικάσεις μια γυναίκα να μην έχει ποτέ παιδί, είναι σαν να θανατώνεις μέσα της την ίδια της τη ζωή. Η μοναξιά με αφανίζει στην ξένη αυτή πόλη. Την άλλη μέρα θυμάμαι, σαν πήγαινα στο νοσοκομείο, έχασα το δρόμο. Ρώτησα ένα σωφέρ δείχνοντάς του τη διεύθυνση, γραμμένη πάνω σ' ένα χαρτί. Καθώς διάβασε «Δερματολογική Κλινική», σήκωσε τα μάτια του και με κοίταξε παράξενα. Ύστερα γυρίζει και κάτι λέει γερμανικά στους συντρόφους του. Αυτοί γελάνε και με κοιτάζουν. Γίνομαι κατακόκκινη και μού 'ρχονται δάκρυα στα μάτια. Τραβώ ίσα το δρόμο, το κεφάλι σκυφτό. Ύστερα από πολλά, φτάνω καμιά φορά στην κλινική. Είναι σε μια συνοικία γιομάτη από κήπους. Το νοσοκομείο είναι ένα μεγάλο χτίριο. Έχει ατέλειωτους διαδρόμους που μυρίζουν απολυμαντικά. Ανοίγω τρέμοντας τη μεγάλη σιδερένια πόρτα. Μια αδελφή έρχεται και με παίρνει.
«Μήπως είστε σεις η μικρή Ελληνίδα που περιμένει ο κύριος καθηγητής; Μάς είπε να ετοιμάσουμε το δωμάτιό σας». Και με οδηγεί σ' ένα κελί λευκό, με έπιπλα εμαγιέ.
«Τώρα πρέπει να γδυθείτε, δεσποινίς», μού λέει. «Ο hern professor θα περάσει αμέσως να σάς τρυπήσει τη ραχοκοκκαλιά». Φοβάμαι. Δεν ξέρω τι θα πει όλη αυτή η ιστορία. Νομίζω πως πρόκειται για εγχείρηση. Το σώμα μου τρέμει τόσο πολύ, που η αδελφή αναγκάζεται να με πιάσει. Ύστερα από λίγα λεπτά μπαίνει ο καθηγητής με το βοηθό του. Είναι κοντός και έχει ένα πρόσωπο έξυπνο και ζωηρό. Οι τρόποι του, όμως, είναι χοντροί σαν κάθε Ελβετού. Μού κάνουν μια ένεση πρώτα από όπιο για να καθίσω ήσυχα. Αλλά ο hern professor δεν πετυχαίνει με μιας να τρυπήσει τη ραχοκοκκαλιά και με τρυπά τρεις φορές. Βλαστημά. Αισθάνομαι την βελόνα να περνά το κόκκαλό μου. Δεν πονώ, μα είναι κάτι πολύ δυσάρεστο. Ύστερα, σαν τελείωσε πια όλη αυτή η υπόθεση, μού λένε να μείνω ακίνητη. Τα πόδια ψηλά και το κεφάλι κάτω. Οι ώρες περνάνε. Μισοκοιμάμαι. Κατά τα μεσάνυχτα ξυπνώ, αλλά δεν ξέρω καλά - καλά πού βρίσκομαι. Τα έπιπλα του κελιού αρχίζουν άξαφνα να κουνιούνται. Κάνουν ένα παράξενο χορό. Κουνώ έπειτα τα χέρια μου, τι να δω; Από τα μπράτσα μου έχουν φυτρώσει μαλλιά, μακριά μαλλιά που φτάνουν ως το πάτωμα. Φοβάμαι και μπήγω μια φωνή. Η αδελφή τρέχει να δει τι θέλω. Αλλά, αντίς ν' ανοίξει την πόρτα να μπει, να που σού γίνεται τόση δα και περνά από την κλειδαρότρυπα! Έπειτα πάλι μεγαλώνει κι εγώ πάλι γίνομαι μια σταλιά! Δεν ξέρω τι να σκεφτώ γι' αυτά όλα τα πράματα. Την ακούω ύστερα να μού λέει πως είναι από την ένεση. Μα δεν καταλαβαίνω.
Οι μέρες περνάνε. Ζω μέσα σ' ένα απίθανο και παράξενο κόσμο. Είχα φοβερούς πόνους στο κεφάλι. Κλαίω για το τίποτα. Θυμάμαι τα πευκάκια στο Ζάππειο, τα σκονισμένα, και τον μαρτιάτικο καιρό της Αθήνας.
Μια μέρα πάλι κάνω να θυμηθώ το όνομα της μητέρας μου και δεν μπορώ. Είναι φριχτό. Τι να 'παθα, Θεέ μου; Η ψυχή μου είναι γιομάτη θλίψη και μόνωση. Να 'βλεπα για λίγο το πρόσωπο της κυρά Κοντύλως...
Περνώ κάμποσες βδομάδες σ' αυτή την κλινική. Και να θέλω να φύγω, δεν μπορώ. Δεν έχω πεντάρα στην τσέπη. Γράφω σε μια φιλενάδα να μού δανείσει κανένα λεφτό. Κι εγώ πάλι άλλοτε την είχα ευκολύνει. Ωστόσο συνήθισα τη ζωή του νοσοκομείου. Στις έξι το πρωί θα 'ρθει η αδερφή να μού φέρει ένα φλιτζάνι γάλα και καφέ. Δηλαδή ο Θεός να το κάνει τέτοιο. Ύστερα αρχίζουν τα πλυσίματα. Στις δέκα θα περάσει ο κύριος καθηγητής. Πάντα βιαστικός. Δεν έχει κανείς καιρό ούτε μια ερώτηση να τού κάνει. Έπειτα αρχίζουν οι ατέλειωτες ώρες. Το δειλινό, τα μικρά κορίτσια που 'ναι στο πάνω πάτωμα για κληρονομικές αρρώστιες τραγουδάν όλα μαζί ύμνους ελβετικούς. Τα παράθυρα είν' ανοιχτά. Φαίνεται από μακριά ένα κομμάτι λίμνης γαλανής. Ο αέρας μυρίζει άνοιξη. Η καρυδιά, κάτω στον κήπο, είναι λουλουδιασμένη. Αλλά αν κάνω και πλησιάσω το παράθυρο, τότε το τοπίο αλλάζει. Απέναντί μου ακριβώς είναι το σπίτι που βάζουν τους πεθαμένους.
Φαντάζομαι πως θα 'ναι οι μεγάλες αίθουσες με τους λησμονημένους νεκρούς. Δίπλα είναι μια αυλή γιομάτη σκυλιά. Τα χρειάζονται οι γιατροί για τα πειράματά τους. Τη νύχτα ουρλιάζουν από τους πόνους. Στις εφτά το βράδυ η κίνηση του νοσοκομείου σταματά. Ησυχία. Πού και πού αν ακούγεται στα πνιχτά κανένα κουδούνι αρρώστου. Δεν ξέρω γιατί, η ζωή αυτή μού εντυπώθηκε βαθιά μέσα μου. Σχεδόν το αγάπησα το μέρος αυτό. Σωστά λέει ο λαός σε μας πως, σαν πεθάνει ο άνθρωπος, η ψυχή του γυρνά πάλι στα μέρη που υπόφερε το πιο πολύ στον πάνω κόσμο...
Αλλά ο Πετράκος έρχεται και με τραβά από τα όνειρά μου! Δεν τ' αρέσει ούτε ο νους μου να ταξιδεύει. Ανεβαίνει πάνω στο κρεβάτι, δίπλα μου. Κρατά ένα σπασμένο παιγνίδι και μού λέει πώς κατόρθωσε να το χαλάσει. Είναι πολύ περήφανος γι' αυτό. Η κυρά Κοντύλω, δίπλα, τέλειωσε πλέον τις μετάνοιες και τους σταυρούς της. Έρχεται με το θυμιατήρι να μάς λιβανίσει. Ο Πετράκος φτερνίζεται· η νταντά θυμώνει και τον λέει «Φραγκάκι».
Ένα βράδυ, καθώς γύριζα από την εφημερίδα, ένας άνθρωπος με σταματά. Η ώρα θα ήτανε δέκα και ο δρόμος μισοσκότεινος. Εγώ όμως προχωρώ και κάνω πως δεν ακούω. Αλλ' αυτός επιμένει και μπαίνει μπροστά μου. Τον κοιτώ. Φορεί ένα παλιό κασκέτο. Είναι ο Αλέκος. Δεν άλλαξε και πολύ από τον καιρό που έχω να τον δω. Αραίωσαν μόνο τα γένια του και φαίνονταν ακόμα πιο παλιάνθρωπος από τότε που τον ήξερα.
«Τι γυρεύεις; Άφησέ με να περάσω... Νομίζεις πως δεν σε αναγνωρίζω;»
Ο Αλέκος τρικλίζει στα πόδια του· μυρίζει κρασί.
«Δώσε μου τριακόσιες δραχμές, αλλιώς...»
«Αλλιώς τι;» κάνω θυμωμένη.
«Να, γιατί αν δεν μού τις δώσεις, θα πω παντού πως κοιμάσαι κάθε βράδυ με τον αδερφό μου».
«Μπορείς να πεις ό,τι θέλεις, Αλέκο. Δε φοβάμαι. Μα πρόσεξε, θα πάω στην αστυνομία. Τώρα κάνε πέρα να περάσω...»
Ο Αλέκος όμως επιμένει.
«Δώσε μου εκατό δραχμές και θα σ' αφήσω ήσυχη». Η φωνή του είναι βραχνή.
Τραβώ το δρόμο μου. Αλλ' αυτός με παίρνει από πίσω. Μ' αρχίζει μάλιστα στις βρισιές δυνατά. Ένα παράθυρο ανοίγει σ' ένα σπίτι και κάποιος σκύβει να δει τι συμβαίνει. Και ο Αλέκος, επί τέλους, φεύγει.
Καινούργιες πάλι φασαρίες στους γονείς μου. Η μαμά κλαίει. Κάθε μέρα έχουμε σκηνές. Ο πατριός μου έφερε μια νεαρή Εβραία και θέλει να την εγκαταστήσει κάτω στο σπίτι. Υπάρχει στο ισόγειο ένα δωμάτιο και κουζίνα, που συνήθως το νοίκιαζαν. Τώρα, λοιπόν, ο γέρος έφερε την καλή του. Η Βαρτουί είναι μια μελαχρινή λεπτοκαμωμένη γυναικούλα, με μεγάλα μαύρα μάτια. Διηγείται πως ο πατέρας της ήτανε τραπεζίτης στη Σμύρνη και πως οι Τούρκοι τον σκότωσαν. Μιλά καλά τα γαλλικά. Αναθράφηκε, λέει, σε καθολικές καλόγριες.
Η μητέρα έχει πάρει ένα ύφος «κυρίας προσβεβλημένης». Αυτή η γυναίκα πέρασε τη ζωή της με το φόβο «τι θα πει ο κόσμος...» Κι αν δεν χώρισε με τον πατριό μου, ήταν «για τα μάτια του κόσμου». Προτίμησε να πάθει χίλιους δυο εξευτελισμούς από τον άντρα της, παρά να τον παρατήσει. Σαν ήμουνα μικρή τής έλεγα: «Έλα, μαμά, να φύγουμε να πάμε αλλού...». Μα δεν άκουγε. Κάποτε, μια φορά θυμάμαι, άφησε τον πατέρα. Αλλά εκείνος πρώτος, είν' αλήθεια, μάς έδιωξε... Μάλιστα τής πέταξε τα μπαούλα στο δρόμο, σαν να ήταν καμιά υπηρέτρια... Εγώ τη βαστούσα από το χέρι. Είχα δεμένο το κούτελο από ένα φλιτζάνι που μού είχε ριγμένο. Με είχε φούρκα, για ένα λογαριασμό του γκαζιού που δεν ήθελε να πληρώσει και κανείς δεν τολμούσε να μπει στο γραφείο. Εκείνη, λοιπόν, τη νύχτα την περάσαμε στο ξενοδοχείο. Προτού ν' αποφασίσει αυτό η μητέρα, γυρίζαμε στο Ζάππειο. Ήτανε μια καλοκαιριάτικη νύχτα, πολύ ζεστή. Το πάρκο είχε κόσμο. Μικροπουλητάδες πουλούσαν φιστίκια, πασατέμπο. Και όλοι φωνάζανε δυνατά. Ανεβήκαμε έπειτα τη λεωφόρο Ηρώδου του Αττικού που ήταν σκοτεινή και έρημη. Κουρασμένες καθίσαμε σ' έναν πάγκο. Η μαμά έκλαιγε και μού 'σφιγγε το χέρι... Αλλά σε λίγες μέρες δε βάσταξε και ξαναγύρισε σπίτι. Τα ξαναφτιάξανε πάλι μια χαρά οι γονείς μου. Ούτε γάτα, ούτε ζημιά. Μάλιστα με μάλωσε, γιατί έκανα μούτρα του «πατερούλη»... Από τότε ένιωσα μια περιφρόνηση γι' αυτή τη γυναίκα. Και μ' όλο που τόσο ακόμα την αγαπώ, το αίσθημα αυτό παραμένει. Τα ίδια τώρα και με τη Βαρτουί. Δεν στενοχωριέται, να πούμε, γιατί ζηλεύει. Καθόλου μάλιστα. Σκάει με το τι θα πει η κοινωνία. Με κεφαλαίο. Και στο τέλος, επειδή έχει καλή ψυχή, σαν ήρθε η Βαρτουί τής έστειλε κι ένα βάζο γλυκό.
Ο ερχομός της Εβραίας σπίτι έφερε κάποια ευθυμία. Έχουμε την ίδια ηλικία. Είναι αστεία και μπορεί να μιμείται όλους τους ανθρώπους. Τραγουδά διαρκώς. Συχνά, σαν ξεφάμε, κατεβαίνω και τη βλέπω. Κρυφά, γιατί ο πατέρας μου δε θέλει να πηγαίνω σ' αυτήν. Τη βρίσκω καθισμένη σταυροπόδι πάνω στο ντιβάνι να ρίχνει τα χαρτιά. Ξέρει να λέει την τύχη. Περνά την ημέρα της με δαύτα, πίνοντας καφέ. Τής αρέσουν και τα τσιγαράκια. Εμένα λέει πως μ' αγαπά. Μού δίνει όλο συμβουλές.
«Παιδάκι μου», μού κάνει, «με συγχωρείς, αλλά είσαι κουτό. Δεν ξέρεις να χαρείς τη ζωή σου. Τα μάτια σου είναι λυπημένα. Πάει να πει πως ζεις μονάχη. Πως δεν έχεις φίλο. Υπάρχει πιο χειρότερο πράμα από τη μοναξιά; Έμαθα πως γράφεις στις εφημερίδες για να βγάλεις το ψωμί σου. Είσαι κουτό. Άνοιξε του γέρου τα συρτάρια και κλέψε τον. Οι γέροι όλοι φιλαργυρεύουν. Ή καλόπιασέ τον “Χρυσέ μου παπάκη”, πες του, “πόσο σ' αγαπώ!” Έτσι θέλουν αυτοί. Από περηφάνια τέτοια δεν καταλαβαίνουν. Νομίζεις εμένα πως μ' αρέσει τάχα να τον χαϊδεύω; Μα τι να κάνω η κακομοίρα. Δεν αγαπώ να δουλεύω... Με είχε βάλει κάποτε σ' ένα γραφείο ο γέρος να χτυπώ τη μηχανή. Μωρέ δουλειά! Να σού πω κάτι αναμεταξύ μας; Η εργασία είναι κουραφέξαλα. Χαλά τη γυναίκα. Την ασχημαίνει. Προτιμώ να κάνω έρωτα με τους άντρες. Α, σαν είναι μάλιστα νέοι και ωραίοι! Μ' αρέσουν τα παλικάρια. Να 'χουν γερά μεστά κορμιά. Σαν τους φιλάς, το δέρμα τους να 'ναι αλμυρό από τον ιδρώτα. Να θυμίζει θάλασσα. Αλλά πού μ' αφήνει ο γέρος να βρω κανέναν τέτοιο; Είν' ένας ζηλιάρης! Βάζει ανθρώπους και με παρακολουθούν. Έχω, να σού πω αναμεταξύ μας, βρει ένα φίλο. Σάματι μπορούμε, μαθές, να κοιμηθούμε τη νύχτα μαζί; Είναι και αδέκαρος. Συμβαίνει πάντα σαν μάς αρέσει κανένας να 'ναι φτωχός! Άλλη κακοτυχιά και τούτη! Αλλά, Κατίνα, πρόσεχε. Κοίτα να μην πεις σε κανέναν από ό,τι σού λέω... Βλέπεις εγώ σ' ανοίγω την καρδιά... Δεν έχω καμιά φιλενάδα. Με τους άντρες δεν μπορείς να μιλήσεις έτσι. Τη δουλειά και δρόμο... Είναι πάντα βιαστικοί. Άκου τώρα να σού πω και μια παροιμία που λέμε εμείς οι Οβριοί. “Στον άντρα”, λέει, “να δείχνεσαι από τη μέση και κάτω. Από τη μέση κι απάνω να κρύβεσαι”. Δηλαδή, ποτέ να μην τους πεις το λογισμό σου. Δεν τους χωνεύω... Μα τι να κάνεις; Δίχως την αφεντιά τους, ζωή δεν είναι...» Και όλο και καπνίζει, λέγοντας αυτά η Βαρτουί. Ύστερα δίνει μια και ξεπετιέται. Έχει ένα φιδίσιο σώμα.
«Αμάν - αμάν», φωνάζει, χτυπώντας τις παλάμες τη μια πάνω στην άλλη. Κι αρχίζει το τραγούδι και το χορό. Ξέρει και χορεύει με την κοιλιά όπως καμιά άλλη. Την κουνάει πέρα δώθε. Περηφανεύεται πολύ γι' αυτήν της την τέχνη. «Είδες», λέει, «πώς χορεύω την κοιλιά μου; Οι άντρες ξετρελαίνονται γι' αυτό... λίγο να κουνήσεις τα μπροστινά, λίγο τα πισινά και αποβλακώνονται. Τέτοιοι είν' οι άντρες».
Η Βαρτουί μού διηγείται ακόμα μυθιστορηματικούς έρωτες με κάποιον Ιταλό αξιωματικό που είχε γνωρίσει στη Ρόδο. Μάλιστα θέλησε ν' αυτοκτονήσει γι' αυτήν. Η Βαρτουί, βλέπετε, έχει ρομαντική ψυχή... Ο Θεός ξέρει πού βρίσκει όλες αυτές τις ιστορίες... το καημένο το κορίτσι! Σαν βαρεθεί πια να λέει, έρχεται και κάθεται σιμά μου.
«Τι κάνει η μητέρα σου; Είν' ακόμα θυμωμένη μαζί μου; Τι να σού κάνει κι αυτή! Νομίζει πως θέλω το κακό της. Μα εγώ την αγαπώ! Λυπάμαι, άμα βλέπω γριές. Θα 'θελα να 'χω και 'γω μια μητέρα. Άλλος κανείς από τη μάνα μας ποτέ δεν μπορεί να μάς πονέσει. Ό,τι και να κάνεις γι' αυτούς πάει χαμένο. Η πρώτη που θ' ανταμώσουνε είναι πάντα καλή...
»Ποτέ, Κατίνα, δεν θα ερχόμουν σε τούτο το σπίτι, αν δεν μ' έσφιγγε η ανάγκη. Δεν έχω πεντάρα τσακιστή. Είχα φίλο -ένα όμορφο παλικάρι 25 χρονώ- που μού 'φαγε όλον τον παρά. Σαν με είδε σ' αυτά τα χάλια, με λυπήθηκε ο πατριός σου. Μ' αγαπά, η αλήθεια είν' αυτή. Εγώ τού λέω πως είν' ανισόρροπος και γελά...»
Η Οβριά μού ρίχνει τα χαρτιά. «Να σού πω τη μοίρα σου», μού λέει. «Να, χρήματα πολλά βλέπω... Πω! Πω! Κληρονομιές. Τούτο δα το χαρτί, είν' ένα κιβούρι (17). Θα 'ναι του γέρου. Αχ, μωρέ, παράς! Να δούμε τότε τη δικιά σου καρδιά... Θα με λυπηθείς ή θα με πετάξεις από 'δω μέσα; Αχ, κακομοίρα Βαρτουί στην ψάθα θα πεθάνεις».
Πηγαίνω έπειτα στο δωμάτιο της μαμάς. Την βρίσκω καθισμένη κοντά στο παράθυρο. Διαβάζει ένα μυθιστόρημα του Ονέ.
«Δε μού λες, παιδί μου, πώς σού φαίνεται κι αυτός ο έρωτας του μπαμπά με την Βαρτουί; Στην ηλικία του!...»
Ο πατριός πάλι έλεγε εμπιστευτικά σ' ένα του φίλο «την ανάγκη τρυφερότητος που νιώθει ακόμα η καρδιά του».
Θεέ μου, τι άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου... Και πόσο λίγο καταλαβαινόμαστε.
Τούτη η βδομάδα ήταν άσχημη για τη μητέρα. Η Βαρτουί τής το είχε πει, στα χαρτιά. Έπεσε από το τραμ καθώς πήγαινε κατά τα Πατήσια. Χτύπησε στο γόνατο. Αίματα, φασαρίες. Τη φέρανε σπίτι κακήν κακώς. Τους πόνους που τράβηξε δεν λέγονται. Η Οβριά άρχισε αμέσως τα γιατροσόφια. Και τι δεν τής έβαζε απάνω. Μα το αίμα δεν σταματούσε. Στο τέλος τρέξαμε και φωνάξαμε τον φίλο μας το γιατρό Χ.. Έτυχε κείνη τη στιγμή να είμαι αυτού. Επέμενα να τής κάνει αντιτετανικό ορό. Κατά τις δέκα γύρισε και ο πατριός μου από τη Λέσχη. Σαν έμαθε πως η γυναίκα του έπεσε από το τραμ, άρχισε να βλαστημά. Δεν θέλει εμείς οι άλλοι ν' αρρωσταίνουμε. Αυτό τον ενοχλεί.
«Τι ήθελε και γύριζε όξω; Δε συμμαζευόταν σπίτι της; Τώρα, να πάει στο νοσοκομείο...» Η μαμά έκλαιγε. Μπήκε στη μέση η Βαρτουί. Τού έμπηξε τη φωνή.
«Καλέ, είσαι με τα καλά σου αφεντικό; Πώς θα βάλουμε την κυρά στο σπιτάλι (18); Πω! Πω! Ντροπές!»
Η μητέρα ξαπλωμένη στο κρεβάτι άκουγε.
«Η κακομοίρα η Βαρτουί είναι καλός άνθρωπος! Ο Θεός να με συγχωρεί που τής φέρθηκα άσχημα στις αρχές...»
Τη νύχτα την πέρασα δίπλα στη μαμά. Την κοιτώ. Πόσο έχει γεράσει... Ήτανε μια φορά το ξεχωριστό στολίδι στους χορούς του παλατιού. Όλοι όσοι την προφτάσανε νέα, λένε για την ομορφιά της. Καμιά φορά μού διηγείται η ίδια για την εποχή αυτή. Πως η βασίλισσα Όλγα την είχε ζητήσει υπασπίστριά της, τόσο την αγαπούσε... Τώρα φορά ένα πλεχτό ζακετάκι μπαλωμένο. Ο αγκώνας της από μέσα φεγγίζει. Βογγά. Σαν τη βλέπω να υποφέρει, τότε νιώθω πόσο την πονώ. Ξεχνώ τις μεγαλομανίες της και το ύφος της μεγάλης κυρίας που μού δίνει στα νεύρα. Ο πυρετός όλο ανεβαίνει. Περνά μιαν άσχημη νύχτα. Την άλλη μέρα, σαν έρχεται ο γιατρός, μού λέει: «Φοβάμαι καμιά πνευμονία, στην ηλικία της είν' επικίνδυνο». Η ίδια άρχισε να φοβάται. «Λες να πεθάνω, παιδί μου;» μού κάνει... «Αχ, ήθελα πρώτα να σ' έβλεπα παντρεμένη μ' ένα καλό χριστιανό». Ύστερα πέφτει σ' ένα λήθαργο. Τι να ονειρεύεται άραγες! Τι όνειρο χειρότερο μπορεί να 'ναι απ' τη ζωή της; Θα ήθελα καμιά φορά να τής πω πόσο την αγαπώ. Μα δεν μπορώ. Μού φαίνεται πως πρέπει να το ξέρει. Τόσο είναι φυσικό. Γιατί ποτέ δεν ελευθερωνόμαστε από τη σάρκα της μάνας μας. Αυτό είν' όλο... Κατά τα ξημερώματα με φωνάζει κοντά. Ανασαίνει με δυσκολία.
«Παιδί μου», μού κάνει. «Ένα χατήρι σού ζητώ. Άμα και συ έχεις παιδί, θα καταλάβεις τον καημό μου... Προτού να κλείσω τα μάτια, ήθελα να δω τα παιδιά μου. Τα δυο άλλα που 'χω από τον πρώτο μου γάμο... Να πας να τα βρεις... Ο Γιώργος, ο μικρότερος, κάθεται...» Η μητέρα ανοίγει το συρτάρι του κομοδίνου· μού δίνει ένα χαρτάκι. Είναι η διεύθυνσή του. «Για τη Λουκία, τη μεγαλύτερη, κάθεται οδός Ψαρρών. Ορκίσου μου πως θα κάνεις αυτό που σού ζητώ...»
Πώς να πάω να βρω δυο ξένους ανθρώπους; Είχα ακουστά για τ' αδέρφια μου, αλλά δεν τα γνώριζα. Έμαθα αυτή την ιστορία σαν ήμουνα είκοσι χρονώ. Η αστική οικογένεια ανατρέφει το παιδί μες στο ψέμα και την υποκρισία. Είχα δει τη φωτογραφία τους σ' ένα παλιό λεύκωμα. Φορούσανε ναυτικούλια και τα δυο. Μοιάζανε δυο γλυκύτατα παιδάκια. Αχ, να ήτανε και τώρα τα ίδια...
Παίρνω ένα ταξί και πάω στην οδό Ψαρρών. Η καρδιά μου χτυπά δυνατά. Φτάνει να μην κλάψω. Θα είναι πολύ γελοίο. Εμείς οι γυναίκες κλαίμε εύκολα. Σωστή απελπισία. Ύστερα τι έχω να κάνω εγώ μ' αυτή την υπόθεση... Η ζωή μου εμένα είναι αλλού. Είν' ο Μισέλ, ο Πετράκος... Φτάνω μπροστά σ' ένα μεγάλο σπίτι. Ανεβαίνω τη μαρμάρινη σκάλα. Ρωτώ αν μπορώ να μιλήσω στην κυρία Φιλίππου. Με βάζουν και περιμένω σ' ένα γραφείο. Η κυρία Λουκία είναι πρόεδρος όλης της φιλανθρωπικής κινήσεως στην Ελλάδα. Επί τέλους μια πόρτα ανοίγει. Μπροστά σ' ένα τραπέζι γιομάτο χαρτιά μια γυναίκα είναι καθισμένη. Τα μαλλιά της είναι λευκά, έχει πρόσωπο ωραίο. Θα 'ναι ως 45 χρονώ.
«Καθίστε, παρακαλώ, δεσποινίς... Σε τι μπορώ να σάς φανώ χρήσιμη;»
Το ύφος είναι αυστηρό και ψυχρό. Θυμίζει λίγο τη μαμά δίχως να 'χει αυτή την καλοσύνη στα μάτια. Πόσο λίγο μοιάζει με το συμπαθητικό κοριτσάκι της παλιάς φωτογραφίας... Και όμως είναι η Λουκία. Η αγαπημένη της μαμάς, το κρυφό της καμάρι. Αυτή που έκανε λαμπρό γάμο μ' έναν τραπεζίτη και που οι δεξιώσεις της μες στην Αθήνα είναι ξακουστές.
Θέλω να τής μιλήσω και δεν μπορώ. Κάτι με πνίγει στο λαιμό. Στο τέλος κατορθώνω να τής πω ποια είμαι.
«Μ' έστειλε η μητέρα. Είναι βαριά άρρωστη. Θα 'θελε να σάς δει...»
Επακολουθεί μια μικρή σιωπή. Παναγία μου, να μην μού τρέξουνε τα δάκρυα...
«Πάντως χαίρομαι που σάς γνώρισα», μού κάνει η Λουκία, σαν να μην άκουσε την τελευταία φράση...
«Ήθελα από καιρό να σάς δω. Αγαπώ τις γυναίκες που εργάζονται. Διαβάζω τις μεταφράσεις των διηγημάτων σας. Είναι περίφημες. Αλήθεια, και τι εκλεκτές νουβέλες, αλήθεια, πού τις βρίσκετε;... Όσο για τη μητέρα, λυπάμαι που δεν μπορώ να σάς ευχαριστήσω... Όχι για τίποτ' άλλο... Η γυναίκα ας έκανε ό,τι ήθελε στη ζωή της... Όμως εμένα πια μού είναι τελείως ξένη... Μάς παράτησε μικρά... Μια μητέρα που αφήνει τον άντρα της και τα παιδιά της, χωρίς να συλλογιστεί τις συνέπειες...»
Αλλά το κουδούνι του τηλεφώνου, που είν' απάνω στο τραπέζι της, χτυπά. Έτσι διακόπτεται η συζήτηση. Η κυρία Φιλίππου απαντά με τη φωνή τελείως αδιάφορη. Δεν δείχνει καμιά συγκίνηση. Είναι μια δυνατή γυναίκα. Μιλά για κάποια υπόθεση του γραφείου. Στο μεταξύ εγώ ξεροκαταπίνω τα δάκρυά μου... Τι αστεία που θα μ' έβρισκε, εμένα και τα κλάματά μου... Την κοιτώ. Η φυσιογνωμία της είν' έξυπνη. Αλλά το μέτωπό της είναι πολύ χαμηλό. Αφού θέλει να μού μιλά στον πληθυντικό, τής απαντώ.
«Καθώς κατάλαβα, δε θέλετε να έρθετε... Είχα κάτω και ταξί...»
«Μην παίρνετε το πράμα έτσι», λέει η Λουκία. «Δεν κάνω το θηρίο. Απλώς βρίσκω πως αυτή η συνάντηση δεν έχει κανένα σκοπό. Δεν μ' αρέσουν οι ψευτοφιλολογίες. Δεν αγαπώ τα ρούσικα ρομάντσα... Σημειώσατε δε, πως εγώ δεν την κρίνω. Είμαι μόνο ειλικρινής με τον εαυτό μου... Μ' αρέσει η λογική με κεφαλαίο...»
Μια φοβερή μελαγχολία βαραίνει την καρδιά μου. Σηκώνομαι να φύγω. Πόσο ξένος μπορεί να 'ναι και ο πιο στενός συγγενής μας... Αλλά, όπως κάνω να σηκωθώ, η κυρία Φιλίππου μού λέει:
«Ακούστε, δεν είναι λόγος όμως αυτός για να μην ξαναϊδωθούμε... Τις Κυριακές είμαι πάντα σπίτι. Ήθελα να σάς γνωρίσω τον άντρα μου... Έπειτα μπορεί ν' ανταμώσετε κι ανθρώπους που θα σάς φανούν χρήσιμοι... Ελάτε...»
Σαν βρέθηκα κάτω στον δρόμο, δεν ήξερα τι να κάνω... Να γυρίσω στη μητέρα και να τής πω την αλήθεια; Ή να πάω να βρω τον Γιώργο; Αν με υποδεχτεί έτσι κι αυτός;
Ας δούμε. «Λοιπόν, σωφέρ, στην οδό Κωλέτη». Διασχίζουμε την Ομόνοια γιομάτη κόσμο. Οι δρόμοι δίπλα είναι στενοί και βρώμικοι. Να και η οδός Δώρου, με τα καφενεία τα ύποπτα. Εδώ έρχονται οι Βοιωτοί. Από το άλλο μέρος μαζεύονται οι Πελοποννήσιοι. Άνθρωποι αξούριστοι και μαυριδεροί κάθουνται στις καρέκλες. Δεν μπορεί κανείς να περάσει από τα πεζοδρόμια. Κάτω χαρτιά, φτυσίματα και σκόνη. Κοσμάκης πεινασμένος, που τον δέρνει η ελονοσία και που ολημερίς γυρίζει να βρει καμιά θεσούλα. Ώρες έχει περάσει ορθός μπρος στις πόρτες των Υπουργείων... Βλέπεις εκεί να περνά ολόκληρη η κακομοιριασμένη Ελλάδα. Τέλος, φτάνουμε στα Εξάρχεια. Θεέ μου, τι άσχημες γειτονιές. Τα σπίτια μοιάζουν βρωμερά. Οι αυλές είναι γιομάτες μπουγαδόνερα. Κάπου εδώ μένει ο αδερφός μου ο Γιώργος. Αυτός σίγουρα δεν είναι το καμάρι της μητέρας! Τον λένε αναρχικό. Τον λένε κομμουνιστή. Δεν έχει καμιά θέση στην κοινωνία. Η αδερφή του, η κυρία Φιλίππου, δεν έχει σχέση μαζί του. Ρωτώ τον φούρναρη της γειτονιάς, που διαβάζει τον «Αντάρτης Σκλάβος», αν ξέρει πού κάθεται ένας κύριος έτσι κι αλλιώς.
«Να, είν' εκεί, στο καφενείο, κάτω από τη λεύκα. Καθίστε, να τού φωνάξω. Κυρ Γιώργη! Εδώ, σε θέλει μια κοπέλα».
«Τι παράξενο, δεν νιώθω να 'μαι ξένη με τον άνθρωπο αυτόν. Κι ας μην τον γνωρίζω».
Ο αδερφός μου γυρίζει το κεφάλι. Αυτό που αμέσως μ' εγκαρδιώνει είναι τα καλά του μάτια. Σαν αγαθού σκύλου.
«Πέρασε, κορίτσι μου, από 'δω, έλα να καθίσεις». Χωρίς πολλά λόγια τού εξηγώ. Με μιας πετιέται και καλόκαρδα μ' ανοίγει την αγκαλιά. Δεν ξέρει τι να με τρατάρει. Χαίρεται «για την καινούργια αδερφούλα» σα να 'ναι μικρό παιδί. Μα δεν έχουμε καιρό να χάνουμε. Τού λέω γρήγορα να μ' ακολουθήσει. Η μαμά θα μάς περιμένει. Όταν μιλά για τη μητέρα, η φωνή του Γιώργου τρέμει. Μ' ερωτά με αγωνία τι κάνει. Όσο πηγαίνουμε, στο ταξί, δε μιλά. Κοιτάζει απ' έξω. Έχει μιαν έκφραση τόσο ανθρώπινη και τόσο καλή... Το γέλιο του σού ζεσταίνει την καρδιά. Βέβαια ο Γιώργος δεν είν' όμορφος. Τα μάτια του είναι μικρά, τα χαρακτηριστικά του ακανόνιστα. Θα 'ναι ως 35 χρονώ. Τα ρούχα που φορά είναι τριμμένα μα καθαρά. Δεν ξέρω ποιο είναι ακριβώς το επάγγελμά του. Έχω ακούσει μόνο πως κάθισε κάμποσο στη φυλακή. Τον είχανε μάλιστα εξόριστο στα νησιά. Δεν παύει να παλεύει για τις κομμουνιστικές του ιδέες... Το αυτοκίνητο τρέχει, μα ακόμα είμαστε μακριά. Οι γονείς μου κάθονται στην άλλη άκρη της Αθήνας. Κατά την οδό Κηφισιάς, στην καινούργια συνοικία.
Ο Γιώργος μού λέει: «Μια μέρα είδα από μακριά τη μητέρα. Πώς κατάπεσε. Η καρδιά μου σφίχτηκε σαν την είδα... Α, με τι χαλάμε τη ζωή μας... Θα 'θελα να έτρεχα κοντά της. Αλλά φοβήθηκα, μην τη βάλω σε μπελάδες καινούργιους. Κακομοίρα γυναίκα! Δίχως κανένα χαρακτήρα, δίχως κανένα να την προστατεύει...»
Φτάνουμε στο σπίτι. Είν' απέναντι από ένα παλιό μοναστήρι. Έχει μπροστά έναν κήπο όλο πορτοκαλιές. Μα δεν είναι κατάλληλη η στιγμή να θαυμάσει κανείς το τοπίο. Τρέχω στο δωμάτιο της μαμάς. Μόλις βλέπει τον γιο της, βάζει τα κλάματα. Τότε εγώ φεύγω και τους αφήνω μονάχους.
Ο Γιώργος έρχεται κάθε μέρα και βλέπει τη μητέρα. Κάθεται στο κρεβάτι και τής διηγείται ένα σωρό αστεία. Ο αδερφός μου είναι γερός σαν αθλητής. Έχει κάτι μπράτσα όλο μυς. Κάνει ένα σωρό γυμνάσια, σαν παιδί, για να διασκεδάσει την άρρωστη. Ύστερα από το φαγί, το μεσημέρι, ανεβαίνουμε στην ταράτσα να λιαστούμε. Μού διηγείται τη ζωή του. Έχει γυρίσει όλα τα Βαλκάνια. Σαν τέλειωσε το Πανεπιστήμιο, η πρώτη του δουλειά ήταν να σκίσει το δίπλωμα. Δεν τον ωφελούσε σε τίποτα για την εργασία που λογάριαζε να κάνει. Άρχισε να γυρίζει στις φάμπρικες. Να μελετά τη ζωή της εργατιάς. Κομμουνιστής ως το κόκκαλο, σήκωσε την παντιέρα του. Πρώτα έμαθε ένα επάγγελμα για να ζει με τα χέρια του. Γίνηκε βιβλιοδέτης. Σαν άρχισε να κερδίζει χρήματα, το παράτησε κι αυτό. Γίνηκε καραγκιοζοπαίχτης. Μ' αυτή τη δουλειά μπορούσε να προπαγανδίζει τις ιδέες του καλύτερα από κάθε μαρξιστικό βιβλίο. Γρήγορα ο Κόκκινος Καραγκιόζης γίνηκε αγαπητός στο μικρό λαό. Αλλά κι αυτό δεν κράτησε πολύ. Η αστυνομία τον απαγόρευσε. Ο Γιώργος μια καλή μέρα βρέθηκε στη φυλακή, ώσπου κάποτε το έσκασε. Πήγε στη Βουλγαρία. Έμαθε τις σλαβικές γλώσσες. Ακόμα και τα τούρκικα. Όσο πάει, τόσο κι αγαπώ τον Γιώργο. Η μαμά όμως -αυτή είν' η αδικία του κόσμου- τον βρίσκει πολύ διαχυτικό και κάμποσο λαϊκό. Αγαπά πάντα την κόρη της, που 'χει θέση στην κοινωνία.
Με χαρά ξαναβρίσκω τον Πετράκο μου, την κυρά Κοντύλω και τη δικιά μου ζωή. Η μητέρα είναι καλά και δεν πολυπηγαίνω πια από κει. Από την εφημερίδα πάω κατ' ευθείαν στην Πλάκα. Όμως δυο καινούργια πρόσωπα μπήκανε στη ζωή μου, θέλοντας και μη. Ο Γιώργος και η Λουκία. Με τον αδερφό μου πιάσαμε για καλά φιλίες. Έρχεται ταχτικά στην κυρά Κοντύλω. Η λεπτότητά του είναι τέτοια, που δε μ' ερώτησε για τη ζωή μου. Ούτε για τον Πετράκο. Κάθεται και τρώμε μαζί ό,τι κι αν έχουμε. Λίγο χαλβά, τίποτα ελιές. Είναι Μεγάλη Σαρακοστή. Αγαπά να παίζει με το παιδί μου. Πέφτει με τα τέσσερα και τού κάνει το άλογο. Καμιά φορά, σαν ξεφάμε, τον βάζω και μού λέει τι θα πει μαρξισμός, κομμουνισμός. Μα δεν πολυκαταλαβαίνω. Το κεφάλι μου είναι βαρύ και κουρασμένο. Ύστερα δεν αγαπώ τα πολιτικά. Ο Γιώργος με βρίσκει αποβλακωμένη από το μεγάλο έρωτα. Ίσως αυτό να είναι αλήθεια. Κι όμως, τις ώρες που ζούμε, κανένας μας δεν πρέπει να μένει αδιάφορος για τίποτα. Χωρίς να μελετήσω τον μαρξισμό, τούτο καταλαβαίνω: Πως ο κοσμάκης πεινά και βέβαια δε χωνεύει τους πλούσιους. Δε θέλει και φιλοσοφία. Και όσο πηγαίνει, τόσο το πράμα θα χειροτερεύει. Μόνο η εργασία θα μάς σώσει. Ο καθένας να τρώει με τον ιδρώτα του. Παιδιάτικες σκέψεις, μα τόσο καταλαβαίνω. Όσο για παρακάτω τι γίνεται στον κόσμο, τι να πει κανείς; Πως απομωραθήκανε οι Ιταλοί για ν' αγαπάνε τον Μουσολίνι; Περίεργο, πώς αυτός ο τόπος να βγάζει τέτοιους τσαρλατάνους! Έστω και μεγαλοφυείς τσαρλατάνους σαν τον Δανούτσιο (19). Μήπως οι μεσημβρινές χώρες να έχουν το προνόμιο τούτο; Δέστε και τον δικό μας τον Παύλο Μυτηλιανό. Να πάει να σού σκαρώσει, λέει, μια τέτοια μασκαράτα (20) στην Ολυμπία! Αντίς να καθίσει να φτιάξει τους στίχους του, που καμιά φορά μες στις πολλές σαπουνόφουσκες πετυχαίνει και μερικούς ωραίους...
Ένα βράδυ εκεί που τα λέγαμε με το Γιώργο, έρχεται ο κύριος Ταντέλ. Δυο διαφορετικοί, αλήθεια, τύποι. Ο κύριος Φραγκίσκος Ταντέλ είναι ένας σκεπτικιστής. Ο άλλος, ο Γιώργος, είναι φανατικός και θερμόαιμος. Αρχίσανε αμέσως τη συζήτηση. Η κυρά Κοντύλω το 'στριψε και πήγε να κοιμηθεί. Οι κουβέντες αυτές τής φέρνουν ύπνο. Είναι σαν να πίνει ναρκωτικό. Άλλωστε η νταντά, μόλις ακούσει για κομμουνιστές, σταυροκοπιέται. Ο παπάς στην εκκλησία τούς είπε πως είναι αντίχριστοι. Σωστοί «έξω από 'δω». Καθόμαστε στο μικρό δωμάτιο κάτω από το εικονοστάσι. Όπως κάνει έξω κρύο, ανάψαμε μαγκάλι (21). Μ' αρέσει να τους ακούω να κουβεντιάζουν. Εγώ δεν ξέρω τι να πω. Είμαι πολύ αγράμματη. Δεν καταλαβαίνω γρυ από οικονομολογικά. Η μόρφωσή μου, να πούμε, είναι μονάχα φιλολογική.
Ο κύριος Ταντέλ είναι ένας άνθρωπος με πλατιές ιδέες. Γι' αυτό τον αγαπώ. Όμως δεν συμφωνεί με τον Γιώργο.
«Δεν νομίζω πως η Ελλάδα είναι τόπος που θα πιάσει ο κομμουνισμός. Ούτε καν και κόμμα σοβαρό υπάρχει. Ο Έλλην είναι έμπορος. Το έχει το αίμα του. Και η θεωρία αυτή, αν θα φτάσει ως εδώ, θ' αλλάξει τον αυστηρό χαρακτήρα που έχει».
Ο Γιώργος απαντά με φωνή βραχνή και σφιγμένα τα φρύδια. Είναι αγνώριστος.
«Ακούστε με, κύριε Ταντέλ. Η επανάσταση γίνεται πάντα από μερικούς ανθρώπους. Έπειτα, έπεσε φτώχεια. Ο κόσμος βαρέθηκε ν' ακούει και τους Βενιζελικούς και τους Βασιλικούς. Ζητά κάτι καινούργιο και ας μην ξέρει καλά τι είναι. Απλώς μισεί τους κηφήνες της κοινωνίας... Η ελληνική μπουρζουαζία (22), στην πάλη των τάξεων που θα γίνει, δε θα τα βγάλει πέρα. Τής λείπει η ραχοκοκκαλιά -η συνείδηση- που οι χώρες της Δύσης έχουν από αιώνες. Αυτό το λέει πολύ σωστά στην ιστορία του ο Γιώργος Βεντήρης (23). Να πει κανείς σήμερα πως το αστικό οικοδόμημα κλονίζεται είναι τόσο γνωστό, που μοιάζει να λες μια κοινοτοπία (24)... Ναι, από τα Βαλκάνια θα βγει πάλι μπουρλότο. Στα 14 (25), άρχισε από τη Σερβία... Οι Σέρβοι το ξέρουν καλά. Γι' αυτό και πουθενά αλλού δεν κυνηγιέται τόσο άγρια ο κομμουνισμός, όπως αυτού... Μάλιστα, κύριε Ταντέλ, ο κομμουνισμός βράζει στην Αθήνα. Περπατάτε πάνω σε ηφαίστειο. Βγείτε παρέκει στις συνοικίες. Δείτε τη νεολαία. Όχι, βέβαια, τη νερόβραστη που συχνάζει στου «Γιαννάκη» (26)... Ένας καινούργιος κόσμος ξεπετιέται».
«Καλά όλ' αυτά», λέει ο φίλος μου. «Αλλά επιτρέψατέ μου να σάς κάνω μια ερώτηση. Έστω αν μοιάζει παιδιάστικη. Δεν νομίζετε πως μ' όλες αυτές τις ιδέες προπαγανδίζεται και ο αντιμιλιταρισμός (27); Θα σάς αρέσει να δείτε τον Τούρκο να πίνει τον καφέ του στο Σύνταγμα; Έπειτα, λέει, η Ρωσία δεν θέλει τον πόλεμο και αυτή τη στιγμή έχει τον ισχυρότερο στρατό...»
«Θεέ μου, κύριε Ταντέλ! Πώς μπορείτε να κάνετε τέτοιες ερωτήσεις;... Με συγχωρείτε, αλλά είναι για να γελά κανείς... Ποιος σάς είπε πως δεν θ' αμυνθούμε όταν οι εχθροί μάς ριχτούν; Κατ' αρχήν είμαστε εναντίον του πολέμου... Αλλά όταν η Ευρώπη μια μέρα ενωθεί, τότε ο πόλεμος μόνος του θα καταργηθεί».
Αλλά ο Γάλλος κουνούσε το κεφάλι μ' ένα ειρωνικό χαμόγελο...
«Όταν η Ευρώπη ενωθεί... Α, κύριε Γιώργο... έχετε μια ψυχή που οραματίζεται... Δε θέλω να σάς πληγώσω... Καλύτερα, νομίζω, να παύσουμε τη συζήτηση αυτή...»
Ο αδερφός μου σωπαίνει. Χτυπά μοναχά τα δάχτυλά του νευρικά πάνω στο τραπέζι. Φαίνεται θλιμμένος. Τέλος λέει:
«Δίκιο έχετε, φίλε κύριε Ταντέλ. Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε... Αφήστε όμως να σάς διηγηθώ κάτι από τη ζωή μου στον πόλεμο. Δεν έχει καμιά σχέση αυτό που θα σάς πω με ό,τι λέγαμε. Ίσως και να σάς φανεί ξεκάρφωτη η ιστορία μου... Αλλά τον τελευταίο τούτο καιρό, δεν ξέρω γιατί, τόσο ζωντανεύουν μέσα μου οι θύμησες αυτές. Εκεί που δουλεύω, σε διασκέδαση, παντού... Λοιπόν ήτανε στα 1918 στη Θεσσαλονίκη. Λίγες μέρες πριν μάς μπαρκάρουν για την Οντέσσα (28). Ναι, ένα πρωί στο προσκλητήριο λείπανε καμιά εικοσαριά στρατιώτες. Το 'χανε στρίψει. Ο αξιωματικός μας δεν ήταν άνθρωπος για τέτοια χωρατά. Το πήρε το πράμα σα να 'τανε προσβολή προσωπική. Γενναίος, φιλόδοξος, δε λογάριαζε ποτέ του το θάνατο...
»Είχε ένα πρόσωπο φαγωμένο από τις πληγές. Μικρά μάτια έξυπνου ζώου και το χρώμα ήταν μαυριδερό. Τ' όνομά του; Τώρα είναι στρατηγός. Κόκαρης λέγεται. Στέλνει, λοιπόν, αμέσως φαντάρους να πιάσουν τους φυγάδες. Τους τρομοκρατεί. Αν δεν τους φτάσουν, θα τουφεκισθούν αυτοί οι ίδιοι. Σε λίγο τους φέρανε. Άψε - σβήσε όλ' αυτά. Και τους καταδικάζουν σε θάνατο. Δεν έχανε, αλήθεια, τον καιρό του ο Κόκαρης. Το χάραγμα θα τους τουφεκίζανε. Μες στους στρατιώτες που θα τραβούσανε, έλαχε ο κλήρος ο δικός μου. Ποτέ δε θα ξεχάσω εκείνη τη νύχτα. Ήταν Αύγουστος κι έκανε μια ασφυκτική ζέστη. Κοιμόμαστε σ' ένα ξύλινο παράπηγμα! Μια λάμπα κρεμαστή μόλις φώτιζε. Κάπου μακριά βροντούσε... Θα 'βρεχε πέρα στα βουνά... Ένας τοίχος μάς χώριζε από τους καταδικασμένους. Ακούγαμε που μιλούσανε σιγά. Άλλοι αναστενάζανε βαριά. Το περισσότερο σιωπούσαν. Ήτανε οι τελευταίες ώρες.
»Μήνες ολόκληρους είχαμε περάσει μαζί. Τα πρόσωπά τους κάνανε την καθημερινή μας ζωή. Ήτανε ο Δημήτρης που είχε τα παιδιάστικα μάτια. Ο Κώστας ο γλυκομίλητος και ο Σπύρος που ήταν ερωτευμένος πάντα. Αχ, σκύλα ζωή! Έτρεμα κείνο το βράδυ σαν να 'χα πυρετό. Γύριζα και ξαναγύριζα στο στρώμα. Κανένας μας δεν μπόρεσε να κλείσει μάτι. Παράξενες ιδέες με τυραννούσαν... Πώς κράτησε το μυαλό μου... Σαν άρχιζε να χαράζει, να 'μαστε! Όλοι στο πόδι. Ο καιρός ήταν βαρύς και υγρός. Η γης μύριζε δυνατά χώμα βρεμένο... Μάς βάλανε στη γραμμή, απέναντι σ' αυτούς που θα σκοτώναμε. Σκιές μέσα στο χάραμα. Τα πόδια μας λες κι ήταν από μπαμπάκι. Ο αξιωματικός πήγαινε κι ερχόταν και φώναζε. Τον ακούγαμε σαν σε όνειρο. Μια φωνή δυνατή: «Πυρ!» που αντήχησε ως τα πέρα βουνά. Μα στα κούφια.
»“Πυρ!” ξαναφωνάζει ο Κόκαρης αγριεμένος. Μεταλλικό ήχο έχει η φωνή του. Μα του κάκου.
»“Πυρ!” φωνάζει για τρίτη φορά. Αλλά τα χέρια μας δεν τα προστάζουμε. Τα χέρια μας, λες και δεν είναι δικά μας.
»“Χτήνη!” ουρλιάζει έξαλλος ο αξιωματικός. Τότε μοναχός του βγάζει το ρεβόλβερ και τραβά.
»“Μη! Μη! Χάρη! Για το Θεό!” φωνάζουν από τα απέναντι οι τραυματισμένοι, βογγώντας από τους πόνους.
»Οι σφαίρες είχαν πάρει μερικούς στο μάτι, άλλους στο πόδι. Έφεγγε πια για καλά. Και με το φως της ημέρας είδαμε σαν τι μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος μονάχος, για το καλό της πατρίδας».
Ο Γιώργος είχε σωπάσει. Ήτανε κατάχλωμος. Το κάτω του χείλος έτρεμε λιγάκι.
Καθισμένη στη γωνιά μου, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, συλλογιέμαι. Μέσα μου αναδεύονται αισθήματα μπερδεμένα. Μια φωνή περιγελαστική χαχανίζει. «Ε, την κυρά - κοκόνα, με την ευαίσθητη καρδιά! Που λυπάται τόσο... Το χρυσό μου! Δεν φυλάς στο κουτί, μην σκουριάσει, τη χρυσή αυτή καρδιά! Μίσος, μίσος, βαστά η ψυχή σου;»
Ο αδερφός μου πάντα μού λέει: «Καλοσύνες, χριστιανισμοί και ρέστα δεν έχουν σχέση με τον κομμουνισμό. Εμείς οι αγράμματοι τ' ανακατεύουμε...»
Αχ, αρκετές σκοτούρες είχα η δόλια στο κεφάλι να βάλω και τις ξένες έγνοιες...
Τέλος ο κύριος Ταντέλ και ο Γιώργος σηκώνονται να φύγουν. Πρέπει κι εγώ να τού δίνω. Πηγαίνω και φιλώ τον Πετράκο στην κούνια. Κοιμάται ήσυχα το μικρό μου.
Έξω η νύχτα είναι ξάστερη. Περνώντας από τον Εθνικό Κήπο, ακούω τον γκιώνη μες στα πεύκα. Ο κύριος Ταντέλ, που με συνοδεύει, κάτι μού λέει. Μα δεν τον προσέχω. Μετρώ τις φορές που θα λαλήσει το πουλί. Θέλω να μάθω σε πόσες μέρες θα φτάσει ο Μισέλ.
Ο κύριος Ταντέλ πήρε τη συνήθεια κι έρχεται κάθε μέρα στην κυρά Κοντύλω όπως πριν. Κουβαλά του κόσμου τα παιχνίδια στον Πετράκη. Χτες, σαν ήρθε, ήμουνα μονάχη. Έπλενα κάτι μαλλινάκια του παιδιού μου. Η νταντά και το μωρό ήταν έξω· παράτησα λοιπόν τη δουλειά και καθίσαμε στο χαγιάτι. Εκεί που μιλούσαμε ήσυχα μ' έπιασε σα λιγοθυμιά. Έκλεισα τα μάτια για να μην πέσω και κρατήθηκα στον τοίχο. Όλα γυρίζανε. Ο κύριος Ταντέλ τα έχασε. Δεν ήξερε τι να μού κάνει, μού έφερε να πιω ένα ποτήρι νερό. Άρχισε να μού τρίβει το μέτωπο με κολόνια. Τον τελευταίο καιρό, είν' αλήθεια πως κουράζομαι πολύ. Πώς να τα προφτάξω όλα; Μα έλα, που μόλις μάς φτάνουν τα έξοδα... Ξενυχτώ, λοιπόν, γράφοντας.
Ο κύριος Φρανσουά με κοιτάζει στοργικά.
«Καημένο παιδί!» μού λέει. Τα δυο αυτά απλά λόγια μού φέρνουνε δάκρυα. Ξέμαθα να μού γλυκομιλάνε. Ένιωσα ξαφνικά πόσο είμαι μονάχη στον κόσμο. Μού 'ρθανε κλάματα. Αλήθεια, δεν μπορεί να υποκρίνεται πάντα κάποια τη «δυνατή γυναίκα».
Ο κύριος Ταντέλ μού λέει: «Σκοτώνεσαι στη δουλειά, καημένο κορίτσι. Νομίζεις πως δεν το βλέπω; Γιατί, παιδί μου, είσαι τόσο περήφανη και δεν καταδέχεσαι να σε βοηθήσω; Είμαι ένας παλιός φίλος... Για μένα θα ήταν ευτυχία, αν μπορούσα να σε ανακουφίσω στα βάσανά σου... Έχεις μια ηρωική ζωή. Δεν ξέρεις αυτό πόσο με συγκινεί... Κατίνα, καταλαβαίνω τη μοναξιά σου. Υποφέρω απ' αυτήν. Είμαι κι εγώ μονάχος στον κόσμο. Οι γονείς μου πέθαναν. Ήτανε φτωχοί και, για να σπουδάσω, πουληθήκανε. Τώρα που θα μπορούσα να τους βοηθήσω, δεν υπάρχουν πια. Αγάπησα μια γυναίκα. Είχα βάλει σ' αυτήν όλη την εμπιστοσύνη και την λατρεία που μπορεί να έχει κανείς. Με γέλασε. Μια μέρα κατάλαβα πως ήτανε μια ύπαρξη χυδαία και έκφυλη. Τότε νόμισα πως η ζωή τέλειωσε πια για μένα. Πήρα τα μάτια μου και έφυγα απ' τη Γαλλία. Χρόνια περάσανε. Τώρα, Κατίνα, μ' όλα μου τα σαράντα χρόνια, αγαπώ. Πιστεύω πάλι στον έρωτα από τον καιρό που σ' εγνώρισα. Από τότε που παρακολουθώ τη ζωή σου...»
Μιλούσε με μια φωνή σιγανή και γλυκιά. Σαν σε μικρό παιδί που ήθελε να παρηγορήσει. Σήκωσα τα μάτια και τον κοίταξα. Για πρώτη φορά είδα πόσο ήταν ωραίος. Έχει ένα κεφάλι κάπως μακρουλό κι αυτό το χρώμα το σταρένιο που μ' αρέσει. Τα χαραχτηριστικά του είναι τέλεια. Αλλ' αυτό που κάνει όλο το γόητρό του είναι η άπειρη καλοσύνη η χυμένη στο πρόσωπό του. Αχ, τι ξεκούραση θα ήταν να μ' έπαιρνε ένας τέτοιος άντρας στην αγκαλιά του και να με υπερασπίσει... Δεν είχα παρά να κάνω μια κίνηση για να φτάσω την ευτυχία... Το σώμα μου αναζητούσε τη ζεστασιά του δικού του. Ο κύριος Ταντέλ με κοίταζε πάντα στα μάτια.
Ένιωσε, άραγε, τι πάλη είχε προκαλέσει μέσα μου;
Σιωπούσαμε. Οι καμπάνες, δίπλα στην εκκλησία, χτυπήσανε τον εσπερινό. Μια βροχή ασημένιων ήχων. Η ατμόσφαιρα ήταν χλιαρή. Στην αυλή οι ακακίες είχαν ανθίσει. Θεέ μου, μια άνοιξη ακόμα που θα πάει χαμένη. Να μπορούσα να ήμουνα μια γυναίκα ψυχρή και δίχως επιθυμίες... Απ' αυτές τις ματρόνες (29) που περηφανεύονται για την κρυάδα τους... Μα η δικιά μου η σάρκα πέφτει γρήγορα στην αμαρτία... Είμαι μια αδύνατη γυναίκα...
Όμως, ξέρω καλά πως, αν παραδοθώ στον Ταντέλ και το σώμα χαρεί, η ψυχή μου θα είναι ύστερα πιο θλιμμένη. Αγαπώ τον Μισέλ. Γιατί να κάνω δυστυχισμένο τον μόνο άνθρωπο που μ' αγαπά; Δε θα είναι τίμιο.
«Ακούστε», τού λέω, «φίλε μου. Δώστε μου να σφίξω το χέρι σας. Δεν ξέρω πώς να σάς ευχαριστήσω για την τρυφερότητα που μού δείχνετε... Μού είναι πολύτιμη. Όμως, όπως ξέρετε, αγαπώ πάντα τον Μισέλ. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω. Είναι σαν μια τρέλα... Συχωρέστε με». Και άρχισα πάλι να κλαίω.
Έλαβα νέα πρόσκληση από την αδελφή μου να πάω σπίτι της. Ο Γιώργος μ' εσυμβούλεψε να μη λείψω.
«Η Λουκία γνωρίζει πολύν κόσμο. Δημοσιογράφους, λογίους, και άλλους. Μπορεί να σού φανούν χρήσιμοι στη δουλειά σου μια μέρα. Δε θα χάσεις τίποτα, άλλωστε, να πας. Η θέση που έχεις δεν είναι σίγουρη. Ξέρεις πόσο εύκολα πέφτουν οι εφημερίδες τούτον τον καιρό».
Το αποφασίζω λοιπόν. Ο αδερφός μου έχει δίκιο. Έπειτα μ' ενδιαφέρει να γνωρίσω από κοντά αυτούς που διευθύνουν σήμερα την κοινή γνώμη. Άλλοτε την οδηγούσαν άνθρωποι σαν τον Γαβριηλίδη (30). Τώρα, μοιάζει να 'χει πάρει τον κατήφορο. Μού φαίνεται πως το μεγαλύτερο αίσχος της κοινωνίας είναι ο τύπος. Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες. Επρόδωσαν το δημοσιογραφικό επάγγελμα. Ό,τι κακοήθεια μπορούν, τη γράφουνε για την πενταροδεκάρα... Ετοιμάζομαι. Σιδερώνω το μπλε φουστανάκι που έραψα μόνη μου. Και στις έξι ακριβώς είμαι μπροστά στο σπίτι της Λουκίας. Ένας λακές (31) έρχεται και μού ανοίγει την πόρτα. Με βάζει και περιμένω σ' ένα αραβικό σαλονάκι. Ακούω φωνές και γέλια από δίπλα. Φαίνεται να είναι πολύς κόσμος μέσα. Μεμιάς μετανιώνω που ήρθα. Τι γυρεύω εγώ μ' αυτούς; Ξεσυνήθισα να βρίσκομαι σε κόσμο. Βαριέμαι τις συγκεντρώσεις. Τέλος μια πόρτα ανοίγει και παρουσιάζεται η αδελφή μου με μεγάλη τουαλέτα. Με πιάνει μπράτσο και με οδηγεί στην αίθουσα. Γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι με ωραία σερβίτσια γυναίκες και άντρες πίνουν τσάι. Η αδερφή μου κάνει τις συστάσεις. Κάθομαι σε μια καρέκλα και παρατηρώ γύρω μου. Όλα είναι βαλμένα με πολύ γούστο. Πίνακες αξίας κρέμονται στον τοίχο. Αναγνωρίζω, εκεί στη γωνιά, έναν Ουτρίλλο (32). Μια κυρία δίπλα μού πιάνει κουβέντα. Είναι νέα, ως τριάντα χρονώ, άνοστη και καστανή. Τα μάτια της μικρά και ανέκφραστα. Μοιάζει μ' Ελβετίδα γκουβερνάντα. Είναι η κόρη ενός πλούσιου Σμυρνιού τραπεζίτη. Η κυρία Αλεξίου περνά στην αθηναϊκή κοινωνία ως λογία. Νεότερη είχε γράψει κάποιο έργο εμπνευσμένο από ένα δράμα του Ίψεν. Το θέμα, για ένα κορίτσι της τότε εποχής, φάνηκε σκανδαλώδες. Αυτό και μόνο έφθασε να 'χει επιτυχία και να την περάσουν ως συγγραφέα. Από τότε η κυρία Κυβέλη Αλεξίου νομίζει πως είναι καθήκον της να γράφει. Κάνει κριτικές με το ψευδώνυμο Φλώρος Μύθος. Τα άρθρα της χαοτικά και συγκεχυμένα είναι αδιάβαστα. Άλλωστε, υπάρχει μια τάξη νέων λογίων στην Αθήνα που κρύβουν τη μηδαμινότητά τους πίσω από λόγια πολλά και κούφια. Νομίζουν πως ανήκουν μ' αυτόν τον τρόπο στη γερμανική Σχολή. Περιφρονούν τη γαλλική φιλολογία, γιατί δεν είναι σε θέση να την παρακολουθήσουν. Θαρρούν πως ο Μοράν (33) και ο Κεσσέλ (34) αντιπροσωπεύουν το σημερινό γαλλικό πνεύμα.
«Είστε η δεσποινίς Τάδε, που γράφετε και γαλλικά, δεν είν' έτσι;» μού λέει η γειτόνισσά μου. «Διάβασα διηγήματά σας στο «Monde» στις «Nouvelles Litteraires». Επιτρέψετέ μου να σάς πω κάτι. Δεν πιστεύω να σάς κακοφανεί. Προτιμώ, όταν γράφετε γαλλικά...» Εγώ όμως ξέρω γιατί προτιμώ τα γαλλικά. Όταν γράφεις σε ξένα φύλλα, επιβάλλεσαι. Έτσι σε προσέχουν, ο σνομπισμός βοηθάει. Μα κρατώ τη σκέψη μου για τον εαυτό μου. Μιλώντας με την κυρία Αλεξίου, ανακαλύπτω πως από απέναντι ένας κύριος την κοιτά επίμονα. Είναι ως εξήντα χρονώ, με κάτασπρα μαλλιά. Έχει ένα ωραίο κεφάλι. Τον περιτριγυρίζει μια συντροφιά από νέες γυναίκες. Προφανώς οι θαυμάστριές του. Τέλος, χωρίς πολλά, τις αφήνει και διευθύνεται στην κυρία Αλεξίου. Μού τον συστήνει. Είναι ο κύριος Μαρικέτης, ποιητής και ακαδημαϊκός. Στη νεότητά του είχε γράψει μερικά ωραία τραγούδια με λυρισμό. Γίνεται κόκκινος σαν αστακός και ανοίγει τα ρουθούνια του καθώς μιλά με τον Φλώρο Μύθο.
«Πώς μπορείτε και συζητάτε μ' αυτή τη ζέστη για κομμουνισμό», μάς λέει.
«Κάνετε λάθος, δε μιλάμε γι' αυτό. Άλλωστε, δε μ' ενδιαφέρουν καθόλου οι άνθρωποι αυτοί», απαντά η κυρία Φλώρου κάνοντας μια γκριμάτσα.
«Είναι δυνατόν, αφού κάνετε παρέα με τη δεσποινίδα Τάδε», λέει γελώντας ο ποιητής Μαρικέτης, κοιτάζοντάς με. «Βλέπεις, κορίτσι μου, εγώ σε ξέρω. Γνωρίζω τον πατέρα σου. Οι ιδέες σου, λέει, θα επιφέρουν το θάνατό του... Α! Νεότης, τρελή νεότης! Μάς σέρνετε όλους στο χαμό σας. Τι γυρεύετε; Γιατί γκρινιάζετε; Η ζωή είν' ωραία! Κάθε μέρα που θ' ανοίξω τα μάτια δεν ξέρω πως να ευχαριστήσω τον Ύψιστο! Όλα είναι θαυμάσια... Το φως το ξανθό της Αθήνας, οι Αθηναίες κομψότατες, το Αττικό τοπίο ονειρώδες. Έπειτα είν' ο Έρωτας (Δηλαδή πρώτα απ' όλα). Ο έρωτας ο σαρκικός, ο αισθησιακός. Γιατί έξω απ' αυτόν, τα άλλα είναι κουραφέξαλα και φιλολογίες. Το μόνο άσχημο είναι να γερνά κανείς, παιδί μου, και τίποτ' άλλο. Άκουσε που σού λέω. Όσο ο κόσμος τούτος θα υπάρχει, θα βασιλεύει η αδικία, η θλίψη και ο πόνος. Ο Λένιν, ο Χριστός, δεν ήταν άλλο παρά τσαρλατάνοι».
Τι ν' απαντήσω; Ο κύριος Μαρικέτης ήταν καλοφαγωμένος και καλοθρεμμένος. Φορούσε ένα κοστούμι τέλεια κομμένο, μ' ένα άνθος στη μπουτονιέρα. Δεν γνώρισε ποτέ τη φτώχεια στη ζωή του. Νέος είχε παντρευτεί την κόρη ενός τσιφλικά και είχε πάρει προίκα γερή. Τώρα μέτοχος μιας ναυτικής εταιρείας κέρδιζε πολλά. Η κοινωνία τον εχτιμούσε. Γιατί να μη βρίσκει ωραία, αλήθεια, τη ζωή;
«Δίκιο έχετε», τού λέω γελώντας, «πολύ δίκιο...»
«Α! Κοίτα ν' αγαπήσεις παιδί μου. Ν' αγαπήσεις με τον τρόπο που σού λέω εγώ», εξακολούθησε ο κύριος Μαρικέτης, «και τότε θα νιώσεις τη χαρά της ζωής...»
Κατόρθωσα, τέλος, να ξεφύγω απ' αυτόν. Η αδερφή μου μ' επλησίασε.
«Ελπίζω πως δε βαρεθήκατε πολύ. Καθίστε ακόμα δυο λεπτά να σάς συστήσω και τον άντρα μου». Έξαφνα στην αίθουσα δίπλα ακούστηκαν δυνατές αντρικές φωνές, σαν να τσακώνονταν.
«Αχ, Θεέ μου, πάλι αρχίσανε την πολιτική συζήτηση», κάνει η Λουκία. «Είναι αληθινή απελπισία μ' αυτούς τους ανθρώπους. Μόλις δυο Ρωμιοί σμίξουνε, ακόμα και στο εξωτερικό, είν' αδύνατο να μην πιάσουνε στο στόμα τον Βενιζέλο και τον Κωνσταντίνο. Κατάρα Θεού και τούτο. Γι' αυτό σίγουρα δεν βλέπουμε πια καλό. Πάμε μέσα να δούμε τι γίνεται».
Και η κυρία Φιλίππου άνοιξε την πόρτα. Γύρω από ένα τραπέζι του μπριτζ (35) αρκετοί άντρες συζητούσανε. Ήταν κατακόκκινοι. Μάλιστα μερικοί είχαν ένα έξαλλο ύφος. Η αδερφή μου τους πλησίασε κι έκανε να αστειευθεί.
«Για το Θεό, κύριοι, δεν παύετε πια τα πολιτικά; Δεν πίνετε ένα ούζο; Τι κακό είναι με σας. Μού είχατε υποσχεθεί, εν τούτοις, πως σήμερα δε θα πιάνατε τέτοιες κουβέντες. Εσείς μάλιστα, κύριε Παρλεπέ, παραπονιόσαστε πως δεν υπάρχει στην Αθήνα ένα σαλόνι που να μην ακούει κανείς τι έπραξε ο Βενιζέλος. Κατίνα, έλα να σάς συστήσω τον άντρα μου».
Ο κύριος Χαγιάς. Ήταν ένας άνθρωπος ως πενήντα χρονώ με ασήμαντη φυσιογνωμία. Έμοιαζε να τον τραβά η γυναίκα του από τη μύτη. Ύστερα μ' εγνώρισε και μ' άλλους. «Κύριε Παρλεπέ, να σάς παρουσιάσω μίαν νεαράν... συνάδελφον».
«Α, μα νομίζω πως γνωριζόμαστε δεσποινίς... Έχω έρθει κάποτε σπίτι με τον πατέρα σας».
Ο κύριος Παρλεπές ήταν διευθυντής της εφημερίδας ο «Αδιάντροπος». Φαινόταν ως σαράντα χρονώ, μα είχε σγουρά μαλλιά. Η κοιλίτσα του μόνο μαρτυρούσε κάπως την ηλικία του. Είχε τη φυσιογνωμία ενός έξυπνου παλιανθρώπου και μια προσποιητή εγκαρδιότητα. Έχω προσέξει ως τώρα ότι οι περισσότεροι Έλληνες που μισούν τον Βενιζέλο το κάνουν από φθόνο. Ο Έλληνας είναι κατ' εξοχήν ζώο φθονερό. Αλλά η περίπτωση του κυρίου Παρλεπέ δεν ήταν ακριβώς η ίδια. Ο κύριος Παρλεπές είναι απ' αυτούς τους ανθρώπους που χαίρονται ν' ακούν τη φωνή τους. Αδιάφορο τι λένε. Όσο δυνατότερα φωνάζουν, τόσο χαίρονται. Σ' αυτό το είδος της ξιπασιάς ερχόταν και η βαθύτατη ανάγκη της πενταρολογίας. Όσο περισσότερο έβριζε τον Βενιζέλο, τόσες περισσότερες δεκάρες ρίχνανε στο δίσκο. Οι Έλληνες ακροατές του ψοφούν για τέτοιου είδους θεάματα. Απαράλλαχτα όπως τις απόκριες γιόμιζαν το τασάκι του Θεοδοσίου ή ακόμα κεινών που παίζουν ρόπαλα. Έτσι παίρνουν στο λαιμό τους το δυστυχή κύριον Παρλεπέ. Αλλά ξεχνούν ότι και οι ίδιοι ξεπέφτουν και μ' αυτό διαφθείρουν πιο πολύ ακόμα τον απλοϊκό κοσμάκη...
Ο κύριος Χαγιάς με ρωτά:
«Τι φτιάχνετε, λοιπόν, εσείς η νεολαία; Πού εργάζεστε δεσποινίς Τάδε;» Και με ρωτά με περιέργεια... «Μη θυμώνετε, αλλά δεν αγαπώ καθόλου τις γυναίκες που εργάζονται, ούτε αυτές που γράφουν. Σηκώνουν κεφάλι. Πού θα πάει τότε η κοινωνία;»
Ο κύριος Παρλεπές απάντησε για μένα.
«Ρωτάτε, κύριε, για την κοινωνία και για τη νεότητα; Να σάς πω εγώ. Η δεύτερη μάλιστα πάει χαμένη... Η αγραμματοσύνη και η δειλία βασιλεύει. Ο Φώτος Πολίτης (36) έγραψε πολύ σωστά στην «Πρωΐα»: “Υπάρχουν νέοι στην Ελλάδα αλλά όχι νεότης”. Μάλιστα. Γιατί νομίζετε οι νέοι οι περισσότεροι είναι κομμουνισταί στην Ελλάδα; Απλούστατα από δειλία! Φοβούνται να πάνε στον πόλεμο! Δεν ξέρουν τι θα πει ενθουσιασμός! Πού εμείς τον καιρό που ήμαστε παιδιά! Η πατριωτική μουσική μάς ενθουσίαζε. Ο πατριωτισμός ήταν στο αίμα μας. Θέλαμε να πάμε στον πόλεμο για να σκοτωθούμε. Τώρα με τα γελοία βιβλία, σαν του Ρεμάρκ (37), κατεστράφη η νεολαία. Φταίνε φυσικά οι εκδότες που για εμπορικούς σκοπούς τα βγάνουν. Διαβάσατε βέβαια τον Ρεμάρκ. Εβραίος είναι. Τον πόλεμο τον πέρασε στο Νταβός (38) κάνοντας τον άρρωστο. Μάλιστα κύριοι. Η νεότης του κόσμου όλου είν' άρρωστη και σάπια. Οι Γάλλοι μόνο -επειδή είν' ένας ανόητος λαός- βγάλανε τη μόδα «των κάτω των τριάντα». Όσο για την Ελλάδα, εγώ σάς πιστοποιώ ότι νεότης δεν υπάρχει. Και σ' αυτό φταίει ο Βενιζέλος. Μάλιστα!» Εδώ ο κύριος Παρλεπές χτύπησε με τη γροθιά του το τραπέζι και γούρλωσε τα μάτια. Οι άλλοι τον ακούανε με προσοχή.
«Φταίει, διότι με τον δεσποτισμό του ανάγκασε τη νεότητα να πέσει στα χέρια του Στάλιν. Γιατί η προσωπικότητά του δεν αφήνει κανέναν άλλον να ζήσει. Η τυραννία του δεν αφήνει να φυτρώσει κανένα έργο. Μάς συντρίβει ψυχικώς και πνευματικώς».
Οι κύριοι, που τον άκουγαν, κουνούσαν συγκαταβατικά το κεφάλι. Κι εγώ συλλογιζόμουν από μέσα μου έν' απ' τα δυο: Ή μεγάλη προσωπικότητα θα είναι αυτός ο άνθρωπος, αφού τον πολεμούν με τέτοια λύσσα, ή είναι πολύ μικροί οι εχθροί του.
Εκείνη τη στιγμή φέρανε τη μαστίχα με τα ορεχτικά. Έτσι ο κύριος Παρλεπές έπαψε το λογίδριό του. Έπεσε στο φαγοπότι με λαιμαργία. Ξεκούμπωσε το γιλέκο του, που κρέμονταν μια χρυσή αλυσίδα του ρολογιού.
Σηκώθηκα να φύγω. Το κεφάλι μου πονούσε. Το σαλόνι ήταν γιομάτο καπνούς. Ύστερα, με είχε πιάσει μια απερίγραπτη αηδία. Καλύτερα ν' αδειάζει κανείς βόθρους, παρά να εργάζεται με τέτοιους ανθρώπους.
Καθώς περνούσα από το διπλανό δωμάτιο, άκουσα μια συντροφιά από νέες γυναίκες να μιλάνε. Λέγανε για φουστάνια και μόδες. Ήτανε οι περισσότερες όμορφες, με θαυμάσιες σιλουέτες. Αλλά, Θεέ μου, ούτε ένα εκφραστικό και συμπαθητικό κεφαλάκι. Κανένα φως καλοσύνης και ανθρωπιάς στα μάτια. Κούκλες για προθήκες κουρείων και τίποτ' άλλο. Η απογοήτευση και η μελαγχολία μού πλάκωναν την καρδιά. Ήθελα να βρεθώ μόνη. Μα τη στιγμή που έφευγα, μια νεαρή πιανίστρια κάθισε στο πιάνο. Έμεινα από ευγένεια. Ήτανε Ρουμάνα και είχε, λέει, επιτυχία στη Βιέννη. Έπαιξε κάτι του Μπαχ με πολλή τεχνική, αλλά έλειπε η ψυχή. Σαν τέλειωσε, μια κοπέλα σηκώθηκε να τραγουδήσει. Σπανίως είδα ευγενέστερο και αγνότερο κεφάλι. Λεπτή και μάλλον χαμηλή, έμοιαζε πολύ νέα. Μόλις 18 χρονώ. Ήταν προσφυγοπούλα. Την είχα γνωρίσει κάποτε σ' ένα φιλικό μου σπίτι. Τον πατέρα της τον είχανε σφάξει οι Τούρκοι. Έβγαζε το ψωμί της δίνοντας μαθήματα τραγουδιού. Και άρχισε να λέει ένα παλιό θεσσαλικό τραγούδι.
Η φωνή της ήταν θερμή, παθητική. Στην αρχή κανένας δεν την πρόσεχε. Μ' αυτό δεν φαίνονταν να την πείραζε. Το τραγούδι έβγαινε απ' την ψυχή της και λες πως το 'λεγε για τον εαυτό της. Δάκρυα μού ήρθαν στα μάτια. Ένας λυγμός μού 'σφιξε τον λαιμό... Σκέφτηκα βιαστικά να φύγω, για να μην κλάψω. Έξω η νύχτα ήταν όλο γαλήνη. Πήρα το δρόμο για τη Δεξαμενή. Ανέβηκα ως τα πευκάκια απάνω να ιδώ το φάρο, που αγαπώ. Η θάλασσα, πέρα μακριά, χάνονταν μες στη νύχτα. Γιατί, Θεέ μου, όπου και να βρεθώ νιώθω μες στην ψυχή αυτήν την μοναξιά;
Χτες, σαν ήμουν στη δεξίωση της αδερφής μου, ολόκληρη ιστορία γίνηκε στο σπίτι των γονιών μου. Η Βαρτουί νόμιζε πως ο πατριός είχε φύγει για το χτήμα. Κάλεσε λοιπόν μερικές φίλες της και τρία όμορφα παλικάρια. Είχε φτιάξει μονάχη της κάτι μεζεδάκια και γλεντούσανε. Κατά τα μεσάνυχτα, η Εβραία, τής ήρθε να χορέψει, όπως μια φορά. Είχε πιει και λίγο παραπάνω και ήταν στο κέφι. Άσε, λέει, να δείξω «το χορό της κοιλιάς...» Και άρχισε τα παλαμάκια και να τραγουδά:
Ο γέρος ξεκουμπίστηκε
ο χάρος να τον πάρει,
ο γέρος ξεκουμπίστηκε
και κερατάς θα γίνει...
Γελούσε και χόρευε μαζί. Ο διάβολος όμως έχει πολλά ποδάρια. Ο πατριός μου δεν είχε πάει στο χτήμα, μόνο κείνη την ώρα ακριβώς γύριζε από τη Λέσχη. Ήτανε με τον Γιάννη, τον υπηρέτη, που τον βάσταγε από το μπράτσο. Άκουσε τα τραγούδια και αφουγκράστηκε πίσω από το παράθυρο. Ο Θεός ξέρει πώς δεν έσκασε απ' το κακό του! Όπως ζηλεύει τρομερά, δεν βάσταξε, μόνο άρχισε με το μπαστούνι του να χτυπά τις γρίλιες. Η Βαρτουί έτρεξε να ντυθεί και να κρύψει τους φίλους της. Αλλά ο ερωμένος της, ένας χαμάλης κάτω του Πειραιά, δεν ήθελε να φύγει και να την αφήσει. Κρύφτηκε κάτω στο κατώγι. Σαν λοιπόν η Βαρτουί έβγαλε τα ψεύτικα σκουλαρίκια της και τα πέπλα της, πήγε κι άνοιξε του γέρου.
«Τι συμβαίνει, καλέ, αφεντικό;» τού λέει μ' ένα μισοκακόμοιρο ύφος. «Τι χτυπάς έτσι τις πόρτες, μεσάνυχτα ώρα; Κοιμόμουνα κειδά στο ντιβάνι και τρόμαξα!»
Ο πατέρας μου έκανε να τη χτυπήσει.
«Παλιογύναικο... Ψεύτρα... Πόρνη!» φώναζε τρέμοντας.
Η Βαρτουί έπαιζε πάντα την αθώα.
«Μα τι τρέχει; Δεν καταλαβαίνω... Εξήγησέ μου τι συμβαίνει», ρωτά το Γιάννη... Αλλά ο Γιάννης, που δεν την χώνευε γιατί είχε απορρίψει «τας προτάσεις του», τής φέρνει ένα μπάτσο δυνατό αντί για κάθε άλλη εξήγηση... Τότε ο γέρος κατενθουσιασμένος φωνάζει:
«Βάρα τη, μωρέ, βάρα τη, κι εγώ θα σού δώσω μια χρυσή λίρα. Βάρα τη, την κερατένια, με το μπαστούνι μου». Και κάθισε στο ντιβάνι να δει. Η Βαρτουί έμπηξε τέτοιες φωνές, που σηκώθηκε ολόκληρη η γειτονιά. Εκείνη τη στιγμή τότε ξεπετάγεται από το κατώγι ο ερωμένος της. Με μια δυνατή κλωτσιά πετά κάτω το Γιάννη και βγάζει όξω από την πόρτα τον πατριό μου. Η Εβραία παίρνει θάρρος, σηκώνεται και τού φωνάζει από το παράθυρο:
«Καλή νύχτα, αφεντικό. Εγώ απόψε θα κοιμηθώ με το αγόρι μου... Κι αν ακούσεις από πάνω το κρεβάτι να τρίζει, να ξέρεις πως είμ' εγώ... Όχι, λέει, νόμισες πια, για ένα κομμάτι ψωμί που μού δίνεις, πως θα μ' έχεις δικιά σου... Τα μούτρα σου τα κοίταξες στον καθρέφτη;» Ύστερα έφτυσε και κλειδώθηκε μέσα.
Όλη τη νύχτα ο πατριός μου δεν έκλεισε μάτι. Η κάμαρά του είναι πάνω από τη δικιά της. Το πρωί τον βρήκανε ντυμένον, όπως ήτανε, καθισμένον στην ίδια καρέκλα. Τα μάτια του ήτανε πρησμένα από το κλάμα και το στόμα του στραβό. Η παραξενιά του χειροτέρεψε· σε κανέναν από μας δεν μιλούσε. Κάθεται βουβός σε μια πολυθρόνα και αναστενάζει συχνά. Δε θέλησε όμως ν' αφήσει τη Βαρτουί να φύγει. Θέλει ν' ακούει το βάδισμά της και τη φωνή της σαν μιλά. Παίρνει τότε μια όψη συγκινητική. Μα η Βαρτουί δεν τον εμπιστεύεται.
«Ξέρεις τι παλιόγερος είναι», μού λέει. «Την κρατά μέσα του την κακία. Να δούμε σε τι θα ξεσπάσει... Ο Θεός πια να μάς λυπηθεί...»
Κι αλήθεια, η Βαρτουί έχει δίκιο να φοβάται. Έμαθα πως ο πατριός έχει βάλει σπιούνους να την παραμονεύουν. Τον χαμάλη μάλιστα, τον φίλο της, τον σπάσανε στο ξύλο, κάτω στον Πειραιά.
Χτες είδα τον Αλέκο να τριγυρίζει έξω από το σπίτι. Αυτός, για εκατό δραχμές, προδίνει και πάλι το Χριστό.
Όλα τούτα θα ήτανε για γέλια. Μάλιστα εγώ δεν έδινα καμιά σημασία. Όμως, καθώς ύστερα φάνηκε, είχα άδικο. Τα πράγματα γυρίσανε στο τραγικό.
Η κυρά Κοντύλω μού είπε μια μέρα πως είδε τον Αλέκο, που σκαρφάλωνε στον τοίχο της αυλής και φώναζε τον Πετράκο. Δεν έδωσα πάλι καμιά προσοχή. Η ζωή μας κυλούσε ήσυχα. Την ημέρα εργαζόμουν, το βράσυ πήγαινα να φιλήσω το παιδί μου. Η ελπίδα ν' αντικρύσω γρήγορα τον Μισέλ μού έδινε φτερά. Οι γιορτές του Πάσχα πλησίαζαν. Ήμουν όλο χαρά. Κάθε στιγμή νόμιζα πως θα δω τον Μισέλ να μπαίνει στην πόρτα μου.
Ο καιρός ήταν πάντα μαλακός. Άσπρα σύννεφα ταξιδεύανε στον ουρανό. Και η κόκκινη ζακετίτσα, που έπλεκα για τον Πετράκο μου, κόντευε να τελειώσει. Τέλος, έφθασε η Μεγάλη Βδομάδα.
Ενόσω ζω, πάντα θα θυμάμαι αυτήν την βδομάδα. Πρωί τη Δευτέρα, με ξύπνησε η καμπάνα. Ο ήλιος έλουζε το δωμάτιο. Οι δρόμοι ήταν γιομάτοι κόσμο. Στην πλατεία του Κολωνακίου τα μπακάλικα είχαν στήσει τραπέζια και πουλούσαν λαμπάδες. Λίγες μέρες με χώριζαν πια από τον Μισέλ.
Ο κύριος Ταντέλ πέρασε κατά το μεσημέρι να με χαιρετίσει. Φαινότανε κι αυτός χαρούμενος. Επειδή ήμουν ευχαριστημένη, ήθελα γύρω μου να σκορπίσω τη χαρά. Το μεσημέρι κουβάλησα γλυκά στους γονείς μου. Είχα μάλιστα φτιαγμένο και νεράντζι γλυκό του πατριού μου. Ήξερα πως το αγαπούσε πολύ. Τον λυπόμουνα. Στην Βαρτουί χάρισα μια γαλάζια εσάρπα, για να ξεχάσει τα βάσανά της. Δεν ήξερε πώς να μ' ευχαριστήσει και άρχισε να χοροπηδά. Ύστερα μού 'ριξε τα χαρτιά και μού προείπε όλες τις ευτυχίες του κόσμου.
Τη Μεγάλη Τρίτη πήγαμε με την κυρά Κοντύλω στην αγορά. Πήραμε μια ντουζίνα (39) αυγά και κόκκινη σκόνη για να τα βάψουμε. Είχαμε πολλές δουλειές. Έπρεπε πρώτα να καθαρίσουμε το σπίτι και να περάσουμε με ασβέστη τους τοίχους. Την Τετάρτη έπρεπε να είναι όλα έτοιμα, γιατί τη Μεγάλη Πέμπτη δεν δουλεύανε. Θα κοινωνούσε η νταντά με τον Πετράκο μου. Θα 'θελα και 'γω να μεταλάβω, αλλά δεν μ' άφηνε η κυρά Κοντύλω χωρίς να ξομολογηθώ. Και 'γω δεν ήθελα. Έπρεπε και στην εκκλησία ακόμα να μην πλησιάσω το ιερό, σαν αμαρτωλή που ήμουν. Καθόμουν πάντα ορθή κοντά στην πόρτα.
Το απόγεμα της Τετάρτης, αφού τα συγύρισα όλα, έκανα το μπάνιο του Πετρή. Έπειτα άρχισα να ζυμώνω τα τσουρέκια. Γύρω μου χοροπήδαγε το αγοράκι μου. Η ιστορία αυτή τον καταδιασκέδαζε. Δεν με άφηνε ήσυχη. Όλο και ρωτούσε:
«Γιατί μαμά δεν κολλάς χαλκομανίες σ' όλα τ' αυγά; Γιατί τα βάφουνε κόκκινα;» Γιατί, γιατί με λες «το χρυσό μου Φραντσεζάκο»;
Έφτιαξα μια κουλούρα για τον Πετρή μου, μιαν άλλη μεγάλη για τον Μισέλ. Ο μικρός μου ήταν κατακόκκινος από το γέλιο. Πόσο έμοιαζε με τον πατέρα του. Το ίδιο σηκωτό μυτάκι και το πονηρό βλέμμα. Και γαλίφης...
Σαν τέλειωσα όλα, κάθισα στη σκάλα να ξεκουραστώ. Τον πήρα στα γόνατά μου. Τού δοκίμασα το κόκκινο ζακετάκι που τού έπλεκα. Ενθουσιάστηκε με το χρώμα και δεν ήθελε να το βγάλει. Έπειτα αρχίσαμε το τραγούδι. Τού έχω μάθει ένα σωρό ελληνικά και γαλλικά τραγούδια. Τα γαλλικά τα προφέρει με μια προφορά πολύ αστεία. Λέει το Frere Jacques. Au clair de la Lune. Αλλά αγαπά απ' όλα την ιστορία του petit navire qui n' a jamais naviguè. Η φωνούλα του ήταν αδύνατη και γι' αυτό σώπαινε συχνά για ν' ανασάνει. Και με κοίταζε στα μάτια. Με τα χεράκια του μ' αγκάλιαζε και έκρυβε το μικρό του κεφάλι στα πόδια μου. Ήθελε να παίξουμε κρυφτούλι. Εγώ τον έσφιγγα κοντά μου και τον φιλούσα. Ποτέ δεν είχα νιώσει τέτοια λατρεία γι' αυτόν όσο κείνο το βράδυ.
Η κυρά Κοντύλω με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος μάς κοίταζε σοβαρή. Το πρόσωπό της, γιομάτο ρυτίδες, ήταν ακόμα ωραίο. Τα γερατειά δεν είχαν παραμορφώσει τα χαραχτηριστικά της. Πώς την αγαπούσα! Η ζωή της ολόκληρη ήταν μια θυσία πάντα για τους άλλους. Τι θα 'κανε για μένα η μητέρα μου περισσότερο απ' αυτήν τη γυναίκα του λαού;
Άρχιζε να βραδιάζει. Στα δέντρα της αυλής τα πουλιά κουρνιάζανε με χίλια δυο τσιτσιρίσματα. Αλλά ο Πετράκος μου δεν ήθελε να πάει να πλαγιάσει ακόμα. Δεν ήθελε να κλείσει τα ματάκια του, σαν να 'ξερε πως ποτέ πια δε θα τα 'νοιγε.
Τού φιλούσα τα χεράκια του. Τα τριανταφυλλένια ποδαράκια χωρούσαν και τα δυο μαζί μες στη χούφτα μου. Τού έλεγα και τού ξανάλεγα πως ήταν η μόνη μου αγάπη. Σαν άναψαν τα φώτα στρώθηκα να πάω στην εφημερίδα. Καληνύχτισα την κυρά Κοντύλω, ξαναφίλησα τον Πετράκο και κατέβηκα τη σκάλα. Το ρολόι της Μητρόπολης χτυπούσε εφτά ακριβώς. Στο σοκάκι, εκεί στο σκοτάδι, συνάντησα τον Αλέκο. Ήταν όπως πάντα μεθυσμένος. Πήγαινε σπίτι του. Σαν με είδε, σταμάτησε και κάτι άρχισε να τραυλίζει. Μα εγώ τράβηξα το δρόμο μου. Πήρα την οδό Φιλελλήνων. Η ρωσική εκκλησία ήταν κατάφωτη και γεμάτη κόσμο. Λέγανε τα δώδεκα Ευαγγέλια. Ο μικρός κήπος που την περιτριγύριζε μοσχοβολούσε. Ο αέρας μύριζε ανθισμένες πορτοκαλιές και λιβάνι που έρχονταν από την εκκλησία.
Στο γραφείο τελείωσα αργά. Έπρεπε να φτιάξω ένα διήγημα και να μεταφράσω κι ένα σωρό σαχλαμάρες. Θα ήταν περασμένα μεσάνυχτα σαν τράβηξα κατά τη Δεξαμενή. Η νύχτα ήταν ωραία. Περπατούσα αργά μες στους έρημους δρόμους. Το κεφάλι μου το 'νιωθα κουρασμένο αλλά ήμουν ευχαριστημένη. Τίποτα μέσα μου δεν μού έλεγε σαν τι με περίμενε. Κανένα προαίσθημα για το φοβερό δράμα που θα γίνονταν στην Πλάκα. Κοίταζα τα σπίτια με τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Τα κυπαρίσσια στις αυλές ξεχώριζαν πιο μαύρα από τον αίθριο ουρανό. Τα άστρα λάμπανε σαν να μη βλέπανε ποτές τι γίνεται εδώ στον κάτω κόσμο. Και κοιμήθηκα πιστεύοντας πως η άλλη μέρα θα είναι όπως χτες. Έκανα την προσευχή μου (παλιά συνήθεια που δεν μπορώ να κόψω) μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας.
Μού την είχε χαρίσει η κυρά Κοντύλω σαν γέννησα τότε στην κλινική.
Πριν κοιμηθώ μια τελευταία συλλογή στον Μισέλ, τον Πετράκο μου...
Και έπειτα ο ύπνος.
Εκείνο το πρωί ξύπνησα αργότερα από ό,τι συνήθιζα. Ντύθηκα βιαστικά. Ήθελα να προφτάσω την κυρά Κοντύλω, πριν πάει με το παιδί στην εκκλησία. Πέρασα λοιπόν τα ρούχα μου γρήγορα. Συλλογιζόμουν τον Πετράκο, τι όμορφος θα 'ταν με το κόκκινο πανωφοράκι του. Ο Θεός ξέρει πάλι τι ερωτήσεις θα μού 'κανε σα γύριζε από τη λειτουργία. Τού είχα πει πως, αν κάθουνταν φρόνιμα, θα έβγαζε ένα χρυσό δοντάκι. Αυτό τον είχε πολύ σαστίσει.
Τρέχοντας λοιπόν κατέβηκα τη Δεξαμενή. Σαν έφτασα όμως στο σοκάκι που κάθεται η νταντά, βλέπω από μακριά πως τα παντζούρια τα έχει ακόμα κλειστά. Ανησύχησα. Πώς τέτοια ώρα, σκέφτηκα, και δεν ξύπνησαν ακόμα; Τι να συμβαίνει; Μήπως αρρώστησε πάλι το παιδί; Η κυρά Κοντύλω συνηθίζει και ξυπνά πολύ πρωί. Από κάτω λοιπόν άρχισα να φωνάζω τον Πετράκο. Περίμενα ν' ακούσω τα βηματάκια του βιαστικά, ύστερα να τον δω να σκαρφαλώνει στο παράθυρο. Συχνά το έκανε αυτό και μού φώναζε από μακριά.
«Μανούλα, καλή μέα!» και κουνούσε τα χεράκια.
«Πε - ετρά - άκο!» φωνάζω ακόμα μια φορά. Μα κανένας δεν μού απαντά. Απόλυτη σιωπή. Το σπιτάκι μοιάζει ακατοίκητο. Φοβάμαι μονομιάς. Τα χέρια μου παγώνουν. Με κόπο ανεβαίνω τη σκάλα. Τα πόδια μου λυγίζουν... Χτυπώ την πόρτα. Και με έκπληξη βλέπω πως είν' ανοιχτή. Η κλειδαριά είν' απ' έξω σπασμένη.
Μπαίνω στο δωμάτιο. Είναι σκοτεινό. Προχωρώ ψηλαφητά, προς την κούνια. Βρίσκω τον Πετράκο με το κεφάλι ριγμένο προς τα κάτω. Σαν τρελή τρέχω στο παράθυρο, τ' ανοίγω και, με το φως της ημέρας, βλέπω κάτι τρομερό. Την κυρά Κοντύλω να πλέει μες στο αίμα της και δίπλα το πτώμα του παιδιού μου.
Δε θυμάμαι τι έκανα τότε. Νομίζω πως έβαλα τις φωνές κι έτρεξε η γειτονιά. Έπειτα κατέβηκα στην αυλή. Κάτω από τη συκιά καθόταν ο Αλέκος. Μασούσε κάτι στο στόμα και κοίταζε μπροστά του, με βλέμμα ακίνητο. Το πουκάμισό του ήταν ματωμένο μπροστά. Κάτι ανθρώποι μπήκανε να δούνε τι συμβαίνει. Μέσα σ' αυτούς ήρθε ο γιατρός που είχε σώσει τη ζωή του Πετράκου. Ήταν κατάχλωμος και δεν είχε προφτάσει να ντυθεί.
Ο Αλέκος δεν άργησε να ομολογήσει το έγκλημά του. Διηγήθηκε ότι αυτός ο ίδιος μαρτύρησε στον πατριό μου πως έχω ένα παιδί κι ότι το κρύβω στην κυρά Κοντύλω. Το είπε με την ελπίδα να τού τραβήξει χρήματα. Ο γέρος για να μην ατιμασθεί πρόσταξε τον Αλέκο ή να κλέψει το παιδί ή να το σκοτώσει...
Την Βαρτουί θα την κανόνιζε αργότερα...
Δεν ξέρω κι εγώ πόσες μέρες βρίσκομαι εδώ, κατάκοιτη, στο Γαλλικό νοσοκομείο. Ο κύριος Ταντέλ με μετέφερε. Αλήθεια, δεν θυμάμαι καθόλου τίποτ' απ' όλα αυτά. Έχασα την έννοια του χρόνου. Ήμουν βαριά άρρωστη. Έφτασα στο θάνατο. Έπαθα έναν κακοήθη εγκεφαλικό πυρετό. Μόλις τώρα βρίσκομαι σε ανάρρωση. Ανοίγω τα μάτια και κοιτώ τις ακτίνες του ήλιου που μπαίνουν από τις κλειστές γρίλλιες του παραθυριού. Μυρίζει απολυμαντικά. Στο τραπέζι απάνω είν' ένα μπουκέτο από γιασεμιά. Στριφογυρίζω στο κρεβάτι. Το κεφάλι μου είν' ακόμα βαρύ. Μια σιλουέτα λευκή σκύβει πάνω από μένα. Είναι μια αδερφή καθολική. Απ' αυτές που αγαπώ. Άμα τις δεις, νιώθεις κιόλας γαλήνη.
«Είσθε καλύτερα, παιδί μου;» με ρωτά με μια γλυκιά φωνή...
Ύστερα κάποιος μού πιάνει το χέρι. Διακρίνω το πρόσωπο του κ. Ταντέλ που με κοιτά με στοργή. Αλλά όλα ακόμα γύρω μου είναι θολά, σαν σε όνειρο.
«... Αχ, Θεέ μου», λέγω αναστενάζοντας. «Θα 'θελα να μάθω πού βρίσκομαι... Κάτι εδώ μες στο κεφάλι μου μ' εμποδίζει να σκεφτώ...»
«Καλύτερα να κλείστε τα μάτια και να μείνετε ήσυχη», με συμβουλεύει η αδερφή, με την καλή της φωνή. «Αν μπορούσατε να σάς πάρει ο ύπνος, θα ήταν προτιμότερο...»
«Ναι, αλήθεια, δεν πρέπει να κουράζεσαι, παιδί μου», μού λέει η αντρική φωνή. «Εμείς εδώ θα καθίσουμε, αν χρειαστεί τίποτα...»
Και πάλι γίνεται σιγή στο δωμάτιο. Ακούω έξω τον άνεμο να παίζει μέσα στα φύλλα των δέντρων. Τα τζιτζίκια βουίζουν στον κήπο.
«Μπα!» κάνω. «Αρχίσανε κιόλας τα τζιτζίκια... λοιπόν έφτασε κιόλας το καλοκαίρι;»
Έξαφνα η θύμηση φωτίζει το σκοτάδι του μυαλού μου. Ξεπετιέμαι ορθή με μια μεγάλη κραυγή... Η πραγματικότητα μού φανερώνεται πιο τρομερή και από έναν εφιάλτη... Είδα τα γυάλινα μάτια του Πετράκου μου να στηλώνουν στο κενό... Είχε ακόμα τα σημάδια του στραγγαλισμού στο λαιμό... Και δίπλα το πτώμα της καϋμένης της κυράς Κοντύλως... Για να λυτρωθώ από το όραμα αυτό, κίνησα να φύγω. Αλλά η αδερφή και ο κύριος Ταντέλ μ' εμπόδισαν και με βάλανε πάλι στο κρεβάτι. Τότε με το πρόσωπο χωμένο μες στα μαξιλάρια άρχισα δυνατά να κλαίω. Τι μ' ένοιαζε πια η ζωή; Α, να τελείωνα μόνο γληγορότερα, να μη θυμάμαι... Με τα μάτια κλειστά -ξαπλωμένη στο κρεβάτι- ξανάζησα πάλι όλες τις ημέρες που ακολούθησαν το δράμα... Πώς έτρεξα να βρω τον πατριό μου (ύστερα από την κατάθεση του Αλέκου) να σκοτωθώ μπροστά του. Πώς είχα πάρει ένα ταξί για να φτάσω συντομότερα... Ήξερα πού έβαζε ένα μικρό ρεβόλβερ στο συρτάρι του κομοδίνου.
Μπήκα στο δωμάτιό του χωρίς καν να χτυπήσω την πόρτα... Ήταν μόνος και καθόταν σε μια μικρή πολυθρόνα. Σαν με είδε μπροστά του έξαλλη και δίχως ανάσα, φοβήθηκε. Άρχισα να τού λέω με δυνατή φωνή τι κακό μού έκανε. Τον καταριόμουν. Δεν ξέρω κι εγώ πού βρήκα κείνα τα λόγια. Έτρεμα ολόκληρη, η φωνή μου έβγαινε πνιγμένη, αγνώριστη. Δεν ήμουν εγώ εκείνη που φώναζε... Κάποιος κραύγαζε μέσα μου.
«Σκότωσες ένα αθώο παιδί που δεν σού έκανε τίποτα... Μού είσαι μισητός, πρέπει να το ξέρεις. Δεν σε χωνεύω από τον καιρό που ήμουν παιδί. Πάντα σε φοβόμουνα. Έκλεινα τα μάτια για να μην βλέπω το πρόσωπό σου... Φαρμάκωσες με τις φωνές σου και τις γκρίνιες σου τα πρώτα χρόνια της ζωής μου... Έκανες δυστυχισμένη τη μητέρα και όσους ανθρώπους ζούσαν κοντά σου... Σε μισώ! Θα σκοτωθώ εδώ για να μη σε βλέπουν τα μάτια μου...»
Κι έτρεξα ν' ανοίξω το συρτάρι να πάρω το ρεβόλβερ... Αλλά ο πατριός μου μού το αρπάζει από τα χέρια. Δεν ξέρω πού βρήκε τη δύναμη αυτή. Θέλει να το τραβήξει κατά πάνω του. Αλλά το όπλο τού γλιστρά... Πέφτει ξερός στο κρεβάτι με τα μάτια γυρισμένα... Ο τρόμος με παραλύει. Δεν ξέρω τι να κάνω. Νομίζω πως έπαθε αποπληξία.
Μέσα μου μια φωνή μού λέει να τον αφήσω εκεί να πεθάνει... Δεν τού αξίζει καμιά βοήθεια. Κανένα καλό δεν έκανε στη ζωή του. Κανείς δεν θα τον λυπηθεί...
Όμως την ίδια στιγμή πέφτω στα γόνατα κοντά του. Βλέπω πως ανασαίνει. Τού τρίβω τα χέρια. Τον ξεκουμπώνω. Βρίσκω την ψυχραιμία μου. Τηλεφωνώ αμέσως στο γιατρό. Φωνάζω την υπηρέτρια να φέρει ζεστό νερό, να τού βουτήξω τα πόδια... Ο γιατρός Χ. δεν άργησε να 'ρθει.
«Δεν είναι τίποτα το σοβαρό», μού λέει, «είναι νευρικό...»
Πράγματι σε λίγο ο πατριός μου συνήλθε και άρχισε αμέσως τις φωνές.
«Εσύ, εσύ θα με πεθάνεις... Εσύ έχεις την ευθύνη...»
Τού βάζω επιθέματα κρύα στο κεφάλι. Τον περιποιούμαι όσο μπορώ. Αυτός όλο βογγά. Έξαφνα εκεί που έσκυβα κοντά του, μού αρπάζει το κεφάλι και μού το καταφιλεί. Και αρχίζει να κλαίει σαν παιδί.
Μόλις όμως με άγγιξε, τραβήχτηκα με αηδία από κοντά του. Βγήκα τρέχοντας έξω από το σπίτι. Θυμάμαι που ο γιατρός μού φώναζε από την πόρτα να μην φοβάμαι, πως ο πατριός θα γίνει καλά. Δεν ήξερε τι είχε συμβεί...
Όλο κείνο το απόγεμα περιφερόμουν σαν τρελή στους βράχους του Λυκαβηττού. Δεν ήξερα τι έκανα. Πίσω από το βουνό, είν' ένα παλιό λατομείο. Ήτανε ένας βράχος, σα σπηλιά. Χώθηκα εκεί πέρα και έπεσα μπρούμυτα στη γη. Ο πόνος μου ήταν άγριος και πρωτόγονος. Δάγκωνα το χώμα για να μη φωνάξω. Εικόνες τρομαχτικές με καταδιώκανε. Το κεφάλι μου πονούσε δυνατά. Σα να μού σφυρηλατούσαν το μυαλό. Μόλις μπορούσα ν' ανοίξω τα μάτια. Δεν θυμάμαι καθόλου πόσο έμεινα εκεί. Η νύχτα είχε πέσει σαν κατέβηκα στην πόλη.
Το άλλο πρωί θάψαμε τον Πετράκο. Δεν άφησα να τον βάλουν στον οικογενειακό μας τάφο. Τού αγόρασα ένα κομμάτι γης, εκεί με τους φτωχούς, από το άλλο μέρος του νεκροταφείου. Έτσι το παιδί μου δε θα χωριστεί από την κυρά Κοντύλω.
Ο Γιώργος, ο κύριος Ταντέλ κι οι δυο γιατροί συνόδευσαν την κηδεία.
Όταν γύρισα κλειδώθηκα μόνη στο δωμάτιό μου, πάνω στη Δεξαμενή. Δεν ήθελα να δω κανένα. Ούτε το φως της ημέρας. Έκλεισα τα παράθυρα και ξαπλώθηκα στο κρεβάτι. Το απόγεμα άκουσα να μού χτυπάνε την πόρτα. Κατάλαβα από το βήμα, ήταν η μητέρα μου. Δεν τής άνοιξα. Καλύτερα, για τις δυο, να μην ιδωθούμε. Το αγαπημένο της πρόσωπο θα μού θύμιζε πολλά. Έπειτα τα έχω μαζί της. Πρώτη αυτή μ' έκανε να μισήσω τον πατριό. Δε τής συγχωρώ που ποτέ δεν είχε το θάρρος να σηκώσει κεφάλι στον άντρα της. Ούτε να μπορέσει να φύγει. Ήθελε πάντα να παίζει το ρόλο της «καθώς πρέπει κυρίας». Ας μ' αφήσουνε πια ήσυχη. Δεν ζητώ τίποτ' άλλο στον κόσμο, παρά να πεθάνω εδώ, μονάχη.
Οι ώρες κυλάνε πένθιμες. Νυχτώνει. Από μακριά ακούω τις μουσικές των επιταφίων. Όλες οι καμπάνες των Αθηνών χτυπάνε νεκρώσιμα. Βουλώνω τ' αυτιά μου με τα χέρια μου να μη τις ακούω. Είμαι αποκαμωμένη. Το σώμα μου πλέει στον κρύο ιδρώτα κι όλο ανατριχιάζω. Ακούω που βγάζουνε τον επιτάφιο του αγίου Διονυσίου και τις ψαλμωδίες να πλησιάζουν. Στο σταυροδρόμι κάτω η φωνή του δέσποτα προσεύχεται και τα παιδιά του χορού τού απαντούνε με το Κύριε ελέησον. Μηχανικά τότε σηκώνομαι. Πέφτω στα γόνατα μες στο σκοτάδι της κάμαρας. Η καρδιά μου δε βαστά πια τόσο πόνο. Αλλά καμιά προσευχή δεν μού έρχεται στο στόμα. Τα μάτια μου μένουν στεγνά από τον πυρετό. Όταν τέλος σηκώνομαι, πηγαίνω στο παράθυρο και το ανοίγω. Βλέπω κάτω τους δρόμους της Αθήνας να κυλάνε σαν φωτεινά ποτάμια. Είν' ο κόσμος, που με τα κεριά του, ακολουθεί τις λιτανείες. Περνώ τη νύχτα καθισμένη στο παράθυρο, το κεφάλι ακουμπισμένο στον τοίχο. Το χάραμα μόνο σηκώνομαι για να πέσω στο κρεβάτι. Τα μηλίγγια μου χτυπάνε, σαν να τα βαράνε με σφυριά. Το κεφάλι μου πάει ν' ανοίξει. Κι έρχεται η Κυριακή του Πάσχα που περίμενα από τόσο καιρό... Αν ο Μισέλ καταφθάσει, πώς να τού πω το θάνατο του παιδιού του; Το δωμάτιο είν' άνω - κάτω. Στο πάτωμα είναι πεταμένο το κόκκινο κουβάρι που έπλεξα τη ζακέτα του Πετράκη.
Το μεσημέρι κάποιος χτύπησε την πόρτα. Η καρδιά μου πάγωσε. Με κόπο σηκώνομαι ν' ανοίξω. Μα κιόλας έχουν φύγει. Μού 'ρίξαν ένα γράμμα. Αναγνωρίζω το γράψιμο του Μισέλ. Δεν έχει γραμματόσημο. Σχίζω αμέσως το φάκελο και διαβάζω:
Πειραιάς, Κυριακή του Πάσχα 1931
Αγαπητή μου φίλη,
Να λοιπόν που βρίσκομαι και πάλι στην Ελλάδα. Τη χώρα αυτή την αγαπώ, γιατί με συνδέουν χίλιες δυο θύμησες. Θα επιθυμούσα προσωπικώς να έλθω να σε δω. Θα ήθελα μάλιστα να σού διηγηθώ τη ζωή μου και την απρόοπτη κατεύθυνση που πήρε. Δεν ξέρω αν σού έγραψα πως έχω παντρευτεί εδώ και λίγους μήνες. Αν δεν στο είπα ακόμα, είναι γιατί ήθελα μοναχός μου να σού το πω. Να σού εξηγήσω ακόμα πώς έγινε αυτό. Η γυναίκα μου κατάγεται από την Αμερική. Την είχα γνωρίσει στο Αντίμπ (40). Αν είμαι ευτυχισμένος; Ίσως αν σού έλεγα ναι, θα σε γελούσα. Όμως είμαι ευχαριστημένος. Η γυναίκα μου έχει θέληση και χαραχτήρα. Αυτό ίσα - ίσα που λείπει από μένα. Μού έλεγες πάντα πως μια τέτοια γυναίκα μού χρειάζεται. Ταξιδεύουμε τώρα στη Μεσόγειο. Αλλά η Μεσημβρία δεν αρέσει καθόλου της Μάμπελ. Βρίσκει το τοπίο θλιβερό και σκονισμένο. Σήμερα το πρωί, μόλις έβαλε το πόδι στον Πειραιά, θέλησε να φύγει. Νομίζει πως μπορεί κανείς να θαυμάσει την Ακρόπολη από μακριά.
Τής έχουν πει πως είναι ένας ξερόβραχος με κάτι ερείπια στην κορφή. Η γαλάζια θάλασσα την κουράζει. Προτιμά τον ωκεανό. Σήμερα φεύγουμε για τον Ατλαντικό, περνώντας από το Γιβραλτάρ. Βλέπεις, όπως ήρθε το πράμα, μού είναι αδύνατον να έλθω να σε δω. Και όμως σού το ορκίζομαι το ήθελα πολύ. Ο Πετράκης θα είναι κιόλας κοτζάμ αγόρι. Από όλη αυτή την περιπέτεια δεν έχω τίποτα διηγηθεί της γυναίκας μου. Μια μέρα όμως θα τής το πω. Είναι καλός άνθρωπος κατά βάθος. Ίσως μάλιστα θελήσει ν' αναλάβει και το παιδί. Ο κοινός μας φίλος κύριος Ταντέλ μού έγραφε κάποτε πως κουράζεσαι πολύ για να το αναθρέψεις. Έχω τύψεις συχνά γι' αυτό. Όμως, αγαπημένη μικρούλα, ομολόγησε, εσύ πρώτη θέλησες να με απομακρύνεις από την Αθήνα. Για το καλό μου, έλεγες. Ελπίζω, εν τούτοις, πως μια μέρα θα μπορέσω να συνεννοηθώ μαζί σου απάνω σ' αυτό το ζήτημα. Κι έτσι να σε ξαλαφρώσω από τα βάρη που σού δίνει το παιδί. Γράψε μου σε παρακαλώ στο Μπίαριτς (41), Ποστ Ρεστάντ (42). Στείλε μου και μία φωτογραφία του Πετράκου. Θα χαρώ τόσο να τον δω. Μού φαίνεται αλήθεια παράξενο να 'μαι κιόλας πατέρας. Αγαπητή μου φίλη, συχώρεσε το γράμμα αυτό το τόσο βιαστικό. Πες μου πως δε μού κρατάς κακία και ότι με συγχωρείς. Θα ήμουν δυστυχής αν, άθελά μου, σ' έκανα να υποφέρεις.
Σού φιλώ το χέρι με σεβασμό
ΜΙΣΕΛ ΜΟΡΩ
Τρικλίζοντας, κάθισα σε μια καρέκλα. Λοιπόν ο Μισέλ δεν ήξερε τίποτα. Α! Καλύτερα ποτέ να μην μάθει τη ζωή μου και το δράμα της. Ας πάει στο καλό... Το κακό του ποτέ δεν θα θελήσω. Καθένας είναι με την τύχη του. Ούτε να ζηλέψω μπορώ, ούτε να μισήσω. Κανένα ανθρώπινο πάθος δεν μένει πια στην ψυχή μου. Υπάρχει μόνο το κενό που άφησε ο θάνατος του παιδιού μου... Ο κ. Ταντέλ με κοιτά με αγωνία. Κάθεται σε μια καρέκλα κοντά στο κρεβάτι.
Τα δάκρυα κυλάνε στο πρόσωπό μου. Νιώθω μια μεγάλη αδυναμία στο σώμα. Και ξαναπέφτω σε λήθαργο...
Ο πιστός μου φίλος έρχεται κάθε απόγεμα και μού κρατά συντροφιά. Μέρα με την ημέρα μού γίνεται πιο αγαπητός. Τού έχω τόση ευγνωμοσύνη...
Όμως, θέλω να φύγω απ' την Ελλάδα. Νιώθω πως μού είν' αδύνατο πια να ζήσω εδώ... Να ξαναδώ πάλι τα μέρη που υπόφερα, τα πρόσωπα που μού έκαναν κακό. Ούτε θέλω να μάθω τι απόγινε με τον πατριό μου. Μού χρειάζεται σιωπή και μοναξιά.
Χτες ανήγγειλα στον κ. Ταντέλ την απόφαση που πήρα, να φύγω. Δεν μίλησε. Μού είπε μόνο έπειτα με πολύ γλυκύτητα:
«Κάνε όπως σ' αρέσει, παιδί μου. Εγώ αυτό που θέλω είναι να είσαι καλά. Αλλά επίτρεψέ μου κάτι. Είναι η μόνη άλλωστε χαρά που μού μένει. Άφησε να βάλω στην Τράπεζα ένα ορισμένο ποσό για σένα. Σού το γυρεύω ως χάρη. Κι έπετα, όποτε μπορέσεις, μού το επιστρέφεις. Δεν θέλω τίποτ' άλλο».
Απάνω στο βαπόρι η «Αργκόν»
1 Αυγούστου 1931
Χτες βράδυ άφησα την Ελλάδα. Το πλοίο τούτο θα με πάει μακριά. Ο κύριος Ταντέλ με συνόδευσε ως απάνω. Το βαπόρι θα έφευγε την νύχτα αργά. Ήμαστε μόνοι και ήταν σκοτεινά. Ένα φανάρι έριχνε σκιές. Η θάλασσα ήταν ταραγμένη. Στον ουρανό σύννεφα μαύρα περνούσανε. Τα βαπόρια σφυρίζανε. Στο βάθος τα φώτα του λιμανιού χοροπηδούσανε.
«Νομίζει κανείς πως είναι φθινόπωρο», λέει ο κύριος Ταντέλ, για να διακόψει τη σιωπή μας. «Να μπορούσε τουλάχιστον να έβρεχε λίγο... Το καλοκαίρι τούτο ήταν πολύ ζεστό...» Μιλούσε σιγανά. Έμοιαζε πολύ θλιμμένος.
Τέλος η «Αργκόν» άρχισε δυνατά να σφυρίζει. Ο κύριος Ταντέλ σηκώθηκε να φύγει. Ήταν ωχρός. Μού πήρε το χέρι και το φίλησε δίχως τίποτα να πει. Ύστερα μού 'δωσε ένα μικρό κουτί. Το άνοιξα. Ήταν ένα πολύτιμο μενταγιόν με τη φωτογραφία του Πετράκου μου.
... Τον είδα να κατεβαίνει τη σκάλα του βαποριού. Τα άσπρα του λινά φώτιζαν το σκοτάδι. Ύστερα χάθηκε μες στον κόσμο και την κίνηση του λιμανιού...
Νάκου Λιλίκα
Η ξεπάρθενη, εκδ. Δωρικός, Αθήνα 1982
Σημειώσεις:
(1) ζαμπώ: διακοσμητικό κομμάτι από μουσελίνα ή δαντέλα που σχηματίζοντας σούρα ή πλισέ προσαρμοζόταν στο πλαστρόν των γυναικείων φορεμάτων
(2) απάχης: περιθωριακός άνθρωπος, κακοποιός
(3) πόλκα: είδος ζακέτας κοντής
(4) φορτσέρι: μπαούλο
(5) χαγιάτι: σκεπαστός εξώστης που αποτελεί προέκταση εσωτερικού χώρου
(6) Κολόνες: Λαϊκή ονομασία για την περιοχή των Στύλων του Ολυμπίου Διός
(7) κοκότα: πιο ελαφριά έκφραση για την πόρνη
(8) μαντέκα: αλοιφή που έβαζαν μέχρι τον 20ο αιώνα στο μουστάκι τους για να του δίνουν γυαλάδα και φόρμα
(9) γκλισίνα (γλυσίνα): ανθεκτικό αναρριχώμενο φυτό με όμορφα κρεμαστά λουλούδια με μορφή τσαμπιού, που δημιουργούν ένα μοναδικό αισθητικό αποτέλεσμα
(10) ρόλος: ρολό
(11) ματίτσα: ματάκια μου (χαϊδευτική έκφραση)
(12) κούκος: τραγιάσκα, είδος καπέλου
(13) πικό/πικέ: ύφασμα με βαθουλώματα και εξογκώματα σε μοτίβο
(14) μπλάβος: αυτός που έχει χρώμα βαθυγάλαζο, ο μελανιασμένος
(15) παίρνω τα μάτια μου / παίρνω των ομματιών μου: φεύγω, μεταναστεύω
(16) φιγουρίνι: το σχέδιο, πατρόν για να ραφτεί ένα ρούχο / περιοδικό με σχέδια και πατρόν ή με φωτογραφίες ρούχων οίκων μόδας
(17) κιβούρι: φέρετρο, τάφος
(18) σπιτάλι: νοσοκομείο
(19) Δανούτσιο: Ο Γκαμπριέλε Ντ' Αννούντσιο (Gabriele D'Annunzio, 12 Μαρτίου 1863 - 1 Μαρτίου 1938) ήταν Ιταλός ποιητής, δημοσιογράφος, δραματουργός και στρατιώτης κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Ήταν επιφανής Ιταλός εθνικιστής. Ο ρόλος του στην πολιτική είναι αμφιλεγόμενος λόγω την επιρροής του στον ιταλικό φασισμό και της ιδιότητάς του ως υποτιθέμενου προπομπού του Μπενίτο Μουσολίνι
(20) μασκαράτα: η πομπή της γιορτής της Αποκριάς με τα άρματα και τους μασκαράδες, οι αποκριάτικες εκδηλώσεις
(21) μαγκάλι: μεταλλικό σκεύος, όπου με την καύση κάρβουνων γίνεται προσπάθεια να θερμανθεί ένας χώρος, φουφού, πύραυνο
(22) μπουρζουαζία: η (ανώτερη) αστική τάξη (δάνειο από τη γαλλική γλώσσα)
(23) Βεντήρης Γιώργος: (1890 -1954) Δημοσιογράφος, πολιτικός και ιστοριογράφος
(24) κοινοτοπία: η ιδέα, η σκέψη, ο λόγος ή το δημιούργημα που χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας/έκφραση που χρησιμοποιείται κατά κόρον
(25) 14: 1914, η χρονολογία έναρξης του Α' Παγκοσμίου Πολέμου
(26) «Γιαννάκη»: «Βασιλικόν Ζαχαροπλαστείον» Ζαχαροπλαστείο - καφενείο που ίδρυσε στην Αθήνα ο Κωνσταντίνος Ν.
Γιαννάκης γύρω στο
1890. Ένα κατάστημα που βρισκόταν εκεί όπου αργότερα δημιουργήθηκε η
πλαϊνή είσοδος της Μεγάλης Βρετανίας προς την οδό Πανεπιστημίου 5.
Λειτούργησε περίπου μία τριακονταετία, μέχρι το 1921 και διατήρησε τη
φήμη του πιο αριστοκρατικού κέντρου. Εννοείται, όπως δήλωνε και το όνομά
του, πως εκεί σύχναζαν οι βασιλικοί.
(27) αντιμιλιταρισμός: η αντίθεση στην στρατοκρατία, στις νοοτροπίες και σκέψεις που σχετίζονται με τα στρατιωτικά πράγματα ή στις παρεμβάσεις του στρατού στην πολιτική άμεσα ή έμμεσα
(28) Οντέσσα: Οδησσός: Με την ονομασία Εκστρατεία της Κριμαίας, ή Εκστρατεία της Ουκρανίας, ή Εκστρατεία στη μεσημβρινή Ρωσία, ειδικότερα στην ελληνική ιστορία, χαρακτηρίζεται η ελληνική συμμετοχή με εκστρατευτικό σώμα στην εκστρατεία που επιχείρησε η Γαλλία (ως κύριο μέλος της Αντάντ), κατά των Μπολσεβίκων, στην Κριμαία και γενικότερα στη περιοχή της Ουκρανίας το 1919.
Η εν λόγω εκστρατεία, πρώτη υπερπόντια του Βασιλείου της Ελλάδας,
αποτελούσε μέρος της γενικότερης διασυμμαχικής επέμβασης στον τότε ρωσικό εμφύλιο πόλεμο υπέρ των Λευκών, που αναπτύχθηκε στην Κριμαία, τον Καύκασο, τη Βεσσαραβια, στη Βόρεια και Ανατολική Ρωσία - Σιβηρία, με ατυχή κατάληξη για τους δυτικούς συμμάχους, εκτός των Ιαπώνων στο μέτωπο της Άπω Ανατολής.
(29) ματρόνα: νταρντάνα γυναίκα, τσατσά, μαστρωπός
(30) Γαβριηλίδης Βλάσης: (1848 - 1920) Λόγιος, δημοσιογράφος και εκδότης. Θεωρείται ο πατέρας της ελληνικής δημοσιογραφίας
(31) λακές: υπηρέτης που φορά στολή
(32) Ουτρίλλο: Μορίς Ουτριλό: (1883 -1955) Γάλλος ζωγράφος που ειδικεύτηκε στα αστικά τοπία και κυρίως στην περιοχή της Μονμάρτης
(33) Μοράν Πολ: (1888 - 1976) Γάλλος συγγραφέας, του οποίου τα διηγήματα και οι νουβέλες επαινέθηκαν για το ύφος, την εξυπνάδα και την περιγραφική τους δύναμη. Η παραγωγικότερη περίοδός του ήταν αυτή του Μεσοπολέμου.
Θαυμαζόταν από τα μέλη της υψηλής κοινωνίας όσο και της καλλιτεχνικής
πρωτοπορίας («αβάν-γκαρντ»), ενώ έχει χαρακτηρισθεί πρώιμος μοντερνιστής.
(34) Κεσσέλ Ζοζέφ: (1898 - 1979) Γάλλος δημοσιογράφος και συγγραφέας, γεννήθηκε το 1898 στην Αργεντινή
λόγω των διαρκών ταξιδιών του πατέρα του, ενός λιθουανού γιατρού
εβραϊκής καταγωγής. Ο Κεσέλ έζησε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στο
Όρενμπουργκ της Ρωσίας πριν η οικογένειά του μετακομίσει στη Γαλλία.
Σπούδασε στη Νίκαια και στο Παρίσι και έλαβε μέρος στον Α’ και στον Β’
Παγκόσμιο πόλεμο ως πιλότος. Διετέλεσε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας και
αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, ενώ το 1991 ιδρύθηκε και λογοτεχνικό
βραβείο στη Γαλλία που φέρει το όνομά του. Αρκετά από τα μυθιστορήματά
του μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο, με πλέον διάσημο την Ωραία της Ημέρας το οποίο σκηνοθέτησε ο Λουίς Μπουνιουέλ το 1967.
(35) μπριτζ: Ομαδικό πνευματικό παιχνίδι που παίζεται με τράπουλα 52 φύλλων, από τέσσερις παίκτες σε δύο ανταγωνιστικά ζεύγη, γύρω από ένα τραπέζι σε θέσεις ανάλογες με τα σημεία του ορίζοντα και κάθε ζεύγος συνεργαζόμενων παικτών να κάθεται αντικρυστά
(36) Πολίτης Φώτος: (1890 - 1934) Από τις σημαντικότερες μορφές του νεοελληνικού θεάτρου, σκηνοθέτης, θεατρικός δάσκαλος, θεωρητικός του θεάτρου, αλλά και επιφανής κριτικός της λογοτεχνίας, της θεατρικής τέχνης και της πνευματικής ζωής, που συνέγραψε και δημοσίευσε πάρα πολλά άρθρα στον Τύπο της εποχής
(37) Ρεμάρκ Έριχ Μαρία: (1898 - 1970) Γερμανός μυθιστοριογράφος που στα έργα του εξέφρασε τη φρίκη του πολέμου, κυρίως του Α' Παγκοσμίου
(38) Νταβός: Πόλη της Ελβετίας, φημισμένο χειμερινό θέρετρο
(39) ντουζίνα: δωδεκάδα
(40) Αντίμπ: Παραθαλάσσια πόλη στη Γαλλία, τουριστικό θέρετρο
(41) Μπίαριτς: Πόλη, τουριστικό θέρετρο της Γαλλίας
(42) Ποστ Ρεστάντ: Μέθοδος ταχυδρομικής αλληλογραφίας κατά την οποία η επιστολή παραμένει στο γραφείο προορισμού, ώσπου να την παραλάβει ο παραλήπτης
