Πέμπτη 11 Μαΐου 2023

ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΓΙΑ ΣΑΛΟΝΙ

   
   Η Κόρα ήταν ανήσυχη. Όταν ο χειμώνας ήταν βαρύς ήταν ανήσυχη για τις πλημμύρες της άνοιξης και όταν ήταν μαλακός για την ξηρασία που αναπόφευκτα θα 'ρχόταν το καλοκαίρι. Ήταν ανήσυχη για την υγεία της και τα 'βαζε με το γιατρό τον Λάιλ που δεν μπορούσε να τής βρει καμιάν αρρώστια. Ήταν ανήσυχη για τις προφάσεις, για τα χρήματα και για τις αντίκες, σαν τύχαινε να σπάσουν, που χρόνια και χρόνια τις είχαν φυλαγμένες στο σπίτι τους. Ήταν ανήσυχη για τον άντρα της, τον Σεπ, και γκρίνιαζε ότι τάχα όλα τής τα φόρτωνε στην πλάτη, και πάνω απ' όλα ήταν ανήσυχη για την κόρη της, τη Ντέλα, που για τίποτα δεν τής καιγόταν καρφί.
   «Δεν είναι φυσικό αυτό το δικό της», συνήθιζε να λέει η Κόρα.
   Η Ντέλα περνούσε την ώρα της σιγοτραγουδώντας και το κεφάλι της ήταν ένα ανακάτωμα από χορευτικούς ρυθμούς και πολλές φορές, καθώς δούλευε στον κήπο, ακουμπούσε στην τσάπα της και γελούσε χωρίς κανένα λόγο, λες και την είχε τσιμπήσει ο καυτερός αυγουστιάτικος ήλιος ή καμιά μέλισσα, ίσως πάλι γιατί μπορεί να θυμήθηκε και κάτι, σίγουρα κάποιον καινούργιο χορό του σχολείου.
   «Κάνει σαν το καθετί να ήταν ένα πάρτι που γίνεται προς τιμή της», κλαιγόταν η Κόρα. Κι ο Σεπ ανασήκωνε τους ώμους του λέγοντας: «Μακάρι να 'ναι πάντα έτσι».
   Κι ακόμα, η Ντέλα ξεχνούσε το καθετί κι ούτε έδινε αρκετή προσοχή για να συγκρατήσει κάτι στο μυαλό της. Μια μέρα περπάτησε δυο μίλια ως το Κάσβιλ για να πάρει τα γράμματά τους από το ταχυδρομείο και γύρισε με μια αγκαλιά χρυσάνθεμα.
   «Πω! Πω!» έκανε όταν η Κόρα τής ζήτησε τα γράμματα. «Το ξέχασα».
   «Πώς το ξέχασες αφού γι' αυτό είχες πάει;»
   Μα η Ντέλα γέλασε. Πάντα της γελούσε, ακόμα κι όταν ήταν μωρό, τότε που η Κόρα ανησυχούσε γιατί σαν μωρό δε φοβόταν το σκοτάδι. «Δεν είναι φυσικό»,  έλεγε και τότε η Κόρα, κι είχε πάει στο γιατρό Λάιλ να εξετάσει τα μάτια του μωρού. Από τη στιγμή που άρχισε  να περπατάει, πήγαινε γελώντας, κρατώντας ανοιχτά τα χέρια της στους ξένους και στα ζώα, τόσο που η Κόρα πήγαινε να τρελαθεί απ' το φόβο της μήπως το μωρό αγκάλιαζε, ούτε λίγο ούτε πολύ, κανένα φίδι. Στο σχολείο η Ντέλα έμαθε να συλλαβίζει, να διαβάζει και να μετράει χωρίς κόπο, λες κι ήταν κάτι πολύ φυσικό για ένα παιδί, όπως ο ύπνος και το φαγητό, και τώρα μάθαινε να χορεύει.
   «Είναι καιρός πια να καταλάβει πως η ζωή δεν είναι παίξε - γέλασε», είπε η Κόρα κάποιο βράδυ που η Ντέλα βρισκόταν στο πάνω πάτωμα κι έραβε τραγουδώντας.
   «Έννοια σου και θα το καταλάβει μόνη της», μίλησε ο Σεπ πίσω απ' την εφημερίδα του που την ύψωσε σαν τείχος ενάντια στην Κόρα και τον κόσμο της.
   «Κάτι πρέπει να κάνουμε για να το μάθει».
   «Όχι». Ο Σεπ κατέβασε την εφημερίδα του οργισμένος, μ' όλο που ο τόνος της φωνής του ήταν μαλακός σα βελούδο. «Αυτό δε θα γίνει».
   «Μα πρέπει να γίνει».
   «Αν είναι να γίνει κάτι, που είναι και πολύ πιθανό, ας γίνει. Όμως εμείς δε θα το προκαλέσουμε».
   Η Κόρα τα κουβέντιασε με την κυρία Μαρκ Κας, που ο γιος της, ο Μαρκ Κας ο νεότερος ήταν συνομήλικος με την Ντέλα και θα κληρονομούσε το χτήμα των Κας όταν ο γερο-Μαρκ θα πέθαινε, πράγμα που άλλωστε δε θ' αργούσε να συμβεί. Όσο μεγάλωνε η Ντέλα, η Κόρα παρακολουθούσε την κατάσταση της υγείας του Μαρκ Κας με τον τρόπο που οι άλλες γυναίκες παρακολουθούσαν τον καιρό προσπαθώντας να μαντέψουν αν θα έβρεχε.
   «Ποτέ δεν είχα αυτή την έγνοια για τον Μαρκ», είπε η κυρία Κας. «Τώρα που μεγάλωσε, φρονίμεψε».
   «Δε φταίω εγώ», έκανε η Κόρα.
   «Δεν ήθελα να πω αυτό».
   Η Κόρα αγνάντεψε απ' το παράθυρο τ' οργωμένο λιβάδι, όπου μια μαύρη κηλίδα, που σίγουρα θα ήταν ο Μαρκ ο νεότερος, προχωρούσε προς το σπιτικό των Κας. Μερικοί έλεγαν πως άξιζε πεντακόσια δολάρια το στρέμμα. Άλλοι πολύ περισσότερα.
   «Δεν θα 'μαι πάντα εδώ για να τη φροντίζω», είπε η Κόρα.
   Η κυρία Κας  κούνησε καταφατικά το κεφάλι, κάπως γρήγορα όμως, συλλογίστηκε η Κόρα.
   «Θα πέθαινα αναπαμένη αν την είχα νοικοκυρέψει».
   Η κυρία Κας κουνιόταν σκεφτική στην πολυθρόνα της, ενώ η Κόρα νοερά βοηθούσε τη Ντέλα ν' αλλάξει τη θέση των επίπλων. Αναρωτιόταν αν η φωτογραφία της γιαγιάς Νας, της μάνας της, θα μπορούσε με λίγο ρετουσάρισμα να χωρέσει στην καρυδένια κορνίζα που τώρα στόλιζε τη φωτογραφία του Τζίμι Κας πάνω απ' το τζάκι.
   «Η αλήθεια είναι», είπε η κυρία Κας, «και ξέρω καλά πως δε θα θυμώσεις, πως ο άντρας που θα παντρευτεί τη Ντέλα θα μπει σε μπελάδες».
   «Η Ντέλα είναι χρυσοχέρα. Δοκίμασες τα γλυκίσματά της;»
   Η κυρία Κας εξακολουθούσε να κουνιέται στην πολυθρόνα της.
   «Αυτή μού 'ραψε το φουστάνι που φορώ».
   Η κυρία Κας κούνησε την πολυθρόνα της προς τα μπρος και κάρφωσε τα μάτια της στο φουστάνι.
   «Το 'ραψε με πατρόν;» 
   «Όχι. Πήρε τα μέτρα μου, το 'κοψε και το 'ραψε μονάχη  της».
   Η κυρία Κας φάνηκε ικανοποιημένη, σχεδόν ευχαριστημένη, κι η Κόρα κίνησε να φύγει. Ρώτησε για την υγεία του κυρίου Κας.
   «Πολύ άσχημα».
   Η Κόρα έφυγε με στεναχωρημένο ύφος κι ανάλαφρη περπατησιά.
   «Γιατί άργησες τόσο πολύ;» ρώτησε την κόρη της.
   «Έγινε καυγάς στο μαγαζί».
   «Ο Λέιφ κι ο Νέβιλ πάλι, φαντάζομαι», έκανε ειρωνικά η Κόρα.
   Ο Λέιφ Μάνσον κι ο Νέβιλ Σαντς γύριζαν πάντα κάνοντας φασαρία και στήνοντας καυγά. Είχαν κόψει με τα χέρια τους, δίχως τσεκούρι ή άλλο εργαλείο, όλα τα δέντρα που βρίσκονταν γύρω από το μαγαζί του Γκας Φωκ, γιατί οι πιο μεγάλοι είχαν βάλει στοίχημα πως δε θα τα κατάφερναν. Είχαν σηκώσει κάρα ολάκερα φορτωμένα χορτάρι, είχαν ξεριζώσει μεγάλα βράχια, και ζούσαν από τη μια γιορτή του Χαλοουίν μέχρι την άλλη κερδίζοντας όλα τα βραβεία της δύναμης. Όταν δεν είχαν τι ν' αφανίσουν ή να κερδίσουν, πάλευαν μεταξύ τους σαν δυο κοκόρια που μόλις αρχίζουν και νιώθουν μέσα τους τη δύναμη.
   «Τον κανόνισε ο Λέιφ;» ρώτησε ο Σεπ.
   Η Ντέλα πάτησε ένα μικρό γέλιο. «Το αστείο είναι πως πάντα ο Λέιφ τον κανονίζει».
   Μια Παρασκευή βράδυ, η Ντέλα μπήκε στο σαλόνι φορώντας ένα καινούργιο λουλουδάτο φόρεμα, κόκκινο φιόγκο στα ξανθά μαλλιά της και κόκκινα παπούτσια που πηγαινοερχόντουσαν σαν δυο μικρά πουλιά.
   «Με ποιον θα πας στο χορό;» ρώτησε η Κόρα.
   «Με τον Μαρκ Κας».
   «Τ' ακούς, Σεπ;» έκανε γυρίζοντας προς το τείχος της εφημερίδας. «Ο νεαρός Κας θα συνοδέψει τη Ντέλα στο χορό».
   Όμως δεν ήρθε ο νεαρός Κας εκείνο το βράδυ. Ήρθε ο Λέιφ Μάνσον.
   «Ο Μαρκ αρρώστησε ξαφνικά», δικαιολογήθηκε ο Λέιφ.
   Η Κόρα γρύλισε κι η Ντέλα έφυγε μ' ένα γέλιο που αιωρήθηκε λίγα λεπτά στο δωμάτιο.
   «Τι θα κάνουμε;» κλάφτηκε η Κόρα.
   «Τίποτα απολύτως», έγρουξε ο Σεπ. «Μη σε νοιάζει για τη Ντέλα».
   «Μα κάποιος πρέπει να τη νοιάζεται».
   «Όχι φυσικά εσύ».
   Την άλλη μέρα η κυρία Κας πέρασε μπροστά από την Κόρα χωρίς να τη χαιρετήσει. Πιο πέρα, ο γιος της ο Μαρκ, την περίμενε με το μάτι του πρησμένο και κλειστό και τα χείλη του μελανιασμένα.
   «Δε θα βγεις πάλι απόψε με το Λέιφ;» η Κόρα ρώτησε τη Ντέλα που ντυνόταν για τον καινούργιο χορό του σχολείου.
   «Όχι».
   «Μπράβο. Έλα να σού δέσω το φιόγκο».
   «Θα βγω με το Νέβιλ», είπε η Ντέλα και τα χέρια της Κόρας απομείναν παράλυτα  πάνω στην κορδέλα.
   Κατέβηκε στο σαλόνι να τον περιμένει κι έπαιζε παλιά τραγούδια στο όργανο και τραγουδούσε ως τις δέκα και κατόπι πήγε να κοιμηθεί. Πρωί - πρωί η Κόρα έτρεξε στο μαγαζί του Γκας κι εκεί τα 'μαθε όλα. Ο Λέιφ είχε στήσει καρτέρι στο Νέβιλ και μόλις έφτασε αρπάχτηκαν. Πάλευαν ως αργά το βράδυ, πασαλείφτηκαν αίματα και στο τέλος  βρήκαν κάπου λίγο ουίσκυ και σούρωσαν.
   Αφού τέλειωσε τις βραδινές δουλειές της, η Κόρα ανέβηκε στο δωμάτιο της Ντέλας που ετοιμαζόταν να βγει, κι άρχισε να τής μιλάει για το χτήμα των Κας, για την οικογένειά τους, για το ταχυδρομικό γραφείο που είχαν, για το λιμανάκι τους και για κάποιο δρόμο που έφερε τ' όνομά τους. Για τον πατέρα της που δεν θα ζούσε αιώνια για να την κοιτάζει και για την ίδια την Κόρα που δεν θα ησύχαζε το κεφάλι της αν δεν την αποκαταστούσε.
   Όμως η Ντέλα είχε κιόλας ντυθεί και κατέβαινε τις σκάλες κι η Κόρα ερχόταν το κατόπι της μουρμουρίζοντας και, φτάνοντας στην πόρτα του σαλονιού, σταμάτησε ξαφνικά. Στο ντιβάνι κάθονταν ο Λέιφ κι ο Νέβιλ, φορώντας τα κυριακάτικά τους, κι έπαιζαν με τις χερούκλες τους.
   «Αυτό θα με πεθάνει», έκανε, καθώς ανέβηκε στο πάνω πάτωμα, στο Σεπ που έσβησε το φως και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού ακούγοντας τα τραγούδια που η Ντέλα έπαιζε στο όργανο.
   Από κείνο το βράδυ άρχισαν να βγαίνουν και οι τρεις μαζί. Η μικρόσωμη Ντέλα περπατούσε περήφανη ανάμεσα στους δυο νέους και τους αφέντευε σαν να 'ταν δυο ήμερα λιοντάρια.
   «Διψώ», έλεγε κι ο Λέιφ κι ο Νέβιλ τσακίζονταν να τής φέρουν κάτι να πιει.
   Μήτε ο Λέιφ μήτε ο Νέβιλ είχαν ένα φράγκο στην τσέπη τους, μήτε κι είχαν καμιά μόνιμη δουλειά, όμως έτσι να 'καναν το δαχτυλάκι τους θα μπορούσαν να έχουν όποιο κορίτσι ήθελαν, που για χάρη τους θ' άφηνε άλλους νεαρούς με στρωμένη δουλειά και χτήματα μ' αξία.
   «Ο νεαρός Μαρκ βγαίνει με τη μεγάλη κόρη του Μπρόνσον», κλαψούριζε η Κόρα.
   Μα η Ντέλα εξακολουθούσε να γελάει και να σιγοτραγουδά ανέμελα. Ο Λέιφ κι ο Νέβιλ συνέχιζαν τους καυγάδες τους. Κι οι τρεις τους είχαν ένα φέρσιμο λες και θα κρατούσε για πάντα η φρεσκάδα της Ντέλας κι η δύναμη των αγοριών. Και οι γέροι τούς παρακολουθούσαν λες κι ήταν τρεις σπάταλοι που ξόδευαν την κληρονομιά τους χωρίς να σκέφτονται για το αύριο.
   Ο νεαρός Μαρκ παντρεύτηκε την Μπρόνσον κι η Κόρα έπεσε στο κρεβάτι πιστεύοντας πως έφτασε το τέλος της.
   «Ξεκουράσου και θα σού κάνει καλό», τη συμβούλευε η Ντέλα.
   Καθόταν στην κουνιστή πολυθρόνα της Κόρας και μαντάριζε ένα παλτό, που όταν η Κόρα το πρόσεξε καλά είδε πως δεν ήταν του πατέρα της.
   «Α! Το ξήλωσε κάπου ο Λέιφ», έκανε η Ντέλα.
   «Δεν μπορεί να παντρευτεί και τους δυο μαζί», έλεγε ο κόσμος κι οι γνώμες διχάστηκαν για το ποιον θα διάλεγε η Ντέλα.
   Ο γέρο Μαρκ Κας πέθανε κι όλα τ' άφησε στο γιο του, που η γυναίκα του -τεσσάρων μηνών έγκυος- έκανε σαν να 'ταν η μόνη γυναίκα στον κόσμο που θ' αποκτούσε παιδί. Η Κόρα σηκώθηκε απ' το κρεβάτι κι ακολούθησε το ξόδι κι είδε πως η Νέλλη, το γένος Μπρόνσον και τώρα Κας, είχε βάλει τη φωτογραφία του γέρου Τακ Μπρόνσον στην καρυδένια κορνίζα πάνω από το τζάκι.
   Σαν έγινε καλά, έστειλε τη Ντέλα στο Λόρενσβιλ, στης αδελφής της. Τουλάχιστον, συλλογιζόταν, εκεί θα γνώριζε άλλους νέους κι ίσως να ξεχνούσε το Λέιφ και το Νέβιλ.
   Την τρίτη μέρα πήρε ένα υπεραστικό τηλεφώνημα από τη Ντέλα. Είχε παντρευτεί, τής έλεγε. Η Κόρα πιάστηκε απ' το τηλέφωνο, λες κι άνοιξε το πάτωμα κάτω απ' τα πόδια της.
   «Ποιον;»
   «Το Νέβιλ».
   Η Κόρα έμεινε δυο μέρες ξαπλωμένη στο κρεβάτι και την τρίτη μέρα το πρωί σηκώθηκε, φόρεσε τα καλά της και το καινούργιο καλοκαιρινό της καπέλο. «Πάω να τούς βάλω μια τάξη», είπε.
   Βρήκε τη Ντέλα να βάφει το μικρό τους διαμέρισμα, που βρισκόταν πάνω απ' το κατάστημα σιδερικών του Λόρενσβιλ. Ο Νέβιλ, ωσότου θα 'βρισκε καλύτερη δουλειά, δούλευε στο κατάστημα. Η Ντέλα την πήγε στην κουζίνα, που ήταν σαν ντουλαπάκι, κι η Κόρα είπε πως δεν πεινούσε καθόλου όμως κάτι έπρεπε να τσιμπήσει για να 'χει δυνάμεις να γυρίσει. «Ο γιατρός Λάιλ ανησυχεί για μένα», είπε.
   «Μια χαρά είσαι, μητέρα.  Έχεις πάρει ωραίο χρώμα».
   «Θα 'ναι απ' τον πυρετό».
   Έφαγε δύο μπριζόλες, πατάτες, μπιζέλια, τυρί και κάμποσα ροδάκινα. Η Ντέλα επέμενε να την κρατήσει και το βράδυ, όμως εκείνη ήθελε να φύγει.
   «Θα σάς είμαι βάρος καθώς είμαι κι άρρωστη», είπε.
   Νωρίς το άλλο πρωί φάνηκε η κυρία Κας που τής έφερε για δώρο μερικές κονσέρβες ντομάτα καμωμένες απ' τη νύφη της τη Νέλλη.
   «Είχα πάει στο Λόρενσβιλ», είπε η Κόρα.  
   «Πώς τα πάει το καινούργιο ανδρόγυνο;» ρώτησε η κυρία Κας.
   «Περίφημα. Βοήθησα λίγο τη Ντέλα να συγυρίσει το σπιτάκι τους. Ο Νέβιλ εργάζεται στο κατάστημα σιδερικών. Διευθυντής, θαρρώ».
   Είπε λίγα καλά λόγια για τις κονσέρβες της Νέλλης κι ένιωσε μια ικανοποίηση βλέποντας την κυρία Κας, που είχε έρθει λάμποντας από χαρά, να φεύγει με τα μούτρα κρεμασμένα.
   Από τον καιρό που ο Νέβιλ και η Ντέλα εγκαταστάθηκαν στο Λόρενσβιλ, ο Λέιφ άρχισε να πίνει και να καυγαδίζει χωρίς αιτία. Έγινε τόσο αψίθυμος, που κάποτε σ' ένα πανηγύρι παρά λίγο να σκοτώσει έναν άνθρωπο στο ξύλο, που όπως αποδείχτηκε τελικά, τον είχε ρωτήσει μονάχα τι ώρα ήταν. «Με στραβοκοίταξε», δικαιολογήθηκε ο Λέιφ στο δικαστήριο κι έκανε τριάντα μέρες στο φρέσκο. Έκανε κι άλλες τριάντα, γιατί λύγισε τα σίδερα του κελιού του. Το 'κανε, γιατί είχε βάλει στοίχημα μ' έναν άλλο φυλακισμένο, κάποιον γυρολόγο, σε πέντε δολάρια, που ισχυριζόταν ότι δε θα μπορούσε  να τα λυγίσει.
   «Τον τελευταίο καιρό είναι πάντα μεθυσμένος», είπε η Κόρα. Έμενε μαζί με την Ντέλα όταν γεννήθηκε το παιδί.
   «Καημένε Λέιφ».
   «Σε είχα προειδοποιήσει τι υποκείμενο ήταν και πρέπει να 'σαι ευχαριστημένη που μ' άκουσες», συνέχισε η Κόρα.
   Η Ντέλα όμως ήταν απορροφημένη στις σκέψεις της. Κοίταξε την Κόρα και χαμογέλασε.
   «Τι είπες, μητέρα;»
   Και η Κόρα το επανέλαβε.
   Η Ντέλα ονόμασε την κόρη της Κόραντελ κι η Κόρα ενθουσιασμένη έστειλε στο Σεπ τα ναύλα για να μπορέσει κι αυτός να 'ρθει να δει την εγγονή του.
   «Είναι πολύ όμορφη», είπε ο Σεπ. «Για μωρό τουλάχιστον».
   «Θα πρέπει και να τη μεγαλώσω»,  είπε η Κόρα. «Ένας Θεός ξέρει πού θα βρω το κουράγιο να το κάνω, όμως εγώ κάνω πάντα εκείνο που πρέπει να κάνω».
   Ο Νέβιλ άρχισε να πηγαίνει στην εκκλησία, φορούσε άσπρα πουκάμισα κι όπου βρισκόταν έδειχνε φωτογραφίες της Κόραντελ. Αγόρασε σπίτι κι αυτοκίνητο με δόσεις κι άρχισαν να πέφτουν τα μαλλιά του. Είχε ηρεμήσει πια, καθώς συμβαίνει πάντα στον κάθε άντρα που έχει γυναίκα και παιδί και δόσεις να πληρώνει κάθε μήνα, όμως η Κόρα έβλεπε πως κάποιο σαράκι τον κρυφότρωγε. Μια μέρα που επισκέφτηκε τη Ντέλα τής το 'πε. «Θαρρώ πως η καρδιά του τραβάει έναν καυγά». Η Ντέλα κούνησε το κεφάλι κι η απόκρισή της φαινόταν να μην έχει σχέση με την κουβέντα τους. «Κανένας μας δε θέλει να γερνάει».
   Μια ανοιξιάτικη βραδιά που κανένας δε μπορούσε να ησυχάσει, ο Νέβιλ πήρε το δρόμο του χωριού κι όσοι τον είδανε ομολόγησαν πως είχε την όψη ενός αλκοολικού που πολύ καιρό στερήθηκε το ουίσκυ του. Αντάμωσε το Λέιφ έξω από μια παλιά αποθήκη, σιμά στο ποτάμι. Ο νυχτοφύλακας, ο μόνος άνθρωπος που τούς είδε, έλεγε αργότερα πως δεν είπαν λέξη, παρά έβγαλαν αμέσως τα σακάκια τους κι άρχισαν να παλεύουν. Ήταν θαύμα πως δεν σκότωσε ο ένας τον άλλον. Σα να πάλευαν δυο τίγρεις. Ο Λέιφ με τη μύτη και δυο δάχτυλα σπασμένα. Ο Νέβιλ με τέσσερα παΐδια ραγισμένα, δυο δόντια σπασμένα και τ' αχείλι σχισμένο. Όταν τελείωσαν, πήγαν στο ποτάμι, πλύθηκαν κι ο καθένας πήρε το δρόμο του.
   Ο Νέβιλ εξήγησε στο γιατρό που έφερε η Ντέλα ότι τον είχε χτυπήσει ένα αυτοκίνητο. Η Ντέλα δεν τον ρώτησε τίποτα, μόνο την άλλη μέρα πήγε στην Τράπεζα, τράβηξε λίγα χρήματα και τού αγόρασε ένα ραδιόφωνο που το 'βαλε πλάι στο κρεβάτι του.
   Όταν ξαναπήγε στη δουλειά του, ο Νέβιλ άλλαξε πέρα για πέρα. Άφησε τα μαλλιά του να πέσουν και τη μέση του να γίνει από 85 εκατοστά σε 95. Έπαψε ακόμα και να κοιτάζει αφηρημένος μπροστά του.
   «Λες και πέρασε μια βαριά αρρώστια», έλεγε η Ντέλα.
   Μα κι ο Λέιφ άλλαξε ύστερα από τον καυγά. Βρήκε μόνιμη δουλειά σ' ένα πριονιστήριο, έκοψε το πιοτό κι άρχισε να πηγαίνει στην εκκλησία. Έπαψε να παλεύει κι έμενε στο σπίτι ενός ξαδέλφου του. Και κάποιο πρωί χάθηκε, χωρίς να πει τίποτα. «Τα χέρια του», είπε η γυναίκα του ξαδέλφου του, «κάτι είχαν τα χέρια του». Τον είχε δει πολλές φορές να στέκεται και να τα κοιτάζει προσεχτικά, σαν κάποιον που κοιτάζει, ας πούμε, ένα σταματημένο ρολόι χωρίς να ξέρει τι είναι αυτό που το χάλασε.
   «Καλά έλεγα», έκανε η Ντέλα όταν τής το 'πε η Κόρα.
   Εκείνο το χειμώνα αρρώστησε ο Σεπ, τα κατάφερε όμως να ζήσει ως τα Χριστούγεννα, γιατί ήξερε πως θα 'ρχόταν να τους δει η Ντέλα με την Κόραντελ.
   «Είναι καλός άνθρωπος σαν και σένα», είπε η Ντέλα. «Θα 'χουμε και δεύτερο το καλοκαίρι».
   «Δε θα το προφτάσω», είπε ο Σεπ και, σαν είδε πως η Κόρα δεν ήταν στο δωμάτιο, πρόσθεσε: «Ανησυχώ για τη μητέρα σου».
   «Γιατί;»
   «Γιατί αν τής λείψω, δε θα 'χει για ποιον να στενοχωριέται και για ποιον να νοιάζεται κι αυτό είναι η ζωή της».
   Και ξαφνικά σταμάτησε βλέποντας την Κόρα να μπαίνει βιαστική και να τού βάζει στο στόμα ένα ροζ χαπάκι. Μόλις έφυγε η Κόρα, συνέχισε χαμογελώντας: «Τι έπαθα τώρα και άρχισα ν' ανησυχώ για τη μητέρα σου;»
   Λίγα χρόνια μετά την εξαφάνιση του Λέιφ, ο Νέβιλ κι η Ντέλα μετακόμισαν στο χωριό κι αγόρασαν ένα χτήμα. Η Κόρα, που έμενε μαζί τους ύστερα από το θάνατο του Σεπ, ανησυχούσε για τα παιδιά, για την Κόραντελ και τον μικρό Νέβιλ, που η Ντέλα τ' άφηνε να κάνουν ό,τι θέλαν. Ο Νέβιλ ήταν πολύ απασχολημένος κι ούτε τού 'μενε καιρός να τα προσέξει. Ανακατωνόταν με την πολιτική και με τα εκκλησιαστικά ζητήματα, ήταν μέλος του δημοτικού συμβουλίου κι ανέπτυσσε σοβαρά τα κοινοτικά προβλήματα και τις ευθύνες του άντρα. Η Ντέλα στρουμπουλή και με λαμπερά μάτια και μ' ένα γέλιο κοριτσίστικο ακόμα, πέρασε στην ώριμη πια ηλικία.
   «Καρφί δεν τής καίγεται», έλεγε η Κόρα, καθώς έβαζε το καπέλο της για να πάει τα παιδιά στο νεαρό Λάιλ, το γιο του γιατρού Λάιλ, να τα εξετάσει στο λαιμό και τ' ακροαστικά.
   Έτρεμε το φυλλοκάρδι της Κόρας μήπως η Κόραντελ πνιγεί στο ποτάμι ή μήπως ο Νέβιλ πνιγεί στο ποτάμι ή μήπως χτυπήσει με το τουφέκι που η Ντέλα τού 'χε χαρίσει στα γενέθλιά του.
   Καμιά φορά, τις βροχερές μέρες  και τις χειμωνιάτικες νύχτες πολλοί αναρωτιόταν τι άραγε να 'χε απογίνει ο Λέιφ. Θυμόνταν τα κατορθώματά του, τ' αγωνίσματα πάλης που κέρδιζε κάθε φορά στα πανηγύρια και πώς κάποτε είχε σηκώσει ένα ολόκληρο αυτοκίνητο. Και όπως συμβαίνει με τους μεγάλους, ο καθένας τόνε θυμόταν με διαφορετικό τρόπο. Οι σκληροί θυμόνταν τους τρομερούς, όλο αίματα, καυγάδες. Οι ευγενικοί τη στροφή του στην εκκλησία, τότε που έγινε υπόδειγμα εργάτη και δεν έβαζε ούτε σταγόνα ποτό στο στόμα του. Κι όλοι τόνε θυμόνταν πάντα νέο, πάνω στο άνθος της νιότης του.
   Ο Νέβιλ κι η Ντέλα ήταν συχνά επίσημοι καλεσμένοι στο σπίτι του γερουσιαστή, στην πόλη, κι η Κόρα, νωρίς τ' άλλο πρωί, πήγαινε στο σπίτι των Κας, που δεν είχαν πάει ποτέ τους στου γερουσιαστή, και τούς έλεγε με το νι και με το σίγμα τι είπε ο γερουσιαστής στη Ντέλα, τι τού είχε αποκριθεί εκείνη και, γυρίζοντας στο χτήμα, πετούσε απ' τη χαρά της σαν έφερνε στο νου της τα ξινισμένα μούτρα της Νέλλης Κας. Μια μέρα που γύριζε από τους Κας, είδε έξω από το σπίτι τους τ' αυτοκίνητο του γιατρού Λάιλ κι έτρεξε, κάνοντας τη σκέψη πως ένα από τα παιδιά θα είχε χτυπήσει και πως σίγουρα θα 'φταιγε η Ντέλα που δεν τα πρόσεχε.
   Η Ντέλα την πρόφτασε στην πόρτα. «Ο Λέιφ», τής είπε.
   Ήταν τόσο ταραγμένη η Κόρα, που ούτε κατάλαβε.
   «Ξαναγύρισε ο Λέιφ», εξήγησε η Ντέλα.  
   «Εδώ;» έκανε μ' απορία η Κόρα.
   Κι η Ντέλα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
   «Είναι άρρωστος και δεν έχει πού να πάει».
  Ο Λέιφ κοιτόταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, ναρκωμένος απ' τα γιατρικά. Είχε ζαρώσει με τα χρόνια και τα χέρια του είχαν κιτρινίσει, όλο ζάρες και φλέβες. Όταν ξύπνησε, τα μάτια του ήταν σαν του πόσουμ (1) πριν τού ριχτούν τα σκυλιά.
   «Με ποιο δικαίωμα σάς γίνομαι βάρος;» είπε.
   Κι η Ντέλα τού έφερε κοτόσουπα και τον τάιζε με το κουτάλι.
   «Αναρωτιόμασταν τι να 'χες απογίνει τόσον καιρό», είπε ο Νέβιλ, που στεκόταν στην άκρη του κρεβατιού και πάσχιζε να ταυτίσει το γερασμένο σαρκοκούβαρο, που τάιζε η Ντέλα, με τον νέο άντρα που τόσο επίμονα είχε άλλοτε δοκιμάσει να νικήσει.
   Πιο ύστερα, όταν η Ντέλα βγήκε απ' το δωμάτιο, είπε ο Λέιφ: «Σπουδαίο χτήμα έχεις, Νέβιλ. Πολλές φορές δούλεψα, όμως ποτέ δεν απόχτησα γη δική μου. Πάντα ήθελα να φεύγω».
   «Σωστά», έκανε ο Νέβιλ. «Όλους μάς πιάνει κάποτε αυτή η μανία».
   «Μια μέρα, προτού φύγω, κάτι συνέβηκε στο πριονιστήριο. Πήγα να σηκώσω έναν κορμό πεύκου μαζί με κάποιον άλλον και στην αρχή ούτε μπορούσα να τον κουνήσω, κατόπιν ζορίστηκα και τέλος τον ανασήκωσα κι ο άλλος, ούτε θυμάμαι πια τ' όνομά του, με κοίταξε κι είπε: “Τι έπαθες, Λέιφ; Γεράματα;”»
   «Κι εγώ, την πρώτη φορά που ένιωσα αυτό το πράγμα, ήταν όταν ανέβαινα τρεχάτος μια σκάλα», είπε ο Νέβιλ. «Το συλλογίστηκα καλά κείνη τη νύχτα», συνέχισε, «κι είδα πως δεν μού 'μεναν παρά τέσσερα - πέντε χρονάκια για χονδροδουλειά κι ύστερα θα μού 'διναν ελαφρότερη δουλειά. Κι αργότερα, αν θα 'μουν τυχερός, μπορεί να τέλειωνα τη ζωή μου σα νυχτοφύλακας. Έτσι γίνεται τις περισσότερες φορές. Όμως δεν ήθελα να το πάθω εδώ που όλοι με ξέραν».
   «Αυτό παθαίνουν όλοι».
   Ο Λέιφ ανασηκώθηκε και για μια στιγμή στα μάτια του άστραψε περήφανα μια λάμψη  από την αλλοτινή του αίγλη.
   «Δε μπορεί εύκολα να κάνει ο καθένας εκείνα που έκανα εγώ».
   Η Κόρα είχε αρρωστήσει κι εκείνη κι ένα βράδυ την ώρα που η Ντέλα είχε σηκώσει τους δίσκους από τους δυο αρρώστους, είδε το Νέβιλ να κάθεται σιμά στη σόμπα βυθισμένος σε συλλογισμούς. Ακούμπησε τους δίσκους στο τραπέζι και κάθισε κοντά του.
   «Ο Λέιφ μού εξήγησε γιατί έφυγε τότε», είπε ο Νέβιλ.
   «Επειδή κατάλαβε πως πλησίαζαν τα γερατειά;» 
   «Σού το 'πε και σένα;»
   «Όχι, το είχα καταλάβει όμως».
   Απόμειναν για λίγη ώρα σιωπηλοί κι αφουγκράζονταν τη θύελλα που λυσσομανούσε έξω και κοίταζαν το πορτάκι της σόμπας  που ήταν σα στόμα με φωτεινό χαμόγελο.
   «Θυμάσαι εκείνο το βράδυ, χρυσή μου, που σού είχα πει πως με χτύπησε ένα αυτοκίνητο;»
   Η Ντέλα γέλασε.
   «Πώς δε θυμάμαι».
   «Για μια φορά, μονάχα για μια φορά, ήθελα να βάλω κάτω το Λέιφ Μάνσον. Ένιωθα πως έπρεπε να το κάνω».
   «Ο καημένος ο Λέιφ ποτέ δεν είχε τη δική σου δύναμη».
   «Ναι, αλλά πάντα με νικούσε».
   «Αυτός όμως δείλιασε κι έφυγε. Εσύ όμως έμεινες».
   Όταν πέθανε ο Λέιφ, της Κόρας άρχισαν να της σαλεύουν τα συλλογικά.
   «Πού είναι ο Λέιφ;» ρώτησε μια μέρα.
   Κι η Ντέλα τής εξήγησε πως τον είχαν θάψει στον οικογενειακό τους τάφο γιατί τον θεωρούσαν σα δικό τους άνθρωπο.
   «Πού θα τον βγάλει όλο αυτό το πάλαιμα;» ρώτησε η Κόρα, λες κι ο Λέιφ ήταν ζωντανός ακόμα.
   «Δεν μπόρεσε ποτέ να βγάλει το καλό που είχε μέσα του», είπε η Ντέλα, όμως η Κόρα δεν πολυπρόσεχε. «Μακάρι να ζήσω, να παντρέψω και να νοικοκυρέψω την Κόραντελ», είπε.
   Εκείνο το χειμώνα πέθανε η Κόρα μέσα στον ύπνο της, χωρίς να αισθανθεί πόνο και χωρίς να το καταλάβει.
   Την άνοιξη,  όταν η Κόραντελ παντρεύτηκε τον μεγάλο γιο των Κας, η Ντέλα ζήτησε μια χάρη από τη Νέλλη Κας.
   «Για την ψυχή της μητέρας μου», εξήγησε η Ντέλα.
   Και κρέμασε τη φωτογραφία  της Κόρας στην καρυδένια κορνίζα, πάνω απ' το τζάκι του σαλονιού των Κας.
 
Γουίβερ Τζον 
(μετφ. Κλείτος Κύρου)
Περιοδικό «Νέα Πορεία», τεύχος 29 - 30
Θεσσαλονίκη, Ιούλιος - Αύγουστος 1957
 
Λεξιλόγιο:
(1) πόσουμ: είδος μικρού μαρσιποφόρου θηλαστικού 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου