Ο Βαλεντίνος ήταν ένα ψηλό παλικάρι εικοσιπέντε χρόνων -μαραγκός η δουλειά του- που γεννήθηκε μέσ΄στην καρδιά του προαστίου του Αγίου Αντωνίου. Κι ο πατέρας του κι ο παππούς του ήτανε μαραγκοί. Μεγάλωσε μέσ' στα ροκανίδια κι έπαιζε βόλους, ως ότου γίνηκε δέκα χρόνων, στο πεζοδρόμιο της Βαστίλης, γύρω από την κολόνα του Ιουλίου.
Τον τελευταίο καιρό κοιμόταν στην οδό Ροκέτ, σε μια βρωμερή πολυκατοικία, όπου είχε για δέκα φράγκα το μήνα μια τρύπα κάτω απ' τα κεραμίδια, που χωρούσε ακριβώς ένα κρεβάτι και μια καρέκλα· κι ακόμα για ν' ανέβει στο κρεβάτι του ήταν υποχρεωμένος να διπλώνεται στα δυο, αν δεν ήθελε να σπάσει το κεφάλι του στο ταβάνι.
Κορόιδευε κι ο ίδιος τον εαυτό του γι' αυτό. Δεν δεχόταν κανένα στα διαμερίσματά του. Γύριζε και κοιμόταν στις δέκα το βράδυ και ξυπνούσε από τις πέντε το πρωί, χειμώνα και καλοκαίρι. Έλεγε πως αυτό τον στενοχωρούσε μονάχα όταν έκανε καμιά καινούργια γνωριμία, γιατί δεν μπορούσε να πάει κυρίες στην κάμαρή του. Ήτανε τόσο μικρή που, αν κοιμόντουσαν δυο μαζί, ο ένας χωρίς άλλο έπρεπε ν' αφήσει τα πόδια του έξω στις σκάλες.
Καλός διαβολάκος αυτός ο Βαλεντίνος! Δούλευε σκληρά, γιατί ήτανε νέος ακόμα και πίστευε στη δουλειά. Εκτός αυτού, δεν ήταν μέθυσος, δεν έπαιζε καθόλου και ήταν λίγο γυναικάς, ίσως. Οι γυναίκες ήταν το μεγάλο του ελάττωμα. Όταν το πρωί έσπρωχνε τη ροκάνα του στο μαγαζί με ένα χέρι σιδερένιο, οι σύντροφοι τον πείραζαν και τον ρωτούσαν αν είδε τη δεσποινίδα Λίζα. Αυτό τού το λέγαν, γιατί μια παλιά φιλενάδα του Βαλεντίνου λεγόταν Λίζα και γιατί, τις μέρες που η τεμπελιά τον βάραινε, συνήθιζε να λέει: «Ω, σήμερα δε μπορώ να δουλέψω, γιατί είδα τη Λίζα χτες το βράδυ!» Μέσ' στα μαγαζιά του προαστίου τον λέγανε ωραίο Βαλεντίνο. Είχε ένα μεγάλο πρόσχαρο κεφάλι με σγουρά μαλλιά και, όταν χόρευε, ανασήκωνε πολλές φορές τα μανίκια της μπλούζας του, για να 'ναι πιο ελεύθερος, όπως έλεγε, μα, στ' αλήθεια, για να δείχνει τα δυνατά του μπράτσα, που ήταν άσπρα σαν γυναικεία. Τον είχαν αγαπήσει τα πιο όμορφα κορίτσια, ψηλή Νανά, η μικρούλα Αυγουστίνα, η χοντρή Αντέλα, που δεν είχε παρά ένα μάτι, ως και μια βιβλιοδέτισσα από το Μπορντώ, που γι' αυτήν σκοτώθηκαν δυο στρατιωτικοί. Κάθε βράδυ έκανε ένα γύρο στους χορούς, έριχνε μια ματιά εδώ, μια ματιά εκεί, μόνο και μόνο για να δει, αν υπήρχαν στις γωνιές κορίτσια που δεν τα ήξερε.
Ένα βράδυ, μπαίνοντας στον «Κήπο των Λουλουδιών», ένα κέντρο της οδού Σαρόν, να σου και βλέπει την Κλεμάνς, μια ανθοπώλισσα δεκάξι χρόνων, που τα όμορφα ξανθά της μαλλιά τού φάνηκαν σαν ένας ήλιος αναμμένος μέσα στη σάλα. Μονομιάς φούντωσε γι' αυτή κι όλο το βράδυ φαινόταν ερωτοχτυπημένος. Χόρεψε με τη μικρή και τής έκανε και το τραπέζι.
Έπειτα, στις έντεκα η ώρα, όταν η Κλεμάνς γύρισε σπίτι της, τη συνόδεψε και, φυσικά, θέλησε ν' ανεβεί επάνω. Μα κείνη τού 'κοψε το βήμα καθαρά και ξάστερα. Μπορεί -τού 'πε- να πέρασε ευχάριστα μαζί του μια βραδιά στο χορό, μα τίποτ' άλλο περισσότερο. Και τού 'κλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Εκείνος την άλλη μέρα μάζεψε διάφορες πληροφορίες γι' αυτήν. Η Κλεμάνς είχε κιόλας ένα φίλο που την παράτησε, αφήνοντας και δυο νοίκια απλήρωτα στην καμπούρα της. Γι' αυτό και κείνη ορκίστηκε να εκδικηθεί απάνω στον πρώτο άνδρα που θα 'κανε την κουταμάρα να την αγαπήσει.
Ωστόσο, τις επόμενες ημέρες ο Βαλεντίνος την περίμενε στο πεζοδρόμιο· είχε την τόλμη μάλιστα ν' ανεβεί στο σπίτι της και να τής πει μια καλημέρα, και την παρακολουθούσε παντού.
«Α», τής φώναζε κάθε μέρα γελώντας, «θα ιδωθούμε απόψε;»
Μα εκείνη τού απαντούσε με πρόσχαρη φωνή:
«Όχι, όχι. Αύριο!»
Κάθε Κυριακή τη συναντούσε στον «Κήπο των Λουλουδιών». Εκείνη βρισκόταν πάντα εκεί, καθισμένη απέναντι στην ορχήστρα. Δεχόταν ευχαρίστως το κρασί που την κερνούσε, χόρευε μαζί του, μα, μόλις έκανε να τη φιλήσει, τού έσκαζε ένα χαστουκάκι. Κι αν ακόμα εκείνος τής έλεγε να πάνε μαζί, τού απαντούσε μ' ένα τόνο πολύ λογικό πως δεν έκανε καλά να τής προτείνει τέτοια πράματα που δεν τής άρεσαν. Επί έξι βδομάδες περνούσαν έτσι με γέλια και μ' αστεία.
Όταν πέρασαν δύο μήνες, ο Βαλεντίνος γίνηκε έξαφνα κατσούφης. Δε μπορούσε πια να κοιμηθεί μέσ' στην τρύπα του, κάτω απ' τα κεραμίδια. Πνιγόταν εκεί μέσα. Μόλις επλάγιαζε με τα μάτια ορθάνοιχτα, έβλεπε στο σκοτάδι το μουτράκι της Κλεμάνς, που τα μαλλιά της έλαμπαν με μια αχτινοβολία σαν του ήλιου. Τότε πυρετός τον έπιανε και στριφογύριζε ως το πρωί στο κρεβάτι του σαν σε αναμμένα κάρβουνα. Και την άλλη μέρα στη δουλειά δεν έκανε τίποτα. Στεκόταν με τα μάτια χαμένα, ενώ τα εργαλεία τού έπεφταν από τα χέρια του. Οι σύντροφοί του τού φώναζαν: «Είδες λοιπόν τη δεσποινίδα Λίζα;» Αλίμονο! Όχι, δεν είχε δει τη δεσποινίδα Λίζα. Τρεις φορές είχε πάει στης Κλεμάνς, έπεσε στα γόνατά της, ικετεύοντάς την να τον κάνει δικό της. Μα αυτή τού έλεγε όχι, πάντοτε όχι· τόσο που εκείνος άρχισε να κλαίει σαν μωρό μέσα στο δρόμο. Σκεφτόταν να πάει να κοιμηθεί μπροστά στην πόρτα της, στο σκαλοπάτι της, γιατί τού φαινόταν πως θα ήταν καλύτερα εκεί, ακούγοντας μέσ' απ' τις χαραμάδες την ανάλαφρη αναπνοή της. Η επιθυμία αυτού του κοριτσιού τού αφαιρούσε από το στόμα την όρεξη να φάει και να πιει.
Τέλος, ένα βράδυ ανέβηκε στης Κλεμάνς και τής πρότεινε απότομα να την παντρευτεί. Εκείνη έμεινε σαστισμένη, μα δέχθηκε γρήγορα. Γιατί κι αυτή τον αγαπούσε μ' όλη της την καρδιά· μονάχα, είχε κλάψει πολύ όταν ο πρώτος της φίλος την παράτησε. Μα τώρα όμως, μιας κι ήτανε να ενωθούνε για πάντα, το ήθελε κι αυτή πολύ.
Την άλλη μέρα πήγαν μαζί στο δημαρχείο για να ζητήσουν πληροφορίες. Το πλήθος των διατυπώσεων τούς στενοχώρησε πολύ. Η Κλεμάνς δεν ήξερε πού να βρει την πράξη του θανάτου του πατέρα της. Ο Βαλεντίνος πάλι έτρεχε από γραφείο σε γραφείο για να πάρει ένα πιστοποιητικό απολύσεώς του απ' το στρατό. Βλέπονταν, ωστόσο, κάθε μέρα. Πήγαιναν κι έκαναν τον περίπατό τους στα προχώματα κι έτρεχαν σ' όλα τα πανηγύρια των περιχώρων. Το βράδυ, όταν εγύριζαν από τους μακρινούς δρόμους των προαστίων, δεν έλεγαν τίποτε κι έσφιγγαν γλυκά τα χέρια τους. Η καρδιά τους ήτανε φουσκωμένη από μια χαρά που δεν ήξεραν πώς να μιλήσουνε γι' αυτήν. Η Κλεμάνς μια φορά τραγούδησε στον Βαλεντίνο ένα ρομαντικό τραγούδι, όπου γινόταν λόγος για μια κυρία σ' ένα μπαλκόνι και για έναν πρίγκιπα που τής φιλούσε τα μαλλιά. Κι ο Βαλεντίνος βρήκε το τραγούδι αυτό τόσο όμορφο, ώστε τα μάτια του μούσκεψαν από δάκρυα.
Όταν τελείωσαν όλες οι διατυπώσεις, ο γάμος τους ορίστηκε για ένα Σάββατο. Θα παντρευόντουσαν ήσυχα - ήσυχα. Ο Βαλεντίνος πήγε να ζητήσει πληροφορίες στην εκκλησία, μα, επειδή ο παπάς τού ζήτησε έξι φράγκα, είπε πως δεν είχε ανάγκη από τη λειτουργία του και η Κλεμάνς φώναξε ότι ο γάμος στο Δημαρχείο τούς έφτανε. Στην αρχή είπανε να μην κάνουνε καθόλου γλέντι. Έπειτα, για να μη φανούν πως παντρεύονται στα κρυφά, σκέφτηκαν να οργανώσουν ένα πικ - νικ σ' ένα μαγαζί, όπου κάθε προσκαλεσμένος θα πλήρωνε κι ένα φράγκο. Θα καθόντουσαν δεκαοχτώ πρόσωπα στο τραπέζι. Η Κλεμάνς θα 'φερνε τρεις παντρεμένες φιλενάδες της. Ο Βαλεντίνος πάλι στρατολόγησε ένα σωρό μαραγκούς και τορναδόρους με τις γυναίκες τους. Η συνάντηση στο μαγαζί θα γινόταν στις δύο τη νύχτα, γιατί σκόπευαν να κάνουν έναν περίπατο πριν απ' το δείπνο.
Στο δημαρχείο ο Βαλεντίνος κι η Κλεμάνς παρουσιάστηκαν συνοδευόμενοι μονάχα από τους μάρτυρές τους. Ο Βαλεντίνος είχε βγάλει τις λίγδες από τη ρεντιγκότα του, η Κλεμάνς, εδώ και τρεις μέρες ξενυχτούσε για να επιδιορθώσει ένα παλιό μπλε φόρεμα που κάποια από τις φιλενάδες της, πιο ψηλή απ' αυτή, τής το 'χε πουλήσει για δέκα φράγκα. Φορούσε ένα καπελάκι στολισμένο με κόκκινα λουλούδια. Και ήταν τόσο όμορφη με την κοριτσίστικη λευκότητα του δέρματός της κάτω απ' τις ατίθασες μπούκλες των ξανθών της μαλλιών, ώστε ο δήμαρχος τής χαμογέλασε πατρικά. Όταν ήρθε η σειρά της να πει το «ναι», ένιωσε τον Βαλεντίνο να τη σπρώχνει με τον αγκώνα κι έσκασε στα γέλια. Όλοι γέλασαν μέσ' στην αίθουσα, ακόμα κι αυτά τα παιδιά του γραφείου. Σα να φυσούσε μια πνοή νεανική ανάμεσα από τα κιτρινισμένα φύλλα του Αστικού Κώδικα. Έπειτα, όταν ήρθε η ώρα να υπογράψει ο Βαλεντίνος, ανέλαβαν οι μάρτυρες. Εκείνος χάραξε ένα σταυρό στο βιβλίο γιατί δεν ήξερε γράμματα. Η Κλεμάνς έκανε μια μεγάλη μουντζούρα με το μελάνι. Όλοι έδωσαν από δυο πεντάρες για τους φτωχούς. Μονάχα η νιόπαντρη, αφού έψαξε και ξανάψαξε στις τσέπες της, έβγαλε κι έδωσε πενήντα λεπτά.
Στις δύο η ώρα βρισκόντουσαν όλοι μαζεμένοι στο μαγαζί που είχαν κανονίσει. Έφυγαν από 'κει και πήγαν στα οχυρώματα για να περπατήσουν. Έπειτα, ύστερα από πρόταση των αντρών, έπαιξαν την τυφλόμυγα μέσα σε μια τάφρο. Κάθε φορά που κάποιος άντρας έπιανε μια γυναίκα, την κρατούσε μια στιγμή στην αγκαλιά του και την τσιμπούσε κρυφά. Εκείνη τότε ξεφώνιζε, λέγοντας ότι αυτό απαγορεύεται κι ότι δεν ήταν σωστό να την τσιμπά. Όλοι γελούσαν δυνατά κι αναστάτωναν την ερημική εκείνη γωνιά της πόλης με μια τέτοια φασαρία, ώστε τα σπουργίτια τρομαγμένα πετούσαν μακριά από τα δέντρα στο βάθος του δρόμου. Στο γυρισμό, τρία από τα μικρότερα παιδιά της παρέας αναγκάστηκαν να τα πάρουν οι πατεράδες τους καβάλα στους ώμους, γιατί δε μπορούσαν πια να περπατήσουν από την κούραση.
Μα η κούραση δεν εμπόδισε κανέναν να φάει με μια διαβολεμένη όρεξη το βράδυ στο δείπνο. Όλοι τους θέλανε να φάνε του σκασμού για κείνο το ένα φράγκο που είχαν πληρώσει. Είχαν πληρώσει, έτσι δεν είναι; Μπορούσανε, λοιπόν, ν' αδειάσουν τα πιάτα τους. Γι' αυτό έπρεπε να δει κανείς πώς οι καλεσμένοι καθάριζαν και τα υπολείμματα του κρέατος από τα κόκαλα ακόμα. Δεν άφησαν τίποτα στην κουζίνα. Ο Βαλεντίνος, που οι σύντροφοί του ήθελαν να τον μεθύσουν για να γελάσουν, πρόσεχε πολύ το ποτήρι του. Μα η Κλεμάνς, που δεν έπινε ταχτικά ανέρωτο κρασί, είχε κοκκινίσει κι έκρωζε βραχνά σαν κίσσα. Την ώρα που σερβιρίστηκε το γλυκό άρχισαν και τα τραγούδια. Ο καθένας είπε το δικό του, κάθε φορά και διαφορετικό. Επί τρεις ώρες αντηχούσαν στην αίθουσα τα στιχάκια τους. Κάποιος τραγουδούσε μια ρομάντσα, στην οποία γινόταν λόγος για τη Βενετία και τις γόνδολές της. Ένας άλλος το 'χε ρίξει στα κωμικά τραγουδάκια, που εξιστορούσαν τις συνέπειες του πιοτού. Ένας τρίτος τραγούδησε κάποιο τραγούδι με στίχους κάπως πιο γαργαλιστικούς, που οι κυρίες, γελώντας δυνατά, το συνόδεψαν χτυπώντας με τα μαχαίρια τους τα ποτήρια. Ωστόσο, όταν ήρθε η ώρα να πληρώσουν, η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο. Ο καταστηματάρχης ζητούσε κι άλλα λεφτά επιπλέον. Πώς; Κι άλλα λεφτά; Μα αφού είχαν συμφωνήσει για ένα φράγκο... Όχι περισσότερο. Αλλά επειδή ο ταβερνιάρης φοβέριζε πως θα καλέσει τους χωροφύλακες, η κατάσταση πήρε άσχημη τροπή, πιάστηκαν στα χέρια κι έτσι πολλοί απ' τους καλεσμένους κατέληξαν να περάσουν την υπόλοιπη νύχτα τους στο αστυνομικό τμήμα. Ευτυχώς οι νιόπαντροι είχανε τη φρονιμάδα να το σκάσουν διακριτικά με το που άρχισε ο σαματάς.
Ήταν ήδη τέσσερις τα ξημερώματα, όταν ο Βαλεντίνος κι η Κλεμάνς έφτασαν στην κάμαρά της, στην οποία είχαν αποφασίσει να μείνουν μέχρι τον επόμενο μήνα. Είχαν διασχίσει όλο το προάστιο του Αγίου Αντωνίου με τα πόδια. Επειδή βάδιζαν πολύ γρήγορα, δεν ένιωσαν σχεδόν καθόλου τον ψυχρό άνεμο που φυσούσε. Μόλις έκλεισαν την πόρτα τους πίσω τους, ο Βαλεντίνος πήρε την Κλεμάνς στην αγκαλιά του και τής γέμισε το πρόσωπο με φιλιά τόσο παθιασμένα, τόσο ορμητικά, που την έκανε να βάλει τα γέλια. Κρεμάστηκε από το λαιμό του και τον φιλούσε κι αυτή μ' όλη της την ψυχή για να τού δείξει την αγάπη της. Μονάχα που το κρεβάτι τους δεν ήτανε στρωμένο, γιατί η Κλεμάνς το πρωί ήτανε τόσο βιαστική ώστε έριξε απλά από πάνω μόνο το σκέπασμα. Έτσι ο Βαλεντίνος τώρα τη βοήθησε να γυρίσει και να τακτοποιήσει το στρώμα. Είχε φωτίσει πια, όταν έπεσαν να κοιμηθούν. Το καναρίνι της Κλεμάνς, που το κλουβί του ήτανε κρεμασμένο στο παράθυρο, άρχισε να κελαϊδάει πολύ γλυκά. Μέσα στη φτωχική καμαρούλα, κάτω απ' τις παλιές κουρτίνες του κρεβατιού, τα φτερά της αγάπης ανοιγόκλειναν...
Μ' όλους τους υπολογισμούς ο Βαλεντίνος κι η Κλεμάνς άρχισαν τη συζυγική τους ζωή με περιουσία μόνο είκοσι τρεις πεντάρες. Τη Δευτέρα ξαναπήγαν κι οι δυο στις δουλειές τους. Οι μέρες περνούσαν κι η ζωή κυλούσε. Στα τριάντα της χρόνια η Κλεμάνς είχε χάσει την ομορφιά της, τα ξανθά της μαλλιά είχαν πάρει ένα άσχημο κίτρινο χρώμα και τα τρία παιδιά που έκανε στο μεταξύ είχαν χαλάσει το άλλοτε λυγερό της σώμα. Ο δε Βαλεντίνος το ΄χε ρίξει στο κρασί, η ανάσα του είχε γίνει βαριά, τα όμορφα μπράτσα του είχαν γίνει τραχιά κι είχαν αδυνατίσει από τη σκληρή δουλειά του μαραγκού. Τις μέρες που πληρωνόταν, όταν γύριζε στο σπίτι μεθυσμένος, με τις τσέπες αδειανές, το αντρόγυνο άρχιζε τους καυγάδες, ενώ τα μωρά τους ούρλιαζαν. Σιγά - σιγά η γυναίκα συνήθισε να πηγαίνει και να μαζεύει τον άντρα της από την ταβέρνα. Στο τέλος μάλιστα έμαθε και να κάθεται εκεί να τον περιμένει, να πίνει κι αυτή το δικό της μερτικό απ' τις κανάτες του κρασιού, μέσα στους καπνούς των τσιγάρων. Μα δεν έπαψε ποτέ ν' αγαπάει τον άντρα της, τον δικαιολογούσε μάλιστα, όταν τής έριχνε κανένα σκαμπίλι. Άλλωστε εξακολουθούσε να είναι μια τίμια γυναίκα. Δε μπορούσε να την κατηγορήσει κανείς ότι πήγαινε με τον πρώτο τυχόντα όπως μερικές άλλες. Και, μέσα σ' αυτή τη ζωή των καυγάδων και της αθλιότητας, μέσα στη βρώμα ενός σπιτιού που έμενε συχνά χωρίς φωτιά και χωρίς ψωμί, μέσα στον αργό ξεπεσμό του αντρόγυνου, υπήρχαν, μέχρι το θάνατό τους ακόμη, στιγμές που κάτω από τις κουρελιασμένες πια κουρτίνες του κρεβατιού τους, η αγάπη χτυπούσε χαϊδευτικά τις φτερούγες της.
Ζολά Εμίλ
(μετφρ. Μήτσος Παπανικολάου), περιοδικό «Μπουκέτο»
Αθήνα, Ιούλιος 1928

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου