Τρίτη 9 Μαΐου 2023

ΟΙ ΔΥΟ ΜΑΣΤΟΡΟΙ

   
   Ο μαστρ' Αλέξης προχώρησε σύρριζα από μια μάντρα, κρατώντας σφιχτά στη μασχάλη του τα τζάμια και προσέχοντας μη βουτήξει στα νερά.
   Απ' το άλλο χέρι  με το μεσαίο δάχτυλο βαστούσε το μέτρο σε σχήμα Λ κεφαλαίο. Στο διάβολο!  Μεγάλη Βδομάδα κι ούτε σεφτέ. Άντε τώρα εσύ να σού εξαργυρώσει ο μπακάλης το βράδυ τα βρωμοτζάμια σου.
   Μα το θεό! Τώρα δα αν μού πλέρωνε κανείς  την αξία τους, θα μπορούσα να τα σβαρνίσω χάμω.
   Κουνούσε με τέμπο το μέτρο στο χέρι κι έγερνε μάλιστα κατά τη συνήθειά του απ' τη μια μεριά.
   Έτσι δα να μη δείχνει και ξελιγωμένος για δουλειά... Κείνη την ώρα απ' την άλλη μπάντα της μάντρας ο μαστρ' Αρίστος έκλεισε τα κεπέγκια (1) του μαγαζιού του. Στο χέρι του πήρε το ζεμπιλάκι (2) γεμάτο με πατάτες, ρεπανάκια, κρεμμυδάκια φρέσκα, χαλβά και κρέας. Ένα αρνίσιο μισομέρι τυλιγμένο σε χοντρό χασαπόχαρτο. Τα σήκωσε με το μπράτσο του ως πάνω στη μέση γιατί ήταν βαριά και τράβηξε άκρη - άκρη απ' τη μάντρα, κοιτώντας προσεχτικά μπροστά του να μη γλιστρήσει.
   Τώρα στο νου του είχε δυο πράματα. Να βρει έναν τεχνίτη να περάσει τα τζάμια της κουζίνας, γιατί κρύωνε η γυναίκα του, και ν' αγοράσει κεριά για το βράδυ στον εσπερινό.
   Αυτό το τελευταίο πώς το βαριόταν. Κεριά. Χωρίς κεριά δε γίνεται Πάσχα. Όχι τίποτε άλλο, μα τώρα δα καθώς ήταν φορτωμένος θα τού σπάγανε. «Αχ, αυτές οι γυναίκες!...»
   Στη γωνιά ακριβώς της μάντρας σκουντούφλησαν δυο άνθρωποι. Οι δυο άνθρωποι κούντρησαν (3) τόσο δυνατά που τα τζάμια έτριξαν.
   Αν κρατούσε ο ένας απ' τους δυο κανένα σιδερένιο αντικείμενο, σίγουρα θα σπάγανε όλα.
   «Α! Εσύ μάστορα τζάμια περνάς; Τι σύμπτωση, κι εγώ τώρα αυτό σκεφτόμουνα». Στο πρόσωπο του Αλέξη  ζωγραφίστηκε ένα ήμερο μειδίαμα.
   Μάλιστα στην αρχή τού 'ρθε να τον βρίσει. Ευτυχώς όμως και κρατήθηκε.
   «Έλα στο σπίτι μου, έρχεσαι; Είναι εδώ κοντά». 
   Έστριψαν τη μάντρα  και βγήκαν σ' ένα φαρδύ δρόμο.  Ο Αλέξης, βαστώντας γερά τα τζάμια, τον ακολούθησε. Σε τέτοιες περιπτώσεις η θέση του γυρολόγου είναι πάντα λεπτή.
   Δεν πρέπει ν' αφήνεις τον πελάτη να σκέφτεται. Να τού πιπιλίσεις το μυαλό με ρωτήματα, και τι και πώς; Εκεί που καταλαβαίνεις, να κάμνεις κι ένα θαυμασμό. «Α! Μάλιστα, αντιλαμβάνομαι τι εννοείτε». Μερικός κόσμος είναι περήφανος. Πλερώνει.
   «Η δουλειά σας, μάστορα, αν επιτρέπετε;» 
   «Φόντια (4)». 
   «Δηλαδή;» 
   «Ράβω φόντια. Έχω μαγαζί. Τι τα θες; Εφορία, νοίκι, εκεί παν' όλα. Όσο για την κυβέρνηση, κανένα μέτρο δεν παίρνει. Τι να σού κάνει κι αυτή, τη στιγμή που οι καρχαρίες...» Έσκυψε κι έδεσε το κορδόνι του παπουτσιού του. «Εσείς καλά το δουλεύετε, νε φόρους, νε τίποτε, τσάκα - τσούκα, πήρες τα λεφτά σου κι έφυγες».
   Του Αλέξη το πρόσωπο σα να μισοξύνισε. Όχι ότι δεν είχε όρεξη για κουβέντα, μα το πνεύμα της ομιλίας του δεν τού άρεσε. Γιατί όμως, δεν το πολυεξέτασε την ώρα εκείνη.
   «Είναι ακόμη μακριά το σπίτι;»  
   «Δεν ακούω».
   «Το σπίτι λέω, είναι ακόμη μακριά;»
   «Α! Να, στο τελευταίο σπίτι,  θα στρίψεις αγνάντια. Κατάλαβες;»
   Μέσα σε μια λακκούβα, τσαλαβούτησαν κι οι δυο. Ο Αλέξης μουσκέφτηκε με λασπόνερο ως μέσα στο σώβρακο. Βλαστήμησε λίγο, μα σιγανά, έτσι που να μην ακουστεί ανάμεσα απ' τα δόντια του. Ο πελάτης τού λέκιασε λίγο με πιτσιλιές τα ρεβέρ του πανταλονιού του.
   «Πόσο θα με πάρεις μάστορα, δε σε ρώτησα. Ξέρεις, μπορώ αυτή τη δουλειά να την κάνω και μόνος μου».
   «Πάμε και θα κανονίσουμε. Δε θα μαλώσουμε».
   Ο έξυπνος γυρολόγος πρέπει να φέρει τον πελάτη με τ' αδράχτι. Σιγά - σιγά. Ύστερα τόσο δρόμο μ΄έφερες, κύριος... Μάλιστα κατά βάθος και το πανταλόνι του που λερώθηκε ήταν στην ώρα του.
   Κοντά σε μια ξύλινη κολόνα ο μαστρ' Αρίστος σκουντούφλησε σε μια πέτρα τόσο πολύ, που ο πλαϊνός του νόμισε πως θα πάρει ξάπλα. Γι' αυτό κι έκανε να τον πιάσει απ' τον ώμο.
   Σταμάτησε κι έβαλε τα γυαλιά του.
   «Ξέρεις τι, όταν μια πέτρα είναι μακριά τη βλέπω τόσο καθαρά, μα όταν φτάσει κοντά μου, σκουραίνει, σκουραίνει σα να τη σκεπάζει ομίχλη...»
   Γύρισε το κεφάλι του πίσω. «Είμαστε αρκετά μακριά».
   «Θέλει ακόμη πολύ, μάστορα;»
   «Βλέπεις αντίκρυ ένα σπίτι με πράσινα παντζούρια; Αγνάντια από κει, είναι ένα εργοστάσιο που φκιάχνει κλαπατσοβότανα (5). Πολύ μικρή απόσταση... Ξέρεις εγώ καλοκαιρινές μέρες κατεβαίνω με το ποδήλατο. Μια χαρά είναι».
   Στη γωνιά του δρόμου, από ένα μπακάλικο, αγόρασε τρία κεριά. Ένα για τον εαυτό του, ένα για τη γυναίκα του κι ένα για το παιδί του. Ύστερα βγήκαν σε μια αλάνα. Η λάσπη εδώ ήταν κάπως νωπή, έτσι που κολλούσε στα παπούτσια τους και τα 'καμνε χοντρά - χοντρά, ασήκωτα. Μάλιστα ο τζαμτζής φαινόταν τώρα πολύ πιο ψηλός.
   Ο τελευταίος λίγο σταμάτησε, κοίταξε αλλήθωρα προς το μέρος που ήταν ο ήλιος. Οσμίστηκε μια - δυο φορές αλλά δεν μπόρεσε να φτερνιστεί. Άλλαξε χέρι στο φορτίο του και προχώρησε.
   «Ε! Πατριώτη, θέλει πολύ ακόμη;»  
   
   Όταν φτάσανε στην πόρτα του σπιτιού ήταν μια λιμνίτσα με νερά. Γι' αυτό ο ένας βαστώντας το ζεμπίλι άνοιξε το πόδι του, φούχτωσε γερά τον πάσσαλο του κήπου και με μια δρασκελιά σάλταρε μέσα.
   Ο μαστρ' Αλέξης έτσι ή αλλιώς τα παπούτσια του είχαν πάρει νερά, γι' αυτό χωρίς να χασομερήσει βούτηξε μέσα. Πιο σίγουρα πράματα. Την ώρα εκείνη μισάνοιξε η πόρτα και φάνηκε ένα γυναικείο κεφαλάκι.
   «Αρίστο, άργησες. Αχ, και θα πάω να φκιάξω τα μαλλιά μου».
   «Πολλά λόγια λες. Μάστορα, πάρε σε παρακαλώ τα μέτρα. Ξέρεις, αυτή τη δουλειά μπορώ να την κάνω κι εγώ. Βρε παλιόκαιρος!»
   «Ελεάνα, φέρε μου τις παντόφλες. Για το βράδυ έφερα χαλβά, ακούς; Και τα κεριά είναι μέσα στο πανωφόρι μου».
   Ο μαστρ' Αρίστος έριξε ένα βλέμμα κι έκανε ένα σύντομο λογαριασμό...
   «... Τόσο δρόμο, κύριε, μ' έφερες, λάσπη κ.λπ. ...» και ψιθύρισε, διπλώνοντας τα χείλη του, έναν αριθμό.
   «Όχι, φίλε, εγώ καλά λέγω. Το εσνάφι (6) χρειάζεται κρέμασμα. Αμέσως θέλουμε να πλουταίνουμε».
   «Με το συμπάθειο, εσείς πόσο θέλετε;»
   «Σαράντα φράγκα και πολύ. Είπα, ας φάει ένας φτωχός το ψωμί...»
   Ο μαστρ' Αλέξης οπισθοχώρησε. Θα θύμωνε, αν η πείρα της δουλειάς του δεν τον είχε οπλίσει με φρόνηση.
   «Κύριε, τόσο ακριβώς είναι το κόστος.  Στ' ορκίζομαι στο παιδί μου!...»
   «Μην ορκίζεσαι τέτοια μέρα. Αμαρτία είναι. Σε συμφέρει, κάν' τα. Δε σε συμφέρει, μη με κολάζεις».
   Ο Αλέξης αγκάλιασε ξανά τα τζάμια του και, πατώντας μέσα στα νερά, βγήκε έξω απ' τον κήπο. Λίγα βήματα παρέκει κοντοστάθηκε. Ίσως λογίστηκε πως για την άλλη μέρα έπρεπε κάτι να ψωνίσει.
   «... Ύστερα τόσο δρόμο μ' έφερες, κύριε...» λάσπη, εχτός που λέρωσε και το πανταλόνι του.  
   Ξαναγύρισε.
   «Πατριώτη, ε, πατριώτη. Άντε έλα, βάλε ακόμα ένα τάλαρο».
   «Όχι, φίλε μου, αν σού τρώγω το δίκιο, στο καλό. Εβραίϊκα παζάρια δεν θέλω».
   Είναι αλήθεια πως ο μαστρ' Αρίστος το ψυχολογικό αυτό παιχνίδι το ήξερε κι απ' τη δουλειά του. Είναι το παιχνίδι του ψαριού με το δόλωμα. Μποσκάρει την αρμαθιά, πού θα πάει; Ο τζαμτζής έκανε ένα δισταχτικό βήμα προς τα μπρος. Συλλογίστηκε. Ύστερα πάλι γύρισε.
   «Δώσε ακόμη κανένα δίφραγκο».
   «Μην περιμένεις, τα λεφτά που σού δίνω είναι καλά. Αν κερδίζονταν τόσο εύκολα...»
   Σε λίγο στην κουζίνα παραμερίστηκαν κάτι λερωμένα πιάτα, φλιτζάνια με καφέ, νεροπότηρα, και τοποθετήθηκε το πρώτο παράθυρο.
   Σ' αυτό βοήθησε κι ο μαστρ' Αρίστος.
   «Άκου, μπορείς να δουλέψεις κι εδώ. Δεν είναι καλύτερα;»
   «Αρίστο, όχι σε παρακαλώ.  Εδώ μαγειρεύω», επενέβηκε η γυναίκα.
   «Αχ! Αυτές τις γυναίκες, πού να τις κάνεις ζάφτι».
   Ύστερα έτρεξε από μέσα κι έφερε το δεύτερο παράθυρο.
   Κατά βάθος ο μαστρ' Αρίστος καμάρωνε τη γυναικούλα του με τον όμορφο στρογγυλό πισινό της. Μάλιστα τώρα και τα μαλλιά της που θα τα κούρευε σύμφωνα με τη μόδα. Αχ, αυτές οι γυναίκες...
   «Μάστορα, το τζάμι μού φαίνεται είναι λίγο κοντό».  Πραγματικά την ώρα εκείνη ο Αλέξης στα βιαστικά γέμιζε την άδεια πατούρα (7) με στόκο.
   «Μην ανησυχείς, η πατούρα βρίσκει. Φέρτε τ' άλλο παράθυρο».
   Ο μαστρ' Αλέξης ξερόβηξε, αναστέναξε.
   «Δουλεύουμε, δουλεύουμε, χαΐρι δε βλέπουμε».
   Ο μαστρ' Αρίστος όμως δεν αποκρίθηκε. Σιγοσφύριζε μόνο κρυφά, όταν πήγε το παράθυρο μέσα.
   «Αυτοί οι μαστόροι πώς θέλουν να σε γελάσουν. Δουλειά... τέτοια δουλειά μπορούσα να την κάνω κι εγώ».
   «Τώρα αμέσως σού φέρνω και τ' άλλο».
   Ο Αλέξης ένα τιτίβισμα πουλιού άκουσε.  Μα στη δουλειά του πάνω ποτέ δεν σήκωνε κεφάλι.
   «Αυτό ξέρεις είναι αγρετίδικο. Πρόσεξέ το μάστορα».
   «Έχω το νου μου».
   «Ελεάνα, ετοίμασε το παιδί για τον εσπερινό ή καλύτερα δε θα πας να φκιάξεις τα μαλλιά σου;» 
   Το παράθυρο αυτό είχε πολλούς παλιούς στόκους κολλημένους με λαδομπογιά γι' αυτό ο μαστρ' Αλέξης παιδεύτηκε αρκετά ώσπου να τους καθαρίσει με τη φαλτσέτα.
   «Έχετε παιδιά;»
   «Ένα».
   «Να σάς ζήσει».
   Την ώρα εκείνη απ' την ανοιχτή πόρτα έτρεξε ένα αγοράκι ως τεσσάρων χρονών, πασαλειμμένο με χαλβά.
   «Μπάρμπα, χαλβάς είναι;»
   «Μάστορα, πάλι στενό είναι».
   «Αφήστε με, σάς παρακαλώ, να κάνω τη δουλειά μου».
   «Καλά. Σύμφωνοι».
   «Μη αγοράκι μου, μην πειράζεις το στόκο».
   «Αρίστο, σωστά σού λέει ο άνθρωπος», επεμβαίνει η γυναίκα.
  «Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου. Ακούς; Ξέρω εγώ.  Απ' το μάτι μου δε φεύγει εμένα ούτε μύγα». Τα τελευταία λόγια τα μουρμούρισε αυτή τη φορά με κάποια κακία.
   «Μπάρμπα, χαλβάς είναι;»
   «Μη αγοράκι μου, μη να σε χαρώ».
   «Ελεάνα, πάρε το παιδσί σού είπα».
   «Αρίστο, δε θα μ' αφήσεις πια να κάνω τη δουλειά μου. Ακόμη ούτε σκούπισα».
   Άρπαξε το παιδί θυμωμένα και τ' οδήγησε ίσια στο δωμάτιο.
   Εκείνος κάπως νευρίασε απ' τον τρόπο αυτό και θα τής πετούσε σίγουρα κάτι στα πόδια της, αν η γυναίκα του δεν ήταν τόσο όμορφη. Γι' αυτό μόνο μουρμούρισε:
   «Αχ, εσείς οι γυναίκες, κουτορνίθια».
   «Πάλι κοντό είναι».
   «Εσύ λοιπόν λες πως η δουλειά σου θέλει πόδια. Μα κι εγώ τι νομίζεις, πιότερο από σένα περπατώ. Φουκαρά μου...» Έβγαλε ένα βιβλιάριο κι από μέσα μια φωτογραφία από εφημερίδα. «“Κυνήγι τσακαλιών κι επιβλαβών ζώων”. Ορίστε πόδια να δεις. Μα τώρα πια τα παράτησα».
   Ο μαστρ' Αλέξης παραδέχτηκε. Ύστερα δεν ήταν κι επίμονος άνθρωπος.
   «Α! Ναι! Θαυμάσια. Αντιλαμβάνομαι!... Η σκόπευση, ξέρεις, δύσκολο πράμα».
   «Μάστορα, πάλι κοντό είναι το τζάμι».
   «Μπορείτε να το βάλετε. Οι καβίλιες (8) είναι βαμμένες...»
   Μπροστά του τώρα τράνταζε ο φανός κι ακούστηκε ένα ψιλό σφύριγμα σπίνου. Ο μαστρ' Αλέξης περίεργος σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε με προσοχή. Ένα μεγάλο ποντίκι έτριβε τη μουσούδα του πάνω στη σίτα.
   «Ελεάνα, δε θα πας στον κομμωτή; Κοίτα μη σε κουτσουρέψει. Να σ' αφήσει φαβορίτα, πίσω πλούσια περούκα και σκάλες. Μη σού τα φκιάξει σαν της Μαριάννας...»
   «Μάστορα, είναι λίγο κοντό. Ελεάνα, μπορεί να ξεχάσω, να σε ξυρίσει και λίγο τα φρύδια».
   Ο ποντικός έκανε μια βόλτα, κάτι έψαξε, πήδηξε και παρουσιάστηκε μασουλώντας.
   «Μάστορα, λίγο ματζούνι έβαλες», Ο μαστρ' Αλέξης την ώρα εκείνη, καθώς χάραζε το τζάμι, φαίνεται από κάτω θα πατούσε σε καρφί. Τσακ. Το τζάμι έγινε στα δύο. Στο στόμα τού 'ρθε μια βλαστήμια αλλά την κατάπιε.
   Άντε τώρα στου διαβόλου τη μάνα να φας άλλη τόση λάσπη.
   «Τώρα; Τι θα γίνει τώρα;» Ο Αρίστος σκέφτηκε πως σε τέτοιες περιπτώσεις δεν πρέπει κανείς ν' ανακατεύεται. Έπειτα η ζημιά δικιά του είναι. Γι' αυτό, όταν η Ελεάνα ρώτησε με περιέργεια τι συνέβη, τήν απόδιωξε αυστηρά.
   «Εσύ στη δουλειά σου».
   Ο μαστρ' Αλέξης μάζεψε τα εργαλεία του κάπως σκυθρωπός.
   «Θα μπαίνει τώρα και κρύο».
   «Λοιπόν τώρα τι θα γίνει;»
   «Θα 'ρθω ξανά».
   «Πότε, να ξέρω, πρέπει να 'μαι κι εγώ εδώ. Οι γυναίκες δεν καταλαβαίνουν. Αύριο είναι Πάσχα».
   «Μεθαύριο Δευτέρα». 
   «Ούτε. Είναι γιορτή, δεν το 'χω σε καλό. Μπορεί και να λείψουμε στην κουμπάρα μας».
   «Την Τρίτη».
   «Μάλιστα».
   «Αρίστο, όχι παιδί μου την Τρίτη. Δε σού είπα ότι θα 'ρθει η μοδίστρα;»
   Ο άντρας κίνησε με απογοήτευση το κεφάλι του.
   «Έχουμε και μοδίστρες. Τότε, φίλε μου, την Τετάρτη. Σίγουρα πράματα... Λεφτά; Καλά, Ελεάνα, δώσε στον άνθρωπο τα μισά λεφτά».
   «Μού φαίνεται Αρίστο είσαι ανόητος. Τι σού είπα;» Έκανε μέσα από το δωμάτιο μια στενόχωρη γκριμάτσα. «Δώσε απ' τα δικά σου».
   Εδώ ο Αρίστος έψαξε νευρικά την τσέπη του.
   «Να, ένα δεκάρικο. Μοναδικό. Τα υπόλοιπα την Τετάρτη».
   Του Αλέξη τώρα δα τού κακοφάνηκε, μα ήξερε να βάζει σε πειθαρχία και τα νεύρα του.
   «Μόνο το δεκάρικο;» 
   «Καλά, από μάς δεν χάνει κανείς. Αλλά πού είσαι, εδώ δε μ' έβαλες ματζούνι... Καλό Πάσχα».
   Ο Αλέξης βγαίνοντας απ' τον κήπο πλατσούρισε κάπως νευρικά έτσι που μουσκέφτηκε ξανά ως το σώβρακο.
   Σουρούπωνε. Μουντή ομίχλη σκέπαζε την αλάνα. Το εργοστάσιο με τα κλαπατσοβότανα φέγγιζε κιόλας. Από μακριά ένα κάρο φορτωμένο με πέτρα έτριζε. Όταν απομακρύνθηκε αρκετά, ο μαστρ' Αλέξης άκουσε από πίσω του τη γνωστή φωνή.
   «Μάστορα, ε, μάστορα! Τετάρτη πρωί. Να φέρεις και λίγο ματζούνι».
 
Ράμος Πέτρος
Περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης»
 τεύχος 14, Αθήνα, Φεβρουάριος 1956
 
Σημειώσεις:
(1) κεπέγκι: το ξύλινο κάλυμμα της πρόσοψης μαγαζιού, ρολό, παντζούρι 
(2) ζεμπίλι: μεγάλος σάκος από ψάθα, χοντρό ύφασμα, δέρμα ή ελαστικό υλικό (καουτσούκ) με μεγάλο στόμιο και δύο χειρολαβές, που χρησιμοποιείται στην πρόχειρη μεταφορά πραγμάτων 
(3) (σ) κουντρώ: σπρώχνω, απωθώ με βίαιο τρόπο κάποιον κυρίως με το κεφάλι, κουτουλάω
(4) φόντι: το πάνω μέρος του παπουτσιού 
(5) κλαπατσοβότανα: μικροεργαλεία 
(6) εσνάφι (σινάφι):  Ονομασία επαγγελματικών ενώσεων στα φεουδαρχικά μουσουλμανικά κράτη της Ανατολής, συντεχνία, σωματείο επαγγελματιών
(7) πατούρα (η): εγκοπή σανίδας στην οποία μπαίνει αντίστοιχη προεξοχή άλλης σανίδας, για να σχηματιστεί το σανίδωμα. 
(8) καβίλια: κυλινδρικό εξάρτημα συνήθως μικρού μεγέθους, που χρησιμοποιείται σε συνδέσεις με κατάλληλες οπές για τη σταθεροποίηση μερών/τμημάτων με αντίστοιχες οπές σε δύο διαφορετικά εξαρτήματα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου