Κυριακή 28 Φεβρουαρίου 2021

ΑΥΣΤΡΑΛΙΑ

 ...Στην αφετηρία...

    Το διήγημα «Αυστραλία» του Γιάννη Δενδρινού, από τη συλλογή «Σπασμένες γραμμές» (εκδόσεις «Ενύπνιο», Αθήνα 2021), αποτελεί τη μικρή ιστορία μιας ολόκληρης ζωής, όχι τόσο του κεντρικού ήρωα, ο οποίος μπαρκάρησε και ξενιτεύτηκε στην Αυστραλία, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη για τον ίδιο και την οικογένειά του υποτίθεται, αλλά, κυρίως, της γυναίκας του που έμεινε πίσω να τον περιμένει με την ψευδαίσθηση ότι κάποτε θα καλέσει στην ξενιτειά ή θα φροντίσει και την οικογένειά του για να ζήσουν μια καλύτερη ζωή. Πολλοί «ωκεανοί» μεταφορικά και κυριολεκτικά έφεραν το «ρήγμα» στη ζωή αυτών των ανθρώπων. Ο άντρας, ο Αρχοντής, ξενιτεύτηκε και η μακρινή χώρα τον έκανε να ξεχάσει την οικογένειά του. Από την άλλη, η γυναίκα του, η Γλυκερία, έμεινε πίσω να ζει την περιορισμένη και ασφυκτική ζωή της γυναίκας του ναυτικού. Στην αρχή είχε την οικονομική στήριξη του άντρα της, έπειτα τα ίχνη του χάθηκαν, γεγονός που «έπεισε» την ηρωίδα ότι εκείνος ήταν νεκρός. Κι έτσι ακολούθησε τον κοπιώδη βίο της «χήρας» του ξενιτεμένου που αναγκάζεται να κάνει ο,τιδήποτε για να μεγαλώσει τα παιδιά της και να στηρίξει την οικογένειά της. Ως εδώ η ζωή της γυναίκας στο μικρό νησί φαίνεται φυσιολογική και αναμενόμενη... Όμως κάποια στιγμή έρχεται η διάψευση από τον περίγυρο για το τι πραγματικά συμβαίνει με τον άντρα της. Η γυναίκα έχει σκληρύνει πια κι όταν εκείνος επιστρέφει πια γέρος πίσω στο νησί πώς άραγε θα τον αντιμετωπίσει; Ο συγγραφέας -γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιθάκη- χρησιμοποιεί ως αφορμή το μύθο του Οδυσσέα και της Πηνελόπης, αλλά οι δικοί του ήρωες στερούνται τις ευαισθησίες των μυθικών προτύπων τους, είναι ρεαλιστικοί ανθρώπινοι τύποι μιας πραγματικής ζωής. 
 
✽ 
 
   Τα χέρια του τρέμανε. Έβγαλε δυο πουκάμισα από τη βαλίτσα, έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του και τα περιέφερε μπρος στα γουρλωμένα μάτια των παιδιών σαν λάβαρα. Είχανε φανταχτερά χρώματα, αποχρώσεις του πράσινου και του γαλάζιου, και κάτι σχέδια ακαθόριστα, εξωτικά, που φέρνανε σε φοίνικες και καμπυλωτά ράμφη παπαγάλων.
   Αυτή με την κόρη της σταθήκανε παράμερα, όρθιες σε μια γωνιά της τραπεζαρίας. Τον κοίταζαν, αλλά ένα χαμόγελο δεν έφυγε απ' το χείλι τους.
   Ύστερα από λίγο, τα παιδιά ξεσπάσανε. «Ρε συ μάνα, θα μας εξηγήσει κανείς τι συμβαίνει 'δω πέρα;» είπανε με μια φωνή. «Ποιος είναι τούτος ο γέρος;»
   Η μάνα τους έχωσε με λύσσα τα νύχια στ' αργασμένο μπράτσο της δικής της μάνας. Το γέρικο πετσί σκίστηκε και μικρές κόκκινες σταγόνες κυλήσανε στο πάτωμα. Η γριά έμεινε ασάλευτη.
   Η Γλυκερία παντρεύτηκε τον Αρχοντή το '49, στα τελειώματα του εμφυλίου. Είχανε να λένε για την τύχη της. «Να μου τον προσέχεις», της ψιθύρισε στο αυτί μια παλιά αγαπητικιά του, η Στέλλα του Αρματάρη, όταν ένα βράδυ με βροχή τη στρίμωξε στο πάνω καντούνι της πλατείας. Κι αυτή της είχε  μπήξει τότε τα κοφτερά της νύχια στο κάτασπρο μπράτσο. Το νερό είχε σχηματίσει ρυάκι και πήρε μαζί του το αίμα και την απειλή.
   Ήτανε σκυφτή κι αδύναμη, με πόδια σαν κλαδάκια, αλλά είχε μάτια μεγάλα και υγρά, λες και την έδερνε πυρετός ολημερίς. Μόλις τα πρωτοείδε ο Αρχοντής, λέγανε, αποφάσισε να κατέβει απ' το βουνό, να παραδώσει το ντουφέκι και να φτιάξει οικογένεια. Κάποιοι ψιθύρισαν άλλα. Ότι ήτανε το χωράφι στο Βλυχό, που του 'ταξε μια νύχτα χωρίς φεγγάρι ο μπάρμπας της ο Ντίνος πάνω από τ' αποκαΐδια της φωτιάς, λίγο πριν η ομάδα τους εγκαταλείψει το ύψωμα του Κλέφτη.
   Όλα γίνανε γρήγορα. Δέκα μήνες μετά, η Γλυκερία γέννησε την κόρη τους. Την άφηνε, μωρό ακόμα, κάτω απ' τα λιόδεντρα και ζωσμένη με το σακούλι της ανέβαινε στα πιο ψηλά κλωνάρια για να μαζέψει έναν έναν τον καρπό. Και στ' αμπελάκι, στην άκρη του χωραφιού, πρώτη άφηνε τον κόπο της. Μόνη το κλάδευε στη χάση του φεγγαριού και τελευταία έφευγε από το μάζεμα των σταφυλιών. Πήγαινε συχνά στην εκκλησιά και σταυροκοπιόταν με τις άλλες γυναίκες του νησιού.
   Ο Αρχοντής ψευτοδούλευε. Έκανε δυο μεροκάματα τη βδομάδα μοιράζοντας φιάλες υγραερίου με το τρίκυκλο του πρατηρίου και τις άλλες μέρες έκανε τάχα πως τη βοηθούσε στο χωράφι. Μόλις γύριζε κοιταζόταν στον καθρέφτη, περιποιούνταν το μαύρο του μουστάκι και κατηφόριζε στην ταβέρνα. Αυτός πήγαινε στην εκκλησιά μόνο τις μεγάλες γιορτές.
   Δυο δωμάτια είχε το χαμόσπιτο που μένανε. Έφτιαξαν για τη μάνα της κι ένα τρίτο, με ξύλινους τοίχους σαν τσιγαρόχαρτα που το χειμώνα τραβούσανε νερό απ' το χώμα.
   Ένα απόγευμα που οι αστραπές σκίζανε τον ουρανό, επιστρέφοντας από μια γειτόνισσα, τον βρήκε όρθιο δίπλα στο παράθυρο της κουζίνας. Κρατούσε στο χέρι ένα ποτήρι με νερωμένο κρασί και κοίταζε τη λάσπη που κυλούσε ορμητικά από τη λιθιά του πάνω δρόμου. Ανησύχησε. Φαινόταν ότι την περίμενε.
   «Δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτό. Μεροδούλι μεροφάι. Θα μπαρκάρω», της είπε.
   «Όχι στα καράβια, για όνομα του Θεού». Προσπάθησε να τον μεταπείσει. Του 'πε για τα σπίτια τα καμένα. Τρία ναυάγια είχε το νησί, από τον πόλεμο και δώθε. Άσχημη η ζωή της οικογένειας του ναυτικού. Έβγαλε μια τσαλακωμένη φωτογραφία από το συρτάρι με τον ξάδερφό της, που χάθηκε πριν δυο χρόνια στη θάλασσα του Αλμποράν, έξω από τις ακτές της Ισπανίας. Του την έδειξε. Ξύπνησε και την κόρη τους, την πήρε αγκαλιά και την έβαλε μπροστά στο πρόσωπό του. Αυτός έκλεισε τα μάτια και πήγε για ύπνο. 
   Ο Αρχοντής μπάρκαρε και στους οχτώ μήνες πάνω την ειδοποίησαν ότι εξαφανίστηκε όταν το πλοίο έπιασε στο Ντάργουιν, ένα λιμάνι στο βόρειο τμήμα της Αυστραλίας. Έμεινε όπως το κερί τ' αναμμένο κι άκουγε το μυαλό της να λιώνει.
   Ο μπάρμπας της ο Ντίνος, που τα 'ξερε όλα από την αρχή, της εξήγησε. Για καλό έγινε αυτό, της είπε. Δεν είχε άδεια εισόδου στη χώρα και μπούκαρε παράνομα. Θα τον φυγάδευε κρυφά ο Μάκης ο Ραμμόπουλος και θα τον φιλοξενούσε στο σπίτι του στο Σίδνεϋ. Για όσο χρειαστεί, μέχρι να πάρει τα νόμιμα χαρτιά στα χέρια του. Σε πέντε, το πολύ έξι χρόνια, θα την φώναζε να πάει κι αυτή με το κορίτσι τους.
   Τα πρώτα χρόνια της έστελνε γράμματα. Με το όνομα του Μάκη ως αποστολέα. Της έβαζε και λίγα χρήματα στο φάκελο.
   Το '53 γίνανε οι μεγάλοι σεισμοί που ισοπέδωσαν πολλές περιοχές του νησιού. Αυτή με την κόρη και τη μάνα της ήταν από τους τυχερούς γιατί το χαμόσπιτο ήταν ξύλινο. Ο Αρχοντής δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον. Αντίθετα, τα γράμματα και τα χρήματα αραίωσαν. Κοντά στα τέλη του '50 σβήστηκε κάθε ίχνος του.  Στο νησί τον είχανε για πεθαμένο. Φόρεσε κι αυτή τα μαύρα.
   Η Γλυκερία δούλευε από καιρό ως καθαρίστρια σε αρχοντόσπιτα και η μικρή την ακολουθούσε σαν ψωριάρικο σκυλί. Το βράδυ έγερνε αποκαμωμένη στο κρεβάτι κι έβλεπε πάντα το ίδιο όνειρο: Ο Αρχοντής της έφυγε, λέει, κατά τη μία το βράδυ από το εστιατόριο που δούλευε. Αλήθεια, σε εστιατόριο δούλευε; Ποτέ δεν της το είπε. Βγήκε από την πίσω πόρτα και κίνησε για το σπίτι, περνώντας από ένα σκοτεινό σοκάκι. Εκεί, δίπλα σε μια σιδερένια σκάλα, εμφανίστηκε ένας μαύρος και του ζήτησε τα χρήματά του. Αυτός αρνήθηκε. Γιατί είχε αφήσει πίσω κόρη και γυναίκα, τους είπε. Αντιστάθηκε. Ένας άλλος ήρθε πισώπλατα και του 'μπηξε το μαχαίρι. Τον πετάξανε στον κάδο της γωνίας, όπως το σκουπίδι.  Το πρωί ξύπναγε ιδρωμένη και καταριότανε τους αράπηδες του Μπρούκλιν. Κι όταν της έλεγαν ότι ο άντρας της είχε πάει στην Αυστραλία κι όχι στην Αμερική τους κοίταζε σαν χαμένη.
   Τα χρόνια περάσανε. Η Γλυκερία είχε πατήσει τα σαράντα. Κι όπως η φύση φέρνεται κάποτε ανεπάντεχα, οι κακουχίες γίνανε ομορφιά. Το κορμί στύλωσε, δυνάμωσε, το πρόσωπο γλύκανε. Μόνο τα υγρά μάτια θυμίζανε τα παλιά. Ένα πρωί βρέθηκε στο σπίτι του καπετάν Δήμου που 'χε γυρίσει πρόσφατα από μπάρκο. Έλειπε η γυναίκα του στην πλατεία. Αφαιρέθηκε με την καινούργια τηλεόραση. Πρωτόγνωρα πράγματα. Παρατηρούσε το ξύλινο γραμμόφωνο με τους δίσκους, όταν ο καπετάνιος την πλησίασε από πίσω σαν γάτα κι έφερε τα χέρια του στα στήθη της. 
   Τρόμαξε κι έκανε να φύγει, αλλά εκείνος πρόλαβε και της είπε ψιθυριστά: «Μην είσαι κουτή. Τον είδα πριν δυο μήνες. Ζωή χαρισάμενη, με γυναίκα και παιδιά».
   Γύρισε και του άστραψε ένα χαστούκι. Την άλλη μέρα το πρωί συνειδητοποίησε ότι όλο το νησί το γνώριζε εδώ και χρόνια.
 
   Το βράδυ του 'στρωσε να κοιμηθεί στο ντιβανομπάουλο της νέας κάμαρας, εκεί που τα εγγόνια κοιμίζανε τους φίλους τους από τα πάνω χωριά, κάθε που ξεμένανε στη Χώρα. Ο γέρος δυσφόρησε γιατί ήθελε το κρεβάτι του, το συζυγικό, αλλά δεν έκανε θέμα. Κι αύριο μέρα είναι, ακούστηκε να μουρμουρίζει. 
   Η Γλυκερία γύρισε μετά από λίγη ώρα. Στάθηκε στην ανοιχτή πόρτα. Έβγαλε έναν αναστεναγμό, σταύρωσε τα χέρια της κι ακουμπώντας στο ξύλινο κούφωμα, έμεινε να παρατηρεί στο μισοσκόταδο τον άνθρωπο με τα εμπριμέ πουκάμισα που ήρθε να ταράξει την ηρεμία τους δυο μόλις μέρες πριν τον ερχομό της νέας χιλιετίας. Είναι ένας ξένος, φώναζε πριν από λίγο η κόρη τους ολολύζοντας. Κι όμως, σκεφτόταν όπως τον κοίταζε, αυτό το μικρό περιποιημένο μουστάκι που 'χει γίνει τώρα κατάλευκο... 
   Ξαφνικά, εκείνος άνοιξε τα μάτια του. Πρώτα τα στύλωσε στο νταβάνι, ύστερα έγειρε το κεφάλι και την είδε.
   «Έκανες οικογένεια, λένε. Με παιδιά κι εγγόνια», του είπε.
   «Ας λένε ό,τι θέλουν. Εσύ είσαι η γυναίκα μου κι εδώ είναι το σπίτι μου», της απάντησε κι αμέσως μετά συμπλήρωσε: «Μην το ξεχάσω. Το χωράφι στο Βλυχό θα το πάρει ο μικρός. Που 'χει και τ' όνομά μου».
   Γύρισε πλευρό κι αφέθηκε στον ύπνο του.
 
 Δενδρινός Γιάννης
LITERATURΕ

Σάββατο 27 Φεβρουαρίου 2021

ΣΤΟΝ ΑΦΡΟ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

...Στην αφετηρία... 
 
   Το διήγημα του Παύλου Νιρβάνα «Στον αφρό της θάλασσας», που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Το συναξάρι του παπα – Παρθένη κι άλλες νησιώτικες ιστορίες» (Αθήνα, 1915) είναι η τραγική ιστορία μιας νησιωτοπούλας, της Ουρανίτσας, κόρης πολυταξιδεμένου ναυτικού, του καπετάν Λαλεχού, που αρραβωνιάζεται μ' ένα παλικάρι του νησιού της, το Γιαννιό, αλλά εκείνος φεύγει σε μπάρκο μακρινό κι έτσι η Ουρανίτσα, θα βρεθεί, προτού καν παντρευτεί να βιώνει τη μοίρα των γυναικών των ναυτικών, που ζουν σε μια διαρκή εγκαρτέρηση και αναμονή, προσμένοντας να γυρίσουν οι άντρες, οι πατεράδες κι οι γιοι τους από τη θάλασσα που τους κρατά μακριά. Άλλωστε, πριν αρραβωνιαστεί, η μάνα της την είχε προειδοποιήσει («Αυτά έχουν οι γυναίκες των θαλασσινών!)» Έτσι κι η Ουρανίτσα θα περνά τις μέρες της μέσα στο φόβο για τον αρραβωνιαστικό της εξαιτίας των κινδύνων της θάλασσας που αυτός αντιμετωπίζει, φόβος που γίνεται ακόμη πιο πιεστικός ύστερα από τις διηγήσεις ενός γέρου ναυτικού, του καπετάν Λαλεμήτρου, και την αγωνία και την αναμονή για το πολυπόθητο γράμμα από τον αγαπημένο της, μια αγωνία που θα τερματιστεί κάποτε με τον πιο τραγικό τρόπο για την ηρωίδα. 
   Στο διήγημα κυρίαρχο είναι το ψυχογραφικό στοιχείο, όπως αυτό αποτυπώνεται στις ψυχικές διακυμάνσεις, τα συναισθήματα και την τελική ψυχολογική κατάρρευση της ηρωίδας, αλλά και το ηθογραφικό, καθώς αναδεικνύονται οι χαρακτηριστικές φιγούρες των ανθρώπινων τύπων που συναντάμε στα νησιά. Δεν αποκλείεται ο συγγραφέας να αναφέρεται στη Σκόπελο, το νησί καταγωγής του θετού του πατέρα. Οι μορφές του διηγήματος, η περιρρέουσα ατμόσφαιρα θυμίζουν αρκετά τα νησιωτικά διηγήματα του Παπαδιαμάντη. Ας μην ξεχνάμε πως ο Νιρβάνας έτρεφε μεγάλη εκτίμηση και φιλία για τον Σκιαθίτη πεζογράφο και είναι εκείνος που μας χάρισε και τη μοναδική του φωτογραφία. Συνεπώς, είναι ευδιάκριτες οι επιρροές από το παπαδιαμαντικό έργο.  

 ❆

  
Αμίλητη και λευκή σα φάντασμα, με το κεφάλι σκυμμένο, τον συντρόφεψε η Ουρανίτσα ως την αυλόπορτα, φέγγοντάς του με το λυχνάρι, ανάμεσα στ' ανθισμένα δέντρα. Βαστούσε το λυχνάρι ψηλά, σαν να ήθελε να κρύψει το πρόσωπό της μες στο σκοτάδι.
   - Αφήνομε υγεία! είπε ο Γιαννιός. Να μη στενοχωριέσαι. Απ' το πρώτο λιμάνι θα σας κάνω γράμμα. Και πάλε εδώ είμαστε... 
   Έσκυψε και τη φίλησε κρυφά στο σκοτάδι, ντροπαλός σαν κορίτσι.
   - Καληνύχτα! είπε η Ουρανίτσα ξερά ξερά.
   Ήθελε να του πει κατευόδιο, καλή αντάμωση, χίλια λόγια ήθελε να του πει. 
   - Καληνύχτα! ξαναείπε. 
   Στάθηκε και τον κοίταξε ώσπου έστριψε το σοκάκι. Τα βαριά του υποδήματα κτυπούσαν απάνω στα καλντερίμια. Σε λίγο δεν άκουγε τίποτε, μα στεκότανε ακόμα φέγγοντας με το λυχνάρι στον έρημο δρόμο. Έπειτα σήκωσε την ποδιά της στα μάτια, πέρασε την αυλή ανάμεσ' από τα δένδρα και γύρισε στο σπίτι. 
   Δεν είχε περάσει μια βδομάδα που άλλαξαν δαχτυλίδια. 
   Ακόμα δεν τον είχε καλογνωρίσει τον αρραβωνιαστικό της, μα της φαινότανε πως τον γνώριζε χρόνια, τώρα που τον έχανε.
   «Αυτά έχουνε οι γυναίκες των θαλασσινών!» της το είχε ειπεί η μάνα της. Και με όλα αυτά θαλασσινόν ήθελε η Ουρανίτσα. Ήταν παιδί της θάλασσας. Το σόι της ένα σόι μαρινάρων. Πες πως είχε αναστηθεί μες στη θάλασσα. Το σπίτι τους μύριζε κατράμι. Δεν ήταν σπίτι, ήταν καράβι· μόνο τ' άρμενα που του 'λειπαν. Καθώς ήταν απάνω στο γιαλό, όταν έπαιρνε η σοροκάδα, σάλευε αλάκερο σαν να ταξίδευε καταμεσής του πελάγου. Τα κύματα που έσπαζαν στο μόλο, ξέπλεναν τα ντζάμια του και θαλάσσωναν το πάτωμα, σαν κουβέρτα καραβιού. Μόνο τ' άρμενα που του 'λειπαν.
   Η νύχτα δεν περνούσε από την ώρα που άφησε υγεία ο Γιαννιός. Τα μεσάνυχτα η σοροκάδα είχε δυναμώσει, χαλούσε κόσμο. Η Ουρανίτσα συντρόφευε τον πατέρα της στο νυχτέρι.
   - Δεν πας να γύρεις, βρε κορίτσι; Για μένα κάθεσαι; 
   - Σ' αφήνει να κοιμηθείς κι αυτή η τρελονοτιά; Λες και θα γκρεμιστεί το σπίτι! είπε η Ουρανίτσα.
   Ο καπετάν Λαλεχός, ο πατέρας της, δεν καταλάβαινε από γυναικείους καημούς. 
   - Αμ' σπίτι είναι αυτό, για καράβι; μουρμούρισε. Τέτοιες φουρτούνες ούτε στο πέλαγο τις απάντησα, πενήντα χρόνων καπετάνιος. Καλοτάξιδο όμως. Με όλους τους καιρούς ταξιδεύει. Πάντα πρίμα, δόξα να 'χει ο Θεός.
   Κι έστριβε ο καπετάν Λαλεχός τις αλογότριχες κι έβγαιναν οργιές οργιές οι πετονιές. Είχε κουράγιο να ξημερωθεί στο νυχτέρι. 
   Η Ουρανίτσα κεντούσε μια ποδιά δίπλα του. Όλο κεντούσε και ξήλωνε. Ποτέ, δεν έκανε τόσες στραβοβελονιές. 
   - Αγάντα, Ουρανίτσα! Ζυγώσαμε στη Βενετιά. Φανήκανε τα καμπαναριά της. Σε λίγο θα φουντάρομε μες στα κανάλια. Πολιτεία μια φορά!
   Η Ουρανίτσα τα ήξερε απόξω τα χωρατά του γέρου. Γύριζε και κοίταζε απάνω στον τοίχο, ψηλά ψηλά, κοντά στο ταβάνι, κρεμασμένα κάτι κάδρα της Βενετιάς, που τα είχε φέρει στα νιάτα του ο γέρος από τα ταξίδια του. 
   - Είναι ωραία η Βενετιά, πατέρα; 
   - Ωραία λέει; Ήτανε εκείνα τα χρόνια. Για κοίτα το λεοντάρι του Σαν Μάρκου! Πόσες φορές πέρασα από κάτω! Ωραία λέει; Ε! Κι εμείς είμαστε ωραίοι τότε. Είκοσι χρονών παιδί, καλή ώρα σαν το Γιαννιό τον αρραβωνιαστικό σου. Πιο λεβέντης ακόμα. Τον καιρόν εκείνο είμαστε καλύτεροι από τους σημερινούς. Όσο πάει και ξεπέφτει η γενιά. Ας είναι... Ας είχα τα χρόνια του κι ας ήμουνα κι ο μισός απ' αυτόν. Γελάς ε; Έτσι γελούσε κι η μάνα σου σαν της μιλούσαν για μένα. Καλότυχη! Όμορφη και καλή ήτανε μα κι οι Βενετσάνες ήταν ομορφότερες. Κόντεψε να με χάσει εκείνο τον καιρό η μάνα σου. Δεν τη ρωτάς να σου πει;
   Και σήκωνε ο καπετάν Λαλεχός τα μάτια του ψηλά στα κάδρα, στρίβοντας το άσπρο του μουστάκι με τα χονδρά του χέρια, σαν να 'στριβε τις αλογότριχες της πετονιάς. 
   - Ξενιτιά! Μαύρη και σκοτεινή, μα έχει και τα καλά της, ρε παιδί. Καλά και καλά. Η πλατέα του Σαν - Μάρκου σου λέει ο άλλος! Θαρρώ πως είναι αυτή η ώρα. Τα περιστέρια κατέβαιναν άσπρα σαν το χιόνι, ήμερα ήμερα, κι ετσιμπούσαν το σταρόσπυρο από τα χέρια των κοριτσιών. Τι χέρια, Παναγιά μου. Πιο άσπρα κι από τα περιστέρια. Δεν ήξερες ποιο έτρωγε και ποιο τάιζε. Κι έλεγα κι εγώ ο  καημένος: να 'μουνα περιστέρι να δίπλωνα τα φτερά μου απάνω στις πλάτες καμιάς Βενετσάνας, να μείνω όλη μου τη ζωή εκεί απάνω! Μόνο που το συλλογιζόμουνα και τρέμαν τα φυλλοκάρδια μου. Και σα γύριζε καμιά και με γλυκοκοίταζε, ανάμεσα στα περιστέρια, μαρμάρωνα στα πόδια μου: Ανοίξανε τα ουράνια, καπετάν Λαλεχό! έλεγα μέσα μου... Χαμένες κουβέντες. Τι να πεις να περάσει η ώρα!... 
   Και άφηνε πάλι τις τρίχες του μουστακιού του ο καπετάν Λαλεχός κι άρχιζε να στρίβει τις αλογότριχες. Η Ουρανίτσα άκουγε και δεν άκουγε. Εκατό φορές τις είχε ακούσει τις ίδιες κουβέντες. «Σαν ξεκουτιάνει ο άνθρωπος όλο και τα παλιά του αναθυμάται». Είχε δίκιο η μάνα της που του το 'λεγε. Μα η Ουρανίτσα δεν πολυπρόσεχε κιόλα στα λόγια του. Ο νους της ταξίδευε.
   Η νοτιά είχε δαιμονιστεί. Το σπίτι κουνιότανε συθέμελο... Από καιρό σε καιρό καθώς έσπαζε το κύμα στο μόλο, τα νερά χτυπούσαν τα ντζάμια σα χαλάζι. Η γριά ρουχάλιζε δίπλα, στα ρούχα. «Άλλη σοροκάδα», όπως έλεγε ο γέρος. Ο νους της Ουρανίτσας ταξίδευε. Όλοι ταξίδευαν εκεί μέσα. Η γριά με τη σοροκάδα, ταξίδευε κι αυτή στον ύπνο της. Κάποτε κάποτε βογκούσε και τιναζότανε στο στρώμα. «Μ' εμένα τα 'χει», έλεγε ο καπετάν Λαλεχός, «η μάνα σου. Θαρρεί στον ύπνο της, πως μ' έχει αρπάξει από τα γένια και με τινάζει, γιατί της μιλάω για τα περιστέρια της Βενετιάς». Ο καπετάν Λαλεχός ταξίδευε κι αυτός, καθώς έστριβε τις αλογότριχες. Όλο και στα κανάλια της Βενετιάς βρισκότανε, όλο και την πλατέα του Σαν Μάρκου έβλεπε μπροστά του. Όλο και περιστέρια πετούσαν γύρω του και τα τάιζαν οι Βενετσάνες στα κάτασπρα χεράκια τους. Μα η Ουρανίτσα έκανε το χειρότερο ταξίδι από όλους. Ανάμεσα ουρανό και πέλαγο, κινδύνευε και θαλασσοπνιγότανε. Και το σπίτι ταξίδευε κι αυτό, ταξίδευε με το σορόκο, σάλευε ολάκερο, έκανε νερά. Ο καπετάν Λαλεχός σήκωσε τα μάτια του από την πετονιά σ' ένα τρίξιμο δυνατό που έκαναν τα πορτοπαράθυρα.
   - Πρίμα ταξιδεύουμε! είπε. Δεν έχομε ανάγκη. Ας φυσάει ώσπου να σκάσει.
   Η Ουρανίτσα γύρισε το πρόσωπό της. Ο πατέρας της αυτή τη στιγμή της φαινότανε σαν ξένος και σαν εχθρός. Καλά έλεγε η μάνα της: «Ξεκούτιανε ολότελα».
   - Είναι κακός καιρός στο πέλαγο; είπε σε λίγο χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει.
   Του καπετάν Λαλεχού καρφί δεν του καιγότανε. 
   - Καλός κακός, εμείς πρίμα ταξιδεύαμε, είπε πάλι. Τι σε μέλει; Γύρε να κοιμηθείς. 
   Η Ουρανίτσα έβραζε μέσα της. Δεν έβγαλε τσιμουδιά κάμποση ώρα. Μα δεν μπορούσε να βαστάξει.
   - Κινδύνεψες καμιά φορά, πατέρα, στη θάλασσα; είπε ξερά ξερά. 
   Ο καπετάν Λαλεχός βαριότανε αυτές τις κουβέντες.
   «Η θάλασσα αυτά έχει. Σαν είσαι θαλασσινός αυτά περιμένεις. Φουρτούνες και μπουνάτσες για τους θαλασσινούς είναι». 
   - Τι τα θέλεις αυτά, παιδί μου, είπε σε λίγο μ' ένα πλατύ χασμουρητό. Άνθρωπος είσαι, κάθε στιγμή κινδυνεύεις. Στεριά και θάλασσα ένα πράμα είναι. Κι η στεριά χειρότερη απ' τη θάλασσα.
   Η Ουρανίτσα δεν ξαναμίλησε. Σηκώθηκε πεισματικά κι έφυγε χωρίς να πει καληνύχτα. 
   Ο γέρος ούτε πήρε χαμπάρι. Του φάνηκε πως τον καληνύχτισε.
   - Καληνύχτα! Σύρε να ησυχάσεις. Εγώ κάθομαι και μοναχός μου. Μη σκοτίζεσαι για μένα.
 
   Ο Γιαννιός δεν πνίγηκε και σ' αυτό το ταξίδι. 
   - Έτσι πνίγονται οι ανθρώποι; έλεγε ο καπετάν Λαλεχός. Γατιά είναι μαθές να πνιγούν;
   Ένα γράμμα ήρθε με τον καιρό: 
   «...Πρώτον έρχομαι να ερωτήσω περί το αίσιον της υγείας σας και δεύτερον αν ερωτάτε και δι' εμέ καλώς υγιαίνω».
   Τίποτε για ταξίδια και για φουρτούνες. Καλό ταξίδι, κακό ταξίδι ένα πράγμα είναι για τους ναυτικούς. Άμα πατήσουν τη στεριά τα ξεχνάνε όλα.
   - Τους τα λέω μα δεν καταλαβαίνουν, έλεγε θυμωμένος ο καπετάν Λαλεχός. Γυναικεία μυαλά. Έλαβες γράμμα; Είναι καλά ο άνθρωπός σου; Τι κάθεσαι και σκοτίζεσαι; Εφημερίδα θα βγάλει να σου τα πει με το νι και με το σίγμα; 
   «... Εγώ μπαρκάρισα τώρα μ' ένα βαπόρι Θιακό για τη Νέαν Υόρκη. Από κει θα σας γράψω πάλι σα θέλει ο Θεός. Να πείτε μόνο της Ουρανίτσας να μη στενοχωρεύεται. Ο καιρός περνάει γρήγορα. Πρώτα ο Θεός, μαζί θα κάνουμε τούτη τη Λαμπρή». 
   Η Ουρανίτσα το είχε μάθει απόξω το γράμμα. Γράμματα δεν ήξερε, μα σα βρισκότανε μοναχή της, το 'βγαζε κρυφά κρυφά απ' τον κόρφο της και το διάβαζε χωρίς να ξεχωρίζει τα γράμματα. Τι τα ήθελε τα γράμματα; Το διάβαζε με την καρδιά της. Η αγάπη της έβαζε μέσα και λόγια που δεν τα είχε το γράμμα. Μα από μέσα της ήξερε πως το αληθινό γράμμα ήταν αυτό που διάβαζε μοναχή της, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας.
   «Από κει θα σας γράψω πάλι. Άμα πατήσω το πόδι μου στη στεριά θα σας γράψω αμέσως. Να πείτε μόνο της Ουρανίτσας μου να μη στενοχωρεύεται και μου αρρωστήσει. Ο καιρός περνάει γρήγορα. Πρώτα ο Θεός, μαζί με την Ουρανίτσα μου θα κάνουμε Λαμπρή και τούτη τη χρονιά. Μόνο να μη στενοχωρεύεται και μου αρρωστήσει...» 
   Ήρθε και η Λαμπρή μα δε φάνηκε ο Γιαννιός. Ούτε γράμμα ούτε τίποτε. Ο γερο-Μαθιός, ο γραμματοκομιστής, κάθε φορά που έπιανε το βαπόρι στο νησί, περνούσε απόξω απ' το σπίτι με στοίβα τα γράμματα.
   - Έχομε τίποτα, Μαθιό; ρωτούσε η Ουρανίτσα απ' το παράθυρο.
   Τον περίμεν' εκεί από το ξημέρωμα του Θεού κάθε Παρασκευή.
   - Τίποτα, μάτια μου. Άμποτε να είχατε να σας το φέρω τρέχοντας. Δεν έχει, παιδί μου.
   Και φυλλομετρούσε τη στοίβα με τα γράμματα από κάτω από το παράθυρο, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί τάχα άλλη μια φορά.
   - Δεν έχει, σου είπα, μάτια μου. Κάνετε υπομονή. Με το άλλο έχει ο Θεός. 
   Όλο και με το άλλο. Οι βδομάδες και οι μήνες περνούσαν και πάντα με το άλλο. 
   Μια Παρασκευή πρωί η Ουρανίτσα καρτερούσε πάλι στο παράθυρο. Είχε γίνει αγνώριστη.
   - Κοίτα την πως έγινε η γουστερίτσα! έλεγαν τ' άλλα τα κορίτσια. Απ' την κακία της κατάντησε έτσι. Θαρρεί πως αυτή είναι κι άλλη δεν είναι.
   Εκείνη τη νύχτα είχε δει ένα παράξενο όνειρο. Ένα κάτασπρο περιστέρι με μια κόκκινη κορδέλα στο λαιμό -καλή ώρα σαν τα περιστέρια της Βενετιάς που έλεγε ο πατέρας της- ήρθε και εκάθισε στο παράθυρό της. Και κάτι βαστούσε στη μυτίτσα του. Μα τι βαστούσε δεν μπορούσε να θυμηθεί η Ουρανίτσα. Άμα ξύπνησε το είπε της μάνας της. 
   - Καλό όνειρο, καλότυχη. Γράμμα βαστούσε το περιστέρι στη μυτίτσα του. Θα μας φέρει γράμμα. Και κόκκινη κορδέλα. Το κόκκινο γρήγορο είναι. Θα 'χομε γράμμα με το δίχως άλλο σήμερα. Δεν έχει· σωθήκαν τα ψέματα.
   Η Ουρανίτσα έγινε κατακόκκινη σαν το τριαντάφυλλο. Η ομορφιά της έλαμψε στην αυγή. Ήταν χαράματα ακόμα. Μα ο ήλιος δεν ήθελε να βγει εκείνη την ημέρα. Η ώρα δεν ήθελε να περάσει. Ποτέ δεν άργησε τόσο να ξημερώσει. 
   - Δε γίνεται, σήμερα θα 'χομε γράμμα, έλεγε μέσα της. Το όνειρο ήταν καθαρό και ξάστερο: το κόκκινο θα πει γρήγορο. 
   Μα σε λίγο πάλι συννέφιαζε ο λογισμός της. Όλο ξανάφερνε στο νου της τα λόγια του Λαλεμήτρου. 
   - Ο καημένος ο Λαλεμήτρος! Αυτός μου λέει την αλήθεια. Όλοι οι άλλοι με πλανάνε με τα λόγια. 
   Απ' τον καιρό που έφυγε ο Γιαννιός, ο γερο-Λαλεμήτρος είχε βρει το μήνα που τρέφει τους ένδεκα. Όλο και στου καπετάν Λαλεχού τριγύριζε. Και πάντα έφευγε με τον μπόγο γεμάτο. Ένας γεροφαφούτης, λογάς, ψεύτης, έκοβε κι έραβε η γλώσσα του απ' την αυγή του Θεού ως τη νύχτα. Εκατό φορές καραβοτσακισμένος, έρημος και σκοτεινός, ζούσε με την ελεημοσύνη των χριστιανών. Μα η γλώσσα του δούλευε σαν τη ροκάνα. Τον φεύγανε όλοι σαν την ψώρα. «Ό,τι θέλεις, Λαλεμήτρο, μα λίγες κουβέντες», του 'λεγαν όλοι. Τώρα είχε βρει τ' αγαθά του Θεού, με την Ουρανίτσα. Η γλώσσα του δούλευε με το μεροκάματο. Και ο μπόγος γεμάτος σαν έφευγε.
   - Τη μάγεψες, Λαλεμήτρο, τη γουστερίτσα, του 'λεγαν τα κορίτσια της γειτονιάς. Θέλεις να σου κάνουμε τις προξενιές; Και ξεκαρδίζονταν στα γέλια. 
   - Ε! Τι να κάνομε, κορίτσια; έλεγε ο Λαλεμήτρος. Της λέω καμιά ιστορία να κάνει χάζι. Σκαλίζω και το περιβολάκι, ποτίζω και τα δενδράκια. 
   Η αλήθεια είναι πως ο Λαλεμήτρος σκάλιζε και το περιβολάκι, πότιζε και τα δενδράκια, όπως έλεγε, έλεγε και τις ιστορίες του. Ήταν άξιος να κάνει κάθε δουλειά που βάζει ο νους του ανθρώπου, μα στις κουβέντες  άλλος δεν του 'βγαινε. Σαν άρχιζε μάλιστα τα ταξίδια και τις φουρτούνες του περνούσε και το Σεβάχ θαλασσινό. Η Ουρανίτσα βρήκε εκείνα που 'θελε. 
   - Αναποδογυρίζουν τα καράβια, καπετάν Λαλεμήτρο; 
   - Ακούς λέει; Καρφωμένα είναι να μη γυρίσουν; Δε με ρωτάς να σου πω; Πέντε φορές κιντύνεψα να μπατάρω. Αργεί, νομίζεις; Ένα κύμα δυνατό, άλλο κύμα σε πλάγιασε. Κοιμήθηκε το καράβι. Σα δεν μπορέσει να σηκωθεί, άλλο κύμα το βρήκε, το μπατάρισε. Άργητα θέλει;
   Και άρχιζε ατέλειωτες κουβέντες, παραμύθια με το καντάρι. Να μην ήταν αυτός στο τιμόνι αλίμονο! Θα είχαν χαθεί όλα τα καράβια του κόσμου.
   - Πού καπεταναίοι τώρα σαν και μας; έλεγε πάντα στο τέλος της κουβέντας αναστενάζοντας.
   Και η Ουρανίτσα αναστέναζε μαζί του που χάθηκαν τώρα οι παλιοί καπεταναίοι σαν το Λαλεμήτρο, να μην έχει κι ο Γιαννιός ένα σαν κι αυτόν, να ταξιδεύει στα σίγουρα.
   - Και αν μπατάρει το καράβι, καπετάν Λαλεμήτρο, πνίγονται οι άνθρωποι; 
   - Να 'ταν κι άλλοι, έλεγε ο Λαλεμήτρος. Ούτε κοκαλάκι δε βρίσκεται.
   Και σκάλιζε το περιβολάκι, πότιζε και τα δενδράκια. Η Ουρανίτσα κεντούσε απάνω στο πεζούλι της αλτάνας.
   - Πες μου, καπετάν Λαλεμήτρο, σα δεν αναποδογυρίζουν τα καράβια, έχουνε άλλο φόβο στη θάλασσα;
   Ο Λαλεμήτρος έπαιρνε φωτιά. 
   - Έχουνε, λέει; Αμ' δε βάζεις τους τράκους; Πού τους αφήνεις τους τράκους; Ο Θεός να φυλάει! Εκεί που ταξιδεύεις όπως θέλει ο Θεός, πέφτει ο άλλος σαν το στραβό απάνω σου και σ' έκοψε στα δύο. Το 'χει τίποτε ο Εγγλέζος στο μεθύσι του απάνω να σε κάνει χίλια κομμάτια; Τι τον μέλει αυτόν; Σ' έκοψε και τραβάει τη δουλειά του. Εγγλέζος είν' αυτός!
   Η Ουρανίτσα κατάπινε τα λόγια του Λαλεμήτρου σα φαρμάκι. Μα κάτι την έτρωγε μέσα της, ν' ακούει κι άλλα. Όρεξη να είχε να λέει ο γερο-Λαλεμήτρος κι η όρεξη δεν του 'λειπε.
   - Αμ' οι ξέρες, καπετάν Λαλεμήτρο;
   - Μην τα γυρεύεις, παιδί μου! Σαν ταξιδεύεις η ζωή σου σε μεταξωτή κλωστή κρέμεται. Οι ξέρες! Ούτε το διάβολο ν' απαντήσεις ούτε το σταυρό σου να κάνεις. Όσο κοιτάς να τις ξεφύγεις, τόσο πας και πέφτεις σαν το στραβό πουλί απάνω τους. Θάλασσα είναι αυτή. Τύφλα να 'χουν οι χάρτες και τα φανάρια! Εδώ σκοντάφτεις στο δρόμο που περπατάς μέρα μεσημέρι. Όχι στη θάλασσα, στα σκοτάδια και στις καταχνιές.
   Κι άρχιζε πάλι ατέλειωτες ιστορίες. Τελειωμό δεν είχε.
   Εκατό φορές τα είχε πει και ξαναπεί και πάλι άρχιζε ξαναρχής. Και τη Γοργόνα, ακόμη και τη Γοργόνα την είχε δει.
   - Ο Θεός με φώτισε, παιδί μου. Καθόμουνα απάνω στο κάσαρο. Ταξιδεύαμε πρίμα. Μια βραδιά χαρά Θεού. Άξαφνα ακούμε μια φωνή από μακριά σαν τρόμπα μαρίνα. Τι φωνή ήταν εκείνη; Ακόμα βουίζουν τ' αυτιά μου. «Ζει ο Μέγας Αλέξανδρος;» Κερώσαμε όλοι. Άξαφνα σα φώτιση Θεού να μου ήρθε. Μια και δυο απάνου στο άλμπουρο. Παίρνω μια δυνατή ανάσα και φωνάζω με όλη μου τη δύναμη. «Ζει και βασιλεύει!» Και πάλι τα ίδια. Τρεις φορές η Γοργόνα, τρεις κι εγώ. Και περάσαμε. Ειδεμή αλίμονό σε μας· θα μας είχε καταπιεί η θάλασσα.
   Ο Λαλεμήτρος σκάλιζε το περιβολάκι, πότιζε και τα δενδράκια και ο μπόγος γεμάτος κάθε βράδυ. Το μερδικό του δεν έλειπε απ' όλα τα καλά. Μα τα λόγια του κατέβαιναν σα φαρμάκι στην καρδιά της Ουρανίτσας. Όλη τη νύχτα τράκους και ξέρες ονειρευότανε. Κι ο Γιαννιός της επάλευε με το χάρο, θαλασσοπνιγότανε. Και ζητούσε βοήθεια. Η Ουρανίτσα ξαφνιζότανε στον ύπνο της, άκουγε τ' όνομά της «Ουρανίτσα μου, χάθηκα!» Πεταγότανε από το στρώμα σαν τρελή. Τίποτε. Ήταν όνειρο. Μόνο η νοτιά βούιζε όξω, και τα κύματα, που σπάζανε στο μόλο, χτυπούσαν στα ντζάμια σα χαλάζι.  
   ...Εκείνο το πρωί σηκώθηκε ήσυχη κι ευχαριστημένη. Είχε δει καλό όνειρο. Θαρρούσε πως το έβλεπε ακόμα το άσπρο περιστεράκι με την κόκκινη κορδελίτσα, που ήρθε και κάθισε στο παράθυρό της ξαποσταμένο. Μα ένα σύννεφο πάλι πέρασε και θόλωσε το λογισμό της. Τα λόγια του Λαλεμήτρου βούιζαν στ' αυτιά της.
   - «Σαν ταξιδεύεις η ζωή σου σε μεταξωτή κλωστή κρέμεται». Κι εγώ περιμένω γράμμα. Στέλνουν γράμματα οι πεθαμένοι στους ζωντανούς;
   Και ωστόσο πρόσμενε στο παραθύρι. Τι πρόσμενε και η ίδια δεν ήξερε.
 
   Το βαπόρι ήρθε στην ώρα του. Ο κόσμος ήταν μαζεμένος κάτω στο μόλο απόξω από τους καφενέδες. Δυο τρεις επιβάτες βγήκαν από τις βάρκες. Μαζί μ' αυτούς κι ο Μιχαλιός ο Καλόγνωμος, χρόνια φευγάτος στην Αυστραλία. Τον τριγύριζαν με περιέργεια και αγάπη. Κι αυτός τους έλεγε, τους έσφιγγε τα χέρια, γελαστός και πρόσχαρος. Όλοι ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν. Μέσα στις ξεκομμένες, βιαστικές κουβέντες κάτι παράξενο νέο τους έφερνε. Άλλοι κουνούσαν το κεφάλι, άλλοι μουρμούριζαν κι έφευγαν. Κοντά σε όλους και ο Μαθιός με το φάκελο του ταχυδρομείου.
   Είχαν χυθεί να του τον αρπάξουν από τα χέρια. Ο Μαθιός αντιστεκότανε.
   - Δεν μπορώ, παιδιά. Θα πάω στο γραφείο. Δεν μπορώ ν' ανοίξω το φάκελο. Ό,τι έχετε θα το λάβετε.
   Πολλοί τον ακολούθησαν από πίσω.
   Σε λίγο ο Μαθιός με τη στοίβα τα γράμματα στα χέρια ξεκίνησε για τη διανομή. Στο δρόμο κοντοστάθηκε, δεν ήθελε να περάσει από το σπίτι του Λαλεχού. Φοβότανε τις κακοτοπιές. Μα τι να κάμει; Εκεί δίπλα είχε να δώσει γράμμα. Δεν μπορούσε να κάμει αλλιώς. Έκαμε κουράγιο και τράβηξε. Από μακριά το μάτι του πήρε την Ουρανίτσα στο παράθυρο. Έκαμε να στρίψει το σοκάκι, μα ήταν αργά. Το πήρε απόφαση και προχώρησε με αποφασιστικό βήμα.
   - Καλώς το Μαθιό. Άργησες, καλότυχε. Το γράμμα... Φέρε μας το γράμμα.
   Και άπλωσε το χέρι από το παράθυρο, να πάρει το γράμμα. Ο Μαθιός κοντοστάθηκε, ξαφνισμένος.
   - Μακάρι να είχα, παιδί μου. Στο χέρι μου είναι; Με το άλλο, πρώτα ο Θεός, ελπίζω να σας ευχαριστήσω. Κάνετε υπομονή.
   - Δε γίνεται, είπε η Ουρανίτσα. Το γράμμα το 'χω. Ψάξε να το βρεις.
   Είχε γίνει χλωμή σαν τη ζαφορά.
   - Θα σε γελάσω, παιδί μου; Δεν έχει σου λέω.
   - Βαριέσαι να ψάξεις, Μαθιό. Τόσα γράμματα έχεις στα χέρια σου. Θα είναι μέσα και το δικό μας. Δε γίνεται...
   Ο Μαθιός έκανε πως ψάχνει τάχα.
   - Δεν ξέρω εγώ, παιδί μου, τι έχω; Να! Ορίστε, όλα τα γράμματα. Δεν έχει, σου λέω. Σαν είχα σας έφερνα. Με το άλλο.
   Η μάνα της Ουρανίτσας, που άκουσε τη λογομαχία, πρόβαλε στο παράθυρο. Πώς μπορούσε να μην έχει γράμμα; Το όνειρο ήταν καθαρό. Ποτέ δε λαθεύτηκε.
   - Μαθιό, να ψάξεις να βρεις το γράμμα. Ο γαμπρός μας μάς έγραψε. Να ψάξεις να το βρεις.
   Ο Μαθιός δεν μπορούσε να εξηγήσει την επιμονή τους. 
   - Σα σας έγραψε θα το λάβετε. Τι να σας πω; Με το άλλο θα το λάβετε.
   - Δεν έχει άλλο και ξεάλλο. Να ψάξεις να βρεις το γράμμα.
   - Μη με χασομεράς, κυρά μου, είπε ο Μαθιός. Δεν το 'φαγα το γράμμα σας. Σαν είχα σας το 'δινα.
   Το αίμα του είχε ανεβεί στο κεφάλι. Έκαμε να φύγει.
   - Πού πας; Να ψάξεις να μας βρεις το γράμμα. Σαν το 'χασες να πας να το βρεις.
   - Μπορεί και να χάθηκε, είπε πάλι ο Μαθιός. Από μέσα του τούς λυπότανε κιόλα.
   - Μπορεί και να χάθηκε στο δρόμο. Εδώ άνθρωποι χάνονται.
   - Δε χάθηκε στο δρόμο. Εσύ το 'χασες.
   - Δε χάνω γράμματα. Ξεφορτωθείτε με. Ώρα καλή!
   Η γριά πετάχτηκε η μισή από το παράθυρο.
   - Να συμμαζέψεις τη γλώσσα σου, μπεκρούλιακα! Μεθάς και χάνεις τα γράμματα των χριστιανών. Έννοια σου και θα δεις ποια είμ' εγώ.
   Ο Μαθιός είχε γίνει κόκκινος σαν τον αστακό, από το θυμό του.
   - Πας να με ξεφορτώνεσαι, γριά στρίγγλα, μουρλή, ξεκουτιάρα; Πρωί πρωί.
   Τα παιδιά της γειτονιάς είχαν μαζευτεί ολόγυρα. Οι γειτόνισσες βγήκαν στις πόρτες και στα παράθυρα. Μεγάλο σούσουρο γινότανε. Η γριά ξεφώνιζε σαν τρελή. Η Ουρανίτσα ήτανε σαν το φλουρί, τα μάτια της είχαν βουρκώσει. Να σου και φάνηκε από το καντούνι ο καπετάν Λαλεχός. Σαν τον είδε η γριά άρχισε τα κλάματα, τ' αναφιλητά.  
   - Τι τρέχει; Τι γίνεται εδώ πέρα; Τι είναι τούτο το κακό;
   Η γριά ξεφώνιζε:
   - Ακούς εκεί νοικοκυρά γυναίκα να με πει στρίγγλα! Ο μπεκρούλιακας! Κι έκλαιγε σαν μωρό παιδί.
   - Σα δε συμμαζώνεις τη γλώσσα σου; είπε πάλι, πιο μαζεμένος τώρα, ο Μαθιός. Άνθρωπος είμαι κι εγώ. Αίμα έχω στις φλέβες μου.
   Ο καπετάν Λαλεχός στάθηκε μια στιγμή, ώσπου να καταλάβει τι γίνεται, ακουμπώντας στη μαγκούρα του. Οι γυναίκες τριγύρω μουρμούριζαν από τα παράθυρα.
   - Δεν έκανε καλά. Να βρίσει νοικοκυρά γυναίκα. Πού ακούστηκε; Να την πει στρίγγλα!
   Του καπετάν Λαλεχού του ανέβηκαν τα αίματα στο κεφάλι. Αργούσε να τον πιάσει, μα σαν τον έπιανε το μπουρί ο Θεός φυλάξει.
   - Εσύ βρε έβρισες τη γυναίκα μου; Και γούρλωσε τα μάτια του.
   - Ας μη μ' έβριζε κι αυτή! είπε ο Μαθιός κι έκαμε να φύγει.
   - Πού πας, βρε χαμάλη, μπεκρούλιακα!...
   Εσήκωσε τη μαγκούρα και του την κατάφερε κατακέφαλα.
   Το κούτελό του γέμισε αίματα. Τον άρπαξε από το λαιμό. Σε λίγο οι δύο γέροι κυλιόντουσαν στο χώμα. Οι γυναίκες χαλούσαν τον κόσμο. Φωνές, κλάματα, ξεφωνητά, στριγκλιές, μαλλιοτραβήγματα. Μπήκαν και τους χωρίσανε. Ο Μαθιός σηκώθηκε, σκουπίζοντας το κούτελό του. Τα παιδιά τού μάζεψαν τα γράμματα, που είχανε σκορπίσει στα χώματα. Ο Μαθιός τραβήχτηκε μουρμουρίζοντας φοβέρες. Σαν πήγε λίγο μακρύτερα  κοντοστάθηκε κι έβαλε τις φωνές σαν ντελάλης:
   - Φταίω 'γω που σας λυπήθηκα παλιοθηλυκά και δε σας το 'λεγα καθαρά και ξάστερα. Από ποιόνε περιμένετε γράμματα; Ο γαμπρός σας δεν αδειάζει να σας γράψει... Παντρεύτηκε! Να 'ταν κι άλλος.
   Μια νεκρική σιωπή χύθηκε τριγύρω.
   Μια φωνή γυναικεία ακούστηκε έπειτα:
   - Να φας τη γλώσσα σου! Ψεύτη!
   Ο Μαθιός έβαλε μια δυνατότερη φωνή, καμπανίζοντας τα λόγια του ένα ένα, σταράτα, σαν ντελάλης:
   - Εγώ ψεύτης! Σύρτε στο γιαλό να μάθετε τα μαντάτα. Ο Μιχαλιός ο Καλόγνωμος εδώ είναι. Ό,τι έφτασε από την Αουστράλια. Σύρτε να μάθετε τα μαντάτα.
   Τα λόγια του Μαθιού έπεσαν σαν αστροπελέκι από τον ουρανό. Όλοι βουβάθηκαν. Και ύστερα τίποτε. Ένα παράθυρο μόνο έκλεισε δυνατά και ο κόσμος άρχισε να σκορπίζει, μουρμουρίζοντας.
   Δύο κορίτσια πέρασαν μπροστά στο Μαθιό, που σκούπιζε το κούτελό του απ' τα αίματα.
   - Την είδες την γουστερίτσα πώς έγινε!
   Και βαστούσαν τα γέλια με κουνήματα και σπρωξίματα.

   Ξημέρωσε η Κυριακή, μαύρη Κυριακή!
   - Να όψεται ο αίτιος, που πήρε το κορίτσι στο λαιμό του, έλεγε ο παπα-Δημήτρης κάτω στον καφενέ. Όλοι με τα μάτια βουρκωμένα τον άκουγαν. Κάποιος γύρισε και κοίταξε τον Μαθιό στριμωγμένο σε μια γωνιά.
   - Σαν την έβαλε ο Πειρασμός και πήγε και πνίγηκε, τι φταίω εγώ; είπε ο Μαθιός. Και ο Λαλεμήτρος, που τον έβγαλε ο Θεός στη μέση, ξημερώματα του Θεού, στραβομάρα είχε να τρέξει να την αρπάξει, να την πάει σπίτι της; Μόνο λέει τώρα πως δεν πήγε ο νους του πως ήταν η Ουρανίτσα. Καθώς κατέβαινε, λέει, στο γιαλό, ασπροντυμένη, την πήρε για νεράιδα και σκιάχτηκε. Δεν περπατούσε, λέει. Του φάνηκε πως περνούσε σιγαλά απάνω στον αέρα, σα φάντασμα. Και την άφησε και πνίγηκε για το σπολλάτη, για τα καλά που είδε. Να όψεται.
   Είχαν όλοι κατεβασμένα τα μούτρα. Τέτοια συφορά είχε καιρό ν' ακουστεί στο νησί. 
   - Η δουλειά σου σένα δεν ήτανε να φέρεις τα μαντάτα, είπε ο παπάς. Να δίνεις τα γράμματά σου και να σωπαίνεις.
    - Σα με βρίσανε, παπά μου, και με σκοτώσανε, δεν ήξερα κι εγώ τι έλεγα. Ο διάβολος μ' έσπρωξε. Τι να πω κι εγώ; 
   - Τι φταίει κι ο κακομοίρης ο Μαθιός; είπε ο Παντελής ο καφετζής, ο μπατζανάκης του. Είναι πράματα να κρυφτούν αυτά; Αν δεν ήταν σήμερα, θα ήταν αύριο.
   - Ο Πειρασμός την έσπρωξε να χάσει την ψυχή της! ξαναείπε ο Μαθιός.
   - Φταίει κι ο πατέρας της, ξαναείπε σε λίγο. Του κοριτσιού του ήρθε φρένα. Σημαδιακά λόγια τους έλεγε. «Εγώ θα πάω να τόνε βρω, δεν μπορώ να κάνω μοναχή μου. Θα πάω να τόνε βρω». Έλεγε και καλά πως ο Γιαννιός πνίγηκε. Δεν ήθελε να πιστέψει πως παντρεύτηκε. Έλεγε πως τη γελούνε. «Βρε παιδί μου, κάθεσαι και χάνεσαι για έναν άνθρωπο που σε παράτησε και πήγε και παντρεύτηκε στα ξένα; Δεν ήταν άνθρωπος για σένα. Γαμπροί άλλο τίποτε. Θα βρεις άλλον καλύτερο, όπως σου αξίζει». Αυτή τίποτε. «Ο Γιαννιός μου πνίγηκε. Τον πήρε η θάλασσα απ' την κουβέρτα. Τα κοκαλάκια του στην αμμουδιά τα δέρνει η θάλασσα. Θα πάω να τόνε βρω». Σημαδιακά λόγια. Πού είχε τα μάτια του ο γερο-Λαλεχός;
   Ο Μαθιός ήθελε να βγάλει ένα βάρος απ' την ψυχή του. Μέσα του θαρρούσε πως κάτι έφταιγε κι αυτός. Μα πάλι έλεγε με το νου του: «Εγώ δεν της είπα πως πνίγηκε. Της είπα πως παντρεύτηκε. Αν με πίστευε δε θα πνιγόταν κι αυτή. Μα βλέπεις ο Πειρασμός της έβαλε στο νου πως πνίγηκε. Και πήγε να τόνε βρει». 
   - Εγώ δεν της είπα πως πνίγηκε! είπε σε λίγο δυνατά. Ποιος της είπε πως πνίγηκε; Εγώ της είπα πως παντρεύτηκε!... Άλλο πνιγμένος στη στεριά κι άλλο στη θάλασσα.  
   - Έχει δίκιο ο Μαθιός! είπε πάλι ο μπατζανάκης του. Μήπως της είπε πως πνίγηκε; Σα γύρισαν τα μυαλά της, τι φταίει ο Μαθιός;
   Ο Μαθιός πήρε λίγο απάνω του. Άρχιζε να παρηγοριέται και μοναχός του και οι βρισιές της γριάς Λαλεχίνας του ήρθαν πάλι στο νου του.
   - Τη γρουσούζεψε κι αυτή η μάνα της με τη γρίνια της, όπως έφαγε και τον άντρα της και τον ξεκούτιανε. Τώρα τα 'βαλε με κείνον. Όλα ο γέρος τα φταίει. Έτσι, λέει, ήταν κι αυτός ξελογιασμένος σαν το γαμπρό που διάλεξε. Προχτές σα γυρίσανε από το λείψανο την έπιασαν τα δαιμόνιά της. «Από σένα έχασα το κορίτσι μου», του έλεγε. «Πήγες και διάλεξες το γαμπρό σαν τα μούτρα σου». Και καθώς την πιάνανε τα δαιμόνια άρπαζε κάτι κάδρα της Βενετιάς, που είχε φερμένα ο γέρος στα νιάτα του, και τα πέταε από το παράθυρο. Τι της έφταιγαν τα κάδρα;  
    - Γυναικεία μυαλά! είπε ο κυρ-Φώτης ο Πάρεδρος. Δε βρίσκεις άκρη. 
   Έλεγε ο ένας το κοντό του κι ο άλλος το μακρύ του. Αλίμονο σ' αυτήν που χάθηκε! Η θάλασσα όξω βούιζε. Τα κύματα έσπαζαν στο μόλο αγριεμένα. Μέσα στο βουητό της θάλασσας μια φωνή μεθυσμένου έσχιζε τον αέρα: 
 
   «Μες στον αφρό της θάλασσας η αγάπη μου κοιμάται...
     Παρακαλώ σας κύματα μη μου την εξυπνάτε».
 
   Ο Μαθιός, που είχε τραβήξει δύο τρία ρούμια για να παρηγορηθεί, κούνησε το κεφάλι του.
   - Να ένας χριστιανός που πήρε την απόφαση να πνιγεί στη στεριά, είπε. Το κακό είναι που, σαν πέσει κι αυτουνού η αγαπητικιά του να τόνε βρει στη θάλασσα, δε θ' ανταμωθούν ποτέ...  
   Κανένας δεν του αποκρίθηκε. Μόνο η βοή της θάλασσας επάλευε με τη φωνή του μεθυσμένου: 
 
    «Παρακαλώ σας κύματα μη μου τήνε ξυπνάτε»
 
Νιρβάνας Παύλος
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ