... Στην αφετηρία...
Το
διήγημα «Η
άλλη Αριάδνη»
της Ρέας Γαλανάκη αποτελεί την πρώτη
μορφή της ομώνυμης νουβέλας της
συγγραφέως. Μ' αυτή τη σύντομη μορφή
δημοσιεύτηκε, ως εκπροσώπηση της
ελληνικής πεζογραφίας, στη συλλογή 6
Φωνές, 6 Γυναίκες,
με έξι διηγήματα (εκτός εμπορίου) που
εκδόθηκε το 2012,
με
αφορμή την «Ευρωπαϊκή Συνάντηση Γυναικών
Συγγραφέων» υπό την αιγίδα της Γενικής
Γραμματείας Ισότητας των Φύλων/EUNIC το
2012 (και με τη συμμετοχή των British Council,
Instituto Cervantes, Empajada de Espana, Istituto Italiano di
Cultura, Royal Norwegian Embassy-Norwegian Institute, Σπίτι της
Κύπρου).
Σ'
αυτό το διήγημα η Γαλανάκη σε πρωτοπρόσωπη
αφήγηση δίνει το λόγο στην Αριάδνη του
αρχαίου μύθου να παρουσιάσει τη δική
της οπτική, μια οπτική όπου προβάλλεται
ο γυναικείος λόγος κι η γυναικεία
υπόσταση της ηρωίδας. Η Αριάδνη του
μύθου -όπως αυτός αναπαράγεται από την
πλευρά των αντρών- η «αγόμενη
και φερόμενη», το «έπαθλο» του νικητή,
μεταμορφώνεται σε μια γυναίκα, οικεία
και προσιτή, μια γυναίκα που τόλμησε να
κάνει τις δικές της επιλογές και να
πληρώσει και τα ανάλογα τιμήματα.
Η
Αριάδνη του διηγήματος, που υψώνει το
περήφανο ανάστημά της απέναντι στον
κόσμο της λογικής και των κανόνων,
εκπροσωπεί τόσο το μύθο και το θρύλο,
ως η κατ' εξοχήν ιέρεια αρχαίων μητριαρχικών
τελετουργιών, αλλά και τη γυναικεία της
υπόσταση μέσα απ' το πάθος και τον έρωτα.
Κι
ενώ όλοι τη θεωρούν «προδότρια»,
αναδεικνύεται ως η επαναστάτρια που
συντάσσεται με το «νέο» που εκπροσωπεί
ο Θησέας και τολμάει να το ακολουθήσει,
γνωρίζοντας, όμως, ότι αυτό το νέο είναι
άγνωστο και αχαρτογράφητο σύμπαν γι'
αυτήν. «Καινούργιοι θεοί, καινούργια
φύλα, καινούργιες εξουσίες διώχνανε τα
υπάρχοντα παλαιά – ήδη κάποια σημάδια
ήταν ορατά ακόμα και για μένα, την ανίδεη
από τέτοια».
Η
Αριάδνη, με το πάθος του ανθρώπου και
του θεού, της πριγκίπισσας και της
ιέρειας, αφηγείται την… άκρα ταπείνωση
που οδηγεί στη μοιραία αποκατάστασή
της. Η Ρέα Γαλανάκη τα βάζει με τους
παραδεδομένους μύθους της αρχαιότητας,
προκειμένου να διασώσει την τιμή μιας
ηρωίδας, η ιστορία της οποίας γράφτηκε
από άλλους.
✾
Έκανα πως κοιμόμουν και τον άφησα να φύγει. Κατόπιν παραδόθηκα σε ύπνο βαθύ, παυσίλυπο. Τον είχα τόσο ανάγκη...
Όταν πια ξύπνησα, είδα το καράβι του μακριά. Κατά κάποιο τρόπο, ωστόσο, το καράβι βρισκόταν και κοντά μου. Διότι άκουγα τον παφλασμό των τριάντα του κουπιών και τα κελεύσματα του εραστή που νόμιζε πως ήταν νικητής σε όλα επειδή με είχε, νόμιζε πως με είχε, δική του για ένα βράδυ. Ήχοι που τους θυμόμουν από χθες, υπόκρουση στο ζύγισμά μου ανάμεσα σε γη και θάλασσα, στο πέρασμά μου από τον κύρη μου στον ξένο άντρα. Δεν είχα ταξιδέψει άλλη φορά, ούτε είχα βέβαια ξαναδοθεί. Θάλασσα κι ουρανός και γη είχανε γίνει ένα στον κατάμαυρο μανδύα που με τύλιξε εκείνες τις μυητικές στιγμές.
Κηλίδες απ' το ίδιο μαύρο χρώμα, κοράκια αντί για γλάροι στο καράβι που έβλεπα μακριά, αλλά και το ένιωθα κοντά μου, τα μαύρα πανιά στο πλοίο που αρμένιζε. Μέχρι και χθες τη νύχτα ήμουν θεά ενός άλλου κόσμου, γι' αυτό κι αμέσως είχα καταλάβει ότι αυτός ο ξένος, ο εκδικητής, ο της μιας νύχτας εραστής μου, δεν επρόκειτο να κατεβάσει τα μαύρα πανιά στο πλοίο του για να αναρτήσει τα λευκά πανιά της νίκης, τα οποία, όπως έμαθα, είχε συμφωνήσει με τον βασιλιά πατέρα του να βάλει στο πλοίο του εάν έβγαινε από τον Λαβύρινθο, εάν αξιωνόταν να γυρίσει στην Αθήνα. Δεν το έκανε. Διότι με αυτό το τέχνασμα ήθελε να σκοτώσει τον βασιλέα κύρη του, ώστε, μόλις επέστρεφε στα μέρη του, να λάβει αμέσως έπαθλο τον θρόνο. Αναρωτιέμαι αν τον είχε δασκαλέψει για το κόλπο ο ίδιος ο Δαίδαλος, ο δαιμόνιος αρχιτέκτων της Κνωσσού, Αθηναίος κι αυτός, αλλά πού και πότε να τον είχε συναντήσει δεν μπορώ να υποθέσω. Ανυπομονούν, θαρρώ, οι άντρες, κλωτσάνε τη σοφή ανέμη για να ξετυλίξει όλο και πιο γρήγορα τα γεγονότα. Πιο πολύ όμως βιάζονται όσοι νομίζουνε πως είναι νικητές, νικητές σε όλα.
Βιάζεται τώρα κι αυτό το πένθιμο καράβι, το καράβι του Θησέα, να κόψει τον ορίζοντα για να εξαφανιστεί από τη ζωή μου. Ο ορίζοντας είναι μια εύθραυστη κλωστή, δεν είναι μίτος στέρεος, κρυφά δοσμένος από τα χέρια μάγου έρωτα για να χαρίσει νίκη.
Ώσπου να χαθεί, εγώ μπορώ να διακρίνω μέσα στο καράβι τον παράξενο αδερφό μου. Στέκεται δίπλα στον νικητή της άνισης εκείνης αναμεταξύ τους πάλης. Στο φως του ήλιου ο αδερφός μου έχει γίνει κάτι που μοιάζει με τον ίσκιο του Θησέα, είναι όμως πιο πυκνό, πιο απειλητικό, πιο ανεξάρτητο. Τόσο ήρεμος μου φαίνεται ο σκοτωμένος αδερφός μου, που με κάνει να δακρύζω. Ακολουθεί τον φονιά του επειδή πάντα ακολουθεί ο σκοτωμένος τον φονιά του. Μόνο εγώ μπόρεσα να διακρίνω χθες, παρά το τελετουργικό σκοτάδι που μας τύλιγε, ότι την τελευταία στιγμή, ο Μινώταυρος πρόλαβε να χωθεί μαζί μας στο καράβι. Μεσοπέλαγα, όταν άναψε ο πρώτος πυρσός, είδα με την άκρη του ματιού, ανάμεσα από τους βοστρύχους μου, ότι το ταυρίσιο του κεφάλι ήταν ξανά στη θέση του. Γύρισε τότε και με κοίταξε -αλλά πώς με κοίταξε!
Κι εμένα θα μ' ακολουθούσε, γιατί ήξερε ότι εγώ βοήθησα στον θάνατό του. Ωστόσο, θα το καταλάβαινε κι αυτός με τον καιρό, άλλο συνέργεια, άλλο φονικό σπαθί. Άλλο γυναίκα, άλλο άντρας. Άλλο αδερφικά αισθήματα, άλλο έρωτας, ανεξέλεγκτη έστω μανία που με είχε κυριεύσει.
Θα συνέχισε να ταξιδεύει μέσα στο καράβι του φονιά του, δεν βγήκε καθόλου σ' αυτό το έρημο ακρογιάλι, όπου ο Θησέας κι εγώ σμίξαμε προτού ξημερώσει. Έτσι έπρεπε να κάνει. Παρά την ανατροπή του κόσμου, όλα, νομίζω, έγιναν σωστά.
Ένα θαλασσοδαρμένο αλμυρίκι με προφυλάσσει από τον ήλιο που ακόμη δεν βαρέθηκε την ίδια καθημερινή ουράνια πορεία. Το διαισθάνομαι, σε λίγο κάτι θα μου συμβεί, κάτι που θα με σηκώσει από τη θεϊκή μου πτώση στην κοινότοπη κατάσταση μιας γυναίκας άτυχης στον έρωτά της. Έχω λίγο καιρό να ξετυλίξω τα γεγονότα από την αρχή, γιατί μετά από αυτό το «κάτι» που θα με σηκώσει -ελπίζω- από των θνητών τη μοίρα, κάθε αναδίφηση θα είναι πλέον περιττή. Θα προσπαθήσω να τα ξετυλίξω, μολονότι εγώ, η ιέρεια όλων των νημάτων και των μυστικών τους στην υφαντική, είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι όλες αυτές οι ιστορίες που ανακατεύουν θεούς και θνητούς, έρωτες και φόνους, αλλαγές ουράνιων καθεστώτων κι αλλαγές επίγειων θρόνων, δεν έχουν ούτε αρχή, ούτε τέλος. Δεν υπακούει σ' αυτές τις ιστορίες ούτε ο πιο στέρεος, ο τρίκλωνος μίτος, γιατί διακλαδίζεται και το καθένα από τα τρία νήματά του προχωράει σε άλλο δρόμο ώσπου να ενωθεί τυχαία, και απερίσκεπτα μπορώ να πω, με ό,τι βρεθεί μπροστά του -κάτι πολύ χειρότερο από το ξετύλιγμα και το ξανατύλιγμα του τρίκλωνου μίτου μέσα στον μέγιστο ελικοειδή λαβύρινθο. Ξέρω απ' την άλλη ότι, παρά ταύτα, σε κάθε εξιστόρηση, έστω σε κάθε ανάμνηση, πρέπει συμβολικά να τίθεται αρχή και τέλος, αλλιώς δεν θα υπήρχε ούτε σκέψη, ούτε συμπέρασμα. Επομένως ούτε και θεσμοί θα υπήρχαν. Θεϊκοί, ανθρώπινοι, ένα και το αυτό. Δεν θα υπήρχε καμιά τάξη μέσα κι έξω, εννοώ.
Κάτι σαν τον έρωτα που έζησα.
Eίδα, λοιπόν, τον ξένο από μακριά. Στεκόμουν μαζί με τη βάγια που με είχε αναθρέψει και τη θεωρούσα μάνα. Κάτι πιο πολύ από μάνα, γιατί η βασίλισσα μητέρα μου, η Πασιφάη, γεννούσε μεν συνέχεια, αλλά κατόπιν δεν ενδιαφερόταν για τα τέκνα της, αφοσιωμένη ως ήταν στα βασιλικά και ιερατικά καθήκοντά της. Στην πρόφαση μάλλον τέτοιων καθηκόντων, προκειμένου να καλύψει την διψασμένη για άλλα, την αβυσσαλέα ψυχή της. Για να μη λέω λόγια αστήρικτα, εννοώ τον έρωτά της με τον κάλλιστο άσπρο ταύρο που είχε στείλει ο Ποσειδώνας, δώρο στον πατέρα μου, τον Μίνωα τον θαλασσοκράτορα -μολονότι είχε ακουστεί και τούτο, ότι η μάνα μου απλώς έσμιξε με τον Ταύρο, τον πιο σκληρό από τους στρατηγούς μας στην Κνωσό, που τον έτρεμε ακόμη ο πατέρας μου. Δεν τη ρώτησα αφού στο παλάτι δεν συνηθίζονται τέτοιες ερωτήσεις. Μόνο οι θνητοί αναζητούν τη μία και μοναδική, την έστω και μάταιη αλήθεια.
Όσα μου συνέβησαν, με κάνουν να πιστεύω πως σε πολλά είχα κληρονομήσει κάτι από τον ψυχισμό της μάνας μου, από το δαιδαλικό σκοτάδι της. Μόνο η βάγια που με είχε βυζάξει, που με είχε κανακέψει και χαϊδέψει, που με είχε νουθετήσει, μόνο αυτή μου είχε δώσει συνείδηση του σώματος και της αγάπης, όχι η Πασιφάη. Γι' αυτό και ανταπέδιδα στη βάγια μου την τρυφερότητα. Ήξερα όμως ότι, κάποια στιγμή αργότερα, έπρεπε να διαγράψω αυτό το πληβείο αίσθημα αγάπης ως ανάρμοστο στο βασιλικό μας αίμα. Το ήξερε και το είχε αποδεχτεί η βάγια, και μου το επαναλάμβανε συνέχεια.
Βρισκόμασταν λοιπόν στο δρόμο, καθώς είχα αργήσει να πάω στην κεντρική αυλή του παλατιού για τη μεγάλη τελετή, που επαναλαμβανόταν κάθε εννιά χρόνια στο υπαίθριο θέατρο της Κνωσού. Οι δικοί μου ήδη είχαν καθίσει στις πρώτες κερκίδες. Πίσω τους βομβούσε ένα παρδαλό πλήθος αυλικών, γυναικών κι αντρών, κι άλλων κατοίκων της μεγάλης επικράτειας του πατέρα μου, που έσπευσαν για την πιο σημαντική από τις γιορτές μας. Περίμεναν να μπει στην κεντρική αυλή η πομπή των εφτά πολύ νέων αγοριών, και των εφτά κοριτσιών που έστελνε κάθε εννιά χρόνια η υποτελής Αθήνα στην Κνωσό, στον κυρίαρχο του Αιγαίου Μίνωα. Κατά το έθιμο οι νέοι της Αθήνας έπρεπε να χορέψουνε στο χοροστάσι μαζί με άλλους δεκατέσσερις ευγενείς νέους και νέες της Κνωσού -ανάμεσά τους πρώτη θα ήμουν, βέβαια, εγώ- έναν τελετουργικό χορό, προτού μπούνε στον μέγιστο Λαβύρινθο είτε για να σκοτώσουνε τον αδερφό μου είτε να σκοτωθούνε απ' αυτόν.
Χρόνια μου έλεγαν ότι μ' αυτόν τον τρόπο έπρεπε να ξεπλύνει η υποτελής Αθήνα το έγκλημά της, επειδή με δόλιο τρόπο οι Αθηναίοι είχαν σκοτώσει τον γιο του Μίνωα Ανδρόγεω, έναν άλλο μου αδερφό, που είχε πάει στην Αθήνα για να λάβει μέρος στους αγώνες των Παναθηναίων. Και τον ξεπάστρεψαν μόνο και μόνο επειδή είχε βγει νικητής σε όλα τα αγωνίσματα. Την επομένη, δηλαδή, της νίκης, ο βασιλιάς της Αθήνας Αιγέας έστειλε επίτηδες τον νικητή αδερφό μου στον Μαραθώνα, για να σκοτώσει τον ταύρο που πριν από χρόνια είχε κουβαλήσει εκεί από την Κρήτη ο Ηρακλής. Ένα ζώο δυνατό, ανίκητο, που κατάστρεφε δέντρα και σπαρτά, σπέρνοντας τρόμο στους ανθρώπους.
Περιττό να πω ότι ο θηριώδης ταύρος ήταν ο κάλλιστος άσπρος ταύρος, το παλιό δώρο του Ποσειδώνα προς τον θαλασσοκράτορα πατέρα μου -τόσο ωραίος, λένε, που ο πατέρας μου δεν τον θυσίασε όπως είχε υποσχεθεί στον θεό της θάλασσας. Αποτέλεσμα; Παραφρόνησε για τον έρωτά του η μάνα μου. Ακούστηκε ότι την εκδικήθηκε η ίδια η Αφροδίτη, γιατί ο πατέρας της μητέρας μου, ο Ήλιος, πρόφθασε στον Ήφαιστο τα κακά μαντάτα, ότι η γυναίκα του Αφροδίτη τον απατούσε με τον Άρη. Η παραπάνω φήμη είναι πιο πειστική για μένα από την άλλη, που λέει ότι εκείνο τον καιρό ο Μίνωας αντί για σπέρμα έβγαζε σκορπιούς και φίδια. Και τόσο πολύ ορέχτηκε η μάνα μου τον κάλλιστο άσπρο ταύρο, που απαίτησε από τον Δαίδαλο να της βρει τρόπο να σμίξουνε. Αυτός σοφίστηκε μια ξύλινη κούφια αγελάδα. Μπήκε μέσα η μάνα μου, ενώθηκε με το θείο ζώο. Έτσι γεννήθηκε ο παράξενος εκείνος αδερφός μου.
Ο Αιγέας, ο βασιλιάς της Αθήνας, ήξερε φυσικά όλο αυτό το μπερδεμένο δίκτυ των οικογενειακών μας, γι' αυτό κι έστειλε επίτηδες τον πρωταθλητή αδερφό μου, τον Ανδρόγεω, στον Μαραθώνα. Ο Ανδρόγεως είτε αγνοούσε την περίπλοκη συγγένεια, είτε τυφλώθηκε κι αυτός από την έπαρση των νικητών. Σκοτώθηκε σε άνιση μάχη με το θείο ζώο, τον ταύρο που ταυτόχρονα ήταν και ο πατέρας του αδερφού μας, του Μινώταυρου. Και πάλι ακούστηκε ότι δεν έγιναν έτσι τα πράγματα, αλλά ότι σκοτώθηκε ο αδερφός μου ενώ πορευόταν προς τη Θήβα, ακόμη και ότι ο Αιγέας με τον αδερφό του Νίσο, βασιλιά στα Μέγαρα, τον ξέκαμαν σε κάποιο άλλο άγνωστο σημείο. Ας ψάξουν όσοι νοιάζονται πιο πολύ από μένα. Εγώ έχω να πω ότι πόλεμοι ξέσπασαν ανάμεσα στην ισχυρή Κνωσό από τη μια, την Αθήνα και τα Μέγαρα από την άλλη, ο σκοτωμένος όμως αδερφός μου δεν επέστρεψε.
Βρισκόμασταν, λοιπόν, στο δρόμο με τη βάγια όταν είδα τον Θησέα. Δεν ήμουν προετοιμασμένη για την ομορφιά του ξένου, του προορισμένου να νικήσει ή να σκοτωθεί. Ένα ράπισμα ήταν η ομορφιά του, ράπισμα από έναν υποτελή προς μια βασιλοπούλα. Ίσως έφταιξε και το ότι δεν τον αντίκρισα ψηλά από τις κερκίδες στην αυλή των τελετών, από απόσταση ασφαλείας εννοώ, όντας και η ίδια ασφαλής ανάμεσα στο αλλόκοτο και αλαζονικό μου σόι. Άργησα να πάω στις κερκίδες γιατί ήθελα να είμαι ωραία στη μεγάλη τελετή και ξεχάστηκα μπρος στον καθρέφτη. Τα δε νεύρα μου ήταν ήδη διεγερμένα, διότι, τρέχοντας την τελευταία ώρα στον πλακοστρωμένο δρόμο με τη βάγια να κρατάει την ουρά της πτυχωτής μου φούστας, στριμωχνόμουν ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες κάθε είδους, κάτι το ανυπόφορο. Μπορεί πάλι να έφταιξε το ότι ήμουν τόσο νέα, τόσο δέσμια των πιο τρυφερών ανθρώπινων συναισθημάτων, τόσο επιεικής προς τον εαυτό μου και τους άλλους, ώστε αφέθηκα ανυπεράσπιστη στο θαύμα. Το μόνο εκ των υστέρων σίγουρο: ήταν η ώρα μου να μυηθώ στον έρωτα, η ώρα της οδυνηρής ενηλικίωσης. Ήταν ωστόσο και η ώρα που άλλαζε σιγά - σιγά η τάξη των ουράνιων θεών, αλλά και οι συσχετισμοί της εξουσίας σε στεριά και θάλασσα -ήδη τα μηνύματα ήταν αρκετά ακόμη και για μένα, την ανίδεη από κάτι τέτοια.
Το παραμικρό δεν ήξερα για τον ωραίο ξένο, που φαινόταν αρχηγός στην πομπή των ομηλίκων του. Στεφάνι στα μαλλιά. Λαμπρός μανδύας ολοπόρφυρος -ξάφνου σαν δυο μεγάλα κόκκινα φτερά στους ώμους του από τον ανοιξιάτικο αέρα. Αν άπλωνα το χέρι, θα άγγιζα του ανεμισμένου πορφυρού την άκρη -ή μήπως άπλωσα το χέρι μου ικέτης; Ρώτησα ψιθυριστά τη βάγια, Θησέα τον λένε, αποκρίθηκε, είναι βασιλόπουλο, γιος του υποτελούς Αιγέα. Έσβησα κατόπιν. Έσβησα πάει να πει ότι υπήρξα φλόγα, ότι συμπεριφέρθηκα σαν φλόγα, ότι φωτίστηκα και φώτισα, ότι έκαψα και κάηκα, ότι άνοιξα κι έκλεισα έναν κύκλο πύρινο. Σημαίνει ότι ερωτεύτηκα εκείνον που δεν έπρεπε να ερωτευτώ.
Η φλόγα έχει τη δική της μνήμη. Είναι η στάχτη. Όπως τούτη 'δω η στάχτη, απομεινάρι από τη χθεσινή φωτιά που ζέσταινε την ένωσή μου με τον Θησέα. Με ένα ξερόκλαδο από το αλμυρίκι τη σκαλίζω, όχι γιατί θέλω να ξαναφουντώσει τώρα που μεσουρανεί ο ήλιος, μα επειδή η στάχτη είναι μνήμη. Το χέρι μου πίσω από τούτο το κλαδί γράφει κύκλους αραιώνοντάς την, ζωγραφίζοντας έναν τεφρό ερωτικό λαβύρινθο. Πώς με κυκλώνει αυτή η λέξη, πιο επίμονα από τη σκιά του σκοτωμένου γύρω από τον φονιά του.
Κύκλους έκανε και ο τελετουργικός χορός που χορέψαμε οι νέοι της Κνωσού και της Αθήνας στο χοροστάσι, μπροστά σε τόσο κόσμο, αναπαριστώντας τον μέγιστο λαβύρινθο που έχει φτιάξει ο Δαίδαλος για να κλειστεί εκεί μέσα ο πιο παράξενος από τους αδερφούς μου. Το «χοροστάσι της Αριάδνης» ήταν το πρώτο του έργο, και την ίδια κυκλική ιδέα επανέλαβε όταν έφτιαχνε τον μέγιστο λαβύρινθο. Στους κύκλους αυτού του χορού που είχε γεννήσει τον λαβύρινθο, μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω στον ωραίο ξένο, τον προορισμένο να νικήσει ή να σκοτωθεί.
Βρεθήκαμε αρκετές φορές απέναντι ο ένας στον άλλο, ακολουθώντας τους κύκλους του χορού. Θα σε σώσω αν με πάρεις φεύγοντας γυναίκα σου, μαζί σου. Συμφώνησε χωρίς δισταγμό, ήξερε ότι δεν είχε άλλη λύση. Όμως εγώ τότε νόμιζα πως είχε σαγηνευτεί από την ομορφιά μου, από τη βασιλική καταγωγή μου, από το γεγονός ότι λατρευόμουν σαν πάναγνη θεά σε τούτη τη μεγάλη νήσο -θα τα είχε μάθει σίγουρα όλα αυτά, γιατί φαινόταν άνθρωπος που αντιλαμβάνεται αμέσως και βαθιά τις καταστάσεις, προκειμένου να τις εκμεταλλευτεί. Και γιατί να μη συμφωνήσει, άλλωστε; Εκείνος κόμιζε στον παλαιό μας κόσμο το καινούριο Δωδεκάθεο και τη νέα τάξη των πραγμάτων, εκείνος θα άλλαζε τις ισορροπίες σε στεριά και θάλασσα, θα σκότωνε τον βασιλιά πατέρα του με τη δήθεν αθώα παράλειψη να αλλάξει τα πανιά του πλοίου, θα έπαιρνε τον θρόνο, θα ταυτιζόταν με την πόλη του, θα κυριαρχούσε στη γη ενώ οι δώδεκα θεοί, οι δικοί του, κάποτε θα τον καλοδέχονταν στα ουράνια σαν ήρωα. Το πιο σπουδαίο, εκείνος θα εξιστορούσε αυτά τα γεγονότα με το καινούριο ελληνικό του αλφάβητο. Η εξιστόρησή του δεν θα χαριζόταν στον εχθρό του, τον θαλασσοκράτορα πατέρα μου, ούτε φυσικά σε μένα. Εκείνος θα έγραφε για μας με τρόπο που θα γινόταν ανά τους αιώνες πιστευτός.
Το κατάλαβα καθώς τον ξαναπλησίασα σε άλλο κύκλο του χορού: εκείνος όριζε πλέον το παιχνίδι, αν και βρισκόταν περίπου σαν αιχμάλωτος μπροστά μου, γιος ενός υποτελούς βασιλιά και με ελάχιστες προοπτικές να επιζήσει, ενώ εγώ ήμουν ιέρεια και βασιλοπούλα μέσα στο βασίλειό μου. Είχε, μου πέταξε σε μια στροφή, ρίζες από τον Ποσειδώνα και την Αμφιτρίτη. Χαμογέλασα, ίσως είχε σκεφτεί ότι πιο εύκολα θα του δινόμουν έτσι, αλλά και πιο εξασφαλισμένη θα ήταν έτσι η βοήθειά μου. Όταν στην επόμενη στροφή συναντηθήκαμε, ρώτησε με αγωνία τι πρέπει να κάνει. Θα σου πω, και θα σου δώσω αυτά που χρειάζεσαι, φτάνει να με πάρεις φεύγοντας μαζί γυναίκα σου. «Σε θέλω» ήταν το μόνο που έπρεπε να του πω.
Λάθος μου που του έθεσα όρους ασαφείς από τη μια μεριά, σαφείς από την άλλη. Η αοριστία, δηλαδή, του τόπου και του χρόνου σε όσα του είπα, τον διευκόλυνε όσο ακριβώς και η πλάγια μα σαφής ομολογία της επιθυμίας μου. Με πήρε βέβαια μαζί του στο καράβι, όπως μου είχε υποσχεθεί, αλλά μόνο για μια νύχτα. Ούτε καν σαν λάφυρο δεν θα με οδηγούσε στην πατρίδα του Αθήνα, αφού με εγκατέλειψε σε τούτο το έρημο ακρογιάλι -ο τόπος γύρω μου είναι σαν όλα τα έρημα ακρογιάλια που έχω γνωρίσει, δεν με βοηθά να καταλάβω σε ποιο μέρος βρίσκομαι. Αναρωτιέμαι αν με ξαναγύρισε στην Κρήτη για να ξεμπερδέψει μια και καλή με εμένα και τον έρωτά μου.
Κατάματα τον κοίταζα όταν συναντιόμασταν στον τελετουργικό χορό, με βλέμμα πλάγιο τον παρακολουθούσα όταν τον απομάκρυναν οι κύκλοι. Τα μάτια μου ορθάνοιχτα, εκστατικά από τα βότανα που είχαμε πιει ανακατεμένα με λίγο κρασί για την τελετουργία του δαιδαλικού χορού, στον οποίο πρώτη και τελευταία φορά θα χόρευα. Το σώμα μου λυμένο, ερωτικό. Κι είχα την αμυδρή εντύπωση ότι ο ξένος αφαιρούσε από μέσα μου όλα, όσα μέχρι τότε νόμιζα ότι με αποτελούσαν, για να βάλει στη θέση τους όσα εκείνος ήθελε. Τώρα το βλέπω καθαρότερα, το συμφέρον του ήθελε, παίζοντας τον ερωτευμένο.
Ομολογώ ότι στιγμή δεν πέρασε από το μυαλό μου η σκέψη πως, βοηθώντας τον Θησέα, συνεργούσα στον φόνο του παράξενου αδερφού μου, του φυλακισμένου τέκνου της σαλεμένης από την Αφροδίτη μάνας μου και του ποσειδώνιου άσπρου ταύρου. Πως να μην προξενεί, με τη σειρά του, δυστυχία σε άλλους ο εγκάθειρκτος από τη γέννησή του αδερφός μου; Ούτε μου πέρασε ακόμη από το μυαλό ότι έτσι παρέδιδα σε έναν ξένο και αντίπαλο κάποια από τα βασιλικά μας μυστικά, γιατί είναι αυτονόητο ότι λίγοι στην οικογένεια, οι μυημένοι στην βασιλική ιεροσύνη, γνωρίζαμε ασφαλώς τον τρόπο εισόδου και εξόδου από τον μέγιστο λαβύρινθο. Αλλιώς δεν θα ήξερα ούτε εγώ, ένα κοριτσόπουλο, τον τρόπο για να του το πω.
Το μόνο που ήθελα εκείνη τη στιγμή ήταν να ζήσει ο ωραίος ξένος για να με πάρει, άρα δεν επρόκειτο για προδοσία από τη μεριά μου, αλλά για πάθος ανεξέλεγκτο κι ωστόσο νόμιμο και κοινό. Άλλος κανείς δεν θα χανόταν (δεν τολμούσα να πω «θα σκοτωνόταν») εκτός από τον ταλαιπωρημένο, τον μισότρελο ήδη από τη φυλακή, από το σκοτάδι, από την απόρριψη, αδερφό μου. Άλλωστε οι γυναίκες ακολουθούν τον άντρα που τις παίρνει και φεύγουν από την πατρική εστία, φεύγουν συχνά κι από τον τόπο που μεγάλωσαν. Όσο για τους άντρες, θεοί και θνητοί, χαίρονται να αρπάζουν τη γυναίκα που ορέγονται, να την κουβαλάνε λάφυρο μαζί τους. Τι σημασία είχε αν ήμουν εγώ, μια νεαρή κοπέλα, εκείνη που πρότεινα απαγωγή; Θα όφειλε να είχε καταλάβει και τούτο επίσης, ότι εδώ στην Κνωσό, οι γυναίκες διαλέγουμε συχνά τον εραστή μας. Όμως κι αυτό θα αλλάξει με τη νέα τάξη που εκπροσωπεί ο Θησέας.
Θα με ποθούσε, θα με έπαιρνε μαζί του εάν είχε άλλο τρόπο να νικήσει; Αμφιβολία τότε δεν με είχε αγγίξει, δεν με είχε αγγίξει σοβαρά, γιατί το πάθος που φουντώνει είναι εχθρός της σκέψης. Σήμερα ξέρω ότι ούτε με ποθούσε, ούτε ήθελε να μπω μαζί του στο καράβι. Το παιχνίδι του έπαιζε, και ήταν παίκτης ικανός, φιλόδοξος και ανενδοίαστος. Ήταν ήδη νικητής προτού ακόμη του χαρίσω το κουβάρι με τον μίτο και το χρυσό στεφάνι που θα του έφεγγε στο σκοτάδι του λαβύρινθου. Προτού ακόμη να του πω να πιάσει τον αδερφό μου από της κεφαλής το τρίχωμα ανάμεσα στα κέρατα. Το πιο σπουδαίο, πριν τον συμβουλέψω να μην πιει ούτε μια σταγόνα από την κούπα που θα του έδιναν στην είσοδο του λαβυρίνθου, τάχατες για να δυναμώσει. Το αντίθετο θα γινόταν. Βότανα διαφορετικά απ' εκείνα του τελετουργικού χορού, ανακατεμένα σε γλυκό κρασί, θα του αφαιρούσαν τη δύναμη, τη σβελτάδα, τη νοημοσύνη. Πρέπει να το πω, συνέβαλε αυτό το λυσιμελές κράμα ώστε πάντα να νικά ο Μινώταυρος, αλλά και να μην υποφέρουνε πολύ τα θύματά του.
Εκ των υστέρων πάει ο νους μου και σε κάτι άλλο: δυο γενιές πίσω οι γυναίκες πρόγονοί μου έσμιγαν σε θεογαμίες με ταύρους. Η γιαγιά μου, η Ευρώπη, ενώθηκε με τον ίδιο τον Δία, που είχε μεταμορφωθεί σε ταύρο για να την αρπάξει από τα παράλια της Ασίας και να τη φέρει κολυμπώντας ώς την Κρήτη. Η μάνα μου, η Πασιφάη, ενώθηκε με το θεόσταλτο θαλάσσιο ζώο, πλην όμως χρησιμοποιώντας ένα τέχνασμα ανθρώπου. Μόνο εγώ, η τρίτη στη σειρά, δεν ενώθηκα με τον ιερό ταύρο, ούτε καν με το αχνό του είδωλο στην εποχή μου -τον αδερφό μου τον Μινώταυρο εννοώ. Ενώθηκα όμως με τον φονιά του ταύρου. Και, μέσα από τον φονιά του, κατά κάποιο τρόπο πάλι με τον ταύρο είχα ενωθεί.
Το αίμα του Μινώταυρου είχε μείνει πάνω στο σώμα του βιαστικού να λύσει το καράβι του Θησέα, σύμβολο της επιβολής μιας νέας τάξης στα εγκόσμια και τα ουράνια. Όταν με πήρε, το αίμα του ταύρου ενώθηκε με το παρθενικό δικό μου -για τούτο λέω ότι με κάποιο τρόπο ενώθηκα κι εγώ με το ιερό στην Κρήτη ζώο, κι ας ήταν άντρας με κεφάλι ταύρου ο Μινώταυρος, ας ήταν αδερφός μου. Όσο για τον Θησέα, στάθηκε τραχύς μαζί μου. Ίσως γιατί εκπροσωπούσα τον εχθρικό σ' εκείνον παλιό κόσμο, τους δύοντες θεούς της Κρήτης, ακόμη και μια κοινωνία όπου οι γυναίκες ήταν πιο σεβαστές, πιο ιερές, πιο ελεύθερες. Αλλιώς τα είχα όλα φανταστεί, όχι με τον τρόπο του Θησέα. Εκτός κι αν άλλα τον απασχολούσαν ενώ σμίγαμε, ή απλώς δεν του άρεσα και διεκπεραίωνε απλώς μια υποχρέωση προς την κοπέλα που τον είχε βοηθήσει. Μετά τον έρωτά του, βέβαια, δεν ήμουν αυτή που μέχρι τότε ήμουν, είτε ως η πάναγνη θεά της Κρήτης, είτε σαν κοπέλα. Είχα μυηθεί, είχα ενηλικιωθεί, ήμουν γυναίκα. Ο Θησέας θα πει, και θα τον ακούσουν οι αιώνες, ότι εν τέλει ήμουν μια γυναίκα νικημένη, ταπεινωμένη, εγκαταλειμμένη. Εγώ του απαντώ, κι ας μην ακουστεί ποτέ η δική μου η φωνή, πως είχε κάνει μέγα λάθος.
Στενοχωρήθηκα, δεν μπορώ να πω ότι καθόλου δεν στενοχωρήθηκα, ότι δεν φοβήθηκα ολομόναχη σ' αυτό το άγνωστο, το οποιοδήποτε ακρογιάλι. Όμως τέτοιες ανατροπές, που από τη μια στιγμή στην άλλη θέλουν να σε κάνουν κάτι διαφορετικό, ποτέ δεν είναι ολοκληρωτικές, ούτε καν στιγμιαίες. Το παλιό συγκατοικεί με το καινούριο ένα διάστημα, έστω και κρυφά. Κι αρχίζει ένα ατέρμονο παιχνίδι ισορροπιών, κάτω από την ήρεμη επιφάνεια των μορφών και των πραγμάτων.
Είναι και κάτι ακόμη, που ο καινούριος κόσμος, ο κόσμος του νικητή Θησέα, θα αδυνατούσε να το καταλάβει, ή μάλλον θα ήθελε να το ξεχάσει: ο συμβολισμός της αρπαγής και της εγκατάλειψής μου. Σήμερα όλα μου φαίνονται πιο καθαρά. Η υποταγή μου στον Θησέα δεν ήταν ταπείνωση, ούτε η δική του ερωτική νίκη ήταν ακέραιη νίκη. Εγώ, μια γυναικεία θεότητα του παλιού κόσμου, μια θεά βλαστική, των κύκλων δηλαδή του χρόνου και της βλάστησης, έπρεπε να υποταχθώ για να μπορέσω πάλι να ανυψωθώ. Έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να πεθάνω και να μπορέσω να αναστηθώ, ώστε ακόμη μια φορά να συμβολίσω, όπως μου άρμοζε, τον κύκλο της ζωής, τον έρωτα και τον θάνατο, τον χειμώνα και την άνοιξη, τον θάνατο και την ανάσταση -συμβολισμοί που σιγά - σιγά θα εκχωρηθούν με άλλο τρόπο στους καινούριους δώδεκα θεούς. Όποιος, ωστόσο, συμβολίζει τον αέναο κύκλο θανάτου και ζωής, δεν μπορεί να είναι θνητός. Ο ωραίος Θησέας, άνθρωπος με θεϊκή καταγωγή όπως ισχυρίστηκε, έπαιξε δίχως να το καταλάβει τον ρόλο που έπρεπε να παίξει στη δική μου την ιστορία. Παγιδεύτηκε στον αρχαίο συμβολισμό μου και τον εδικαίωσε, γιατί η κινητήρια δύναμη του κυκλικού συμβολισμού μου είναι ο έρωτας, η γονιμότητα, η ανάσταση της φύσης.
Ξέρω τι λέω. Δεν βλέπω πια στη θάλασσα το πλοίο με τα δήθεν ξεχασμένα μαύρα του πανιά, όμως έχω επίγνωση του ότι, προτού κατευθυνθεί προς την Αθήνα και τον άδειο θρόνο, ο νικητής Θησέας θα τραβήξει πρώτα προς τη Δήλο, το νησί του Απόλλωνα, ενός από τους πιο κραταιούς θεούς στο καινούριο πάνθεο. Ο άντρας που, με τη σειρά του, με βοήθησε να συμβολίσω όσα έπρεπε να συμβολίσω, θα προσφέρει νικητήρια θυσία στον καινούριο του θεό. Και μετά θα του αφιερώσει ένα ξόανο ερωτικό σκαλισμένο σε μαλακό ξύλο ελιάς, ένα άγαλμα που βιαστικά πήρα μαζί μου στο αθηναϊκό καράβι φεύγοντας από την Κρήτη. Θα του αφιερώσει το δικό μου ξύλινο γλυπτό, και μαζί τον έρωτά μου, για να υπογραμμίσει ότι ο Απόλλωνας τον είχε βοηθήσει να νικήσει, κι ότι εγώ ήμουν μια τελειωμένη ιστορία -άλλωστε ήθελε να ξεφορτωθεί οτιδήποτε με θύμιζε. Κατόπιν θα χορέψει μαζί με τους νεαρούς συντρόφους του γύρω από τον βωμό του Απόλλωνα τον γεράνιο χορό, ένα κυκλικό περίπλοκο χορό εμπνευσμένο από τον μέγιστο λαβύρινθο, που γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο θα μοιάζει με τον κυκλικό τελετουργικό χορό που χορέψαμε όλοι μαζί στο χοροστάσι της Κνωσού. Θα θεσπίσει, τέλος, αγώνες ώστε να διαιωνίσει τη νίκη του καινούριου κόσμου, τη νίκη του νεαρού Απόλλωνα επί του παλαιοτάτου Διονύσου.
Τον διακρίνω. Τον διακρίνω πλέον καθαρά. Ο θεός Διόνυσος έρχεται προς τη μεριά μου την ώρα που πανηγυρίζουν με ελαφρότητα και πλάνη οι νικητές στη Δήλο. Ζει, δεν νικήθηκε ούτε θα νικηθεί ποτέ από κανένα νέο θεό ο γηγενής στην Κρήτη Διόνυσος. Έρχεται μαζί μου ερωτευμένος. Στα χέρια του κρατά το ολόχρυσο στεφάνι που είχα δώσει στον Θησέα για να του φέγγει στο δαιδαλικό σκοτάδι. Το άρπαξε από τον ανίδεο νικητή, για να μου το προσφέρει δώρο του έρωτά μας και του γάμου μας. Διότι ο θεός Διόνυσος θα με ξανασηκώσει, θα με αναστήσει, για να κλείσει έτσι ο κύκλος της πτώσης με την έγερσή μου. Στο πλευρό του Διόνυσου, ενός αθάνατου θεού που δεν συγκαταλέγεται στο καινούριο δωδεκάθεο, μα είναι πιο ισχυρός και πιο αγαπητός στον κόσμο, θα με δεχτούν τα ουράνια στην τάξη των ηρώων, ενώ το χρυσό στεφάνι θα φεγγοβολά αστερισμός στο ουράνιο στερέωμα. Γιοι μας ο Στάφυλος και ο Οινοπέας. Κάποιοι τόποι θα συνεχίσουνε να με λατρεύουν σαν πάναγνη γυναικεία θεότητα, σαν γυναίκα του Διόνυσου. Ποιος νικά, ποιος δεν νικά, λοιπόν, στον έρωτα;
Γι' αυτό έκανα πως κοιμόμουν κι άφησα τον Θησέα να φύγει. Όλα έπρεπε να γίνουν έτσι ακριβώς. Ή ακόμη και να ονειρευτώ ότι έτσι έγιναν, όταν πια αποκοιμήθηκα με ύπνο βαθύ, παυσίλυπο σε τούτο το άγνωστο ακρογιάλι.
Γαλανάκη Ρέα
6 ΦΩΝΕΣ 6 ΓΥΝΑΙΚΕΣ (ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ)
Γενική Γραμματεία Ισότητας των Φύλων
(Υπ. Εσωτερικών/ ΕUNIC)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου